Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Φίλιππος Β. Καργόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής
Φιλοσοφίας της Νόησης και Λογικής στο
Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ

σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]

Ο φόρος τιμής του Επίκτητου στον Σωκράτη και οι φιλοσοφικές απαρχές της ψυχοθεραπείας*

*Μια συντομότερη παραλλαγή της εργασίας αυτής στα αγγλικά παρουσιάστηκε ως Εναρκτήρια ομιλία στο Παγκόσμιο Συνέδριο Γνωστικών Συμπεριφορικών Θεραπειών, που έγινε στη Θεσσαλονίκη το 2005. Ευχαριστώ τον Δρ. Γρηγόρη Σίμο για εκείνη την πρόσκληση. Ευχαριστώ επίσης την συνάδελφο στο Α.Π.Θ., Π. Ρούσση για πολύτιμες συμβουλές σε θέματα βιβλιογραφίας της ΓΣΘ.

Στο άρθρο αυτό υποστηρίζουμε ότι το πρώτο κείμενο ψυχοθεραπείας είναι το Εγχειρίδιο του Επικτήτου, το οποίο ερμηνεύουμε ως συλλογή οδηγιών αυτοβοήθειας για να αντεπεξέλθει ο χρήστης στις αντιξοότητες της ζωής που οδηγούν σε δυστυχία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει τόσο το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των οδηγιών συμπίπτει με τη γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία όσο και το ότι ο ίδιος ο Επίκτητος αποδίδει φόρο τιμής για τις θέσεις αυτές όχι στους δάσκαλους της Στοάς, αλλά στον Σωκράτη. Επιχειρούμε λοιπόν μιαν ερμηνεία της Σωκρατικής διδασκαλίας βασισμένοι στην Απολογία και στον Πρωταγόρα, τα οποία θεωρούμε ως περισσότερο Σωκρατικά από όλα τα Πλατωνικά έργα. Εντοπίζουμε τα σημεία αυτής της αναφοράς που φέρνουν κοντά Σωκράτη και Επίκτητο και ειδικότερα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το πολύ σημαντικό ερώτημα της κλινικής ψυχολογίας σχετικά με το αν μπορούμε με τον λόγο να επηρεάσουμε ψυχική κατάσταση, προσωπικότητα και συμπεριφορά, ξεκινά με το Σωκρατικό ερώτημα «ει διδακτόν η αρετή», δηλαδή το εάν η αρετή συνίσταται σε κάποιο είδος γνώσης και το κατά πόσο η διδασκαλία μπορεί να μετατρέψει ένα οποιονδήποτε άτομο σε ενάρετο άνθρωπο.

Είναι κοινός τόπος ότι όλες οι επιστήμες πρωτοεμφανίστηκαν ως μέρη ή κλάδοι της φιλοσοφίας και ότι διατηρούν πάντα κάποιες σχέσεις με τη φιλοσοφία σε ό,τι αφορά θέματα απώτατων αρχών και μεθοδολογικών δεσμεύσεων και προϋποθέσεων. Η ψυχολογία, λόγω του αντικειμένου της, που σχετίζεται άμεσα και κεντρικά με τον άνθρωπο σε όλες τις πτυχές της ύπαρξής του, παρά τον αυστηρό μεθοδολογικό της διαχωρισμό από τη φιλοσοφία, διατηρεί ιδιαίτερους δεσμούς μαζί της. Μολονότι η ενασχόληση με την κατανόηση του ανθρώπου είναι από τις αρχαιότερες  αναζητήσεις, η επιστήμη της ψυχολογίας είναι σχετικά πρόσφατη (μόλις 130 ετών) και κατά συνέπεια οι φιλοσοφικές βάσεις της ψυχολογίας πρέπει κανονικά να αναζητηθούν στις επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες των τελευταίων τεσσάρων αιώνων.

Στον πιο γνωστό κλάδο εφαρμογών της ψυχολογίας, στην κλινική ψυχολογία, και ειδικότερα στο μέρος του κλάδου που αναφέρεται στη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών, οι διάφορες θεραπείες κατά κανόνα παρουσιάζονται ως εφαρμογές των επιστημονικών θεωριών της ψυχολογίας και έτσι οι φιλοσοφικές δεσμεύσεις της κάθε ψυχοθεραπείας είναι έμμεσες γιατί διαμεσολαβούνται από τις φιλοσοφικές δεσμεύσεις των ψυχολογικών θεωριών στις οποίες στηρίζονται. Για παράδειγμα, οι διάφορες ψυχαναλυτικές θεραπείες βασίζονται στη σύνθετη δομή και στον συγκρουσιακό χαρακτήρα του ψυχικού κόσμου που υπαγορεύει η ψυχοδυναμική προσέγγιση, ενώ ανάλογες παραδοχές για μάθηση μέσω ενίσχυσης από το περιβάλλον υπόκεινται τόσο των συγκεκριμένων συμπεριφορικών τεχνικών, όπως λ.χ. της συστηματικής απευαισθητοποίησης του Wolpe, όσο και της γενικότερης μεθόδου τροποποίησης συμπεριφοράς.

Αντίθετα με αυτές τις κυρίαρχες προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπεία, η ομάδα των θεραπειών που συγκαταλέχθηκαν στις γνωστικές συμπεριφορικές θεραπείες ξεκίνησε με τη δουλειά του Robert Ellis [τη θεραπεία REBT – Rational Emotive Behavioral Therapy] χωρίς θεωρητική υποστήριξη από κάποια σχολή ψυχολογικής σκέψης, αλλά κυρίως με αναφορές σε φιλοσοφικές ιδέες.1 Ο Ellis (1988) εξηγώντας την απαρχή της προσέγγισής του κάνει αναφορές στην Κριτική του Καθαρού Λόγου του Immanuel Kant, στην ορθολογική επιστημολογική προσέγγιση του Karl Popper και στη λογικοεμπειριοκρατική προσέγγιση του Hans Reichenbach, ενώ δηλώνει ταυτόχρονα οπαδός της θέσης του ηθικού ανθρωπισμού του Bertrand Russell. Τέλος δηλώνει και κάποιες επιρροές υπαρξιστικής φιλοσοφίας που εντοπίζει στο έργο του Paul Tillich, καθώς και στο έργο του Martin Heidegger.2 Αλλά εκεί όπου πάντα αποδίδει την αρχική έμπνευση για αυτήν την προσέγγιση είναι οι Στωικοί φιλόσοφοι, κυρίως ο Επίκτητος και σε κάποιο βαθμό ο Μάρκος Αυρήλιος. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις στον Robert Epstein εξηγεί πώς στο έτος ορόσημο 1955 επινόησε την REBT: «Όταν άρχισα να απογοητεύομαι από την ψυχανάλυση, ξαναδιάβασα φιλοσοφία που μου ξανάφερε στο νου την κονστρουκτιβιστική ιδέα που είχε προτείνει ο Επίκτητος πριν 2000 χρόνια: ‘Αυτό που πειράζει τους ανθρώπους δεν είναι τα γεγονότα που συμβαίνουν σε αυτούς, αλλά οι απόψεις που σχηματίζουν αυτοί για τα γεγονότα αυτά’. Μπορούσα να δω πώς αυτό ίσχυε για πολλούς από τους πελάτες μου»,  (η μετάφραση δική μου, από τη συνέντευξή του στο Psychology Today, Jan 2000).

Το απόσπασμα το οποίο παραθέτει ο Ellis βρίσκεται στο Εγχειρίδιο του Επικτήτου, και είναι σαφές, ακόμα και από μια πρόχειρη ματιά, ότι η παραπομπή του Ellis δεν αποτελεί την απλή αποδοχή κάποιας φιλοσοφικής επιρροής ή έμπνευσης, αλλά ένα ουσιαστικότερο δάνειο.

Από φιλοσοφική άποψη, το Εγχειρίδιο δεν μοιάζει με κανένα από τα φιλοσοφικά κείμενα που προηγήθηκαν. Δεν θέτει κάποιο διανοητικό γρίφο ή πρόβλημα για να λύσει, δεν προσπαθεί να διαρθρώσει ή να υποστηρίξει κάποια κοσμοθεωρία, δεν επιχειρηματολογεί υπέρ ή κατά θέσεων που έχουν εκφράσει άλλοι φιλόσοφοι ή στοχαστές. Αλλά και σε ό,τι αφορά το φιλοσοφικό ύφος της γραφής, το Εγχειρίδιο δεν ακολουθεί κάποιο από τα πρότυπα γραφής των αρχαίων φιλοσόφων: δεν είναι ποίημα, διάλογος, πραγματεία. Όπως το όνομα του φανερώνει, πρόκειται για πρακτικό οδηγό άμεσης χρήσης, που απευθύνεται όχι στους ειδικούς, αλλά σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τις αιτίες της δυστυχίας του και θέλει να ξέρει τι μπορεί να κάνει για να αντιστρέψει αυτήν την κατάσταση. Για να βρούμε ένα παρόμοιο έργο μεταξύ των κλασικών κειμένων πρέπει να προχωρήσουμε δεκατέσσερις αιώνες μετά, στον Ηγεμόνα (Il Principe) του Nicolo Machiavelli, που είναι εγχειρίδιο για την απόκτηση και τη διατήρηση πολιτικής δύναμης, αλλά μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί και ως εγχειρίδιο για τη διαχείριση δύναμης γενικότερα.3 Και τα δύο κείμενα έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να “ενδυναμώσουν” το άτομο που τα χρησιμοποιεί. Επίσης και τα δύο αφορούν σε γνώση όχι του “ότι” ή του “διότι”, αλλά του “πώς να”, δηλαδή, διαδικαστική γνώση ή επιτηδειότητα. Οι δυνάμεις που προσπαθούν να αναπτύξουν στους χρήστες τους δεν είναι κάποιες εξειδικευμένες δεξιότητες ή τεχνικές, αλλά γενικής φύσης ικανότητες4 για χρήση σε νέες, δυναμικά μεταβαλλόμενες, συχνά απρόβλεπτες, καταστάσεις. Πιστεύουμε, τέλος, ότι η σύγκριση μπορεί να προχωρήσει ένα ακόμη βήμα: όπως ο Ηγεμόνας του Machiavelli αργότερα θεωρήθηκε ως το πρώτο πραγματικό κείμενο πολιτικής επιστήμης,5 έτσι και το Εγχειρίδιο του Επίκτητου μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο κείμενο ψυχοθεραπείας.

Το να δούμε το Εγχειρίδιο ως πρακτικό οδηγό ψυχοθεραπευτικής αυτοβοήθειας, ταυτόχρονα εξηγεί τη διαφορά του από τα άλλα φιλοσοφικά έργα της εποχής και τη συγγένειά του με τη σύγχρονη θεωρία Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας (ΓΣΘ). Ο Επίκτητος στο Εγχειρίδιο, αλλά και στις Διατριβές6 δεν ασχολείται με το να θεμελιώσει ή να διασαφηνίσει το Στωικό δόγμα, αντίθετα έχει ως μόνο στόχο να κάνει χρήση της φιλοσοφίας στην προσπάθεια να εξαλείψει τη δυστυχία από τις ατομικές ζωές των ανθρώπων. Ειδικότερα ο στόχος είναι να ενδυναμώσει το άτομο για να κατακτήσει την ελευθερία του και η ελευθερία αυτή νοείται ως ένα είδος αυτονομίας και βαθύτερα εννοούμενης ανεξαρτησίας. Αυτό, κατά τη γνώμη του, είναι εφικτό γιατί υποστηρίζει, όπως και οι κατοπινοί θεωρητικοί της ΓΣΨ, ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας της δυστυχίας του, και μόνο με την ανάκτηση του ελέγχου πάνω σε γνώμες, πράξεις και επιθυμίες μπορεί να αντιστρέψει αυτήν την κατάσταση και να αποφύγει τη δυστυχία. Σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους, που εμπλέκονται σε θεωρητικές συζητήσεις σχετικά με τον ορισμό της ευτυχίας και τον προσδιορισμό των στοιχείων που την απαρτίζουν, ο Επίκτητος παίρνει ως δεδομένα τις κοινές αιτίες της δυστυχίας και ασχολείται με τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στην καθημερινή ζωή τους. Η κοντινή συγγένεια μεταξύ των προτροπών του Επίκτητου και των κανόνων της νεότερης ΓΣΨ πηγαίνει βαθύτερα στην καρδιά της ΓΣΨ. Κατά τους Dobson & Block(1988), υπάρχουν τρεις βασικές αρχές τις οποίες πρέπει να αποδέχεται η οποιαδήποτε ψυχοθεραπεία που θέλει να χαρακτηρίζεται ως “γνωστική συμπεριφορική”, ήτοι

  1. η γνωστική δραστηριότητα επηρεάζει τη συμπεριφορά,
  2. η γνωστική δραστηριότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο συστηματικής παρακολούθησης και τροποποίησης,
  3. η ζητούμενη τροποποίηση συμπεριφοράς μπορεί να επηρεαστεί από γνωστική αλλαγή.

Όλες αυτές οι αρχές είτε δηλώνονται ρητά είτε ακολουθούν λογικά ό,τι προτείνεται στο Εγχειρίδιο και στις Διατριβές.

Πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτήν τη στροφή από τη φιλοσοφία στην ψυχοθεραπεία που εμφανίζεται με το Εγχειρίδιο του Επικτήτου; Διακρίνουμε δύο είδη επίδρασης στο έργο του Επίκτητου γενικά. Από την μια μεριά, το έργο του εντάσσεται πλήρως στο Ελληνιστικό φιλοσοφικό πλαίσιο των σχολών των Στωικών, των Κυνικών, των Επικούρειων και των Σκεπτικών. Από την άλλη, ο ίδιος ο Επίκτητος αποδίδει φόρο τιμής στον Σωκράτη ως εμπνευστή και υπόδειγμα της δύναμης της φιλοσοφίας για την ορθή αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Πριν ασχοληθούμε ειδικά με το τι οφείλει ο Επίκτητος στον Σωκράτη, είναι σημαντικό να εντάξουμε τη θεραπευτική φιλοσόφηση του Επίκτητου στην περιρρέουσα φιλοσοφική ατμόσφαιρα που άφησαν πίσω τους τα Ελληνιστικά χρόνια.

Οι τέσσερις φιλοσοφικές σχολές που εμφανίζονται και ανθούν στην Ελληνιστική εποχή, δηλαδή οι Στωικοί, οι Κυνικοί, οι Επικούρειοι, και οι Σκεπτικοί, έχουν διαφορετικό φιλοσοφικό προσανατολισμό από τους φιλόσοφους της κλασικής Ελληνικής αρχαιότητας, δηλαδή τους Προσωκρατικούς (συμπεριλαμβανομένων και των Ατομιστών), τους Σοφιστές, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Μολονότι αρχίζουν είτε συνθέτοντας είτε υιοθετώντας κάποια μεταφυσική θέση που περιλαμβάνει κάποια “ψυχολογία” ως μέρος αυτής της μεταφυσικής, πάντα προσαρμόζουν τη θεωρία και την όλη φιλοσόφηση στο να καταλήξουν σε συμπεράσματα σχετικά με την ευτυχία και τη δυνατότητα της φιλοσοφικής θεωρίας και ενασχόλησης να οδηγήσει σε αυτήν. Αν υπάρχει ένα κεντρικό κοινό πρόβλημα που διατρέχει την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή φιλοσόφηση αυτό είναι το εξής: δεδομένης της φύσης του κόσμου και της θέσης του ανθρώπου (και ειδικότερα, του ατόμου) σε αυτόν, οι φιλόσοφοι πρέπει να εξηγήσουν γιατί οι άνθρωποι αισθάνονται δυστυχισμένοι και να προτείνουν τρόπους έτσι ώστε μέσα από τη φιλοσοφική γνώση και τη φιλοσοφική πρακτική να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα.7

Οι λόγοι για αυτή τη στροφή πρέπει να αναζητηθούν στην τριπλή αποξένωση που βιώνουν οι άνθρωποι των ελληνιστικών χρόνων. Η κατάκτηση της Ανατολής από τον Αλέξανδρο οδήγησε, κάτω από συνθήκες παντοκρατορίας, στη διάνοιξη των εμπορικών δρόμων μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στη δημιουργία δεκάδων νέων, εμπορικά εύρωστων πόλεων κοσμοπολίτικου χαρακτήρα και στη μακροχρόνια ειρήνη.8 Παρά τα προφανή και πρωτοφανή πλεονεκτήματα που προσφέρει η νέα τάξη, τα παραπάνω στοιχεία φέρνουν μαζί τους τρία είδη αποξένωσης που δεν είχαν παρουσιαστεί στην ισχυρά συνεκτική ζωή των ανθρώπων στις μικρές αρχαίες ελληνικές πόλειςκράτη. Τα τρία είδη αποξένωσης είναι η πολιτική (όπου η συμμετοχή του πολίτη δεν καθορίζει πια το τι συμβαίνει στην πόλη του), η κοινωνική (όπου το άτομο καλείται να ζήσει σε ένα περιβάλλον χωρίς φυλετική και ιστορική συνοχή) και η οικονομική αποξένωση (όπου η επιτυχία και η απολαβή αγαθών παύει να είναι συνδεδεμένη με τη νοικοκυροσύνη και την αξία του πολίτη, αλλά εξαρτάται από οικουμενικές οικονομικές συγκυρίες πάνω στις οποίες δεν έχει έλεγχο).9 Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι για τους περισσότερους η θρησκεία καλείται να παίξει διαφορετικό ρόλο από αυτόν που εκπλήρωνε στην κλασική αρχαιότητα. Στη θέση της κλασικής λατρείας, που από τη μια μεριά συνέδεε το άτομο με την πόλη και από την άλλη το ενέτασσε πλήρως στη φυσική πραγματικότητα αυτού του κόσμου, παρουσιάζεται μια γενικότερη δεισιδαιμονική ανάγκη για κάποιον έλεγχο σε σημαντικούς παράγοντες που είναι ανεξέλεγκτοι, και η οποία με τη σειρά της οδηγεί είτε σε πολυθρησκεία (με εισαγωγή ξένων θεοτήτων για λατρεία) είτε σε μυστηριακές λατρείες που έχουν ως στόχο να παρηγορήσουν το άτομο με την υπόσχεση “σωτηρίας” σε κόσμους πέραν του πραγματικού.10

Η φιλοσοφία, που εκπληρώνει και ρόλο θρησκείας για τον μορφωμένο και σκεπτόμενο άνθρωπο, πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή την τριπλή αποξένωση και για αυτό παρουσιάζει τόση εμμονή στα θέματα θανάτου, ευτυχίας και νοήματος της ζωής.11 Ειδικότερα, οι Κυνικοί εντοπίζουν τις ρίζες της ανθρώπινης δυστυχίας στη σύγκρουση που βιώνουν οι άνθρωποι μεταξύ φύσης και σύμβασης (νόμου). Αυτήν τη  σύγκρουση δεν τη βιώνουν, για παράδειγμα, οι σκύλοι που είναι ελεύθεροι να ακολουθούν τις επιταγές της φύσης τους και πρέπει έτσι να θεωρούνται ευτυχέστεροι των ανθρώπων, εξ’ου και το παρατσούκλι “κυνικοί” που τους έβγαλαν οι αντίπαλοί τους και που οι ίδιοι με χαρά αποδέχτηκαν. Οι Κυνικοί ωστόσο, επειδή αναγνωρίζουν ότι οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να ζήσουν χωρίς κάποιες συμβάσεις, προτείνουν ως δρόμο προς την ευτυχία το να ακολουθείς τη φύση σου περισσότερο από ότι τις συμβάσεις των άλλων.

Οι Επικούρειοι ακολουθούν τους ατομιστές στη μεταφυσική: τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, είναι στην πραγματικότητα τελικά άτομα σε κίνηση στο κενό. Αισθανόμαστε πόνο όταν τα άτομα μας πηγαίνουν αντίθετα στην κίνηση των υπολοίπων ατόμων του κόσμου και ευχαρίστηση στην αντίθετη περίπτωση. Αυτή η φυσική πυξίδα ηδονήςπόνου μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με τη λογικότητά μας ως οδηγός για την ευτυχία, η οποία συνίσταται στην αποφυγή του πόνου και στην επιδίωξη της ηδονής. Η συμβολή της λογικότητας είναι ότι με βάση την εμπειρία προσθέτει μέτρο στην επιδίωξη της ηδονής και στην αποφυγή του πόνου: οι άνθρωποι είναι σε θέση να αποδεχτούν κάποιο πόνο είτε για αποφυγή περισσότερου πόνου είτε χάριν κατοπινής ηδονής. Γνωρίζουν επίσης ότι η επιδίωξη όλο και περισσότερης ηδονής στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγεί σε πόνο. Η ευτυχία που επιδιώκει ο Επίκουρος είναι μια ορθολογική, αλλά και ασκητική, επιδίωξη ηδονών και αποφυγή πόνων.

Οι Σκεπτικοί πιστεύουν ότι η δυστυχία μας βασίζεται υποχρεωτικά σε κάποιες διανοητικές δεσμεύσεις που είναι λογικά αστήριχτες. Όταν υποβληθούν όλες αυτές οι πεποιθήσεις σε φιλοσοφικό έλεγχο, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι εφόσον δεν μπορείς να είσαι σίγουρος είτε για την ευτυχία σου είτε για τη δυστυχία σου, το λογικά σωστό είναι να αρνηθείς να πάρεις θέση. Η αέναη αυτή ισορροπία πάνω στο ξυράφι της λογικής αμφιβολίας είναι το μυστικό της ευτυχίας του σκεπτικού. Ο σκεπτικός πρέπει να θεωρηθεί ευτυχισμένος, γιατί παρά τα όσα του συμβαίνουν, θετικά ή αρνητικά κατά τον κοινό νου, τηρεί τη μόνη συνεπή στάση της “εποχής”, δηλαδή της μησυμμετοχής, ενώ για να νιώσεις το κοινό σκαμπανέβασμα μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας είναι απαραίτητο να αποδεχτείς κάποιες παραδοχές που αποδεικνύονται λογικά αστήριχτες. Η παλιά συνταγή του Επίχαρμου “νάφε και μέμνασο απιστείν” δίνει τη δύναμη, άρα και την ευτυχία, που είναι λογικό κάποιος με σιγουριά να κατέχει.

Τέλος, οι Στωικοί αποδέχονται την ορθολογικότητα ως βασική αρχή που διέπει το σύμπαν και πρέπει να διέπει και τον άνθρωπο. Η ορθολογική προσέγγιση στον κόσμο διαπιστώνει μια τέλεια, αναλλοίωτη καθορισμένη τάξη μέσα στην οποία οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι ένα ελάχιστο μέρος. Η δυστυχία δεν είναι μέρος της τάξης του κόσμου, αλλά αποτέλεσμα λανθασμένης, “παιδιάστικης” στάσης ανθρώπων που περιμένουν ότι ο κόσμος θα συμμορφωθεί με τις δικές τους επιθυμίες και με τον τρόπο αυτό βιώνουν μια συνεχή ματαίωση. Το μόνο που μπορεί να συμμορφωθεί είναι η δική μας θέληση (η προαίρεση) έτσι ώστε να αποδεχόμαστε ό,τι δεν μπορεί να αλλάξει και να επιθυμούμε ό,τι έχουμε ήδη σίγουρα στην κατοχή μας. Με τον τρόπο αυτό αποκτούμε έλεγχο σε ό,τι μπορούμε να ελέγξουμε, και αυτή η δύναμη ελέγχου είναι βάση για την ελευθερία που είναι συνώνυμη με την ευτυχία, από την άποψη ότι μας καθιστά άτρωτους στην οποιαδήποτε πηγή δυστυχίας.

Παρά τις φαινομενικές διαφορές σε φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τις διαφορετικές διαγνώσεις των αιτίων της δυστυχίας και τις διαφορετικές προτροπές για την κατάκτηση της ευτυχίας, οι τέσσερις σχολές παρουσιάζουν πέντε αξιοπρόσεκτα κοινά σημεία.

  • Για όλους η δυστυχία θεωρείται η φυσιολογική ή η αναμενόμενη κατάσταση των ανθρώπων.
  • Όλες επίσης βλέπουν τη φιλοσοφία (ή κάποια γνωστικά καθορισμένη προσέγγιση) ως τον μόνο λογικά αποδεκτό δρόμο αποφυγής της δυστυχίας.
  • Όλες οι σχολές υιοθετούν ησυχαστική στάση. Τόσο οι αιτίες της δυστυχίας όσο και οι συνταγές για τη θεραπεία από αυτήν, πρέπει να αναζητηθούν στο ίδιο το άτομο. Κατά συνέπεια, το άτομο είναι αυτό που πρέπει να αλλάξει και όχι ο κόσμος, η κοινωνία, οι πολιτικές συνθήκες ή το οποιοδήποτε περιβάλλον.
  • Όλες προτείνουν κάποιο ασκητικό ιδανικό ως ορθό τρόπο ζωής, δηλαδή μια μορφή απώτερης αποστασιοποίησης, στην οποία το άτομο κυριαρχεί στον εαυτό του και δεν αφήνει τον κόσμο να περάσει μέσα σε αυτήν την αυτοκυριαρχία.12
  • Ένα τελευταίο στοιχείο σχετίζεται άμεσα με την ιστορία της φιλοσοφίας, και είναι η επιρροή που ασκεί σε όλες αυτές τις σχολές η φιλοσοφική δραστηριότητα, αλλά και η όλη στάση ζωής του Σωκράτη. Ας αναφέρουμε χαρακτηριστικά θέσεις που είναι Σωκρατικές και όχι Πλατωνικές, όπως το “ξέρω ένα πράγμα: το ότι δεν ξέρω τίποτε”, το “προτιμότερο είναι να αδικείσαι παρά να αδικείς”, το “κανένας δεν είναι κακός με τη θέλησή του”. Και μολονότι οι ατομιστέςυλιστές δεν βρίσκουν θέση σε κανένα από τους διάλογους του Πλάτωνα, οι επίγονοί τους Επικούρειοι βρίσκουν στο τέλος του Πρωταγόρα έναν Σωκράτη που προσπαθεί να κατασκευάσει λογισμό ηδονών για να χρησιμέψει ως ηθική βάση για επιλογή σκοπών.

Ο ίδιος ο Επίκτητος, ενώ δείχνει για τη λογική τον ίδιο θαυμασμό που διακηρύσσουν οι Στωικοί, στο έργο του, όπως είπαμε, δείχνει ελάχιστη διάθεση να εξηγήσει ή να στηρίξει τη Στωική θεωρία. Το ενδιαφέρον του είναι αυστηρά πρακτικό και επιδιώκει συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το Εγχειρίδιο αρχίζει με έναν βασικό πρακτικό (όχι θεωρητικό) διαχωρισμό των πραγμάτων σε δύο κατηγορίες: Τα πρώτα, στα οποία δίνει τον πιο θετικό χαρακτηρισμό που μπορεί να σκεφτεί, δηλαδή, τα “ελεύθερα”, περιλαμβάνουν ό,τι είναι στη δύναμή μας, δηλαδή τις γνώμες μας, τις επιθυμίες μας, τους στόχους μας, τις αντιπάθειές μας. Τα άλλα τα ονομάζει “δούλα” και περιλαμβάνουν ό,τι είναι πραγματικά έξω από τη δύναμή μας, δηλαδή το σώμα και την υγεία μας, ό,τι είναι ιδιοκτησία μας (γη, σπίτια, ζώα, αντικείμενα), άλλους ανθρώπους, αξιώματα, φήμη.13 Η δυστυχία των ανθρώπων προκαλείται από το ότι επιθυμούν πράγματα που δεν είναι στη δύναμή τους, και δεν καταλαβαίνουν ότι η επιθυμία η ίδια είναι μέσα στη δύναμή τους. Ο τελικός στόχος της φιλοσοφικής θεραπείας που προτείνει ο Επίκτητος είναι η ανάκτηση της ικανότητας ελέγχου της επιθυμίας και η στροφή της επιθυμίας προς τα “ελεύθερα”, δηλαδή προς αυτά που είναι ήδη στην αδιαμφισβήτητη κατοχή μας. Δεδομένου του ότι οι επιθυμίες, οι στόχοι και οι αντιπάθειές μας διαμεσολαβούνται υποχρεωτικά από τις πεποιθήσεις μας, ακολουθεί ότι είναι δυνατόν να τις επηρεάσουμε ορθολογικά. Η βασική αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται η θέση του Επίκτητου είναι η ορθολογικότητα: το μόνο πράγμα που ένα ορθολογικό ον δεν μπορεί να δεχτεί είναι το να αποδεχτεί το παράλογο. Από αυτό ακολουθεί ότι είναι παράλογο να επιθυμείς ό,τι δεν μπορεί να είναι στη δύναμή σου.14 Το ζητούμενο λοιπόν είναι η δύναμη κυριαρχίας πάνω στις ίδιες τις επιθυμίες. Στο σημείο αυτό ο Επίκτητος στρέφεται από το γνωστικό στο συμπεριφορικό και προτείνει να αρχίσουμε την άσκηση αποφεύγοντας εντελώς την επιθυμία, γιατί σε ένα τέτοιο στάδιο δεν μπορεί κάποιος με σιγουριά να ξέρει τι είναι και τι δεν είναι μέσα στη δύναμή του. Όταν συμπληρωθεί η άσκηση ο φιλοσοφημένος πια έχει τη σωστή προαίρεση απέναντι στον κόσμο και επιθυμεί ό,τι είναι ήδη μέσα στη δύναμή του. Για αυτό τον λόγο και ο Επίκτητος προτείνει ένα τεστκριτήριο για να διαπιστώσουμε την αποτελεσματικότητα της άσκησης. Αυτός που δεν έχει ασκηθεί κατά κανόνα κατηγορεί τους άλλους για τη δυστυχία του, ενώ αυτός που έχει αρχίσει άσκηση κατηγορεί εαυτόν.15 Αυτός που έχει φτάσει στο τέλος δεν κατηγορεί ούτε άλλους ούτε εαυτόν. Είναι ευτυχής γιατί έχει απόλυτο έλεγχο πεποίθησης και επιθυμίας έτσι ώστε έχει ό,τι επιθυμεί και αυτά που επιθυμεί δεν μπορεί ποτέ να τα χάσει, γιατί είναι όλα στη δύναμή του. Με τον τρόπο αυτό είναι άτρωτος στη δυστυχία και στις πηγές της, δηλαδή στις απώλειες υγείας, αγαπημένων προσώπων, ιδιοκτησίας, δύναμης, αξιωμάτων, φήμης, ελευθερίας, ακόμα και της ίδιας του της ζωής.16

Παρουσιάζοντας αυτές τις ιδέες που εντάσσονται εύκολα στον Στωικισμό, ο Επίκτητος δεν παραπέμπει στους σημαντικούς φιλόσοφους της Στοάς, όπως τον Ζήνωνα, τον Κλεάνθη ή τον Χρύσιππο, ούτε καν στον δικό του δάσκαλο τον Μουσώνιο Ρούφο. Αντίθετα, τον στοχαστή που επικαλείται περισσότερο ως εμπνευστή των θέσεων που υποστηρίζει είναι τον Σωκράτη και σε πολύ μικρότερο βαθμό τον Κυνικό Διογένη. Αυτός ο ιδιαίτερος φόρος τιμής θα απασχολήσει το υπόλοιπο αυτού του άρθρου: με ποιον τρόπο οι ιδέες του Σωκράτη επηρεάζουν τη θεραπευτική φιλοσοφική συμβουλευτική του Επίκτητου; Αν η ψυχοθεραπεία έχει τις απαρχές της στο έργο του Επίκτητου και ο Επίκτητος αναφέρει τον Σωκράτη ως την πηγή της φιλοσοφικής του έμπνευσης, τότε ποια στοιχεία στη φιλοσοφική αναζήτηση του Σωκράτη πρέπει να θεωρηθούν ως τα σπέρματα της ψυχοθεραπείας;

Για να αποφύγουμε το παλιό πρόβλημα του να ξεχωρίσουμε τον ιστορικό Σωκράτη από την περσόνα του βασικού συνομιλητή των Πλατωνικών διαλόγων, θα περιορίσω την ερμηνεία μου στα πρώιμα Πλατωνικά έργα, δηλαδή τον Ευθύφρονα, την Απολογία, τον Κρίτωνα και τον Πρωταγόρα, όπου ακόμη δεν εμπλέκεται η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνος.17 Από τα τρία πρώτα έργα, που πραγματεύονται την περίοδο από την καταγγελία στην καταδίκη και τη φυλάκιση του Σωκράτη, επικεντρώνουμε την προσοχή στην Απολογία, όπου ο Σωκράτης εξηγεί την πολιτική και ηθική σημασία του ελέγχου ως μεθόδου αναζήτησης της αλήθειας. Ο Πρωταγόρας τέλος όχι μόνο αντιδιαστέλλει τη Σωκρατική αναζήτηση από τη σοφιστική διδαχή, αλλά θέτει το γνωστό Σωκρατικό πρόβλημα “ει διδακτόν η αρετή”, δηλαδή το κατά πόσο είναι δυνατό μόνο και μόνο με τον διδακτικό λόγο να αλλάξεις έναν άνθρωπο και να τον κάνεις ενάρετο.18Ο Σωκράτης αρχίζει τον διάλογο με επαγωγικά επιχειρήματα που θέτουν σε αμφιβολία το διδακτό της αρετής, και όταν αναγκάζεται από τον Πρωταγόρα να παραδεχτεί ότι η αρετή μπορεί να διδαχτεί, τότε στρέφει τη συζήτηση στο ερώτημα “ποιο είναι το χαρακτηριστικό της αρετής που την κάνει διδακτή;” Η απάντηση την οποία προτείνει, ότι η αρετή είναι διδακτή γιατί το στοιχείο που ενοποιεί όλες τις αρετές είναι η σοφία, είναι μια πρώτη ισχυρή διατύπωση της αρχής της γνωστικής προτεραιότητας της ΓΣΘ. Αλλά ας πάρουμε την ερώτηση από την αρχή: ποια είναι τα στοιχεία του φιλόσοφου Σωκράτη που τον κάνουν υπόδειγμα και έμπνευση για τον Επίκτητο;

Ένας σημαντικός λόγος που ο Σωκράτης κατέχει τέτοια θέση στη σκέψη του Επίκτητου, αλλά και πολλών άλλων φιλοσόφων της εποχής, είναι το ότι ο Σωκράτης είχε καθιερωθεί από την αρχή στον κοινό νου ως ένας φιλοσοφικός “άγιος” (γιατί τουλάχιστον “μάρτυρας” ήταν σίγουρα). Φυσικά, μολονότι οι Στωικοί δεν έχουν θεωρητική ανάγκη για “αγιότητα”, ας μην ξεχνούμε ότι τόσο στην εποχή εκείνη, αλλά και σε άλλες εποχές, συχνά απαιτείται από τον φιλόσοφο κάποια συνέπεια λόγου και πράξεων.19 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Σωκράτης αποτελούσε το πιο γνωστό παράδειγμα του σοφού που με βάση μόνο τη φιλοσοφική του στάση είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με γενναιότητα και ηρεμία τον επερχόμενο και άδικο θάνατο. Έτσι, για τους Ελληνιστικούς φιλόσοφους, ο Σωκράτης ήταν το καλύτερο παράδειγμα για να στηρίξουν τη θέση ότι η φιλοσοφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την ευτυχία εν όψει της προοπτικής του θανάτου. Αν η ανθρώπινη μοίρα, δεδομένης της βεβαιότητας του θανάτου, παραλληλιστεί με το κελί του μελλοθάνατου, η φιλοσοφική καρτερία του Σωκράτη αποτελεί απόδειξη ότι η φιλοσοφία μπορεί να κάνει αυτήν τη μοίρα όχι μόνο υποφερτή, αλλά αξιοθαύμαστη.

Αλλά εκτός από τον παραπάνω ρητορικό λόγο, ο Επίκτητος έχει ένα άλλο βασικό στοιχείο κοινό με τον Σωκράτη. Στον Σωκράτη20 αποδίδεται η φιλοσοφική στροφή από τα θέματα της φυσικής φιλοσοφίας (των προσωκρατικών) σε θέματα που σχετίζονται με τον άνθρωπο. Ο Σωκράτης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη που ακολούθησαν, παρέμεινε προσκολλημένος στα θέματα αυτά.  Ξέρουμε ότι στις Διατριβές ο Επίκτητος επιλέγει τη Σωκρατική μέθοδο και αποφεύγει να στηρίξει επιχειρήματα σε θέσεις μεταφυσικής ή φυσικής φιλοσοφίας. Παράλληλα προειδοποιεί εναντίον της συνήθειας των Στωικών να χρησιμοποιούν τις τεχνικές λεπτομέρειες της λογικής θεωρίας ως υποκατάστατα μιας φιλοσόφησης που έχει σημασία για τους ανθρώπους. Αποκαλεί τον εαυτό του “περισσότερο Σωκρατικό και λιγότερο Στωικό”.

Ένα τρίτο, σχετικό με το παραπάνω, κοινό στοιχείο είναι το ότι ο Επίκτητος, όπως και ο Σωκράτης, δεν προαπαιτεί καμιά ειδική γνώση πέρα από τον κοινό νου. Αυτό που αναμένεται ότι θα προκύψει από την φιλοσόφηση είναι παράγωγο της εσωτερικής αναζήτησης στην οποία οδηγεί ο έλεγχος. Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα της Αλληγορίας του Σπηλαίου της Πολιτείας (και εδώ ακολουθείται από τον Φρόιντ), που αμφιβάλλει ότι η εσωτερική αναζήτηση είναι σε θέση να οδηγήσει όλους στην αλήθεια, δεδομένου του ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα από μια συστηματικά διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας, ο Σωκράτης έχει να μεταδώσει ένα πιο αισιόδοξο μήνυμα, που αποδέχεται και ο Επίκτητος: ο αγώνας στον οποίο οδηγούν οι εσωτερικές συγκρούσεις της ορθολογικότητας τελικά οδηγεί στην αλήθεια τον οποιοδήποτε και όχι μόνο τον φιλόσοφο βασιλιά.

Ως τέταρτο σημείο παρατηρούμε ότι οι δύο φιλόσοφοι συμφωνούν μεταφιλοσοφικά. Υπάρχουν δύο γενικές προσεγγίσεις στο πώς κάνουμε φιλοσοφία: Η μία θεωρεί τη φιλοσοφία ως θεωρία ή δόγμα που περιέχει ή στοχεύει σε κάποια αναπαράσταση του κόσμου που μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής. Η άλλη θεωρεί τη φιλοσοφία ως δραστηριότητα (φιλοσοφείν) που έχει ως στόχο το εννοιολογικό ξεκαθάρισμα της σκέψης και δεν καταλήγει σε θεωρία, αλλά σταματάει όταν παύουν να υπάρχουν σκοτεινά σημεία, συγχύσεις ή διανοητικά μπερδέματα. Η πρώτη θεωρεί τη φιλοσοφία ως συνεχή με τις επιστήμες και τυπικά αρχίζει με ορισμούς για να προσδιορίσει το περί τίνος ο λόγος. Η δεύτερη τυπικά καταλήγει σε ορισμούς αρχίζοντας από γνώμες ανθρώπων που βρίσκονται σε σύγκρουση ή διανοητική σύγχυση, και δεν θεωρεί τη φιλοσοφία ως συνέχεια της επιστήμης. Είναι φανερό ότι η μαιευτική του Σωκράτη (που βοηθά τον λογικό άνθρωπο να ανακαλύψει αλήθειες που ήδη κουβαλάει μέσα του) ακολουθεί τη δεύτερη προσέγγιση, όπως και η θεραπευτική του Επίκτητου (που διορθώνει τα εννοιολογικά λάθη και τις απόψεις των ανθρώπων για τα πράγματα).

Η ηθική σημασία της φιλοσοφικής δραστηριότητας είναι ένα πέμπτο σημείο σύγκλισης. Ο Σωκράτης θεωρεί τη δραστηριότητά του ως “οίστρο” (αλογόμυγα), που κεντρίζει τους συμπολίτες του για να αναγνωρίσουν λάθη στις βασικές πεποιθήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα εμμονής σε παραδόσεις, γιατί καμιά γνώμη δεν πρέπει να μείνει ανεξέταστη. Ο Επίκτητος θεωρεί τις ανεξέταστες γνώμες ως βάσεις για συστηματικά παγιωμένα λάθη (“γνωσίες” στη νεότερη ορολογία) που οδηγούν υποχρεωτικά σε δυστυχία. Ο Επίκτητος δικαιώνει και εξηγεί τον γνωστό λόγο του Σωκράτη ότι ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να βιωθεί.

Ένα έκτο σημείο αφορά στη σημασία της άγνοιας. Ο Σωκράτης ερμήνευσε τη δελφική ρήση ότι κανένας δεν είναι σοφότερος από τον Σωκράτη ως δικαίωση της θέσης του «έν οίδα ότι ουδέν οίδα», δηλαδή το ότι σε αντίθεση με άλλους που δεν ήξεραν, αλλά πίστευαν ότι ήξεραν, αυτός είχε πλήρη επίγνωση της άγνοιάς του, και έτσι μπορούμε να πούμε ότι τουλάχιστον εκπλήρωνε το άλλο δελφικό πρόσταγμα του «γνώθι σεαυτόν». Το πρώτο βήμα που προτείνει ο Επίκτητος βασίζεται στην υποχρεωτική θέση άγνοιας του εαυτού, που είναι και η καλύτερη αρχή για να προχωρήσει κάποιος βαθμιαία σε πλήρη γνώση και μέσω αυτής τελικά σε κυριαρχία πάνω στον εαυτό.

Αφήσαμε τελευταίο το πιο σημαντικό στοιχείο της Σωκρατικής διδαχής, την εμμονή του με το ερώτημα «ει διδακτόν η αρετή», που αποτελεί και ένα από τα θεμέλια της φιλοσοφικής του δραστηριότητας (γιατί είναι προφανές ότι αν δεν είναι διδακτή η αρετή, τότε η όλη δραστηριότητα του Σωκράτη να κάνει καλύτερους τους συμπολίτες του ξυπνώντας τους φιλοσοφικά αποδεικνύεται μάταιη). Παράλληλα πρέπει να βγάλουμε κάποιο νόημα από τη γνωστή άρνηση της “ακρασίας”, δηλαδή της αδυναμίας της θέλησης που συνεπάγεται το «ουδείς εκών κακός» και φαίνεται να αντιβαίνει στην κοινή εμπειρία, οδηγώντας σε έναν θεωρητικά αφύσικο και πρακτικά μάλλον ανέφικτο ορθολογισμό.

Το ερώτημα αν μπορεί να διδαχτεί η αρετή δεν είναι μόνο πρόβλημα της ηθικής διαπαιδαγώγησης. Δίπλα του κρύβεται το βαθύτερο ερώτημα αν μπορούμε με ορθολογικά μέσα, όπως η συζήτηση, το επιχείρημα, η εκπαίδευση και όλα τα είδη της “συζητητικής θεραπείας”, να επιφέρουμε κάποια μόνιμη επιθυμητή αλλαγή σε έναν άνθρωπο. Στον Πρωταγόρα, ο Σωκράτης εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορούν οι Σοφιστές με την εκπαίδευση που προσφέρουν (έναντι αμοιβής) να κάνουν κάποιον άνθρωπο καλύτερο, αλλά στη συνέχεια αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι η αρετή πρέπει να είναι διδακτή. Για να είναι διδακτή όμως, η αρετή είναι απαραίτητο είτε να είναι είτε να περιλαμβάνει γνώση, γιατί μόνο η γνώση είναι διδακτή.21 Στον Πρωταγόρα, ο Σωκράτης προτείνει ότι το στοιχείο που ενοποιεί όλες τις αρετές είναι η σοφία και κάνει ένα ακόμα βήμα. Όχι μόνο πρέπει η αρετή να περιέχει γνώση για να είναι διδακτή, αλλά αυτό το στοιχείο της γνώσης είναι που κάνει την αρετή να είναι το σημαντικό επιδιωκόμενο χαρακτηριστικό και απόκτημα για λογικά όντα. Από αυτήν την αυστηρά γνωστική θέση ακολουθεί ότι μια πράξη για να θεωρηθεί δείγμα αρετής πρέπει να είναι αποτέλεσμα σοφίας, δηλαδή να γίνεται με πλήρη ορθολογική συνείδηση, αλλιώς είναι ηθικά αδιάφορη ακόμα και αν προκαλεί επιθυμητά αποτελέσματα, όπως λ.χ. μια πράξη γενναιότητας που γίνεται είτε από άγνοια του κινδύνου είτε από τυφλό φανατισμό είτε εξ αιτίας κάποιου καταναγκασμού. Η ακραία γνωστική θέση του Σωκράτη ταυτίζει γνώση και αρετή γιατί υποστηρίζει και το αντίστροφο, δηλαδή ότι οι πράξεις που είναι ενάντια στην αρετή πρέπει να είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους άγνοιας. Αυτή είναι τουλάχιστον η συνηθισμένη ερμηνεία του «ουδείς εκών κακός».

Το ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ γνωστικών στοιχείων, όπως γνώσης ή νοημοσύνης, και ηθικότητας δεν υπάρχει αμφιβολία. Το σίγουρο είναι ότι η νοημοσύνη και η γνώση είναι αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς, συνθήκες για την ηθικότητα: δεν απαιτούμε ηθικότητα από αυτούς που πάσχουν από άνοια, ενώ η άγνοια χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για αδικοπραγία: δεν είναι άδικος αυτός που έπραξε κακό χωρίς να ξέρει. Η θέση του Σωκράτη ωστόσο, δίνει τη γνώση ως αναγκαία και επαρκή συνθήκη για την ηθικότητα. Αν η κακία συνεπάγεται άγνοια, τότε, με λογική αντιμετάθεση, η γνώση συνεπάγεται αρετή. Εναντίον αυτής της θέσης έχουμε δύο είδη αντιπαραδειγμάτων. Από τη μια μεριά έχουμε την “ακρασία”, δηλαδή την περίπτωση του ανθρώπου που γνωρίζει τι είναι καλό για αυτόν και δεν μπορεί να το κάνει, όπως το να διακόψει μια καταστροφική σχέση ή να απελευθερωθεί από κάποια βλαβερή εξάρτηση. Αλλά αν οι άνθρωποι συχνά δεν είναι σε θέση να κάνουν ό,τι είναι καλό για αυτούς, τότε, κατά μείζονα λόγο, δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι η γνώση του τι είναι καλό για άλλους ή του τι θα ήταν καταστροφικό για άλλους θα οδηγήσει αντίστοιχα σε πράξεις ή σε αποτροπές πράξεων. Αν δεν γνωρίζεις τι πονάει τον άλλο άνθρωπο, δεν μπορείς να τον βασανίζεις επιτυχημένα, και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βασανίζουν άλλους ανθρώπους. Έχουμε λοιπόν αποδείξει έτσι το ψευδές της Σωκρατικής ρήσης;

Υπάρχει ένα παράθυρο ερμηνείας που φέρνει κοντά τον Σωκράτη με την ψυχοθεραπεία και ανοίγει κάποιο δρόμο για τον Επίκτητο. Ειδικότερα αν δούμε τη Σωκρατική ρήση ως λύση στο πρόβλημα του πώς μπορούμε μέσω του λόγου να αλλάξουμε κάποιον άνθρωπο, η απάντηση είναι ότι μια μετατροπή που οδηγεί σε αρετή δεν επιβάλλεται από έξω, αλλά ακολουθεί κατά κανόνα ένα προηγούμενο στάδιο αυτογνωσίας. Κάποιος γίνεται πραγματικά ενάρετος μόνο αν αποκτήσει πραγματική “γνώση εαυτού”.22 Έτσι όπως είναι διατυπωμένη, η προηγούμενη πρόταση μας λέει ότι η αυτογνωσία είναι αναγκαία συνθήκη για την αρετή ως επίκτητη, διανοητική ιδιότητα.23 Το ερώτημα είναι αν αυτή η αυτογνωσία μπορεί να είναι και επαρκής συνθήκη. Εδώ έχουμε κάποια σημαντική βοήθεια από την ψυχοθεραπεία. Από τον Freud και μετά, η αυτογνωσία (που περιλαμβάνει και γνώση του ασυνειδήτου που τουλάχιστον θα διαφέρει και μάλλον θα συγκρούεται με τη μέχρι τότε αυτοσυνείδηση) θεωρήθηκε όχι μόνο απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεραπεία από ορισμένα είδη διαταραχών, αλλά και επαρκής.

Το βασικό ερώτημα που πρέπει να τεθεί εδώ είναι το πώς είναι δυνατό η απόκτηση κάποιας γνώσης που προκύπτει από διαλογική θεραπεία να μεταβάλει αυτόν που μαθαίνει κάτι για τον εαυτό του. Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εξηγηθεί στις συζητητικές θεραπείες, σε αντίθεση με άλλες μορφές θεραπείας, όπως η φαρμακευτική αγωγή, όπου ακόμα και όταν δεν γνωρίζουμε τον ακριβή μηχανισμό δράσης κάποιας ουσίας, δεχόμαστε χωρίς απορία την αποτελεσματικότητα κάποιας θεραπείας ακριβώς επειδή οι συνηθισμένοι αιτιώδεις μηχανισμοί δράσης των φαρμακευτικών ουσιών δεν αποτελούν θεωρητικά μυστήρια. Όμως δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο για την επίδραση του λόγου πάνω σε διάθεση, συμπεριφορά ή χαρακτήρα, ενώ η επίκληση της ορθολογικότητας θα βοηθούσε θεωρητικά μόνο στην περίπτωση που είμαστε σε θέση να ορίσουμε τι είναι ορθολογικότητα. Αν δεχτούμε ότι οι συζητητικές θεραπείες είναι σε αρκετές ψυχικές παθήσεις αποτελεσματικές, τότε είναι σημαντικό από θεωρητικής άποψης να καταγράψουμε τις γενικές προϋποθέσεις αυτών των θεραπειών και εδώ πιστεύουμε ότι κάποιας μορφής προϋπόθεση ορθολογικότητας, ανάλογη με την αρχή ορθολογικότητας που προτείνει ο Επίκτητος ως απώτατη αρχή, είναι βασικό στοιχείο που δείχνει και εξηγεί τα όρια της ψυχοθεραπείας.

Παίρνοντας ως βάση την παλαιότερη από τις νεότερες συζητητικές ψυχοθεραπείες, την ψυχοδυναμική, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί το άτομο που κουβαλά ως προσωπικό βάρος κάποια αγχώδη διαταραχή, που έχει ως αιτία κάποια απωθημένη εσωτερική σύγκρουση, λυτρώνεται από το βάρος αυτό μόλις ανακαλύψει και αποδεχτεί την αλήθεια για αυτήν την εσωτερική σύγκρουση. Ένα σημαντικό μέρος από τη λύτρωση είναι αυστηρά υλιστικό και προέρχεται από το ότι δεν απαιτείται πια ψυχική ενέργεια για την απώθηση. Δεν χρειάζεται ορθολογικότητα για να εξηγήσουμε το γιατί ένα ζώο προσπαθεί να αποτινάξει το φορτίο του, εκτός αν θέλουμε να υποστηρίξουμε ότι η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι στοιχεία ορθολογικότητας. Όταν μεταφέρουμε αυτό το μοντέλο στον άνθρωπο όμως συναντούμε δύο δυσκολίες. Από τη μια μεριά οι άνθρωποι συνήθως δεν είναι σε θέση να επιλέξουν ανάμεσα σε φορτίο ή μη φορτίο, αλλά επιλέγουν (και αναμένεται να επιλέγουν) ανάμεσα σε διάφορα φορτία που τους καθηλώνουν, όπως το εξημερωμένο ζωντανό του οποίου η φύση έχει έτσι αλλοιωθεί ώστε συνήθισε και αποζητά τα δεσμά του ή το κοινωνικό ζωντανό που από τη φύση του δεν μπορεί να γίνει εντελώς ανεξάρτητο. Από την άλλη μεριά όμως, αν αυτό που πάσχει είναι κατά κάποιο τρόπο η ορθολογικότητά σου, τότε το να την προϋποθέτει η θεραπεία σου είναι δώρο άδωρο. Άλλωστε, γνώση του πώς κατάληξες να οδηγηθείς σε κάποια ψυχική διαταραχή δεν είναι απαραίτητα επαρκής για να λυτρωθείς από αυτήν.

Για να λυθεί το παραπάνω πρόβλημα πρέπει να προσέξουμε κάποιες προϋποθέσεις της ψυχοθεραπείας. Το ότι ο πάσχων από μόνος του προσφεύγει (ή δέχεται να προσφύγει) στον θεραπευτή δείχνει κατ’ αρχήν ότι δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης εκ βάθρων της ορθολογικότητας του ατόμου. Υπάρχει κάποια βάση ορθολογικότητας πάνω στην οποία μπορεί να επενεργήσει ο λόγος του θεραπευτή. Από την άλλη μεριά, κανένας δεν διαθέτει το είδος της ορθολογικότητας που αυτόματα αποδέχεται τις επιταγές κάποιας αλήθειας και αισθάνεται, πράττει ή μεταβάλλει εαυτόν ανάλογα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το πώς θα ορίσουμε τη στοιχειώδη βάση ορθολογικότητας πάνω στην οποία μπορεί να επενεργήσει ο λόγος του θεραπευτή. Το πρόβλημα αυτό περιπλέκεται από το ότι πολλές από τις ψυχασθένειες δεν παρουσιάζουν μόνο ελλείψεις ορθολογικότητας, αλλά και στρεβλώσεις ορθολογικότητας, όπως, λόγου χάριν, οι διαταραχές προσωπικότητας. Τούτο σημαίνει ότι μέρος από τη ζητούμενη θεραπεία είναι όχι μόνο, ή κατά πρώτο λόγο, η αλήθεια, αλλά η πειθώ που θα παρακινήσει το υποκείμενο να βγει από την άρνηση ή από τους άλλους μηχανισμούς άμυνας που στρεβλώνουν την εικόνα κόσμου και εαυτού. Η πειθώ όμως, όπως και η ρητορική, δεν λειτουργεί μόνο πάνω σε αποκλειστικά ορθολογικές βάσεις, όπως λειτουργεί η απόδειξη και η λογική. Απαιτείται δηλαδή πάντα κάποιο στοιχείο μη γνωστικό, αλλά συναισθηματικό ή/και συμπεριφορικά προσπελάσιμο, το οποίο, σε συνδυασμό με το γνωστικό, οδηγεί στη μεταστροφή διάθεσης, συμπεριφοράς, προσωπικότητας. Αλλά για να λειτουργήσει η θεραπευτική ρητορική και να οδηγήσει σε θεραπευτική πειθώ απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διάθεση για εύρεση της αλήθειας και η αναγνώριση ότι η αλήθεια είναι διαφορετική από άλλο ένα ψέμα. Υπάρχει διαφορά ή ασυμμετρία; Η μια παραδοσιακή θέση ότι ενώ υπάρχει ένας τρόπος να πούμε την αλήθεια υπάρχουν άπειροι τρόποι να πούμε ψέματα,24 δεν είναι απαραίτητα βοηθητικός εδώ για ανθρώπους καταδικασμένους να ζουν σε σχετική άγνοια. Ίσως κάποια ασυμμετρία κρύβεται μεταξύ του πόσο είναι παράδοξο να πεις ότι κάτι είναι αλήθεια αλλά δεν το πιστεύεις, και να πεις ότι κάτι είναι ψέμα και το πιστεύεις. Ούτε θα βρεθεί ασυμμετρία μεταξύ του να πεις ότι κάτι ήταν αλήθεια αλλά το δεν το πίστευα και του κάτι ήταν ψέματα αλλά το πίστευα. Εκεί που θα βρεθεί είναι στον συνδυασμό των δύο. Ήταν ψέματα το πίστευα αλλά δεν το πιστεύω, ήταν αλήθεια δεν το πίστευα και το πιστεύω.

Ας μην παραγνωρίζουμε ωστόσο εδώ τη σημασία της αλήθειας και της ορθολογικότητας. Δεν είναι η οποιαδήποτε ερμηνεία που λυτρώνει το άτομο, αλλά η ανακάλυψη της κρυμμένης αλήθειας, γιατί το να αποδεχτεί κάποιο ψέμα δεν θα οδηγούσε σε λύτρωση. Από την άλλη μεριά το να αποδεχτείς κάποια αλήθεια, ακόμη και την πιο δυσάρεστη, είναι η μόνη μη αμφισβητήσιμη αρχή ορθολογικότητας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1    Πρόκειται για θεραπεία που προηγείται χρονικά της γνωστικής επανάστασης στην ψυχολογία και μολονότι συχνά νεότεροι θεωρούν αυτήν τη θεραπεία ως συνδεδεμένη με τη γνωστική στροφή, στην πραγματικότητα αποτελεί ξεχωριστή κίνηση. Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι γνωστικές θεραπείες κατά τη γένεσή τους μοιράζονται με τη γνωστική επανάσταση την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας πρώτης αμφισβήτησης του συμπεριφορισμού, ωστόσο κάτι τέτοιο θα αγνοούσε την συμπεριφορική πτυχή των ΓΣΨ.

2    Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι την ίδια περίοδο ξεκινούν άλλες δύο προσεγγίσεις που αντιτάσσονται στην ψυχανάλυση και τον συμπεριφορισμό, η υπαρξιστική και η ανθρωπιστική, που επίσης δηλώνουν φιλοσοφικές και όχι ψυχολογικές καταβολές. Η πρώτη, όπως φανερώνει και το όνομα, στους υπαρξιστές Kiergegaard, Nietzsche, Sartre, Camus, Jaspers (που ασχολήθηκε και επαγγελματικά με την ψυχοθεραπεία) και η δεύτερη στους φαινομενολόγους Husserl, Heidegger, Merlau-Ponty.

3    Πρέπει εδώ να αναφέρω ότι την ιδέα να εξετάσουμε τα δύο αυτά κείμενα ως Οδηγούς Τεχνικής Εκπαίδευσης (επιτηδειότητας) την οφείλω στον παλιό μου καθηγητή Eugene Garver του Τμήματος Ανάλυσης των Ιδεών και Μελέτης των Μεθόδων του Πανεπιστημίου του Σικάγου.

4    Αρετές. Ο όρος είναι “virtu”, δηλαδή, αρετή ως ιδιότητα του “virtuoso” όχι του ηθικά ενάρετου.

5    Αναφέρομαι εδώ στην θέση του Quentin Skinner.

6    Τόσο το Εγχειρίδιο όσο και οι Διατριβές, από τις οποίες προέρχεται ως επιτομή, δεν είναι ακριβώς κείμενα του Επίκτητου, αλλά του μαθητή του Φλάβιου Αρριανού, που κράτησε στενογραφικές σημειώσεις των διαλέξεων και αναπαρήγαγε σε τέσσερις Διατριβές και στο Εγχειρίδιο τη σκέψη του δασκάλου του.

7    Την παραπάνω προβληματική που συνδέει την Ελληνιστική φιλοσοφία με την ψυχοθεραπεία την παρατήρησαν στη συνέχεια και άλλοι θεωρητικοί, όπως ο I. Yalom. Στο τελευταίο του βιβλίο, Στον Κήπο του Επίκουρου, υποστηρίζει ότι ο Επίκουρος δίνει τα καλύτερα επιχειρήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να θεραπεύσουμε τους ανθρώπους από τον φόβο του θανάτου.

8    Τον όρο “μακροχρόνια ειρήνη” τον εννοώ σε σύγκριση με την κλασική αρχαιότητα όπου ο πόλεμος και όχι η ειρήνη αποτελούσε τη συνηθισμένη κατάσταση και η πλήρης εμπλοκή των πολιτών τόσο στη διεξαγωγή του πολέμου όσο και στις συνέπειές του ήταν αναπόδραστη.

9    Η ατμόσφαιρα αυτή της αποξένωσης απεικονίζεται ιδιαίτερα ζωντανά σε πολλά από τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη που αναφέρονται στην Ελληνιστική εποχή. Η εποχή αυτή εκτείνεται κατά την συντηρητικότερη πολιτική εκτίμηση από το 323 π.Χ. ως το 30 π.Χ. Όμως μια πιο ουσιαστική εκτίμηση, που λαμβάνει υπόψη κοινωνία, οικονομία, θρησκεία, τέχνη, επιστήμη, φιλοσοφία, την παρατείνει ως τα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα οπότε αρχίζει η Χριστιανική περίοδος με το τέλος της Τετραρχίας.

10  Αλλά και ο Χριστιανισμός έπειτα από μια σύντομη περίοδο ως παρακλάδι της Ιουδαϊ-κής θρησκείας, μετά την πρώτη Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ που καταργεί την υποχρέωση της περιτομής, σταδιοδρομεί και αναπτύσσεται κυρίως ως ελληνιστικού τύπου μυστηριακή λατρεία για να καταλήξει ως επίσημη θρησκεία στην αποστολική της μορφή επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, διατηρώντας ωστόσο πολλά από τα μυστηριακά στοιχεία που τηρούνται ακόμη στην Ορθόδοξη λατρεία.

11  Υπαρξιακά θέματα που στα κλασικά χρόνια τα χειριζόταν κατά κύριο λόγο η τραγική ποίηση.

12  Η διαφορά με τον αρχαίο κλασικό κόσμο είναι εδώ ανάγλυφη. Η αναχωρητικότητα και ο ασκητι-σμός αρχίζουν να γίνονται επιδιωκόμενες στάσεις ζωής, ενώ για τους αρχαίους πολίτες αυτός που επιλέγει να “ιδιωτεύσει” είναι συνώνυμος του νοητικά καθυστερημένου γιατί επιστρέφει στις συνθήκες του ζώου. Όπως λέει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά, αυτός που ζει μόνος του είναι ή θεός ή ζώο, σίγουρα όχι άνθρωπος.

13  Ο καλύτερος ερμηνευτικός προσδιορισμός των “ελευθέρων” και των “δούλων” πραγμάτων είναι το ότι τα πρώτα εξαρτώνται απολύτως από εμάς, ενώ τα δεύτερα δεν εξαρτώνται από εμάς, αλλά από άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος (φυσικού, βιολογικού, κοινωνικού, οικονομικού, πολιτικού, ιστορικού). 

14  Φυσικά εδώ κάποιος θα αντέτασσε ότι από το νόημα της λέξης “επιθυμώ”, ακολουθεί ότι επιθυμία υπάρχει μόνο για ό,τι δεν έχω ήδη στην κατοχή μου, δηλαδή το αντίθετο από αυτό που προτείνει ο Επίκτητος. Από την άποψη αυτή η προτροπή του Επίκουρου να θεωρήσουμε ό,τι δεν είναι στη δύναμή μας «δούλο» και να το θέσουμε εκτός των επιδιώξεών μας, μοιάζει ως μηχανισμός άμυνας, δηλαδή εκλογίκευση, δηλαδή ένα είδος στρέβλωσης της πραγματικότητας. Από την άλλη μεριά όμως, το να επιθυμείς ό,τι σίγουρα δεν μπορείς να έχεις είναι και παράλογο και σίγουρη συνταγή για δυστυχία. Δεδομένου του ότι η γνώση του κόσμου και του εαυτού μάς κάνει να αλλάζουμε επιθυμίες, ακολουθεί ότι η εκπαίδευση ή/και θεραπεία της επιθυμίας είναι δυνατή. Αν λοιπόν αυτήν την προαίρεση έχουμε τη δυνατότητα να την κατευθύνουμε, προς τι είδους αντικείμενα επιθυμίας θα έπρεπε να την στρέψουμε; Μια τακτική συνηθισμένη, που θεωρείται και σημείο ωρίμανσης, είναι προς τα “εφικτά”, όμως το πρόβλημα εδώ είναι ότι η επίτευξη των εφικτών δεν είναι απαραίτητο να δώσει ό,τι περιμέναμε, ενώ η ίδια η διαδικασία του να στοχοθετούμε και να προσπαθούμε να πετύχουμε στόχους μετατρέπει τη ζωή σε συνεχή θυσία του παρόντος για χάρη ενός αμφίβολου μέλλοντος, δηλαδή σε μια δυναμική δυστυχία, όπως επιχειρηματολογεί και ο Gilbert (2005). Το θέμα λοιπόν βασίζεται πάλι στο τι μπορείς πραγματικά να έχεις, να εξουσιάζεις και να είσαι σίγουρος για την αξία του. Η ιδέα του Επίκτητου ότι τα μόνα που μπορείς να εξουσιάζεις είναι ήδη μέσα σου, δηλαδή μόνο ο ίδιος σου ο εαυτός, δεν είναι τόσο παράλογη.  Όσο για την αξία μιας τέτοιας εξουσίας, έχει την ίδια αξία με την ελευθερία από κάθε εξάρτηση. Άρα, η μόνη επιθυμία που αξίζει τον κόπο και μπορεί να εκπληρωθεί είναι η επιθυμία για μια πραγματικά ελεύθερη ζωή, δηλαδή για μια ζωή ελεύθερη από οποιαδήποτε επιθυμία (που δεν μπορεί εύκολα να εκπληρωθεί).

15  Αυτή η διαφορά ανάμεσα στα δύο στάδια αντιστοιχεί στη σύγχρονη ψυχολογία, με τη διαφορά εξωτερικού-εσωτερικού σημείου ελέγχου της ενίσχυσης, που εντόπισε ο J. Rotter ως χαρακτηριστικό προσωπικότητας που προκύπτει από γενικευμένες τάσεις ενίσχυσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το ότι ο Επίκτητος δεν θεωρεί αυτό ως αναλλοίωτο στοιχείο της προσωπικότητας που έχει διαμορφωθεί από τις παιδικές εμπειρίες, αλλά ως στάδια εξέλιξης: μόνο αν αρχίσεις να αναλαμβάνεις ευθύνη για ό,τι σου συμβαίνει μπορείς κα προχωρήσεις στο τελικό στάδιο του απόλυτου ελέγχου.

16  Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι αυτά τα αγαθά, απώλεια των οποίων οδηγεί σε δυστυχία, είναι για ορισμένους ανθρώπους, λόγω κοινωνικών συνθηκών, περισσότερο εξασφαλισμένα, ενώ σε άλλους λιγότερο ως ελάχιστα εξασφαλισμένα. Ο Επίκτητος είναι δούλος που απελευθερώθηκε, ενώ ο Μάρκος Αυρήλιος αυτοκρά-τορας στην περίοδο της μεγαλύτερης εξάπλωσης της κυριαρχίας της Ρώμης. Παρά την πραγματική δύναμη ενός παντοκράτορα που διαθέτει, ο Μάρκος Αυρήλιος θεωρεί ότι ο καθένας είναι μια μαριονέτα στα χέρια της τύχης και προτείνει ότι η θέση των ανθρώπων είναι ανάλογη με αυτήν των ηθοποιών. Δεν πρέπει να προσπαθούν να αλλάξουν τον ρόλο τους, αλλά να παίξουν τον ρόλο που τους ανατέθηκε από την πραγματικότητα όσο καλύτερα μπορούν.

17  Στον Φαίδωνα, για παράδειγμα, που περιέχει και τη σκηνή του θανάτου του Σωκράτη, ο Πλάτων κάνει χρήση της θεωρίας των ιδεών για να στηρίξει τη στάση του Σωκράτη απέναντι στον θάνατο με βάση την πίστη σε έναν άλλο ιδεατό κόσμο. Ο Επίκτητος δεν επιδιώκει να παρηγορήσει τους ανθρώπους του με τέτοιου είδους επιχειρήματα, ενώ προσέχει ότι και μόνη η φιλοσοφία ήταν σε θέση να προσφέρει αταραξία στον Σωκράτη μπροστά στον θάνατο.

18  Με το ίδιο πρόβλημα αρχίζει ο Πλάτων τον Μένωνα, αλλά εκεί η απάντηση δεν είναι πια Σωκρατική, αλλά Πλατωνική μέσα από την αρχική θεωρία των ιδεών που θεωρεί τη γνώση ως ανάμνηση.

19  Στην εποχή μας, μολονότι ισχύει αυτό που λέει ο George Orwell στο δοκίμιό του για τον Γκάντι, ότι τους άγιους πρέπει να τους βλέπουμε με καχυποψία, υπάρχει ανάλογη απόπειρα αγιοποίησης για φιλοσόφους, όπως ο Ludwig Wittgenstein, όπως φαίνεται και από τις πολλές βιογραφίες που κυκλοφορούν γραμμένες για το ευρύ αναγνωστικό κοινό και από τις συστηματικές απόπειρες μέχρι πρότινος να αποκρυφτούν σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, όπως η ομοφυλοφιλία.

20  Αλλά και στους σοφιστές.

21  Η θέση αυτή φαίνεται ταυτόλογη, αν θεωρήσουμε ότι και οι επιτηδειότητες (γνώση του “πώς να”, όπως η ικανότητα να κολυμπάει κάποιος ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο) που μαθαίνονται κυρίως μέσω άσκησης πρέπει, ipso facto, να είναι περιπτώσεις γνώσης. 

22  Εδώ έχει νόημα να συγκρίνουμε τη Σωκρατική αυτογνωσία με τη Φροϋδική και με την παραπλή-σια αυτοκάθαρση που προτείνει ο Χριστιανισμός μέσα από το μυστήριο της εξομολόγησης. Και οι τρεις διαδικασίες έχουν ως στόχο, μέσα από την αποκάλυψη της αλήθειας, να πετύχουν την ψυχική μεταβολή, τη μεταστροφή συμπεριφοράς και διάθεσης, τη “μετά-νοια”. Η διαφορά έγκειται στο πώς λειτουργεί η αλήθεια και η γνώση στις τρεις περιπτώσεις. Ενώ για τον Freud και τον Σωκράτη είναι η αλήθεια που δεν ήταν αρχικά γνωστή που επιτυγχάνει την αλλαγή με την αποκάλυψή της, για τον Χριστιανισμό, ο εξομολογούμενος ήδη γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον αυτό που πρέπει να εξομολογηθεί, κατά συνέπεια αυτό που επιτυγχάνει τη μετάνοια είναι όχι η αλήθεια, αλλά η αυτο-ταπείνωση που έχει τις ρίζες της στην εξιλέωση της Εβραϊκής λατρείας. Το ότι η αυτο-ταπείνωση, και όχι η αλήθεια, είναι ο στόχος φαίνεται στην περίπτωση του Ιώβ (αλλά και του Γιόσεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα), που δεν μπορεί να σκεφτεί τι κακό έχει διαπράξει για να αξίζει τα δεινά που υπομένει, καθώς και στο ότι η αλήθεια που αποκαλύπτεται τελικά (ότι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος δεν είναι τίποτα μπροστά στο σύμπαν του Θεού) δεν αποκτά ισχύ τέτοια ώστε να κάνει την εξομολόγηση περιττή.

23  Πολλοί θα συμφωνούσαν εδώ από την άποψη ότι κάποιος που φέρεται καλά, λόγω ήπιου χαρακτήρα και μόνο ή λόγω άγνοιας και αφέλειας (δηλαδή ο “απονήρευτος”), μολονότι δεν προκαλεί κακό, δεν αποτελεί ενδιαφέρον θέμα για την ηθική, που την ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο αυτός που έχει πλήρη επίγνωση όλων των δυνατοτήτων και των λόγων πράξης και επιλέγει να δρα σωστά.

24  Εδώ υπάρχει μια εύκολη λογική απόδειξη δεδομένου του ότι αυτά που λέμε ή πιστεύουμε κατά κανόνα συνδέονται μεταξύ τους με σύζευξη. Σε μια σύζευξη ν προτάσεων υπάρχει μία ερμηνεία στις 2ν ερμηνείες που είναι αληθής και 2ν -1 ερμηνείες που είναι ψευδείς. Γενικότερα αποδεικνύεται ότι η σχέση ψεύδους προς αλήθειας υπερτερεί υπέρ του ψεύδους κατά το δυναμικό σύνολο των προτάσεων που συζευγνύουμε μείον 2 (για το κενό σύνολο και την αλήθεια). Αντίθετα η αλήθεια όπως και το μηδέν μπορούν να θεωρηθούν ως μοναδικά.  Φυσικά εδώ ας αντιτάξουμε στη λογική αυτή αλήθεια την επιστημολογική πίστη του Nelson Goodman στο The Way the World Is (Problems and  Projects) ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος που είναι ο κόσμος, αλλά πολλοί.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.