Jacques Hochmann
Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής
Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λυών (Ι) και
Επίτιμο Μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας των Παρισίων
σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]
Ομιλία στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα «History and function of myth in psychoanalysis» που οργάνωσε το Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων (Αθήνα 4-8 Οκτωβρίου 2006). Ευχαριστούμε θερμά τον συγγραφέα και το Ινστιτούτο, ιδιαίτερα δε τον Καθηγητή Π. Σακελλαρόπουλο, για την ευγενή προσφορά του άρθρου.
Ι – Γενικότητες
Είναι επιστήμη η ψυχανάλυση;
Είναι γνωστό πως ο Freud, όντας ένας βαθύτατα θετικιστής νευρολόγος που ασκούσε την κλινική του πράξη τον καιρό της ανακάλυψης του νευρώνα, φιλοδοξούσε να κατασκευάσει μια επιστημονική ψυχολογία. Η φιλοδοξία του να «εντάξει στη φύση» το πνεύμα, που σήμερα τη βλέπουμε στη γνωσιοεπιστήμη, δεν μπορούσε να επιτευχθεί, ελλείψει πειραματικών μεθόδων που να επιτρέπουν την καταγραφή των σύγχρονων μεταβολών στην εγκεφαλική λειτουργία που επιτελούνται συγχρόνως προς τις μελετώμενες ψυχικές καταστάσεις. Για να αξιοποιήσει τις παρατηρήσεις που προέκυψαν από τη θεραπευτική μέθοδο που επινόησε, την ψυχανάλυση των νευρώσεων, ο Freud όφειλε να περιοριστεί σε ένα σύνολο υποθέσεων όπου, μεταξύ άλλων, προέβλεπε την ύπαρξη «φραγμών επαφής» (προοιωνίζοντας τις συνάψεις) και της μεταβολής των ουδών διέγερσης και των χρόνων αντίδρασης των διαφόρων νευρωνικών δικτύων. Αν και γρήγορα αναγκάστηκε να παρεκκλίνει των πρώτων φιλοδοξιών του και να αρκεστεί σε μια καθαρά ψυχολογική γλώσσα, θα τοποθετεί πάντα τη «νέα του επιστήμη» μεταξύ των φυσικών επιστημών. Αυτή η πρώτη θέση του θα δημιουργήσει ορισμένες παρεξηγήσεις που σωρεύτηκαν σταδιακά με την πρόοδο των νευροεπιστημών.
Εάν σήμερα θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε πως η βασιζόμενη στην ψυχανάλυση ψυχολογία υπέχει θέση μιας φυσικής επιστήμης της παρατήρησης, ανάλογης, για παράδειγμα, της προ-δαρβινικής ζωολογίας ή βοτανικής, δεν θα μπορούσαμε πλέον, κατά τη γνώμη μας, να θεωρούμε τη μεταψυχολογία ως μια επιστήμη που εξηγεί, κατά τον τρόπο της σύγχρονης βιολογίας. Η παιδική σεξουαλικότητα και τα ίχνη της που υπάρχουν στον ενήλικα, η ύπαρξη των μηχανισμών άμυνας έναντι του άγχους και η ενδοψυχική σύγκρουση, τα φαινόμενα της μεταβίβασης, είναι κλινικώς παρατηρήσιμα δεδομένα, είναι δηλαδή εμπειρικά δεδομένα προσβάσιμα μόνο, όπως όλα τα εμπειρικά δεδομένα, σε αυτούς που μπορούν να τα παρατηρήσουν και διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία – δηλαδή το αναλυτικό πλαίσιο, έτσι όπως το επινόησε ο Freud που αποτελεί το καλύτερο εργαλείο με το οποίο καθίστανται προφανή τα ευρέως ασυνείδητα και εξ αυτού δυσπρόσιτα στην απλή ενδοσκόπηση φαινόμενα. Αλλά από τη στιγμή που η ψυχανάλυση ισχυρίζεται ότι προσφέρει συσχετίσεις αιτίας – αποτελέσματος και, κατά μείζονα λόγο, εάν στο όνομα του ντετερμινισμού, βεβαιώνει ότι μπορεί να κάνει προβλέψεις, τότε η μεταψυχολογία υπερβαίνει τις δυνατότητές της. Εγγράφεται έτσι στο πλήθος των ιστορικιστικών παρεκκλίσεων που έχουν αποδοκιμαστεί από τον Karl Popper.
Όπως ο ιστορικός, έτσι και ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί παρά να κάνει κατασκευές «εκ των υστέρων». Οφείλει να αρκεστεί στην επανασύνδεση μεταξύ γεγονότων που δεν έχουν αιτιολογική σχέση, με την έννοια της αιτιολογίας στη φυσική –η οποία χαρακτηρίζεται από μεταβίβαση ενέργειας ή ύλης από ένα στοιχείο-αιτία σε ένα άλλο στοιχείο-αποτέλεσμα–, γεγονότα όμως τα οποία προκύπτουν το ένα από το άλλο με ένα τρόπο αφηγηματικό, εντός μιας συνεκτικής ιστορίας που πρέπει να επανασυγκροτηθεί για να μπορέσει κανείς να τη διηγηθεί. Θα ήταν χρήσιμο να ξαναδιαβάσουμε αυτό που έγραφε το 1927 ο φιλόσοφος Georges Politzer στο έργο του Κριτική των θεμελίων της ψυχολογίας (Critique des fondements de psychologie). Ο Politzer θαύμαζε βαθιά τη φροϋδική μέθοδο, την οποία θεωρούσε ως την πρώτη και μεγαλοφυή απόπειρα για τη δημιουργία μιας «συγκεκριμένης» ψυχολογίας, κρατώντας ίσες αποστάσεις ανάμεσα σε μια γενική φιλοσοφία της συνείδησης, που βασίζεται στις αυταπάτες της ενδοσκόπησης και την πειραματική ψυχολογία, που εξοβελίζει την ιδιαιτερότητα του ψυχικού γεγονότος. Αναγνώριζε τη σημασία της ανακάλυψης διεργασιών όπως η ταύτιση ή η οιδιπόδεια δυναμική. Ταυτόχρονα, μεμφόταν τον Freud επειδή παρέμενε, στη θεωρία, προσκολλημένος σε σχήματα «αφηρημένα», με την έννοια ενός ψυχολογικού ρεαλισμού στον οποίο ασκούσε κριτική για την εγκυρότητά του. Έτσι, ο Politzer υποστήριζε κατ’ ουσίαν ότι, όταν ο Freud αναλύει ένα όνειρο, αξιώνει να υπάρχει ήδη εκεί ένα λανθάνον περιεχόμενο, σαν κάτι που υπάρχει μέσα σε έναν φάκελο, το οποίο θα παραμορφωθεί μηχανικά για να περάσει την κρισάρα των μηχανισμών άμυνας και να παραχθεί το έκδηλο περιεχόμενο. Στα προηγούμενα του έκδηλου περιεχομένου βρίσκονται το λανθάνον περιεχόμενο και η λογοκρισία, τα οποία, μέσα στη συγκρουσιακή τους αλληλεπίδραση, είναι για τον Freud η αιτία του έκδηλου περιεχομένου. Έτσι λοιπόν, ο Politzer επιχειρηματολογούσε από την άποψη της συγκεκριμένης ψυχολογίας ενός ατόμου, λέγοντας ότι αυτό που είναι δεδομένο σε πρώτο χρόνο είναι το έκδηλο περιεχόμενο: η διήγηση του ονείρου. Το λανθάνον περιεχόμενο και η λογοκρισία που το υποχρέωσε να παραμορφωθεί, καθώς και η δευτερογενής επεξεργασία δεν είναι παρά εκ των υστέρων κατασκευές (κάτι που ο Freud κατέληξε να αποδεχθεί, στο τέλος της ζωής του), μια δεύτερη διήγηση που δίνει περισσότερο νόημα στην πρώτη. Ομοίως, το απωθημένο ασυνείδητο δεν προϋπάρχει αφεαυτού στη θεραπεία, είναι δημιούργημα υποθετικών διηγήσεων, μέσω των οποίων οι φαντασιώσεις, οι παραπραξίες ή τα συμπτώματα αποκτούν νόημα και παίρνουν τη θέση τους μέσα στον εν τω γενάσθαι ειρμό ενός συγκεκριμένου υποκειμένου. Κι αυτό είναι που θέτει την ανάλυση στην υπηρεσία των διεργασιών της υποκειμενικότητας. Στη θέση μιας αιτιότητας φυσικού ή αφηρημένου τύπου ο Politzer έθετε λοιπόν αυτό που προτείνω να ονομάσουμε, σύμφωνα με τον Paul Ricœur, αφηγηματική αιτιολογία. Αντίθετα προς τις αρχικές προσδοκίες του Freud, η ψυχανάλυση εμφανίζεται όλο και περισσότερο σήμερα, τουλάχιστον σε κάποιους όπως εγώ, ως σύστημα οργανωμένων μεταξύ τους μύθων που μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο για τη συγκρότηση ατομικών ιστοριών. Παίζει λοιπόν έναν αναντικατάστατο ρόλο, εμπνέοντας τις θεραπευτικές λειτουργίες.
Ο Freud ανακάλυψε στην κλινική του πρακτική την ύπαρξη ενός ορισμένου πλήθους μύθων που τους χαρακτήρισε «αρχαϊκές φαντασιώσεις» και οι οποίες αντιστοιχούν ίσως σε θεμελιώδεις δομές του ανθρώπινου πνεύματος: η φαντασίωση της πρωταρχικής σκηνής, η φαντασίωση της αποπλάνησης, η φαντασίωση του ευνουχισμού. Επιχείρησε να συσχετίσει το σύμφυτο με το ανθρώπινο ον οικουμενικό συναίσθημα της ενοχής με τον μύθο του φόνου του αρχαϊκού πατέρα (το ιουδαιοχριστιανικό προπατορικό αμάρτημα δεν είναι παρά μια από τις εκδοχές του). Αυτός ο μύθος, που χαρακτηρίστηκε από αμερικανό ανθρωπολόγο ως απλώς μια κάποια ιστορία, αν εκληφθεί σαν πραγματική ιστορία, μπορεί πράγματι να εγείρει στους επιστημονικούς κύκλους μια εύλογη αμφιβολία. Αν τον διατηρήσουμε ως μύθο, τότε γίνεται μήτρα που μπορεί να δώσει μορφή σε ιδιαίτερα ψυχικά γεγονότα –ένα συναίσθημα, μια φαντασίωση, ένα όνειρο – και να επιτρέψει την επεξεργασία ορισμένων επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών ή να οργανώσει σε ένα σημαντικό σύνολο τα πρώτα προπλάσματα των διηγήσεων που συλλέγονται σε μια θεραπεία. Μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμος στην παραγωγή αφηγήσεων, χάρη στις οποίες το άτομο βρίσκει νόημα στην ύπαρξή του και απαλλάσσεται από τον παρασιτισμό ενός ακατανόητου άγχους.
Η δυναμική ψυχοπαθολογία και η ψυχιατρική επανάσταση
Αυτή η «αφηγηματολογική» αντίληψη συγκεκριμενοποιήθηκε στα 30 χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το σύνολο των ειδικών μεθόδων και θεωριών που ορίζουν την ψυχανάλυση γενικεύθηκε σε ένα ευρύ φάσμα της ψυχιατρικής ώστε να αναδυθεί η δυναμική ψυχοπαθολογία. Η φροντίδα προς τους ψυχασθενείς ανανεώθηκε. Πρέπει να θυμηθούμε ποια ήταν η μοίρα των ψυχικά πασχόντων την εποχή των καταστροφικών μύθων, όπως ήταν ο μύθος του εκφυλισμού (εναντίον του οποίου ο Freud είχε πρωίμως αντιταχθεί μέσα από μια εργασία του δημοσιευμένη στα γαλλικά και απευθυνόμενη στους συναδέλφους του, μαθητές του Charcot), ένα μύθο που τους καταδίκαζε, μέσα από την προοπτική του ευγονισμού, στην απομόνωση, τη στείρωση και εν τέλει στο θάνατο. Εκείνη την εποχή, οι αποκλειστικά οργανικιστικές ερμηνείες δεν διέθεταν καμιά επιστημονική εγκυρότητα, αλλά απλώς στόχευαν στη διαφύλαξη της επαγγελματικής υπόστασης των ψυχιάτρων καθώς έτσι τοποθετούνταν στο σταθερό έδαφος μιας λεγόμενης σοβαρής ιατρικής.
Για να γίνει επιστημονικό το έργο τους θα έπρεπε αυτές οι ερμηνείες να αποκτήσουν ένα πλέγμα ιδεολογικών βεβαιοτήτων που, από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, ο Adolf Meyer, ιδρυτής της αμερικανικής δυναμικής ψυχιατρικής, χαρακτήριζε ως «νευρολογίζουσες ταυτολογίες». Αντί να περιοριστεί στη σύνταξη ερωτηματολογίων –αυτό που αποκαλούσε ιατρική συνέντευξη– και να καταλήξει σε διαγνώσεις βασισμένες σε κάποια κριτήρια, ανάλογα με αυτά που αραδιάζει στις μέρες μας το DSM IV, συμβούλευε τους μαθητές του να συλλέγουν προσεκτικά τις ιστορίες ζωής των ασθενών τους για να βρουν μέσα σε αυτές, όχι στοιχεία μιας νοσολογικής ταξινόμησης χωρίς κανένα ενδιαφέρον, αλλά περισσότερο αντιδράσεις που θα μπορούσαν να κατανοηθούν μέσα στο πλαίσιο των ιδιαίτερων συνθηκών της ύπαρξής τους. Έτσι, απέναντι σε μια κυρίαρχη θεωρία περί κληρονομικότητας, αποκατέστησε τον ρόλο των περιβαλλοντικών παραγόντων. Λίγο αργότερα, ο Harry Stack Sullivan, ο οποίος, αντίθετα προς τον Meyer, είχε ψυχαναλυτική εκπαίδευση, αλλά εμπνεόταν επίσης από τον ιδρυτή της κοινωνικής ψυχολογίας George Herbert Mead, επέμενε στον «διαπροσωπικό» χαρακτήρα κάθε ψυχικής οδύνης και όριζε την ψυχοπαθολογία ως «επιστήμη του διαλόγου». Μετατρέποντας τη συνέντευξη σε θεμελιώδες στοιχείο της ψυχικής φροντίδας, όφειλε, με τη σειρά του, να εμπνεύσει όλα αυτά που στη συνέχεια αναπτύχθηκαν κάτω από τα ονόματα της ομαδικής, της οικογενειακής ή θεσμικής ψυχοθεραπείας. Η ηθολογική μελέτη της αλληλεπίδρασης μητέρας-παιδιού, η συμβολική διαντιδραστική κοινωνιολογία που παρουσίασαν συγγραφείς όπως ο Goffman και ο Parsons, όπως και το σύγχρονο διαντιδραστικό ρεύμα της αμερικανικής ψυχανάλυσης, που προτιμά την ανάλυση αυτού που συμβαίνει εδώ και τώρα στη σχέση αναλυτή-αναλυόμενου, έχουν προεκτείνει την έρευνα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Έτσι, η αναφορά στην ψυχανάλυση χρησιμοποιήθηκε από θεραπευτές –που δεν ήταν όλοι πατενταρισμένοι ψυχαναλυτές, αλλά δούλευαν μέσα σε ψυχαναλυτική ατμόσφαιρα– σαν ένα από τα βασικά στοιχεία μιας διαπάλης για να υπερασπιστούν αυτό που ο Freud είχε ορίσει ως ψυχική πραγματικότητα. Αυτή η αυτόνομη πραγματικότητα φαίνεται να χαρακτηρίζει το ανθρώπινο ον καθώς σημαδεύεται από την συμβολοποίηση μιας εμπειρίας που, όσο κι αν προσδιορίζεται από βιολογικές διεργασίες, συνδεδεμένες εξίσου με τη δομή του οργανισμού, αλλά και με διεργασίες που εκλύονται από τη συνάντηση του δεδομένου οργανισμού με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον του, αποκτά νόημα για ένα υποκείμενο μέσα από τη σχέση του με ένα άλλο υποκείμενο.
Κάθε άνθρωπος είναι έτσι φτιαγμένος που έχει ανάγκη να νοηματοδοτεί κάθε δική του συμπεριφορά όπως και τη συμπεριφορά των άλλων. Κάθε παρατηρούμενη συμπεριφορά παραπέμπει απαραίτητα σε κάτι άλλο από το ίδιο το άτομο, κάτι που ανακαλεί, ένα πλαίσιο απουσίας μέσα στο οποίο εγγράφεται, όπως μια μορφή πάνω σε ένα φόντο. Χάρη στην προσοχή που δόθηκε στην ψυχική πραγματικότητα, για την οποία η ψυχανάλυση μας έδωσε τα μέσα να εξερευνήσουμε τις ασυνείδητες διαστάσεις της, αυτές οι θεραπευτικές ομάδες σε όλο τον δυτικό κόσμο κατάφεραν να αλλάξουν τις συνθήκες των ψυχικώς πασχόντων. Αυτό που διαδραματίζεται εδώ στην Ελλάδα, ιδιαίτερα με την προτροπή του καθηγητή Σακελλαρόπουλου και των μαθητών του, είναι ιδιαίτερα γνωστό και αναγνωρισμένο και άρα δεν χρειάζεται να κάνω επιπλέον σχόλια.
Η πρόοδος των νευροεπιστημών και το ενδιαφέρον τους για τον νου
Παρόλα αυτά οι νευροεπιστήμες συνέχιζαν να προοδεύουν. Αφού ανανέωσαν τη μελέτη των ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών, άρχισαν να ενδιαφέρονται για τον νου (mind), που μέχρι τότε και σύμφωνα με το μπιχεβιοριστικό μοντέλο το θεωρούσαν σαν ένα μαύρο κουτί που δεν επιδεχόταν πειραματικής μελέτης. Ξεκινώντας από αυτό που ο Marc Jeannerod ονόμασε «φυσιολογία του ψυχονοητικού», οι επιστήμονες συσσώρευσαν εμπειρίες και γνώσεις για τους βασικούς μηχανισμούς των γνωστικών λειτουργιών και των συναισθημάτων. Οι νευροεπιστήμονες στράφηκαν λοιπόν στα ψυχικά νοσήματα, τη μελέτη και την αντιμετώπιση των οποίων εδώ και μισό αιώνα είχαν εγκαταλείψει, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στους ψυχιάτρους, που στην πλειονότητά τους είχαν γίνει ψυχοδυναμικοί αν όχι ψυχαναλυτές. Όπως, πριν από αυτούς, οι ψυχολόγοι του 19ου αιώνα, Traine και Ribot, στη Γαλλία, Bain στη Μ. Βρετανία, ο ίδιος ο Freud, ήλπιζαν να ανεύρουν, και στην περίπτωση των ψυχικών νοσημάτων, έναν εξ αρχής φυσικό τρόπο διερεύνησης, σύμφωνα με ένα μοντέλο το οποίο κρατούσε από την εποχή του Claude Bernard, που θα τους επέτρεπε να κατανοήσουν τους μηχανισμούς των ψυχονοητικών λειτουργιών.
Κάποιοι από αυτούς, που διακήρυτταν θριαμβευτικά τις προχωρημένες ιδέες τους, θέλησαν να διαδώσουν έναν ακόμα μύθο, την πλήρη απορρόφηση του ψυχικού εντός του φυσικού, εξαλείφοντας κάθε ιδιαιτερότητα των καταστάσεων της συνείδησης. Χωρίς να διαθέτουν βάσιμες επιστημονικές αποδείξεις, διακηρύττουν ότι, στο εγγύς μέλλον, οι νευροεπιστήμες θα αντικαταστήσουν οριστικά τις ψυχαναλυτικές ή ακόμα και τις ψυχολογικές προσεγγίσεις, που τις θεωρούν σαν παρωχημένες γλώσσες, ακόμα και σαν κατάλοιπα θρησκευτικού σκοταδισμού. (Σκέφτομαι εδώ, μεταξύ άλλων, τις εργασίες των Churchland, όπως και τα επιχειρήματα που κατά καιρούς επαναλαμβάνει ο Jean-Pierre Changeux, ο οποίος, ακόμα και πρόσφατα, βασιζόμενος στις επιφανειακές αναλογίες μεταξύ συμπτωμάτων των εγκεφαλικών βλαβών και κάποιων ψυχικών διαταραχών, πίστευε ότι μπορούσε να διαγράψει τις διαφορές, ιδιαίτερα τα «διαπροσωπικά» στοιχεία, σε σχέση με την προσωπική ιστορία του ατόμου, ορίζοντας εν τέλει τον αυτισμό και τη σχιζοφρένεια ως νευρολογικές ασθένειες).
Και τότε, ένας καινούριος συμπαίκτης εμφανίστηκε: οι χρήστες υπηρεσιών, κυρίως οι γονείς, που είναι οργανωμένοι σε δυναμικά λόμπι. Ευαίσθητοι μπροστά στο κύρος των επιστημόνων, αισθάνονται αδίκως ένοχοι, εξαιτίας των υπερβολών των ψυχογενετικών θεωριών. Έτσι παραδίδονται άνευ όρων στις νευροεπιστήμες και συμβάλλουν καταλυτικά στην καταγγελία του «απαρχαιωμένου» χαρακτήρα της ψυχανάλυσης.
Η αμυντική υπερ-ψυχογενετική αντίδραση
Οι ψυχίατροι και οι ψυχαναλυτές λοιπόν, ταγμένοι στον αγώνα για τον αποστιγματισμό των ψυχικώς πασχόντων, βίωσαν την πρόοδο των νευροεπιστημών σαν κήρυξη ενός πολέμου που απειλούσε την επαγγελματική τους ταυτότητα και τους χειρισμούς τους. Επιπρόσθετα, είχαν καταληφθεί από τον φόβο της επιστροφής στις απόψεις της καταπιεστικής οργανικότητας του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, οι δημόσιες αρχές και οι ασφαλιστικές εταιρείας, που ενδιαφέρονται να ελέγξουν τις ιατρικές δαπάνες, και εξ αντικειμένου σύμμαχοι στην τακτική των φαρμακευτικών εταιριών, που αποσκοπούν στην αύξηση της συνταγογράφησης ψυχοτρόπων φαρμάκων, προέβαλαν επιχειρήματα ανθεκτικά στις διοικητικές και επιστημονικές κριτικές και έθεταν εν αμφιβόλω τις εδώ και 30 χρόνια κατακτήσεις μιας πραγματικής ψυχιατρικής επανάστασης. Στο πλαίσιο της βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής και των πρωτοκόλλων για ομοιογενείς ομάδες αρρώστων, η πρακτική της εξατομικευμένης θεραπείας κινδυνεύει να χαθεί. Πολλοί ψυχοπαθολόγοι, που, από πραγματισμό, ευνοούσαν την υπέρ των περιβαλλοντικών παραγόντων θέση γιατί ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να τροποποιηθούν, υπερέβαλλαν μονόπλευρα τις περιβαλλοντικές τους απόψεις και, αντίθετα από τον Freud ή τον Meyer, άρχισαν να αρνούνται ιδεολογικώς την εμπλοκή των ανεπίδεκτων σε θεραπεία γενετικών παραγόντων που μόνο να δημιουργούν νέους διαχωρισμούς και καινούριους ευγονισμούς ήταν ικανοί. Το «οργανικό» έγινε συνώνυμο του αθεράπευτου και του κατασταλτικού, το δε «ψυχολογικό» συνώνυμο του ιάσιμου και του απελευθερωτικού. Ο άρρωστος παρουσιαζόταν σαν το ισοδύναμο ενός καταπιεσμένου, που έπρεπε να αμυνθεί εναντίον μιας κοινωνικής και οικογενειακής καταπίεσης που χρησιμοποιούσε, κι αυτή με ιδεολογικό τόπο, τη βιολογία για να αμυνθεί. Παράγωγο όλων αυτών είναι το γνωστό παράδειγμα της απαράδεκτης έννοιας των «σχιζοφρενογόνων γονέων», που τη χρωστάμε στον Theodor Lidz και τη Frieda Fromm Reichmann. Η έρευνα για τα πρώιμα τραύματα, μια υπόθεση που και ο Freud είχε γρήγορα ξεπεράσει, αλλά που επαναβίωσε με τον Ferenczi, προσέλκυσε την προσοχή των ψυχοπαθολόγων. Έτσι, η σεξουαλική αποπλάνηση περιεπλάκει με την λεγόμενη «ναρκισσιστική» αποπλάνηση δημιουργώντας ένα νέο μύθο: τον μύθο του διαγενεαλογικού και του παθογόνου αποτελέσματος που μπορεί να έχουν τα οικογενειακά μυστικά, κρυμμένα στο ασυνείδητο των γονέων. Αυτή η επανεμφάνιση του μύθου του εκφυλισμού και της μετάδοσης της ψυχικής βλάβης ευνόησε τη δημιουργία σύγχυσης στην κοινή γνώμη μεταξύ των αυθεντικών ψυχαναλυτικών απόψεων, που είναι εδραιωμένες με κλινικές παρατηρήσεις, και ενός αφηρημένου σπιριτιουαλισμού ανακατεμένου με μια αντιμεταβιβαστική ταύτιση που δεν μπορεί να αποδειχθεί στα θύματα των «κακών γονιών» και των απογόνων τους.
Δυσκολίες στον διάλογο μεταξύ νευροεπιστημών και ψυχανάλυσης
Στο πλαίσιο των έντονων και συναισθηματικά φορτισμένων αντιπαραθέσεων μεταξύ οργανικής και ψυχογενετικής ιδεολογίας, ο διάλογος ανάμεσα στην ψυχανάλυση και τις νευροεπιστήμες δεν μπορούσε παρά να είναι δύσκολος. Και οι δύο ιδεολογίες στόχευαν περισσότερο στη διαφύλαξη ή την επέκταση των επαγγελματικών τους εδαφών και στο να κερδίσουν επιχορηγήσεις, παρά να προάγουν τη γνώση και την τεχνική των επιστημονικών τους πεδίων. Παρά την ανάληψη κάποιων φιλότιμων πρωτοβουλιών, που ήταν έντιμες και με αμοιβαίο σεβασμό, στις οποίες συμμετείχαμε με τον καθηγητή Marc Jeannerod, οι συζητήσεις δεν προχωρούσαν. Ίσως οι αρχικές φιλοδοξίες να ήταν πολύ μεγάλες. Αναρωτιέμαι σήμερα εάν θα ήταν παραγωγικό να επιχειρήσουμε την επίλυση του ερωτήματος για το ποια σχέση μπορούμε να εγκαταστήσουμε ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει στον νου, έτσι όπως το βιώνει το άτομο διαμέσου αυτού που ο Politzer ονόμαζε «συγκεκριμένο δράμα», και σε αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο, όπως τα σύγχρονα μέσα της λειτουργικής απεικόνισης το καθιστούν ορατό καθώς λειτουργεί. Η συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί σε ανταλλαγή κοινοτοπιών, γεγονός που συμβαίνει συχνά σε ξεπερασμένα θέματα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ψυχογένεση και την οργανογένεση δεν έχει πια πολλούς υποστηρικτές. Αν εξαιρέσουμε κάποια υπολείμματα φονταμενταλιστικών θυλάκων, που εξακολουθούν να πιστεύουν στη δράση μιας άυλης αρχής, ενός θεϊκού δηλαδή δημιουργήματος, όλος τουλάχιστον ο δυτικός κόσμος σήμερα αποδέχεται ενσυνείδητα ότι ο άνθρωπος, όπως τα ζώα, αντιλαμβάνεται, αντιδρά και κατανοεί, χρησιμοποιώντας τον εγκέφαλό του, ένα όργανο που δημιουργήθηκε κατά την εξέλιξη των ειδών. Όλοι συμφωνούν ότι ο ζων οργανισμός σχηματίζει ένα όλον με το περιβάλλον όπου αναπτύσσεται και το οποίο επιχειρεί να προσαρμόσει στις ανάγκες του. Γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους οι βιολογικές, κοινωνικές και ψυχολογικές αιτιολογίες για να κατανοηθεί μια οποιοδήποτε διαταραχή της ψυχονοητικής λειτουργίας. Ακόμα περισσότερο, φαντάζει άκαιρη η προσπάθεια να αποδοθούν γραμμικές αιτιολογικές σχέσεις μεταξύ ψυχικών διαταραχών και παραγόντων όπως η οργανική βλάβη, τα ασυνείδητα προβλήματα των γονέων ή οι διαταραχές στις διαπροσωπικές σχέσεις των υποκειμένων. Η εγγραφή του σώματος μέσα σε αυτό που συνήθως αποκαλούμε ψυχικό όργανο και το διαδραστικό δίκτυο που συνδέει μεταξύ τους περισσότερους ψυχισμούς αποτελούν ένα σύνολο που μπορούμε να διαχωρίσουμε προσωρινά στα τμήματά του για ερευνητικούς σκοπούς, χωρίς όμως να ξεχνάμε τον τεχνητό χαρακτήρα αυτού του διαχωρισμού. Και αν θέλουμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας, δεν θα ήταν πιο λογικό να ξεκινήσουμε τις έρευνες κατά περιοχές;
ΙΙ. Ένα παράδειγμα: Ο παιδικός αυτισμός
Το πρόβλημα του παιδικού αυτισμού θα μπορούσε να είναι μια από αυτές τις περιοχές όπου ο ψυχίατρος ψυχαναλυτής θα είχε τη δυνατότητα, ξεκινώντας από την κλινική του, να θέσει ερωτήματα στον νευροεπιστήμονα, κι εκείνος αντίστοιχα να θέσει ερωτήματα στον κλινικό προσφέροντάς του στοιχεία από τη γνώση του, ικανά να εμπλουτίσουν ή να επαναπροσανατολίσουν αυτήν την πρακτική.
Αυτή η συνεργασία θα μπορούσε να καταλήξει στον καθορισμό ευρύτερων ερευνητικών μεθόδων και θεωρητικών σκέψεων, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα θεωρηθεί πως έχουν εξ υπαρχής επιλυθεί κάποια από τα μεθοδολογικά και επιστημολογικά προηγούμενα και ότι δεν θα ενδώσουν, όπως γίνεται συχνά από υπερβολική επιθυμία μηντιακής προβολής, στον πειρασμό μιας ανακοίνωσης ή στη μεταφορά του εγχειρήματος στο εργαστήριο με ελάχιστα πειραματικά δεδομένα, συλλεγμένα μερικές φορές σε συνθήκες τόσο τεχνητές όσο μιας μαγνητικής τομογραφίας. Ο αυτισμός, όπως η υστερία την εποχή του Freud, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα. Θα ήθελα να παρουσιάσω εδώ, κατά τρόπο ακόμα προκαταρκτικό, την έναρξη ενός πιθανού διαλόγου, σκιαγραφώντας τις πρώτες γραμμές ενός πιθανού ερευνητικού προγράμματος, οι υποθέσεις εργασίας του οποίου μένει να διατυπωθούν.
Η άρση των αμφιβολιών
Για να αρχίσει αυτή η συζήτηση, θα πρέπει να αρθούν κάποιες παρανοήσεις και να προσδιοριστεί το αντικείμενο της μελέτης. Στις περί τον αυτισμό διαμάχες, οι ψυχαναλυτές δεν διαθέτουν σήμερα κανένα ευνοϊκό δημοσίευμα, και τούτο παρά τις προσπάθειές τους να κατανοήσουν τα συμπτώματα του αυτισμού και παρά τη σημαντική συμμετοχή τους στον εκσυγχρονισμό των νοσοκομειακών ή των ιατρο-κοινωνικών δομών που υποδέχονται τα αυτιστικά άτομα. Η φήμη που τους παρουσίαζε να επιβάλλουν τον αποχωρισμό του παιδιού από τον οικογενειακό του περίγυρο και να ενοχοποιούν τους γονείς, καθιστώντας τους υπεύθυνους για το πρόβλημα των απογόνων τους, διατηρήθηκε από τα θορυβώδη και αμφισβητούμενα δημοσιεύματα συγγραφέων που είχαν πρόσβαση στα ΜΜΕ, ενώ η γνώμη τους δεν αντιπροσώπευε την άποψη της πλειοψηφίας. Σε πείσμα αυτών των δογματικών απόψεων, οι περισσότεροι κλινικοί, που εμπνέονται από τη σκέψη και τα έργα του Freud, ακολούθησαν και ακολουθούν ακόμα, εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ένα διακριτικό όσο και αποτελεσματικό έργο για την φροντίδα και την εκπαίδευση, κοντά στις ανάγκες των παιδιών, σε συνεργασία με τις οικογένειες, δίχως παρ’ όλα αυτά να υποκρίνονται ότι έλυσαν το πρόβλημα της αιτιολογίας.
Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε: με κανέναν τρόπο η ψυχανάλυση δεν νομιμοποιείται να ορίζει τους πολλαπλούς και πολύπλοκους, κατά τα φαινόμενα, παράγοντες, μιας παθολογίας που αντιπροσωπεύει, πιθανόν, μια κοινή τελική κατεύθυνση, έναν συνολικό τρόπο αντίδρασης του παιδιού απέναντι σε ποικίλες διαταραχές, κατά μεγάλο βαθμό οργανικές ακόμα και γενετικές. Αυτό που αποκλήθηκε καταχρηστικά ψυχογένεση του αυτισμού (περισσότερο επρόκειτο για κοινωνιο-γένεση), πως τάχα το ανθρώπινο περιβάλλον είναι αποκλειστικά υπεύθυνο, προερχόταν από τη λανθασμένη ενσωμάτωση του αυτισμού στις αναπτυξιακές διαταραχές που συνδέονται με συναισθηματικές αποστερήσεις και ανασφαλές περιβάλλον.
Αυτές οι διαταραχές, που μπορεί να σχετίζονται με διαταραχές της ωρίμανσης του εγκεφάλου ως αποτέλεσμα διατροφικών ελλείψεων και της απουσίας ερεθισμάτων, έχουν μια κλινική εικόνα πολύ διαφορετική από αυτήν του αυτισμού. Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις ξεκινούν από το μαρασμό των εγκαταλελειμμένων από τη γέννησή τους παιδιών που ζουν στα ιδρύματα, όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται να εγκαταστήσει κάποια σχέση μαζί τους και φτάνουν στην «ανακλιτική» κατάθλιψη των παιδιών που απομακρύνθηκαν από τη μητέρα, μετά από μια αρχικά ικανοποιητική φροντίδα (Spitz). Σε λιγότερο δραματικές καταστάσεις, μπορεί να εκδηλωθούν αργότερα με καθυστέρηση στην ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας, διαταραχές συμπεριφοράς, μαθησιακές δυσκολίες, ακόμα και στην εφηβεία με τοξικομανία και εγκατάλειψη κάθε στηρίγματος, μια αφορμή για κοινωνική περιθωριοποίηση και καταθλιπτικές τάσεις.
Ως προς τα υποτιθέμενα τοξικά αποτελέσματα μιας μητρικής κατάθλιψης, ακόμα και τις ασυνείδητες τάσεις, όπως μια ευχή θανάτου ή «ο εγκλεισμός του παιδιού εντός της μητρικής απόλαυσης» (Maud Mannoni), πολλώ δε μάλλον που ο ορισμός τους παραμένει ασαφής, δεν βλέπουμε ποια έρευνα θα μπορούσε να τα αναδείξει. Και ακόμα λιγότερο ότι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τι είναι το πρωταρχικό και τι αποτελεί αντιδραστικό στην καθημερινή, τραγική αντιμετώπιση ενός παιδιού που δεν σας κοιτά, που μοιάζει αδιάφορο ή εναντιώνεται όταν του δείχνετε την αγάπη σας, που ουρλιάζει μέρα-νύχτα, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει το γιατί, που κλείνεται μέσα στις στερεοτυπίες του και μερικές φορές αυτοτραυματίζεται.
Οι έρευνες των νευροεπιστημών στον τομέα του αυτισμού
Πρόσφατα, η πρόοδος των νευροεπιστημών και της γνωσιοεπιστήμης επέτρεψε την πλέον λεπτομερή προσέγγιση των πιθανών δυσλειτουργιών που μπορούν να προκαλέσουν συμ-πτώματα του αυτισμού. Έτσι, έχουν αναφερθεί κατά σειρά: (α) το πρόβλημα στην επεξεργασία των πληροφοριών στο εγκεφαλικό στέλεχος που οδηγεί στην υπερδιέγερση ανώτερων εγκεφαλικών περιοχών, (β) το έλλειμμα κάποιου εγκεφαλικού σχηματισμού που εμπλέκεται στην αντίληψη και κατανόηση νοητικών καταστάσεων του άλλου (η «κοινωνική γνωσία»), (γ) η απουσία ενός «ενστίκτου της κεντρικής συνάφειας» (κατά τον Frith), που δεν επιτρέπει στο παιδί να συλλάβει δια μιας, σφαιρικά, τον κόσμο που το περιβάλλει, αλλά να τον κατασκευάζει αποσπασματικά και, τέλος, πιο πρόσφατα, (δ) η «αντιληπτική υπερλειτουργία», η ιδιαίτερη δηλαδή ικανότητα αντίληψης μικρών λεπτομερειών, που τεχνηέντως κατακλύζουν τις ικανότητες προσανατολισμού του παιδιού (Mottron). Με βάση τα ήδη αναφερθέντα αυξημένα ποσά κάποιων νευροδιαβιβαστών, όπως της σεροτονίνης, και κάποιες δομικές ανωμαλίες του σκώλικος στην παρεγκεφαλίδα, κατέστη δυνατόν να φανεί, σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, μια ανωμαλία στην απάντηση σε ειδικούς ερεθισμούς ορισμένων περιοχών του εγκεφάλου, στην ανώτερη κροταφική αύλακα και στον προμετωπιαίο λοβό, που είναι υπεύθυνα για την αναγνώριση του άλλου και την οργάνωση των πράξεων (των εκτελεστικών λειτουργιών).
Οι ανακαλύψεις αυτές είναι ακόμα μερικές, εν αναμονή της επιβεβαίωσής τους, κυρίως λόγω της ετερογένειας των πληθυσμών στους οποίους αποδίδεται η διάγνωση του αυτισμού, οπότε είναι δύσκολο να ερμηνευτούν. Οι διαταραχές τις οποίες επικαλούνται μπορεί να θεωρηθούν ως ο βιολογικός μάρτυρας μιας διαταραχής της σκέψης ή της συμπεριφοράς παρά ως ο μηχανισμός που προκαλεί αυτή τη διαταραχή. Εξάλλου, ο αυτισμός αντιπροσωπεύει ένα παράδειγμα ικανό να διαφωτίσει την αναγκαιότητα να διατηρηθεί μια συνθετική άποψη, πέραν των πειραματικών προσεγγίσεων που κατ’ ανάγκη περιορίζουν και απομονώνουν τον μηχανισμό που μελετούν. Αυτή η ομαδοποίηση των κλινικών συμπτωμάτων που συνδέονται στατιστικώς, δεν ορίζεται παρά μόνο από κάποια διεθνή συγκατάθεση και δεν αντιστοιχεί σε καμιά γνωστή δομική ή μεταβολική διαταραχή. Αναμφίβολα, η επιστημονική πρόοδος θα μας επιτρέψει στο μέλλον, να απομονώσουμε, εντός ενός «αυτιστικού φάσματος» με συγκεχυμένα ακόμη όρια, κάποιες κλινικές υποκατηγορίες, για τις οποίες πιθανόν να βρεθεί μια ακριβής σωματική αντιστοιχία. Αυτό το σύμπτωμα ή το σύνολο συμπτωμάτων θα μπορεί να συνδυαστεί σε κάποια γνωστική ή γνωστικο-συναισθηματική δυσλειτουργία, που κι αυτές θα καθορίζονται από κάποια εκ γενετής ή επίκτητη, εντοπισμένη ή διάχυτη ανωμαλία της ψυχονοητικής λειτουργίας. Ας δοκιμάσουμε να φανταστούμε κάποιες από αυτές τις δυσλειτουργίες, ξεκινώντας από εκείνες που μας διδάσκουν ταυτόχρονα η μακρόχρονη κλινική μας εμπειρία και η μελέτη εργασιών που αναφέρονται στη βρεφική ανάπτυξη.
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να είναι η απουσία πρώιμης αντίδρασης σε μια στενόχωρη κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από καθυστερημένα ξεσπάσματα σε κλάματα ή από κάποια τονική διαταραχή. Επίσης, θα μπορούσε να είναι η απουσία αντίδρασης στη συνολική μορφή και τις κινήσεις του προσώπου της μητέρας, μια προσκόλληση στο βλέμμα της ή αντίθετα η αποφυγή του. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να σημαίνουν είτε την υποδραστηριότητα είτε, αντίθετα, την υπερδραστηριότητα κάποιας εγκεφαλικής περιοχής. Επίσης, θα μπορούσαν να αντιστοιχούν στη μη συμμετοχή ενός νευρωνικού δικτύου που θα επέτρεπε, ήδη από τη γέννηση, τη διάκριση των έμψυχων από τα άψυχα, των αντικειμένων από τα ανθρώπινα όντα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το βρέφος, που στερείται αυτού του δικτύου, βρίσκεται σε ένα περιβάλλον χωρίς κοινή σημασία, που δεν είναι προικισμένο με ενσυναίσθηση, δηλαδή, ανίκανο να περιμένει μια βοήθεια ή μια ανακούφιση από τον άλλον και να προσαρμοστεί στην υποστήριξη που δέχεται από το περιβάλλον του.
Η μετατροπή του συμπτώματος σε σύμβολο για έναν άλλον
Από μια άλλη σκοπιά μελέτης και κατανόησης, αυτό το οργανικό σύμπτωμα θα εγγραφεί σε μια σχέση. Το πρόσωπο που έχει τον μητρικό ρόλο θα μεταφραστεί αναγκαίως ως πρόσκληση, μήνυμα ή μη-μήνυμα. Έτσι, (το σύμπτωμα) θα πάρει συμβολική αξία μέσα στο πλαίσιο επικοινωνίας (ή άρνησης επικοινωνίας) και νόημα που δίνεται από έναν άλλον σε αυτήν την επικοινωνία ή την έλλειψη επικοινωνίας. Με την απάντησή του στις κινητικές και τονικές διαταραχές του βρέφους, στην απουσία κλάματος, στη βλεμματική ανωμαλία, στην απουσία θετικής ανταπόκρισης όταν πάει να το αγκαλιάσει, το πρόσωπο που έχει τον μητρικό ρόλο θα εντάξει αυτές τις διαταραχές σε μια ιστορία για να χειριστεί την ανωμαλία που αυτές επιφέρουν και να αποκαταστήσει τη συνάφεια ενός σεναρίου, οργανωμένου από αυτό που o Paul Ricœur ονόμαζε «mise en intrigue», «ένταξη σε πλοκή» ή «σύσταση του μύθου», [ΣτΜ: δηλαδή τοποθέτηση των γεγονότων γύρω από μια πλοκή. Βλ. Γεράσιμος Κακολύρης. Η θεωρία της ανάγνωσης του Ρικαίρ στο Χρόνος και αφήγηση, www.scribd.com] αντλώντας από την έννοια του μύθου στον Αριστοτέλη [ΣτΜ: «λέγω γαρ μύθον τούτον την σύνθεσιν των πραγμάτων», Περί ποιητικής 1450a, 3-5].
Αυτό που δεν είναι παρά αντίδραση ή ελλειμματική κινητική αντίδραση του βρέφους θα οργανωθεί μέσα στο μυαλό της μητέρας, μέσα στην ονειροπόλησή της κατά τον Bion, σε ιστορία με νόημα, με αρχή, μέση και τέλος, όπου τα γεγονότα τίθενται σε κάποια αλληλουχία και φαίνεται, σύμφωνα με τους αφηγηματικούς κανόνες, να προκύπτουν τα μεν από τα δε, έτσι ώστε να μπορεί να διηγηθεί κάτι σε κάποιον τρίτο. Κι αυτό γίνεται καθώς μεταδίδει στο παιδί τη σκέψη της, δηλαδή τη συνειδητή ή προσυνειδητή διήγησή της που επεξεργάζεται ως απάντηση στις συμπεριφορές του βρέφους. Η συνεχής μητρική φροντίδα δημιουργεί έναν «θόρυβο βάθους» [ΣτΜ: o θόρυβος από όλες τις πηγές που βρίσκονται στο περιβάλλον] πάνω στον οποίον διακρίνονται κάποια απρόβλεπτα συμβάντα, όπως οι διακοπές της συνέχειας, για να ξαναρχίσουν ευθύς αμέσως μέσα στην αφήγηση της μητέρας και να αποκαταστήσουν μια «αιτία» και έτσι να γίνουν «ψυχικά». Αλλά εδώ, οι αδυναμίες της τονικο-κινητικής δραστηριότητας του βρέφους, η βιολογική (ίσως γενετική) αδυναμία του να αντιδράσει με προβλεπτικό τρόπο στο αίσθημα της πείνας ή στην έλλειψη άνεσης και να αφεθεί ενσυναισθητικώς στη φροντίδα της μητέρας (ή του προσώπου που έχει αναλάβει το ρόλο της) μπορούν να θεωρηθούν σαν μια μη-απάντηση που αποδιοργανώνει την αφηγηματική δραστηριότητα του «αντικειμένου αρωγής».
Είναι αυτό που θα εξαντληθεί την ίδια ώρα που το παιδί, ανίκανο να ταυτιστεί με τον άλλον και να οικειοποιηθεί την αφηγηματική του δραστηριότητα, δεν θα καταφέρει να αναπτύξει επαρκώς το αίσθημα πως είναι κύριος των πράξεών του, πως είναι αυτό που δρα αποτελεσματικά για να τροποποιήσει το περιβάλλον του, κι έτσι να δώσει νόημα στον κόσμο του και στη δράση του πάνω σ’ αυτόν. Το έλλειμμα στο αίσθημα του «δρώντος υποκειμένου», που είναι αποτέλεσμα μιας «διαδραστικής δυσαρμονίας» κατά τον φίλο και συνεργάτη μου André Carel, θα μπορούσε να παρουσιαστεί κατά την ανάπτυξη του εγκεφάλου και να αποδειχθεί με τα σύγχρονα ερευνητικά μέσα.
Η αυτιστική λειτουργία και η φροντίδα της
Όσο το παιδί μεγαλώνει τόσο ο κόσμος που το περιβάλλει θα του φαίνεται παράξενος, ακατανόητος, δίχως νόημα, απρόβλεπτος και επικίνδυνος. Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο που είναι πηγή άγχους, το παιδί θα προστατέψει τον εαυτό του προσπαθώντας να βρει μέσα σ’ αυτόν κάποια ασφάλεια και ευχαρίστηση. Έτσι, μπορεί κανείς να καταλάβει (ακόμα και να κάνει εμφανείς, ορατούς τους βασικούς μηχανισμούς) τα δευτερογενή συμπτώματα: τις στερεοτυπίες, τις τελετουργίες, την προσκόλληση σε ένα μικρό αντικείμενο και τις κινήσεις που το ίδιο το παιδί του προκαλεί, την αναδίπλωσή του μέσα στις ταλαντεύσεις, τα σάλια, τα μονότονα ψαλμουδίσματα και γενικά όλες τις αναζητήσεις σχετικά σταθερών αυτοαισθητηριακών δραστηριοτήτων. Όταν το παιδί κατακτήσει τη γλώσσα, το ενδιαφέρον του θα το προσελκύσουν κάποιοι πολύ περιορισμένοι τομείς (οι δεινόσαυροι, η αστρονομία), οι οποίοι χαρακτηρίζουν αυτό που πρότεινα να περιγραφεί ως «αυτιστικοποιούσα διαδικασία», η οποία απομονώνει το παιδί και επιβάλλει έναν ακίνητο χαρακτήρα στο περιβάλλον του, ανθρώπινο και μη.
Σ’ αυτό το σημείο η ψυχανάλυση μπορεί να παρέμβει. Αφενός μεν, περιγράφοντας κλινικώς τους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως η πρωτογενής και η προβλητική ταύτιση και η σχάση εαυτού και αντικειμένου, που το παιδί χρησιμοποιεί στις σχέσεις του με τους άλλους. Αφετέρου δε, προσφέροντας με τις θεωρίες της [ως μια «μετα-διήγηση» (Roy Schafer )], ένα σύνολο στοιχείων τα οποία μπορεί να λειτουργήσουν ως μήτρες που θα επιτρέψουν την κατασκευή υποθετικών εναυσμάτων σε ιστορίες που βιώθηκαν. Θα συμβάλλει έτσι στην προοπτική να συνδεθούν τα διαφορετικά στάδια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, συνδέοντάς την με ό,τι το παιδί έχει βιώσει στο σχολείο και το κέντρο φροντίδας, καθώς και με αυτά που του έχει διηγηθεί η οικογένειά του για το παρελθόν, έτσι ώστε να μεταφέρει την τωρινή του ζωή εκτός των χώρων φροντίδας. Βοηθούμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο από τους θεραπευτές του, το παιδί θα ανακαλύψει έναν οδηγό που θα του επιτρέψει τις μεταξύ αυτών διαφοροποιήσεις ώστε να συνθέσει τα κομμάτια της ύπαρξής του και να βάλει τάξη στο χάος όπου κινείται, ελαττώνοντας την οδύνη που του επιβάλλει η συνάντηση με το απρόβλεπτο.
Αυτή η ψυχοθεραπευτική εργασία, που μπορεί να είναι ατομική, ομαδική ή σε θεσμικό πλαίσιο, απαιτεί τη συνάρθρωση ομάδων με άτομα που πρέπει να επεξεργάζονται διαρκώς μεταξύ τους τα συνήθως δύσκολα συναισθήματα που τα παιδιά τους κάνουν να νιώσουν. Οφείλει ακόμα να συνδυαστεί με την εκπαιδευτική και παιδαγωγική εργασία, την οποία κατέστησαν πλέον σαφή οι γνώσεις των γνωσιακών επιστημών πάνω στις ιδιαιτερότητες αυτών των διαδικασιών εκμάθησης, και να συμπληρωθεί με την υποστήριξη της οικογένειας και τη βοήθεια στο παιδί ώστε να αυτονομηθεί και να ενταχθεί κοινωνικά. Η επίβλεψη ψυχαναλυτών μπορεί έτσι να αποδειχθεί χρήσιμη για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο της καταφυγής στη βίαιη συμπεριφορά και την απόρριψη ή, αντίθετα, στη γοητεία της ακινησίας εντός ενός παγιωμένου σύμπαντος όπου τίποτε δεν συμβαίνει. Ο εποπτεύων (ή η εποπτεύουσα ομάδα) παίζει ρόλο ανάλογο με αυτόν του τρίτου προσώπου που έλκεται από τη μητρική ονειροπόληση (αυτός ο εσωτερικός συνομιλητής για τον οποίο η μητέρα αρχίζει να διηγείται και στον οποίο απευθύνει φαντασιακά αυτά που ανταλλάσσει με το παιδί της) και έτσι θα διευκολύνει, στο πνεύμα των μελών της ομάδας που φροντίζει και εκπαιδεύει, την κατασκευή διηγήσεων οι οποίες, αφού μεταφερθούν κατόπιν στο παιδί, θα το βοηθήσουν να αναπτύξει τις δικές του αυτό-αφηγηματικές διαδικασίες, να κάνει δηλαδή τη ζωή του ιστορία. Είναι πιθανόν αυτή η εξέλιξη να μπορέσει κάποτε να μεταφραστεί σε τροποποιήσεις των συνδεσμώσεων της νευρωνικής λειτουργίας, που σήμερα είναι ακόμα δύσκολο να σχηματίσουμε μια ιδέα γι’ αυτές.
Ο ψυχονοητικός αυτοερωτισμός
Απομένει ένας ακόμη θεμελιώδης για έναν ψυχαναλυτή συλλογισμός, που είναι ακόμα ασαφής, φοβάμαι, για έναν νευροεπιστήμονα: η θέση του συναισθήματος της ηδονής σε όλες αυτές τις διαδικασίες. Η ονειροπόληση της μητέρας, όπως και η δουλειά των θεραπευτών, για να έχουν αποτελέσματα, πρέπει να επενδύονται θετικά. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ηδονή την οποία προτείνω να ονομάσουμε «ψυχονοητικό αυτοερωτισμό», γιατί μοιάζει να πρόκειται γι’ αυτό που η ψυχανάλυση περιγράφει σαν ηδονή οργάνου, μια ευχαρίστηση από την ίδια τη λειτουργία του ψυχικού οργάνου που μπαίνει μεταφορικά στη θέση ενός οργάνου του σώματος. Δεν πρόκειται για ηδονή εκφόρτισης, ηδονή από την ικανοποίηση μιας ενόρμησης, μια οργασμική ηδονή. Είναι, περισσότερο, σε ευνοϊκές στιγμές μια συνεχής εν διαθέσει τονωτική ηδονή, μια ηδονή λειτουργίας, όπως έλεγε ο Kestenberg, σαν αυτή του παιδιού που χοροπηδά ήσυχα, άσκοπα, απλώς για να αισθανθεί την ευχαρίστηση, ελεύθερο και όρθιο στα δύο του πόδια. Αυτή η ευχαρίστηση είναι κοντά στην απόλαυση που περιγράφει ο Lacan στο στάδιο του καθρέφτη ή σε αυτήν του παιχνιδιού που περιγράφει ο Winnicott. Συγγενεύει επίσης με την αισθητική ηδονή, την οποία ο Freud ενέτασσε μεταξύ των προκαταρκτικών ηδονών, και η οποία, όταν βιώνεται στη συνάντηση με μια «καλή» μορφή, μπορεί να επιφέρει τη μέθεξη του φροντιστή καθώς ξαναβρίσκει στη συμπεριφορά ή την ομιλία του παιδιού υλικό για κατασκευές που εμπνέονται από τη θεωρία αναφοράς του, οι οποίες «περπατούν», λειτουργούν, πάει να πει ότι το παιδί φαίνεται να τις κατανοεί και να τις επιβεβαιώνει με το να τις οικειοποιείται για να διευρύνει την ψυχονοητική του λειτουργία. Είναι σημαντικό λοιπόν να παραμείνει ήπια αυτή η ηδονή και να μην περάσει ένα συγκεκριμένο κατώφλι διέγερσης. Διότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο φροντιστής κινδυνεύει να γείρει προς την κατεύθυνση μιας οργασμικής ηδονής, κάτι που ελλοχεύει σταθερά, όπως συμβαίνει και με τη μητρική φροντίδα.
Το αυτιστικό παιδί μοιάζει να στερείται βάναυσα από αυτήν την αυτοερωτική ευχαρίστηση της σκέψης. H σκέψη του και, γενικά, η συμβολοποίηση δεν είναι παρά μια επίπονη δουλειά, πηγή άγχους μπροστά σε απρόβλεπτες συνειρμικές αναδύσεις, που παραπέμπουν στην οδυνηρή απουσία του συμβολικού αντικειμένου. Είναι ανίκανο να πενθήσει το αντικείμενο της επιθυμίας του· ανίκανο να κρατήσει τις αποστάσεις για να σκεφθεί, για να παίξει με τις αναπαραστάσεις μέσα σε ομιχλώδεις συνειρμούς, που, όπως τα σύννεφα στον ουρανό, δημιουργούνται, διαλύονται, χωρίζονται και αφομοιώνονται. Ανίκανο μέσα στην ονειροπόλησή του να αφεθεί με ευχαρίστηση να το κατακλύσει η εμπειρία της ασυδοσίας (R. Diatkine), το αυτιστικό παιδί, άκαμπτος ωφελιμιστής, επιβάλλει στις σκέψεις του μια τελετουργικότητα, έναν κοπιαστικό μηχανικό καταναγκασμό.
Έτσι, η εμπειρία από την παροχή ατομικής ή ομαδικής φροντίδας είναι για το αυτιστικό παιδί μια πραγματική εκμάθηση του παιχνιδιού, μέσα από την ταύτισή του με την ευχαρίστηση που παίρνει ο φροντιστής, που ασχολείται μαζί του, παίζοντας μαζί του. Χωρίς αυτή τη διάσταση της ευχαρίστησης που μοιράζεται, χωρίς αυτό που θα μπορούσε παραδόξως να ονομαστεί αυτοερωτισμός των δύο ή περισσοτέρων, τα καλύτερα προγράμματα, οι καλύτερες μέθοδοι κινδυνεύουν να βαλτώσουν σε μια ρουτίνα που μπορεί να λειτουργεί καθησυχαστικά, αλλά δεν βοηθά το παιδί να προχωρήσει στις σχέσεις του με τους άλλους και στην κατάκτηση της αυτονομίας του. Με ποιον τρόπο τώρα, αυτό το αυτοερωτικό παιχνιδιάρικο μοίρασμα μπορεί να τυποποιηθεί για να γίνει με τη σειρά του αντικείμενο επιστημονικής μελέτης; Πιθανόν είναι μια μεγάλη πρόκληση για τη συνέχεια του διαλόγου μεταξύ ψυχανάλυσης και νευροεπιστημών.
Επίλογος
Ο αυτισμός είναι μια ακραία κατάσταση κατά την οποία η σκέψη, ως εσωτερικός λόγος και διάλογος με τον άλλο, τείνει να εκλείψει. Η ψυχανάλυση, περισσότερο ερμηνευτικό παρά νομοθετικό διάβημα, που προσδίδει περισσότερο σημασία παρά νόμο, συμβάλλει στο να ξαναρχίσει η αφήγηση από εκεί που σταμάτησε και να βρεθεί η ευχαρίστηση στο παιχνίδι με τις σκέψεις. Δεν εξηγεί ούτε την αιτία του συμπτώματος, ούτε ακόμη το σύνολο των μηχανισμών που το δημιουργούν, αλλά επιτρέπει σε όλους όσοι ασχολούνται με το αυτιστικό παιδί (φροντιστές, εκπαιδευτές, γονείς) να ελπίζουν ότι θα ξαναβρούν μεταξύ τους και με το παιδί τον δίαυλο επικοινωνίας, ανακουφίζοντας τα βίαια άγχη που εμποδίζουν αυτήν την επικοινωνία. Οι νευροεπιστήμες οφείλουν να προσφέρουν κάποια μέρα μιαν απάντηση στο δύσκολο ερώτημα της αιτιολογίας και των πρώιμων μηχανισμών του αυτισμού. Κατ’ ανάγκη αναγωγιστικές, για μεθοδολογικούς λόγους, οι νευροεπιστήμες είναι προορισμένες να απευθύνονται σε δείγματα πληθυσμού όσο γίνεται πιο ομοιογενή. Έχουν παρ’ όλα αυτά το πλεονέκτημα να λάβουν υπ’ όψη τους την εμπειρία αυτών που συναντούν καθημερινώς αυτιστικά άτομα στο δικό τους υπαρξιακό πλαίσιο, με τις ατομικές τους διαφορές, κι έτσι να αποφευχθούν πρόωρες γενικεύσεις. Όλοι οι τρόποι γνώσης τείνουν να φαίνονται μοναδικοί. Η διαπίστωση αυτή επαληθεύεται περισσότερο στην περίπτωση του αυτισμού, έτσι που, κατά κάποιο τρόπο, να μεταδίδεται εύκολα, παρασύροντας αυτούς που διαλέγονται με το παιδί στην αναδίπλωσή τους σε μονομερείς θέσεις. Το αγωνιώδες ερώτημα υπάρχει από παλιά και συνεχίζει να προκαλεί πολλούς φανατισμούς. Οι ερευνητές, όπως και οι ψυχαναλυτές, δεν προστατεύονται πλέον σήμερα από τη συγκινησιακή μόλυνση του ίδιου του αντικειμένου της έρευνά τους. Ενδιαφέρονται και οι μεν και οι δε να διακρίνουν αμοιβαίως στη γνώση του άλλου έναν περιορισμό της δικής τους γνώσης. Αυτή η σχετικότητα της γνώσης και η συνάρθρωση των γνώσεων είναι ίσως το καλύτερο φάρμακο για να μην καταποντιστούν οι ιδέες μέσα σε μια ιδεολογία.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.