Στέλιος Στυλιανίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής
Ψυχιατρικής, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Μιχάλης Λάβδας
Ψυχολόγος, Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και
Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ)
σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]
Ι. Περί τραυματολογίας και σύγχρονης ψυχιατρικής στην εποχή της παγκοσμιοποίησης
Στις μέρες που ακολούθησαν την καταστροφή της 11/9/11 (Δίδυμοι Πύργοι), εκτιμάται ότι 9.000 ειδικοί της ψυχικής υγείας, μεταξύ των οποίων 700 ψυχίατροι, έκαναν παρεμβάσεις διαφορετικών τύπων για να προσφέρουν βοήθεια στους επιζήσαντες, τους μάρτυρες του γεγονότος και τους κατοίκους. Ένα μήνα αργότερα, μία έρευνα της New York Academy of Medicine (Galea et al., 2002) έδειχνε ότι 7,5 % του γενικού πληθυσμού υπέφερε από ένα PTSD και 9,7% από κατάθλιψη, μία αύξηση της κατανάλωσης των ψυχοτρόπων και του αλκοόλ και μία αύξηση των αιτημάτων προς τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας· ωστόσο, αυτά τα φαινόμενα είχαν παρατηρηθεί στον Λευκό Γενικό Πληθυσμό του Manhattan, που στην πλειοψηφία τους είχαν Πανεπιστημιακή μόρφωση. Λίγο αργότερα, μία ειδική επιδημιολογική μελέτη στις ΗΠΑ αναδείκνυε ένα 4% των Αμερικανών που υπέφερε από PTSD! Φαίνεται ότι υπήρχε κάποιο είδος «θορύβου» με τραυματικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα στα άτομα που ήταν συχνά εκτεθειμένα στις γνωστές τηλεοπτικές εικόνες.
Ποια είναι η σημασία και το βάρος του τραύματος στη σύγχρονη Δυτική Κοινωνία; Από όλες τις δυνατές συνέπειες του τραύματος, το ψυχολογικό ίχνος είναι το πιο έκδηλο, το αδιαμφισβήτητο εύρημα, που διαρκεί περισσότερο: μετά την αποδρομή του πένθους μένει το τραύμα. Η έννοια του τραύματος επιβάλλεται από τα ΜΜΕ, το σύνολο της Πανεπιστημιακής κοινότητας και τις πολιτικές ηγεσίες της Δύσης σαν ένας κοινός τόπος του σύγχρονου κόσμου ή, διατυπωμένο αλλιώς, μία «κοινά αποδεκτή αλήθεια».
Ανάμεσα στα κρίσιμα ερωτήματα που τίθενται, είναι εάν η επίδραση του τραύματος της καταστροφής των Δίδυμων Πύργων είναι ριζικά διαφορετική, σαν σημαινόμενο, σαν ψυχολογικό εντύπωμα, από την επίδραση των καταστροφών σε άλλες περιοχές και εθνότητες. Παραδειγματικά μπορούμε να σκεφτούμε φυσικές καταστροφές μεγάλης έκτασης, όπως το τσουνάμι και οι σεισμοί. Αλλά και τραυματικές καταστάσεις μεγάλης έκτασης, όπως οι σφαγές στη Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία ή οι σφαγές των αμάχων στην Τσετσενία από τους Ρώσους. Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε καταστροφές πόλεων και «παράπλευρες απώλειες από βομβαρδισμούς σε περιοχές όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ και η Σερβία.
Το ηθικό δίλημμα που αναδύεται από τα ανωτέρω, αφορά το πολιτικό και ηθικό πλαίσιο των συλλογικών τραυμάτων, το οποίο μάλλον απωθείται βίαια από την Επίσημη Αμερικάνικη Ψυχιατρική Κοινότητα. Εάν λάβουμε πρωτίστως υπόψη μας την τεράστια βιβλιογραφία του PTSD, εύλογα μπορεί να διερωτηθούμε: η διάγνωση τίθεται ανεξάρτητα από τα ηθικά κίνητρα των πράξεων βίας, δολοφονίας, βανδαλισμών; Η κατασκευή του PTSD (Allan Young, 1995) ήταν ανεξάρτητη των πολιτικών πιέσεων που ασκήθηκαν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ από τους βετεράνους του Βιετνάμ για αποζημίωση και δωρεάν θεραπεία από τα ασφαλιστικά ταμεία; Η εικόνα του στρατιώτη του Βιετνάμ που υποφέρει από PTSD, μέσα από την έννοια της “atrocity – producing situation” (Lifton, 2004), ήταν ίδια με αυτή των θυμάτων του My Lai; Για τα δύο στρατόπεδα, ο “self – traumatized perpetrator”, δηλαδή ο επιτιθέμενος που αυτοτραυματίζεται από τις δικές του βάναυσες πράξεις, και τα θύματα αυτών των πράξεων, ήταν και τα δύο «ισοδύναμα» με στόχο τη διαχείριση στρατιωτικής και πολιτικής / ηθικής ήττας των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
Αν σχετικοποιήσουμε τα ευρήματα και τα γεγονότα μέσα από μία ανθρωπολογική οπτική, νομίζουμε ότι η χρήση του τραύματος, η πλήρης ψυχιατρικοποίησή του μέσα από τις ατέρμονες ανανεούμενες ταξινομήσεις του DSM, συμβάλει στη σύμπτωση / ταύτιση της συλλογικής – κοινωνικής τραυματικής μνήμης με τη μορφή – άτομο του θύματος.
Συνεπώς, η Α.Ρ.Α., η ψυχιατρική – ψυχολογία, θέτει ένα τέλος στην υποψία της βίας που αναπαράγει η πολεμική των ΗΠΑ. Στο ερώτημα: «Ποιοι άνθρωποι είναι ικανοί να διαπράξουν τις μεγαλύτερες αθλιότητες και εγκλήματα;», η Βόρειο – Αμερικάνικη ψυχιατρική δίνει 2 τύπους απαντήσεων: Από τη μία πλευρά επιτρέπει να αναμετρηθεί το έθνος με την ήττα του Βιετνάμ. Απέναντι στην αδυναμία να καταδικάσει μερικούς αμερικανούς στρατιώτες για τις εγκληματικές πράξεις τους, η χώρα ικανοποιείται από την ασυμφιλιωτική απάντηση της ψυχιατρικής κοινότητας: πρόκειται για συνηθισμένους ανθρώπους που βρέθηκαν σε εξαιρετικά αντίξοες και ιδιαίτερες συνθήκες, που πρέπει πρώτα να θεραπεύσουμε πριν τους δικάσουμε και ενδεχομένως τους καταδικάσουμε. Η προσφυγή στην κλινική του PTSD προσφέρει μία λύση συμβιβασμού, στο ηθικό δίλημμα θύτη – θύματος και πραγματώνει μία ριζική μετατόπιση στην κοινωνική νοηματοδότηση της βίας. Αυτή η ομαλοποίηση (normalization) μέσα από την ίδια διαγνωστική κατηγορία, ενοποιεί το κανονικό, μη-κανονικό, το συνηθισμένο και το έκτακτο, το αποδεκτό και το απαράδεκτο.
Αν η ψυχανάλυση ή η συστημική προσέγγιση ονομάζει το PTSD «ψυχικό τραύμα», «τραυματικό stress», στο βαθμό που έχει την ίδια κλινική πρακτική με τη λογική του PTSD, χωρίς να θέτει το πρόβλημα και με τους πολιτικούς – ηθικούς όρους, τότε αναπαράγει την ίδια λογική διαχείρισης της πραγματικής και συμβολικής αναπαράστασης της κοινωνικής βίας.
Το δεύτερο κεντρικό θέμα που μας απασχολεί αφορά τη βία του επιθετικού καπιταλισμού στην αναπαραγωγή του κοινωνικού αποκλεισμού και της πρόκλησης συλλογικών τραυμάτων: Ποιος είναι ο ρόλος της κλινικής και κοινωνικής προσέγγισης σε αυτό που συμβαίνει στη παραγωγή – αναπαραγωγή της κοινωνικής οδύνης σε αστικό χώρο; Ποιο είναι το βάρος του τραυματικού ίχνους σε αυτή την οδύνη; Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για επούλωση τραύματος στο βαθμό που η πραγματικότητα (όχι πολεμικής σύρραξης, αλλά καθημερινού οικονομικού πολέμου) αναπαράγει φαινόμενα αποξένωσης και παγώματος της ενδοψυχικής συγκρουσιακής πραγματικότητας του υποκειμένου; Πώς μπορεί να διερευνηθεί σε αυτές τις συνθήκες η έννοια της ανθεκτικότητας και της ενίσχυσης των πολλαπλών στηρίξεων του ψυχισμού;
Η παρέμβαση του Π.Ο.Υ. σε «μετα-τραυματικές» περιόδους
Απέναντι σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα που ανακύπτουν, η δραστηριοποίηση σε «μετα-τραυματικές» περιόδους για την αντιμετώπιση του τραύματος και τη διαχείρισή του αφορά το σύνολο των ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων και των δράσεων στην ψυχική υγεία. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Saraceno, 2005), δίνει έμφαση στον συντονισμό των δράσεων και στη δικτύωση και αξιοποίηση των τοπικών πόρων. Μάλιστα, προτείνει την άρνηση των προσφορών από επαγγελματίες και οργανισμούς που προτείνουν σύντομες επισκέψεις ειδικών, επαγγελματίες συμβούλους που δε γνωρίζουν τις τοπικές διαλέκτους κ.λπ. Μακριά από τη λογική της εξειδικευμένης θεραπείας του PTSD, o Π.Ο.Υ. προτείνει εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας της περιοχής στα βασικά θέματα ψυχικής υγείας και ενδυνάμωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας που ήδη λειτουργούν για την αμεσότερη αντιμετώπιση των αναδυόμενων αναγκών. Επίσης, τονίζεται ιδιαίτερα η βιωσιμότητα των δράσεων, που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να λειτουργήσουν αποσπασματικά. Τέλος, ο Saraceno αναφέρεται στην κινητοποίηση όλων των ανθρώπινων πόρων για την ανταπόκριση στις ανάγκες και δεν παραλείπει να προειδοποιήσει για το εφήμερο (πρώτοι 6 μήνες) ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας προς μία τραυματική εμπειρία.
Σημαντική είναι, ακόμη, στη διερεύνηση και αντιμετώπιση του τραύματος, η συμβολή της έννοιας του «τραυματικού πλέγματος» (Papadopoulos, 2007). Το πλέγμα αυτό, δημιουργεί ένα πλαίσιο για τρεις (3) πιθανές επιδράσεις του τραύματος, τη θετική, την αρνητική και την ουδέτερη. Ακόμη βοηθά τον θεραπευτή να έχει σφαιρική εικόνα των εμπειριών του κάθε ατόμου και μια «χαρτογράφηση» του τρόπου διαχείρισης των «τραυματικών» εμπειριών. Ιδιαίτερα σημαντική, για τον θεραπευτή και τη θεραπευτική ομάδα, είναι η παρατήρηση της δράσης του τραύματος σε πολλαπλά επίπεδα. Το ατομικό, το οικογενειακό, το κοινοτικό και το κοινωνικό/πολιτισμικό αποτελούν τέσσερα (4) διαφορετικά επίπεδα στα οποία μπορεί να επιδράσει ένα τραύμα. Δηλαδή, η θεραπευτική ματιά δεν εστιάζει μόνο στις ενδοατομικές διεργασίες στην επεξεργασία του τραύματος, αλλά παρατηρεί τις διϋποκειμενικές σχέσεις του ατόμου μέσα στο δίκτυο που ανήκει.
Η παρατήρηση αυτή, αλλά και η αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων στο δίκτυο, μπορούν να καταγράψουν ακόμα και θετική επίδραση του τραύματος στο άτομο. Η θετική επίδραση, που ο Papadopoulos (2007) περιγράφει με την ανάπτυξη που ενεργοποιεί η κάθε δυσχέρεια (Αdversity Activated Development), επιβεβαιώνεται και από ευρήματα της θετικής ψυχολογίας (Calhoun & Tedeschi, 2004), η οποία χρησιμοποιεί τον όρο «Μετατραυματική Ανάπτυξη» (Posttraumatic Growth – PTG). Τα ευρήματα, υποστηρίζουν πως υπάρχουν πολλές ωφέλειες από τη βίωση ενός τραυματικού γεγονότος. Μεταξύ αυτών, είναι η αυξημένη εκτίμηση για τη ζωή, καλύτερες δεξιότητες στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων και περισσότερη κατανόηση του εαυτού (Cadell, Regehr, & Hemsworth, 2003). Τέλος, ο Matthews (2008) δίνει ιδιαίτερη σημασία στην αυξημένη ανθεκτικότητα των ατόμων και τις βελτιωμένες αντιστάσεις τους σε επόμενα τραυματικά γεγονότα.
ΙΙ. Κλινική του κοινωνικού δεσμού και του εφήμερου
Η πραγματικότητα του κοινωνικού πλαισίου του αποκλεισμού των ατόμων μας νομιμοποιεί να θέτουμε αυτό το εξής βασικό ερώτημα: Η ζωή είναι πιο δύσκολη από την επιβίωση;
Έχουμε να διαπραγματευτούμε μία ανθρωπολογική αλλαγή σχετικά με τη θέση ενός υποκειμένου που διαπερνάται, χωρίς προστατευτικό δίχτυ, από κοινωνικές διαστροφές, βία με όρους καταστολής, αποκλεισμών, εφήμερου της επιβίωσης, ερήμωσης και καταστροφής των ήδη εύθραυστων κοινωνικών δεσμών.
Ο «μη-τόπος» ζωής απέναντι στην επιβίωση των ατόμων, καθορίζεται από ένα παράδοξο που αναλύει ο G. Agamben (1995): Αυτό το παράδοξο σχετίζεται με τη ζωή, ταυτόχρονα «μη επιδεχόμενη θυσία», αλλά συχνά «απόλυτα εκτεθειμένη στον θάνατο». Ο Agamben (p.28) επιμένει και υπογραμμίζει όλων των ειδών τις αντιστάσεις, διότι «καμία ηθική δεν μπορεί να αφήνει εκτός εαυτού μία όψη του ανθρώπινου, όσο και αν αυτή είναι αχάριστη, επώδυνη στο βλέμμα μας».
Ξέρουμε και από τον Φρόυντ (1918) ότι ο Κοινωνικός Δεσμός δομείται μέσα από τον αποκλεισμό του οργανισμού. Ειπωμένο διαφορετικά, η λειτουργία του κοινωνικού δεσμού, που κρατάει μαζί τα άτομα, διατηρεί μία λειτουργία επιθυμούσα, η οποία όμως δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Ωστόσο, σε συνθήκες ακραίου αποκλεισμού, η ψυχική οικονομία του Άλλου δεν οργανώνεται με σταθερά σημεία αναφοράς, στον βαθμό που τα άτομα αυτά είναι «αόρατα» (Foucault, 1977). Αόρατα σημαίνει πρώτα μία φάση απόσυρσης και μετά απαξίωσης του εαυτού: Να αισθάνεται κανείς ανάξιος φροντίδας, δικαιωμάτων, προσοχής, να αισθάνεται σε ένα «μη-τόπο» (Augé, 2008).
Ο αποκλεισμός προϋποθέτει ένα άτομο που δεν συνδέεται με ένα δίκτυο οικογενειακής αλληλεγγύης, φιλικής ή κοινοτικής ένταξης. Το κενό, στο περιθώριο των πόλεων, όπου επιβιώνουν άτομα, σηματοδοτεί όχι μόνο τη θυματοποίηση του άλλου, αλλά και τον εν δυνάμει μετασχηματισμό του σε μία απειλή, όπως συμβαίνει με τους παράνομους μετανάστες και τους αστέγους. Κάθε αποκλεισμένος φέρει μεθ’ εαυτού, είναι ο μάρτυρας μίας εσωτερικής στροφής, που απειλεί φαντασιακά ή / και πραγματικά τη συνοχή της πόλης. Απειλεί τους «αυτόχθονες» κατοίκους με κάτι απρόβλεπτο και ανοίκειο: παραπέμπει στην ευθραυστότητα του ίδιου του κατοίκου, στη ρευστότητα του ψυχο-μόνιμου γεωγραφικού του χώρου, που επιδεινώνεται δραματικά από την οικονομική κρίση.
Το αντικείμενο της κλινικής παρέμβασης θα ήταν η μελέτη και η δυνατή ανακούφιση των συνεπειών του αποκλεισμού του ατόμου από το σύστημα προστασίας δικαιωμάτων, από τη δημόσια φροντίδα υγείας και πρόνοιας, από κάθε κοινωνικό δίκτυο ενσωμάτωσης.
Ο κοινωνικός δεσμός που «ενσωματώνει», που απαρτιώνει, περιλαμβάνει μία τριάδα αξιοπρέπειας: αξιοπρέπεια του σώματος (της ζωής), αξιοπρέπεια του λόγου (της ανταλλαγής), αξιοπρέπεια της εργασίας. Αυτή η τριάδα περιγράφει το σύγχρονο ΗΘΟΣ. Αυτό που συμβαίνει στη διαδικασία του κοινωνικού αποκλεισμού και της διάχυτης έκφρασης της κοινωνικής οδύνης είναι ότι το άτομο δεν εγγράφεται, μέσω των τριών αυτών θεμελιωδών αξόνων, σε κανένα κόσμο.
Η παρουσία του στον κοινωνικό ιστό στερείται νοήματος, γίνεται απλά αντικείμενο επιβίωσης, που δεν έχει την επιλογή να διαλέξει, να διεκδικήσει κάποιο δικαίωμα, εκτός από τη δυνατότητα να τελέσει κάποια παράνομη πράξη ή κάποιο έγκλημα. «Αυτή η ακραία κατάσταση είναι η κατάσταση των ανθρώπων που στερούνται τα δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό που χάνουν δεν είναι η ελευθερία, αλλά το δικαίωμα δράσης, δεν είναι το δικαίωμα να σκέφτονται για λογαριασμό τους, αλλά το δικαίωμα να έχουν μία γνώμη» (Arendt, p.599).
Αυτή είναι και η αφετηρία εκκίνησης της σκέψης και της πρακτικής σε συνθήκες εφήμερου. Η στήριξη του ψυχισμού, μέσα από το τραυματικό πλέγμα (trauma grid) (Παπαδόπουλος, 2007), η διερεύνηση της δυνατότητας του ψυχισμού και του σώματος να κινηθούν προς ένα κοινωνικό δεσμό, μέσα από την εγγραφή τους σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο που μπορεί να ακροασθεί την οδύνη, να νοηματοδοτήσει κάτι από την αφήγησή τους, να αφουγκρασθεί τα συναισθήματα, την εσωτερική βία, την επιθυμία της μη-επιθυμίας, να διαχειριστεί το σύνδρομο του αυτό-αποκλεισμού.
Συχνά, η παλινδρόμηση περνάει μέσα από την πεισματική άρνηση κάθε βοήθειας, το άτομο γίνεται απροσδιόριστο, ακαθόριστο, συγκεχυμένο, λειτουργεί μέσα από ένα κατακερματισμό της ύπαρξής του, διατρέχοντας τον κίνδυνο να αγκιστρωθεί σε ένα βαθύ βίωμα ντροπής (τραύματος;) και στη βία της απάθειας. Βρίσκεται σε μία παράδοξη κατάσταση, όπου το άτομο δεν είναι ούτε ζωντανό ούτε νεκρό.
Αυτός ο μη-τόπος δεν έχει βέβαια το δημιουργικό νόημα που μπορεί να αναδυθεί από τον μεταβατικό χώρο του Winnicott (1951). Δηλαδή τη συνύπαρξη του «ναι» και του «όχι», του χώρου μεταξύ εξωτερικής πραγματικότητας, όπου η μετουσίωση, επένδυση / αντι-επένδυση είναι δυνατή. Είναι ένας χώρος ακίνητος, μελαγχολικός, κενός, ασυγκρουσιακός, μη λιβιδινοποιημένος. Αυτός ο αφιλόξενος για τον ψυχισμό χώρος θέτει και σε δραματική διερώτηση τη λειτουργία και την ανθεκτικότητα της θεραπευτικής ομάδας. Για να υπάρξει δυνατότητα θεραπευτικής λειτουργίας, πρέπει πρώτα να αποκατασταθεί η δυνατότητα επένδυσης και ψυχικής επεξεργασίας της ομάδας απέναντι στο ανείπωτο, στη φρίκη, στον τρόμο του κενού και της ολικής απάθειας. Είναι το βίωμα της ΛΗΘΗΣ, όπου δεν υπάρχει παρά μόνο το φθαρμένο σώμα που χάνεται. Δεν υπάρχει ιστορία ούτε μνήμη ούτε προσδοκία για το επέκεινα (Δημητριάδης, 2000).
Ο χώρος του εφήμερου, στον οποίον παρατηρείται η αποσύνδεση από τον κοινωνικό δεσμό (désaffiliation sociale) κατά τον Robert Castel (2003), είναι η κύρια αιτία για την εμφάνιση μιας νέας κλινικής εικόνας, της «κλινικής του εφήμερου» (Στυλιανίδης, 2011). Συμπτώματα μιας τέτοιας εικόνας αποτελούν η ακινησία, η μονοτονία, η παθητικότητα, η απουσία φαντασιώσεων ή έκφρασης σκέψεως, η κοινωνική απομόνωση, η απόσυρση στον εαυτό, τα βουβά συναισθήματα, η αντίσταση σε κάθε απόπειρα κινητοποίησης κ.ά. Η «κλινική του εφήμερου» αναδύει συμπτωματολογία αντίστοιχη σε πολλά σημεία με την κατάσταση της «προδρόμου σχιζοφρένειας» κατά DSM-IV και χαρακτηρίζει μια κοινωνική ομάδα των «αποκλεισμένων». Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση που διαρκώς βιώνουμε, ιδίως στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, η απάντηση δεν είναι μονόδρομη. Ωστόσο, περιλαμβάνει σίγουρα έννοιες όπως η ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας (social resilience) των ατόμων. H κοινωνική ανθεκτικότητα είναι μια πολύ-επίπεδη κατασκευή, κατά τους Cacciopo, Reis και Zautra (2011), που αποκαλύπτεται από τα άτομα και τις ομάδες ώστε να διαχειριστούν και να διατηρήσουν θετικές κοινωνικές σχέσεις, καθώς και να ανακάμψουν από στρεσογόνες καταστάσεις και την κοινωνική απομόνωση.
Η αύξηση της ποιότητας των ανθρωπίνων σχέσεων δείχνει πειραματικά (Cacciopo et al., 2011) πως σχετίζεται με τη μείωση της αντιλαμβανόμενης κοινωνικής απομόνωσης (perceived social isolation). Με την ενίσχυση του «κοινωνικού κεφαλαίου» (social capital) και της «κοινωνικής ανθεκτικότητας» μειώνεται ο «κοινωνικός πόνος» (social pain), ο οποίος ενεργοποιείται για να κινητοποιηθεί το άτομο και να ελαχιστοποιηθεί το απειλητικό ερέθισμα. Δηλαδή, η αποσύνδεση από τον κοινωνικό ιστό δεν επιφέρει μόνο κοινωνικό θάνατο, αλλά και βιολογικό. Η επέκταση του κοινωνικού πόνου στο σωματικό επίπεδο κάνει πιο επιτακτική την ανάγκη του ατόμου να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, ζητώντας να καταπραΰνει τη δυσχερή αυτή ψυχοσωματική κατάσταση.
Η τραυματισμένη ικανότητα «συμβολοποίησης» του ατόμου (Wurmser, 1984), σε συνδυασμό με την αδύναμη ικανότητα «αυτο-παρηγοριάς», στρέφει το άτομο σε συμπεριφορές
«αυτο-» ή «έτερο-» καταστροφικές. Στις πρώτες ανήκει η εξάρτηση, η αυτοκτονία, ο αυτο-τραυματισμός κ.λπ., ενώ στις δεύτερες ανήκει η παραβατική συμπεριφορά, η επιθετική στάση και διεκδίκηση.
Συμπερασματικά
Η ψυχιατρικοποίηση του τραύματος και της κοινωνικής οδύνης οφείλει να έχει διακριτά όρια και το βιο-ιατρικό μοντέλο της ψυχιατρικής να μην αντιστέκεται καθολικά στη γονιμοποίησή του από μία ευρύτερη διεπιστημονική προσέγγιση. Μια προσέγγιση που ενσωματώνει την προοπτική της εξέλιξης, όπως το μοντέλο του «τραυματικού πλέγματος», που δεν ωφελεί σε μια «α-θεωρητική ταξινόμηση», όπως του DSM ή του ICD, αλλά προχωρά στην καταγραφή μιας «διϋποκειμενικής» πραγματικότητας μέσα από την οποία το άτομο σε συνεργασία με τη θεραπευτική ομάδα μπορεί να αντλήσει από τους πόρους που διαθέτει και να αναπτυχθεί μέσα από καταστάσεις που ευνοούν μάλλον για το αντίθετο. Αυτή η διεπιστημονική συνεργασία δεν καρποφορεί ένα μονοδιάστατο μοντέλο, αλλά επιδιώκει τη σύνθεση μοντέλων όπως το προηγούμενο, αλλά και αυτό της «κοινωνικής ανθεκτικότητας», όπως και της «Μετατραυματικής Ανάπτυξης», που μπορούν να δώσουν μια νέα σημασία στο βίωμα, οδηγώντας το άτομο σε μια «νέα» πραγματικότητα.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι δεν μπορεί να δοθεί στο «τραύμα» και την «κοινωνική απομόνωση» μία «εφήμερη» απάντηση. Αλλά, αντίθετα, ενδείκνυται η συστηματική ενίσχυση των κοινωνικών δεσμών και η εκπαίδευση και καλλιέργεια όχι μόνο των αποκλεισμένων, αλλά και αυτών που αποκλείουν. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται και η θεραπευτική ομάδα ,που θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα όχι στην υπεράσπιση μιας αδιατάρακτης ομοιόστασης και ομοιομορφίας του κοινωνικού συνόλου, αλλά στην υπεράσπιση της διαφορετικότητας και την κατανόηση αυτού του «μη-χώρου», στον οποίο κινούνται διαρκώς περισσότεροι πολίτες που χάνουν την ταυτότητά τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Agamben G. (1995). Homo Sacer: Sovereign Power and Bare Life; Trans. by Daniel Heller-Roazen. Stanford California: Stanford University Press.
Arendt H. (2002). Les Origines du Totalitarisme, Eichmann à Jérusalem. Paris: Gallimard/Quarto.
Augé M. (2008). Le Métro revisité. Paris: Éd. du Seuil.
Cacciopo JT, Louise CH, Greg JN, Gary GB. (2011). Social Isolation. New York Academy of Sciences. 1-6.
Cacciopo JT, Reis, HT, Zautra AJ. (2011). Social resilience: The value of social fitness with an application to the military. American Psychologist, 66, 1, 43-51.
Cadell S, Regehr C, & Hemsworth D. (2003). Factors contributing to posttraumatic growth: A proposed structural equation model. American Journal of Orthopsychiatry, 73, 3, 279-287.
Calhoun, L., & Tedeschi, R. (2004). Posttraumatic growth: Conceptual foundations and empirical evidence. Psychological Inquiry, 15, 1, 1-18.
Castel, R. (2003). L’Insécurité sociale : qu’est-ce qu’être protégé? Paris: Éd. du Seuil.
Foucault, M. (1977). Discipline and punish: the birth of the prison. New York: Pantheon Books.
Freud, S. (1918). Totem and Taboo; Trans. by A. A. Brill. New York: Moffat, Yard & Co.
Galea S, Ahern J, Resnick H, Kilpatrick D, Bucuvalas M, Gold J, Vlahov D. (2002). Psychological Sequalae of the September 11 Terrorist Attacks in New York City. The New England Journal of Medicine, 346, 982-987.
Lifton RJ. (2004). Doctors and Torture. The New England Journal of Medicine. 351, 415-416.
Matthews MD. (2008). Positive Psychology: Adaptation, Leadership, and Performance in Exceptional Circumstances. In P. Hancock, & J. Szalma (eds), Performance Under Stress (pp. 163-180). Burlington, VT: Ashgate Publishing Company.
Papadopoulos RK. (1999). Destructiveness, atrocities and healing: epistemological and clinical reflections. The Journal of Analytical Psychology, 43, 4, 455-477.
Papadopoulos RK. (2007). Refugees, trauma and Adversity-Activated Development. European Journal of Psychotherapy & Counselling, 9, 3, 301 – 312.
Saraceno B. (2005). The WHO’s mental health response to the Asian tsunami. World Psychiatry. 4, 2, 66-67.
Winnicot DW. 1951. Μεταβατικά αντικείμενα και μεταβατικά φαινόμενα. Στο: Από την παιδιατρική στην ψυχανάλυση, Ελληνική μετάφραση Χατζόπουλος Θ., Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 1991.
Wurmser L. (1984). More respect for the neurotic process: Comments on the problem of narcissism in severe psychopathology, especially the addictions. Journal of Substance Abuse Treatment, 1, 37-45.
Young A. (1995). When Traumatic Memory Was a Problem: On the Historical Antecedents of PTSD. In: Rosen, G. (Ed.) Post-traumatic Stress Disorder: Issues and Controversies. London: John Wiley & Sons Ltd.
Δημητριάδης Δ. (2000). Λήθη, και άλλοι τέσσερις μονόλογοι. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.
Στυλιανίδης Σ. (2011). Η κλινική του εφήμερου. Όψεις της ατομικής και κοινωνικής οδύνης. Κλινικά και κοινωνικά ερωτήματα μέσα από μία ψυχαναλυτική οπτική. Οιδίπους 5, 229-249.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.