Γιώργος Δημητριάδης
Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής
Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας του Πανεπιστημίου Paris-7.
σύναψις 27 [2012 – τόμος 08]
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γαλλική ψυχιατρική είναι μια πολιτισμική κατασκευή η οποία απαιτεί μιαν ανάλυση που μένει να γίνει, μιαν ανάλυση με μετριοπάθεια, που θα πρέπει να καταδείξει πως δεν γίνεται να συλλάβουμε ιδέες χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργούμε προβλήματα, που αν δεν τα διευκρινίσουμε και δεν τα τοποθετήσουμε στη σύγχρονη εποχή, κινδυνεύουμε να μείνουμε για αρκετό καιρό μέσα στη σύγχυση.
Jackie Pigeaud1
Εισαγωγή
Το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ ψυχογένεσης και οργανογένεσης ανήκει στους αρχαιότερους προβληματισμούς, όντας το δυσκολότερο, κατά τον Henri Ey, κεφάλαιο της ψυχιατρικής.2 Και ήταν αυτή η μεταξύ λειτουργικού και οργανικού αντίθεση που εξέφραζε, στις αρχές του 19ου αιώνα, την προβληματική γύρω από τα ψυχικά νοσήματα· κι όχι μόνο αυτών, αλλά και κάποιων σωματικών συμπτωμάτων, όπως π.χ. μεταξύ λειτουργικού και οργανικού πόνου. Οι όροι ψυχογένεση και οργανογένεση είναι παρόντες στο ψυχιατρικό λεξιλόγιο από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά δεν είχαν την αποκλειστικότητα στη σημειολογία της «αιτιότητας» των ψυχικών νοσημάτων. Άλλοι, όπως ο όρος ενδογενές, σε αντίθεση συνήθως προς τον όρο εξωγενές ή, εναλλακτικά, προς τους όρους αντιδραστικός, ψυχογενής, νευρωτικός ή ακόμη και κοινωνιογενής, υπήρξαν παραλλαγές σχεδόν σύγχρονες της δυάδας ψυχογένεση / οργανογένεση. Κι άλλοι όροι ακόμα, όπως ιδιοσυγκρασιακός, κρυπτογενετικός, σωματογενής, φυσιογενής, κληρονομικός, ιδιοπαθής, αυτόνομος, ψυχωτικός, είχαν αρκετά παρόμοια χρήση με τον όρο ενδογενής. Η σύγχυση δεν ήταν μικρότερη αν λάβουμε επιπλέον υπόψη μας το γεγονός ότι η θεωρία της ιδιοσυγκρασίας και η θεωρία του εκφυλισμού –όπως διατυπώθηκε από τον Auguste Morel–, «φλέρταραν» με τον όρο ψυχογενής, όπως και με τον όρο ενδογενής, και πως ο Kraepelin, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θεωρούσε την παράνοια, στη διεκδικητική της μορφή, ασθένεια ταυτόχρονα ψυχογενή και ενδογενή.
Α. Σύντομο ιστορικό της αντιπαράθεσης μεταξύ ψυχογένεσης και οργανογένεσης
Ο Georges Lanteri-Laura,3 εμπνεόμενος από τον Kuhn, διέκρινε στη σύγχρονη ψυχιατρική τρεις περιόδους ή παραδείγματα. Η πρώτη ήταν το παράδειγμα της «ψυχικής αλλοτρίωσης» (όρο που χρησιμοποιούσαν για όλες εκείνες τις καταστάσεις που έκριναν πως χρήζουν εγκλεισμό), την οποία αντιλαμβάνονταν ως ενιαία ψυχική νόσο.4 Όπως μας υπενθυμίζει ο Paul Bercherie,5 την περίοδο αυτή εγκαινίασε ο Pinel, που θεωρούσε ως οργανική νόσο την «φρενοβλάβεια» – όπως αποδόθηκε στα ελληνικά η ψυχική αλλοτρίωση τον 19ο αιώνα–, δηλαδή τη διαταραχή των νοητικών λειτουργιών, των ανώτερων, ούτως ειπείν, λειτουργιών του νευρικού συστήματος. Γι’ αυτό και την ταξινόμησε στην κατηγορία των νευρώσεων, δηλαδή στις άνευ φλεγμονής ή δομικής βλάβης προσβολές του νευρικού συστήματος που, ως εκ τούτου, δεν ανήκαν στην κατηγορία των φλεγμονών, ούτε στις κατηγορίες των αιμορραγιών και των οργανικών βλαβών. Ήταν επίσης νοσήματα χωρίς πυρετό. Για τον Pinel, τη φρενοβλάβεια την προκαλούσαν (εκτός της οργανικότητας) ασθένειες άλλων οργάνων (διαμέσου της μεταξύ τους συν-πάθειας), η κληρονομικότητα, αλλά, κατά κύριο λόγο, οι πολυπληθέστερες ηθικές αιτίες: Τα ηθικά σφάλματα επενεργούσαν στα σπλάχνα και τις κύριες οργανικές λειτουργίες, κι έτσι –μέσω της συν-πάθειας των οργάνων– επιδρούσαν στον εγκέφαλο. Οι αιτίες αυτές δεν ήταν, άλλωστε, ειδικές για κάθε τύπο φρενοβλάβειας και οι διάφοροι τύποι μπορούσαν να εναλλάσσονται στο ίδιο άτομο εκτός από τη συγγενή ιδιωτεία. Με άλλα λόγια, πολύ πριν το πρόβλημα τεθεί με σαφήνεια, ο Pinel είχε αρχίσει να διαχωρίζει τα συμπτωματικά ψυχικά νοσήματα από τα ιδιοπαθή ή ουσιώδη. Τις αρχές του Pinel υιοθέτησαν οι διάδοχοί του, ο Esquirol και κατόπιν ο Georget· αν και ο τελευταίος θα κρατήσει αποστάσεις από τους δασκάλους του τοποθετώντας τα πάθη στον εγκέφαλο. Ο Esquirol,6 ως πλέον εκλεπτυσμένος κλινικός, τα διαχώρισε στα προδιαθέτοντα και τα διεγείροντα. Έμενε στον κλινικό να βρει τον μεταξύ τους συνδυασμό για να προσδιορίσει την αιτιολογία. Ο Georget, όμως, πήγε ακόμη πιο πέρα από τους δύο προηγούμενους, τονίζοντας τη διάκριση μεταξύ των συμπτωματικών ψυχικών νόσων που προέρχονται από γνωστή οργανική αιτία και των ιδιοπαθών διαταραχών, των οποίων η αιτία είναι μεν άγνωστη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται από καθαρά λειτουργικές διαταραχές, όντας αυτό που κατεξοχήν αποκαλούσαν «παραφροσύνη» (folie).
Πρώτος ο Georget7 προώθησε τον αιτιολογικό διαχωρισμό των ψυχικών νόσων: ηθικές ήταν οι αιτίες για την «παραφροσύνη», σωματικές για το οξύ παραλήρημα, τη μόνη κατ’ αυτόν «συμπαθητική» νόσο, δηλαδή δευτεροπαθή στις διαταραχές άλλων οργάνων. Έτσι, με τον Georget, το πρόβλημα της παραφροσύνης, αυτής καθ’ αυτής, εντοπίζεται πλήρως στον εγκέφαλο που γίνεται το «νοσούν όργανο». Σ’ αυτόν τον διαχωρισμό (μεταξύ ιδιοπαθών και δευτεροπαθών ψυχικών νόσων), οι καταβολές του οποίου, όπως είδαμε, αρχίζουν με τον Pinel, αντιπαρατάχθηκαν την ίδια αυτή περίοδο, οι λεγόμενοι «ανατόμοι» (Parchappe, Calmeil κ.λπ.) οι οποίοι, χωρίς να είναι σε θέση να το δικαιολογήσουν, ανέπτυξαν μια μονιστική αντίληψη για την παραφροσύνη, χωρίς, παρά ταύτα, να φτάσουν στο σημείο να προσχωρήσουν στην εντοπιστική θεωρία του Gall. Γιατί, στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Gall υποστήριζε ότι, αν η υπερτροφία μιας εγκεφαλικής φλοιικής περιοχής εκδηλώνεται με την υπερεκδήλωση της ψυχικής λειτουργίας που της αντιστοιχεί, η οποία ενδεχομένως παίρνει χαρακτήρα «ψυχικής διατάραξης, ο ερεθισμός της ίδιας περιοχής από μια νοσηρή διαδικασία (φλεγμονή ή οργανική βλάβη) μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Πάντως, το ανατομοπαθολογικό αυτό κίνημα του Gall παρότρυνε πολλούς ερευνητές της εποχής να αναζητήσουν τις εγκεφαλικές βλάβες της φρενοπάθειας. Στο τέλος θα επικρατήσει το ρεύμα που εμπνεόταν από τον Pinel. Όπως θα δούμε, η προβληματική που μας απασχολεί εδώ, θα τεθεί βέβαια ευκρινέστερα κατά την επόμενη περίοδο –του λεγόμενου «παραδείγματος των ψυχικών νόσων»–, πλην όμως είχε ήδη τεθεί ως αρχή σ’ αυτήν την πρώτη περίοδο, μια αρχή η οποία θα αποτελέσει τη βάση για τον διαχωρισμό μεταξύ ψυχιατρικής και νευρολογίας –όπως υποστηρίζει ο Jacques Postel, προλογίζοντας μια από τις εκδόσεις του «De la Folie» του Georget.8 Θυμίζουμε ότι αυτός ο διαχωρισμός στη Γαλλία έγινε επίσημα το 1838. Πρέπει να τονίσουμε ακόμα ότι, σε αυτό το στάδιο, ο Georget σημείωνε, ήδη από τότε, ότι αυτή η προσβολή του εγκεφάλου, η κατ’ αυτόν άγνωστης αιτίας φρενοπάθεια, είναι ιδιοπαθής, εκτυλίσσεται δηλαδή με τον δικό της κύκλο και είναι ανεξάρτητη των αιτίων που την επισπεύδουν.
Σε αυτό πίστευε πως έβρισκε τη θεμελιώδη διαφορά από τις δευτεροπαθείς διαταραχές, οι οποίες ακολουθούσαν την τύχη της αιτίας από την οποία παρήχθησαν κι εδώ ακριβώς δρούσε η προδιάθεση (ιδιαίτερα η κληρονομική). Παρά ταύτα, όπως είδαμε, ο Georget αντιτάχθηκε στην ιδέα των πρεσβύτερών του (και δασκάλων του) Pinel και Esquirol, ότι τα πάθη δρουν στον εγκέφαλο διαμέσου των σπλάχνων. Αυτός πίστευε πως η αναζήτηση τόσο των παθών όσο και της παραφροσύνης θα έπρεπε να γίνει στο επίπεδο του εγκεφάλου, το όργανο της νόησης. Πιο συγκεκριμένα σημείωνε ότι: «Αφού αποδείξαμε προηγουμένως ότι ο εγκέφαλος είναι το όργανο τόσο της νόησης όσο και των παθών, είναι ανώφελο, νομίζω, ν’ αναζητήσουμε εδώ την απόδειξη ότι οι ηθικές ασθένειες που μπορούν να προκαλέσουν την παραφροσύνη, δρουν έμμεσα σε αυτόν».9 Ο Jacques Postel σχολιάζει σχετικά ότι, για τον Georget, ο όρος «εγκεφαλικός» δεν είχε την περιοριστική έννοια του «οργανογενετικός», την οποία συνήθως του δίνουμε στις μέρες μας, αλλά ένα νόημα ευρύτερο που του επέτρεπε να μην εγκλωβίζεται στο δίλημμα ψυχογένεση έναντι οργανογένεσης:
Η επέκταση αυτού του νοήματος είναι ακόμη πιο εμφανής όσον αφορά την ηθική αγωγή, η οποία είναι για εκείνον η μόνη «πραγματική απευθείας αγωγή του εγκεφάλου». Το «Εγκεφαλικό» περιλαμβάνει τόσο το σωματικό όσο και το ηθικό, το φυσιολογικό και το ψυχολογικό. […] Αυτός ο μονισμός κατέστη εφικτός και μεθοδολογικά έγκυρος, από το γεγονός ότι το ψυχιατρικό πεδίο της ψύχωσης διαχωρίστηκε επιμελώς από το νευροψυχιατρικό πεδίο της φρενίτιδας και των συμπτωματικών νοητικών διαταραχών.10
Τη δεύτερη περίοδο11 ή δεύτερο παράδειγμα της ψυχιατρικής, ο Lanteri-Laura το ονομάζει παράδειγμα των ψυχικών νόσων στον πληθυντικό, αντίθετα προς τη φρενοβλάβεια που ήταν στον ενικό. Την περίοδο αυτή, από το 1854 έως το 1926, ο διαχωρισμός μεταξύ οργανογενέσεις και ψυχογενέσεις γινόταν με γνώμονα την ταξινόμηση (σύμφωνα με τα σημεία, την εξέλιξη και την αιτιολογία). Σύμφωνα πάντα με τον Lanteri-Laura, η ιδιαιτερότητα αυτού του παραδείγματος προσδιορίζεται από τη μη αναγώγιμη πολλαπλότητα αυτών των νοσημάτων που συνεπάγεται, κατ’ ανάγκη, την απαίτηση για ένα πρωτότυπο σύστημα ειδικών σημείων, οργανωμένων σε μια σημειολογική δομή που επιτρέπει να προσδιοριστούν τα μη αναγώγιμα μεταξύ τους είδη, ενώ σε μερικές δε περιπτώσεις αυτό θα γινόταν διαμέσου μιας ορισμένης αιτιολογίας. Όπως λέγαμε παραπάνω, για τον Pinel, οι αιτίες της ψυχικής νόσου ήταν κάπως αόριστες, και αφορούσαν, αναλόγως του περιστατικού, τη φυσιολογία, την κληρονομικότητα, καθώς και φυσικούς και ηθικούς παράγοντες.12 Υπό την επίδραση των ανατομοπαθολογικών εργασιών του Bayle, γύρω από την προϊούσα γενική παράλυση (1822), η απαίτηση για τον εντοπισμό της εγκεφαλικής βλάβης έγινε πρόταγμα για την ταξινόμηση των ψυχικών ασθενειών. Ο Moreau de Tours13 (στον οποίο ο «οργανικισμός» βρέθηκε στο απόγειο του14) πίστευε πως, επειδή στα ψυχικά νοσήματα –εκτός από τη γενική παράλυση– δεν ανεύρισκαν μια τέτοια βλάβη στο μικροσκόπιο, η βλάβη δεν ήταν ανατομική αλλά δυναμική: «μια μεταβολή στην ύλη και τη μοριακή δομή, την οποία όμως δεν μπορούμε να συλλάβουμε, όπως είναι, για παράδειγμα, οι μεταβολές που παράγονται στην υφή μίας χορδής όταν αυτή δονείται».
Κάτω όμως από την επίδραση της ανακάλυψης της προϊούσας γενικής παράλυσης, δηλαδή μιας σωματικής ασθένειας με ειδική αιτία κι αναμενόμενο τρόπο εξέλιξης, οι έρευνες, –καταρχάς αυτές του Jean-Pierre Farlet– προσανατολίστηκαν προς την περιγραφή των ψυχικών ασθενειών, προσπαθώντας να βρουν τις ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές μεταξύ τους, όπως επίσης τη λειτουργία τους, τις διάφορες φάσεις τους και τις εναλλαγές τους. Η «κυκλική παραφροσύνη» του J.-P. Farlet, η «παραφροσύνη με δύο μορφές» του αντιπάλου του Baillarger –οι οποίες θα γίνουν «περιοδική παραφροσύνη» και στη συνέχεια «μανιοκαταθλιπτική παραφροσύνη», όταν ο Kraepelin τις συμπεριέλαβε στις ταξινομήσεις του– είναι αντιπροσωπευτικοί τύποι αυτής της περιόδου, κατά την οποία η περιγραφή των ψυχικών νοσημάτων αφορούσε πλέον και την πορεία τους. Το «παραλήρημα καταδίωξης με συστηματική εξέλιξη» του Lasègue, η «παραφροσύνη αμφιβολίας με παραλήρημα αφής» του Jules Falret (γιου του Jean-Paul) είναι παραδείγματα της τάσης αυτής της περιόδου.
Η περιγραφή των νόσων σύμφωνα με την πορεία τους έλκει την καταγωγή της από τον Griesinger,15 πατέρα της γερμανόφωνης ψυχιατρικής και συγγραφέα το 1845 του πρώτου εγχειριδίου ψυχιατρικής (το καλύτερο της ειδικότητάς μας έλεγε ο J.-P. Farlet στο γιο του Jules, μας θυμίζει ο Bercherie16). Παρά ταύτα, για τον Griesinger, οι διάφορες μορφές παραφροσύνης συνιστούσαν φάσεις μιας και μόνο διαδικασίας, η οποία άρχιζε από την αρχική «φρεναλγία» (όρο που δανείστηκε από τον Guislain) και η οποία κατέληγε στην πλήρη άνοια, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη πως σε κάθε στάδιο η διαδικασία μπορούσε να σταματήσει ή και να υποχωρήσει. Όπως σημειώνει ο Bercherie,17 βρίσκουμε σε αυτήν την αντίληψη την καταγωγή κάποιων ιδεών που θ’ αναπτύξουν αργότερα ο Blondel, ο Jaspers και ο Guiraud. Αλλά κυρίως βρίσκουμε εδώ επιδράσεις (όπως και στον Herbart) που αφορούν την καταγωγή των εννοιών του «εγώ», της «απώθησης» και της «ψύχωσης» στον Freud. Ο Bercherie σημειώνει επίσης σχετικά με τη φρεναλγία και την ενδεχόμενη εξέλιξή της:
Η εγκεφαλική νόσος δημιουργεί προδιαθέσεις και κλίσεις, από όπου αρχίζουν συναισθήματα [..] και άλλα νεοσυσταθέντα ψυχικά μορφώματα. […] Το εγώ νιώθει αυτά τα φαινόμενα καταρχάς μέσα σ’ ένα ασαφές συναίσθημα άγχους και ηθικού πόνου. […] Παρόλα αυτά, η καινούργια αυτή ψυχική κατάσταση προοδευτικά γεννά σύντονες ψυχικές αναπαραστάσεις, ψευδείς κρίσεις (έμμονες ιδέες) τις οποίες ο άρρωστος δεν μπορεί να διορθώσει.18
Αλλά ας επανέρθουμε στη Γαλλία, όπου την ίδια περίοδο ο Morel19 θα αναπτύξει τη θεωρία του περί «εκφυλισμού», η οποία είναι περισσότερο απόπειρα σύνθεσης παρά ανάλυσης. Όπως θα δούμε και παρακάτω, ο Morel αποπειράθηκε να αρθρώσει τους οργανικούς παράγοντες, την κληρονομικότητα (κυρίως όπως αυτή εξελίσσεται στη διάρκεια των διαδοχικών γενιών) με τις νοσογόνες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, εγκαινιάζοντας έτσι, σύμφωνα με τον Bercherie,20 τη δυναμική ψυχιατρική. Στο τέλος του 19ου αιώνα, παρατηρούμε στη Γαλλία μια δεύτερη απόπειρα (μετά από εκείνη του Georget) διαχωρισμού μεταξύ νευρολογίας και ψυχιατρικής. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Alain Ehrenberg, η διάκριση αυτή γίνεται διαλεκτική κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, με αφετηρία την υστερία όπως την περιέγραψε ο Charcot,21 πριν αποκτήσει όλη της την διάσταση με τον Bernheim και κυρίως με τον Freud:
Ο Charcot έδειξε ότι το διαφοροδιαγνωστικό σημείο για την υστερία είναι η δυνατότητά της να υποβάλλεται με ύπνωση, η οποία δημιουργεί μια φυσιολογική και όχι ψυχολογική αντίδραση […]. Η κριτική αυτής της αντίληψης δίνει γένεση στην ψυχοπαθολογία, αφενός, και προσδιορίζει την περίμετρο αρμοδιότητας της νευρολογίας, αφετέρου. Ο Bernheim κατέδειξε ότι όλοι μπορούν να υπνωτιστούν, όχι μόνο οι υστερικοί, και συνεπώς ο Charcot έχει άδικο.22
Ο Bernheim προσθέτει ότι υπάρχουν υπνωτισμένα υποκείμενα τα οποία εκτελούν μόνο τις υποδείξεις που τους είναι ευχάριστες ή αδιάφορες. Άρα, αν δεν μπορούμε να υποβάλουμε οποιοδήποτε υποκείμενο με οποιαδήποτε υπόδειξη, πάει να πει ότι υπάρχει κάτι στο υποκείμενο που δέχεται ή αρνείται. Ο Ehrenberg βλέπει εδώ την ανάδυση μιας άλλης λειτουργικότητας που δεν χρειάζεται να διαθέτει πλέον οργανική βάση και η οποία είναι ανεξάρτητη από κάποια βλάβη. Αυτή λοιπόν η ρήξη επιτρέπει την αντίληψη μιας άλλης αντικειμενικότητας: αυτήν του ψυχισμού. Ξεκινώντας από εδώ ο Freud δημιούργησε έναν άλλο τρόπο να δούμε το ανθρώπινο υποκείμενο, δίνοντας περιεχόμενο στην έννοια του «ψυχικού». Η υποκειμενικότητα γίνεται έτσι αντικείμενο έρευνας.
Την ίδια περίοδο, η οργανικότητα των ψυχικών νοσημάτων είναι η επικρατούσα αντίληψη για τη νοσογραφία του Kraepelin στη Γερμανία, ο οποίος υπό την επίδραση της θεωρίας του «εκφυλισμού» θεωρούσε ότι οι «ουσιώδεις ψυχώσεις» είναι ενδογενείς. Ο Kraepelin διατύπωσε την υπόθεση μιας βιοχημικής αυτοδηλητηρίασης που σχετιζόταν με την ανάπτυξη της σεξουαλικότητας, και την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για τη βλάβη των εγκεφαλικών κυττάρων.23 Μπορούσε έτσι, σύμφωνα με τον Jacques Postel, να «υπερασπιστεί την κοινωνία, έναντι του ψυχοπαθούς, καθώς εκείνη ήταν υπεράνω κάθε υποψίας για την ευθύνη της φρενοβλάβειας».24 Ο Eugène Bleuler, παρά την επηρεασμένη από τη φροϋδική θεωρία ψυχοπαθολογική του κατεύθυνση, θα θεωρήσει την Assoziationslockerung (τη διάσπαση των συνειρμών, όπως συνήθως μεταφράζεται) ως πρωτογενές σύμπτωμα οργανικής αιτιολογίας και βασικό σύμπτωμα της νοσολογικής ομάδας των σχιζοφρενειών. Σύμφωνα με τον De Waelens:
Ο Bleuler δεν αρνιόταν σε καμία περίπτωση τον οργανικισμό – σημειώνοντας μάλιστα ότι μόνο η επικράτηση της οργανικής εξήγησης θα μπορούσε να είναι ικανοποιητική –, αλλά θεωρούσε ταυτόχρονα ότι και η υπόθεση της ψυχογενούς προέλευσης της νόσου δεν μπορούσε να αποκλειστεί, αν και προσωπικά δεν την ακολουθούσε.25
Ο Bleuler και ο Jung26 θεωρούσαν ότι, σε πολλές περιπτώσεις πρώιμης άνοιας, υπάρχει καθήλωση των συναισθηματικών συμπλεγμάτων (ιδέα που όπως είδαμε υπήρχε ήδη στον Griesinger), μέσα από την επίδραση μιας τοξίνης (που επίσης υπήρχε στον Kraepelin), η οποία δημιουργούσε και αυτά τα ίδια τα συμπλέγματα (αυτή ήταν περισσότερο η εκδοχή του Bleuler27) ή, εναλλακτικά, ότι τα συμπλέγματα δημιουργούσαν την τοξίνη, η οποία όμως στη συνέχεια τα σταθεροποιούσε (εκδοχή περισσότερο του Jung). Βλέπουμε έτσι, κυρίως στον Jung, την εμφάνιση μιας ψυχοσωματικής του εγκεφάλου στη σχιζοφρένεια, η οποία δεν κατονομαζόταν όμως ως τέτοια.
Λίγο αργότερα, η επιδημία της ληθαργικής εγκεφαλίτιδας του von Economo, που εξαπλώθηκε στην Ευρώπη από το 1917 έως το 1925 και προξενούσε (εν μέρει) συμπτώματα όπως αυτά που απαντώνται στην ψυχιατρική, θα έδειχνε, σύμφωνα με τον Lanteri-Laura,28 τόσο την επεξηγηματική αξία των βλαβών του νευρικού συστήματος στην ψυχιατρική όσο και τη ματαιότητα των προσπαθειών εντοπισμού των βλαβών αυτών, γιατί στη νόσο αυτή, οι ίδιες βλάβες προκαλούσαν πολύ διαφορετικά συμπτώματα, αν εξαιρέσουμε κάποια κοινά κάποιων. Θεραπείες όπως ήταν η πρόκληση ελονοσίας (κι αργότερα η πενικιλίνη), για την προϊούσα γενική παράλυση που τότε είχε αποκαλυφθεί, ενίσχυσαν την οργανικιστική αντίληψη για την παραφροσύνη, όπως άλλωστε και η ανακάλυψη και άλλων βιολογικών θεραπειών,29 όπως ήταν το ινσουλινικό κώμα του Sakel (1932), το cardiazol (1935), η ηλεκτροσπασμοθεραπεία και η ψυχοχειρουργική με λοβοτομή του προμετωπιαίου λοβού (1935). Το ίδιο έγινε στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 με την ανακάλυψη των νευροληπτικών, των αντικαταθλιπτικών και των θυμορυθμιστικών.
Αλλά ας επανέλθουμε στη δεκαετία του ’20, όταν αρχίζουν να εξαπλώνονται πιο «δυναμικές» θεωρίες, κάτω από την επίδραση της θεωρίας της μορφής (Gestalt) και του στρουκτουραλισμού, αλλά κυρίως του νευρολογικού ολισμού (globalisme) των Gelb και Golstein30 (που απέρριπταν τις «εντοπιστικές» αντιλήψεις για να υποστηρίξουν μια συνολικότερη, im Ganzheit, λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος). Πρόκειται για την περίοδο (πάντα σύμφωνα με την κατάταξη του Lanteri-Laura), κατά την οποία το σημαντικό δεν βρίσκεται πλέον στη λεπτομερή καταγραφή των σημείων των νόσων, αλλά στην εξεύρεση του ειδικού ψυχοπαθολογικού στοιχείου κάθε κλινικής οντότητας. Έχουμε καταρχάς τις εργασίες –μεταξύ νευρολογίας και ψυχιατρικής– των Monakow και Mourgue.31 Έπειτα εκείνες του Paul Guiraud,32 που υποστήριζε ότι τα γενεσιουργά αίτια των ψυχικών νόσων είναι η πρωταρχική συνολική ψυχική αίσθηση, δηλαδή η ψυχολογική συνιστώσα των οργανικών ζωτικών λειτουργιών, ιδιαίτερα των διεγκεφαλικών.33 Κατόπιν, τη θεωρία του Eugène Minkowski34 για την «απώλεια της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα» και την πρωτοκαθεδρία του αυτισμού έναντι της διάσπασης των συνειρμών του Bleuler στη σχιζοφρένεια, και τη «φυγή ιδεών» του Ludovic Binswanger35 στους μανιακούς.
Στη συνέχεια, τη θεωρία του «οργανοδυναμισμού»,36 που ανέπτυξε ο Henri Ey υπό την επίδραση του John Hughlings Jackson 37 (στη δεκαετία του 1880 υποστήριζε την κατά «στρώματα» οργάνωση νευρικού συστήματος επηρεασμένος από τον εξελικτισμό του Spencer). Ο Ey υποστήριζε ότι οι συνολικές αποδομήσεις του νευρικού συστήματος, πιο συγκεκριμένα της συνείδησης στις οξείες ψυχώσεις και της προσωπικότητας στις χρόνιες ψυχικές ασθένειες (νευρωτικές, ψυχωτικές, υπολειμματικές), συνιστούσαν την κατεξοχήν ψυχιατρική παθολογία, η οποία, εξαιτίας ακριβώς της σφαιρικότητάς της, αλλοτριώνει την ελευθερία του υποκειμένου με θεμελιακό τρόπο, απελευθερώνοντας τα κατώτερα αυτόματα κέντρα του νευρικού συστήματος. Την κατ’ αυτόν «οργανοκλινική απόκλιση» όριζε ως εξής:
[Είναι] το περιθώριο απροσδιοριστίας και ελαστικότητας που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην άμεση και υπολειμματική δράση των εγκεφαλικών διαδικασιών και την κλινική τους έκφραση. Αυτό […] συνιστά τη βάση του οργανικισμού μας, έναν κατ’ ουσίαν δυναμικό οργανικισμό, στον βαθμό που εμπεριέχει ένα σύνολο αντιδράσεων και εξελικτικών μεταβολών, οι οποίες εξαρτώνται βέβαια από τους μηχανισμούς αποδήμησης, αλλά και υποκινούν τη «δυναμική» των ψυχικών δομών που απομένουν.38
Σύμφωνα με τον Ey, αυτή η πρόταση βρισκόταν στον αντίποδα της μηχανιστικής εξήγησης. Επιπλέον, η ψυχογένεση περιοριζόταν εδώ στην κανονικότητα. Όσον αφορά δε τη διαμάχη μεταξύ του Ey και του Lacan στο συνέδριο της Bonneval το 1946 και την άποψη του Lacan39 στο θέμα που αναπτύσσουμε εδώ, έχουμε αναφερθεί σε άλλo άρθρo μας.40
Β. H αντίθεση μεταξύ λειτουργικού και οργανικού
Ο Xavier Bichat,41 προλογίζοντας το βιβλίου του Έρευνες φυσιολογίας γύρω από τη ζωή και το θάνατο (1809), όριζε τη ζωή ως το σύνολο των λειτουργιών οι οποίες ανθίστανται στον θάνατο. Στην αυγή του 19ου αιώνα επίσης, ο Broussais42 διατύπωνε τη θεωρία του «περί ερεθισμού και παραφροσύνης». Το βασικό γεγονός δεν ήταν κατ’ αυτόν η φύση του αιτιακoύ παράγοντα, όσο η αντίδραση του οργανισμού έναντι ερεθιστικών παραγόντων που δίνει στη νόσο τα χαρακτηριστικά της. Έτσι, οι βλάβες που αποκαλύπτονται κατά τη νεκροψία είναι συχνά δευτεροπαθείς σε λειτουργικές διαταραχές ή σε χρόνιο ερεθισμό του εγκεφάλου. Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Claude Bernard43 υποστήριζε επίσης ότι η βλάβη είναι προϊόν της νόσου, και όχι το αίτιό της, γεγονός που δεν εμπόδιζε αυτό το προϊόν να γίνει αφετηρία για άλλα συμπτώματα. Είδαμε επίσης ότι ο Pinel, σύμφωνα με το ίδιο πνεύμα, υποστήριζε ότι τα πάθη επιδρούν στα σπλάχνα, τα οποία λόγω συμπαθητικότητας, δρουν με τη σειρά τους στον εγκέφαλο. Μια ιδέα, άλλωστε, η οποία ήταν ιδιαίτερα κοντά στην ιπποκρατική θεωρία (π.χ. τη θεωρία για τη μέλαινα χολή ή τη μετανάστευση της μήτρας).
Σύμφωνα με τον M. Minkowski, ο πρώτος που μίλησε για λειτουργικά νοσήματα ήταν προφανώς ο σκοτσέζος γιατρός Cullen44 το 1776. Στη Γαλλία, σύμφωνα με τον Jean Starobinski,45 η λέξη «λειτουργικό» έκανε την εμφάνισή της στο ιατρικό λεξιλόγιο το 1830. Ακολούθησε ο όρος «λειτουργισμός», που δεν διατηρήθηκε, τον οποίο ο Louis Fleury το 1866 αντέτασσε στον όρο «οργανικισμός».46 Σύμφωνα με τον Cullen47, επρόκειτο για νοσήματα που δεν οφείλονταν σε μεταβολές των νευρικών κυττάρων και των νευρικών ινών, αλλά σε ανωμαλίες της λειτουργικότητας κάποιου τμήματος του νευρικού συστήματος, χωρίς όμως σαφή ανατομικό εντοπισμό. Θεωρούσε δε την ανωμαλία ασταθή, φευγαλέα και αναστρέψιμη. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι τις ανωμαλίες αυτές της αντιμετώπισαν εξ αρχής κυρίως ως παθοφυσιολογικές. Ανάμεσα σε αυτές τις κατ’ εξοχήν νευρολογικές νόσους ταξινομούσαν την λεγόμενη, το 1880 από τον Beard,48 νευρασθένεια, ως σωματική που συνοδευόταν από μεταβολές στο αίμα, τα εσωτερικά όργανα και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, έστω και αν υπήρχαν και ψυχικές διαταραχές, όπως η ασθενικότητα της βούλησης, οι αλλαγές στον χαρακτήρα, η ευερεθιστότητα και άλλες. Εκεί ταξινομούσαν επίσης την υστερία, ως αντανακλαστική νεύρωση, δηλαδή διαταραχή των σπλάχνων, ιδιαίτερα των γεννητικών οργάνων, σύμφωνα με την ιπποκρατική θεωρία (περί μετανάστευσης της μήτρας προς το διάφραγμα), η οποία επικράτησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Είδαμε επίσης ότι ο όρος λειτουργικό υπήρχε ήδη στον Pinel και τους διάδοχους του Esquirol και Georget, ιδιαίτερα στον τελευταίο, ο οποίος τον κατέστησε αξίωμα για τη μελέτη της φρενοβλάβειας. Η έμφαση στη σωματική συνιστώσα των λεγόμενων λειτουργικών νόσων με ειδικότερο τρόπο δεν θα δοθεί παρά στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.
Αυτό απαντάται καταρχάς στον Briquet,49 με τις εργασίες που δημοσίευσε το 1859, όπου απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στους ψυχικούς και ηθικούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα, δεχόμενος όμως παράλληλα ότι ο εγκέφαλος διαθέτει εξειδικευμένες περιοχές από όπου αρχίζουν διάφορες διαταραχές. Αργότερα, η εξέλιξη αυτών των ιδεών καθοδηγήθηκε από τη σχολή του Nancy50 (Liébault, Bernheim) γύρω από την υποβολή και την ύπνωση, αποδεικνύοντας την επίπτωση των ψυχικών παραγόντων στο νευρικό σύστημα, τόσο το σωματικό όσο και το σπλαχνικό. Αναφερθήκαμε πιο πάνω στον Charcot51 και τη σχολή του. Γι’ αυτόν η υποβολή (τόσο η αυθυποβολή όσο και ετερο-υποβολή), που συνοδευόταν από συγκεκριμένες ψυχικές αναπαραστάσεις, έπαιζε ιδιαίτερο ρόλο στη γένεση των νευρωτικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα των υστερικών. Ο Charcot τόνισε ταυτόχρονα τη σημασία των συναισθηματικών παραγόντων, που επιδρούν στη φαντασία και τα αισθήματα για την προετοιμασία, την έκλυση και τον προσδιορισμό των νευρωτικών διαταραχών. Στη συνθετική θεωρία του περί οργανικών και λειτουργικών διαταραχών, η ομοιότητα μεταξύ νευρολογικών και υστερικών συμπτωμάτων όφειλε να γίνει παράδειγμα για τον ανατομοπαθολόγο, ο οποίος, πίσω από την ομοιότητα των συνδρόμων, θα έπρεπε να υποθέσει μια αντιστοιχία στη δυναμική βλάβη του νευρικού συστήματος κάθε υστερικού συνδρόμου, παρόμοιας εκείνης των νευρολογικών συνδρόμων, όπως έδειχνε η κλινική τους εξέταση. Ο Babinski, βοηθός του Charcot, έφτασε μέχρι να «συνοψίσει» την υστερία στον πειθιατισμό, δηλαδή στα φαινόμενα τα οποία μπορούν να προκληθούν, αλλά και να υποχωρήσουν με την υποβολή. Θα περιορίσει έτσι, σύμφωνα με τον Ehrenberg,52 τις νευρολογικές διαταραχές σε ό,τι δεν προσφέρει αντικειμενικά ευρήματα κατά την κλινική εξέταση. Η συμβολή του ήταν «να διαμορφώσει ένα σαφές όριο μεταξύ του νευρολογικού και του παθολογικού, θέτοντας το ερώτημα για τη δυνατότητα να κατανοηθούν οι νοητικές καταστάσεις διαμέσου των εγκεφαλικών καταστάσεων». Αντιτάχθηκε έτσι στον Charcot που θέλησε να δημιουργήσει με την ανατομοκλινική του μέθοδο και αντικειμενικές βάσεις53 τη σωματική σημειολογία της υστερίας (μεταξύ άλλων τα λεγόμενα «στίγματα» της υστερίας).
Σύμφωνα με τον M. Minkowski,54 η μελέτη και ταξινόμηση των λειτουργικών διαταραχών έλαβε νέα ώθηση με τη μελέτη των διαταραχών συνεπεία ατυχημάτων. Τότε εμφανίζονται οι έννοιες του υστεροτραμαυτισμού του Charcot, του καταστροφισμού (sinistrose) του Brissau, της νεύρωσης αποζημίωσης κ.λπ. Ο Oppenheim, μιλώντας για νεύρωση και ιδιαίτερα για τραυματική νεύρωση, επέμεινε ιδιαίτερα στην υπερβολική συναισθηματική ευερεθιστότητα και στην επίδραση των συναισθηματικών παραγόντων στους νευρώνες που αφορούν την κίνηση, τις αισθήσεις και κυρίως την αγγειοσυσπαστικότητα και τις διάφορες εκκρίσεις, δηλαδή στο φυτικό νευρικό σύστημα εν γένει. Ο Babinsky παρουσίασε με τον Froment55 την ειδική ομάδα των δευτεροπαθών (σε τραυματισμούς) νευροπαθητικών διαταραχών, χωρίς ειδικά σημεία και εντοπιζόμενες βλάβες τα οποία αντιστέκονταν στην υποβολή και για τα οποία υπέθεταν πως υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Ο Freud μετέφερε οριστικά την υστερία από την κατανόησή της ως αναστρέψιμης νεύρωσης οργανικής αιτιολογίας στη σύλληψή της ως «νευροψύχωση» με ψυχική αιτιολογία. Υπό την επίδραση της σχολής του Nancy και του Charcot, η αιτιολογία αυτή εξαρτιόταν από την υποβολή κι αργότερα από την ανάμνηση τραυματικών επεισοδίων της παιδικής ηλικίας. Στη συνέχεια δε, όταν ο Freud έπαψε να πιστεύει πλέον στην πρώιμη αυτή θεωρία του περί νευρώσεων (τη nevrotica56 όπως την αποκάλεσε), δεν ήταν πλέον τα πραγματικά τραυματικά γεγονότα, αλλά οι φαντασιώσεις που έπαιζαν τον κύριο ρόλο στη δημιουργία των νευρώσεων. Στο ίδιο πνεύμα, ο Janet57 απομόνωσε από τη νευρασθένεια του Beard τις μορφές εκείνες στις οποίες οι ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο, τις οποίες και ονόμασε «ψυχασθένεια», όπου υπήρχε μείωση της ψυχολογικής τάσης, διάσχιση και περιορισμός του πεδίου της συνείδησης.
Σύμφωνα με τον Jacques Vié,58 στη διάρκεια του πρώτου τέταρτου του 20ού αιώνα, η οργανικότητα μιας ψυχικής νόσου εξαρτιόταν από τα τρία παρακάτω κριτήρια: (α) την ύπαρξη εμφανών βλαβών κατά τη νεκροψία, (β) το αμετάβλητο των συμπτωμάτων που σχετίζονταν με τη βλάβη αυτή και (γ) την αδυναμία βουλητικής αναπαραγωγής των συμπτωμάτων αυτών. Τα κριτήρια αυτά άλλαξαν σιγά σιγά με την πρόοδο των μελετών, για να γίνουν το 1934 (ημερομηνία του άρθρου του Vié): (α) παροδική ή μόνιμη ανατομοφυσιολογική διαταραχή σε τμήμα ή υποσύστημα του νευράξονα, (β) παρουσία σχετικής με τη διαταραχή σημειολογίας και (γ) υλική υπόσταση του νοσογόνου παράγοντα, ο οποίος μπορεί να είναι φυσικός, χημικός ή λοιμώδης, πράγμα που επιβεβαιωνόταν ενίοτε και από το αποτέλεσμα της θεραπείας. Ο Vié σημείωνε ότι με τον όρο «λειτουργικό» συγχέονταν δύο κατηγορίες φαινόμενων οι οποίες όμως ήταν αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους: οι μεν ήταν στενά συνδεδεμένες με τη νοσογόνο δραστηριότητα, οι δε με τις φυσιολογικές λειτουργίες. Πιο συγκεκριμένα σημείωνε:
Οι πρώτες […] είναι σαφώς «παθολογικές», σε συνάρτηση με τη βλάβη του οργάνου, δηλαδή με τον παθογόνο παράγοντα […]. Δεν πρόκειται για «παραφυσιολογικό», αλλά για κάτι καθαρά «νοσηρό». Απέναντι σε αυτές τις σαφώς οργανικής αιτιολογίας λειτουργικές νοσηρές διαταραχές, το λειτουργικό […] συνέχεται με το φυσιολογικό, συγκεντρώνει τις μεταβολές τις οποίες η νοσηρή διαδικασία επιφέρει στις συνήθεις λειτουργίες των οργάνων: αυτά αντιδρούν, προσαρμόζονται και, χρησιμοποιώντας έναν όρο που στερείται κάθε τελεολογική απόχρωση, συμπεριφέρνονται όπως μπορούν μπροστά στην καινούργια κατάσταση που τους επιβάλλεται.59
Σύμφωνα πάντα με τον Vié, αυτά τα προβλήματα ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της οργανικής παθολογίας. Παράγονται στο πλαίσιο της σχέσης του οργάνου με το αντικείμενο της λειτουργίας του (την τροφή για τον πεπτικό σωλήνα, τους ατμοσφαιρικούς παράγοντες για τα αναπνευστικό σύστημα κ.λπ.). Στην έκφραση «στο πλαίσιο της σχέσης του οργάνου με το αντικείμενο της λειτουργίας του» βλέπουμε ένα είδος κλινικής προσέγγισης (θα την λέγαμε στρουκτουραλιστική), η οποία ήταν πιο εκλεπτυσμένη από τη σύγχρονη κλινική προσέγγιση. Υπό την επίδραση του von Monakow60 στη Ζυρίχη, ενός από τους πρωτοπόρους θεωρητικούς της εφαρμογής της θεωρίας της μορφής στη νευρολογία και την ψυχοπαθολογία, η σχέση του οργανικού με το λειτουργικό έλαβε καινούργια ώθηση. Στις νευρολογικές διαταραχές, η μεγαλύτερη σημασία για τη συμπτωματολογία τους δεν βρίσκεται σε αυτό που πάσχει, αλλά στο πώς τα μέρη του οργάνου που παραμένουν άθικτα (του νευρικού συστήματος και κατ’ επέκταση ολόκληρου του οργανισμού) συνεχίζουν να λειτουργούν παρουσία του δεδομένου ελλείμματος, κάτι που ίσως να έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Έτσι, οι διαταραχές γίνονται οργανολειτουργικές, τέτοιες που μπορούν να προκαλέσουν ψυχογενή ή ψυχολειτουργικά στοιχεία, που συνέχονται με τις φυσιολογικές ψυχικές αντιδράσεις, οι οποίες, με τη σειρά τους, μπορεί να επιπλέξουν και να καταστήσουν την κλινική εικόνα πολυσχιδή. Η νεύρωση, σύμφωνα με τον Monakow,61 είναι συναισθηματική αντίδραση, συνήθως ψυχική και παρατεταμένη, της προσωπικότητας έναντι έντονων επιθέσεων (συνήθως επανειλημμένων και συσσωρευμένων) της σφαίρας των ενστίκτων, δηλαδή των πιο ζωτικών ενδιαφερόντων· προσβολές οι οποίες μπορεί να αφορούν τόσο τη σεξουαλική ζωή όσο και τη σωματική, ψυχική ή ηθική ακεραιότητα του ατόμου, από τραύμα, αρρώστια, ηθική εξαχρείωση, επίθεση ενάντια στο πρεστίζ και την τιμή κ.λπ. Σύμφωνα με αυτή την παθοφυσιολογική άποψη, υπάρχει λόγος να αποδεχθούμε την ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση την οποία θα έπρεπε πιθανώς να συλλάβουμε ως κληρονομική ανεπάρκεια, συγγενή ή πρώιμα επίκτητη, του ενδοκρινο-φυτικού συστήματος και του αιματοεγκεφαλικού φραγμού ή του μεσοεκτοδέρματος του εγκεφάλου. Σύμφωνα με τις ιδέες του von Monakow και του Mourgue, τις οποίες παραθέτουν λεπτομερώς στο εγχειρίδιό τους (του 1928) με τίτλο Εισαγωγή στη μελέτη της νευρολογίας και της ψυχοπαθολογίας,62 ακόμη και στο επίπεδο των νευρολογικών βλαβών υπάρχει πάντα η τάση αποκατάστασης. Ο Jackson μιλούσε μόνο για αποδόμηση την οποία ακολουθεί η απελευθέρωση των κατώτερων – φυλογενετικά – κέντρων, αλλά οι von Monakow και Mourgue αποστασιοποιήθηκαν ρητά από αυτή την άποψη. Υποστήριζαν, όπως θυμίζει ο Jean Oury, ότι:
Σε κάθε καταστροφή, κάθε βλάβη, κάθε οργανική προσβολή εκλύεται ένας μηχανισμός αυτορρύθμισης. Μόνο που με αυτόν τον όρο αμέσως πέφτουμε σε αδιέξοδο! Θα αναζητήσουν λοιπόν έναν άλλο όρο στους στωικούς: τη «συνείδηση».63 Που θα πει πως μόλις κάτι δεν πάει καλά, μια εξαιρετική ενέργεια εμφανίζεται τείνοντας να ολοκληρώσει, να αποκαταστήσει ένα επαρκές επίπεδο, ούτως ώστε να μπορεί να συνεχιστεί η λειτουργία κι έτσι να ξεπεραστεί ενδεχομένως το επίπεδο αυτό.64
Γ. Ιστορία της έννοιας της ψυχογένεσης
Ο όρος ψυχογένεση αντιτίθεται συνήθως στον όρο οργανογένεση που προωθείται από την οργανικιστική αντίληψη της ψυχοπαθολογίας. Ο Lanteri-Laura65 σημειώνει ότι ο όρος οργανικισμός ή η διδασκαλία του οργανικισμού, του οποίου κανείς δεν γνωρίζει αν το πρόθεμα σημαίνει (εκκλησιαστικό) όργανο, όργανο, οργασμό ή οργάνωση, διαμορφώθηκε με πιο ύπουλο τρόπο από ό,τι ο όρος ψυχογένεση, σύμφωνα με την ιδέα ότι υφίστανται σχέσεις μεταξύ της εγκεφαλικής παθολογίας και της ψυχιατρικής. Η ιστορία του όρου ψυχογένεση αρχίζει στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τον Aubrey Lewis,66 ανάμεσα στο 1838 και το τέλος του 19ου αιώνα, ο όρος « psychogenesis » αναφερόταν στην καταγωγή της ψυχής, στην εξελικτική ανάπτυξη των ειδών, στην οποία οφείλεται η δραστηριότητα του πνεύματος στον άνθρωπο και τα ζώα. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, με το πέρας των βιολογικών συζητήσεων, προϊόν της οποίας υπήρξε η λέξη ψυχογένεση, ο όρος αυτός κατέστη πλέον παρωχημένος, αλλά μεταλαμπαδεύτηκε στην ψυχιατρική το 1894 από τον Robert Sommer67 σε σχέση με την υστερία. Ο Sommer σημείωσε επ’ αυτού ότι:
Με τη λέξη “ψυχογένεση” επιχειρώ να περιγράψω τις επιπτώσεις των επιχειρημάτων του Möbius και Rieger στη Γερμανία, σχετικά με τη φύση της λεγόμενης “υστερίας” και ταυτόχρονα επιμένω στο γεγονός ότι η υστερία στη σημερινή της μορφή είναι μία έννοια πολύ πιο ευρεία.
Ο Sommer την εισήγαγε με κάποιες επιφυλάξεις στον βαθμό που αμφέβαλε για το εάν ο όρος πληρούσε τα απαιτούμενα επιστημονικά και γλωσσολογικά κριτήρια:
Οι κλινικοί και όσοι μεταξύ των θεωρητικών πιστεύουν πως η γλώσσα δεν είναι απλώς ζήτημα αφηρημένων, κενών συμβόλων ή απατηλές έννοιες, αλλά τρόπος έκφρασης, θα υποδεχτούν ενθέρμως κάποιον που θα βρει μια καλύτερη λέξη.
Στον ορισμό του όρου τόνισε τη σχέση του με τις αναπαραστάσεις:
Έχουμε να κάνουμε με νοσηρές καταστάσεις οι οποίες προκαλούνται από αναπαραστάσεις (Vorstellungen), οι οποίες δέχονται κι αυτές επιρροές από άλλες αναπαραστάσεις. Επιπλέον, είναι προφανές ότι νοσηρές οργανικές καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν στο ίδιο άτομο αναπαραστάσεις που με τη σειρά τους προκαλούν ψυχογενώς άλλα νοσηρά φαινόμενα, τα οποία, σε κάποιο βαθμό, θα καλύψουν την εικόνα της οργανικής πάθησης.
Κατά τον Lewis,68 ο Sommer θεωρούσε πως οι εν λόγω αναπαραστάσεις μπορούσαν να προέρχονται είτε από το σώμα είτε από το περιβάλλον του ατόμου. Μπορούσαν ακόμα να προκληθούν από μέρη του σώματος, όπως η μήτρα (σύμφωνα με το κλασικό ιπποκρατικό moto που όριζε και την υστερία). Θεωρούσε δε την υπερβολική υποβολιμότητα ως στοιχείο απαραίτητο κάθε ψυχογενούς κατάστασης. Τον όρο αυτόν συμπεριέλαβε ο Kraepelin ήδη από την πέμπτη έκδοση του εγχειριδίου του, που, κατά τον Lewis,69 δέχτηκε το επιχείρημα του Möbius σύμφωνα με το οποίο το καθοριστικό χαρακτηριστικό της υστερίας είναι η μετάφραση των ιδεών σε συμπτώματα, αλλά πρόσθεσε πως η ψυχογένεση δεν περιορίζεται στην υστερία και ότι είναι παρούσα σε ποικίλους βαθμούς και σε άλλες εκφυλιστικές παραφροσύνες. Στην επόμενη έκδοση του εγχειριδίου του δεν υπάρχει ο όρος υστερία, υπάρχει όμως στη μεθεπόμενη του 1904. Αλλά ενώ προηγουμένως ταξινομούσαν την υστερία, μαζί με την επιληψία και τη φοβία, στις γενικές νευρώσεις, στη νέα έκδοση τοποθέτησε την υστερική παραφροσύνη, μαζί με τη νεύρωση τρόμου και τη νεύρωση αναμονής, στην κατηγορία που ονόμασε ψυχογενείς νευρώσεις, δηλαδή «αυτές που προκαλούνται αποκλειστικά από ψυχογενείς επιδράσεις». Παρά ταύτα, διευκρίνισε ότι η ψυχογένεση δεν αποτελεί αυθεντική αιτιότητα, αλλά «έκλυση» (Auslösung) που προκαλούν ψυχολογικοί παράγοντες και ότι στα άτομα με τις διαταραχές αυτές υπάρχει μια ιδιαίτερη συναισθηματική διεγερσιμότητα, μια προδιάθεση. Στη μετά θάνατο όγδοη έκδοση του εγχειριδίου του, το βάρος πέρασε οριστικά στην προδιάθεση. Οι ψυχογενείς νευρώσεις της προηγούμενης κατάταξης διασπάστηκαν σε περισσότερες κατηγορίες. Η υστερία έγινε αυτόνομη κατηγορία δίπλα σε μια ομάδα ψυχογενών νόσων που διαιρέθηκε σε τρεις υποκατηγορίες. Η πρώτη συγκεντρώνει τις νευρώσεις δραστηριότητας ή «πονοπάθειες», τη νευρική κόπωση ή επίκτητη νευρασθένεια και τη νεύρωση αναμονής. Η δεύτερη, τις ψυχώσεις σχέσης ή «ομιλοπάθειες»: την παραφροσύνη αμφιβολίας και το παραλήρημα καταδίωξης των κωφών. Η τρίτη, τις ψυχώσεις πεπρωμένου ή «συμβαντοπάθειες»: η νεύρωση τρόμου, οι ψυχώσεις των φυλακισμένων και το διεκδικητικό παραλήρημα.
Ο Bercherie70 σημειώνει δικαίως ότι στην κραιπελινική ταξινόμηση (όπου θα επανέλθουμε) το πέρασμα από την 12η κατηγορία των ψυχογενών νόσων στην 16η των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων γίνεται μέσα από τη διαδοχή σειράς διαταραχών, που είναι όλο και λιγότερο αντιδραστικές και όλο και περισσότερο ριζωμένες στην ιδιοσυστασία της προσωπικότητας, δηλαδή μόνιμες, οι οποίες φτάνουν μέχρι τη διακοπή της ανάπτυξης (ιδιωτεία, κατηγορία 17), ένα σταθερό παράδειγμα. Και συμπληρώνει με την παρατήρηση ότι υπάρχει μια περίεργη εξαίρεση σε όλα αυτά: η κατηγορία 11, η «μανιο-κατάθλιψη», η πρώτη των ιδιοσυγκρασιακών ψυχώσεων στην ταξινόμηση αυτή. Αν και εδώ θα έπρεπε να είναι σημαντικότερος ο ρόλος των συμβάντων, τελικά δεν ήταν. Τοποθετημένη δίπλα στην επιληψία και την παλιά πρώιμη άνοια, άρχιζε να αποσπάται από το «ψυχοπαθητικό σύνολο». Ο Bercherie71 υπενθυμίζει και πάλι πως για τον Kraepelin η διαφορά μεταξύ του διεκδικητικού παραληρήματος (ενδογενής νόσος της ομάδας των ψυχογενών νοσημάτων) και της παράνοιας δεν είναι παρά μια μετατόπιση των σχέσεων μεταξύ των εξωτερικών επιδράσεων οι οποίες ήταν ψυχογενείς και των εσωτερικών νοσογόνων αιτιών. Έτσι, μολονότι στην ταξινόμηση αυτή το διεκδικητικό παραλήρημα έχει ομοιότητες με τη νεύρωση τρόμου, είναι παρά ταύτα, πιο κοντά στην παράνοια. Στην όγδοη και τελευταία μορφή της ταξινόμησης του Kraepelin, από τις δεκαεπτά κατηγορίες, οι επτά τελευταίες κατηγορίες ήταν ενδογενείς και ιδιοσυγκρασιακές, αλλά περιλάμβαναν στη 12η θέση τις ψυχογενείς νόσους, στη 13η την υστερία και στη 14η την παράνοια. Θα ξαναδούμε την ταξινόμηση αυτή αναλυτικότερα στο κεφάλαιο Δ΄.
Ο Karl Birnbaum,72 στο εγχειρίδιό του Aufbau der Psychose (1923), υποστήριζε ότι οι ψυχογενείς νόσοι είναι διαταραχές των λειτουργιών των οποίων ο ειδικός χαρακτήρας μπορεί να αποδοθεί σε ψυχικό παράγοντα και για τις οποίες υπάρχουν ειδικοί προδιαθεσικοί παράγοντες, ιδιαίτερα η νοσηρή ιδιοσυγκρασία που δρα επικουρικά. Αυτές οι καταστάσεις, όντας ευαίσθητες στην επιρροή ψυχολογικών παραγόντων, επηρεάζονται ευρέως από την εμπειρία με αποτέλεσμα να παίρνουν πολλές και ποικίλες μορφές. Ο Birnbaum δεχόταν, παρά ταύτα, ότι δεν είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίο αυτές δημιουργούνται. Στο ίδιο εγχειρίδιο εισήγαγε την πολυδιάστατη διάγνωση, διαχωρίζοντας προδιαθεσικούς, παθογενετικούς, εκλυτικούς και «παθοπλαστικούς» παράγοντες. Αυτοί οι τελευταίοι μπορούν να χρωματίσουν, να «καμουφλάρουν» κάποιες μη ψυχογενείς ψυχώσεις που παρουσιάζονται έτσι ως ψυχογενείς, αλλά η εξέλιξή τους καταδεικνύει την πραγματική φύση τους. Αυτό το ενδεχόμενο το λάμβανε υπόψιν του και ο Sommer, όπως είδαμε, όταν επιχειρούσε να ορίσει την ψυχογένεια. Για τον Karl Bonhoeffer73 (κατά τον Lewis,74 ενός από τους πλέον επιφανείς κλινικούς της εποχής του), μπορούμε να πούμε ότι θεωρούσε πως οι ψυχογενείς νόσοι δεν περιορίζονται σε αυτά που μοιάζουν να προκαλούνται ρητώς και αποκλειστικώς από άσχημες εμπειρίες. Ο Bonhoeffer αναγνώριζε, επίσης, ως εξίσου σημαντικούς ή και σημαντικότερους τους παράγοντες της προσωπικότητας, επιμένοντας στη σχέση της πορείας της νόσου με την επιμονή του υποκείμενου ψυχολογικού παράγοντα.
Για τους παραπάνω συγγραφείς, το πρόβλημα με την ψυχογένεση σχετίζεται πάντα με ένα εξωτερικό γεγονός που δημιουργούσε μια λίγο πολύ τραυματική συναισθηματική κατάσταση ή με έναν παράγοντα της προσωπικότητας, αλλά και τον συνδυασμό τους, προκαλώντας τις νοσηρές αναπαραστάσεις. Ως προς τον σκοπό της ψυχικής αντίδρασης, ο Freud θα τον προσεγγίσει την ίδια εκείνη περίοδο, εισάγοντας κατ’ αρχάς την έννοια της απώθησης. Ο Janet έθετε κι αυτός παρόμοια ερωτήματα αν και, όπως λέει και ο Bercherie,75 για τον Freud το σύμπτωμα είναι «αυτό το επιπλέον» που έρχεται από το ασυνείδητο, ενώ για τον Janet, που δεχόταν το ασυνείδητο του συμπτώματος, είναι «αυτό το λιγότερο» που προκύπτει από τη διάρρηξη του ψυχισμού που τον απασχολούσε, με τις παραλλαγές της απόσπασης, όπως η αβουλία, η συρρίκνωση του συνειδησιακού πεδίου, η υποβολιμότητα και η σχάση της προσωπικότητας. Ο Ernst Kretschmer, όπως θα δούμε παρακάτω, έθετε αντίστοιχα ερωτήματα γύρω από την «απώθηση» και την «καταπίεση».
Την ίδια περίοδο, ο Karl Jaspers, ο Gaëtan Gatian de Clérambault και ο Eugène Bleuler εξέφρασαν εκλεπτυσμένες ιδέες γύρω από το ίδιο θέμα. Ο de Clérambault θεωρούσε τις ψυχώσεις που είχαν ως σημείο εκκίνησης τον λεγόμενο – από τον ίδιο – ψυχικό αυτοματισμό ως ψυχογενή δημιουργία, εν μέρει ασυνείδητη (οι φωνές σκέφτονται, έλεγε76). Ήταν δηλαδή μία προοδευτική αντίδραση στον «μικρό ψυχικό αυτοματισμό», ο οποίος είναι οργανικής αιτιολογίας (η ερεθιστική άκανθα), αλλά ανιχνεύσιμη μέσω των κλινικών σημείων που επιδέξια απομόνωσε ο μεγάλος αυτός κλινικός. Ο Eugène Bleuler77 θεωρούσε πως η σχιζοφρένεια συγκροτείται κλινικώς κατά τρόπο αντιδραστικό και ψυχογενή, μέσα από τα δευτερογενή (όπως τα ονόμασε) συμπτώματα που αντιπροσωπεύουν την προσαρμοστική αντίδραση του υγιούς τμήματος του υποκειμένου στα πρωτογενή συμπτώματα, όπως ο αυτισμός και η διάσπαση των συνειρμών, που αντιστοιχούν στις άμεσες επιπτώσεις της σχιζοφρενικής διαδικασίας, την οργανική αιτιολογία της οποίας πιθανολογούσε. Δίσταζε παρά ταύτα να τα αποδώσει απευθείας σε κάποιο οργανικό παράγοντα γιατί κάποια τοξίνη απελευθερωνόταν υπό την επίδραση των συναισθηματικών συμπλεγμάτων και, ίσως επιδρούσε σε αυτό το επίπεδο, άποψη που υποστήριζε ακόμη περισσότερα ο συνεργάτης του Jung. Οι δύο αυτές απόψεις –του de Clérambault και του Bleuler– ήταν παρόμοιες στη βασική τους σύλληψη. Τα πρωτογενή συμπτώματα είναι νευρολογικής φύσης, ενώ τα δευτερογενή, κύρια πηγή της συμπτωματολογίας, είναι ψυχογενετικά και εν μέρει ασυνείδητα. Όπως σημειώνει ο Lanteri-Laura, στο άρθρο του «Σχέδιο για έναν κριτικό οργανικισμό»,78 υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ αυτής της σύλληψης και της θεωρίας του J.H. Jackson, στον βαθμό που για τον de Clérambault και τον Bleuler, υπήρχε ενεργός συμμετοχή προσαρμογής του υποκειμένου στη δημιουργία των δευτερογενών συμπτωμάτων· ενώ, για τον Jackson, τα λεγόμενα θετικά σημεία της νόσου, προκύπτουν παθητικά: εξαιτίας της απελευθέρωσης των κατώτερων κέντρων από την αναστολή την οποία ασκούσαν τα ανώτερα ιεραρχικά κέντρα που είχαν υποστεί βλάβη.
Ο Karl Jaspers δημιούργησε πρωτότυπο έργο γύρω από το θέμα αυτό με τον όρο «ψυχική διαδικασία», η οποία, όπως θα δούμε παρακάτω, αρθρωνόταν με την κατ’ αυτόν «κατανοήσιμη αντίδραση». Ο όρος «ψυχογένεση» έφτασε καθυστερημένα στις αγγλοσαξονικές χώρες και έγινε τρέχον όρος γύρω στο 1920, με αναφορά συνήθως στις ιδέες των Kraepelin, Lange, Bleuler και Birnbaum. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ψυχίατροι που κατάγονταν από την Ευρώπη (ή ήταν ευρωπαϊκής σχολής) τον χρησιμοποιούσαν αναφερόμενοι στη γερμανική του ιστορία, αλλά κατά μια έννοια πιο ευρεία από αυτήν του Kraepelin. Ο August Hoch και ο Adolf Meyer (μαθητής του August Forel και του de von Monakow, πριν εγκαταλείψει την Ελβετία για να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες) έπαιξαν σημαντικό ρόλο εδώ. Ο August Hoch79 έγραψε το 1907 ένα άρθρο με τίτλο «Γύρω από τους ψυχογενείς παράγοντες στις ψυχώσεις» και αναφέρθηκε το 1910 σε υστερικές και παρανοειδείς καταστάσεις και κάποιες ψυχώσεις των «εκφυλισμένων», στις οποίες «η ψυχογενής φύση των συμπτωμάτων δεν αμφισβητείται από κανένα». Οι εργασίες του Adolf Meyer80 (1908), πρωτοπόρου της δυναμικής κατεύθυνσης στην αμερικανική ψυχιατρική, είχαν τοποθετηθεί σαφώς υπέρ της συμμετοχής της ψυχογένεσης σε όλες τις ψυχικές ασθένειες, τις οποίες θεωρούσε ως ανεπαρκείς αντιδράσεις προσαρμογής σε διάφορες καταστάσεις. Η θεραπεία συνίστατο, κατ’ αυτόν, στο να βοηθηθεί ο ασθενής να βρει μια πιο αποτελεσματική προσαρμογή. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό όταν θα μιλήσουμε για την έννοια της αντίδρασης.
Για τον Δανό Erik Strömgren (1958), ο όρος ψυχογενείς ψυχώσεις αναφέρεται σε νοσήματα των οποίων η δημιουργία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός τραύματος ή μιας ψυχικής σύγκρουσης. Ακολουθούσε στο σημείο αυτό τον συμπατριώτη του August Wimmer82 (1916), για τον οποίο οι ψυχογενείς ψυχώσεις αποτελούσαν ανεξάρτητη ομάδα και οι οποίες οφείλονται σε ψυχικά τραύματα και προκύπτουν σε άτομα με ψυχική προδιάθεση. Τα ψυχικά τραύματα είναι υπεύθυνα κατ’ αυτόν, όχι μόνο για την εμφάνιση της νόσου, αλλά και για την «ψυχική κίνηση», το περιεχόμενο και, αρκετά συχνά, για την κατάληξή της. Διέκρινε τρεις τύπους: τον συναισθηματικό, τον παρανοειδή και τον συγχυτικό. Ο Faergeman,83 στη μονογραφία του Ψυχογενείς ψυχώσεις (1963), συνοψίζει ότι ψυχογενής είναι η κατάσταση που (α) δημιουργείται από έναν έμφυτο ιδιοσυγκρασιακό παράγοντα, όπως π.χ. την ψυχοπαθητικότητα, τη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και ένα τουλάχιστον μέρος των σχιζοφρενειών, ή (β) από ψυχοπαθολογικές συνθήκες που δημιουργούνται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, έναντι των οποίων ο οργανισμός δεν μπορεί να αντιπαρατάξει φυσιολογικούς μηχανισμούς άμυνας και διόδους εκτόνωσης. Αναρωτιότανε αν υπήρχε σκοπιμότητα ή κάποια τελεολογία σε αυτές τις καταστάσεις και ήλπιζε ότι η κυβερνητική θα βοηθούσε στο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα.
Ο Aubrey Lewis θεώρησε συμπερασματικά στο άρθρο του σχετικά με την «ψυχογένεση» ότι, στο βαθμό που επρόκειτο για έναν τόσο ασαφή όρο, θα του άρμοζε ένας αξιοπρεπής ενταφιασμός:
Ο Robert Sommer εισάγοντας τον όρο «ψυχογενετικός» δημιούργησε στην ψυχιατρική ένα κακό προηγούμενο γιατί έδωσε εγκυρότητα σε ένα συγκεχυμένο, αλλά ιδιαίτερα βολικό και ελκυστικό όρο. Τα εκλεπτυσμένα επιχειρήματα των γάλλων και γερμανών συγγραφέων κατέδειξαν ότι ο όρος αυτός βρίσκεται στο έλεος των θεωρητικών θέσεων που άπτονται των θεμελιακών προβλημάτων γύρω από την αιτιότητα, τον δυισμό και την κανονικότητα.84
Ένας τέτοιος έμμεσος ενταφιασμός θα φανεί στη βιβλιογραφία, όταν με τον όρο «psychogenetics» ο Franz Kallmann αναφέρθηκε σε άλλη χρήση του όρου, χρησιμοποιώντας το ουσιαστικό σε σχέση με έρευνες γενετικής στην ψυχιατρική, γράφοντας στο American Handbook (1959)85 του Silvano Arieti. Σημείο μάλλον του γεγονότος ότι, την εποχή κυριαρχίας των νευροεπιστημών που θα ακολουθήσει, ο όρος ψυχογένεση θα τείνει να περιπέσει σε λήθη.
Δ. Ενδογενές έναντι εξωγενούς και αντιδραστικού
Στη Γερμανία, η σωματική σχολή –εντός της οποίας ο Griesinger αποτελούσε αυθεντία – έθετε ως αξίωμα πως «η αθάνατη ψυχή, δημιούργημα του Θεού, δεν ήταν δυνατό να υποφέρει από κάποια ασθένεια, επομένως η ψυχική αλλοτρίωση δεν μπορούσε να αντιστοιχεί παρά μόνο σε κάποια εγκεφαλική προσβολή»86 και δεν προέκυπτε από την αμαρτία ή κάποιο ηθικό παράπτωμα, όπως υποστήριζαν οι πνευματιστές, μεταξύ των οποίων και ο Heinroth. Στη μελέτη του για τις ενδογενείς ψυχώσεις, ο Jacob Wyrsch87 μας υπενθύμιζε ότι για μεγάλο διάστημα οι οργανικιστές ήταν οι πλέον ένθερμοι οπαδοί της «εξωγένειας», ενώ οι γερμανοί πνευματιστές «ψυχογενιστές» του 19ου αιώνα, ο Heinroth και ο Ideler, κατ’ ουσίαν αυτοπροσδιορίζονταν ως οπαδοί της «ενδογένειας»:
Αργότερα όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι ώστε οι νευρολόγοι – ψυχίατροι υπερασπίστηκαν τη νοσηρή ενδογενή αιτιολογία […], προκρίνοντας την έννοια της ιδιοσυγκρασίας και του «βιότυπου», ενώ πιο πρόσφατα ορισμένες δυσμεταβολικές ή εγκεφαλοσικές βλάβες κληρονομικής προέλευσης. Σε αυτή την ταλάντωση οι «ψυχογενιστές» συγκεντρώθηκαν και πάλι, υπό την επίδραση ιδίως των φροϋδικών ιδεών, στο στρατόπεδο των οπαδών της «εξωγένειας».88
Κατά τον Lewis,89 οι όροι «εξωγενές» και «ενδογενές» είχαν εισαχθεί στη βοτανική το 1813, κατόπιν δε και σε άλλες επιστήμες. Στην ψυχιατρική τις εισήγαγε ο Paul-Julius Möbius90 το 1893, καθώς δεν τον ικανοποιούσε η διχοτομία μεταξύ λειτουργικού και οργανικού που βασιζόταν στο γεγονός της μετά θάνατο ανεύρεσης ή μη προσβεβλημένων ιστών. διότι αυτή η διαφοροποίηση του φαινόταν ανώφελη επειδή τα ιστοπαθολογικά ευρήματα εξαρτιόνταν από την πρόοδο της ιστολογίας. Οικοδόμησε έτσι την ταξινόμηση των ψυχικών νοσημάτων πάνω στη διάκριση μεταξύ ενδογενούς και εξωγενούς. Αναγνώρισε όμως ταυτόχρονα ότι κάποια δυσκολία στον ορισμό αυτών των όρων προερχόταν από το γεγονός της ύπαρξης ποικίλων και μερικές φορές δευτερογενών αιτίων. Ξεχώρισε έτσι ανάμεσα στην πρωτογενή, ποιοτική αιτία και τις δευτερογενείς, ποσοτικές αιτίες. Η πρώτη ήταν αναντικατάστατη, ενώ οι δεύτερες μπορούσαν να αντικαταστήσουν η μια την άλλη. Αν η πρωτογενής αιτία προερχόταν έξωθεν, θα είχαμε μια εξωγενή νόσο. Αν όμως διαπιστώνονταν μόνο ποσοτικές αιτίες, αυτό θα σημαίνει πως η πρωτογενής αιτία βρισκόταν στο εσωτερικό, ότι επρόκειτο για προδιάθεση, γι’ αυτό και αποκαλούμε τη νόσο ενδογενή. Όταν πρόκειται για ενδογενή νόσο, τότε υπάρχουν πολλές συμπτώσεις που μπορούν να την προκαλέσουν.
Ο Emil Kraepelin91 είχε αποδεχτεί τη διαφοροποίηση του Möbius και τόνισε τη σταθερή περισσότερο πορεία των εξωγενών νόσων, σε αντίθεση προς την ακανόνιστη πορεία των ενδογενών νόσων. Στην 8η και τελευταία έκδοση του Εγχειριδίου του, που χρειάστηκε πέντε χρόνια (1909-1913) για να ολοκληρωθεί, ο Kraepelin θεώρησε ως αμιγώς εξωγενείς τις επτά πρώτες τάξεις από τις συνολικά δέκα επτά (παραφροσύνη από τραύματα ή νοσήματα του εγκεφάλου, δηλητηριάσεις, μολύνσεις, συφιλιδικές αδυναμίες, παραλυτική άνοια, γεροντικές και προγεροντικές άνοιες), ενώ οι τελευταίες επτά τάξεις ήταν αμιγώς ενδογενείς-ιδιοσυστασιακές (μανιοκατάθλιψη, ψυχογενή νοσήματα, υστερία, παράνοια, ιδιοπαθείς παθολογικές καταστάσεις, ψυχοπαθητικές προσωπικότητες, διακοπή της ψυχικής ανάπτυξης). Ενδιαμέσως υπήρχε η ομάδα των ασαφούς αιτιολογίας ψυχώσεων, φαινομενικά αυτοτοξικές, επομένως προσομοιάζουσες στις εξωγενείς ψυχώσεις της πρώτης ομάδας, μόνο που διέθεταν σημαντική προδιάθεση, όπως συμβαίνει στη δεύτερη ομάδα (θυρεοειδογενής παραφροσύνη, ενδογενείς άνοιες, επιληψίες). Η παλαιά πρώιμη άνοια των προηγούμενων ταξινομήσεων τοποθετήθηκε εντός των ενδογενών ανοιών.
Η λέξη ενδογενές ήταν από την αρχή ισοδύναμη του κληρονομικού,92 σύμφωνα με τις επικρατούσες ιδέες της εποχής, και συνδεδεμένη με το, γαλλικής καταγωγής (Morel 1857, Magnan 1890), δόγμα του εκφυλισμού, υπό την έννοια μιας προοδευτικής έκπτωσης με το πέρασμα των διαδοχικών γενεών (θα επανέλθουμε παρακάτω στη θεωρία αυτή). Εντούτοις, η αυστηρή διάκριση μεταξύ ενδογενών και εξωγενών αιτίων φαινόταν τεχνητή σε συγγραφείς όπως ο Bonhoeffer διότι, κατ’ αυτόν, μια ψυχική νόσος μπορεί να είναι τόσο ενδογενής όσο και εξωγενής. Η εξέλιξη του όρου εξωγενές έγινε εν μέρει ανεξάρτητα από το «ενδογενές ταίρι του». Ο Bonhoeffer93 σχημάτισε την έννοια τύποι εξωγενών αντιδράσεων, ως τρόπων αντίδρασης του εγκεφάλου στις διάφορες βλάβες. Όπως σημειώνουν οι Alberto Gaston και Roberto Tatarelli, ο Bonhoeffer (1909) επαναδιατύπωσε την εξωγένεια, στο άρθρο του « κριτική ανάλυση της εξέλιξης της έννοιας της ενδογένειας», σύμφωνα με τον τύπο μιας εξωγενούς αντίδρασης:
Αν θεωρήσουμε την προρρηθείσα διαδικασία ως αντίδραση, τότε η πιθανή μετατροπή μιας κατάστασης σε μιαν άλλη αποκτά αυτομάτως χαρακτήρα αντιστρεψιμότητας. η περίπτωση της εξωτερικής αιτιότητας εκμηδενίζεται, χάνοντας έτσι την ειδική ικανότητα της ποιοτικής μετατροπής ([…], όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των εξωτερικών ερεθισμάτων που μπορούν να προκαλέσουν μια λίγο πολύ στερεότυπη απάντηση, τόσο περιορίζεται και η αιτιώδης ιδιαιτερότητα). […]. Με πιο άμεση συνέπεια […] τον εγκλεισμό της ενδογένειας σε έννοια όλο και περισσότερο περιορισμένη, εσωτερική και υποθετική.94
Ο Gottfried Ewald95 παρατηρούσε επίσης μιαν άλλη δυσκολία που προερχόταν από το γεγονός πως ένας νοσηρός εξωτερικός παράγοντας μπορεί να προκαλέσει ένα σύνδρομο, οι χαρακτήρες και η προκαθορισμένη πορεία του οποίου θυμίζουν μια ενδογενή νόσο, και τούτο ανεξάρτητα από το αν ο νοσηρός παράγοντας παραμένει ή όχι στη διάρκεια του συνδρόμου. Ο Karl Jaspers96 διαχώριζε τις αυθεντικές αντιδράσεις από συναισθηματικά σοκ των προκλητών ψυχώσεων, όπως στην περίπτωση μιας κατατονικής ψύχωσης ως επακόλουθο του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. Ο Julien Rouard97 διατύπωσε ανάλογες παρατηρήσεις στο 2ο συνέδριο του Bonneval, με την ευκαιρία ανακοινώσεων με αντιδραστικά μελαγχολικά επεισόδια. Επομένως υπήρχε η ιδέα πως ακόμα κι όταν ένα σύνδρομο επισπεύδεται από έναν εξωτερικό παράγοντα, μπορεί στη συνέχεια να ακολουθήσει μιαν ανεξάρτητη, αυτόνομη από τους εξωγενείς παράγοντες διαδρομή. Η ιδέα αυτή υπήρχε ήδη, όπως είδαμε, στον Georget, πάνω από έναν αιώνα πριν.
Η λέξη ενδογενές αντιπαρατέθηκε προοδευτικά στη λέξη αντιδραστικό παρά στη λέξη εξωγενές. Κατά τον Starobinski (συγγραφέα ενός βιβλίου για τη δράση και την αντίδραση), η λέξη αντιδραστικό:
Εμφανίστηκε στα γαλλικά αρκετά αργά στον 19ο αιώνα και η έννοια που θα παρέμενε ήταν η αντίθεσή της στο «οργανικό». Την ίδια στιγμή, στη γλώσσα της ψυχοπαθολογίας θα συμπορευτεί με τη λέξη λειτουργικό στη γλώσσα της εσωτερικής παθολογίας. […] Οι «αντιδραστικές» παθήσεις είναι παθήσεις χωρίς ανιχνεύσιμες βλάβες, δηλαδή sine materia. Οι σωματιστές της εποχής του θριαμβεύοντος θετικισμού θα επιχειρήσουν εντούτοις να τις δώσουν υλική υπόσταση με την υποθετική μορφή των κυκλοφοριακών διαταραχών.98
Στο άρθρο του «αντίδραση», του εγκυκλοπαιδικού λεξικού των ιατρικών επιστημών, ο Bernheim έγραφε το 1875 ότι:
Περιγράφουν κάτω από αυτό το όνομα κάθε πράξη που προκύπτει από οποιαδήποτε επίδραση που προσβάλλει το ζωντανό ον, είτε το ενοχλεί είτε του είναι αδιάφορη. Έτσι θεωρούμενη η αντίδραση περιλαμβάνει όλα τα φαινόμενα της ζωής […]. Η ιστορία των αντιδράσεων συγκροτεί ολόκληρη την παθολογία […]. Η πρόκληση ή η διευκόλυνση των ωφέλιμων αντιδράσεων, η πρόληψη ή η καταπολέμηση αυτών που είναι επικίνδυνες, να ποιος είναι ο ρόλος της ιατρικής.99
Κατά τον Starobinski,100 ενώ τόσοι ψυχίατροι πίστευαν ότι, σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να απομονώσουν μια βλάβη ή μια αλλοίωση, κάποιοι αντιφρονούντες αντέτειναν ότι θα έπρεπε να θεωρήσουν την ανωμαλία της συμπεριφοράς όχι ως συνέπεια μιας βλάβης ή μιας εντοπίσιμης αλλοίωσης, αλλά ως απάντηση του εγκεφάλου σε ένα ερέθισμα ή σε μια βιωμένη κατάσταση. Η λέξη αντιδραστικό πήρε έτσι τη θέση μιας διαμαρτυρίας έναντι των νοσολογικών ταξινομήσεων της εποχής. Στις Η.Π.Α., ο ελβετικής καταγωγής ψυχίατρος Adolf Meyer (1866-1950) ίδρυσε την ψυχοβιολογική ψυχιατρική σχολή αποδίδοντας τις ψυχιατρικές διαταραχές σε μη ικανοποιητικές αντιδράσεις, δηλαδή σε διαταραχές της προσαρμογής που κατέληγαν σε αντιδράσεις υποκατάστασης.101 Ο γιατρός αυτός ήταν ένας εκ των δύο που συνέβαλλαν στην εισαγωγή της έννοιας προσαρμογή (adjustment), η οποία θα κυριαρχήσει κατόπιν στην αμερικανική ψυχιατρική και ψυχανάλυση.
Την ίδια περίοδο (1912), στην Ελβετία, ο Hans-Wolfgang Maier102 εισάγει τον όρο καταθυμική αντίδραση, που σημαίνει πως μπορεί να υφίσταται ιδιαίτερη ευαλωτότητα σε κάποιο άτομο, λόγω ψυχικών τραυματισμών, ιδίως όταν αυτοί παράγονται στην παιδική ηλικία, προδιαθέτοντας έτσι σε αντιδράσεις μπροστά σε ιδιαίτερα γεγονότα που θα άφηναν αδιάφορα άλλα άτομα. Για τους Ey, Bernard και Brisset103: « Πρόκειται για προσωπική επεξεργασία σύμπλοκων συναισθηματικών τάσεων (πάθη, κοινωνικά αισθήματα) και αντίκεινται στην ολοθυμική (αντίδραση) που αναφέρεται στη βασική συναισθηματικότητα, τα ζωτικά συναισθήματα, το θυμικό και τις συγκινήσεις». Οι αντιλήψεις του Maier, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον Bleuler, είναι αναμφίβολα επηρεασμένες από την ψυχαναλυτική θεωρία. Θα δούμε παρόμοιες θεωρήσεις πιο κάτω στον Ernst Kretschmer,104 που ακολουθεί την ίδια έννοια της ειδικής αντίδρασης – εδώ έναν ορισμένο τύπο χαρακτήρα, τον υπερευαίσθητο χαρακτήρα ακριβέστερα. Στον Karl Leonhard,105 η λέξη ενδογενές γνώρισε τέτοια επέκταση – αντιπροσωπευτική ως προς αυτό της γερμανικής ψυχιατρικής παράδοσης γύρω από αυτόν τον όρο – έτσι που απομόνωσε τριάντα πέντε ενδογενείς ψυχώσεις. Στο επόμενο κεφάλαιο θα δούμε πώς ο όρος ενδογενές, αποκτώντας τους δικούς του νόμους, έπαψε να ισοδυναμεί με το κρυπτογενετικό και το βιολογικό.
E. Διαδικασία έναντι κατανοητής αντίδρασης
Ο Karl Jaspers, ο ψυχίατρος που έγινε φιλόσοφος και του οποίου οι ιδέες τόσο επηρέασαν τη σύγχρονη ψυχιατρική, είναι αυτός που εισήγαγε την αντίθεση μεταξύ verstehen (κατανοώ) και erklären (εξηγώ)106 στη Γενική Ψυχοπαθολογία του (1913),107 ακολουθώντας τη φιλοσοφία της ιστορίας του γερμανού ιστορικού και κοινωνιολόγου Wilhelm Dilthey.108 Στα τέλη του 19ου αιώνα, κάνοντας ο Dilthey τη διάκριση μεταξύ της «γνώσης», που είναι κατάλληλη μόνο στις «επιστήμες της φύσης», και της «κατανόησης» που είναι κατάλληλη μόνο στις «ηθικές επιστήμες», όριζε επακριβώς τις ιδιαιτερότητες μεταξύ των φυσικών επιστημών (Naturwissenschaften) που δεν ήταν προσεγγίσιμες με τη διαίσθηση και την «κατανόηση», και τις ηθικές επιστήμες (Geisteswissenschaften) οι οποίες, αντίθετα, δεν ήταν προσεγγίσιμες με τη γνώση της ψυχικής ζωής.109 Για τον Jaspers, η έννοια της παθολογικής αντίδρασης διαθέτει μια πλευρά που προσφέρεται στην κατανόηση και μια άλλη πλευρά που προσφέρεται στην αιτιότητα (τροποποίηση σε ό,τι διαφεύγει της συνείδησης, im Ausserbezussten). Θα ακολουθήσουμε και πάλι εδώ τον Lanteri-Laura που έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα πάνω στο θέμα. Για τον Jaspers, μια παθολογική κατάσταση:
Μπορούσε να αντιστοιχεί σε τέσσερα ενδεχόμενα: το πρώτο, σε παθολογική αντίδραση στο βιωμένο συμβάν, του οποίου η ανάπτυξη σε αυτή την περίπτωση θα αφορούσε την, παράδοξη κάποιες φορές, αντιδραστική παθολογία. το δεύτερο εξαρτιόταν από έναν, ενδεχομένως άμετρο, χαρακτήρα του υποκειμένου. τόσο η μια όσο και η άλλη περίπτωση ήταν κατανοητές και σε επαφή με την κανονικότητα […]. […] Το τρίτο, που το ονόμαζε ψυχική διαδικασία και τη θεωρούσε χαρακτηριστική της ψυχωτικής παθολογίας, δεν ήταν δυνατόν να γίνει κατανοητό παρά μόνο μέχρις ενός σημείου, ταχέως εξαντλήσιμο, έτσι που το πιο ιδιαίτερο της ψυχικής παθολογίας χαρακτηριζόταν ταυτόχρονα από το όριο στην κατανόηση και την, προσωρινή τουλάχιστον, άγνοια της αιτιολογίας.110
Και το τέταρτο ενδεχόμενο, λέει ο Lanteri-Laura, όπως το αλκοολικό ζηλοτυπικό παραλήρημα, παρέπεμπε σε μια φυσική διαδικασία, που ανήκει στην τάξη της γνώσης και όχι της κατανόησης, καθώς δεν υπάρχει τίποτε το κοινό ανάμεσα στα μαστία και το αίσθημα της ζήλειας. Βρίσκουμε παρόμοιες ιδέες στον Kleist και τον Bumke. Ο Oswald Bumke, διάδοχος του Kraepelin στο Μόναχο, περιέγραφε ως εξής τα κριτήρια της οργανικότητας των ψυχικών διαταραχών στο (συλλογικό) περίφημο Lehrbuch: «Δεν τα βρίσκουμε στην κανονική ψυχική ζωή και παραμένουμε ψυχολογικά αδύναμοι μπροστά τους. μπορούμε πολύ καλά να τα περιγράψουμε, χωρίς να μπορούμε να τα νιώσουμε». Το οργανικό σύμπτωμα δεν έχει τίποτε το ομόλογο στην κανονική ψυχική ζωή. είναι, κατά την έκφραση του Karl Kleist111 (βοηθού του Wernicke), «ετερόνομο» (όπως το είδαμε επίσης πιο πάνω σε σχέση με την αντίθεση μεταξύ λειτουργικού και οργανικού). Για τον Jaspers, εντούτοις, το χαρακτηριστικό της ψυχικής διαδικασίας είναι από τη μια μεριά η μη κατανόηση, όπως την εννοεί η «απλοϊκή ψυχολογία» και από την άλλη η απουσία κάποιας γνωστής βλάβης που θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια φυσική διαδικασία. Υπάρχει λοιπόν ανάμεσα στα δύο ένας υπό κατασκευή τόπος που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται περιττός. Όταν όμως παρατηρήσουμε από πιο κοντά, η κατασκευή αυτή της ψυχικής διαδικασίας δεν είναι επιπόλαια διότι, όπως προαναφέραμε σχετικά με τη σχιζοφρενική διαδικασία του Bleuler ή τον μικρό ψυχονοητικό αυτοματισμό του de Clérambault, στην ψυχική διαδικασία, μια δευτερογενής κατανόηση λειτουργεί από τη στιγμή που έχουν συλλεχθεί σημειολογικώς τα στοιχεία της διαδικασίας, είτε είναι πρωτογενείς παραληρητικές είτε άλλες εμπειρίες. Η ανάγνωση του Lacan στο θέμα αυτό, στη διατριβή του το 1932, είναι η ακόλουθη:
Με την είσοδο αυτού του στοιχείου, σχηματίζεται μια νέα ψυχική σύνθεση, μια νέα προσωπικότητα που υπόκειται εκ νέου στις σχέσεις κατανόησης. […] Πρόκειται ουσιαστικά για αλλαγή της ψυχικής ζωής που δεν συνοδεύεται από καμιά αποδιοργάνωση της ψυχικής ζωής. Προσδιορίζει μια νέα ψυχική ζωή που παραμένει μερικώς προσβάσιμη στην κανονική κατανόηση, ενώ παραμένει και μερικώς αδιαπέραστη.112
Κατά τον Lanteri-Laura,113 δύο έργα συνέβαλλαν ώστε να συζητηθεί και πάλι η κατασκευή του Jaspers που είχε, παρόλα αυτά, επιβιώσει σε ορισμένες αντιλήψεις των σύγχρονων ταξινομικών συστημάτων των ψυχικών διαταραχών (ο όρος «ψυχωτικά συμπτώματα σύντονα ή όχι με το συναίσθημα», για παράδειγμα, στις τρέχουσες εκδοχές των DSM και ICD) κι ακόμα περισσότερο στο νου της πλειονότητας των ψυχιάτρων:
Από την πλευρά μας, ως τρίτη πηγή αμφισβήτησης θεωρούμε τον Jacques Lacan,115 που, από τη διατριβή του ήδη το 1932, είχε επιχειρήσει να παράσχει την αναγκαία επέκταση στην έννοια της κατανόησης και να αποδώσει ψυχογενετικά, κατά ένα μέρος, κάποιες παρανοιακές ψυχώσεις, μέσω της έννοιας της αυτοτιμωρίας, που τείνει να συνοψίσει όλα αυτά τα στοιχεία της διαδικασίας, τα οποία αλλιώς θα παρέμεναν διάσπαρτα. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδρομής του επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την ψυχαναλυτική θεωρία ως «υπερ-κατανόηση», την οποία θα θέσει επί το έργον για να φτάσει προοδευτικά το 1955 στην απόρριψη της ψυχογένεσης και στην αμφισβήτηση116 της «σχέσης κατανόησης» του Jaspers.
Ακόμη, μπορούμε να θεωρήσουμε ως τέταρτη πηγή αντίθεσης στις ιδέες του Jaspers τους διαδόχους του της σχολής της Χαϊδελβέργης, κάποιες από τις πλέον ενδιαφέρουσες θεωρίες των οποίων θα αναπτύξουμε εδώ:
Πρώτα αυτές του Kurt Schneider. Σύμφωνα με την ανάλυση της έννοιας της διαδικασίας στη γερμανική ψυχιατρική βιβλιογραφία από την Cornelia Masi, 117 ο Schneider:
Κατακρίνει τη χρήση της αντίθεσης μεταξύ «αιτιατού» και «κατανοητού», όταν αυτά ανήκουν σε δύο διαφορετικές κατηγορίες, με το πρώτο να σημαίνει μια τάξη και το δεύτερο μια μέθοδο για να συλληφθεί μια σχέση. Γι’ αυτό ο Schneider αντιπαρέθετε το «kausalgesetlich-sinngesetzlich» (που υπακούει σε μια αιτιακή σχέση / που έχει μία νοηματική σχέση) και το «erklärbar-verständlich», ανάλογα με το αν θεωρούμε την ίδια τη σχέση ή τη μέθοδο.
Κατόπιν τη θεωρία του Wibke Janzarik, με την έννοιά του των βασικών δυναμικών συγκροτήσεων. Σύμφωνα με τη Masi:
[Ο Janzarik] αναζητά μια μοναδική αρχή της αποδιοργάνωσης της ψυχικής ύπαρξης στη διαδρομή των ενδογενών ψυχώσεων. Περιγράφει «βασικές δυναμικές συγκροτήσεις», ο αντίκτυπος των οποίων πάνω στο «σύστημα αξιών» [Wertgefüge118] και το πεδίο του βιώματος καθορίζουν τα ενδογενή ψυχωτικά φαινόμενα. Σχηματικά, πρόκειται για τον περιορισμό, τη διάχυση, την αστάθεια και το δυναμικό ξόδεμα. […] Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα δυναμικής διαταραχής που εκθέτουν ποικίλες ψυχωτικές τροποποιήσεις.119
Κατά τον François Sauvagnat,120 η παραληρηματική διάθεση (Wahnstimmung) για τον Janzarik, όρο που δανείζεται από τον Jaspers και τον Schneider, ανήκει ταυτόχρονα και στη διάχυση και στη δυναμική αστάθεια, και η είσοδος στο παραλήρημα δεν είναι συνέπεια ενός ελλείμματος, αλλά, αντίθετα, αποτέλεσμα πολύ μεγάλης ισχύος της συνιστώσας του εντυπωσιασμού. Ο Janzarik έγραψε σχετικά:
Όταν τελειώνει η, τόσο […] αποκαλυπτική, από την πλευρά της ψυχοπαθολογίας, στιγμή της καθαρής διάχυσης, και καθώς αρχίζει η αστάθεια, διαταράσσεται η ισορροπία των ψυχικών γεγονότων που, έως τότε, ήταν ενιαία και όδευε προς την ίδια κατεύθυνση, έτσι που γίνεται πανίσχυρο ό,τι συναντάται στον κόσμο. Η παραληρηματική διάθεση είναι η έκφραση της ψυχικής αστάθειας και της απώλειας ισορροπίας που τη συνοδεύει […].121
Για τον Janzarik, η παραληρηματική διάθεση δεν υπάρχει ως συνεχές. Η ουσία της είναι η ασυνέχεια, η διακύμανση, η αντίφαση των συναισθημάτων και ταυτόχρονα υπεραφθονία και δημιουργία. Ο Sauvagnat σχολιάζει σχετικά:
Όταν, κατά βάθος, αναζητούμε αυτό που αποτελεί το ουσιώδες φαινόμενο της παραληρηματικής διάθεσης, ο Janzarik απαντά πως αντιστοιχεί άμεσα στην «άρνηση του ενδόμυχου του βιώματος» που συγκροτεί τη διάρθρωση των αξιών (Wertgefüge) […], η εξέλιξη του παραληρήματος θα γίνει διαλεκτικά, επικαιροποιώντας από τη μια πλευρά τη διαταραγμένη Wertgefüge, που φανερώνεται με διαταραχές της συνέχειας του βιώματος, κι από την άλλη επιβάλλοντας στο προβληματικό άτομο σημαντικές αντιληπτικές εμπειρίες «εντυπωσιασμού» (Anmuntungen) που εισβάλλουν απ’ έξω […]. Έτσι, η παραληρητική αντίληψη κρατάει από τις δύο αυτές όψεις.122
Ο P. και ο C. Berner123 ανέπτυξαν επίσης αυτό το σημείο της θεωρίας του Janzarik κατά τρόπο που αξιοποιεί την άρνηση, την παραγνώριση:
Επιπρόσθετα, η αστάθεια διαταράσσει τις αντιλήψεις εκείνες που κάποιες λεπτομέρειές τους ανακαλούν συναισθηματικά φορτισμένες αναμνήσεις, γίνονται καθοριστικές και δεν επιτρέπουν τη σχετικοποίησή τους. […]. Σύμφωνα με τον Janzarik, πρόκειται για αντικατάσταση του αναπαραστασιακού τρόπου αντίληψης με αυτόν του «εντυπωσιασμού», κατά την οποία η λεπτομέρεια που δημιουργεί την ανάκληση καθορίζει και την ερμηνεία της αντίληψης που δεν μπορεί να διορθωθεί μέσα από το σύνολο των αντιλήψεων.
Ο Karl-Peter Kisker, εμπνεόμενος από τον Conrad και όντας κοντινός του Janzarik και του Matussek και της έννοιάς του της ψυχονομίας, έτεινε να εισαγάγει μια δομική-δυναμική αντίληψη, ένα νόμο στο εσωτερικό της άγνωστης διαδικασίας του Jaspers. Για τον Kisker, όπως το αναφέρει ο Lanteri-Laura:
Η αποτυχία της κατανόησης μπορεί να αφορά πρώτα την απουσία των δεσμών μεταξύ των παραληρητικών θεμάτων […], όπως επίσης αποκαλύπτεται στην ασυνέχειά τους μεταξύ της προηγούμενης ύπαρξης του ασθενούς, και των παραληρητικών του εμπειριών, και, τέλος, μεταξύ του περιεχομένου αυτής της θεματικής και της μορφής με την οποία εκφράζεται.124
Για τον Masi, ο Kisker συλλαμβάνει το σχιζοφρενικό βίωμα ως μια « θετικότητα » από την οποία εκφράζεται μία τάση προς την ψυχική διάταξη, αντίθετα με τις αντιλήψεις περί ελλειμματικότητας:
Αυτή προσδιορίζεται από την ψυχονομία […]. Τα βασικά συμπτώματα δεν αποτελούν την άμεση έκφραση μιας οργανικής διαδικασίας, αλλά δημιουργούνται από την ενδοψυχική συγκρότηση που παράγουν τα οργανικά συμβάντα στο πιο υψηλό τους επίπεδο. Αντιστοιχούν στο επίπεδο της λειτουργικής δυναμικής, όσον αφορά τη σχιζοφρένεια, σε μια απόπειρα ανασυγκρότησης και, ταυτόχρονα, συγκράτησης των ψυχωτικών στοιχείων εκτός του ατόμου.125
Τέλος, ο Masi126 κλείνει το άρθρο του για την έννοια της διαδικασίας, επιχειρώντας να εκτιμήσει τη συμβολή της στην ψυχιατρική, προτείνοντας έναν άλλον όρο, την ενδονομία, που τη θεωρεί πιο κατάλληλη στην ψυχοπαθολογία από τον όρο ψυχονομία του Kisker, και ασκεί από εδώ κριτική στον δυϊσμό πιστεύοντας πως η έννοια της διαδικασίας θα μπορούσε να αποτελέσει μια διέξοδο:
Η έννοια της διαδικασίας παρέχει στην ψυχοπαθολογία μια πρωτότυπη θέση που δεν αφορμάται από την άρνηση του δυϊσμού σώματος-ψυχής, αλλά αναζητά εγγενείς σε αυτό το σύστημα λύσεις. […] Μένει τώρα να μελετήσουμε τους νόμους που το διέπουν. […] Ο όρος, όμως, της «ψυχονομίας» μας φαίνεται πολύ περιορισμένος για να χαρακτηρίσει τα γεγονότα, και ευχαρίστως θα τον αντικαταστήσουμε με τον όρο «ενδονομία», έναν όρο της ψυχοπαθολογίας […].
Ο σχεδόν σύγχρονός μας Hubertus Tellenbach127 επιχείρησε να προσφέρει κι αυτός ένα άλλο κύρος στην έννοια της διαδικασίας με τις λειτουργικές έννοιες του ένδον και της ενδοκίνησης. Για τον Tellenbach, η ενδογένεια δεν μπορεί να ανήκει στο άγνωστο, στο κρυπτογενές. Αν τα σημεία της μελαγχολίας είναι φαινόμενα, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ενδογενές» με τη θετική του έννοια. Το «ενδογενές» χαρακτηρίζει κάθε τι που προέρχεται από εκείνη την περιοχή του είναι την οποία ο Tellenbach ονομάζει ένδον, ανάμεσα στα χαρακτηριστικά του οποίου υπάρχουν όλες οι πραγματικές πρωτογενείς εκφράσεις, οι ρυθμοί: εγρήγορση / ύπνος, οι έμμηνοι κύκλοι, οι ετήσιοι κύκλοι κ.λπ. Ο Tellenbach επιμένει στον ταυτόχρονα σωματικό και ψυχικό χαρακτήρα αυτών των ρυθμικών φαινομένων. Το ένδον σχετίζεται στενά με τον κόσμο, κι ο Yves Pélicier, στα τελευταία του γραπτά,128 παρατηρεί πως ο Tellenbach κάνει λόγο για ενδοκοσμογενεϊκότητα παρά για ενδογένεια. Στη μελαγχολία, η αλλοίωση του ένδον εκδηλώνεται με τροποποίηση των ρυθμών που μπορεί να φτάσει μέχρι την κατάργησή τους. Ο Tellenbach περιγράφει τα άτομα με μελαγχολική προσωπικότητα ως να είναι προσδεδεμένα στην τάξη – η ζωή τους υφαίνεται μέσα από την εφαρμογή και τη συνείδηση του καθήκοντος –, μόνο που δεν το αντιλαμβάνονται ως κάτι που τους επιβάλλεται όπως στον καταναγκαστικό. Αυτή η προσκόλληση στην τάξη δημιουργεί κάποιο είδος ευθραστότητας. Ο Tellenbach ονομάζει « rémanence » την κατάσταση του ατόμου που φοβάται μήπως παραμείνει πίσω από τις απαιτήσεις, έναν φόβο που τον ωθεί επίσης να αποφύγει την ανάληψη νέων υποχρεώσεων και «includence» τον εγκλεισμό σε μια φυλακή καθηκόντων και υποχρεώσεων. Ο Tellenbach αναγνωρίζει στα ενδογενή φαινόμενα τη συχνότητα της κληρονομικής συνθήκης, μόνο που αυτή ανήκει περισσότερο στην τάξη της προδιάθεσης παρά στο μοιραίο, διότι ο μελαγχολικός τύπος δεν θα ασθενήσει παρά μόνο στον βαθμό που παρουσιάζεται μια παθογόνος κατάσταση που ευνοεί την «includence» και την « rémanence ». Η κατάσταση αυτή διαταράσσει τη συναισθηματική της ομοιοστασία. Ανάμεσα στην προ-μελαγχολική κατάσταση και τη μελαγχολία εκδηλώνεται μια κίνηση του ένδον, αυτό που ο Tellenbach ονομάζει ενδοκίνηση, ο ρόλος της οποίας είναι να δημιουργήσει ρήξη με την προ-μελαγχολική κατάσταση τη στιγμή που γίνεται ανυπόφορη, όταν αφανίζει τα μέσα που απαιτούνται για να διατηρήσει την ηθική ομοιοστασία, η οποία δομείται πάνω στον σεβασμό του καθήκοντος. Η ενδοκίνηση μεταμορφώνει το άτομο που δεν αναγνωρίζεται πια σε ό,τι το ζωντάνευε: για να είναι ον του καθήκοντος, γίνεται ον της ηθικής οδύνης.
Ο Sven Follin,129 ακολουθώντας τη γραμμή ενός πιστού-άπιστου μαθητή του Jaspers, αν και ανήκει στην παράδοση της γαλλικής ψυχιατρικής, περιέγραψε τη διαδικασία της σχιζοφρενικής διάσπασης, επιχειρώντας να αποφύγει την ταύτισή της με έλλειμμα. Παραθέτουμε τη διαυγή και κριτική αντίληψή του ως προς τη γερμανική σχολή (εδώ τον Bleuler, τον Bumke, κ.λπ.):
Αυτό ακριβώς που μου φαίνεται πως δυσκολεύει πολύ τον ορισμό της διαδικασίας, δηλαδή της δομικής κίνησης, είναι αυτό ακριβώς που λείπει από την ψυχική δραστηριότητα, αυτό που της λείπει για να είναι δραστηριότητα, όσο αλλοιωμένη κι αν είναι. […] H [δυσαρμονία] δεν είναι ούτε απουσία αυτής ή της άλλης ιδιότητας, όσο κι αν εμπλέκει το έλλειμμα, ούτε καθαυτό παραγωγή μιας απελευθερωμένης δραστηριότητας, όντας η αλλοιωμένη μορφή της ψυχικής δραστηριότητας ή, ακριβέστερα, η αλλοιωμένη μορφή του υψηλότερου ψυχικού επιπέδου, της ζωής του εγκεφάλου […].
Αυτό που αξίζει στους γερμανούς συγγραφείς, στους οποίους μόλις αναφερθήκαμε, είναι, μεταξύ άλλων, πως αποφεύγουν τη χρήση συνήθων όρων για να εκφράσουν μια «εκτός μέτρου» κατάσταση, δηλαδή την ψυχωτική φαινομενολογία. Οι νεολογισμοί που χρησιμοποιούν ταιριάζουν, άλλωστε, στη γερμανική φιλοσοφική παράδοση.
ΣΤ. Ιδιοσυστασία, ταμπεραμέντο και ξανά αντίδραση
Για κοινωνικούς λόγους, όπως υποστηρίζει ο Ian Dowbiggin,130 η γαλλική ψυχιατρική βρήκε στη θεωρία του εκφυλισμού του Bénédicte Augustin Morel, που εμφανίστηκε το 1857 με τη δημοσίευση του εγχειριδίου του Dégénérescence physique, intellectuelle et morale (σωματικός, διανοητικός και ηθικός εκφυλισμός), ένα έρεισμα ικανό να την τοποθετήσει ανάμεσα στις άλλες ιατρικές ειδικότητες. Επρόκειτο για θεωρία λαμαρκιανής έμπνευσης που διατήρησε τη φήμη της για πολλές δεκαετίες, χάριν της υποστήριξης του Magnan, και κατόπιν του Charcot και των μαθητών του.131 Ο Morel εμπνεόταν επίσης από ορισμένες εργασίες του Buffon και, κυρίως, από την εμπειρία των εκτροφέων προβάτων και βοοειδών, οι οποίοι γνώριζαν από καιρό ότι η εξημέρωση επέφερε τον εκφυλισμό τους και μόνο η επιστροφή στην άγρια ζωή επέτρεπε την αναγέννησή τους. Ο Lanteri-Laura έγραφε για τον Morel στο άρθρο του «Ο προορισμός και οι σχέσεις του με τις έννοιες του εκφυλισμού, της ιδιοσυστασίας και της δομής»:
Στο ανθρώπινο είδος, το ενιαίο του οποίου βεβαιώνει ως οπαδός του μονογονεϊσμού και το οποίο αντιμετωπίζει έξω από κάθε δαρβινική υπόθεση, διακρίνει δύο τύπους μετασχηματισμού. Στον πρώτο, πρόκειται για κανονικές ποικιλίες λόγω προσαρμογής στο κλίμα, το έδαφος, τη διατροφή […], αλλά στον άλλο τρόπο έχουμε να κάνουμε με νοσηρές εκτροπές του κανονικού πρωτόγονου τύπου της ανθρωπότητας, οπότε πρόκειται για εκφυλισμούς. Οι αιτίες είναι διάφορες: οι δηλητηριάσεις, η ελονοσία, η πείνα, οι επιδημίες, οι μεταβολές της διατροφής. το κοινωνικό περιβάλλον με τα ολέθρια αποτελέσματα της βιομηχανίας, η ανέχεια των εργατών, τα ανθυγιεινά επαγγέλματα, το πεσμένο ηθικό, οι συγγενείς ή επίκτητες αναπηρίες της παιδικής ηλικίας. εν τέλει η κληρονομικότητα.132
Ακριβέστερα, στο πεδίο της ψυχιατρικής, ο εκφυλισμός παράγει φαινόμενα που οξύνονται στις επόμενες γενιές. Ο εκφυλισμός παράγει τα περισσότερα αποτελέσματά του σε αυτόν ακριβώς τον τομέα της ψυχιατρικής: όταν προσβάλλεται μια γενιά, το κακό εξελίσσεται και στις επόμενες τέσσερις γενιές:
Στην πρώτη, παρατηρούμε ένα νευρικό μόνο ταμπεραμέντο. στη δεύτερη, η παθολογία προβάλλει ακριβέστερα ως υστερία, επιληψία ή υποχονδρία. στην τρίτη, παρατηρούμε τις κυρίως λεγόμενες παραληρητικές εκδηλώσεις, ενώ στην τέταρτη θα εκδηλωθεί η ιδιωτεία, σε ένα άτομο που δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί, γεγονός που διακόπτει δραστικά τα αποτελέσματα του εκφυλισμού σε αυτή τη γενεαλογική σειρά […]. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, με την εξαίρεση της τέταρτης βαθμίδας, η αποκατάσταση είναι δυνατή, γι’ αυτό και ήλπιζε στην ανάληψη πλείστων όσων μέτρων κοινωνικής υγιεινής.133
Σύμφωνα με τον Marc Jeannerod, η εκ νέου ανακάλυψη το 1900 των εργασιών του Mendel, που είχαν πρωτοδημοσιευτεί το 1866, και η ανακάλυψη των μεταλλάξεων από τον De Vries το 1901, όπως και του κληρονομικού χαρακτήρα τους από τον Morgan το 1910, όλα αυτά τόνισαν τον πλήρως ντετερμινιστικό χαρακτήρα της κληρονομικότητας. Η αντίληψη αυτή κατάφερε να επικρατήσει έναντι της νοσηρής, κατά τον τρόπο του Morel, κληρονομικότητας. Δεν αφορούσε πλέον μόνο τα ψυχικά νοσήματα, αλλά και τους ψυχικούς και διανοητικούς χαρακτήρες γενικώς, και τούτο τροφοδότησε τη φήμη του ευγονισμού (όρο που έπλασε ο Galton). Για τον Jeannerod, «λίγα γεγονότα συνέβαλλαν τόσο πολύ στην έννοια αυτού του βιολογικού ριζώματος του πνεύματος όσο η ανακάλυψη των ψυχικών νοσημάτων».135 και πιο κάτω:
Η εξαφάνιση της θεωρίας του εκφυλισμού δεν παρέσυρε, παρόλα αυτά, και την προσφυγή στα επιχειρήματα της κληρονομικότητας, όσο κι αν ο ρόλος της νοσηρής κληρονομικότητας ξεθωριάζει στην ψυχιατρική ως εξήγηση των ψυχικών νοσημάτων […]. Η βιολογική εδραίωση του πνεύματος βρίσκει την πιο ισχυρή της έκφραση στην έννοια της κληρονομικής μετάδοσης των νοσηρών ψυχικών καταστάσεων ή, απλούστερα, των ψυχικών και νοητικών χαρακτήρων.136
Για την ψυχιατρική, η αναφορά στον έμφυτο χαρακτήρα των ψυχικών νόσων θα παραμείνει εν χρήσει στο γύρισμα του αιώνα. Δεν πρόκειται πια για μια δια-γενεακή κληρονομικότητα, αλλά για έναν εκ γενετής μορφοποιημένο χαρακτήρα. Σύμφωνα με Lanteri-Laura 137:
Ξεχωρίζουν κάποιες ιδιοσυστασιακές διαφορές, τις οποίες είτε προσεγγίζουν είτε όχι προς έναν βιότυπο, και τις οποίες θεωρούν κατ’ αρχάς πως αντιστοιχούν στην ποικιλότητα των ανθρώπινων ταμπεραμέντων. κατόπιν παρατηρούν ότι κάθε μια από αυτές τις ιδιοσυστασίες είναι δυνατόν […] να μετατραπεί σε ψυχολογικό χαρακτήρα που θα μπορεί να παράγει μια πραγματική ψυχική νόσο. η τελευταία αυτή έκβαση θα βεβαιωθεί πολύ πιο καθαρά στη γερμανική σχολή του Kretschmer παρά στη γαλλική σχολή.
Σύμφωνα πάντα με τον Lanteri-Laura,138 οι αντιπρόσωποι του δόγματος των ιδιοσυστασιών στη γαλλική σχολή είναι ο Ernest Dupré, ο Achille Delmas και ο Georges Genil-Perrin, που προσκολλώνται κατά προτίμηση στις γερμανικές εργασίες του F. Martius. Σύμφωνα με τον Dupré (1912), στη διαστοφική ιδιοσυστασία, όποιες κι αν υπήρξαν οι ιδιαιτερότητες της παιδικής ηλικίας, ενυπάρχει η ακαταμάχητη τάση να κάνουν το κακό, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, ακόμα και με δική τους βλάβη. Πέραν αυτής της συγγενούς ιδιοσυστασίας, ο Dupré αναγνώριζε και μια επίκτητη ιδιοσυστασία ως κατάλοιπο της επιδημικής εγκεφαλίτιδας. Αναγνώριζε εξ άλλου την ύπαρξη μιας συγκινησιακής και μιας παρανοιακής ιδιοσυστασίας.
Την ίδια εκείνη εποχή, θα βρούμε στη Γερμανία, με το έργο Ernst Kretschmer, μια άλλη εκδοχή του δόγματος των ιδιοσυστασιών, που φιλοδοξούσε να κάνει εμφανή τον ενδογενή παράγοντα μέσω του φαινότυπου. Ο Kretschmer είχε κατ’ αρχάς διαπιστώσει μια αντιστοιχία μεταξύ ορισμένων βιότυπων και ορισμένων ταμπεραμέντων που τα ορίζει ως ακολούθως:
Πράγματι, ονομάζουμε ταμπεραμέντο το σύνολο των συναισθηματικών ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν μια ατομικότητα, κι αυτό τόσο σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο υφίσταται τις επιδράσεις όσο και εκείνον με τον οποίο αντιδρά σε αυτές. Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος υφίσταται τις επιδράσεις, […] εμφανίζει δύο μεγάλες ανεξάρτητες μεταξύ τους υποκατηγορίες. έχουμε την ψυχασθενική κλίμακα, που κυμαίνεται μεταξύ των πόλων «ευαίσθητος» και «αμβλύς», και την κλίμακα της διάθεσης, που κυμαίνεται μεταξύ των πόλων «χαρούμενος» και «θλιμμένος» […].139
Όσο για τον τρόπο αντίδρασης στις επιδράσεις που αφορούν στο ταμπεραμέντο ενός ανθρώπου, αυτός αποτελεί, κατά τον Kretschmer, ό,τι ονομάζει ψυχικό ρυθμό, που εκφράζεται τόσο στις αισθητηριακές αντιλήψεις όσο και στις νοητικές εκδηλώσεις και, προπαντός, στην ψυχοκινητικότητα, στη λίγο ή πολύ μεγάλη ταχύτητα ή βραδύτητα, στον ειδικό ρυθμό που όλες αυτές αποκτούν. Έτσι, η ψυχασθενική διευθέτηση και η διευθέτηση της διάθεσης από τη μια και ο ψυχικός ρυθμός από την άλλη, σχηματίζουν τον πυρήνα της ψυχολογικής έννοιας «ταμπεραμέντο». Τα πυκνικά άτομα έχουν πολύ συχνά έναν σύντονο και κυκλοθυμικό χαρακτήρα. τα λεπτόσωμα άτομα έχουν πολύ συχνά έναν ψυχρό απόμακρο, ψυχρό και σχιζοθυμικό χαρακτήρα. τα αθλητικά άτομα έχουν πολύ συχνά αυτό που η Françoise Minkowska ονόμαζε γλισχροειδικό ταμπεραμέντο. Πρόκειται για βασικές τάσεις που δύνανται να τροποποιήσουν σημαντικά τη συμπεριφορική τους έκφραση και τα επικοινωνιακά συμβάντα, παραμένοντας όμως κατά βάση αναλλοίωτες. Υπάρχει ένα πρώτο επίπεδο συνέχειας μεταξύ ταμπεραμέντων και της παθολογικής μορφής του χαρακτήρα όταν από την κυκλοθυμία περνάμε στην κυκλοειδΐα και από τη γλισχροειδΐα στην επιληπτοειδΐα. Κι ένα δεύτερο επίπεδο, όταν περνάμε από την κυκλοειδΐα στη μανιο-καταθλιπτική ψύχωση, από την σχιζοειδΐα στη σχιζοφρένεια και από την επιλειπτοειδΐα στην επιληψία. Για τον Kretschmer,140 ο χαρακτήρας περιλαμβάνει τη συναισθηματική και βουλητική πλευρά της συνολικής προσωπικότητας. Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου αναπτύσσεται ξεκινώντας από την παιδική ηλικία, μέσα από τη σταθερή δράση που ασκείται μεταξύ ιδιοσυστασίας –δηλαδή τις κληρονομικές καταβολές– και του εξωτερικού κόσμου. Η ιδιοσυστασιακή βάση του χαρακτήρα μορφοποιείται από τις παρορμήσεις και τα ταμπεραμέντα για τα οποία μιλήσαμε πιο πάνω και τα οποία είναι τα σημαντικότερα υλικά, αλλά όχι και τα μόνα, που χρησιμεύουν στην οικοδόμηση του χαρακτήρα. Εξωτερικές επιδράσεις, είτε ευνοϊκές είτε όχι, στη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής, βλάβες του κρανίου κι ο χρόνιος αλκοολισμός μπορούν να παίξουν εδώ σημαντικό ρόλο – όπως για παράδειγμα η ζήλεια στους αλκοολικούς. Αυτά όμως που δρουν κατά κύριο λόγο στην ανάπτυξη του χαρακτήρα είναι οι εξωτερικοί ψυχικοί παράγοντες, κατά πρώτο λόγο η διανοητική ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος και, κατά δεύτερον, ορισμένα γεγονότα που, με τις δυνατές συναισθηματικές αντιδράσεις που προκάλεσαν, μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καθορίσουν μια λανθασμένη κατεύθυνση στην ανάπτυξη του χαρακτήρα. Ο Kretschmer όμως θεωρούσε πως περιπτώσεις αυτού του είδους είναι αρκετά σπάνιες. Όπως επίσης, και ότι οι χρόνιες επιδράσεις του περιβάλλοντος θα είναι ανίκανες να επιφέρουν στην προσωπικότητα μια μεταμόρφωση, αν δεν υπήρχε σχετική προδιάθεση. Σε μεγάλο όμως βαθμό μπορούν να δράσουν σε ορισμένα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας, ενισχύοντας τα μεν, απωθώντας κάποια άλλα.
Κατά τον Kretschmer, οι επιδράσεις μπορούν εξίσου να προκαλέσουν περιγεγραμμένες ισχυρές αντιδράσεις ενός νοσηρού χαρακτήρα, όπως οι ψυχώνεις και οι καταναγκαστικές νευρώσεις. Σε ό,τι όμως αφορά τις βασικές ιδιότητες του έμφυτου ταμπεραμέντου (η μεγάλη νευρική ευαισθησία, η υπομανία, η βαριά αδράνεια κ.ά.), αυτές μπορούν ευκαιριακά να τις τροποποιήσουν οι επιδράσεις του περιβάλλοντος, αλλά όχι να τις μεταμορφώσουν. Αντιθέτως, το εξωτερικό περιβάλλον και η εκπαίδευση ασκούν σημαντική επίδραση στην πιο σύνθετη ψυχική υπερδομή, κατ’ αρχάς πάνω σε ό,τι ονόμαζε ηθική δομή του ανθρώπου, αν και ορισμένες παραλλαγές, όπως στους λεγόμενους αναίσθητους σχιζοθυμικούς, δεν προσφέρονται στις ηθικές επιδράσεις. Ας έρθουμε τώρα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο Kretschmer141 τις εσωτερικές εμπειρίες. Μια τέτοια εμπειρία προκύπτει όταν μια ψυχική δέσμη με συναισθηματική απήχηση διαπερνά αυτομάτως τη συνείδηση. Από την ομαλή ροή των ψυχικών συμβάντων, κάποια σύνολα εν είδει νησίδων αποσπώνται εδώ και κει, λόγω του ιδιαίτερα οξυμένου συναισθηματικού τους τόνου, και δεν αργούν να αποκτήσουν αποφασιστική επιρροή στην κατοπινή ψυχική ροή. Μόνο σε αυτό το σύνολο εφαρμόζει τον όρο εσωτερική εμπειρία. Δεν αρκούν οι εξωτερικοί παράγοντες για να μετατραπεί μια εντύπωση σε εσωτερική εμπειρία. χρειάζεται ακόμα να διαθέτει το υποκείμενο μια ειδική ψυχική συγκρότηση. Στο προδιατεθειμένο κυρίως άτομο, οι έντονα συναισθηματικές εσωτερικές εμπειρίες, και ιδιαίτερα εκείνες που έχουν δυσάρεστο χαρακτήρα, εκδηλώνουν ενίοτε την τάση να μετατραπούν σε ξένα ψυχικά σώματα που δεν απορροφώνται, έτσι ώστε γίνονται δευτερογενή ενεργητικά κέντρα, τα συμπλέγματα (όρο που δανείζεται από τον Bleuler και τον Jung) που παίζουν τον σημαντικότερο ρόλο στην παραγωγή νευρικών διαταραχών και αντιδραστικών ψυχώσεων. H προδιάθεση σε αυτά τα συμπλέγματα, που ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του ταμπεραμέντου, είναι ελάχιστη στον υπομανιακό και πιο εξεσημασμένη στον σχιζοθυμικό νευρικό υπερευαίσθητο σχιζοθυμικό. Η θέση των συμπλεγμάτων ως προς τη συνείδηση εξαρτάται από τις προδιαθέσεις του χαρακτήρα. Σε κάποιον προκύπτουν από μια καταθυμική απώθηση, παραμένουν στην περιφέρεια της συνείδησης και συγκροτούν μια σταθερή πηγή διαταραχών και ερεθισμών. Οι απωθήσεις αποτελούν τη βάση των κυριότερων υστερικών αντιδράσεων. Αντίθετα, όταν παραμένουν συνεχώς στο κέντρο της συνείδησης με την οδυνηρή τους καθαρότητα, ο Kretschmer κάνει λόγο εδώ για κατακράτηση που καθορίζει το μεγαλύτερο μέρος των υπερευαίσθητων αντιδράσεων (καταναγκαστική νεύρωση και παράνοια). Ο Kretschmer τοποθετούσε και άλλες εσωτερικές εμπειρίες παραπλεύρως των συμπλεγμάτων, ιδίως τις συναισθηματικές εξάρσεις των ιδεών, οι οποίες μερικές φορές παύουν να σχηματίζουν ένα ψυχικό σώμα ξένο προς τη συνολική προσωπικότητα, έτσι που η προσωπικότητα αυτή να διαλύεται εντός της ιδέας, αποτελώντας τον πυρήνα της. Θα ξαναβρούμε την ανάπτυξη διαχυτικών εκδηλώσεων και αντιδραστικών καταθλίψεων στην ψυχοπαθολογία. Γενικώς όμως, οι φορτωμένες με συναισθηματική έξαρση ιδέες αποτελούν ένα από τα κύρια κίνητρα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η δράση των συμπλεγμάτων είναι λιγότερο απλή. Βρίσκονται στη βάση των ελλειμματικών αντιδράσεων, των συμπτωμάτων και των εκρηκτικών αντιδράσεων.
Θα πρέπει, τέλος, να αναφερθούμε στην ιδέα που σχημάτισε ο Kretschmer για τις αντιδράσεις στις σχέσεις τους με τις εσωτερικές εμπειρίες, τον χαρακτήρα και τα γεγονότα. Όπως θα δούμε ευθύς αμέσως, η αντίληψή του για την αντίδραση είναι πιο σύνθεση από εκείνη των προδρόμων του –ή, ακόμα, και των σύγχρονών του–, όπως άλλωστε συμβαίνει και για άλλες έννοιες, όπως το ταμπεραμέντο, τον χαρακτήρα και την ενδογένεια. Ο Kretschmer διέκρινε δύο ομάδες, μεταξύ των οποίων όμως δεν υπάρχει σαφές όριο: τις πρωτόγονες αντιδράσεις και τις αντιδράσεις της προσωπικότητας. Πρωτόγονες αντιδράσεις142 είναι αυτές που, μετά τον ερεθισμό που παράγει μια εσωτερική εμπειρία, εκδηλώνεται άμεσα ή έμμεσα με αυθόρμητες παρορμητικές δράσεις ή δια μέσου βαθιών ψυχικών διαδικασιών, υποβουλητικής ή υπνοειδούς φύσεως, χωρίς να εμπλέκεται το σύνολο της προσωπικότητας. Παράγονται κατά δύο τρόπους: είτε μια ισχυρή εντύπωση επιφέρει μια παραλυτική εμβροντησία της ανώτερης προσωπικότητας, κάτι που επιφέρει διέγερση των φυλογενετικώς βαθέων στρωμάτων του ψυχισμού, η οποία ανέρχεται στην επιφάνεια αναλαμβάνοντας έτσι έναν συμπληρωματικό ρόλο: παρατηρούμε ανάλογη συμπληρωματική λειτουργία στις αντιδράσεις πανικού και στις ισχυρές ηθικές αναστατώσεις, οι οποίες δύνανται να προκαλέσουν υστερικά συμπτώματα σε υγιείς ενήλικες. είτε σε άτομα με μειωμένη ψυχική και νοητική ανάπτυξη (παιδόμορφη προσωπικότητα, νευρο-ψυχοπάθεια, λανθάνουσα σχιζοφρένεια). Τότε γίνεται λόγος για εκφυλιστική υστερία, συναισθηματική επιληψία, παρορμητική παραφροσύνη, ασταθή ψυχοπάθεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πρωτόγονες αντιδράσεις μπορεί να βρεθούν σε αντίθεση με την προσωπικότητα και, ως ένα ορισμένο σημείο, στερούνται ιδιαιτερότητας διότι μπορεί να εμφανίζονται σε κάθε τύπο προσωπικότητας. Αντιθέτως, ο Kretschmer ονόμαζε αντιδράσεις της προσωπικότητας143 εκείνες κατά τις οποίες ολόκληρη η προσωπικότητα παίρνει ενεργό και συνειδητό μέρος, έτσι που μια αντίδραση της προσωπικότητας εκφράζει πλήρως την πλέον καθαρή ατομικότητα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αντιδράσεις της προσωπικότητας είναι απολύτως ειδικές, αντιστοιχώντας η καθεμιά τους σε ορισμένες προδιαθέσεις του χαρακτήρα και σε καθορισμένες εντυπώσεις, που παράγονται μόνο όταν μια ορισμένη ατομικότητα υφίσταται την επίδραση μιας αυστηρά προσωπικής και ατομικής εντύπωσης. Ανάμεσα σε αυτές τις εντυπώσεις και τον χαρακτήρα υπάρχει η αντιστοιχία κλειδιού και κλειδαριάς, ιδίως όταν η αντιστοιχία ευνοείται από ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Έτσι λοιπόν, η εντύπωση που αφήνει μια μικρή ήττα στον τομέα της σεξουαλικής ηθικής θα ασκήσει μια ειδική διέγερση σε έναν ευαίσθητο χαρακτήρα, αλλά δεν θα αφήσει κανένα ίχνος σε ένα μαχητικό και ασεβές άτομο. Αντίθετα, σε μια ευαίσθητη φύση το χάσιμο μιας δίκης μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε μια κοινοτοπία, αλλά σε κάποιον με διαχυτική φύση να τον ενθαρρύνει να θέσει σε ενέργεια κάθε απόθεμα των δυνάμεών του σε μια μάχη χωρίς έλεος.
Κατά τον Bercherie,144 η ψυχοπαθολογική ανάλυση του Kretschmer μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στη διαστρωμάτωση της διαγνωστικής με όρους μηχανισμών, αντί της διάγνωσης μιας ψυχικής νόσου ή μιας κλινικής εικόνας. Τα διάφορα ταμπεραμέντα ή χαρακτήρες και οι ενδογενείς ψυχώσεις μπορούν έτσι να συνδυαστούν με τους διάφορους τύπους των αντιδράσεων ή μεταξύ τους, σε ποικίλες αναλογίες. Επίκτητες διαδικασίες μπορούν να τροποποιούν τον χαρακτήρα και να παράγουν μια φαινομενικά ιδιοπαθή προδιάθεση, δηλαδή να εκδηλωθεί πρώτα με ό,τι παρουσιάζεται ως απλή παθολογία αντιδραστικού τύπου (η «παθοπλαστικότητα» του Birnbaum). Ένα ταμπεραμέντο, όπως η σχιζοειδία, μπορεί να δράσει παθογενετικά σε μια σχιζοφρενική διαδικασία κατά τρόπο, αλλά και να «χρωματίζει» (η «παθοπλαστικότητα» και πάλι) μια άλλης φύσεως βλάβη, όπως η οργανική παθολογία. Και ούτω καθεξής.
Συμπέρασμα
Στην ιστορική μας διαδρομή πάνω στη διαμάχη μεταξύ ψυχογένεσης και οργανογένεσης έχουμε ήδη διαπιστώσει ότι η προσπάθεια να επιλύσουμε το πρόβλημα μέσω ενός κάποιου δυϊσμού αποτυγχάνει. Διότι η επιχειρηματολογία είναι «φαυλοκυκλική»: κάθε φορά που μια κατηγορία πάει να αντιταχθεί σε μιαν άλλη, μέσω ενός οποιουδήποτε επιχειρήματος, βρίσκουμε έκπληκτοι, στην άκρη του συλλογισμού, τη δεύτερη κατηγορία, εκείνη στην οποία η πρώτη επιχειρούσε ακριβώς να αντιταχθεί, περίκλειστη στην πρώτη.145 Θα ομολογήσουμε ότι αυτού του τύπου το πρόβλημα διέπει σε ποικίλους βαθμούς όλες τις θεωρίες που μόλις εξετάσαμε.
Μήπως τελικά το πρόβλημα που μας εμποδίζει να συγκροτήσουμε μια ακριβοδίκαιη λύση στο πρόβλημα βρίσκεται στα επιλεγόμενα «ζευγαρώματα» ή στον ίδιο τον δυϊσμό (και τη γραμμική αιτιότητα);
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Jackie Pigeaud, «À propos de l’histoire médicale des passions», Littoral, 1989, 27/28, Exercices du désir, 21-32, 32.
2 Henri Ey, «Avertissement», στο Lucien Bonnafé, Henri Ey, Sven Follin, Jacques Lacan, Julien Rouart, Le Problème de la psychogenèse des névroses et des psychoses, Paris : Desclée de Brouwer, 1950, 7.
3 Georges Lanteri-Laura, Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne, Paris : Editions du temps, 1998.
4 Στο ίδιο, 59-107.
5 Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique. Paris, Navarin, 1980, 28.
6 Jean-Etienne Esquirol, Des maladies mentales tome 1. Editions Privat, Paris, 1998, 12.
7 Σύμφωνα με τον Jacques Postel, ο Georget ήταν πολύ επιμελής αναγνώστης των άγγλων συγγραφέων, οι οποίοι ξεχώριζαν τα delirius states από τις delusions και των γερμανών συγγραφέων, οι οποίοι διαχώριζαν το Delirium από το Wahn. Jacques Postel, Eléments pour une histoire de la psychiatrie occidentale, Paris : L’Harmattan, 2007, 227.
8 Etienne-Jean Georget, De la folie, Paris, L’Harmattan, 1999.
9 Στο ίδιο, 78.
10 Jacques Postel, Éléments pour une histoire de la psychiatrie occidentale, ό.π, 130.
11 Βλ. Georges Lanteri-Laura, Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne, ό.π., 109-146.
12 Βλ. Marc Jeannerod, De la physiologie mentale. Histoire de relations entre biologie et physiologie, Paris : Odile Jacob, 1996, p.150-151.
13 Moreau de Tours, cité par Marc Jeannerod, στο ίδιο, 153.
14 Επαναφέροντας τη μη διάκριση μεταξύ νευρολογίας και ψυχιατρικής που είχε μόλις επιχειρήσει να κάνει ο Georget. Σύμφωνα με τον Jacques Postel, μόνο ο Lasègue (στην ανάλυση που έκανε στο «Le haschich» του Moreau de Tours) το 1846 κατέδειξε τον κίνδυνο αυτής της σύγχυσης. Βλ. Jacques Postel, Éléments pour une histoire de la psychiatrie occidentale, ό.π., 247-248.
15 W. Griesinger, «La pathologie mentale du point de vue de l’école somatique allemande, précédé d’une introduction de Jules Falret», Annales médico-psychologiques, janvier 1865, 4e série, V, 1-31.
16 Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique, ό.π., 62.
17 Στο ίδιο.
18 Στο ίδιο, 62 και επόμενες.
19 Στο ίδιο, 93.
20 Στο ίδιο, 97.
21 Ο Charcot χρησιμοποιεί για την υστερία την έννοια της λειτουργικής ή δυναμικής βλάβης, τοποθετώντας την στις ψυχικές ασθένειες sine materia και στις ιδιοσυγκρασιακές ασθένειες.
22 Alain Ehrenberg, «Le sujet cérébral», revue Esprit, Novembre 2004, 130-155, 135.
23 Cf. Alphonse de Waelhens, La Psychose, Essai d’interprétation analytique et existentielle, Leuwen ; Bruxelles : Nauwelaerts éditeur, 1980, 10.
24 Emil Kraepelin, Leçons cliniques sur la démence précoce et la psychose maniaco-dépressive, présentation par Jacques Postel, Paris : L’Harmattan, 1997, 16.
25 Alphonse de Waelhens, La Psychose, Essai d’interprétation analytique et existentielle, ό.π, 17.
26 Carl Gustave Jung, «Psychologie de la démence précoce : essai», Psychogénèse des maladies mentales, Paris : Albin Michel, 2001.
27 Βλ. Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique, ό.π., 200-201.
28 Georges Lanteri-Laura, Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne, ό,π., 135.
29 Paul Bercherie, «Histoire et positions des thérapeutiques en psychiatrie», Clinique psychiatrique, clinique psychanalytique, Etudes et recherches, Paris : L’Harmattan, 2005, 56-73, 86.
30 Kurt Goldstein, La Structure de l’organisme, Paris : Gallimard, 1983.
31 Constantin von Monakow et Raoul Mourgue, Introduction biologique à l’étude de la neurologie et de la psychopathologie, Paris : Librairie Félix Alcan, 1928. Βλ. Paul Guiraud, «Doctrine de Monakow et Mourgue », Psychiatrie Générale, Paris : Le François, 1950,164-182.
32 Paul Guiraud, στο ίδιο.
33 Cf. Sven Follin, «Discours sur Paul Guiraud», L’Evolution psychiatrique, 1993, 58, 4, 651-658.
34 Eugène Minkowski, Le Temps vécu, Neuchâtel : Delachaux et Niestlé S.A., 1968, 58-64.
35 Ludovic Binswanger, Sur la fuite des idées, Grenoble : Editions Jérôme Million, 2000.
36 Henri Ey, «Principes d’une conception organodynamiste en psychiatrie», Etudes psychiatriques, nouvelle édition, Vol. I, Crehey, 2006, 157-186.
37 Cf. Paul Guiraud, «Le Jacksonisme», Psychiatrie Générale, ό.π., 140-163.
38 Στο ίδιο, 168.
39 Jacques Lacan, «Propos sur la causalité psychique», στο Lucien Bonnafé, Henri Ey, Sven Follin, Jacques Lacan, Julien Rouart, Le Problème de la psychogenèse des névroses et des psychoses, Paris : Desclée de Brouwer, 1950.
40 Γιώργος Δημητριάδης, Η αντιπαράθεση Aνρί Έυ και Zακ Λακάν ως κορυφαία στιγμή της γαλλικής ψυχοπαθολογίας του 20ού αιώνα, Εκ των υστέρων, Ιούνιος 2009, 18, 167-178.
41 Βλ. Philippe Mayer et Patrick Triadou, Leçons d’histoire de la pensée médicale, Paris, Odile Jacob, 1996, 84-86.
42 François-Joseph-Victor Broussais, De l’irritation et de la folie, ό.π., 204.
43 Mirco D. Grmek, Les Legs de Claude Bernard, Paris, Fayard, 1997, en particulier le chapitre « Les notions de maladie et de santé ».
44 Βλ. M. Minkowski, «Essai d’analyse et de synthèse biologiques des troubles organiques et fonctionnels en neurologie», L’Evolution psychiatrique, 1935, VII, 1, 3-35.
45 Jean Starobinski, Action et réaction, Paris : Seuil, 1999, 393.
46 Στο ίδιο.
47 Βλ. M. Minkowski, «Essai d’analyse et de synthèse biologiques des troubles organiques et fonctionnels en neurologie», ό.π., 4.
48 Βλ. στο ίδιο, .4.
49 P. Briquet, Traité clinique et thérapeutique de l’hystérie, II, Paris : J.-B. Baillère et fils, 1859, repris dans la série Analectes.
50 Βλ. M. Minkowski, «Essai d’analyse et de synthèse biologiques des troubles organiques et fonctionnels en neurologie», ό.π., 4.
51 Βλ. J.-M. Charcot, L’hystérie. Textes choisis et présentés par E. Trillat, Paris : Privat, 1971.
52 Alain Ehrenberg, «Le sujet cérébral», ό.π., 137.
53 Στο ίδιο.
54 Βλ. M. Minkowski, «Essai d’analyse et de synthèse biologiques des troubles organiques et fonctionnels en neurologie», ό.π., 5.
55 Βλ. στο ίδιο 16.
56 Guy Le Gauffey, «L’abandon de la théorie de la séduction chez Freud» 1ère partie, Littoral, 1992, 34/35, La part du secrétaire, 201-222 et «L’abandon de la théorie de la séduction chez Freud» 2ème partie, Littoral, 1992, 36, Écritures lacaniennes, 211-232.
57 Στο ίδιο, 5.
58 Jacques Vié, «Comment concevoir actuellement l’organique et le fonctionnel en neuropsychiatrie», Hygiène mentale, Mars 1934, XXIX, 3, 45-71, 67.
59 Στο ίδιο, 68.
60 Βλ. M. Minkowski, «Essai d’analyse et de synthèse biologiques des troubles organiques et fonctionnels en neurologie», ό.π., 10 και επόμενες.
61 Βλ. στο ίδιο, 17.
62 Constantin von Monakow et Raoul Mourgue, Introduction biologique à l’étude de la neurologie et de la psychopathologie, ό.π.
63 Ο όρος στα ελληνικά στο πρωτότυπο.
64 Jean Oury, Création et schizophrénie, Paris : Gallilée, 1989, 56.
65 Georges Lanteri-Laura, «Esquisse d’un organicisme critique», in coordination éditoriale Georges Lanteri-Laura, Regard, accueil et présence : Mélanges en l’honneur de Georges Daumezon, Paris : Privat, 1980, 343-367, 343.
66 Aubrey Lewis, « Psychogenic: a Word and its Mutation », Psychological Medicine, 1972, 2, 209-215, 209.
67 Αναφέρεται στο Aubrey Lewis, «Psychogenic: a Word and its Mutation», op.cit., p.209 και στο Jean Starobinski, Action et réaction, ό.π., 195.
68 Aubrey Lewis, «Psychogenic: a Word and its Mutation», ό.π., 209.
69 Στο ίδιο, 209-210.
70 Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique, ό.π., 224.
71 Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique, ό.π., 224.
72 Βλ. Aubrey Lewis, «Psychogenic: a Word and its Mutation», ό.π., 210.
73 Βλ. στο ίδιο, 210-211.
74 Βλ. στο ίδιο 211.
75 Paul Bercherie, Genèse des concepts freudiens, Paris : L’Harmattan, 2004, 212 και επόμενες.
76 Gaëtan Gatian de Clérambault, Œuvre psychiatrique, Paris : Frénésie, 1987, 610.
77 Eugène Bleuler, Dementia Praecox ou le groupe de schizophrénies, Paris : E.P.E.L., 1993.
78 Georges Lanteri-Laura, «Esquisse d’un organicisme critique», ό.π., 357.
79 Βλ. Aubrey Lewis, «Psychogenic: a Word and its Mutation», ό.π., 212.
80 Βλ., στο ίδιο.
81 Στο ίδιο και P. M. Faergeman, Psychogenic Psychoses, London: Butterworths, 1963, 205.
82 P. M. Faergeman, Psychogenic Psychoses, ό.π., 7.
83 Στο ίδιο, 11.
84 Aubrey Lewis, « Psychogenic: a Word and its Mutation », ό.π., 214.
85 Silvano Arieti (ed.), American Handbook of Psychiatry, New York : Basic Books INC Publisher, 1959
86 Βλ. Georges Lanteri-Laura, Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne, ό.π., 92.
87 Jacob Wyrsch, Zur Geschichte und Deutung der endogenen Psychosen, [Sur l’histoire et l’interprétation des psychoses endogènes], Stuttgart : Thieme, 1956.
88 Αναφέρεται από τον Postel, βλ. την εισαγωγή του στο Emil Kraepelin, Leçons cliniques sur la démence précoce et la psychose maniaco-dépressive, σ. 16.
89 Aubrey Lewis, «‘Endogenous’ and ‘Exogenous’: A useful Dichotomy?», Psychological Medicine, 1971, 1, 191-196, 191.
90 Βλ. στο ίδιο.
91 Βλ. Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique, ό.π., 221 και επόμενες.
92 Βλ. Aubrey Lewis, «‘Endogenous’ and ‘Exogenous’: A useful Dichotomy?», ό.π., 192.
93 Βλ. στο ίδιο, 192.
94 Σε αυτά οφείλουμε να προσθέσουμε, όπως ο Gaston και Tatarelli σημειώνουν, ότι η θεωρία των φαινότυπων (η αντιστοιχία μεταξύ των σωματότυπων και του χαρακτήρα) του Kretschmer ήρθε να καταστήσει ορατή την περίφημη εσωτερική ποιότητα. Βλ. Alberto Gaston και Roberto Tatarelli, «Analyse critique de l’évolution du concept d’endogène», L’Évolution psychiatrique, 1984, 49, 2, 569-575, 572.
95 Βλ. Aubrey Lewis, «‘Endogenous’ and ‘Exogenous’: A useful Dichotomy?», ό.π., 193.
96 Karl Jaspers, Psychopathologie générale, Paris : Claude Tchou, 2000, 260. Βλ. και G. Lanteri-Laura, «Notion du processus dans la pensée psychopathologique de Karl Jaspers», L’Évolution psychiatrique, 1962, 7, 459-499.
97 Julien Rouart, «Y a-t-il des maladies mentales d’origine psychique ?», στο Le Problème de la psychogenèse des névroses et des psychoses, ό.π., 63-89.
98 Jean Starobinski, Action et Réaction, ό.π., 191.
99 Αναφέρεται στο ίδιο, 161.
100 Στο ίδιο, 193.
101 Βλ. Alfred Lief, The Commonsense Psychiatry of Dr.Alfred Meyer, New York : McGraw-Hill Book Company, 1948.
102 Γύρω από την έννοια της καταθυμίας βλ. Poul M. Faergeman, Psychogenic Psychoses, όπ., 15-17.
103 Henry Ey, P. Bernard, Ch. Brisset, Manuel de psychiatrie, 6ème éd., Paris : Masson, 1989, 104.
104 Ernst Kretschmer, Paranoïa et sensibilité (traduction française de la 3ème éd. allemande), Paris, PUF, 1963.
105 Jack R. Fourcher, 35 psychoses, La classification des psychoses endogènes de Karl Leonhard, Paris : Books on Demand GmbH, 2009.
106 Κατά τρόπο σχεδόν διαβολικό, όπως σημειώνει ο Lanteri-Laura. Βλ. G. Lanteri-Laura, «Le concept opératoire de psychogenèse et son évolution», Psychologie médicale, 1984, 8, 1375-1379, 1376.
107 Karl Jaspers, Psychopathologie générale, όπ., 247-260.
108 Wilhelm Dilthey, L’Edification du monde historique dans les sciences de l’esprit, Paris : Les éditions du cerf, 1988.
109 Georges Lanteri-Laura, «Psychopathologie et processus», L’Évolution psychiatrique, 1985, 50, 3, 589-610.
110 Georges Lanteri-Laura, «Principales théories dans la psychiatrie contemporaine», Encyclopédie Médico-Chirurgicale, Psychiatrie, 37-006-A-10, 2004, 6.
111 Tamara Schemtschuk et Karl Kleist, « Die Ercheinungsformen der progressiven Paralyse », [Les manifestations de la paralysie progressive], Deutsche Zeitschrift f. Nervenheilkunde, 1952, 169, 198-235.
112 Jacques Lacan, De la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité, ό.π., 142.
113 Georges Lanteri-Laura, «Psychopathologie et processus», όπ., 598.
114 Ερμηνεία του ονείρου, του συμπτώματος κ.λπ. τα οποία αντιστοιχούν σε έναν συμβιβασμό για μια σύγκρουση που, χάριν του συμπτώματος ή του ονείρου, βρίσκει τρόπο έκφρασης. Το ίδιο ισχύει για την ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής: τις παραδρομές, τις παραπραξίες και τη λήθη. Εφόσον διαφεύγουν του συνήθους τρόπου κατανόησης, ο οποίος τις θεωρεί τυχαίες και χωρίς νόημα, βρίσκουν τη σημασία τους από αυτόν τον τρόπο εξήγησης. Ο Paul-Laurent Assoun θεωρεί ότι ο Freud προσπαθούσε να εξηγήσει και όχι να κατανοήσει, έχοντας μια στάση καθόλα σύμφωνη με τα ιδεώδη των φυσικών επιστημών και όχι με τη στάση κατανόησης των ηθικών επιστημών: « Αυτό συνεπάγεται ότι η φροϋδική Deutung δεν είναι καθόλου σε ρήξη με το erklären, ή ακόμη, ότι η ερμηνεία για τον Freud τίθεται ως υποπερίπτωση της εξήγησης ». Paul Laurent Assoun, Introduction à l’épistémologie freudienne, Paris: Payot, 1981, 43.
115 Όσον αφορά την έννοια της ψυχογένεσης στον Lacan, βλ. το άρθρο του G. Lanteri-Laura: «Processus et psychogenèse dans l’œuvre de Jacques Lacan», ό.π., 975-990 et le notre Yorgos Dimitriadis, «Les positions de Jacques Lacan sur la psychogenèse et la question du déficit des fonctions organiques», Cliniques Méditerranéennes, 89, 2013.
116 Jacques Lacan, Le Séminaire, livre III, Les psychoses, ό.π., 14 και επόμενες.
117 Cornelia Masi, «‘Le processus’, son cheminement à travers la psychopathologie allemande», L’Évolution psychiatrique, 1982, 47, 3, 823-840, 826.
118 Σύμφωνα με τον Sauvagnat (στο ίδιο, 76), σχηματικά η φυσιολογική κατάσταση της Wertgefüge, «σύνολο των αξιών», επιτρέπει τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου και μία σταθερότητα όσον αφορά τη συνάντηση, διασταυρούμενη έτσι με την αντίληψη του Μatussek για τη συνάντηση (Begegnen), και τη συνάντηση με «Έναν πατέρα» του Lacan.
119 Στο ίδιο, 830-831.
120 François Sauvagnat, «De quoi les phénomènes élémentaires psychotiques sont-ils l’indice ?», στο H. Grivois (ed), Psychose naissante, psychose unique, Paris Masson, 1991, 70-83.
121 Αναφέρεται στο ίδιο, 78.
122 Στο ίδιο, 76.
123 P. & C. Berner, «La psychose naissante vient-elle de troubles cognitifs ou des troubles affectifs ?», στο H. Grivois (ed), Psychose naissante, psychose unique, όπ., 105-114, 108.
124 Georges Lanteri-Laura, «Psychopathologie et processus», ό.π., 598.
125 Cornelia Masi, «‘Le processus’, son cheminement à travers la psychopathologie allemande», ό.π., 832-834.
126 Στο ίδιο, 839.
127 Hubertus Tellenbach, La Mélancolie, Paris, PUF, 1979.
128 Yves Pélicier, «Présentation de l’édition française de Huberus Tellenbach», La Mélancolie, στο ίδιο, 5-10.
129 Sven Follin, Vivre en délirant, Paris : Les empêcheurs de penser en rond, 1998, 117-118.
130 Βλ. Ian Dowbiggin, La Folie héréditaire ou comment la psychiatrie française s’est constituée en un corps de savoir et de pouvoir dans la seconde moitié du xixe siècle, Paris : EPEL, 1993.
131 Patrice Pinel, Προσωπικές σημειώσεις των μαθημάτων στο D.E.A. «Médecine scientifique, psychopathologie et psychanalyse», Université Paris VII, ακαδημαϊκό έτος 2002-2003.
132 Georges Lanteri-Laura, «La prédestination et ses rapports avec les notions de dégénérescence, de constitution et de structure», L’Évolution psychiatrique, 1991, 56, 2, 363-374, 367.
133 Στο ίδιο.
134 Marc Jeannerod, De la physiologie mentale. Histoire des relations entre biologie et physiologie, ό.π., 174.
135 Στο ίδιο, 149.
136 Στο ίδιο, 182.
137 Georges Lanteri-Laura, «La prédestination et ses rapports avec les notions de dégénérescence, de constitution et de structure», ό.π., 369.
138 Georges Lanteri-Laura, Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne, ό.π., 175.
139 Ernst Kretschmer, Manuel théorique et pratique de psychologie médicale, ό.π., 264.
140 Στο ίδιο, 292.
141 Στο ίδιο, 299 και επόμενες.
142 Στο ίδιο, 325 και επόμενες.
143 Στο ίδιο, 344.
144 Paul Bercherie, Les Fondements de la clinique, op.cit., p.217.
145 Ο Lacan έλεγε για τον οργανοδυναμισμό: «όσο προχωρά στην επιχειρηματολογία του παρουσιάζει όλο και περισσότερο μια αντίφαση με το πρωταρχικό και μόνιμο πρόβλημά του». Jacques Lacan, «Propos sur la causalité psychique», ό.π., 154.
146 327 Όπως έλεγε και ο Franz Alexander: «Δεχόμαστε ως ενδεχόμενο ότι τα λειτουργικά προβλήματα μακράς διαρκείας ενός οργάνου μπορούν να προκαλέσουν τελικά μία βλάβη και να δημιουργήσουν μία σοβαρή ασθένεια». Franz Alexander, La médicine psychosomatique, Paris : Payot & Rivages, coll. Petite bibliothèque Payot, 2002, 44.
147 Georges Lanteri-Laura, «La notion de l’automatisme dans la médecine et dans la psychiatrie moderne», ό.π., 17.
148 Jacques Lacan, «Propos sur la causalité psychique», ό.π., 178.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.