Δρακωνάκης Ν.1, Σπουρδαλάκη Ε.2, Τσαουσάκη Κ.2,
Πέππου ΛΕ.2, Στυλιανίδης Σ. 2,3
σύναψις 27 [2012 – τόμος 08]
1 Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, «Δαφνί»
2 Εταιρία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ)
3 Πάντειο Πανεπιστήμιο
1. Εισαγωγικό
Η ακούσια νοσηλεία ορίζεται ως «η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας (Μ.Ψ.Υ.)» (Βεργώνης, 2011). Η έλλειψη συναίνεσης εγείρει αυτομάτως ζητήματα που άπτονται της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βασικό κριτήριο στις χώρες της Ευρώπης είναι η ύπαρξη κάποιας ψυχικής διαταραχής και οι υπόλοιπες νομικές πτυχές γύρω από τη διαδικασία που ορίζεται, διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα (Salize & Dressing, 2004). Πιο συγκεκριμένα, σε χώρες όπως η Ισπανία, η Σουηδία, η Ιταλία, η ανάγκη για θεραπεία δρα συμπληρωματικά με το προηγούμενο κριτήριο για την εκκίνηση της διαδικασίας της ακούσιας νοσηλείας. Η Δανία, η Ιρλανδία, η Φιλανδία, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, στην ανάγκη για θεραπεία προσθέτουν και την πιθανότητα εμφάνισης επικίνδυνης συμπεριφοράς προκειμένου ένας ασθενής να νοσηλευτεί ακούσια. Συνεχίζοντας, στις χώρες Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία και Λουξεμβούργο προτάσσεται αποκλειστικά το κριτήριο της επικινδυνότητας (Salize, Drebing & Peitz, 2002).
Τα ποσοστά ακούσιας νοσηλείας στις Ευρωπαϊκές χώρες κυμαίνονται μεταξύ 7-8%, ενώ στην Ελλάδα τα αντίστοιχα αυτών αγγίζουν το 40-50% (Δουζένης και συν., 2010 – Λειβαδίτης, 2010 – Συνήγορος του Πολίτη, 2007). Όπως διαπιστώνεται από την παρακάτω ανάλυση, η νομοθεσία των περισσότερων Ευρωπαϊκών χωρών και της Ελλάδας δεν παρουσιάζει καίριες διαφοροποιήσεις, ωστόσο, αυτό που διαπιστώνεται από την εμφάνιση των μεγάλων ποσοστών ακούσιας νοσηλείας είναι ότι αφενός η όλη διαδικασία έχει οικειοποιηθεί τόσο από την ιατρική όσο και από την νομική κοινότητα (Δουζένης και συν., 2010) και αφετέρου ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα όπως και τα προγράμματα παρέμβασης στην κρίση δεν έχουν αναπτυχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό (Συνήγορος του Πολίτη, 2007).
2. Η ιστορία του νομοθετικού πλαισίου στην Ελλάδα
Στον ελλαδικό χώρο, οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την ακούσια νοσηλεία πέρασαν αρκετά στάδια σε αντιστοιχία με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση (Στυλιανίδης, Μητροσύλη & Πλουμπίδης, 1997). Το πρώτο νομοθέτημα που αφορούσε την ψυχική υγεία ήταν ο νόμος ΨΜΒ/1862 («Περί συλλογής και περίθαλψης των φρενοβλαβών»), ο οποίος διαμορφώθηκε στη βάση της γαλλικής ψυχιατρικής νομοθεσίας του 1838 (Στυλιανίδης, 1997). Σύμφωνα με τις διατάξεις του, το άσυλο πλέον οριοθετήθηκε ως ο χώρος εγκλεισμού για την απομάκρυνση όσων θεωρούνταν απειλή για τη δημόσια ασφάλεια και τον περιορισμό τους σε ήσυχους χώρους έξω από την πόλη, κοντά στη φύση με σκοπό πάντα την αποκατάσταση της υγείας τους (Thornicroft & Tansella, 2010).
Στη συνέχεια, προέκυψε το νομοθετικό διάταγμα 104/1973 «Περί ψυχικής υγιεινής και περιθάλψεως των ψυχικά πασχόντων» που όριζε τον τρόπο με τον οποίο οι ασθενείς θα νοσηλεύονταν ακούσια στα ειδικά ιδρύματα. Το μοντέλο του αναγκαστικού εγκλεισμού, το οποίο πρότασσε, αφαιρούσε ουσιαστικές ελευθερίες από τους ψυχικά πάσχοντες, και υπό το πρίσμα εκδήλωσης επικίνδυνης συμπεριφοράς τα κλειστά άσυλα απέκτησαν δεσμευτικό χαρακτήρα (Φυτράκης, 2011).
Το σκάνδαλο της Λέρου, μέσα από τη διεθνοποίηση της καταγγελίας για τις «ακραίες συνθήκες βίας και απανθρωποποίησης των ψυχικά πασχόντων», διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επερώτηση και αλλαγή του ασυλικού μοντέλου της ψυχιατρικής στη χώρα μας (Στυλιανίδης & Χονδρός, 2011). Μετά την αποκάλυψη των παραπάνω, γρήγορα επιβεβαιώθηκε το χάσμα μεταξύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) με τα ελληνικά πρότυπα. Με την ψήφιση του νόμου 2071/1992 επιτεύχθηκε η σύμπλευση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα και σηματοδοτήθηκε το τέλος του μεσαιωνικού θεσμικού πλαισίου που αφορούσε στον εγκλεισμό των ψυχικά ασθενών στα ψυχιατρεία (Κοσμάτος, 2002). Την ίδια στιγμή, χάρη σε αυτόν το νόμο υπήρξε μια ενεργή προσπάθεια συγχρονισμού της πρωτοβάθμιας περίθαλψης με την αποασυλοποίηση (Συνήγορος του Πολίτη, 2007). Ένα από τα βασικότερα σημεία της νομοθεσίας αυτής αποτέλεσε η μετονομασία του «εγκλεισμού» σε «ακούσια νοσηλεία» (Βεργώνης, 2011).
Τα βασικά καινοτόμα άρθρα των διατάξεων του έκτου κεφαλαίου του νόμου 2071/1992 ρυθμίζουν την εισαγωγή, τη νοσηλεία και την έξοδο σε Μ.Ψ.Υ (Κοσμάτος, 2002). Το εν λόγω νομοθέτημα καθιερώνει σαφείς προϋποθέσεις για την επιβολή της ακούσιας νοσηλείας (άρθρο 95). Αναλυτικότερα, η νομοθεσία αναφέρεται σε πρόσωπο το οποίο πάσχει από ψυχική διαταραχή και δεν είναι ικανό να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του, με αποτέλεσμα αν δεν νοσηλευτεί να προβλέπεται η ματαίωση της υγείας του ή η επιδείνωση της κατάστασής του (Αλεβίζος, 1997). Αυτό το ζεύγος προϋποθέσεων άπτεται σε αντικειμενικά εκτιμώμενα κριτήρια. Επιπρόσθετα, το δεύτερο ζεύγος υποθέσεων μιλά για άτομο που πάσχει από ψυχική διαταραχή και η νοσηλεία του είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτων (Συνήγορος του Πολίτη, 2007).
Ταυτόχρονα, δίδονται εγγυήσεις δικαστικού ελέγχου νοσηλείας (άρθρο 96). Παρά τη σημαίνουσα θέση των ψυχιάτρων κατά τη νοσηλεία, η διαδικασία από την αρχή έως το τέλος, τελεί υπό την εγγύηση της εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής (Φυτράκης, 2011). Την ακούσια νοσηλεία μπορούν να ζητήσουν οι συγγενείς ορισμένου βαθμού, το άτομο που έχει την επιμέλεια του ασθενούς ή ο επίτροπος ασθενούς που διώκεται ποινικάΑν δεν υπάρχουν ή δεν ενεργούν τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση για νοσηλεία συνοδεύεται από δυο αιτιολογημένες βεβαιώσεις περί συνδρομής των όρων για την ακούσια εισαγωγή που εκδίδουν δύο ψυχίατροι ή ένας ψυχίατρος και ένας γιατρός παρεμφερούς ειδικότητας. Στη συνέχεια, διατάσσεται από τον εισαγγελέα η μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας της περιοχής που βρίσκεται η κατοικία αυτού. Αν οι γνωματεύσεις διαφωνούν, ο Εισαγγελέας φέρει την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Ωστόσο, το Πρωτοδικείο παρεμβαίνει σε κάθε περίπτωση εντός 10 ημερών, «κεκλεισμένων των θυρών» για να εκδώσει την οριστική απόφαση του δικαστηρίου. Ο ασθενής, αν επιθυμεί, μπορεί να παραστεί με δικηγόρο και ψυχίατρο. Εάν το δικαστήριο επικυρώσει την ακούσια νοσηλεία, αυτή συνεχίζεται. Διαφορετικά, ο Εισαγγελέας διατάσσει την έξοδο του ασθενούς από την Μ.Ψ.Υ.
Ο νόμος θεσπίζει σύντομες προθεσμίες δικαιοδοτικού ελέγχου. Εάν η διαδικασία κινείται αυτεπαγγέλτως από τον Εισαγγελέα ή αναφέρεται στην αίτηση ότι ο ασθενής αντιτίθεται της εξέτασής του, ο Εισαγγελέας μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του σε δημόσια ψυχιατρική κλινική για να συνταχθούν οι δυο γνωματεύσεις και μετά αποφασίζει για τη νοσηλεία του. Η διαδικασία όμως που ακολουθείται δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες.
Ταυτόχρονα, υποχρεώνεται η εκάστοτε Μονάδα Ψυχικής Υγείας να ενημερώσει τον ασθενή για τα δικαιώματά του (εμφάνιση στο δικαστήριο, διορισμός δικηγόρου ή τεχνικού συμβούλου, δικαίωμα εφέσεως και ανακοπής κ.λπ.). Συντάσσεται δε προς τούτο πρακτικό που υπογράφεται από εκείνον που κάνει την ενημέρωση και τον ασθενή. Αν ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να υπογράψει, υπογράφει ο συγγενής που τον συνοδεύει ή ο συνοδός νοσηλευτής του.
Μια άλλη ασφαλιστική δικλείδα είναι ο ορισμός του ανωτάτου χρόνου νοσηλείας (άρθρο 99). Η νοσηλεία διακόπτεται εάν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Διακοπή νοσηλείας θα μπορούσε να συμβεί έπειτα από σύμφωνη γνώμη τριών ψυχιάτρων, τους οποίους ορίζει ο Εισαγγελέας. Με τη συμπλήρωση τρίμηνης νοσηλείας, ο Διευθυντής της Κλινικής και ένας ψυχίατρος διαβιβάζουν έκθεση στον Εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή, μπορεί δε ο Εισαγγελέας να υποβάλλει αίτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και με πρότασή του να διακοπεί / συνεχιστεί η νοσηλεία. Μόνο ο ασθενής και οι συγγενείς του που δικαιούνται να ζητήσουν την ακούσια νοσηλεία του, έχουν το δικαίωμα να απευθύνουν αίτηση στον Εισαγγελέα για να αποφανθεί το Πολυμελές Πρωτοδικείο περί διακοπής της νοσηλείας.
Η ακούσια νοσηλεία πρέπει να έχει αμιγώς θεραπευτικό προσανατολισμό για την επίτευξη του οποίου πραγματώνεται η φύλαξη και να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν παρέχεται η δυνατότητα επιλογής μιας κατάλληλης έξω-νοσοκομειακής κοινοτικής μονάδας (άρθρο98).
Η ψήφιση του νόμου 2071/92 ως στόχο είχε τη δημιουργία ενός νέου και συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου γύρω από την ακούσια νοσηλεία, το οποίο θα κινούνταν προς υπεράσπιση και προαγωγή των ανθρώπινων δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Ωστόσο, όπως κάθε νέο διάβημα, έτσι και η εφαρμογή του Ν.2071/92 προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις τόσο από τη μεριά των εισαγγελικών αρχών όσο και από τη μεριά της ψυχιατρικής κοινότητας, με αποτέλεσμα πρακτικά ο νόμος να μην εφαρμόζεται πλήρως (Φυτράκης, 2011).
2.1. Τροποποιήσεις του ν. 2071/92
Οι διατάξεις του ν. 2071/92 που διαμόρφωσαν τον θεσμό της ακούσιας νοσηλείας δέχτηκαν κάποιες τροποποιήσεις σε σχέση με την αρχική τους μορφή. Ο Φυτράκης, το 2011, παραστατικά τις συγκεντρώνει (Φυτράκης, 2011).
Αρχικά, διαμορφώθηκε εκ νέου ο κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 740 παρ.3 με το ν.2447/1996, άρθρο 39) και ως εκ τούτου την απόφαση για την εισαγωγή του ασθενούς σε ψυχιατρικό νοσοκομείο λαμβάνει το Μονομελές έναντι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Ο νόμος 2619/1998 αρ.7 επικύρωσε τη Σύμβαση του Οβιέδο στην Ελλάδα. Μετά την επικύρωση της Σύμβασης του Οβιέδο (1997) η ανάγκη υποβολής σε νοσηλεία για την αποτροπή πράξεων βίας κατά του ίδιου ή τρίτων θεωρείται διαζευκτική προϋπόθεση, καθώς θα αφορούσε αποκλειστικά την υποκειμενική εκτίμηση των θεραπόντων ιατρών. Η επικινδυνότητα, λοιπόν, δεν αποτελεί κριτήριο αναγκαστικής νοσηλείας.
Στo πλαίσιo της ίδιας σύμβασης ορίζεται πως για να υπάρξει παρέμβαση, όσον αφορά στα ζητήματα υγείας, το ενδιαφερόμενο άτομο πρέπει, αρχικά, να ενημερωθεί επαρκώς για το είδος της παρέμβασης, τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά και τους πιθανούς κινδύνους και στη συνέχεια να δώσει τη συγκατάθεσή του, την οποία πρέπει να γνωρίζει πως δύναται να ανακαλέσει όταν το επιθυμεί. Στη βάση των παραπάνω βρίσκεται μια προσπάθεια για την προστασία του ασθενούς και την αποφυγή του εξαναγκασμού (Συνήγορος του Πολίτη, 2007). Στην περίπτωση που ο ασθενής ανακαλέσει, προκύπτουν συγκρούσεις ανάμεσα στο καθήκον των ιατρών για προστασία της υγείας και στην ίδια την αυτονομία του ατόμου.
Σε συνέχεια των προηγούμενων τροποποιήσεων προστίθεται η απαραίτητη ύπαρξη δικαστικής απόφασης και θεωρείται ανεπαρκής η εμφάνιση μόνο της εισαγγελικής εντολής.
Συμπερασματικά, όταν δεν τηρούνται τα παραπάνω κάθε ακούσια νοσηλεία κρίνεται παράνομη με αποτέλεσμα να διώκεται ποινικά (αρ.326 ΠΚ).
2.2 Οι παραβιάσεις του Ν. 2071/92
2.2.1 Η αίτηση για την εκκίνηση της διαδικασίας
Η εκκίνηση της διαδικασίας της ακούσιας νοσηλείας είναι αποκλειστική απόρροια ανεπαρκώς αιτιολογημένων αιτήσεων που υποβάλλονται στη δικαστική αρχή, συνήθως από τους συγγενείς των ασθενών. Βαρύτητα δίνεται μονάχα στην επιβεβαίωση ή όχι της πιθανότητας εμφάνισης πράξεων επικίνδυνου χαρακτήρα, από την πλευρά του ασθενή, από τον αρμόδιο ψυχίατρο (Παπαδαμάκη, 2000). Η επικινδυνότητα δεν έχει πια νομική υπόσταση, εφόσον δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο για την ακούσια νοσηλεία. Ακόμη όμως και αν χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο, ευρήματα σχετικής έρευνας, φανερώνουν πως μεγάλος αριθμός ακούσιων νοσηλειών θα είχε αποτραπεί, εάν οι δικαστικές αρχές απαιτούσαν την προσκόμιση στοιχείων τα οποία φανερώνουν την εκδήλωση επικίνδυνης συμπεριφοράς από τον ασθενή, αλλά και το πόσο σοβαρή και συχνή είναι αυτή η συμπεριφορά, στη θέση της απλής επιβεβαίωσης της πιθανότητας ο ασθενής να προβεί σε πράξεις βίας, από τον εκάστοτε ψυχίατρο (Hiday & Markell, 1980).
2.2.2 Η μεταφορά των ασθενών
Παρόλο που ο νόμος θεσπίζει ότι εφόσον κινηθούν οι διαδικασίες της ακούσιας νοσηλείας, οι ψυχιατρικοί ασθενείς μεταφέρονται σε μονάδες ψυχικής υγείας πάντοτε με σεβασμό στην αξιοπρέπεια και την προσωπικότητά τους (άρθρο 96 § 5), το γεγονός ότι η αστυνομία καλείται να τους μεταφέρει στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας έχει ως συνέπεια οι ασθενείς να αντιμετωπίζουν ενδεχόμενο παραμονής τους στα κρατητήρια (Συνήγορος του Πολίτη, 2007). Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ασθενής διαμένει σε απομακρυσμένη ή νησιωτική περιοχή, σε πόλη χωρίς δημόσια ψυχιατρική υπηρεσία ή όταν η μεταφορά του διενεργείται κατά τη διάρκεια αργιών ή του Σαββατοκύριακου, η παραμονή του στα κρατητήρια έχει άγνωστη διάρκεια, υπό την επίβλεψη αστυνομικών και όχι νοσηλευτών, οι οποίοι δεν έχουν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση για τη διαχείριση τέτοιου είδους καταστάσεων (Στουραΐτου και συν., 2009)
Τελικά η μεταφορά των ασθενών στα ψυχιατρικά νοσοκομεία γίνεται τις περισσότερες φορές με περιπολικά και όχι με ασθενοφόρα, ενώ δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ασθενείς μεταφέρονται δεμένοι με χειροπέδες (Συνήγορος του Πολίτη, 2007).
2.2.3 Η ενημέρωση για τα δικαιώματα
Αμέσως μετά την εισαγωγή του ασθενούς σε θεραπεία οφείλεται αυτός να ενημερώνεται, από τους αρμόδιους, για τα δικαιώματά του και ιδιαίτερα το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικο μέσο. Την ίδια ενημέρωση οφείλει να λάβει και το συγγενικό πρόσωπο το οποίο εκκίνησε τη διαδικασία και μάλιστα για τον λόγο αυτό συντάσσεται και υπογράφεται σχετικό πρακτικό (άρθρο 96 § 4).
2.2.4 Οι «αιτιολογημένες» ψυχιατρικές γνωματεύσεις
Η αρχική απαίτηση του νόμου ήταν μαζί με την υποβαλλόμενη αίτηση να υπάρχουν δυο διαφορετικές αιτιολογημένες ψυχιατρικές γνωματεύσεις (άρθρο 96 § 2). Ωστόσο, συναντάται συχνά η ύπαρξη μιας μόνο γνωμάτευσης υπογεγραμμένης από δύο ψυχιάτρους. Συνδυαστικά με το προηγούμενο, ένας εκ των δύο ψυχιάτρων ενδέχεται να μην έχει σχηματίσει προσωπική γνώμη για τον εν λόγω ασθενή, όπως επίσης συχνό φαινόμενο αποτελεί οι γνωματεύσεις να υπογράφονται από ειδικευόμενους ψυχιάτρους (Φυτράκης, 2011).
Ως προς την αιτιολόγηση της γνωμάτευσης, πολλές φορές, διαπιστώνεται πως αρκείται απλά στην υπόδειξη διαγνωστικών κατηγοριών και στην αναφορά πως το άτομο πληροί τα κριτήρια για την ακούσια νοσηλεία, παραλείποντας την αναφορά σε διάφορες εκφάνσεις της νόσου, όπως η γενικότερη συμπεριφορά, το επίπεδο του συναισθήματος και της σκέψης, οι πιθανές πράξεις βίας ή το κατά πόσο ο ασθενής είναι σε θέση να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του. Συμπερασματικά, στην πλειοψηφία των ιατρικών γνωματεύσεων απουσιάζει η επεξήγηση και η σαφής αιτιολόγηση της άμεσης ανάγκης του ατόμου για ενδονοσοκομειακή νοσηλεία παρά τη θέλησή του (Συνήγορος του Πολίτη, 2007).
2.2.5 Η παραβίαση των χρονικών προθεσμιών
Χρονικές προθεσμίες ορίζονται από τον νόμο και έχουν προστατευτικό χαρακτήρα τόσο ως προς τον ίδιο τον άνθρωπο, όσο και ως προς τις ελευθερίες του.
Η βασικότερη εκ των προθεσμιών είναι αυτή που τονίζει ότι η ακούσια εξέταση δεν μπορεί να δεσμεύσει τον ασθενή περισσότερο από 48 ώρες (άρθρο 96 §5). Το παραπάνω χρονικό όριο καταστρατηγείται εύκολα είτε όταν προστίθενται σε αυτό επιπλέον μέρες αργίας είτε όταν μετά το 48ώρο ο ασθενής παραμένει στον χώρο υπό τη δικαιολογία της παρατήρησης, κάτι που δεν διαφέρει ως προς την εξέταση, είτε επειδή η εισαγγελική αρχή καθυστερεί να εκδώσει την αντίστοιχη παραγγελία (Γεωργιάδου, Μαστρογιαννάκη, Συγγελάκης & Καραστεργίου, 2003 – Δημηνά, 2005).
Επιπρόσθετα, το χρονικό πλαίσιο των 3 διαθέσιμων ημερών που έχει ο εισαγγελέας στη διάθεσή του προκειμένου να ζητήσει από τη δικαστική αρχή να αποφανθεί για την υπόθεση δεν τηρείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5,4% (Κοσμάτος, 2002).
Αλυσιδωτά και οι 10 μέρες που έχει το δικαστήριο για να αποφανθεί τηρούνται από το 9,6% των περιπτώσεων, ενώ οριακά στις 13 ημέρες εκδίδουν απόφαση για το 6,5% των περιπτώσεων (Κοσμάτος, 2002). Ερευνητικά δεδομένα από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (Ψ.Ν.Θ.) κατέδειξαν ότι η παραπάνω προθεσμία τηρείται στο 10,5%, ενώ δεδομένα από την Αθήνα αναφέρονται σε αναμονή που μπορεί να φτάσει και τους 5 μήνες (Γεωργιάδου και συν., 2003 – Χριστούλη, 2004).
Οποιαδήποτε παραίνεση από τον Συνήγορο του Πολίτη όσο και από τον Άρειο Πάγο να τηρούνται αυστηρά τα χρονικά πλαίσια έχει αποβεί αναποτελεσματική θέτοντας την όλη διαδικασία εκτός νομοθετικού πλαισίου.
2.2.6 Η παράσταση σε δίκη και η δικαστική απόφαση για νοσηλεία
Ένα από τα πιο ουσιαστικά δικαιώματα που παρέχεται στον ακούσια νοσηλευόμενο ασθενή είναι αυτό της ακρόασης της δίκης του και της δυνατότητας υπεράσπισης της γνώμης του. Βέβαια, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η δυνατότητα αυτή χάνεται με δικαιολογητικά χαρτιά από τους ειδικευόμενους ιατρούς των αρμόδιων ψυχιατρικών νοσοκομείων, οι οποίοι υπογράφουν επί της αδυνατότητας του ασθενούς να παραστεί στη δίκη λόγω της κρίσιμης κατάστασής του, χωρίς πάντοτε να διευκρινίζεται αν οι ιατροί αυτοί είναι υπεύθυνοι για τον εκάστοτε ασθενή και έχουν γνώση της πορείας της κατάστασης της υγείας του (Συνήγορος του Πολίτη, 2007).
Σε αντίστοιχη έρευνα στο Ψ.Ν.Θ με αυτή που παρουσιάστηκε προηγουμένως εμφανίστηκε πως από τους 903 ασθενείς, μόνο το 0,7% είχε την τύχη να παραστεί στη δίκη με συνήγορο (Κοσμάτος, 2002). Γεγονός που λειτούργησε προστατευτικά για όλους καθώς δεν έγινε δεκτό το αίτημα του εισαγγελέα για νοσηλεία. Επιπροσθέτως, σε άλλη έρευνα, η οποία διεξήχθη στο Ψ.Ν.Θ. το χρονικό διάστημα από το 1992 έως το 1993, έγινε φανερό πως πολλοί ασθενείς είτε δεν παρέστησαν στο δικαστήριο λόγω ιατρικών γνωματεύσεων, σύμφωνα με τις οποίες δεν ήταν σε θέση να παρευρεθούν, είτε παρευρέθησαν στο δικαστήριο χωρίς όμως να έχουν νομική ή ψυχιατρική συμπαράσταση, κυρίως επειδή δεν ήταν ενήμεροι για το δικαίωμά τους αυτό (Στουραΐτου και συν., 2009 ).
Σε έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη (2007), αναφέρεται ότι δεν υπήρξε δικαστική απόφαση για τη συνέχιση της ακούσιας νοσηλείας για το 84 % των ασθενών οι οποίοι νοσηλεύτηκαν στο Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο και το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δαφνί», κατά την περίοδο συλλογής στοιχείων για την παρούσα έκθεση.
Από την άλλη πλευρά, ακόμα και όταν η δίκη πραγματοποιείται, οι ασθενείς δικάζονται, αρκετές φορές, ερήμην και παρά το γεγονός ότι ο νόμος ορίζει σαφώς την έκδοση «ειδικά αιτιολογημένης απόφασης» του δικαστηρίου για τη συνέχιση της ακούσιας νοσηλείας, η απόφαση αυτή φαίνεται, τις περισσότερες φορές, να είναι ένα απλό αντίγραφο της προηγούμενης ιατρικής γνωμάτευσης (Φυτράκης, 2011). Ουσιαστικά η δικαστική απόφαση δεν είναι παρά μια επικύρωση της εισαγγελικής εντολής και της γνωμάτευσης των ψυχιάτρων (Συνήγορος του Πολίτη, 2007). Ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις, υπάρχει δικαστική απόφαση για την ακούσια νοσηλεία, όμως ακόμη και αν αυτή έχει παρατεταμένη διάρκεια, δεν αποστέλλεται στον εισαγγελέα, όπως ορίζεται από το άρθρο 99 του νόμου 2071/92, σχετική έκθεση στην οποία περιγράφεται η κατάσταση της υγείας του ασθενούς, ώστε να αποφασιστεί η συνέχιση ή η διακοπή της νοσηλείας (Συνήγορος του Πολίτη, 2007).
2.2.7 Παραβίαση δικαιωμάτων κατά τη νοσηλεία: Καθήλωση
Από τη στιγμή που ένας ασθενής νοσηλεύεται παρά τη θέλησή του, καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και οι όποιοι περιορισμοί της προσωπικής του ελευθερίας να πραγματοποιούνται με γνώμονα τους στόχους της νοσηλείας και τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας του ασθενούς (άρθρο 98 § 3, §4). Η διασφάλιση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ατόμου αποτελούν συνταγματικά δικαιώματα απέναντι στα οποία απαιτείται σεβασμός και κατά τη νοσηλεία ασθενών σε ψυχιατρικά νοσοκομεία.
Στην ελληνική πραγματικότητα η καθήλωση ασθενών, οι οποίοι νοσηλεύονται σε ψυχιατρικές κλινικές, όπως διαφαίνεται από πρόσφατη έκθεση της CPT (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας), αποτελεί ένα συχνά χρησιμοποιούμενο μέτρο.
Η καθήλωση των ασθενών είναι μια τακτική στην οποία καταφεύγει το νοσηλευτικό προσωπικό των ψυχιατρικών κλινικών, πολλές φορές χωρίς την απαραίτητη υπόδειξη των θεραπόντων ιατρών και χωρίς να τηρείται κάποια συγκεκριμένη διαδικασία. Επίσης ασθενείς ενδέχεται να παραμένουν καθηλωμένοι για μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η καθήλωση χρησιμοποιείται ως μέσο τιμωρίας ασθενών, οι οποίοι δεν είναι ιδιαίτερα συνεργάσιμοι (Μεγαλοοικονόμου, 2008 – Τομαράς, 2007, 2008).
3. Μελέτη Ακούσιων Νοσηλειών στην Αθήνα (ΜΑΝΑ)
Σε αυτό το πλαίσιο, το Πάντειο Πανεπιστήμιο και η Εταιρία Περιφερειακής Ανάπτυξης & Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), σε συνεργασία με το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δαφνί» και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σχεδίασαν και υλοποιούν από το 2011 ερευνητικό πρόγραμμα με αντικείμενο τη διερεύνηση των παραγόντων που συντελούν στην αυξημένη συχνότητα των ακούσιων νοσηλειών στη χώρα. Η έρευνα επικεντρώνεται σε παράγοντες που σχετίζονται με χαρακτηριστικά των ασθενών (patient-related factors), των υπηρεσιών ψυχικής υγείας (service-related factors) και της εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου, ακολουθώντας σχεδιασμό συγχρονικής / διατμηματικής μελέτης. Παράλληλα, διερευνάται και η έκβαση της νοσηλείας στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δαφνί», παρακολουθώντας μια κοόρτη ακούσια και εκούσια νοσηλευομένων ασθενών για 2 χρόνια μετά το εξιτήριό τους. Τα στοιχεία που συλλέγονται αφορούν επιδημιολογικούς δείκτες (π.χ. επανεισαγωγή, τύπος επανεισαγωγής και χρόνος από το εξιτήριο στην επανεισαγωγή) και κλινικούς (συμπτωματολογία βάσει της κλίμακας HoNOS και λειτουργικότητα βάσει της κλίμακας GAF). Η οπτική γωνία των ασθενών – ακούσια και εκούσια νοσηλευομένων – για τη νοσηλεία τους, αλλά και των συγγενών τους αποτελεί επίσης αντικείμενο διερεύνησης του προγράμματος. Οι στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην ψυχική ασθένεια και την ακούσια νοσηλεία έχει ενσωματωθεί ως ερευνητικό ερώτημα στο πρόγραμμα. Τα πρώτα αποτελέσματα του προγράμματος θα δημοσιοποιηθούν σύντομα σε επιστημονικά περιοδικά και ημερίδες.
4. Συμπερασματικά
Τελικά όλα όσα ορίζει η νομοθεσία γύρω από την ψυχική υγεία φαίνεται να θεωρούνται από την πλειοψηφία της ψυχιατρικής κοινότητας ως μια γραφειοκρατική δυσλειτουργία, η οποία στην ουσία αποτελεί την αναπαράσταση την οποία έχουν τόσο οι δικαστικές αρχές όσο και ορισμένοι ψυχίατροι για την περίθαλψη και την παροχή υπηρεσιών στους ψυχικά πάσχοντες.
Οι υπεύθυνοι γιατροί οφείλουν να ενεργούν βάσει όσων ορίζει ο νόμος στις περιπτώσεις εκείνες που απαιτείται ο ακούσιος εγκλεισμός ασθενών σε ψυχιατρικά νοσοκομεία. Παρ’ όλα αυτά, ευρήματα σχετικής έρευνας φανερώνουν πως οι γνώσεις τόσο των ψυχιάτρων όσο και των εισαγγελέων και των δικαστικών αρχών πάνω στη διαδικασία η οποία πρέπει να τηρείται για την ακούσια νοσηλεία, αλλά και πάνω στα δικαιώματα των ασθενών είναι ελλιπείς και ορισμένες φορές ανύπαρκτες (Βεργαδή, Βγόντζας & Τσαπάκη, 2006). Φαίνεται ότι η «δήθεν» λειτουργία των θεσμών στη σύγχρονη Ελληνική Πολιτεία λειτουργεί ως τροχοπέδη και στον χώρο της συνηγορίας, αλλά και ευρύτερα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης (Στυλιανίδης, Λάβδας, Χονδρός, Βαρβαρέσου, 2011 – Στυλιανίδης, Γκιωνάκης, Χονδρός, 201 – Stylianidis, Chondros, 2011).
Συμπερασματικά, βάσει όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, λόγω των παραβιάσεων και της ελλιπούς εφαρμογής της νομοθεσίας, έρχεται στο προσκήνιο η πιθανότητα να είναι αναγκαία η σύσταση ενός ανεξάρτητου, διοικητικού οργάνου, αποτελούμενο από επαγγελματίες με τις απαραίτητες γνώσεις, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των ληπτών και των οικογενειών στον χώρο της ψυχικής υγείας, οι οποίοι θα είναι σε θέση τόσο να κρίνουν την ανάγκη, αλλά και τη νομιμότητα μιας ακούσιας νοσηλείας, όσο και να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων.
Βιβλιογραφία
Douzenis A, Michopoulos I, Economou M, Rizos E, Christodoulou C, & Lykouras L. (2010). Involuntary admission in Greece: a prospective national study of police involvement and client characteristics affecting emergency assessment. International Journal of Social Psychiatry, 58(2), 172-177.
Hiday VA & Markell SJ. (1980). Components of dangerousness: Legal standard in civil commitment. International Journal of Law and Psychiatry, 3(4), 405-419.
Salize JS & Dressing H. (2004). Epidemiology of involuntary placement of mentally ill people across the European Union. British Journal of Psychiatry, 184, 163-168.
Salize JS, Drebing, H & Peitz M. (2002). Compulsory Admission and Involuntary Treatment of Mentally Ill Patients – Legislation and Practice in EU-Member States.
Stylianidis S, Chondros P. (2011). Crise économique, crise de la réforme psychiatrique en Grèce : indice de déficit démocratique en Europe ? L’Information Psychiatrique, 87, 625-7.
Αλεβίζος Β. (1997). Το σκεπτικό του Νόμου 2071/92 για την ακούσια νοσηλεία. Τετράδια ψυχιατρικής, 60, 132-136.
Βεργαδή Ε, Βγόντζας Α, Τσαπάκη Εμ. Τι γνωρίζουν οι Έλληνες ιατροί για την ακούσια νοσηλεία; Ανακοίνωση στο 13ο Παγκρήτιο Ιατρικό Συνέδριο 10/12/2006.
Βεργώνης Σ. (2011). Ζητήματα Ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 95-101 του ν.2071/1992 για την ακούσια νοσηλεία στις Μ.Ψ.Υ. Στο Μπιλανάκης Νικόλαος, Ακούσια νοσηλεία ψυχικά ασθενών(61-64). Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.
Γεωργιάδου Ε, Μαστρογιάννη Α, Συγγελάκης Μ, Καραστεργίου Α. (2003). Ακούσια νοσηλεία: το νομοθετικό πλαίσιο και η εφαρμογή του. Ελλ. Ψυχιατρική Γεν. Νοσοκομείου, 1 (1), 25.
Δημηνά Δ. (2005). Επιστημονική Επετηρίδα, Αρμενοπούλου 26, 158.
Κοσμάτος Κ. (2002). Η Ακούσια Νοσηλεία σε Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Ερευνητικές Διαπιστώσεις και Προοπτικές από την Εφαρμογή του Νόμου 2071/1992. Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Σάκκουλα.
Λειβαδίτης Μ. (2010). Η ακούσια νοσηλεία στη σύγχρονη Ελλάδα. Ψυχιατρική, 14, 13-14.
Μεγαλοοικονόμου Θ. (2008). Περιορισμός ή Ελευθερία: Η θεραπευτική πράξη ως εξουσία πάνω στον «άλλο» και ως συνοδεία στις διαδρομές της χειραφέτησης. Τετράδια Ψυχιατρικής 103, 31-37.
Παπαδαμάκη Α. Υπεράσπιση 2000, 630 επ.
Στουραΐτου Σ, Στυλιανίδης Στ, Παντελίδου Στ, Σταυρογιαννόπουλος Μ, Χονδρός Π, Δρακωνάκης Ν, και συν. (2009). Ακούσιες Ψυχιατρικές Νοσηλείες στο Νομό Κυκλάδων: Καταγραφή και Παρατηρήσεις. Τετράδια Ψυχιατρικής, 107.
Στυλιανίδης Σ. (1997). Κλινικές παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή της ψυχιατρικής νομοθεσίας και το ψυχωτικό υποκείμενο. Τετράδια ψυχιατρικής, 60, 37-46.
Στυλιανίδης Σ, Γκιωνάκης Ν, Χονδρός Π. (2009). Η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση υπό το πρίσμα της ιταλικής μεταρρυθμιστικής εμπειρίας. Σύναψις, 5(15), 28-44.
Στυλιανίδης Σ, Λάβδας Μ., Χονδρός Π, Βαρβαρέσου Ξ. (2011). Συνδιαμόρφωση προτάσεων για τη συνηγορία των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρικές διαταραχές στο πλαίσιο της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, Άτη, 3, 28-36.
Στυλιανίδης Σ, Μητροσύλη Μ & Πλουμπίδης Δ. (1997). Σχετικά με την εφαρμογή του νέου ελληνικού νόμου στην ψυχιατρική. Τετράδια ψυχιατρικής, 60, 152-157.
Στυλιανίδης Σ, Χονδρός Π. (2010). Η φροντίδα της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα σήμερα: σύγχρονα δεδομένα και κριτικές παράμετροι πολιτικής υγείας και κοινωνικής πολιτικής. Σύγχρονα Θέματα,111, 106-107.
Συνήγορος του Πολίτη (2007). Αυτεπάγγελτη Έρευνα του Συνηγόρου του Πολίτη για την Ακούσια Νοσηλεία Ψυχικά Ασθενών – Ειδική Έκθεση (Ν. 3094/2003 «Συνήγορος του Πολίτη και άλλες διατάξεις», Άρθρο 3 § 5). Αθήνα, Συνήγορος του Πολίτη.
Τομαράς Β. (2008). Περιοριστικά μέτρα κατά την ψυχιατρική νοσηλεία. Τετράδια Ψυχιατρικής, 101:14-15.
Τομαράς Β (2007). Επιστολή προς τη σύνταξη: Περιοριστικά μέτρα κατά την ψυχιατρική νοσηλεία. Ψυχιατρική, 18(3), 277-279.
Φυτράκης Ε. (2011). Η ακούσια νοσηλεία σήμερα: Μια μαύρη τρύπα στο κράτος δικαίου. Στο: Μπιλανάκης Ν., Ακούσια νοσηλεία ψυχικά ασθενών (25-42). Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.
Χριστούλη Β. (2004) Νομικοί – Δικαστικοί Περιορισμοί αλλά και δυνατότητες αντιμετώπισης της εγκληματικότητας στους ψυχικά νοσούντες, Ελλ. Ψυχιατρική Γεν. Νοσοκομείου 2 (1), 19.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.