Μαρία Μητροσύλη
Dr Νομικής-Δικηγόρος,
Επίκουρος Καθηγήτρια Δικαίου Υγείας &
Κοινωνιολογίας Δικαίου Α-ΤΕΙ Αθήνας,
Μέλος Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των
Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές,
Πρώην Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη
σύναψις 27 [2012 – τόμος 08]
Τα δικαιώματα των ψυχικά αρρώστων αποτελούν αξία του δυτικού πολιτισμού στον οποίο ανήκει αναμφισβήτητα και η σύγχρονη Ελλάδα πριν, κατά ή μετά την κρίση. Εγγράφονται στην παράδοση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αναδύθηκαν στη Δυτική Ευρώπη κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση αποτελώντας θεμέλιο της δημοκρατίας και θεσμοθετήθηκαν ως άμυνα του ατόμου και του πολίτη σε κάθε αυθαίρετη κρατική εξουσία. Αυτά τα δικαιώματα επηρέασαν τη νομική αντιμετώπιση των ψυχικά αρρώστων και δημιούργησαν έκτοτε άρρηκτους δεσμούς με την ψυχιατρική πράξη.
Τα δικαιώματα του ανθρώπου και η εφαρμογή τους στη σύγχρονη ιατρική & ψυχιατρική είναι πολιτισμικό κεφάλαιο του δυτικού πολιτισμού
Τα δικαιώματα του ατόμου και του πολίτη, ως δικαιώματα πρώτης γενιάς, συνδέονται με τη φιλελεύθερη παράδοση του κράτους δικαίου και κινούνται γύρω από τις βασικές αξίες προστασίας της ελευθερίας και της ασφάλειας του ατόμου και της ιδιωτικής του ζωής. Ωστόσο, οι βάρβαρες παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ατόμου και του πολίτη, η απαξίωση αυτής καθαυτής της αξίας του ανθρώπου και της ίδιας της ζωής του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κινητοποίησαν ως τις μέρες μας μια χωρίς προηγούμενο δραστηριοποίηση των διεθνών οργανισμών και δικαστηρίων, της κοινωνίας των πολιτών και της αυτοσυνηγορίας, που με τις παρεμβάσεις τους συνέβαλαν όχι μόνο στο να προστεθούν και άλλα δικαιώματα και να ενσωματωθούν στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών και της ΕΕ, αλλά και να αποκτήσει πραγματική υπόσταση η προστασία τους.
Είναι γνωστό ότι γύρω από το έτος 1950 θεσπίζονται οι πιο γνωστές Διακηρύξεις και Συμβάσεις, όπως η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ (1948), η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης (1950)1, ο Κώδικας της Νυρεμβέργης (1947), πολύ αργότερα δε η «Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική» του Οβιέδο (1997), που δίνουν το μήνυμα ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν αφορούν μόνο την προστασία του ατόμου απέναντι στο νόμο του κράτους-έθνους, αλλά κατοχυρώνουν σε οικουμενικό επίπεδο θεμελιώδη και αναλλοίωτα, απόλυτα δικαιώματα, τα οποία στηρίζονται στο γεγονός ότι το άτομο ανήκει στο ανθρώπινο γένος και πως ο Άνθρωπος αναγνωρίζεται ως αυταξία (Conseil de l’Europe, 1996). Επανατοποθετούν δηλαδή στο επίκεντρο του νομικού θετικισμού το ζήτημα «του δικαιώματος στο δίκαιο» (Delmas-Marty, 1988), αποδίδοντας την πρωτοκαθεδρία στον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του ανθρώπου χωρίς απολύτως καμιά διάκριση και ταπεινωτική μεταχείριση.
Ουσιαστική επίσης τομή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συνιστά η ανάδυση των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων, ως δικαιωμάτων δεύτερης γενιάς, που αποτελούν έκφραση του κοινωνικού κράτους ή κράτους πρόνοιας. Τα κράτη ανασυγκροτούνται και δημιουργούν συστήματα υγείας, κοινωνικής ασφάλισης, προστασίας της εργασίας κ.ά., που στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα της κρίσης αμφισβητούνται και αποδομούνται.
Όμως, τη μεταπολεμική περίοδο διαμορφώνεται μια αντίληψη, βαθιά ριζωμένη στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, υπέρ της αναγνώρισης των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων. Αυτά τα τελευταία ανάγονται στην ικανοποίηση αιτημάτων των συλλογικοτήτων από το κράτος, με σκοπό την απόδοση αληθούς νοήματος στην απόλαυση της πραγματικής ελευθερίας και αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Τι σημασία μπορεί να έχει η αναγνώριση της αυτοδιάθεσης του ασθενή, η μη επέμβαση στην υγεία του προσώπου, όταν δεν έχει πρόσβαση στην παροχή υπηρεσιών υγείας και κατά συνέπεια δεν εξασφαλίζονται προϋποθέσεις άσκησης της ιατρικής στο σύστημα υγείας προς όφελος του ασθενή; Έτσι διαμορφώνεται μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική μεταξύ των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των ασθενών. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα του ΟΗΕ (1966) και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης του Συμβουλίου της Ευρώπης (Συμβούλιο της Ευρώπης 1961, 1996). Επίσης, από αυτήν την κατηγορία δικαιωμάτων επηρεάζεται, κατά τη γνώμη μας, και ο ευρύς ορισμός της υγείας από την ΠΟΥ, «ως η πλήρης σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία του ατόμου…», που δίνει ιδιαίτερη σημασία στο συμφέρον και την ευεξία του προσώπου σε σχέση με άλλα συμφέροντα (Μητροσύλη 2009 – Κρεμαλής 1987 & 2010).
Τα παραπάνω ηθικά και νομικά κείμενα έχουν ως συνέπεια την επίδραση των δικαιωμάτων του ανθρώπου στις πολιτικές για την εδραίωση των δικαιωμάτων των ασθενών στη φροντίδα υγείας. Ο όρος δικαιώματα των ασθενών, καθώς και όλες οι πιο σύγχρονες εξελίξεις της ορολογίας, όπως δικαιώματα χρηστών, ληπτών κ.ά, καλύπτουν τα δικαιώματα του ανθρώπου όταν το άτομο νοσεί ή ακόμη όταν είναι υγιές και δέχεται υπηρεσίες πρόληψης. Ενδεικτική είναι η «Διακήρυξη για την προαγωγή των δικαιωμάτων των ασθενών» στο Άμστερνταμ (1994), αλλά και οι αναθεωρήσεις των Κωδίκων Ιατρικής Δεοντολογίας. Δίνεται σημασία αφενός στον μετασχηματισμό των νοσοκομείων και την τροποποίηση των σχέσεων μεταξύ επαγγελματιών υγείας και ασθενών και αφετέρου στην εγκαθίδρυση διεθνώς της «δημοκρατίας της υγείας» με τη συμμετοχή των ασθενών και χρηστών υπηρεσιών υγείας στη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη διοίκηση του υγειονομικού συστήματος και την υπεύθυνη ατομική επιλογή σε ζητήματα υγείας τους. Απέναντι στους αναπόφευκτους εξαναγκασμούς της φροντίδας, ο άρρωστος διατηρεί την απόλαυση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.
Ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του ανθρώπου νοηματοδοτεί την πληροφόρηση, τη συναίνεση ύστερα από προηγούμενη ενημέρωση του ασθενή (informed consent), τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του και την απαγόρευση κάθε μορφής διακρίσεων ή ταπεινωτικής μεταχείρισης εις βάρος του. Επίσης, η ατομική ελευθερία και ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής επηρεάζουν το απόρρητο των ιατρικών πληροφοριών και την προστασία των ευάλωτων προσωπικών δεδομένων των ασθενών (Μητροσύλη, 2009).
Η ενσωμάτωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην έννομη τάξη της ΕΕ αποτελεί σημείο αναφοράς και επίκλησης σήμερα για τους πολίτες της
Η ΕΕ προσχώρησε με μεγάλη καθυστέρηση στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1950) με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2009), στην οποία προσαρτήθηκε και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2000), ο οποίος απέκτησε δεσμευτική νομική ισχύ για 25 κράτη μέλη.
Στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2000/2009) συγκεντρώνονται σε ένα ενιαίο κείμενο το σύνολο των αστικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών, καθώς και όλων των προσώπων που διαμένουν στην επικράτεια της Ένωσης. Το προοίμιο του Χάρτη αναφέρει ότι «η Ένωση εδράζεται στις αδιαίρετες οικουμενικές αξίες της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. ερείδεται στις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Η Ένωση τοποθετεί τον άνθρωπο στην καρδιά της δράσης της, καθιερώνοντας την ιθαγένεια της Ένωσης και δημιουργώντας έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».
Ο Χάρτης περιλαμβάνει επτά θεματικές ενότητες δικαιωμάτων: την Αξιοπρέπεια, τις Ελευθερίες, την Ισότητα, την Αλληλεγγύη, τα Δικαιώματα των πολιτών, τη Δικαιοσύνη και τις γενικές διατάξεις. Με αυτό τον τρόπο δίνεται έμφαση στον αδιαίρετο χαρακτήρα τους και γίνεται υπέρβαση τρόπον τινά του κλασικού διαχωρισμού σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Οι αρχές που αφορούν άμεσα την υγεία είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 1), το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2), το δικαίωμα στη σωματική και διανοητική ακεραιότητα του προσώπου (άρθρο 3), ο σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 7, παρ. 2), η προστασία των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 8) και το δικαίωμα στην προστασία της υγείας (άρθρο 35) κ.ά. (Παπαδοπούλου, 2001, Καριψιάδης, 2001).
Στον Χάρτη συμπεριλήφθηκαν αρκετά κοινωνικά δικαιώματα, συγκεντρωμένα κατά κύριο λόγο στο τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο «Αλληλεγγύη», που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξισορροπητικά απέναντι σε μονεταριστικές πολιτικές που συνοδεύουν την ΟΝΕ. Παρόλο που δεν στερούνται νομικής υφής, δεν διευκρινίζονται επαρκώς ζητήματα σχετικά με την επίκλησή τους, την αγωγιμότητά τους και τη χρήση τους σε περίπτωση νομικής δεσμευτικότητας. Το βάρος πέφτει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) να δώσει νομικές λύσεις σ’ αυτήν την κατεύθυνση (Ηλιοπούλου-Στράγγα, 2008).
Ειδικά ως προς το δικαίωμα για προστασία της υγείας ορίζεται ότι «Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στην πρόληψη σε θέματα υγείας και να απολαύει ιατρικής περίθαλψης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου» (άρθρο 35, Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων). Ενώ στις Συνθήκες γενικότερα δίνεται έμφαση στην προστασία της δημόσιας υγείας.
Μια προσεκτική μελέτη του παραπάνω άρθρου αναδεικνύει τα εξής: πρώτον, υπάρχει αναμφισβήτητα μια διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ σε θέματα δημόσιας υγείας στα οποία συγκαταλέγεται και η ψυχική υγεία και δεύτερον, υπάρχει αυστηρή διατύπωση σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας σε θέματα δημόσιας υγείας. Έτσι, υπογραμμίζεται ότι τα κράτη-μέλη έχουν την κύρια αρμοδιότητα και ευθύνη σε θέματα πολιτικών υγείας, οργάνωσης και παροχής υγειονομικών υπηρεσιών, καθώς και ιατρικής περίθαλψης. Επίσης, στην ευθύνη των κρατών-μελών ανήκει και η κατανομή των πόρων στις υπηρεσίες υγείας.
Από την απομόνωση, τη διάκριση και την αυθαιρεσία στην αναγνώριση των δικαιωμάτων των ψυχικά αρρώστων
Τα σύγχρονα διεθνή συμβατικά κείμενα και το εσωτερικό δίκαιο των κρατών συχνά υπογραμμίζουν ότι τα δικαιώματα των ψυχικά αρρώστων είναι τα ίδια με τα δικαιώματα οποιουδήποτε ασθενούς ή χρήστη υπηρεσιών υγείας που εισέρχεται στο σύστημα υγείας και επίσης ότι δεν θα έπρεπε να διαχωρίζονται από τα δικαιώματα του ανθρώπου. Παρά ταύτα, ειδικότερα δικαιώματα αναγνωρίζονται σε Συμβάσεις, Συστάσεις, Οδηγίες και Αποφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη Σύσταση R 83/2 για την προστασία προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή και εισάγονται ως ακούσιοι πάσχοντες, την Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1991) σχετικά με τις Αρχές για την προστασία των ατόμων με ψυχικά νοσήματα και τη βελτίωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τη Σύσταση 10/2004 του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ατόμων με ψυχικές διαταραχές και τέλος τη Σύμβαση του ΟΗΕ (2006) για τα δικαιώματα των ατόμων με ψυχική αναπηρία.
Η ψυχική διαταραχή από μόνη της, ως ψυχοπαθολογικό γεγονός, δεν μπορεί να επιφέρει καμιάς μορφής διάκριση και να περιορίσει τα δικαιώματα του αρρώστου. Εξού και η υποχρέωση των επαγγελματιών υγείας για πληροφόρηση, ενημέρωση, συναίνεση και σεβασμό της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και αυτονομίας του αρρώστου. Αυτή η επιταγή χρειάζεται ιδιαίτερη επαγρύπνηση και μεγάλη προσοχή κατά την εφαρμογή της, στο βαθμό που η ψυχική διαταραχή, σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενειών και ασθενών, μπορεί να επιφέρει αλλοιώσεις στις νοητικές ικανότητες του υποκειμένου ή μειωμένες ικανότητες στο επίπεδο της συνείδησης και κατά συνέπεια ο ψυχικά άρρωστος να υποστεί σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του και κάθε τύπου αυθαιρεσίες.
Αναμφισβήτητα η διάκριση μεταξύ ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων έχει και εδώ τη σημασία της (Φυτράκης, 2011).
Τα ατομικά δικαιώματα των ασθενών θέτουν στο επίκεντρο τον σεβασμό της αξιοπρέπειας και ελευθερίας του προσώπου τους, την ενίσχυση της ατομικής επιλογής τους και τη δυνατότητα να την ασκήσουν ελεύθερα (5 παρ. 5 Σ και 21 παρ. 3 Σ), καθώς και την ενθάρρυνση για παροχή ποιοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας σχετικά με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων σε επίπεδο πρόληψης, θεραπείας και αποκατάστασης.
Ειδικότερα η εφαρμογή της αρχής της αυτονομίας του προσώπου οδηγεί στο δικαίωμα του αυτοκαθορισμού ή αυτοδιάθεσης των ασθενών, το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση του επαγγελματία να διαφωτίσει τον ψυχικά ασθενή, να τον πληροφορήσει και ενημερώσει κατά τρόπο πλήρη, σαφή και κατανοητό για τη διάγνωση, τους κινδύνους από τις τυχόν εξετάσεις και τη θεραπεία, καθώς και τα δυνητικά αποτελέσματα, ώστε να αποφασίσει έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών της απόφασής του για την υγεία του (Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική του Οβιέδο, 1997). Εξάλλου, η ενημέρωση πρέπει να καλλιεργεί ένα κλίμα απολύτου εμπιστοσύνης στη θεραπευτική σχέση. Έχει, όμως την ικανότητα να συναινέσει έγκυρα ο κάθε ψυχικά ασθενής; Διαθέτει ελεύθερη βούληση ή η ασθένειά του επιφέρει αλλοιώσεις στο επίπεδο της νόησης, της αντίληψης ή της συνείδησης και άρα η συναίνεσή του δεν μπορεί να είναι έγκυρη και αφήνει περιθώρια αυθαίρετων χειρισμών είτε από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας είτε από την οικογένεια είτε από την πολιτεία; Αυτό είναι κατά τη γνώμη μας το πλέον κρίσιμο σημείο.
Βασική αρχή είναι ότι το δικαίωμα ενημέρωσης και το δικαίωμα συναίνεσης ανήκουν στον ίδιο τον ασθενή, ανεξάρτητα από τη δικαιοπρακτική του ικανότητα. Είναι η θέση που διατρέχει τόσο το ν. 2071/92, κεφ. 6 για την ψυχική υγεία όσο και το ν. 2716/99. Κριτήριο της έγκυρης συναίνεσης για τον γιατρό είναι η ικανότητα συναίνεσης του ασθενή και όχι η δικαιοπρακτική του ικανότητα. Είναι δυνατόν ψυχικά ασθενείς να έχουν τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, ακόμη και πλήρους στερητικής και εντούτοις να είναι ικανοί να συναινέσουν στην ιατρική πράξη και θεραπεία. Ο ψυχίατρος οφείλει να εξετάσει, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ψυχικά άρρωστος έχει επίγνωση της κατάστασής του και αφού βεβαιωθεί ότι δεν ανταποκρίνεται στην ενημέρωσή του, τότε μόνο έχει την υποχρέωση να λάβει τη συγκατάθεση των νομίμων εκπροσώπων του ασθενή για τη θεραπεία ή να ακολουθήσει το νόμιμο τρόπο εισαγωγής κατά τη νοσηλεία (ν. 2071/1992). Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα λαμβάνει στο μέτρο του δυνατού εκ παραλλήλου μέρος στη διαδικασία λήψης της απόφασης. Η γνώμη του θα συνεκτιμάται. Μερικές φορές υποστηρίζεται ότι ενδέχεται να μην χρειάζεται επανέλεγχος για κάθε ψυχιατρική πράξη της ικανότητας για συναίνεση, εφόσον προκύπτει ότι η γνώση της ασθένειας του συγκεκριμένου ψυχικά αρρώστου προκύπτει από τον ιατρικό φάκελο ή το ιατρικό ιστορικό, κυρίως όταν ο ασθενής πάσχει από χρόνια νόσο, έχει ενημερωθεί κατά καιρούς από πολλούς ειδικούς και έχει πάρει παρόμοια θεραπεία. Στην περίπτωση δε της ακούσιας νοσηλείας σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας (ν. 2071/92), η προϋπόθεση της αδυναμίας συναίνεσης διατυπώνεται μάλλον ως μη ικανότητα να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του, η οποία συνιστά μια από τις βασικές προϋποθέσεις ακούσιας νοσηλείας.
Σε τελευταία ανάλυση, η έννομος τάξη επιτρέπει στο πρόσωπο που πάσχει από σοβαρά ψυχική διαταραχή να δύναται να υποβληθεί, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σε επέμβαση που αποσκοπεί στη θεραπεία της ψυχικής του διαταραχής, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, χωρίς αυτή τη θεραπεία, είναι πιθανόν να ανακύψει σοβαρή βλάβη της υγείας του (αρθ. 7, Σύμβαση Οβιέδο 1997). Είναι φανερό ότι η διάταξη αφορά αυστηρά στα θεραπευτικά μέσα και μέτρα που χρησιμοποιούνται, και όχι στις προϋποθέσεις ή τρόπους εισαγωγής, μη δυνάμενη να καταργήσει την προϋπόθεση2 της ακούσιας νοσηλείας του ν. 2071/1992 όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται (Σταυρινού, 2011).
Η Σύμβαση του Οβιέδο συμπληρώνει κατά κάποιο τρόπο την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 5, παρ. ε, ΕΣΔΑ), καθώς η ΕΣΔΑ αναφέρεται στην κράτηση του ψυχικά ασθενή (εισαγωγή και παραμονή), ενώ η Σύμβαση του Οβιέδο θέτει όρια και προϋποθέσεις στη θεραπεία, δίνοντας έμφαση στη συναίνεση και ενημέρωση του αρρώστου, περιορίζει το θεραπευτικό προνόμιο και τον ιατρικό πατερναλισμό. Διευθετεί άλλα θέματα από ό,τι η ΕΣΔΑ. Διαφορετικά όλες οι νομοθεσίες των κρατών μελών για την ακούσια νοσηλεία, οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και το κριτήριο των πράξεων βίας, θα ήταν αντίθετες στη Σύμβαση του Οβιέδο. Αν κάπου βάζει φραγμούς το άρθρο 7 της Σύμβασης του Οβιέδο 1997, είναι σε νευροχειρουργικές επεμβάσεις και τυχόν άλλες θεραπείες (ηλεκτροσόκ, νευροληπτικά μακράς διάρκειας με παρενέργειες, κ.ά) και ανοίγει μάλλον τον δρόμο στην προβληματική υποχρεωτική θεραπεία στην κοινότητα που ευτυχώς δεν έχει θεσπιστεί ακόμη στη χώρα μας.
Η υποχρέωση του επαγγελματία να διαφυλάσσει το ιατρικό απόρρητο, ως μια απαίτηση της δημόσιας τάξης, κάμπτεται μόνο από το δικαίωμα αυτοκαθορισμού ή αυτοδιάθεσης του ασθενή, παράγοντας το δικαίωμα πρόσβασης στην ιατρική πληροφόρηση. Σήμερα, η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας δημιουργεί αυξημένες υποχρεώσεις στους επαγγελματίες σχετικά με την προστασία των ιατρικών πληροφοριών που χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και το δίκαιο προστατεύει ιδιαίτερα τον ασθενή. Η μετάδοση σε τρίτους των ιατρικών πληροφοριών που αφορούν τον ασθενή απαγορεύεται ως γενικός κανόνας. Κάμπτεται μόνο ως προς τον ίδιο τον ασθενή ή ακόμη όλως κατ’ εξαίρεση ως προς τις Ανεξάρτητες Αρχές και Επιτροπές, που προβλέπονται νομοθετικά και έχουν κύριο έργο την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά αρρώστων μέσα από τη διενέργεια ελέγχων, δεσμεύοντας τα μέλη τους με τη φύλαξή του.
Η απόδοση μιας ξεχωριστής σημασίας στο πρόσωπο του ψυχικά ασθενή, και σε τελευταία ανάλυση στο ζεύγος θεραπευτής-ασθενής, προϋποθέτει μια προσέγγιση πιο υποκειμενική της ψυχιατρικής. Όχι μόνο από νομική, αλλά και από ηθική άποψη, ο θεραπευτής οφείλει να θέσει τις ψυχιατρικές και κλινικές του γνώσεις και πρακτικές (αγωγή-πρόληψη-θεραπεία-αποκατάσταση) στην υπηρεσία αυτού του ιδιαίτερου και μοναδικού ανθρώπινου όντος που είναι ο άρρωστος που έχει μπροστά του, στην υπηρεσία περισσότερο αυτού που είναι και λιγότερο αυτού που έχει. Ωστόσο, επειδή συχνά οι απαιτήσεις των ψυχικά αρρώστων απέναντι στους θεραπευτές τους αποδυναμώνονται λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν, η ποιότητα ζωής καθίσταται ένα σημαντικό κριτήριο για την ψυχιατρική ηθική. Η ίαση, τα όρια του θεραπευτικού αποτελέσματος μπορεί να σχετικοποιούνται, όταν η ζωή αποκτά νόημα για τον ασθενή μαζί με την ασθένειά του σε ένα επίπεδο ποιότητας αποδεκτό από τον ίδιο. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, η φροντίδα ψυχικής υγείας τόσο σε επίπεδο πολιτικής υγείας όσο και καθημερινής δραστηριότητας των επαγγελματιών επικεντρώνεται στη διαφύλαξη της αξίας, της αξιοπρέπειας και ελευθερίας του ψυχικά αρρώστου.
Όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα στον χώρο της υγείας, και ιδιαίτερα στον τομέα της ψυχικής υγείας, αυτά χαρακτηρίζονται από την υποχρέωση της πολιτείας και της κοινωνίας να εξασφαλίσει την παροχή ψυχιατρικών υπηρεσιών στο σύνολο του πληθυσμού. Επίσης αυτά αναφέρονται στην άρση των εμποδίων που δημιουργούν αδικαιολόγητες διαφορές με βάση οικονομικά, γεωγραφικά, κοινωνικά, ρατσιστικά κ.ά κριτήρια. Τα κοινωνικά δικαιώματα εξαρτώνται από το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας και σχετίζονται με τις πολιτικές επιλογές που θέτει η κρατική εξουσία για την ανάπτυξη της δεδομένης κοινωνίας. Στην Ελλάδα η στρατηγική αντίληψη για το κράτος συγκροτήθηκε γύρω από την αρχή της ασφάλειας του ατόμου που εκδηλώθηκε με την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους δικαίου (25Σ), καθώς και με την εισαγωγή νέων δικαιωμάτων και νέων εγγυήσεων που επικαιροποίησαν κλασικά συνταγματικά δικαιώματα (21Σ). Παρά ταύτα, με την κρίση πολλά από τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν συρρικνωθεί σήμερα, χωρίς να προβληματίζει σοβαρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τη διεθνή και εσωτερική έννομη τάξη.
Ας έρθουμε στα δικαιώματα των ψυχικά αρρώστων, αυτά κωδικοποιούνται και συχνά αναφέρονται ως εξής (Μονάδα Υποστήριξης, 2004): (α) το δικαίωμα στην αξιοπρεπή περίθαλψη (εκούσια και ακούσια), (β) το δικαίωμα στην ισότητα, (γ) το δικαίωμα στην ενημέρωση, (δ) το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων, (ε) το δικαίωμα στην αποκατάσταση, (στ) το δικαίωμα στη ζωή στην κοινότητα, (ζ) το δικαίωμα στη διεκδίκηση αξιώσεων.
Στην ελληνική έννομη τάξη, τα δικαιώματα των ατόμων με ψυχικές διαταραχές έχουν θεσπιστεί όχι μόνο μέσω των κανόνων των επικυρωμένων από τη χώρα μας διεθνών συμβάσεων, αλλά και μέσω διατάξεων της ειδικής νομοθεσίας (ν. 2071/1992, άρθρο 47, 92 επομ. και ν. 2716/1999 άρθρο 2). Πιο συγκεκριμένα, στο ν. 2716/1999 αναφέρονται τα εξής δικαιώματα του ατόμου με ψυχικές διαταραχές: (α) το δικαίωμα στις αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, (β) το δικαίωμα για εξειδικευμένη ατομική θεραπεία, (γ) το δικαίωμα της κοινωνικής επανένταξης, (γ) το δικαίωμα να προστατεύει την περιουσία του, (δ) το δικαίωμα να έχει πρόσβαση στα δεδομένα των αρχείων που τον αφορούν, (ε) το δικαίωμα να αμφισβητεί ο ασθενής στο δικαστήριο την ακούσια νοσηλεία, (στ) το δικαίωμα να συνομιλεί κατ’ ιδίαν με δικηγόρο.
Παρά την κατοχύρωσή τους, τα δικαιώματα των ψυχικά αρρώστων συχνά παραβιάζονται στην ψυχιατρική πράξη, όπως προκύπτει και από τα πεπραγμένα της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές και τα πορίσματα του Συνηγόρου του Πολίτη.
Τελειώνοντας, δεν θα ήθελα να παρακάμψω το μεγάλο ζήτημα της παραβίασης του σεβασμού της ελευθερίας του ψυχικά αρρώστου στην ακούσια νοσηλεία (Φυτράκης, 2011), καθώς και σε περιπτώσεις ασθενών που νοσηλεύονται εκούσια. Πολύ συχνά δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία του ν. 2071/1992 τόσο από την ψυχιατρική όσο και τη δικαιοσύνη. Επίσης χρησιμοποιούνται αμφισβητούμενα «θεραπευτικά μέτρα», όπως η καθήλωση έξω από κάθε κανόνα “lege artis” και με εξαιρετική βία με το επιχείρημα της χρήσης του μέτρου προς όφελος του αρρώστου. Θα πρέπει ίσως οι διοικήσεις των μονάδων ψυχικής υγείας να θέσουν τον κανόνα: ότι κάθε σωματική ή ψυχολογική κακομεταχείριση ασθενούς θα διώκεται αυστηρά, ως μια συμβολή στην πρόληψη της κακομεταχείρισης (CPT). Οι ασθενείς πολλές φορές είναι λιγότερο προστατευμένοι από ότι οι εγκληματίες, σε 4 κυρίως περιπτώσεις: Στην πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας για την ακούσια νοσηλεία, στην παραμονή ή συνοδεία του ασθενή στη μονάδα ψυχικής υγείας, στο μέτρο της καθήλωσης και στην απομόνωση. Η ακούσια (αναγκαστική) εισαγωγή και νοσηλεία των ασθενών, από την άποψη του περιορισμού της ελευθερίας τους, οδηγεί σε αυθαίρετες πράξεις ή ακόμη και στην παράνομη παρακράτηση. Αυτό το βαρύ και επώδυνο μέτρο του περιορισμού της ελευθερίας, πρέπει να είναι η εξαίρεση και να γίνεται ακολουθώντας τους κανόνες ουσίας και διαδικασίας τόσο από δικαστηριακής όσο και από ψυχιατρικής πλευράς. Η διοικητική και νομική ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν αρκούν – στο μέτρο που και αυτές προχωρούν βέβαια –, χρειάζεται κάτι περισσότερο: η αλλαγή μεταρρυθμιστικής νοοτροπίας στην οικοδόμηση νέων θεσμών.
Αυτό που έχει νόημα σήμερα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τόσο αν η ψυχική ασθένεια είναι κοινωνική κατασκευή ή όχι. Αυτό που προέχει είναι ο σεβασμός της ελευθερίας των ασθενών και η θέση συνθηκών ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους με δεδομένο ότι νοσούν και πάσχουν, ενώ ταυτόχρονα ένα επαρκές δίκτυο υπηρεσιών πραγματώνει τα κοινωνικά τους δικαιώματα και την αρχή ποιότητας ζωής. Δεν έχω πειστεί, αν η ελευθερία από μόνη της είναι θεραπευτική. Γνωρίζω, όμως, ότι ο σεβασμός της ελευθερίας είναι αναγκαία προϋπόθεση κάθε ψυχιατρικής παρέμβασης. Όχι μόνο γιατί είναι εθνική και υπερεθνική νομική υποχρέωση, αλλά και γιατί δημιουργεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη της θεραπείας και της ποιότητας ζωής των ατόμων με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, κυρίως όσων χάνουν για κάποιες χρονικές στιγμές την επαφή με την πραγματικότητα ή έστω με αυτό που η κοινωνία ορίζει ως πραγματικότητα. Αντίθετα η παράνομη στέρηση της ελευθερίας τους, η κακομεταχείρισή τους και η εγκαθίδρυση αντιδεοντολογικών και κακών πρακτικών παραβιάζουν τα δικαιώματά τους και παράγουν ιδρυματοποίηση, χρονιότητα και αδιέξοδα.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Στην έννοια του ανθρώπου περιλαμβάνεται αυτονόητα και το παιδί. Ωστόσο το 1989, στη Νέα Υόρκη, θεσπίστηκε η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού (ΟΗΕ).
2 Ορθότερο θα ήταν να είναι σωρευτική και όχι διαζευκτική η εν λόγω προϋπόθεση.
Βιβλιογραφία
Delmas-Marty M. (1988). Un nouvel usage des droits de l’homme. Στο Ethique médical et droits de l’homme. Actes Sud-Inserm.
Ηλιοπούλου Στράγγα Τζ. (2008). Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: από τη Νίκαια στη Λισσαβώνα. Στο Ευρωπαίων Πολιτεία. Τεύχος 1/2008.
Καριψιάδης Γ. (2001). Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σε προοπτική. Στο Σύνταγμα. Τεύχος 6/2001.
Κρεμαλής Κ. (1987). Το Δικαίωμα για προστασία της υγείας, Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Του ιδίου, (2010). Δίκαιο της Υγείας. Νομική Βιβλιοθήκη.
Μητροσύλη Μ. (2009). Δίκαιο της Υγείας. Μονάδες Υγείας, Επαγγελματίες Υγείας, Ασθενείς. Εκδόσεις Παπαζήση.
Παπαδοπούλου Λ. (2001). Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης και η Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ενωσιακή Έννομη Τάξη. Στο Σύνταγμα. Τεύχος 6/2001.
Σταυρινού Στ. (2011). Ακούσια νοσηλεία. Μηνύματα. Τεύχος 46/2011.
Φυτράκης Ε. (2011). Τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών: Από την ανοχή στην υποστήριξη. Στο Θέματα Αναπηρίας, 25/2011. www.esaea.gr
Πεπραγμένα Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές. Πορίσματα Συνηγόρου του Πολίτη.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.