Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Σωκράτης Καραουλάνης
Διδάκτωρ Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και
Επιμελητής Β΄ της Ψυχιατρικής Κλινικής του
Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας

σύναψις 28 [2013 – τόμος 09]

Ντάρεν Αρονόφσκι: Όταν ο κινηματογράφος συναντά την ψυχιατρική

Ο κλάδος της Ψυχιατρικής αποτελεί πολλές φορές πόλο έλξης και αντικείμενο έμπνευσης για τους ανθρώπους της τέχνης. Αυτό είναι φανερό και στην περίπτωση της «έβδομης τέχνης», δηλαδή του κινηματογράφου. Πολλοί σκηνοθέτες γοητευμένοι και επηρεασμένοι από το μεγαλείο έκφρασης του ανθρώπινου ψυχισμού, προσπάθησαν να αποτυπώσουν την ψυχική διαταραχή στις κινηματογραφικές τους ταινίες. Αλλά ισχύει και το αντίθετο. Δηλαδή, υπάρχουν προτάσεις από επαγγελματίες ψυχικής υγείας που υποστηρίζουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο για την εκμάθηση της Ψυχιατρικής (Nissim Sabbat 1979, Fleming et al 1990, Bhugra 2003, Kalra 2011). Το πρίσμα από το οποίο προσέγγισαν την ψυχική διαταραχή διαφέρει μεταξύ των διαφόρων παραγωγών. Ξεκινάει από την πιστή αναπαράσταση της ψυχικής διαταραχής σύμφωνα με τα ταξινομικά συστήματα, όπως για παράδειγμα το «Μαζί ποτέ» του Φατίχ Ακίν, που περιγράφει με ακρίβεια τη μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας, και φτάνει σε πιο ελεύθερες εκφράσεις, όπως στο «Μυστικό Παράθυρο» με τον Τζόνι Ντεπ.

Ένας ανερχόμενος νέος σκηνοθέτης που ασχολείται με την Ψυχιατρική και παρουσιάζει συστηματικά πρωταγωνιστές που κατατρύχονται από κάποια ψυχική νόσο, είναι ο Ντάρεν Αρονόφσκι. Ο Αρονόφσκι ξεκίνησε την καριέρα του ως σκηνοθέτης με την ταινία «π». Επρόκειτο για μία ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, η οποία όμως έλαβε διθυραμβικές κριτικές και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ του Sundance. Στη συνέχεια άρχισε να γίνεται γνωστός, με συνέπεια στη δεύτερη ταινία του «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» να συμμετέχουν καταξιωμένοι ηθοποιοί, όπως η Έλεν Μπέρνστιν και η Τζένιφερ Κόνολυ. Για μία ακόμη φορά οι κριτικοί κινηματογράφου αποδίδουν τα εύσημα στον Αρονόφσκι. Η επόμενη ταινία του είναι «Ο Παλαιστής» με πρωταγωνιστή τo Μίκυ Ρουρκ, ο οποίος ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Η τελευταία ταινία του Αρονόφσκι είναι «Ο μαύρος κύκνος» με πρωταγωνίστρια τη Νάταλι Πόρτμαν, η οποία παραδίδει ρεσιτάλ ερμηνείας και κερδίζει το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου.

Από την πρώτη του ταινία, το «π», ο Αρονόφσκι δείχνει την ευαισθησία και το ενδιαφέρον του για θέματα ψυχικών διαταραχών. Ο ήρωάς του είναι ένας νέος που είναι μαθηματική ιδιοφυΐα και ο οποίος προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο μέσα από τα μαθηματικά, επιχειρώντας να λύσει το πρόβλημα του «π». Στην προσπάθεια του αυτή απομονώνεται κοινωνικά, ενώ ταυτόχρονα οι ιδιαίτερες ικανότητές του στα μαθηματικά αποτελούν πόλο έλξης διαφόρων ομάδων, οι οποίες θέλουν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους το ιδιαίτερο χάρισμά του. Έτσι, κάποια χρηματιστηριακή εταιρία τον πιέζει και του ασκεί ψυχολογική βία με σκοπό να καταφέρει να ερμηνεύσει και να προβλέψει με μαθηματικές εξισώσεις τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο δείκτης του χρηματιστηρίου. Παράλληλα, μία ομάδα ραβίνων με έμφαση στον Καββαλισμό, τον πιέζει να ανακαλύψει το νούμερο που αντιστοιχεί στο Θεό.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και ψυχοφθόρο σκηνικό για τη ζωή του ήρωα. Αρχίζει να καταδύεται βαθιά στον ατέρμονο κόσμο των μαθηματικών, ξεχνώντας να αναδυθεί στον περιβάλλοντα κόσμο τη στιγμή που πρέπει. Η ασφυκτική αυτή κατάσταση που δημιουργείται στη ζωή του τον εξουθενώνει ψυχικά και αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση της ψύχωσης. Η γειτόνισσά του, τον συμπαθεί, τον ερωτεύεται και του προσφέρει μία σανίδα σωτηρίας για να ξεφύγει από τον αυτιστικό αυτό κόσμο που έχει δημιουργήσει. Ο ήρωας, όμως, αρνείται να αποδεχθεί την ύστατη αυτή βοήθεια που θα λειτουργούσε λυτρωτικά και εισέρχεται στον κόσμο της σχιζοφρένειας. Κατακλύζεται από ακουστικές ψευδαισθήσεις, ενώ παράλληλα αρχίζουν και παραληρητικές ιδέες διωκτικού περιεχομένου. Ο δάσκαλός του καταλαβαίνει το πρόβλημα και τον προτρέπει να σταματήσει την ατέρμονη αυτή ενασχόληση με το πρόβλημα του «π». Ο ήρωας όμως δεν τον ακούει και οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή του. Δεν του μένει κάτι άλλο από το να αυτοκτονήσει και με τον τρόπο αυτό να λυτρωθεί.

Στο «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» κεντρικό θέμα είναι ο εθισμός σε ψυχοδραστικές ουσίες. Περιγράφει την καθοδική πορεία τριών νέων στον κόσμο των ναρκωτικών, παράλληλα με τον εθισμό της μητέρας ενός από τους νέους σε ιατρικώς συνταγογραφούμενες εθιστικές ουσίες (αμφεταμίνες). Κύριο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι η κλιμάκωση της καταστροφικής πορείας των ανθρώπων αυτών. Ενώ αρχικά βλέπουν ότι οι ουσίες βελτιώνουν τη ζωή τους, τους αποφέρουν χρηματικά κέρδη και τους μεταφέρουν σε ονειρικούς κόσμους, η ευφορία αυτή δε θα κρατήσει για πολύ. Σιγά-σιγά επέρχεται η αποδόμηση της προσωπικότητας και η αλλοτρίωση. Τα χρήματα που είχαν εξοικονομήσει από τη διακίνηση ναρκωτικών εξανεμίζονται, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Η Τζένιφερ Κόνολυ ωθείται στην εκπόρνευση από τον φίλο της με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων. Ο πρωταγωνιστής καταλήγει σε ακρωτηριασμό του άνω άκρου λόγω της εκτεταμένης θρομβοφλεβίτιδας από την ενδοφλέβια χρήση. Ο τρίτος της παρέας συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή. Η πιο τραγική φιγούρα, όμως, είναι η μητέρα του ήρωα. Αυτή στην προσπάθειά της να αδυνατίσει για να εμφανιστεί σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα εθίζεται σε χάπια αδυνατίσματος, τα οποία λαμβάνει με ιατρική συνταγή. Στο σημείο αυτό στηλιτεύεται και ο ρόλος του γιατρού, ο οποίος το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η ψυχρή συνταγογράφηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τους κινδύνους που ελλοχεύουν από αυτά. Δεν ασχολείται σε βάθος με το πρόβλημα της ασθενούς, αλλά απλά συνταγογραφεί. Με τον τρόπο αυτό ο ψυχίατρος γίνεται φορέας πρακτικών, οι οποίες αντί να ανακουφίζουν, καταστρέφουν τον ασθενή.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά και των δύο ταινιών είναι η μουσική επένδυση. Ο Αρονόφσκι επιλέγει προσεκτικά τη μουσική, η οποία έλκει την προσοχή του θεατή και τον ωθεί να ταυτίσει την ταινία με τη συγκεκριμένη μουσική υπόκρουση.

Το μοτίβο αυτό είναι πιο έντονο στην τελευταία ταινία του Αρονόφσκι που είναι «Ο μαύρος κύκνος». Στην περίπτωση αυτή επιλέγει μία πασίγνωστη και διαχρονική μελωδία που προέρχεται από το γνωστό μπαλέτο «Η λίμνη των κύκνων». Στην ταινία αυτή περιγράφονται οι δυσκολίες και τα εμπόδια τα οποία πρέπει να υπερκεράσει μία μπαλαρίνα για να μπορέσει να καταξιωθεί. Η Νάταλι Πόρτμαν υποδύεται τη μπαλαρίνα με πειστικό τρόπο. Πρόκειται για μία χορεύτρια τελειομανή η οποία τελικώς επιλέγεται να είναι η πρωταγωνίστρια στη «Λίμνη των κύκνων». Προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του ρόλου της μέσα από την τελειομανία που την χαρακτηρίζει. Αντιμετωπίζει τις καταστάσεις στη ζωή της, όπως και το επάγγελμά της, μέσα από ένα μοντέλο διανοητικοποίησης και εκλογίκευσης των καταστάσεων που αποτελούν χαρακτηριστικά της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής από την οποία πάσχει. Αυτά τα στοιχεία επισημαίνει και ο εκπαιδευτής της, ο οποίος την προτρέπει να δείξει συναίσθημα και να βιώσει το ρόλο της αν θέλει να είναι πειστική στην παράσταση. Ταυτόχρονα, η ηρωίδα νιώθει τον ανταγωνισμό κυρίως από μία άλλη μπαλαρίνα, για την οποία αναπτύσσει έμμονες σκέψεις ιδεοληπτικού χαρακτήρα με λεσβιακό περιεχόμενο. Στην προσπάθειά της να αναχαιτίσει τις έμμονες αυτές ιδέες, υιοθετεί πράξεις κνησμού που αποτελούν την ψυχαναγκαστική απάντηση στις ιδεοληψίες. Έτσι, προκαλεί εκδορές στο σώμα της. Ο Αρονόφσκι κάνει νύξη χωρίς να επεκτείνεται ιδιαίτερα και σε ανορεκτικού τύπου συμπεριφορές, που είναι χαρακτηριστικές στις μπαλαρίνες και ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Η προσπάθεια της ηρωίδας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου, την οδηγούν σε οριακές ψυχικές καταστάσεις. Τελικώς, περιχαρακώνεται σε έναν δικό της φανταστικό κόσμο, ο οποίος αποτελεί την εκδήλωση της ψύχωσης. Αρχίζει να ακούει φωνές και να βιώνει παραληρηματικές καταστάσεις με διωκτικό και ζηλοτυπικό χαρακτήρα. Αυτό όμως αποτελεί και τη λύτρωσή της αφού την κάνει να νιώσει το ρόλο της και να μπορέσει να αποδώσει.

Η κύρια διαφορά ανάμεσα στο «Μαύρο Κύκνο» από τη μία και στο «π» ή το «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» από την άλλη είναι ότι η μπαλαρίνα τελικώς πετυχαίνει το στόχο της αν και το τίμημα που πληρώνει είναι μεγάλο, ενώ αντίθετα στις άλλες δύο ταινίες οι ήρωες αυτοκαταστρέφονται χωρίς να επιτύχουν αυτό που θέλουν.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ο Ντάρεν Αρονόφσκι αρέσκεται στην επιλογή ψυχιατρικών καταστάσεων ως κεντρικού πυρήνα των ταινιών του. Αν αναλογιστεί κανείς την ευρύτερη αποδοχή των ταινιών αυτών από κοινό και κριτικούς θα μπορούσε να αναλογιστεί ότι η ψυχική διαταραχή προκαλεί το ενδιαφέρον και ο ψυχιατρικός ασθενής προκαλεί τη συμπάθεια, γιατί ο κόσμος καταλαβαίνει τις δυσκολίες που περνάει και την προσπάθεια που κάνει για να τις αντιμετωπίσει. Η προσέγγιση του Αρονόφσκι συμβάλλει στην αποδοχή του ψυχικά ασθενή και όχι στο στιγματισμό του.

Βιβλιογραφία

Bhugra D. Using film and literature for cultural competence training. Psychiatric Bulletin, 2003, 27, 427 -428.

Fleming M, Piedmont R, Hiam CM. Images of madness: feature films in teaching psychology. Teaching of Psychology 1990, 17,185-187.

Kalra G. Psychiatry movie club: a novel way to teach psychiatry. Indian Journal of Psychiatry 2011, 53, 3, 258-260.

Nissim-Sabbat DE. The teaching of abnormal psychology through the cinema. Teaching Psychology 1979, 6,121-123.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.