Θανάσης Τζαβάρας
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής και Νευροεπιστημών
στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας
σύναψις 28 [2013 – τόμος 09]
Στις 23 Φεβρουαρίου 2010, μετά από επίμονες προσπάθειες παραγόντων, παραβιάστηκε η πόρτα στο υπόγειο της οδού Β. όπου βρέθηκε ο κ. X. πεσμένος χάμω, έχοντας τις αισθήσεις του, αλλά αδυνατώντας να σηκωθεί. Ο κ. Χ. ήταν ο «θείος Μήτσος» για τους οικείους του, ενώ για τη δικιά μας προσέγγιση ήταν ο «Όσιος Μήτσος των Εξαρχείων», ο «δια Χριστόν σαλός». Επακολούθησε η νοσηλεία του στον Ευαγγελισμό, από όπου, αφού ταλαιπωρήθηκε από τις ευσυνείδητες προσπάθειες των γιατρών και φυσικά τα απαραίτητα ράντζα, εξήλθε με ένα πακέτο διαγνώσεων και τις «απαραίτητες» υγιεινίστικες συμβουλές, όπως να μην καπνίζει γιατί έπασχε από ΧΑΠ. Τώρα τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοια συμβουλή σε ένα γέρο 92 ετών, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο… Εξελθών, μετακόμισε, εκών-άκων, σε αξιοπρεπή οίκο ευγηρίας, όπου ένας καλός Ρουμάνος τον φρόντιζε συστηματικά, έχοντας πάρει από μας την οδηγία να του προσφέρει και κανένα τσιγαράκι και κανένα ποτήρι κονιάκ, κατά το βραδάκι. Μα εκείνος, ενοχλημένος από τον καθετήρα, δεν άργησε να τον τραβήξει. Αιμορραγώντας, μεταφέρθηκε και πάλι στον Ευαγγελισμό, όπου ξεψύχησε στο φορείο κατά τη διάρκεια ευγενούς προσπάθειας νεαρού ουρολόγου στα επείγοντα, να σταματήσει την αιμορραγία. Στις 23 Μαρτίου 2010, ο θείος Μήτσος κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Ζωγράφου από τους συγγενείς του – τους την πρώτην ώραν ελθόντες και τους την δωδεκάτην… Τον συνόδευσαν στον τάφο και όλοι οι δια Χριστόν σαλοί των Εξαρχείων και των Δυτικών συνοικιών.
Το Συναξάρι του Οσίου Μήτσου
Συνάντησα τον «θείο Μήτσο» στη δεκαετία του 1960: εύχαρις, ψαλμωδιών και κηρύσσοντας τον λόγο του Θεού, του Καντιώτη βοηθούντος, σε πλήρεις δραστηριότητες σιδερώματος, στο οποίο επάγγελμα είχε εκπαιδευτεί κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του σε ψυχιατρείο. Από το τέλος της δεκαετίας του 1970, επιστρέψαντες στην Ελλάδα, τον ξανασυναντήσαμε στα Εξάρχεια όπου είχε μετακομίσει. Υπήρξε τακτικός μας επισκέπτης και φίλος, νους ζωντανός και εν εγρηγόρσει να κηρύττει πάντα τον λόγο του Θεού και φορές φορές να σηκώνει τη μαγκούρα του, να χτυπάει τους αμαρτωλούς των Εξαρχείων – «είμαστε, ξέρετε, οργίλοι εμείς στην οικογένεια!», έλεγε. Ήταν πλήρως προσαρμοσμένος σε αυτή την καινούργια του ζωή. Είχε τα στέκια του, τις ταβέρνες και τα καφενεία του, τις φιλίες και τις παραξενιές του, δεν έχασε όμως ουδέ επί στιγμή τον στόχο της «ιερής αποστολής» που είχε μέσα στην «αμαρτωλή πόλη». Έψελνε στο δεξιό στασίδι της ενορίας του, σύχναζε και σε άλλες όπου του προσφέρονταν χρηματικές βοήθειες. Ενδιαφερόταν πάντα για τον αρχιεπίσκοπο, τον βασιλιά, τον πρωθυπουργό και, φυσικά, τον ήρωά του, τον δεσπότη Αυγουστίνο Καντιώτη, στην εκστρατεία του οποίου εναντίον του Καρνάβαλου της Πάτρας συμμετείχε και, με κάθε ευκαιρία, μας έψελνε και κανένα τροπάριο. Πού να τον ακούγατε να λέει το «Δύο και πονηρά εποίησεν ο πρωτότοκος υιός του Ισραήλ»! Χριστού, λαμπρή, ήταν πάντα στην παρέα μας, εύχαρις και θυμώδης. Στις καλές του μέρες αναφερόταν συχνά σε ψυχιάτρους, νοσοκόμους και τρελές νοσηλευόμενες καλών οικογενειών κι έτσι άρχιζε να διηγείται την περιπέτειά του στα ψυχιατρεία.
Επεισόδιο Ι. Φεβρουάριος 1932 – Μάρτιος 1932
Προ 8μήνου ο πάσχων παρουσίασε ψυχικάς ανωμαλίας ένεκα συγκινήσεως προξενηθείσης εκ του θανάτου της μητρός του. Διήρκεσεν δε επί 10ημερον, οπότε ο πάσχων παρέμενεν μόνος, αποφεύγων [εις το Ορφανοτροφείου όπου ζούσε] να έρχεται εις συντροφίαν μετά των λοιπών συμμαθητών του, εις ερωτήσεις δε των προϊσταμένων του έλεγε ότι δεν ησθάνετο τίποτε. Προ 15ημέρου κατελήφθη υπό γρίππης […] κατά τη διάρκεια της οποίας παρουσίασεν ψυχικήν ανωμαλίαν συνισταμένην εις ψυχοκινητικήν διέγερσιν μετ’ ακαταβλήτου λογορροίας, εγήρετο την νύκτα πολλάκις και εχόρευε και επροκάλει θόρυβον, κτυπών τους τοίχους, τας θύρας, έκλαιγε, ύβριζε τον ιατρό. […] Έλεγεν ότι έβλεπεν την Αγίαν Παρασκευήν, ότι […] «μπορούσε να κάνει διάφορα, έως και να ζωγραφίσει τοπία κλπ.». [Παρατηρούνται] υπερτονία του νευροψυχικού τόνου [και] διαχυτικότης κατά την επαφήν μετά των λοιπών ασθενών. […] Διεγερμένος, χειρονομεί και κατέχεται υπό πολυλογίας. Όταν ευρίσκεται μόνος του εν τω δωματίω του ψάλλει και τραγουδά. Όταν δ’ ευρίσκεται μετά των άλλων ασθενών, αρέσκεται να ενοχλεί αυτούς. Ψευδαισθησίας δεν παρουσιάζει. Ο ύπνος του είναι ανώμαλος, διακοπτόμενος υπό αλγεινών ονείρων τρομακτικών. Εις τας ερωτήσεις μου, απαντά κατ’ ευθείαν και με λογικόν ειρμόν. Πάσαι δε αι διανοητικαί αυτού λειτουργίαι εκτελούνται πλήρως. Καθ’ εκάστην μου ζητά να επιστρέψει εις το Ορφανοτροφείον δια να συνεχίσει τα μαθήματά του. Επίσης με παρακαλεί να ειδοποιήσωμεν τους συγγενείς του και διαφόρους γνωστούς του να έλθωσι προς επίσκεψίν του. Προσανατολίζεται καλώς προς τον χρόνον και τον χώρον, δεν έχει συνείδηση του νοσηρού της κατάστασής του. [Μάρτιος ’32] – Ο ασθενής παρουσιάζει αρκετά σημαντική βελτίωση της ψυχικής του καταστάσεως. [Απρίλιος ’32]. Πλήρης η αποκατάστασις της ψυχικής ισορροπίας του πάσχοντος. Εξήλθεν.
Διάγνωσις 1. Διαλείπουσα ψύχωσις μετά σχιζοφρενικών συντελεστών.
Επεισόδιο ΙΙ. Ιούλιος 1946 – Οκτώβριος 1965
Δεύτερη και μακρότατη νοσηλεία. Αναφέρεται και πάλι ότι «εξέφραζε παραληρητικάς ιδέας», ότι «κατείχετο υπό ψυχοκινητικής διεγέρσεως», ότι «υπεβλήθη εις θεραπείαν δι’ electroshock», ότι «επήλθεν βελτίωσις της ψυχικής του καταστάσεως». Έτσι άρχισε να ασχολείται «εν τη ιματιοθήκη, περιφερόμενος ελεύθερα εις τον περίβολον του θεραπευτηρίου, αναγιγνώσκων εφημερίδας και περιοδικά, ψάλλων εις την εκκλησίαν κατά τας ώρας της λειτουργίας και εν γένει ερχόμενος εις επαφήν μετά των άλλων». Εξ αιτίας μια νέας «ψυχοκινητικής διεγέρσεως […] υπεβλήθη τον Ιούνιο του 1947 εις πυρετοθεραπείαν άνευ αποτελέσματος και [κατόπιν] εις electroshock θεραπείαν (16 συνεδρίαι)», οπότε «παρουσίασεν βελτίωσιν ήτις συν τω χρόνω εξελίχθη». Οι διαδοχικές καταγραφές (από το 1950 μέχρι το 1965) αναφέρονται κυρίως στην πρόθυμη εργασία του, στον φυσιολογικό ειρμό του, στην απουσία ψυχοπαθολογικών φαινομένων, αλλά και σε κατά διαστήματα ευερεθιστότητες, αγχώδεις και καταθλιπτικές καταστάσεις. Σε γενικές γραμμές: «Η κατάστασις του ασθενούς εξακολουθεί ομοία. Εργάζεται συνεχώς και με καλήν απόδοσιν εις την ιματιοθήκην, εξέρχεται συχνάκις του ιδρύματος, δεν δεικνύει διάθεσιν εξόδου [αρνείται να φέρει εις επαφήν με την κλινικήν τους συγγενείς του]. Δεν λαμβάνει φάρμακα, τρώει και κοιμάται καλώς. […] Ο ασθενής διέρχεται το πλείστον της ημέρας εις την ιματιοθήκην ή έξω του Ιδρύματος (ασχολούμενος επ’ αμοιβή με την επισκευήν και το σιδέρωμα ενδυμασιών του προσωπικού, περιοίκων και φίλων του). Το τμήμα επισκέπτεται μόνον κατά τας ώρας του φαγητού, του ύπνου, και των επισκέψεων του Διευθυντού της Κλινικής. […] Ο ασθενής εξέρχεται σήμερον οριστικώς, κατόπιν αιτήσεως του κηδεμόνος του και εις κατάσταση τελείας υφέσεως». [Να τονιστεί ότι ο νόμος, όπως ίσχυε το 1965, επέβαλε την ύπαρξη άρρενος κηδεμόνος για πάντα εξερχόμενο χρονίως ψυχικά πάσχοντα!]
Διάγνωσις 2. Αποδραμούσα μανιοκαταθλιπτική ψύχωσις.
Επεισόδιο ΙΙΙ. Ιούλιος 1991 – Μάρτιος 1992.
Ο ασθενής ευρέθη περιπλανώμενος στην περιοχή της Ομόνοιας από κάποιον γνωστό του με πιτζάμες και πληγές στα κάτω άκρα και εξαιρετικά ρυπαρός. Τον διακόμισε στο δημοτικό νοσοκομείο. Εκεί του περιποιήθηκαν πρόχειρα τα έλκη (έχει εκτεταμένη φλεβίτιδα) και το ΕΚΑΒ τον εγκατέλειψε ουσιαστικά στο εφημερείο. Τις δυο πρώτες ημέρες δεν απάντησε σε καμία ερώτηση. Ανέφερε μόνο το όνομα και το επώνυμό του. Δεν παρουσίαζε επιθετικότητα. Έκανε συνέχεια το σταυρό του και εκλιπαρούσε το προσωπικό (ιατρικό και νοσηλευτικό) να μην του κάνουμε κακό αλλά να τον βοηθήσουμε. Ο ασθενής παρουσιάζει τελείως διαφορετική εικόνα. Είναι ευγενής, ομιλητικός και δέχεται να συνεργαστεί μαζί μας. […] Από καιρό ως λέγει «στην περιοχή των Εξαρχείων τον έβριζαν και του έλεγαν ακατονόμαστα πράγματα, για να τον περιγελάσουν…, του έκαναν πόλεμο νεύρων…, στην περιοχή γίνονται σημεία και τέρατα και ανήθικα πράγματα». Συνεπεία αυτών… έχασε το μυαλό του με συνέπεια να γυρίζει με πιτζάμες και να μην περιποιείται τις πληγές του…». Μας αναφέρει ότι τις πρώτες μέρες είχε την εντύπωση ότι είμαστε Εβραίοι και θέλουμε να τον σκοτώσουμε, αλλά τώρα καταλαβαίνει ότι αυτό ήταν παθολογικό και αντιθέτως θέλουμε να τον βοηθήσουμε…». Αναφέρει επίσης ότι μέχρι πρότινος βοηθούσε σαν ψάλτης. Είναι πλήρως προσανατολισμένος σε τόπο-χρόνο-πρόσωπα. Το συναίσθημά του ικανοποιητικό. […] Ο ασθενής παρουσιάζει σαφή βελτίωση της γενικής του εικόνας. […] Παραμένει στο τμήμα σε σταθερά βελτιωμένη κατάσταση. Δεν εκφράζει παραγωγικά ούτε τις σωματικές αιτιάσεις του παρελθόντος. Ο ασθενής εξέρχεται σήμερα οριστικά σε πλήρη ύφεση συμπτωμάτων.
Διάγνωσις 3. Κατά την παρουσίαση του ιστορικού εις το συμβούλιο των ιατρών της κλινικής (8/65) και συζήτηση για διάγνωση, προτείνεται σχιζοφρένειαν εν πλήρη υφέσει.
Σχολιασμός
Το ψυχιατρικό ιστορικό του Χ. παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς εκτείνεται σε 80 περίπου χρόνια. Στα αποσπασματικά κομμάτια του που έτυχε να διαβάσουμε αναφέρονται 3 νοσηλείες (1932, 1946 και 1991). Ο ίδιος όμως αναφέρει και μια ακόμη που πιθανόν συνέβη μεταξύ 1936 και 1938. Να υπενθυμίσουμε εδώ πως μεταξύ αυτής της περιόδου και του 1946 έχει μεσολαβήσει ο πόλεμος και, τουλάχιστον για την περιοχή της Αθήνας, τα Δεκεμβριανά. Σύμφωνα με τα κατά καιρούς λεγόμενα του «θείου Μήτσου», μπορούμε να εικάσουμε ότι μέρος τουλάχιστον αυτής της περιόδου, σίγουρα σχεδόν κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο «θείος» έμενε και εργαζότανε σε ψυχιατρείο. Προς τούτο συνηγορεί και η βεβαιότητα ότι οι συνθήκες διαβίωσης σε ένα ψυχιατρείο, παρ’ όλα τα προβλήματά του, θα ήταν καλύτερες από τις συνθήκες στην επαρχία ή τις συνοικίες της Αθήνας. Άλλωστε, διαθέτουμε ποικίλες στατιστικές για θανάτους από υποσιτισμό ή ασιτία στα ψυχιατρικά νοσοκομεία της χώρας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.1
Από το ιστορικό του Χ. ξεχωρίσαμε την έκθεση κάποιου ειδικευομένου μάλλον στην ψυχιατρική γιατρού (Αύγουστος 1965) που θα σχολιάσουμε κατόπιν.
Τας συμπληρωματικάς πληροφορίες δίνει ο ίδιος ο ασθενής. Ούτος, ενώ την πρωίαν παρέσχε ορισμένας πληροφορίας περί των μελών της οικογένειάς του, μετ’ ολίγας ώρας εζήτει να τας αναιρέσει, φοβούμενος μήπως ανακοινωθούν εις συγγενικά του πρόσωπα και θεωρηθεί από αυτούς ότι κακολογεί τους οικείους του. Ο πατήρ (περιγράφεται ως ωραίος, αριστοκρατικός τους τρόπους, κτίστης το επάγγελμα), εγνώρισε την σύζυγό του καθ’ ο διάστημα ηργάζετο εις το χωρίον της, μεταβείς εκ της Χαλκίδος, όπου διέμενε. «Δεν ήταν της τάξεώς του» (κατά τον ασθενή), διέμεναν επ’ ολίγον χρόνον εις την πατρικήν οικεία του πατρός του (η μήτηρ έζη ως εις ξένον εις το περιβάλλον της πρωτευούσης της επαρχίας, καίτοι έχει κερδίσει την συμπάθειαν των πεθερικών της).
Κατά την διάρκειαν της εγκυμοσύνης του μόνου τέκνου των, ο πατήρ εστρατεύθει, ένα μήνα δε προ της γεννήσεως του ασθενούς απέθανε, συνεπεία λοιμώδους νόσου [τύφος]. Δια τον θάνατον του συζύγου η μήτηρ αντέδρασε υπερβολικώς (έλεγον αργότερα ότι «της συνιστούσαν να μη χτυπιέται που ήταν έγκυος»). Υπό τας συνθήκας αυτάς εγεννήθη ο ασθενής – δεν γνωρίζει αν ήταν επιθυμητός ή όχι. Ολίγους μήνας αργότερον η μήτηρ μετά του τέκνου μετοίκησαν εις το χωρίον. Επειδή ήτο εργατική «χωριάτισσα», μετέβαινε μετά του τέκνου, ασχολούμενη εις την εξοχήν (όταν τούτο ήτο ενός περίπου έτους, «της έφυγε από τα χέρια και πετάχτηκε μακριά, κάτω από ένα δέντρο, αφού η ίδια έπεσε από το ζώο, όπου καβαλίκευε») Ήτο η μόνη θήλεια της οικογένειας και επειδή ήτο υποχωρητική την εκακομεταχειρίζοντο και την έδερναν οι αδερφοί της. Ήτο επίσης ευαίσθητος. Προκειμένου να απαλλαγή του οικογενειακού της περιβάλλοντος, απεφάσισε να νυμφευθή και πάλιν, κατόπιν εγκρίσεως της πεθεράς της. Παρεχώρησεν όμως εις την τελευταίαν τον διετή υιόν της (δεν ήτο επιθυμητός παρά του νέου συζύγου της). Ο πάππος και η μάμμη ηγάπων αυτόν («τον αγαπούσαν σαν αντικαταστάτη του πεθαμένου παιδιού τους») υπό την προστασία του πάππου ο ασθενής ησθάνετο ασφαλής, ούτος όμως εφονεύθη κατόπιν ατυχήματος (είχε μεθύσει, είχεν ανέλθει επί νεοαναγειρόμενης οικοδομής, τον εκάλεσε ο 5ετής ασθενής, απώλεσε την ισορροπίαν του, έπεσεν επί του εδάφους και μετά τετραώρου εξέπνευσε). Ο ασθενής εθεωρήθη έμμεσος υπαίτιος του θανάτου, λέγει δε ότι ολίγον αργότερα εδάρη (ολίγον αργότερα ο ασθενής αρνείται το τελευταίον επεισόδιον). Μετά της μάμμης εκοιμάτο μέχρι ηλικίας 6 ετών (ηρνείτο δε αμέσως μετά να κατακλίνεται μόνος), η οποία τον επροστάτευε υπερβολικώς). Αντίβαρον της προσκολλήσεως των πάππου και μάμμης, απετέλει η θυγατέρα των, έγγαμος, μετά δύο τέκνων (το μεγαλύτερο άρρεν 1 ½ έτος μικρότερο του ασθενούς) διαμένουσα εις την πατρικήν οικίαν. Ήτο επικρατητικός τύπος, έδερνε πολλάκις τον ασθενή, τον υποχρέωνε να εργάζεται, όταν δε ήτο «ζωηρός» ή ανυπάκουος, τον ηπείλη ότι θα τον βάλει μαθητευόμενον εις γειτονικήν χειροτεχνίαν, υπό τας διαταγάς αυστηρού, πραγματικού αυθέντου. Πολλάκις τον υπετίμα, συγκρίνουσα αυτόν προς τον «έξυπνον και υπάκουον» υιόν της. Η μήτηρ κατήρχετο και συνήντα τον υιόν της άπαξ του έτους και επ’ ευκαιρία πανηγύρεως (είχε ήδη δημιουργήσει οικογένειαν εκ δύο τέκνων). Ο ασθενής την ανέμενε, διότι την ηγάπα «γιατί ήταν μάνα του» και διότι εχαλαρούτο η αυστηρά πειθαρχία και αι εναντίον του καταπιέσεις εκ μέρους της θείας του. Η μήτηρ ησθένησε βαρέως (εκ καρδιοπάθειας) ολίγον χρόνον δε προ του θανάτου της εκάλεσε εις το χωρίον τον υιόν της (11 ετών). Η ανακοίνωση ότι μέλλει ταχέως να αποθάνει τον εξέπληξε, αργότερον δε ο θάνατός της τον ελύπησε (όχι πάντως τόσον, όσον περιγράφεται εν τω ιστορικώ). Δέον να σημειωθεί, ότι μετά τον γάμο της η μήτηρ μεταπείσασα τον νέον σύζυγόν της, επεθύμει να τον λάβη εις την οικίαν της, συνήντησεν όμως την αντίστασην της πεθεράς της. Εις το σχολείο αρχικώς είχεν αποτυχίαν, απώλεσεν έτος, κατόπιν προσηρμόσθη: ηγάπα το σχολείον, μετέβαινε τακτικώς εις αυτό, ήτο αρκετά καλός μαθητής, καταλαμβάνετο όμως τακτικά υπό φόβου και «δενόταν η γλώσσα του». Εις ηλικίαν 11 ετών εισήχθη εις το ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα για να μορφωθεί (έφ όσον δεν είχαν τας οικονομικάς δυνατότητας). ΄Ητο εκεί καλός μαθητής, ιδίως εις τα φιλολογικά, αποκαλούμενος με το ψευδώνυμον «σοφός»). Εζήλευε ο ασθενής τα ξαδέρφια του – όταν ήσαν μικροί εμάλωναν «σαν παιδιά». Ο εξάδελφός του απέθανεν εις ηλικίαν 6 ετών, παθών εκ kala azar. Ολίγους μήνες αργότερα ο ασθενής ησθένησε βαρέως εκ βρογχοπνευμονίας. Ο ασθενής κατείχετο υπό φόβου και εσέβετο τα θεία, τους συγγενείς του και τους διδασκάλους του. Εις το οικοτροφείον εστενοχωρείτο εκ του περιορισμού του, ουδέποτε όμως αντέδρα, ων υπάκουος εις τα κελεύσματα των διδασκάλων του. Ηρέσκετο να ψάλλει εις την εκκλησίαν. Αργότερα φαίνεται ότι δεν είχε πολλάς ετεροφυλικάς σχέσεις (ίσως και καθόλου), ομιλών σήμερον μετά εκτιμήσεως προς τους απολύτως «αγνούς» ανθρώπους της θρησκείας. Κατά την συζήτησιν δεικνύει μεγάλο ενδιαφέρον στα θέματα σχέσιν έχοντα με το φύλον, τον γάμον και τας συναφείς σεξουαλικάς επαφάς. Πρό της δευτέρας εισόδου του είχε κινδυνεύσει να φονευθεί υπό των κατακτητών (το 1944), διαφυγών την υστάτην στιγμήν, αφού είχεν ήδη συλληφθεί».
Διάγνωσις 4: Μανιακή συνδρομή μετά δευτερογενών διαταραχών της προσωπικότητας.
Η μελαγχολική φάσις βραχεία, δύναται να αμφισβητηθή. Τα μανιακά επεισόδια με υπερτονίαν του νευροψυχικού τόνου, ιδέας υπερβασίας του εγώ, είναι τυπικά. Η κατά την ύφεσιν παρατηρούμενη υπέρβασις του εγώ, η ευερεθιστότης, η σχετική αδυναμία προσαρμογής εις το νοσοκομειακόν περιβάλλον, αποτελούν δευτερογενείς διαταραχάς του χαρακτήρος και της προσωπικότητας. Γενετικά αίτια: Δεν έχουμε στοιχεία δια του πώς συμπεριφέρετο η μήτηρ προς το βρέφος της, πάντως φαίνεται απορριπτική εκ του γεγονότος ότι εγκατέλειψε το τέκνον της εις την πεθεράν της, εις ηλικίαν 2 ετών, στερήσασα τούτο της μητρικής στοργής (καθήλωσις εις στοματικά ενδιαφέροντα: μανιακαί δι’ υπεραναπληρώσεως, εκδηλώσεις αυτοδιαφήμισης και ασχολία με την φωνήν του). Αργότερον και παρά την υποστήριξη του πάππου και της μάμμης, υπέστη την επίπτωση της κακιάς συμπεριφοράς της θείας του, αναπτύξας άγχος ευνουχισμού (αίσθημα ανασφάλειας, κακήν επίλυση οιδιπόδειου: αδυναμία επίτευξης συνδέσμων μετά του ετέρου φύλου. Επ’ ευκαιρία της σωματικής νόσου (γρίππης) αναζωπυρούται το άγχος ανασφάλειας, εις το αυστηρόν και ξένο περιβάλλον του Οικοτροφείου, εκδηλούμενον, δι’ υπεραναπληρώσεως εις μανιακήν συνδρομήν). Αναζωπυρούται τούτο, οσάκις ευρίσκεται υπό δυσκόλων περιστάσεων (μετατρέπεται εις σαφήν επιθετικότητα προς αυτά). Θεραπευτικώς: αντιαγχώδη, εύρεσις συνετών και ηπίων γονεϊκών προτύπων εκ του περιβάλλοντός του, δια να του εμπνεύσουν εμπιστοσύνη εις την ζωήν. Νομίζομεν ότι υπ’ αυτάς τας προϋποθέσεις θα δυνηθή να διατηρηθή εις την κοινωνίαν, έστω και με την κατ’ αραιά διαστήματα υποστήριξιν των νυν θεραπόντων ιατρών.
Είναι απορίας άξιον το πνεύμα μέσα στο οποίο έχει γραφτεί αυτή η σύνθεση [ιστορικού και συμπεράσματος] ως καταστάλαγμα των νοσηλειών του ασθενούς Χ. Έχουμε την εντύπωση πως οι «ψυχοδυναμικές» απόψεις, που προσφέρονται για κατανόηση (δες για ερμηνεία) της ιστορίας του ασθενούς Χ., αγνοούν την κλινική ψυχοπαθολογία, όντας οι συνήθεις επιφανειακές γνώσεις εκείνης της εποχής, όπου κυριαρχούν η μαζική χρησιμοποίηση της έννοιας του «στερητικού», οι «φόβοι καταβροχθίσεως», οι «ευνουχισμοί», η «ναρκισσιστική προβολή» και άλλα τέτοια. Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά δείγματα μιας αφελούς χρησιμοποίησης στην Ελλάδα του 1965 κάποιων σπαραγμάτων μιας θεωρίας, που εμφανώς μεταφέρονταν μέσω διαφόρων γραπτών, ως κακοχωνεμένος απόηχος ενός κάποιου εκχυδαϊσμού της ψυχαναλυτικής θεωρίας, γνωστής από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, κυρίως στον βορειοαμερικανικό, αλλά και τον αγγλοσαξονικό κόσμο, υπό την πλέον γνωστή ετικέτα «blame the mother syndromes».
Γνωρίζοντας και προσωπικά τον Χ., για τους οικείους «θείο Μήτσο», και για τη δικιά μας προσέγγιση τον «Όσιο Μήτσο των Εξαρχείων», τον «δια Χριστόν σαλόν», και φυσικά με τις γνώσεις που αποκτήθηκαν στη μεταπολεμική βιβλιογραφία, σχετικά με τις ψυχοπαθολογικές συνέπειες των πολέμων, των διωγμών, της καταπίεσης και των μαζικών ομαδικών τραυματικών εμπειριών, γνωρίζουμε ότι μέσα σε αυτή τη λαίλαπα της απανθρωπιάς, οι μεν φυσικά πεθάνανε, οι δε τρελαθήκανε οριστικά, οι δε άλλοι, οι και περισσότεροι, επέζησαν αναπτύσσοντας πολλαπλές και πολυσήμαντες στρατηγικές επιβίωσης, που μπόρεσαν να παρακάμψουν τις τραγικά τραυματικές εμπειρίες της ζωής τους.
Η βιογραφία του Χ. σε κάποιο βαθμό θυμίζει το περιβόητο φιλμ του Μίλος Φόρμαν, Πέταγμα πάνω από τη φωλιά του κούκου, μόνο που εδώ η κατάληξη υπήρξε μια ειρηνική και δικαιωμένη κατάληξη της ευφυΐας ενός ανθρώπου, που κατάφερε μέσα από μια πρώιμη ορφάνια, μέσα από μια κατ’ ανάγκη εγκατάλειψη από τη μητέρα του για τον δεύτερο γάμο και εν τέλει έναν εγκλεισμό σε ορφανοτροφείο, να δημιουργήσει μια προσωπικότητα με έντονη πρακτική και κοινωνική ευφυΐα.
Τα ψυχοπαθολογικά επεισόδια, τα οποία με τις σημερινές γνώσεις θυμίζουν πολύ περισσότερο παροδικά επεισόδια «οξείας ψύχωσης», επέτρεψαν στον θείο Μήτσο να αναπτύξει μια στρατηγική στις σχέσεις του με γιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και την κοινωνία, που να του επιτρέψει να διατρέξει τον αιώνα λίαν επιτυχώς. Δεν μεγάλωσε στερημένος, όπως το ιστορικό αφήνει να εννοηθεί, γιατί μεγάλωσε στην οικογένεια της πολλάκις αναφερόμενης θείας του, μαζί με τέσσερα ξαδέλφια. Κράτησε στενές επαφές με το ευρύ κοινωνικο-οικογενειακό του περιβάλλον, παίζοντας συνέχεια τα καλά και συμφέροντα, κατά τα κριτήριά του προς το σύστημα, το οποίο εν τέλει εκμεταλλεύθηκε με τον δυνατόν καλύτερο τρόπο. Αυτό που το ιστορικό δεν μπορεί να καταγράψει είναι ότι, μετά το 1965, ο Χ. είχε μια έντονη κοινωνική ζωή, συμμετείχε σε πολιτιστικούς συλλόγους και είχε κάνει πολλαπλά οργανωμένα ταξίδια ανά την Ευρώπη. Το γεγονός ότι η πορεία του καθοριζόταν από τις θρησκευτικές και οικογενειακές απόψεις της εποχής του είναι ένα επιπλέον κριτήριο της μεγάλης προσαρμοστικότητάς του. Τώρα το γεγονός ότι σήκωνε τη μαγκούρα στα Εξάρχεια και κυνηγούσε τους αμαρτωλούς και τα τοιούτα, είναι στην ουσία αυτό που μας επιτρέπει να τον ονομάζουμε «δια Χριστόν σαλόν» και να τον θυμόμαστε με πολλή αγάπη και συγκίνηση…
* Είδος πνευματικής άσκησης, «σαλότης» ή «δια Χριστόν μωρία». Οι δια Χριστόν σαλοί ήσαν ασκητές, οι οποίοι προσποιούντο τους τρελούς για να φέρουν τα θεία μηνύματα στον κόσμο.
1 Tzavaras, A., Ploumbidis, D. and Asser, A. (2007-2008). Greek psychiatric patients during World War II and the Greek civil war, 1940-1949. International Journal of Mental Health, 36, 4, pp. 57-66.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.