Ευγενία Σουμάκη
Παιδοψυχίατρος, Ψυχαναλύτρια, Γενική Γραμματέας της
Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, Επιστημονική
Διευθύντρια της Διαγνωστικής και Θεραπευτικής Μονάδας «Σπύρος Δοξιάδης»
Δημήτρης Κ. Αναγνωστόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής,
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
σύναψις 28 [2013 – τόμος 09]
Η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση Σήμερα
Ημερίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας & του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών / Αθήνα 15 Μαρτίου 2013
«Κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα,
Κοιταζόμασταν μέσα απ’ την πέτρα»
(Οδ. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)
Εισαγωγή
Σε μια θεραπεία μ’ έναν επαρκώς αναλυμένο και καλά εκπαιδευμένο ψυχαναλυτή δεν αναμένονται σοβαρές παραβιάσεις της διαδικασίας από τον ασθενή. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ο τρόπος που οι λεπτές αποχρώσεις, οι διάφορες ποιότητες του χαρακτήρα του ψυχαναλυτή- θεραπευτή, οι συνήθεις συμπεριφορές, οι συμπεριφορές σχετικά ελεύθερες από συγκρούσεις, μπορεί να επηρεάσουν τη θεραπευτική διαδικασία.
Η συζήτηση για τον προσδιορισμό των θεραπευτικών παραγόντων επικεντρώνεται σε δυο τάσεις, σε όσους εστιάζουν στην ερμηνεία και σε αυτούς που εστιάζουν στη σχέση. Σαν παιδοψυχίατροι στηριζόμενοι στις παρατηρήσεις της συναλλαγής μητέρας – βρέφους, υποστηρίζουμε ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια άψογη ερμηνεία για να υπάρξει ψυχική αλλαγή. Αυτό το «κάτι» ενυπάρχει στη διυποκειμενική σχέση αναλυόμενου – αναλυτή. Αυτή η «υπαινικτική γνώση των σχέσεων», κατά Stern (1998), αποκτιέται μ’ έναν υπόγειο – ασυνείδητο τρόπο και είναι έξω τόσο από τη συνειδητή προσοχή όσο και από τη συνειδητή εμπειρία. Τις ασυνείδητες διαστάσεις αυτής της σχεσιακής γνώσης, ο Bollas (1987) τις ονόμασε «ανεπίγνωστη γνώση» (unthought known) και συνιστούν αυτές τις στιγμές «συνάντησης», που ορίζονται σαν διυποκειμενικές στιγμές της ανάλυσης.
Ο «αρκετά καλός» αναλυτής (good enough) (Winnicott 1960) είναι ικανός να δουλέψει αποτελεσματικά μ’ ένα σύνολο φαντασιώσεων και αμυνών στον κάθε ασθενή, σε μεγάλο εύρος ασθενών, αλλά και καταστάσεων. Τα ατομικά χαρακτηριστικά του είναι αυτά που καθορίζουν τους ιδιαίτερους περιορισμούς και τα δυνατά ή αδύνατα σημεία της αναλυτικής εργασίας.
Οι αντιμεταβιβαστικές αντιδράσεις εμφανίζονται συνήθως: (α) όταν υπάρχουν ομοιότητες στις εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα σε αναλυόμενο και αναλυτή, (β) όταν ο ασθενής μέσω της προβλητικής ταύτισης επιλέγει ασυνείδητα την πλευρά του αναλυτή που ταιριάζει με τη δική του αντίληψη για τις πρώιμες σχέσεις και έρχεται εκεί να προσδέσει τη μεταβίβασή του, (γ) όταν το «ταίριασμα» αυτό διευκολύνει ή εμποδίζει τη θεραπευτική διαδικασία ανάλογα με τα ιδιαίτερα ζεύγη ασθενούς – αναλυτή. Η έννοια αυτή, της ιδιαίτερης επικοινωνίας ασθενή – αναλυτή στον άξονα μεταβίβασης – αντιμεταβίβασης ενέχεται στις εκδραματίσεις της μεταβίβασης και τις διαδραματίσεις της αντιμεταβίβασης, επικαλύπτεται από την έννοια της προβλητικής ταύτισης, αγγίζει την έννοια της ενσυναίσθησης και αναδεικνύει τυφλά σημεία στον ψυχισμό και των δύο που έχουν ένα ασυνείδητο νόημα.
Κοινωνικοοικονομική κρίση και ψυχική υγεία
Η κοινωνικοοικονομική κρίση επηρεάζει την ψυχική υγεία με δυο αλληλοτροφοδοτούμενους τρόπους, δηλαδή εξασθενώντας τους προστατευτικούς παράγοντες ή αυξάνοντας τους παράγοντες κινδύνου.
Στην παρούσα φάση, οι μεταβολές της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, οι πολιτισμικού χαρακτήρα ιδιαιτερότητες, η κατάργηση των θεσμών, η συνεχής διάψευση, η έλλειψη ορίων, η σύγχυση ρόλων, τα διάφορα οικογενειακά μυστικά που αποκαλύπτονται λόγω των «καταρρεύσεων», οι σοβαρές συγκρούσεις, η βία και η επιθετικότητα, που κατακλύζουν το άτομο ως μέρος τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής του πραγματικότητας, είναι γνωστοί παράγοντες κινδύνου που οδηγούν το άτομο σε μια κατάσταση τραυματική είτε λόγω της φύσης των ερεθισμάτων – απειλών που δέχεται είτε λόγω απώλειας του διευκολυντικού – υποστηρικτικού του περιβάλλοντος.
Η επίδραση στον αναλυτή, τον αναλυόμενο και το θεραπευτικό πλαίσιο
Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί, κατά την γνώμη μας, παρά να επηρεάσει και τον ψυχισμό του αναλυτή τόσο στα ιδιαίτερα του χαρακτηριστικά όσο και στις νέες κι έντονες προβολές που δέχεται. Θα κληθεί δηλαδή να ισορροπήσει ανάμεσα στα δικά του εσωτερικά αντικείμενα, που, κάτω από την πίεση των συνθηκών αυτών, δραστηριοποιούν τις δικές του απωθημένες συγκρούσεις, και στις έντονες και ποικίλες προβολές του αναλυόμενου.
Οι άξονες πάνω στους οποίους θ’ αναπτυχθεί η δική μας, ως ψυχαναλυτών –θεραπευτών, σκέψη αφορούν τρία επίπεδα:
Οι εσωτερικές «αναταράξεις» του ψυχισμού του ψυχαναλυτή
Αναφερόμαστε στις εσωτερικές διαδικασίες, αποτέλεσμα των συγκρούσεων που αναδύονται στον ψυχισμό του αναλυτή, τη σχέση με τα δικά του εσωτερικά αντικείμενα, τις εμπειρίες ζωής, τις ματαιώσεις του από τον γονέα – εξουσία, τις εφηβικές του συγκρούσεις απέναντι στο σύστημα, τις πολιτικές του τοποθετήσεις, τη φιλοσοφία ζωής, το «περί δικαίου» αίσθημα.
Επίσης στη δική του προσωπική, επαγγελματική και οικονομική ματαίωση σε σχέση με προσπάθειες χρόνων που στόχο είχαν την προσέγγιση ενός Ιδεώδους του Εγώ, συχνά πολύ υψηλού.
Σ’ ένα άλλο επίπεδο, αναδύονται αισθήματα θυμού ή ενοχής ή απειλής στο πλαίσιο των προσωπικών διώξεων που επιβάλλει με παράλογο τρόπο το σύστημα, π.χ. μέσω του τυπολατρικού και τις πιο πολλές φόρες προσχηματικού ελέγχου των αποδείξεων ή/και των συνεχών προστίμων από την εφορία. Δηλαδή ελεγκτικών καταστάσεων που εγείρουν μέσα του την απειλή μιας εξουσίας που εισβάλλει, φέρνοντας στην επιφάνεια «λογαριασμούς» του κατάλοιπα προηγούμενων αναπτυξιακών φάσεων.
Συχνά, όλα αυτά οδηγούν στην κατάρριψη μιας αίσθησης ναρκισσιστικής παντοδυναμίας που ενισχύεται, κυρίως, σ’ εκείνους τους συναδέλφους που έχουν επιλέξει την εργασία τους σ’ ένα ατομικό πλαίσιο, χωρίς μεγάλη ανάμειξη με τα στοιχεία μιας άλλης εξωτερικής πραγματικότητας, αυτής που κυριαρχεί στον δημόσιο φορέα, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους χώρους των ψυχιατρείων, τις δυσκολίες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Κάτω από αυτές τις παραμέτρους το Εγώ του ψυχαναλυτή καλείται να πενθήσει τις απατηλές του σχέσεις, κυρίως με το «Ιδεώδες» του κομμάτι, ανασύροντας συναισθήματα έντονα και μετέχοντας σε διαδικασίες πένθους, που θα πάρουν τον δρόμο τους μέχρι τη νέα επανατοποθέτηση.
Η ψυχαναλυτική σχέση και η αλλαγή της δυναμικής στη συνεδρία
Με αυτό το εσωτερικό υπόστρωμα ο αναλυτής μπαίνει στη συνεδρία. Ένας θεραπευτής πιο αναστατωμένος και ίσως μ’ έναν σιωπηλό φόβο για το «αν θα είναι κύριος του εαυτού του» στην πρόκληση με την οποία η ψυχαναλυτική κατάσταση μας βάζει κάθε στιγμή ν’ αναμετρηθούμε.
Η «παράλληλη διαδικασία»
Στη συνεδρία πάλι, η στιγμή της συνάντησης έρχεται όταν αναδύονται εκ παραλλήλου και τα ανάλογα, αλλά προφανώς πιο επιβαρυμένα θέματα του αναλυόμενου. Συχνά πιο δύσκολο είναι όταν η στιγμή συνάντησης γίνεται στιγμή «ταιριάσματος» αναλυτή και αναλυόμενου με την έννοια της παράλληλης διαδικασίας (parallel process). Τότε χρειάζεται ο αναλυτής να μην συμπεριφερθεί ως αποπλανηθείς από τις συναισθηματικές εκδηλώσεις του αναλυόμενου του, αλλ’ ούτε και να ακινητοποιηθεί από ενοχές ότι ο ίδιος τις έχει προκαλέσει (Ιωαννίδης, 2009). Αυτή η «στιγμή συνάντησης» αποτελεί μια εμπλοκή που θα καθηλώσει τη διαδικασία και απαιτεί μια άμεση εξωτερική ματιά – εποπτεία.
Ο ψυχαναλυτής σε «μετάβαση»
Ο αναλυτής στο πλαίσιο της δικής του προσαρμογής στην επερχόμενη κατάσταση, στη φάση αυτή που ο ίδιος αισθάνεται «σε μετάβαση», δέχεται ταυτόχρονα τις επιθέσεις και του αναλυόμενου, που είτε είναι αποτέλεσμα των δικών του διαδικασιών είτε παλινδρόμησης μπροστά στα νέα άγχη απειλής και αφανισμού ή, στις ωριμότερες ψυχικά περιπτώσεις, πένθους και κατάθλιψης. Αυτός ο «θεραπευτής – γονιός» παύει να είναι πλέον παντοδύναμος, δεν μπορεί να προσφέρει λύσεις, δεν μπορεί φαντασιωσικά να προστατεύσει. Δεν τοποθετείται απ’ τον αναλυόμενο, αλλά ούτε και τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτό του σε θέση εξιδανίκευσης.
Το ναρκισσιστικό διακύβευμα
Τα σοβαρά θέματα ναρκισσιστικής αμφισβήτησης συχνά τον οδηγούν σε αισθήματα ματαίωσης, μοναξιάς, αδιεξόδου και θυμού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή διεργασίας πένθους, της δικής του νεύρωσης, όπως την αποκαλεί ο Freud (1923). Αν η μεταβιβαστική προβολή της παντοδυναμίας συμμειχθεί με την τάση του αναλυτή για παντοδυναμία και παντογνωσία, τότε οδηγείται σε «μανιακές άμυνες – μανιακή τριάδα» (Segal 1988), δηλαδή θρίαμβο, έλεγχο και περιφρόνηση, και συνεπώς στην επικράτηση αντιψυχαναλυτικών δυναμικών μεταβίβασης – αντιμεταβίβασης.
Η απειλή στον ενδιάμεσο χώρο
Η ανάλυση έχει αναγνωριστεί σαν ένας ενδιάμεσος χώρος από τον Winnicot (1971), όπου τα πεδία παιγνιδιού των δύο υποκειμένων συναντώνται και όπου οι κανόνες του παιγνιδιού απαιτούν να αποδεχθούμε ότι όλα τα συμβάντα εντός αυτής της κατασκευής (σκέψεις, συναισθήματα, πράξεις, σιωπή κ.λπ.) δεν υπονοούν αυτό που θα υπονοούσαν εκτός της κατασκευής αυτής. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η αναλυτική στάση να παρέχει σαφή εγγύηση ασφάλειας. Γιατί, αν αφεθούν ανεξέλεγκτες οι προκλήσεις, θα παρεισφρήσουν και θα καταστρέψουν την παραισθητική κατασκευή (Parson 1999).
Η προσπάθεια του ασθενή να καθυποτάξει και να εντάξει τη σχέση του με τον αναλυτή μέσα στο δικό του κλειστό σύστημα μέσω της μεταβίβασης, όπως περιγράφει ο Fairbairn (1958), προσκρούοντας και στην αδυναμία του αναλυτή να το διαχειριστεί, δημιουργεί τον κίνδυνο το χάσμα μεταξύ του υποκειμένου του αναλυτή και της λειτουργίας του να καταρρεύσει. Τότε η αναλυτική κατάσταση (Strachey 1934) είναι μονίμως σε κίνδυνο εκφυλισμού σε μια πραγματική κατάσταση. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της παραβίασης του μεταβατικού – ενδιάμεσου χώρου και της κατάργησης της συμβολικής λειτουργίας.
Κατά τη γνώμη μας, ο αναλυτής πρέπει απαραίτητα να διεργαστεί σ’ αυτή τη νέα φάση τις έντονες συναισθηματικές του ανακατατάξεις, τον κατακλυσμό από ψυχικούς ερεθισμούς και αναμοχλεύσεις από τους ασθενείς, την παρουσία πολλών ή την απουσία συναισθημάτων ενοχής σε σχέση με την εμπειρία της στέρησης, που συνδέεται με τη σκληρή και αδιάλλακτη στάση των ορίων του πλαισίου. Πρόκειται δηλαδή για μια διαδικασία πένθους που κινείται σε πολλά επίπεδα. Οι αναλυτές αισθάνονται, σκέφτονται, εποπτεύονται αν χρειαστεί, μοιράζονται στο πλαίσιο των θεσμών / εταιρειών ή επεξεργάζονται μέσω των σεμιναρίων ή/και των δημοσιεύσεων, σαν κι αυτή που επιχειρούμε εδώ, προκειμένου στο πλαίσιο μιας επεξεργασίας αφομοίωσης των διεγέρσεων αυτών να αποκαταστήσουν συνειρμικές συνδέσεις, που θα ανταπεξέρχονται στις νέες θεραπευτικές προκλήσεις και θα αποδίδουν δημιουργικό περιεχόμενο επιτρέποντας το προχώρημα της θεραπείας.
Το πλαίσιο και η θεραπευτική σχέση
Σήμερα τα όρια του εξωτερικού πλαισίου βρίσκονται σε σύγχυση, ενώ τα όρια του εσωτερικού πλαισίου των δυο πρωταγωνιστών (αναλυτή – αναλυόμενου) σε ανακατάταξη. Αυτή η κατάσταση οδηγεί αναπόφευκτα και σε δοκιμασία τη θεραπευτική σχέση με το πλαίσιο.
Είναι γνωστό ότι τα κύρια χαρακτηριστικά του πλαισίου είναι η σταθερότητα, η συνέπεια, η προβλεψιμότητα, η εμπιστευτικότητα και η συνέχεια. Παρόλο που το πλαίσιο αποτελείται από αυτές τις σταθερές, πρέπει δηλαδή χωρίς αμφιβολία να είναι και να παραμένει σταθερό και αμετάβλητο, χρειάζεται ενίοτε και κάποια ευελιξία, χρειάζεται να προσαρμόζεται στις ανάγκες του εκάστοτε ασθενή, εφόσον αυτές έχουν κατανοηθεί και αξιολογηθεί από τον αναλυτή (Αναστασόπουλος κ.ά. 2009).
Η επιρροή του περιβάλλοντος είναι αναπόφευκτη (γονείς, ζητήματα υγείας, κοινωνικό – οικονομικές, πολιτικές μεταβολές κ.λπ.) αν και θα πρέπει να διατηρείται στο ελάχιστο.
Προφανώς όσο πιο παλινδρομημένος ο ασθενής τόσο πιο σημαντικό το αναλυτικό πλαίσιο.
Η θεραπεία δεν είναι ζήτημα που σχετίζεται με την τελειότητα του πλαισίου. Εξ άλλου το «τέλειο πλαίσιο» θα άφηνε τα βουβά, ψυχωτικά μέρη του ασθενή απαρατήρητα και ανέγγιχτα.
Η ρήξη και αποκατάσταση του πλαισίου αποτελεί ουσιώδες μέρος της αναλυτικής εργασίας και είναι ένας απαραίτητος παράγοντας για μια γνήσια και όχι «δήθεν» ανάλυση. (Etchegoyen, 1991).
Η συχνά επαναλαμβανόμενη έκφραση πως ο αναλυτής είναι ο εγγυητής του πλαισίου δεν σημαίνει ούτε «καταναγκαστική» δυσκαμψία, ούτε κατοπτρική παγερότητα, απόσταση και σιωπή, καθόσον ο αναλυτής προσφέρει το δικό του ψυχικό πλαίσιο ως θεμελιώδη μοχλό της αναλυτικής διαδικασίας, κάτι που σημαίνει ότι προσφέρει την εγγύηση ότι αναλαμβάνει την ευθύνη.
Σε αυτό το σημείο συντασσόμεθα με τη θέση του A. Green (2005), ότι σε περιπτώσεις που το πλαίσιο χρειάζεται ακραία μετατροπή, ο θεραπευτής πρέπει ν’ ανατρέξει σ’ ένα εσωτερικό πλαίσιο, αυτό της δικής του εσωτερικευμένης ανάλυσης και με κάποιο τρόπο να το επιβάλλει στην παρούσα σχέση.
Σήμερα το πλαίσιο δοκιμάζεται όσον αφορά τη συχνότητα, τις αμοιβές, το περιεχόμενο, τις αντιστάσεις. Η δυσκολία εμβάθυνσης είναι μεγαλύτερη όταν οι εξωτερικές πιέσεις κατακλύζουν τον ψυχισμό, οι ερμηνείες μπορεί να είναι υποτονικές ή επιθετικές ανάλογα με τις διαδικασίες του ιδίου του αναλυτή.
Ο αναλυτής ο ίδιος προβάλλεται άλλοτε ως σύμμαχος – δοτική μάνα «good enough mother» (Winnicott 1960), που θ’ απαλλάξει από τα άγχη, και άλλοτε ως στερητική μάνα, ένας σαδιστικός θεσμός που σου ζητάει πολλά, σου ζητά να στερηθείς, για να έχεις – αυτό που θεωρείς αυτονόητο – τη δυνατότητά της. «Τον χρειάζεσαι αλλά όχι έτσι». Η παλινδρόμηση του ψυχισμού αναζητά έναν μαστό άνευ ορίων, άνευ όρων. Αυτή η ψευδαίσθηση παντοδυναμίας από τον παλινδρομημένο ψυχισμό, σε αντιδιαστολή με την άκαμπτη παντοδυναμία του μαστού – αναλυτή, θα προκαλέσει – είναι βέβαιο – άγχη απειλής στον αναλυόμενο και σε σχέση με τη δική του εκτοξευόμενη ενορμητική επιθετικότητα, αλλά και σε σχέση με την αντεκδίκηση από τη μεριά του άλλου.
Ο θυμός του αναλυόμενου για το πλαίσιο που προβάλλεται στα χρήματα συνδέεται με τις απαιτήσεις του γονιού όπως έχουν ενδοβληθεί στο Υπερεγώ του. Ο θεραπευτής ως το ενδοβλημένο στο Υπερεγώ αντικείμενο απαιτεί τη συμμόρφωση με ορισμένα προαπαιτούμενα.
H συζήτηση για τα χρήματα, που άλλοτε γίνεται κι άλλοτε αποφεύγεται, βιώνεται σαν μια «απαγόρευση» της οργής που επιτείνει την οργή, σε συνδυασμό μ’ έναν ενδοβλημένο σαδιστικό υποτιμητικό πατέρα, προς τον οποίο ο αναλυόμενος δεν πρέπει να επιτεθεί προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τελειότητας του χαρακτήρα του και να νοιώθει δυνατός.
Η σύνδεση της διαχείρισης του θέματος της αμοιβής με τα αρχαϊκά ενδοβλημένα αντικείμενα του Υπερεγώ του αναλυόμενου συντελεί στη βίωση μιας διαφοράς ανάμεσα στο φαντασιακό και πραγματικό. Πολλές φορές, στο σημείο αυτό, αρχίζουν καθυστερήσεις στη συνεδρία, εκδραματίσεις και συχνά διακοπές θεραπείας.
Αναρωτιόμαστε αν η αναλυτική κατάσταση μπορεί να αναδείξει τα ίχνη των «ιστορικών τραυμάτων» στην ενεστώσα ψυχική λειτουργία του ασθενή όταν βάλλεται τόσο το πλαίσιο. Αναρωτιόμαστε αν η συμβολική επεξεργασία των διαδραματίσεων (και εκδραματίσεων) μπορεί να διανοίξει εσωτερικές επικοινωνίες μεταξύ των αποσυνδεδεμένων καταστάσεων (ή μέρους) του εαυτού, ώστε να μπορέσουν αυτά να κατανοηθούν σαν αποτέλεσμα συγκρουσιακών ασυνείδητων διεργασιών, όταν και η εξωτερική πραγματικότητα είναι τόσο αβέβαιη, καταστροφική και ανασφαλής. Αναρωτιόμαστε αν, στην παρούσα φάση, οι αντιμεταβιβαστικές δυσκολίες είναι δυνατόν να εξωτερικευθούν για να απελευθερωθεί ο αναλυτής από τους περιορισμούς που περιγράφηκαν.
Στις σημερινές καταιγιστικές κοινωνικές εξελίξεις, αυτό που βιώνεται είναι η τεράστια πίεση για απώλεια ελευθερίας της σκέψης και αναζήτησης εναλλακτικών, σε κάθε επίπεδο της ατομικής και κοινωνικής ζωής. Αυτή η κατάσταση αντανακλάται και στην ερμηνευτική διαδικασία. Η ερμηνευτική κατανόηση λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών εξελίσσεται από το μερικό και περιφερικό στο κεντρικό και πρωταρχικό.
Ο αναλυτής καλείται να ανιχνεύσει το κεντρικό και πρωταρχικό καθιστώντας το συνειδητό δια της ερμηνείας, ενώ με το άλλο του μισό «εμπλέκεται» στο μερικό και περιφερικό της ψυχικής ζωής, που αποτελεί όμως την αλήθεια της πραγματικής ζωής. Εκείνη την ώρα σκέφτεται κανείς τις θεματικές επιλογές που έχει και τον χρόνο εκφοράς των μεταβιβαστικών ερμηνειών ως εργαλείο κινητοποίησης ψυχικής αλλαγής.
Θα χρησιμοποιήσει για την ψυχική αλλαγή τη θεραπευτική συμμαχία και την ενσυναίσθηση (Stern 1934) ή τη μεταλλακτική ερμηνεία (Strachey 1934) παρ’ ότι ο αναλυόμενος «βάλλεται» από μια οδυνηρή εξωτερική πραγματικότητα; Π.χ. πώς να ερμηνευτούν βασικά θέματα ανασφαλούς δεσμού όταν η ανεργία και η εξ αυτής μεγάλη αβεβαιότητα κατακλύζει τον ψυχισμό εκ των πραγματικών της διαστάσεων;
Θεραπείες παιδιών – εφήβων
Στις θεραπείες των παιδιών και των εφήβων τα θέματα είναι ακόμα πιο πολύπλοκα. Η ψυχική κατάστασή τους επηρεάζεται από εκείνη των γονέων τους. Για παράδειγμα, ο γονέας με αγχώδη διαταραχή αδυνατεί να απορροφήσει τα άγχη του παιδιού του, ο καταθλιπτικός αδυνατεί να εμπεριέξει τις αγωνίες του, ενώ ο ενοχικός θα του μεταφέρει τα δικά του άλυτα συγκρουσιακά θέματα. Αυτοί οι γονείς μεταφέρουν συχνά αντιφατικά και αντικρουόμενα μηνύματα και δυσκολεύονται να διαμορφώσουν ένα σταθερό περιβάλλον με συνεχή συναισθήματα φροντίδας. Το αποτέλεσμα είναι παιδιά παραμελημένα ή υπερπροστατευμένα, ανώριμα, μπλεγμένα σε καταστάσεις όπου οι ρόλοι συγχέονται, ενώ η ικανοποίηση των αναγκών τους βρίσκεται σε αναστολή. Έτσι σχηματίζονται ψυχισμοί σε αναστολή – ακινητοποίηση σαν άμυνα για την ψυχική τους επιβίωση ή ψυχισμοί που εκδηλώνονται με βία, εκδραματίζοντας τα σιωπηρά αισθήματα οδύνης και οργής και τέλος σε πολλές περιπτώσεις διαμορφώνεται η εικόνα ενός ψευδούς εαυτού.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανάγκη πολύπλευρης θεραπευτικής αντιμετώπισης τόσο του παιδιού όσο και των γονέων καθίσταται επείγουσα και επιτακτική.
Πώς θ’ ανταποκριθούν όμως οι γονείς σ’ ένα τέτοιο θεραπευτικό συμβόλαιο, χωρίς την κάλυψη του ασφαλιστικού τους φορέα, και ποια θα είναι η στάση του θεραπευτή όταν οι γονείς πολύ γρήγορα διακόπτουν τη δική τους εργασία δίνοντας το προβάδισμα στη θεραπεία του παιδιού τους; Μια θεραπεία που ουσιαστικά καθίσταται ανέφικτη και χωρίς νόημα χωρίς τη δική τους συμμετοχή.
Και τι θα γίνει με τις θεραπείες των εφήβων; Όταν ο θεραπευτής δύσκολα μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο προς ταύτιση και εξιδανίκευση, όταν όλοι οι θεσμοί γύρω έχουν υποτιμηθεί επιβεβαιώνοντας την ενοχική φαντασιωσική επιθετικότητα του εφήβου;
Πώς λοιπόν θα προωθηθεί η διαδικασία της θεραπείας όταν τα πρότυπα καταπίπτουν, όταν οι γονείς αποδεικνύονται αδύναμοι και ανίκανοι να δεχθούν την επιθετικότητα της αυτονόμησης, οι δε φαντασιώσεις της ονειροπόλησης εκλείπουν; Σήμερα ολοένα και πιο συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε εφήβους που δεν μπορούν ν’ αναπτυχθούν γιατί εμπλέκονται σε μη επεξεργασμένες καταστάσεις από τους ίδιους τους γονείς.
Το ζήτημα είναι σοβαρό, καθώς πρόκειται για μια καθημερινή και συνεχή διάψευση του εφήβου, και θέτει σε βαθειά αμφισβήτηση τη δυνατότητα θεραπευτικής ανταπόκρισης όταν συμβαίνει κι ο θεραπευτής, κάτω από το βάρος της πραγματικότητας, να συμμερίζεται ακριβώς την ίδια διάψευση. Αυτή λοιπόν η αδυναμία των γονέων ή/και των θεραπευτών, η ανικανότητά τους να διεργαστούν το πένθος αποτελούν πραγματικό παράγοντα κινδύνου μετάδοσης της ψυχοπαθολογίας μεταξύ των γενεών (Αναστασόπουλος κα 2009).
Επίλογος
Παρ’ όλες όμως τις αναφερόμενες δυσκολίες, ο χώρος της θεραπείας ως ένα πλαίσιο με όρια, και λειτουργίες ενσυναίσθησης είναι πάντα μια μήτρα. Μια μήτρα που θα γεννήσει νέα ψυχική ζωή και αυτή η νέα ζωή θα ανθίσει. Αρκεί και οι θεραπευτές να κρατήσουν μέσα τους σταθερές τις αρχές, τις αξίες τους και… την ικανότητά τους για ονειροπόληση!
Βιβλιογραφία
Αναστασόπουλος Δ, Σουμάκη Ε, Αναγνωστόπουλος Δ. (2009) Ψυχαναλυτική εχεμύθεια. Σύναψις, 5: 78-85.
Αναστασόπουλος Δ, Σουμάκη Ε, Αναγνωστόπουλος, Δ. (2009) Η διπλή εκδραμάτιση. Τετράδια Ψυχιατρικής, 108: 45-52.
Bolas C. (1987) The Shadow of the Object. New York: Basic Books.
Ελύτης O. (1978) Μαρία Νεφέλη. Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος.
Etchegoyen RH. (1991) Fundamental of Psychoanalytic Technique. London: Karnak books.
Fairbairn R. (1958) On the Nature and Aims of Psycho-Analytical Treatment. International Journal of Psychoanalysis, 39, 376-385.
Freud S. (1923) Three Essays on Sexuality, S E 7, pp. 125-248.
Green A. (2005) L’intrapsychique et l’intersubjectif en psychanalyse. Paris : Lanctot.
Ιωαννίδης Χ. (2009) Απατηλές σχέσεις. Οιδίπους, 2: 26-34.
Mendelsohn R. (2012) Parallel process and projective identification in psychoanalytic supervision. Psychoanalytic Review, 99 : 297-314.
Parsons M. (1999) The Logic of Play in Psychoanalysis. International Journal of Psychoanalysis, 80, 871-884.
Segal H. (1988) The work of Hanna Segal. London FA Books.
Sterba R. (1934) The Fate of the Ego in Analytic Therapy. International Journal of Psychoanalysis, 15: 117-126.
Stern DN. (1998) The Process of Therapeutic Change Involving Implicit Knowledge. Some Implications of Developmental Observations for Adult Psychotherapy. Infant Mental Health Journal, 19: 300-308.
Strachey J. (1934) The Nature of the Therapeutic Action of Psychoanalysis. International Journal of Psychoanalysis, 15: 127-159.
Winnicott D. (1971) Playing and Reality, London: Tavistock Publications.
Winnicott D.W. (1960) The Theory of the Parent-Infant Relationship. International Journal of Psychoanalysis, 41, 585-595.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.