Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Άννα Ποταμιάνου 

σύναψις 28 [2013 – τόμος 09]

Παρουσίασις του IV τόμου εργασιών για την ψυχαναλυτική θεωρία και πράξη

Μαζί με τις ευχαριστίες μου στους συναδέλφους της Θεσσαλονίκης που μου έδωσαν άλλη μία ευκαιρία να είμαι μαζί σας, θα ήθελα κατ’ αρχήν να εκφράσω και θαυμασμό και χαρά για το ό,τι οι δραστηριότητες του κύκλου σας συνεχίζονται τόσα χρόνια με συνέπεια και συνοχή. Ίσως σ’ αυτά τα χρόνια να υπήρξαν κραδασμοί, αλλά σημασία έχει το αρκετά σπάνιο στον τόπο μας φαινόμενο της τόσο καλής αποδόσεως συνεργασιών που αφορούν και Έλληνες και ξένους.

Νομίζω πως πρέπει να είμαστε όλοι ευγνώμονες για μία δουλειά που ζητάει να ευαισθητοποιήσει στα θέματα του πώς λειτουργεί η ανθρώπινη ψυχοσωματική ενότης, τι την κινητοποιεί, πώς εκφορτίζει τις εντάσεις της στα διάφορα πεδία του ψυχισμού, της συμπεριφοράς, του σώματος. Τέτοιες γνώσεις δεν αφορούν μόνον όσους εργάζονται στον χώρο της υγείας και της παθολογίας. Αφορούν την καθημερινότητα όλων. Στην σύγχρονη εποχή το τι κάνουν οι άνθρωποι υπέρ και κατά του εαυτού τους, πώς συνδέονται ή τι καταστρέφουν και γιατί, σημειώνει μία πορεία που οδηγεί στο να καταλάβομε τι παίζεται όχι μόνον στην ζωή των ατόμων, αλλά και στην ζωή του τόπου.

Χρωστάμε λοιπόν ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κ. Αμπατζόγλου και στον κ. Αποστολακέα για την προσπάθεια που κάνουν επί τόσα χρόνια.

Τώρα για το βιβλίο.

Είναι κρίμα που ο χρόνος , αλλά και το κλίμα, η διαθεσιμότης μιας συναντήσεως όπως η σημερινή, δεν επιτρέπουν λεπτομερείς αναφορές στην προσφορά κάθε ομιλητού. Πιθανόν όμως αυτό να είναι και καλό, γιατί αφήνεται στον καθένα η χαρά να ανακαλύψει, διαβάζοντας το τεύχος, την σκέψη των συγγραφέων, μια και η πολυπλοκότης του ψυχαναλυτικού λόγου δεν μπορεί να αποδοθεί με συνοπτικές παρουσιάσεις.

Εγώ θα αναφερθώ λοιπόν μόνον σε ωρισμένους προβληματισμούς και σε κάποιες έννοιες που διατυπώθηκαν, εν σχέσει βέβαια και με την προσωπική μου κατανόησή τους.

*

Για όλες τις ενότητες του βιβλίου που αναφέρονται στην ψυχαναλυτική θεωρία και πράξη, θέλω να σημειώσω την παρουσία εξαίρετων συναδέλφων, κατά πλειοψηφία Γάλλων, αν και όχι μόνον.

Όλα τα κείμενα του τεύχους έχουν ως αντικείμενο το ψυχαναλυτικό γίγνεσθαι, αλλά η Fl. Quartier, μέλος της Ελβετικής Εταιρείας, έθεσε κάποια γενικά προβλήματα που αφορούν την ψυχαναλυτική σκέψη και θα ’θελα να τα ξαναδούμε μαζί.

Κατ’ αρχήν τοποθετεί την ψυχανάλυση ως προσέγγιση που μπορεί να ενδιαφέρει κάθε άνθρωπο προσφέροντάς του την δυνατότητα να καταλάβει την ψυχική δυναμική του και την οικονομία· να καταλάβει την εσωτερική του πραγματικότητα που, όπως λέει, ορίζεται, από την συνείδηση, αλλά και από το ασυνείδητο. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω κάτι για το πολύτροπο της έννοιας «ασυνείδητο». Παραδόξως η έννοια αυτή αναφέρεται σε δυο συστήματα, όχι σε ένα, αλλά και σε μία ποιότητα της οργανώσεως του Εγώ. Το τι «δεν είναι του χώρου της συνειδήσεως» αφορά όσα παράγει το δυναμικό ασυνείδητο, όπως το διαπιστώνομε στις παραγωγές του στα όνειρα, στις αστοχημένες πράξεις ή στα λεκτικά μας παραστρατήματα. Αφορά όμως και στην δράση μέσα μας όσων δεν παίρνουν μορφή αναπαραστάσεων ή συναισθημάτων, δηλαδή εντάσεις και διεγέρσεις από τον χώρο του συστήματος που ονομάζομε «Εκείνο», πηγή που δεν μας είναι συνειδητή, αλλά που διακινεί δυναμικά τον ψυχισμό. Αφορούν τέλος και την άγνοια που επιβάλλει το Εγώ με τις διχοτομήσεις και τις διαψεύσεις.

Αυτό το πολύτροπο και πολυσήμαντο του μη συνειδητού, νομίζω ότι είναι απαραίτητο να το κρατάμε στην σκέψη ως θεραπευταί.

Αναφερόμενη στο τι κάνει ένας ψυχαναλυτής, η Fl. Quartier μιλάει για την σημασία του να κινεί την προσοχή εκείνων που ζητούν την βοήθειά του για τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούν κατά τις θεραπευτικές συνεδρίες, όπως και εκτός συνεδριών. H. F.C. συναντάει εδώ όσα ο Freud έλεγε στα Τρία Δοκίμια (1905), αλλά και στην Επιτομή (1940) για την μητρική γοητεία. Διευρύνοντας την έννοια αναφερόμαστε σήμερα σε σαγήνη μητρική που θα ξυπνήσει τις νοητικές διαδικασίες του μωρού και κυρίως την περιέργειά του και την αναζήτηση εν σχέσει με μηνύματα που του στέλνει το μητρικό πρόσωπο και που τότε ακόμη είναι αινιγματικά (J. Laplanche) για το βρέφος. Κατ’ αναλογίαν κάτι τέτοιο επιχειρεί και ο ψυχαναλυτής. Θεωρώ όμως ότι το «κινώ την προσοχή», στο οποίο αναφέρεται η Fl. Quartier, χρειάζεται να συνδέεται με εγρήγορση ως προς τον χρόνο και τον τρόπο της διακινήσεως γιατί σε άτομα των οποίων η νοητική ζωή εμφανίζεται επίπεδη, μονότονη, άδεια νοηματοδοτήσεων, χρηστική στην διαχείριση προβλημάτων, η σαγήνη του θεραπευτή είναι μεν χρήσιμη αφού εισάγει διεγέρσεις απαραίτητες για την νοητική εργασία, αλλά χρειάζεται μετριασμό προστατευτικό για τον ψυχισμό του θεραπευομένου. Γι’ αυτό εγώ μιλώ για optimum σαγήνη (1992, 2001, 2006). Αλλιώς, στους κατακλυσμούς των εσωτερικών ή εξωτερικών ερεθισμών που προσφέρει η σύγχρονη ζωή, προστίθεται η διέγερσις από τον ψυχαναλυτή, εισάγοντας τον κίνδυνο να προκληθούν ρήξεις στον αναπαραστατικό μας ιστό ή τραυματικές ψυχαναγκαστικές επαναλήψεις.

Υπάρχει ακόμη ένα άλλο σημαντικό σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ. Η άποψις ότι ο σωματικός / βιολογικός άξων δεν μπορεί παρά να απασχολεί τον ψυχαναλυτή, με βρίσκει απολύτως σύμφωνη γιατί το ενεργειακό δυναμικό της ψυχοσωματικής μας ενότητος απλώνεται στα διάφορα επίπεδα του ζώντος οργανισμού από το σωματικό μέχρι το ψυχικό. Στην κλίμακα αυτή τα σωματικά γεγονότα, όπως και τα ψυχικά, μπορούν να εκτυλιχθούν ως απαντήσεις σε βιώματα συγκρουσιακά, παίρνοντας έτσι έναν αμυντικό χαρακτήρα και πολλές φορές έναν ρόλο επανοργανωτικό. Τονίζω όμως ότι εκτυλίσσονται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα πεδία, αφού πολλές σωματικές εκδηλώσεις δεν έχουν κλαδιά συμβολικά.

Ωστόσο το σημείο με το οποίο δεν μπορώ να συμφωνήσω είναι το λεγόμενο «άνοιγμα της ψυχαναλύσεως στις νευροεπιστήμες».

Είναι αλήθεια ότι ο διάλογος μεταξύ ψυχαναλυτών και νευροφυσιολόγων και εφικτός είναι και επιθυμητός εφ’ όσον όμως η κάθε πλευρά κρατά τις ιδιαιτερότητες του χώρου της. Το ασυνείδητο των νευροεπιστημών ή των γνωστικών επιστημών δεν είναι το ασυνείδητο του ψυχαναλυτικού λόγου. Οι απωθήσεις ή το μεθύστερο βίωμα, στο οποίο αναδύονται οι αλληλουχίες των μεταλλαγών, δεν έχει σχέση με τον χρόνο έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται οι νευροεπιστήμονες.

Ο χρόνος στην ψυχανάλυση είναι και ο χρόνος στον οποίον συμβαίνουν τα γεγονότα, και ο χρόνος του λανθάνοντος, και ο χρόνος κατά τον οποίο η εμπειρία αποκτά νόημα εκ των υστέρων. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε διαφορετικές χρονικές διαδρομές, που διαπλέκονται και με τις παραμέτρους του ψυχαναλυτικού πλαισίου, συνθέτοντας έτσι ένα εξαιρετικά περίπλοκο αντικείμενο μελέτης.

Δεν νομίζω λοιπόν ότι μπορούμε να μιλήσωμε για άνοιγμα της ψυχαναλύσεως στην οπτική των νευροεπιστημών. Μπορούμε όμως να προβλέψομε έναν διάλογο χρήσιμο και στα δυο μέρη.

Στην ενότητα που αφορά την ψυχαναλυτική θεραπεία από την πληθώρα των αστερισμών που μπορεί να συναντήσει κανείς προσφέρονται από τους συγγραφείς η καθήλωσις στο τραυματικό (Gérard Bayle), η δράσις της ασυνείδητης ενοχής ( André Beetschen), οι απώλειες και τα πένθη που διαιωνίζονται και δεν ολοκληρώνονται (Catherine Chabert) και ορισμένες αναστολές του Εγώ (Catherine Silvestre).

Ο G. Bayle επικεντρώθηκε στους σχηματισμούς του χαρακτήρος ως ανάχωμα σε τραυματικές εμπειρίες. Σωστά λέει ότι στις θεραπείες χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί επιχειρώντας να τροποποιήσει κανείς στοιχεία του χαρακτήρος – αφαιρώντας δηλαδή αυτόν τον σύρτη ασφαλείας, όπως τον ονομάζει ο G. Bayle – μπορεί οι θεραπευόμενοι να εκτεθούν σε καταθλιπτικές διαταραχές ή και σε ψυχωσιόμορφες αντιδράσεις.

Επειδή η προβληματική του χαρακτήρος αφορά έναν μεγάλο αριθμό του λεγόμενου ομαλού πληθυσμού, ίσως είναι χρήσιμο να προσθέσω εδώ κάποιες σκέψεις.

Όπως ξέρετε, η οργάνωσις της νοητικής μας ζωής επιτελείται ακολουθώντας δυο γραμμές. Μία γραμμή συνδέει τις δυνατότητες καθενός να αναπαράγει εμπειρίες που του προσφέρουν ευχαρίστηση. Η γραμμή αυτή διατρέχει την ονειρική μας δραστηριότητα και την φαντασιωσική μας ζωή. Μία δεύτερη γραμμή απορροφά το δυναμικό τραυματικών εμπειριών, δηλαδή εμπειριών που ξεπερνούν τις εντακτικές δυνατότητες εκείνου που τις βιώνει. Περαιτέρω, αγγίζομε τις δυνατότητες των δευτερογενών διαδικασιών.

Η διεργασία του τραυματικού έχει στόχο την βαθμιαία φθορά του. Όμως συχνά προσκρούει σε καθηλώσεις. Η καθήλωσις στο τραυματικό, παρά την οδύνη που προκαλεί, κατορθώνει κυρίως μέσω των ψυχαναγκαστικών επαναλήψεων, των τραυματικών ονείρων κ.λπ. να μην υπάρξει απώλεια, να μην χαθεί ο δεσμός με ό,τι ή με όποιον τραυματίζει, γιατί ο δεσμός παρ’ ότι οδυνηρός είναι πολύτιμος. Ωστόσο, ιδίως όταν η τραυματική εμπειρία είναι πολύ πρώιμη μπορεί να μην οργανωθεί ούτε καν ο ψυχαναγκασμός της επαναλήψεως του τραυματικού. Από την τραυματική γραμμή συγκρατούνται μόνον κάποια στοιχεία και είναι αυτά που διαμορφώνονται ως στοιχεία του χαρακτήρος. Με αυτά ο ψυχισμός οχυρώνεται, ώστε να μην υπάρξουν παλινδρομήσεις.

Ο σύρτης του χαρακτήρος έρχεται να ασφαλίσει το Εγώ. Είναι λοιπόν βέβαιο ότι αυτή η άμυνα δύσκολα διαπερνάται και πάντως η επιχείρησις αποσφραγίσεως ενέχει κινδύνους.

Την αγκίστρωση στο τραυματικό ως μη αποδοχή απωλειών εξετάζει η Catherine Chabert, η οποία υπογραμμίζει ότι η απαίτησις να αποσύρει κανείς επενδύσεις, αναπαραστάσεις και συναισθήματα είναι απαραίτητη για να συντελεσθή ένα πένθος, ώστε το άτομο να αποδεσμευθεί από καταστάσεις ή αντικείμενα που πρέπει να εγκαταλειφθούν ως αντικείμενα επιθυμίας προκειμένου οι ταυτίσεις να απορροφήσουν την αμφιθυμία. Αλλιώς το μίσος θα καθορίσει μελαγχολικές διαδρομές οι οποίες στρέφονται εναντίον του ίδιου του Εγώ.

Ακολουθώντας τον Freud (1923) η C. Chabert αναφέρεται σε ταύτιση που υποκαθιστά την επιλογή αντικειμένου. Προσωπικά θεωρώ ότι η ενσωμάτωσις στον μελαγχολικό είναι μία διαδικασία που αξίζει να κρατούμε εκτός του κύκλου των ταυτίσεων, αν και είναι μία μορφή εσωτερικεύσεως. Γιατί; Ακριβώς επειδή ακινητοποιεί την εργασία των οργανωτικών εσωτερικεύσεων που διαμορφώνουν τις ταυτίσεις και εδραιώνει τον μη χωρισμό από αντικείμενα επιβαρυμένα από τον ναρκισσικό χρωματισμό τους.

Το θέμα του μη χωρισμού, της μη απώλειας, εκφράζεται και σε περιπτώσεις που η ενοχή, για την οποίαν μιλάει ο Andre Beetschen, κρατάει την σκηνή, συνδεόμενη με παλιές παιδικές επιθυμίες, ερωτικές και επιθετικές που ισχύουν ακόμη. Το άτομο δεν θέλει να τις εγκαταλείψει παρ’ ό,τι το Υπερεγώ τις απαγορεύει.

Ο A. Beetschen γράφει για την δράση της καταστροφικότητος που αποδεσμευόμενη από ερωτικές συνδέσεις διαποτίζει την ασυνείδητη ενοχή. Συνδέει την αυτοκαταστροφικότητα με την ανάγκη τιμωρίας και με τις αρνητικές θεραπευτικές αντιστάσεις που τρέφονται από την ασυνείδητη ενοχή.

Νομίζω ότι και εδώ χρειάζεται να διευκρινισθούν κάποια στοιχεία. Ο Freud άλλαξε τον όρο «ασυνείδητη ενοχή» με τον όρο «ανάγκη τιμωρίας». Κατ’ εμέ, το έκανε γιατί ο ίδιος είχε περιγράψει το πεπρωμένο του συναισθήματος ως διαφορετικό από την μοίρα των αναπαραστάσεων. Το συναίσθημα δεν απωθείται. Μετατοπίζεται, καταστέλλεται, ουδετεροποιείται, αλλά δεν απωθείται. Εάν σκεφθούμε το θέμα της ενοχής είναι προφανές ότι όταν κάποιες ενοχλητικές αναπαραστάσεις απωθούνται, μπορεί μεν να κρατούν επενδύσεις στο ασυνείδητο σύστημα, όμως οι έννοιες της παρανομίας ή του απαγορευμένου δεν υπάρχουν για το ασυνείδητο. Επομένως ο όρος «ασυνείδητο συναίσθημα ενοχής» δεν ευσταθεί. Το συναίσθημα ενοχής εξαφανίζεται από το συνειδητό, αφού οι συνδεόμενες μ’ αυτό αναπαραστάσεις αποσύρθηκαν από τον χώρο του, αλλά δεν υπάρχει ούτε στο ασυνείδητο.

Όταν οι άμυνες χαλαρώνουν ή ρήγνυνται και αναζωπυρώνονται κάποια απωθημένα – οπότε η ηθική συνείδησις, το Υπερεγώ, ζητάει να επιβάλλει τους νόμους του – τότε η ενοχή αναδύεται εκ νέου ως «ανάγκη τιμωρίας».

Θεωρώ λοιπόν ότι η ψυχική διαδρομή αυτή καθ’ αυτήν ωδήγησε τον Freud να αλλάξει τον όρο. Σημειώνω ότι τον όρο ασυνείδητη ενοχή τον χρησιμοποιεί μία ακόμη μία φορά το 1927, αλλά ένα προσεκτικό διάβασμα της αλληλουχίας του κειμένου δείχνει ότι τον χρησιμοποιεί, όχι εν σχέσει με το σύστημα του ασυνειδήτου, αλλά με την έννοια της «μη συνειδητής γνώσεως» , δηλαδή ως μία ποιοτική διάσταση του Εγώ. Το Εγώ προτιμάει να τιμωρείται παρά να αποδεχθεί συνειδητά ότι φέρει ευθύνες.

Εν σχέσει με την ενοχή, είναι βεβαίως και άλλα που μπορεί κανείς να πει (ως προς την σύνθεση και την μεταλλαγή της στο πλαίσιο του ηθικού μαζοχισμού), αλλά ο χρόνος δεν το επιτρέπει. Μια και το κείμενο της Catherine Silvestre θίγει με σαφήνεια το θέμα των αναστολών, υπογραμμίζοντας την αξία της αναζητήσεως των πηγών κάθε αναστολής, τις ψυχικές διαστρωματώσεις που εμπλέκονται (σελ. 233), τον ρόλο του περιβάλλοντος και ιδίως του μητρικού προσώπου (σελ. 230), περνώ στα κείμενα που αφορούν την μεταβίβαση / αντιμεταβίβαση και το ζήτημα της μητρικής λειτουργίας ως παράγοντος ενεργοποιήσεως της σκέψεως που θέτει η Lina Balestrière.

Στον άξονα της μεταβιβάσεως / αντιμεταβιβάσεως εγγράφεται η καίρια ιστορική ανασκόπησις του θέματος από τον Χρ. Αποστολακέα, κυρίως εν σχέσει με τις απόψεις του Freud και του Ferenczi: η μεταβίβασις θεωρούμενη ως επανάληψις παιδικών συνδέσεων που μετατοπίζονται στον θεραπευτή με την ίδια θέρμη που είχαν παλιά, επειδή η έντασις στην συγχρονία επιτρέπει να συναντούμε εκ νέου τα παλιά που μας κατέχουν. Προσωπικά θα μιλούσα λοιπόν για αποτυχία της «ενδοβολής», αφού τα πράγματα εκφράζονται στην πράξη, στην συμπεριφορά. Δυνάμει μπορεί να γίνει επιτυχής η ενδοβολή, εάν, και όταν, η τυφλή μνήμη της επαναλήψεως μετατραπεί σε ανάμνηση.

Οι θέσεις του G. Bayle για την ουδετερότητα του ψυχαναλυτού τον οδηγούν να διατυπώσει την άποψη, που συμμερίζομαι απολύτως, ότι η αντιμεταβίβασις ως όρος αφορά τις ασυνείδητες κινήσεις του ψυχαναλυτού, ενώ σε πολλά ψυχαναλυτικά δημοσιεύματα ο όρος χρησιμοποιείται γενικώς για τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του ψυχαναλυτού. Η διαφορά αυτή επηρεάζει, πιστεύω, σημαντικά την εκπαίδευση. Όταν συνεργάζομαι σε εποπτείες με νέους αναλυτάς θεωρώ σημαντικό το να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι μόνον τις ασυνείδητες ψυχικές κινήσεις των θεραπευομένων που παρακολουθούμε – και αυτές βέβαια κυρίως ως προς το λανθάνον όχι το εκπεφρασμένο του λόγου –, αλλά και τις δικές τους. Γιατί π.χ. επιλέγουν την τάδε ερμηνεία αντί άλλης· γιατί της δίνουν μια συγκεκριμένη μορφή· γιατί μπορούν ή δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την αλληλουχία μιας συνεδρίας ·γιατί ερμηνεύουν σε δεδομένη στιγμή κ.λπ.

Όσα συνήθως λέγονται ως προς το τι ξυπνούν σε μας οι αναλυόμενοι, είναι άρρηκτα δεμένο με σημεία που έχουν μείνει σκοτεινά στην δική μας ανάλυση και στην αυτοανάλυση που ακολουθεί, σημεία που μας προκαλούν ίσως και τρόμο, επειδή αγγίζουν μέσα μας το άγχος του ευνουχισμού ή τα άγχη που έχω ονομάσει άγχη οριοθετήσεως, άγχη που υπόκεινται του άγχους των αποχωρισμών ή της εισβολής.

Εάν τα ψυχωτικά άγχη ή τα άγχη των οριακών που προσπάθησα να περιγράψω σ’ αυτό το τεύχος απαιτούν την εισαγωγή παραμέτρων εν σχέσει με την κλασσική ψυχαναλυτική μέθοδο, ασφαλώς είναι επειδή η ψυχική οικονομία και η δυναμική των θεραπευομένων το επιβάλλει. Είναι όμως και εν σχέσει με το τι αντέχει ο ψυχαναλυτής στις περιπτώσεις αυτές. Τι ίδιο θα έλεγα ισχύει και για τις λεγόμενες ψυχοσωματικές διαταραχές.

Το τι συμβαίνει στις θεραπείες που πραγματοποιούνται στα νοσοκομεία κ.λπ., θέμα που θίγει τόσο ο G. Bayle (ονομάζοντας διαμεταβίβαση το σύνολο των μεταβιβάσεων που ξετυλίγονται μεταξύ μελών του προσωπικού και ασθενών), όπως και η Sylla Consoli, ή ακόμη το πώς χειριζόμεθα τις αρνητικές θεραπευτικές αντιδράσεις, ζήτημα που αναπτύσσει ο André Beetschen, κατ’ εμέ, είναι προβληματικές που σχετίζονται τόσο με την γνώση της δυναμικής των ψυχικών και των σωματικών φαινομένων, όσο και με την διαχείρισή τους σύμφωνα με τις δυνατότητες εκείνων που επιτελούν την ψυχαναλυτική εργασία. Γι’ αυτό εξ άλλου η ψυχοσωματική εκπαίδευσις των ψυχαναλυτών μου φαίνεται περισσότερο από αναγκαία.

Δυο λόγια για την έρευνα της Lina Balestrière γύρω από την μητρική λειτουργία:

Καταλαβαίνω απολύτως την αναλογία που επιχειρεί να εγκαταστήσει ανάμεσα στο τι συμβαίνει στον αρχικό χρόνο της ζωής ενός βρέφους (σελ. 285) και στην μεταβίβαση / αντιμεταβίβαση μητρικού τύπου για την οποίαν μιλάει (σελ. 279). Χρειάζεται όμως να είναι ξεκάθαρο ότι ο ρόλος του ψυχαναλυτού δεν ταυτίζεται με τον ρόλο μιας στοργικής φροντίζουσας μητέρας ή μιας μητέρας που επιδιώκει επανορθώσεις.

Ότι η αμφισεξουαλικότης κάθε ψυχαναλυτού εγκαλείται κατά την ψυχαναλυτική εργασία ταυτοχρόνως ως θηλυκή διαθεσιμότης και ως ενεργητική ερμηνευτική παρουσία, όπως λέει η Monique Cournut, είναι αναμφισβήτητο. Ότι οι ταυτίσεις με ανδρικά και θηλυκά πρόσωπα δουλεύουν μέσα μας είναι αληθινό. Αλλά όσα διαπλέκονται κατά την ψυχαναλυτική ανταλλαγή απαγορεύουν κάθε άμεση και απλουστευτική αναγωγή.

Περνώ τώρα στα κείμενα που αναφέρονται στα παιδιά και στους εφήβους.

Ο Laurent Danon-Boileau, η Aleth Prudent-Bayle, ο Gérard Szwec και ο Michel Vincent ζητούν να τους ακολουθήσωμε σε μία περιήγηση που καλύπτει έναν ασταθή οιδιπόδειο σχηματισμό, τις παλινδρομήσεις που επιτρέπει και τις δυσκολίες συμβολοποιήσεως. Η προσκόλλησις στην σκέψη της μητέρας, ποτισμένη από τον φόβο μήπως χαθεί η αγάπη και η έγκρισίς της, συνθέτει εξαρτήσεις από το αντικείμενο φορτισμένες από μίσος και απελπισία. Όχι σπάνια συνοδεύονται από σωματική συμπτωματολογία.

Όπως λέει ο Gérard Szwec, η δυνατότης να λέει «όχι» ένα παιδί, δηλαδή άρνησις ή αντίστασις ή μη παράδοσις στην παθητικότητα της εξαρτήσεως, σε περιόδους που το πολύ μικρό παιδί δεν μπορεί ακόμη να χρησιμοποιήσει λέξεις, εγγράφεται στο σώμα. Και βέβαια ο Szwec δεν μιλάει για την γλώσσα του σώματος της υστερικής μετατροπής. Μιλάει για σωματικές διαταραχές, όπως η κρίσις άπνοιας, οι αλλεργίες, η βρεφική ανορεξία κ.λπ. που σχετίζονται με αποδυνάμωση της ψυχικής δραστηριότητος.

Όταν η εφηβεία κάνει την εμφάνισή της, εάν το ναρκισσικό υπόβαθρο δεν στηρίζει σταθερά την ενότητα του Εγώ, η κρίσις της εφηβείας θα δυσκολέψει πολύ τις ταυτισιακές εσωτερικεύσεις, τις μετατοπίσεις των σαδομαχιστικών τάσεων και την επένδυση μετουσιωτικών διαδικασιών.

Θα τελειώσω με αναφορές σε κάποια θέματα γενικά.

Ο Michael Parsons εισάγει με γλαφυρότητα στην πραγματικότητα της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πρότυπο σε πολλές Εταιρείες, γιατί εκεί συγκρούονται ψυχαναλυταί προερχόμενοι από διαφορετικές σχολές εκπαιδεύσεως. Η Βρετανική Εταιρεία κατόρθωσε όμως να στήσει έναν χώρο συνυπάρξεως. Αν και οι αντιπαλότητες και οι αντεγκλήσεις δεν λείπουν, ωστόσο αυτά που ο Michael περιγράφει ως χαρακτηριστικά της δραστηριότητος της ενδιάμεσης ομάδος και των ανεξάρτητων ψυχαναλυτών (αναμονή, χειρισμός της επιθετικότης, ανοχή στην διαφορετικότητα, αλληλεπίδρασις μεταξύ ενδοψυχικής και εξωτερικής πραγματικότητος), έχουν επηρεάσει γενικότερα το κλίμα στην Βρετανική Εταιρεία. Ας ευχηθούμε το κλίμα αυτό να βρει πεδία εξαπλώσεως.

Στον επίλογο του βιβλίου ο Michael Neyraut μιλάει για τις θεωρητικές επιλογές ως μυθιστόρημα, ιστόρημα μυθικό, που αφορά τον τρόπο που γεννήθηκε και ξεκίνησε για τον κάθε αναλυτή η σχέσις του με τον ψυχαναλυτικό λόγο.

Το ξεκίνημα ασφαλώς επηρεάζει τον σχηματισμό της ψυχαναλυτικής ταυτότητος, όπως υποστηρίζει ο Neyraut. Το ίδιο και οι θεωρητικές αποσκευές που φέρει ο κάθε ψυχαναλυτής στην πρακτική του. Στις στιγμές που ερμηνεύει «όλες συμπυκνώνονται για να θεμελιώσουν την ερμηνεία». Όταν διάβαζα την παράγραφο αυτή του κειμένου του Μ. Neyraut, σκεπτόμουν ότι η διατύπωσις μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις. Έτσι, θα ήθελα να πω ότι εάν μία ερμηνεία μπορεί να είναι απόρροια διαφόρων θεωρητικών επιλογών, ωστόσο φρόνιμο είναι να οριοθετείται από το σύστημα στο οποίο τοποθετείται ο κάθε ψυχαναλυτής. Π.χ. ο Φροϋδικός λόγος, που τείνει να καταδείξει τις ψυχικές κινήσεις, τους τρόπους κυκλοφορίας μεταξύ ψυχικών συστημάτων, τις μορφές ψυχικής λειτουργίας ανάλογα με τον οικονομικό παράγοντα της ποσότητος των φορτίσεων ή των εκφορτίσεων των ερεθισμών, δεν συνταιριάζεται με τις κλαϊνικές παρεμβάσεις. Χωρίς να αξιολογώ, απλώς σημειώνω ότι για την Klein οι ενορμήσεις δεν διαμεσολαβούνται, αλλά εκφράζονται απ’ ευθείας στις παραγωγές μας και τα εσωτερικά αντικείμενα έχουν δράση μέσα μας.

Κάθε θεωρητική προσέγγισις έχει την δική της αξία, φθάνει να είναι σαφές σε ποιο σύστημα κινούμεθα και ποια τα όρια του. Νομίζω ότι ο Neyraut θα ήταν σύμφωνος γι’ αυτήν την υπογράμμιση. Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ως ένα επιπλέον παράδειγμα τους διαφορετικούς τρόπους προσεγγίσεως των μηχανισμών αμύνης στις δυο θεωρίες (διαλέγοντας π.χ. το θέμα «προβλητική ταύτισις» και αντιμεταβίβασις).

Θα τελειώσω με κάτι γενικότερο.

Πιστεύω ότι κάθε ανάλυσις συνθέτει ένα μυθ-ιστόρημα χρεωμένο στις δυνατότητες θεωρητικοποιήσεως και στις θεωρητικές επιλογές του ψυχαναλυτού, αλλά και στις δυνατότητες του αναλυομένου. Η ψυχική εργασία σε κάθε περίπτωση είναι πολύπλοκη. Το ψυχικό όργανο δεν είναι ένα απλό σύνολο μερών ή συστημάτων. Είναι δυναμική σύνθεσις με συνεκτικότητα, η οποία ωστόσο στις διαστρωματώσεις που την συνθέτουν παρουσιάζει και ασυνέχειες και ρήξεις. Η λειτουργικότης του ψυχικού οργάνου εξαρτάται από την έλξη που ασκούν οι αντιθετικές τάσεις που συνυπάρχουν σ’ αυτό. Με αυτά τα δεδομένα, θα πω ότι η ψυχανάλυσις παραμένει προσέγγισις, η οποία επερωτώντας το μυθικό ιστόρημα του υποκειμένου μέσα από θεωρητικές κατασκευές και ερμηνευτικές προσπάθειες παρέχει στον θεραπευόμενο την δυνατότητα μεταγραφής του.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.