Georges Lanteri-Laura (1930-2004)
σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]
Μετάφραση Θανάσης Καράβατος
Αν δανειστούμε από τον C. Lévi-Strauss τον τίτλο ενός βιβλίου του και ρίξουμε έτσι ένα εξ αποστάσεως βλέμμα1 στο παρελθόν της επιστήμης μας, θα διαπιστώσουμε γρήγορα πως, όσο κι αν η ψυχιατρική μπόρεσε να φανεί κατά το παρελθόν ενιαία και σαφώς οριοθετημένη, έτσι ώστε να αντιστοιχεί σε μια καλώς οριζόμενη αντίληψη, δεν συμβαίνει το ίδιο εδώ και τριάντα χρόνια. αναμφίβολα τουλάχιστον από τον θάνατο του δασκάλου μας Henri Ey το 1977 κι έπειτα.
Στη διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, η ψυχιατρική είχε ρυθμίσει το σύνολό της –όντας οριοθετημένη προς τα έξω και με οργανωμένο περιεχόμενο– πάνω στην έννοια της ψυχικής αλλοτρίωσης, όπως αυτή είχε προταθεί από τον P. Pinel, που τον ακολουθούσαν άλλωστε στο θέμα αυτό όλοι οι σύγχρονοί του στη Δυτική Ευρώπη. Επρόκειτο για νόσο, επομένως η ψυχική παθολογία ανήκε μόνο στους γιατρούς, που ήταν οπαδοί του J. Locke και του Condillac, μια νόσο βέβαια ενιαία, διακριτή από όλες τις άλλες, μια ειδικότητα από μόνη της. Όσο για τη θεραπευτική της, αυτή συντελούνταν σε ιδρύματα αποκλειστικά για τους αλλοτριωμένους και συμπεριελάμβανε την απομόνωση και την ηθική [μη σωματική] θεραπεία. Αντιστοιχούσε άλλωστε σε αυτό που οι νομικοί αποκαλούσαν, στο άρθρο 64 του Κώδικα του 1819, ανοϊκή κατάσταση κατά τη διάρκεια μιας πράξης, άρθρο που διευκρίνιζε, ούτως ή άλλως πως σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπήρχε ούτε έγκλημα ούτε βλάβη, αποκλείοντας έτσι κάθε ποινική διαδικασία.
Στα χρόνια 1850-1860, γιατροί όπως ο J.-P. Falret κι αργότερα ο V. Magnan απέρριψαν το ενιαίον της ψυχικής αλλοτρίωσης υπέρ μιας πολλαπλότητας των ψυχικών νοσημάτων, προτείνοντας τη διαφοροδιαγνωστική κλινική διερεύνηση. Θέλησαν έτσι να ακολουθήσουν την πρόοδο που η Σχολή των Παρισίων, με τους J.-N. Corvisart, J. Bouillaud, R. Laënnec και άλλους, είχε φέρει στην ιατρική, υιοθετώντας την ανατομοκλινική μέθοδο, εφαρμόζοντας δραστικά τη σημειολογία και αναγνωρίζοντας την πολλαπλότητα των φυσικών νοσηρών ειδών που δεν ανάγεται το ένα στο άλλο.
Η κλασική ψυχιατρική εκπονήθηκε μέσα από αυτή την έμπνευση και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με τη δικιά της σημειολογία και ταξινόμηση, τις δικές της αιτιολογίες και τις επιλογές της έναντι των ψυχοθεραπειών και των σωματικών θεραπειών.
Ταυτόχρονα όμως, η οριοθέτηση μεταξύ όσων ανήκαν στην ψυχιατρική και όσων της ήταν ξένα γινόταν ασαφής, έτσι που δεν γνώριζαν πια με ποιο κριτήριο μια πάθηση θα ήταν γνησίως ή όχι ψυχιατρική. Αργότερα, υπήρξε κάποια προσπάθεια μιας εκ νέου ενοποίησης, χάρη στην έννοια της δομής, που προερχόταν εξίσου από: (α) τη θεωρία της μορφής των W. Koehler και K. Koffka, (β) την ολιστική νευρολογία του K. Goldstein και (γ) τη δομική γλωσσολογία του F. de Saussure. Έπαιρνε έτσι κάποια πρώτη μορφή με τις φαινομενολογικές μελέτες των E. Minkowski και L. Binswanger και κατέληγε στην καλύτερή της διατύπωση με την οργανοδυναμική του Henri Ey, για τον οποίο η ψυχιατρική δεν ήταν παρά η παθολογία της ελευθερίας. Η διατύπωση ήταν λίαν ακριβής: εφόσον η ζωή, κατ’ αντίθεση προς τον αδρανή κόσμο, χαρακτηρίζει τον ζωικό κόσμο –τα ζώα και τον άνθρωπο–, του οποίου η παθολογία αντιστοιχεί στην ιατρική και την κτηνιατρική, τότε, στον άνθρωπου που ξεχωρίζει, γιατί αποκλειστικά και μόνο αυτός απολαμβάνει την ελευθερία του, η πιο πρωταρχική παθολογία θα είναι η ψυχιατρική.
Αντίθετα προς τη νευρολογία, που είχε συγκροτηθεί με βάση τις επί μέρους αποδιοργανώσεις, η ψυχιατρική δεν εμπεριείχε παρά μόνο τις ολικές που αφορούσαν το (συγχρονικό) συνειδησιακό πεδίο στις οξείες ψυχώσεις και το (διαχρονικό) πεδίο της προσωπικότητας στο υπόλοιπο της ψυχικής παθολογίας: (α) ανοϊκό εγώ, στις ελλειμματικές καταστάσεις, (β) εγώ που δεν αναπτύχθηκε, στις βαθιές νοητικές υστερήσεις, (γ) ψυχωτικό εγώ, στα χρόνια παραληρήματα, (δ) νευρωτικό εγώ, στις ποικίλες μορφές εξουδετέρωσης του άγχους και (ε) χαρακτηριοπαθητικό εγώ, στους διάφορους τύπους ανισορροπίας. Έτσι λοιπόν είχαμε κάλυψη του συνόλου της ψυχιατρικής παθολογίας που φαινόταν απολύτως συστηματοποιημένη.
Μετά την, εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα, απώλεια του Henri Ey, δυο γεγονότα ήρθαν να ανατρέψουν αυτήν την εξαίρετη σύνθεση που του οφείλουμε.
Από τη μια, ο τόπος της ψυχιατρικής επεκτάθηκε και διαφοροποιήθηκε πολύ, κι όχι μόνο με τις πρακτικές του debriefing και την ψυχιατρικοποίηση των εξαρτήσεων, που δεν διαθέτουμε πλέον κανένα ικανοποιητικό μέσο για να καθορίσουμε στην ψυχιατρική ένα εύλογο πεδίο, κι έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε πως η ψυχιατρική δεν είναι παρά αυτό με το οποίο ασχολούνται οι ψυχίατροι σε ένα δεδομένο κοινωνικό πλαίσιο, που δεν είναι παρά μια a posteriori εμπειρική διαπίστωση.
Από την άλλη, η διατύπωση παθολογία της ελευθερίας κατέστη αβέβαιη για δυο τουλάχιστον λόγους. Έμοιαζε πολύ μεταφυσική και a priori, εντός μιας ψυχιατρικής κουλτούρας όπου κυριαρχούσαν τα a posteriori και η, ισχνή άλλωστε, αναφορά σε έναν εμπειρισμό που εμπνεόταν περισσότερο από τον T. Reid, τον θεωρητικό που προωθούσε τη φιλοσοφία του κοινού αισθήματος, παρά από τον D. Hume, αυτόν δηλαδή που είχε αφυπνίσει τον E. Kant από τον δογματικό του εφησυχασμό, κάτι που θα μας υποχρεώσει να ξανανοίξουμε ένα μικρό τόμο του τελευταίου, τα «Προλεγόμενα» σε κάθε μελλοντική μεταφυσική που ενδεχομένως θα παρουσιαζόταν ως επιστήμη.
Διότι, αφ’ ενός μεν αγνοούμε εάν τα μέσα της νοητικής μας επάρκειας μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε ορθολογικά αυτό που θα μπορούσε να είναι μια παθολογία της ελευθερίας: να γνωρίσουμε περίπου τι σημαίνει ελευθερία, σε αντίθεση με τον ντετερμινισμό ή τον εξαναγκασμό, όπως και το τι σημαίνει παθολογία σε αντίθεση με την καλή υγεία ή την κανονικότητα. μόνο που, προς το παρόν, αισθανόμαστε λιγότερο άνετα για να προσδιορίσουμε μια παραδοχή για την παθολογία της ελευθερίας, που να είναι αυστηρή και λιγότερο μεταφυσική.
Επί πλέον δε, ακόμα κι αν γνωρίζαμε καθαρά την έννοια αυτής της διατύπωσης, θα μας επέτρεπαν άραγε τα νοητικά μας μέσα να αποφασίσουμε με βεβαιότητα εάν η ψυχιατρική μπορεί ή όχι να οριστεί ως μια παθολογία της ελευθερίας;
Παρόμοιες σκέψεις μας κάνουν να δηλώσουμε ότι σήμερα, στην αρχή του 21ου αιώνα, αδυνατούμε να προδιαγράψουμε τα σύνορα της ψυχιατρικής και το περιεχόμενό της, τα οποία δεν θα ορίζονταν παρά μόνο από a posteriori δεδομένα. Επομένως, καμιά επιστημολογία του συνόλου δεν θα μας προμήθευε μια θεωρία της γνώσης που θα έπαιρνε υπόψη της, κατά τρόπο υπερβατικό, το σύνολο της ψυχιατρικής, ακριβώς επειδή ήδη κάναμε χρήση της καντιανής κριτικής.
Σε αυτό το σημείο των παρατηρήσεών μας θα συναντήσουμε την καινούργια για μας έννοια της τοπικής επιστημολογίας, που με τον τρόπο της έρχεται να απαλύνει τον ριζικό σκεπτικισμό, ο οποίος αναμφίβολα μας παρακολουθεί. Δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε μια κριτική διαπίστωση ακόμα: προς το παρόν δεν διαθέτουμε, κι έτσι μάλλον θα είναι για καιρό, μια περιέχουσα το σύνολο μεταγλώσσα, της οποίας τα μέρη της ψυχιατρικής θα αποτελούσαν τις γλώσσες-αντικείμενα και καμία συνολική θεωρία δεν μπορεί να λάβει υπόψη της το σύνολο του ψυχιατρικού πεδίου.
Εντούτοις, όταν εξετάζουμε εκ του σύνεγγυς τα ετερογενή τμήματα των οποίων η άρθρωση συγκροτεί το πεδίο της ψυχιατρικής, διαπιστώνουμε τρεις διαφορετικές ως προς αυτό τόπους.
Πρώτος τόπος: Ορισμένα από αυτά τα τμήματα παραπέμπουν σε μια δική τους θεωρητικοποίηση την οποία επιχειρούν να λάβουν υπόψη τους με ψυχοπαθολογικό τρόπο. Δυο παραδείγματα θα είναι διαφωτιστικά: (α) στις νευρώσεις, παρά τις μεταμορφώσεις τους εντός της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, υπάρχει πάντα μια μεταψυχολογική παραπομπή που διαφορίζει τις ενεστώσες από τις μεταβιβαστικές νευρώσεις. (β) οι νοητικές εκπτώσεις ένεκα φλοιικών βλαβών βρίσκουν μια βασική παραπομπή στις μελέτες και τη σύγχρονη πρόοδο της νευροψυχολογίας, ιδίως χάρη στη μορφολογική και λειτουργική απεικόνιση. Επομένως έχουμε περιπτώσεις όπου, σε κάποιες περιοχές του πεδίου της ψυχιατρικής, υπάρχει μια ακριβής ψυχοπαθολογική παραπομπή, όπως στις δυο παραπάνω περιπτώσεις, στην ψυχαναλυτική η μία, στη νευροψυχολογία ή άλλη. Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ότι σε κάθε περίπτωση αντιστοιχεί μια ακριβής ψυχοπαθολογία που ισχύει μόνο γι’ αυτή την ορισμένη περιοχή.
Δεύτερος τόπος: Σε ορισμένα άλλα τμήματα μπορεί να ισχύουν περισσότερες από μία παραπομπές. οι ενελικτικές καταθλιπτικές καταστάσεις, για παράδειγμα, διαπιστώνουμε πως μπορούν να παραπέμπουν σε πολλές κατάλληλες ψυχοπαθολογίες. Από τη μια, να διαφωτίζονται με τις μονοπολικές ή διπολικές μορφές της μανιο-καταθλιπτικής ψύχωσης, κι από την άλλη μέσω της επιδημιολογίας της ενέλιξης. Αλλά και η αναφορά στην ψυχανάλυση μπορεί να είναι χρήσιμη εδώ: η ενέλιξη είναι περίοδος κατά την οποία οι ενορμητικές ισορροπίες –που κατακτώνται από την παιδική ως και την εφηβική ηλικία– μπαίνουν κι αυτές στον προβληματισμό. Και τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπεται η ενδοκρινολογική διάσταση, κυρίως υποφυσιογενής, γοναδική και επινεφριδική.
Τρίτος τόπος: Σε άλλες πάλι περιπτώσεις δεν βρίσκουμε κανένα ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο, οπότε δεν μπορούμε να υπερβούμε το κλινικό επίπεδο.
Κατανοούμε τώρα γιατί δεν μπορεί πια να μας ικανοποιεί μια ενιαία και ομοιογενής ψυχοπαθολογική θεωρητικοποίηση που θα καθιστούσε ορθολογική εν τω συνόλω την ψυχιατρική, το πεδίο της οποίας είναι τόσο ονομοιογενές που δεν ξέρουμε ακόμα κι αν ο όρος σύνολο (Ganzheit) έχει ακόμα κάποιο νόημα. Κάτω από αυτή την προοπτική, δεν υπάρχει βέβαια μια κοινή επιστημολογία της ψυχιατρικής, αλλά ορισμένα τμήματά της μπορούν να έχουν, κατά τρόπο έγκυρο και χρήσιμο, ψυχοπαθολογικές παραπομπές που διαφέρουν φυσικά από πεδίο σε πεδίο. Γι’ αυτό λοιπόν κάνουμε λόγο για τοπικές επιστημολογίες που είναι πολλαπλές, ποικίλες και μη αναγόμενες οι μεν στις δε.
* La notion d’épistémologie régionale en psychiatrie, Synapse 2004, Νο 202. Βλ και τα δύο αφιερώματα του περιοδικού μας στον αείμνηστο Georges Lanteri-Laura (τεύχη 3 και 4 / 2006) και το άρθρο του για την «αιτιολογία στην ψυχιατρική» στο τεύχος 8/ 2008)
1 Πρόκειται για το Le regard éloigné, Paris, Plon 1983, (ελληνική έκδοση: Εξ αποστάσεως, μτφ Θ. Παραδέλλης, εκδόσεις Ασενίδη, 2003).
Βιβλιογραφία
Ey H. Des idées de Jackson à un modèle organodynamique en psychiatrie. Toulouse, Privat, 1975.
Falret J.-P. Des maladies mentales et des asiles d’aliénés. Paris, Sciences en Situation, n. éd., 1994, 2 vol.
Hume D. Traité de la nature humaine. Essai pour introduire la méthode expérimentale dans les sujets moraux. Trad. A. Leroy, Paris, Aubier, 1946, 2 vol.
Kant E. Prolégomènes à toute métaphysique future qui pourra se présenter comme science. Trad. J. Gibelin, Paris, J. Vrin, 1941.
Lantéri-Laura G. Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne. Paris, Les Éditions du Temps, 1998.
Lévi-Strauss C. Le Regard éloigné. Paris, Plon, 1983.
Magnan V. Leçons cliniques sur les maladies mentales. Paris, L. Battaille, 2e éd., 1893.
Pinel P. Traité médico-philosophique sur l’aliénation mentale. Paris, J.-A. Brosson, 2e éd., 1809.
Reid T. Recherches sur l’entendement humain d’après les principes du sens commun. T. Jouffroy éd., Paris, A. Sautelet, 1828, 2 vol.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.