Μ. Οικονόμου1,2, Μ. Χαρίτση1, Ε. Λουκή1,
Β. Ντούμου1, Θ. Ψαρομηλίγκου1
σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]
Γραμμή βοήθειας για την κατάθλιψη 1034 του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ)
1 Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, ΕΠΙΨΥ
2 Α΄ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
Εισαγωγή
Η αμείλικτη παρουσία της οικονομικής κρίσης σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας και το εύρος των επιπτώσεών της, εκτεινόμενων στον τομέα της υγείας και –ειδικότερα– της ψυχικής υγείας, θέτουν ως καίριο ζητούμενο τη στροφή της επιστημονικής έρευνας προς την κατεύθυνση αυτή. Ήδη, κάποιες πρόσφατες μελέτες καταδεικνύουν τον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία του ελληνικού πληθυσμού. Πανελλαδική επιδημιολογική έρευνα κατά τα έτη 2008 και 2009 (Madianos et al, 2011) και η επανάληψή της με ταυτόσημη μεθοδολογία το 2011 (Economou et al, 2013) καταγράφουν αύξηση της επικράτησης του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου από 3,3% το 2008 σε 6,8% το 2009 και 8,2% το 2011, καθώς και θετική συσχέτιση ανάμεσα στον υψηλό βαθμό οικονομικής δυσχέρειας και τον κίνδυνο εμφάνισης μείζονος κατάθλιψης. Άλλη ελληνική έρευνα (Giotakos, Karabelas, Kafkas, 2011) ανέδειξε την παρουσία στατιστικά σημαντικής σχέσης ανάμεσα στα ποσοστά ανεργίας και τη χρήση υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Επιπλέον, ποσοτική μελέτη δεδομένων της Γραμμής Βοήθειας για την Κατάθλιψη 1034 του ΕΠΙΨΥ, από τις αρχές του 2009 έως τα μέσα του 2011 (Οικονόμου και συν, 2012), κατέγραψε δραματική εκτόξευση του ποσοστού των αναφερόμενων στην οικονομική κρίση κλήσεων κατά το α΄ εξάμηνο του 2010 (την περίοδο όπου η κρίση έκανε για πρώτη φορά έντονα αισθητή την παρουσία της) και συνεχή αύξηση των κλήσεων αυτών από τότε και στο εξής. Βρέθηκε επίσης ότι τα άτομα που αναφέρονταν στην οικονομική κρίση παρουσίαζαν με μεγαλύτερη συχνότητα καταθλιπτική συμπτωματολογία που άγγιζε τα όρια της κλινικής σημαντικότητας.
Στη διεθνή βιβλιογραφία, η σχέση μεταξύ προβλημάτων ψυχικής υγείας και κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων, όπως η ανεργία (Paul & Moser, 2009 – Kposowa, 2001) ή η συσσώρευση χρεών (Fitch et al, 2007 – Jenkins et al, 2008), είναι επίσης τεκμηριωμένη. Τα ερευνητικά στοιχεία συνδέουν το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο με την κατάθλιψη (Lorant et al, 2003 – Gavin et al, 2010), την αυτοκτονικότητα (Kishi & Kathol, 2002 – Rehkopf & Buka, 2006), την κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών (Dee, 2001). Πρόσφατη ερευνητική ανασκόπηση (Lund et al, 2010), εστιάζοντας στην επικράτηση των αποκαλούμενων «κοινών ψυχικών διαταραχών» (όπου εννοούνται κατά βάσει η μη-ψυχωσική κατάθλιψη και οι διαταραχές άγχους), σε χώρες μέτριου και χαμηλού εισοδήματος, καταδεικνύει τη σχέση, μεταξύ άλλων, του χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου και της παρουσίας οικονομικών στρεσογόνων παραγόντων με αυξημένη ψυχιατρική νοσηρότητα. Στο ίδιο πλαίσιο, κάποιοι μελετητές έχουν επιχειρήσει να διερευνήσουν εάν και μέσα από ποιους «μηχανισμούς» το χαμηλό κοινωνο-οικονομικό επίπεδο συνδέεται με την κακή πρόγνωση, τη χρόνια πορεία ή τον μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής των προβλημάτων ψυχικής υγείας (Skapinakis et al, 2006), οδηγώντας έτσι σε αυξημένη επικράτηση των κοινών ψυχικών διαταραχών. Άλλοι μελετητές υπογραμμίζουν ότι με την κακή ψυχική υγεία σχετίζεται στενότερα η αυτοαναφερόμενη οικονομική δυσχέρεια σε μια δεδομένη χρονική περίοδο από ό,τι η «παραδοσιακά» εφαρμοζόμενη κοινωνικοδημογραφική μεταβλητή του χαμηλού εισοδήματος (Ahnquist & Wamala, 2006), ένα εύρημα ιδιαίτερης σημασίας ως προς τις τρέχουσες οικονομικές μεταβολές παγκοσμίως.
Ωστόσο, η πρωτόγνωρη κατάσταση βαθιάς και γενικευμένης κρίσης των τελευταίων ετών στην Ελλάδα διαφοροποιείται σε σημαντικό βαθμό από τις συνθήκες στις οποίες έχουν αποτυπωθεί στην πλειοψηφία τους τα διεθνή ερευνητικά δεδομένα. Παρότι οι ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες θεωρούνται οι πιο ευάλωτες σε προβλήματα ψυχικής υγείας (Fryers et al, 2005), η ανατροπή της προηγούμενης οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα είναι τέτοια ώστε αφορά το σύνολο του πληθυσμού. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι έρευνες τείνουν να αποτυπώνουν την ψυχιατρική νοσηρότητα υπό την έννοια των μετρήσιμων και κατηγοριοποιήσιμων κλινικών εκδηλώσεων που πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια μιας ψυχικής διαταραχής. Από αυτή την απαραίτητη, για λόγους ερευνητικής εγκυρότητας, διαδικασία, διαφεύγουν ωστόσο ένα πλήθος ψυχολογικών επιπτώσεων της οικονομικής δυσπραγίας, που δεν σηματοδοτούν αφ’ εαυτού συμπτώματα μιας ψυχικής διαταραχής. Πλήθος τέτοιων υποκλινικών εκδηλώσεων είναι επώδυνα παρούσες την τρέχουσα περίοδο της οικονομικής κρίσης, με τη μία ή την άλλη μορφή, στον ψυχισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού πληθυσμού.
Αυτή η διάσταση της οικονομικής κρίσης αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στις προσωπικές ιστορίες των καλούντων στη Γραμμή Βοήθειας για την Κατάθλιψη 1034 του ΕΠΙΨΥ, μια τηλεφωνική υπηρεσία ψυχολογικής βοήθειας που παρέχει υποστήριξη, συμβουλευτική και παραπομπή σε δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν –οι ίδιοι ή άτομα του περιβάλλοντός τους– ψυχικές δυσκολίες (Οικονόμου και συν, 2009). Στόχος της παρούσας περιγραφικής μελέτης, συμπληρωματικής στη συστηματική καταγραφή και ερευνητική αποτύπωση που διενεργείται ως προς τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία, στο πλαίσιο λειτουργίας της Γραμμής Βοήθειας για την Κατάθλιψη, είναι να σταχυολογήσει και να αναδείξει όλα αυτά τα στοιχεία του περιεχομένου των κλήσεων που, λόγω του μη-ποσοτικοποιήσιμου χαρακτήρα τους, δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων.
Είναι γεγονός ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναφορά σε οικονομικές παραμέτρους στη Γραμμή Βοήθειας για την Κατάθλιψη γίνεται σε συνάρτηση με ποικίλα –διαφαινόμενα ή και προηγουμένως διαγνωσμένα– προβλήματα ψυχικής υγείας, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά. Κοινό αίσθημα των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που στελεχώνουν τη Γραμμή είναι ότι, πολύ συχνά, οι επεξηγηματικές σημειώσεις που συμπεριλαμβάνονται στη φόρμα καταγραφής του περιεχομένου των κλήσεων «φωτογραφίζουν» τις πραγματικές συνθήκες και αναδεικνύουν εξατομικευμένα την υποκειμενική πραγματικότητα των ανθρώπων που καλούν. Ο βαθμός στον οποίο αυτές οι υποκειμενικές πραγματικότητες φαίνονται τον τελευταίο καιρό να συγκλίνουν, με κοινό άξονά τους την οικονομική κρίση, έδωσε το έναυσμα για να συλλεχθούν οι προσωπικές μαρτυρίες των καλούντων, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το ψυχικό βίωμα της κρίσης.
Μεθοδολογία
Η μεθοδολογική προσέγγιση της παρούσας μελέτης αντλήθηκε από μεθόδους ποιοτικής έρευνας των Κοινωνικών Επιστημών, όπως η Περιγραφική Φαινομενολογική Προσέγγιση, η Εμπειρικά Θεμελιωμένη Θεωρία (Grounded Theory) και η Συναινετική Ποιοτική Ανάλυση (Consensual Qualitative Research). Από την Περιγραφική Φαινομενολογική Προσέγγιση υιοθετήθηκε η αρχή της περιγραφικής (και όχι ερμηνευτικής) ανακατασκευής και κατανόησης του υπό διερεύνηση αντικειμένου, μια προσέγγιση που επιτρέπει στο τελευταίο να αναδείξει τις διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά του, ελαχιστοποιώντας την επίδραση των θεωρητικών προϊδεάσεων των ερευνητών (Finlay L, 2005). Με το ίδιο σκεπτικό επιχειρήθηκε η ανάδυση της θεωρίας από τα ίδια τα υπό διερεύνηση δεδομένα, σύμφωνα με τις αρχές της Εμπειρικά Θεμελιωμένης Θεωρίας: τα αρχικά, ανεπεξέργαστα δεδομένα, δηλαδή οι σχετιζόμενες με την οικονομική κρίση προσωπικές μαρτυρίες, χρησιμοποιήθηκαν για την επαγωγική ανάπτυξη ενός δικτύου εννοιολογικών κατηγοριών, βάσει των οποίων στη συνέχεια ομαδοποιήθηκαν οι μαρτυρίες. Αυτή η διαδικασία διασφαλίζει τη συμβατότητα των δεδομένων με τις εννοιολογικές κατηγορίες στις οποίες υπάγονται, αλλά και την εγκυρότητα των εννοιολογικών κατηγοριών, καθώς αυτές αντανακλούν τα αρχικά δεδομένα και εδραιώνονται μέσα σε –και από– αυτά (Glaser & Strauss, 1967 – Rennie et al 1988 – Strauss & Corbin, 1990). Τέλος, από τη μέθοδο της Συναινετικής Ποιοτικής Ανάλυσης, η οποία, άλλωστε, εγκολπώνει τις παραπάνω μεθοδολογικές αρχές, υιοθετήθηκε η αυστηρά συναινετική διαδικασία μεταξύ πολλαπλών ερευνητών-αξιολογητών σε όλα τα στάδια της επεξεργασίας των δεδομένων, έτσι ώστε η σύνθεση διαφορετικών οπτικών να μεγιστοποιεί τη βέλτιστη κατανόηση του υπό διερεύνηση φαινομένου και να ελαχιστοποιεί το ατομικό ερμηνευτικό σφάλμα.
Δείγμα
Το δείγμα αντλήθηκε από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων της Γραμμής Βοήθειας για την Κατάθλιψη, όπου γίνεται κωδικοποιημένη καταγραφή βασικών στοιχείων του περιεχομένου κάθε κλήσης με σκοπό την αποτίμηση της ανταπόκρισης στις ανάγκες του κοινού και τη συνεχή βελτίωση των υπηρεσιών της Γραμμής. Μεταξύ των στοιχείων που καταγράφονται (κοινωνικο-δημογραφικό προφίλ, κλινικό ιστορικό, ιστορικό αναζήτησης βοήθειας και θεραπευτικής αντιμετώπισης, κύρια αιτήματα, αναφορά σε ειδικά θέματα) περιλαμβάνεται και το λήμμα «αναφορά στην οικονομική κρίση». Το δείγμα της παρούσας μελέτης αποτέλεσαν οι καταγραφές των κλήσεων του 2012, όπου είχε γίνει επιλογή του λήμματος «αναφορά στην οικονομική κρίση». Οι προσωπικές μαρτυρίες των καλούντων αντλήθηκαν από το ειδικό πεδίο της φόρμας καταγραφής όπου σημειώνονται λεπτομέρειες (π.χ. γεγονότα/συνθήκες ζωής), που εξειδικεύουν την κάθε περίπτωση, με σκοπό να αξιοποιηθούν στην εποπτεία του περιστατικού (Δημόπουλος και Οικονόμου, 2011).
Διαδικασία
Σε κάθε προσωπική μαρτυρία εντοπίστηκαν μία ή περισσότερες θεματικές κατηγορίες αναφερόμενες στην οικονομική κρίση από τέσσερις ανεξάρτητους αξιολογητές (δύο ομάδες αποτελούμενες από δύο αξιολογητές). Ο προσδιορισμός των αναδυόμενων θεματικών κατηγοριών έγινε με συναινετική απόφαση μεταξύ των αξιολογητών κάθε ομάδας σε δεύτερο χρόνο. Οι κατηγορίες που προέκυψαν ομαδοποιήθηκαν συναινετικά από τους αξιολογητές σε κεντρικούς θεματικούς άξονες/εννοιολογικά πλαίσια, το καθένα από τα οποία εμπεριείχε έναν αριθμό υποκατηγοριών. Στη συνέχεια, επιστρέφοντας στα αρχικά δεδομένα, οι αξιολογητές κατηγοριοποίησαν τα ανεπεξέργαστα (νοηματικά άρτια) αποσπάσματα από τις προσωπικές μαρτυρίες κάτω από τους κεντρικούς άξονες και τις υποκατηγορίες τους, έτσι ώστε να αναδειχθεί η συχνότητα εμφάνισης των προαναφερθέντων θεματικών στο περιεχόμενο των κλήσεων που αποτέλεσαν το δείγμα. Όλα τα στάδια της επεξεργασίας των δεδομένων και ο συναινετικός χαρακτήρας της διαδικασίας εποπτεύθηκαν από δύο εξωτερικούς ελεγκτές-συντονιστές της μελέτης. Οι προτάσεις των συντονιστών οδήγησαν στη μερική αναπροσαρμογή και, τελικά, οριστικοποίηση των εννοιολογικών κατηγοριών και των εντασσόμενων σε αυτές αποσπασμάτων λόγου, μέσω της συναινετικής αποδοχής ή απόρριψης των προτάσεων αυτών από τους αξιολογητές.
Αποτελέσματα
Από το σύνολο των κλήσεων του 2012 (2803 κλήσεις), στο 38,4% αυτών βρέθηκε ότι έγινε αναφορά στην οικονομική κρίση. Η θεματική κατηγοριοποίηση των μαρτυριών οδήγησε στη δόμηση μιας περιγραφικής (μη ερμηνευτικής) σύνοψης των κύριων διαστάσεων της οικονομικής κρίσης όπως αποτυπώνονται στο περιεχόμενο των κλήσεων, βάσει των κεντρικών θεματικών αξόνων/εννοιολογικών πλαισίων που αναδείχθηκαν. Οι θεματικοί άξονες, με σειρά αριθμητικού μεγέθους του μέρους του δείγματος που εντάχθηκε κάτω από τον καθένα, ήταν:
α) ψυχικές εκδηλώσεις σχετιζόμενες με την οικονομική κρίση (42,6%)
β) οικογενειακά / διαπροσωπικά θέματα (18,7%)
γ) εργασιακά θέματα (17,9%)
δ) οικονομική ένδεια (10,5%)
ε) δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας ή φάρμακα (7,4%)
στ) παρουσία σοβαρής οργανικής νόσου (2,9%)
Πιο αναλυτικά, παρακάτω παρουσιάζονται οι θεματικοί άξονες μαζί με τις υποκατηγορίες τους, καθώς και παραδείγματα αποσπασμάτων από τις προσωπικές μαρτυρίες που εντάχθηκαν σε καθέναν από αυτούς.
α) Ψυχικές εκδηλώσεις σχετιζόμενες με την οικονομική κρίση
«Σήμερα δεν έχουμε πρόβλημα. Αύριο όμως; Το κακό θα έρθει και στο δικό μας σπίτι, στη δική μας δουλειά. Τα βλέπουμε τριγύρω: στον γείτονα, στους συγγενείς, στα ΜΜΕ… με πιάνει τρόμος, μην τυχόν και μας συμβεί κάτι… και νιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είμαι μουδιασμένη».
«Δεν μπορώ να ζητάω ελεημοσύνη. Έχασα την αξιοπρέπειά μου».
«Είμαι 23 ετών. Οι γονείς μου δεν μπορούν πια να μου δίνουν χρήματα… νιώθω τύψεις που τους επιβαρύνω και, το τελευταίο διάστημα –ξέρω ότι είναι παράλογο–, επειδή ακούω συχνά για προβλήματα υγείας φοβάμαι ότι θα πάθω κάτι και εγώ. Πελαγώνω με όλες αυτές τις σκέψεις και καταλήγω να κλαίω συνέχεια».
«Είχα και στο παρελθόν πρόβλημα με το άγχος μου, αλλά είχα κάνει θεραπεία και είχα μπορέσει να το διαχειριστώ. Τώρα όμως, κάθε φορά που σκέφτομαι την κατάστασή μου με πιάνει πανικός, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είμαι εδώ και έξι μήνες άνεργη. Τα έξοδα τρέχουν, εγώ χρωστάω παντού και το άγχος μου όλο και μεγαλώνει. Δεν μπορώ στιγμή να ηρεμήσω».
«Σας καλώ για τον ανιψιό μου. Έχασε τη δουλειά του και από τότε έχει κλειστεί στον εαυτό του και είναι όλο φοβίες. Είναι, λέει, άχρηστος, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα στην οικογένειά του. Παλιότερα είχε πάει σε ψυχίατρο και του είχε πει ότι έχει κατάθλιψη. Τώρα με αυτά που του συμβαίνουν φαίνεται ότι η κατάστασή του έχει επιδεινωθεί. Είναι και ανασφάλιστος και το κόστος μιας επίσκεψης δεν μπορεί να το καλύψει».
«Φοβάμαι ότι θα τρελαθώ, δεν θα αντέξω και θα πέσω από το μπαλκόνι. Δεν βλέπω να υπάρχει κάτι άλλο να κάνω πλέον. Δεν αντέχω να ψάξω για δουλειά… ούτε να προσπαθήσω. Ναι, το σκέφτομαι συχνά να βλάψω τον εαυτό μου…».
«Χρειάζομαι βοήθεια, κάποιον να μιλήσω… είμαι σε απόγνωση… Κλαίω όλη μέρα και φοβάμαι, σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει μέλλον. Σε λίγο δεν θα έχουμε να φάμε… όσο το σκέφτομαι θέλω να τελειώνω… Να πάψω να πονάω. Ξέρω ότι δεν είναι λύση, αλλά είναι συνέχεια στο μυαλό μου… όλη μέρα… το μόνο που με κρατά είναι η σκέψη των δικών μου ανθρώπων. Πόσο θα τους πληγώσω… Αλλά νιώθω ανήμπορη, χωρίς ελπίδα. Θα τελειώσει ποτέ αυτό;».
«Σας καλώ για το σύζυγό μου. Πριν 4 μήνες τον απέλυσαν και από τότε διαλυθήκαμε. Είναι συνέχεια απομονωμένος. Βγαίνει μόνο για να πάει στο καφενείο και να πιει. Δεν το έκανε ποτέ αυτό. Όλα έχουν αλλάξει…».
β) Οικογενειακά – διαπροσωπικά θέματα
«Πριν ένα χρόνο απολύθηκα από τη δουλειά μου […]. Τελικά αναγκάστηκα, στα 35 μου, να γυρίσω στους δικούς μου… Νιώθω πολύ χάλια, εγκλωβισμένη σ’ ένα σπίτι όπου δεν με καταλαβαίνει κανείς… είμαι όλη μέρα στο κρεβάτι, δεν θέλω να βλέπω κανέναν».
«Τον τελευταίο καιρό επιδεινώθηκαν τα προβλήματα με τον σύζυγο. Καβγαδίζουμε συνέχεια για τα λεφτά. Με απειλεί κιόλας ότι θα με διώξει από το σπίτι και ζω με τον φόβο. Ο ίδιος εργάζεται, ενώ εγώ είμαι σε αναζήτηση εργασίας. Τι θα κάνω αν μου πει να χωρίσουμε; Πώς θα επιβιώσω;»
«Είμαι 56 ετών, πατέρας δύο παιδιών. Λόγω της οικονομικής κρίσης αναζήτησα δουλειά στη Γερμανία. Τα πράγματα εξελίχθηκαν καλά και έμεινα. Η σύζυγός μου όμως ήταν από την αρχή αντίθετη… τώρα δεν θέλει να με ακολουθήσει μαζί με την οικογένεια. Καυγαδίζουμε συνέχεια… μέχρι και για διαζύγιο μου είπε».
γ) Εργασιακά θέματα
«Δεν ξέρω από πού να αρχίσω… Νιώθω απελπισία. Εδώ και ένα χρόνο έχω απολυθεί από τη δουλειά μου. Μένω με τη σύντροφό μου και με συντηρεί εκείνη. Καταλαβαίνετε πως νιώθω… τώρα, για να καταλάβετε, μου δίνει ακόμη και λεφτά για τα τσιγάρα μου… δεν αξίζω τίποτα πια».
«Είχα μια επιχείρηση και αναγκάστηκα να την κλείσω. Τώρα κάθομαι, δεν κάνω τίποτα… μόνο σκέφτομαι, πώς ήρθαν τα πράγματα έτσι. Αισθάνομαι πολύ άσχημα. Νιώθω ανίκανος, ντρέπομαι να συναντηθώ με τους φίλους μου… προτιμώ να μένω μόνος μου».
«Ο γιος μου είναι εδώ και ενάμιση χρόνο άνεργος. Τον συντηρώ εγώ με τη σύνταξή μου…[…] ανησυχώ για εκείνον. Έχει γίνει πολύ επιθετικός και νευρικός, έχει απομακρύνει τους φίλους και την κοπέλα του και δεν φροντίζει τον εαυτό. Δεν ξέρω τι να κάνω …»
δ) Οικονομική ένδεια
«Σας καλώ για τον γιο μου. Στις λίγες κουβέντες που ανταλλάσσουμε είναι όλο νεύρα και θυμό. Δεν του ρίχνω άδικο… Η επιχείρηση που διατηρούμε μαζί κινδυνεύει να κλείσει. Μας έπνιξαν οι λογαριασμοί, τα χρέη και τα δάνεια. Ανησυχώ πολύ. Θέλω να βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω πώς».
«…Εδώ και πολύ καιρό δυσκολεύομαι πολύ οικονομικά, έχω χρέη που αυξάνονται και τα τηλέφωνα από τις τράπεζες είναι πλέον καθημερινά. Όσο περνάει ο καιρός το άγχος μου μεγαλώνει, δεν μπορώ να βρω ησυχία …».
«Δεν αντέχω άλλο να βλέπω τα παιδιά μου να υποφέρουν. Είμαστε σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Εγώ είμαι άνεργη πέντε χρόνια, ο σύζυγός μου είναι μικροπωλητής. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο. Χρωστάμε ενοίκια σχεδόν δύο χρόνων και μας έχουν κάνει έξωση, σε δεκαπέντε μέρες πρέπει να φύγουμε. Δεν έχουμε πού να πάμε».
ε) Δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας ή φάρμακα
«Δεν έχω χρήματα ούτε για να αγοράσω τα φάρμακά μου. Αξίζει να ζει κανείς έτσι;»
«Είμαι 57 ετών και έχω σοβαρό πρόβλημα υγείας, καρδιακή ανεπάρκεια. Πριν ένα μήνα έχασα την σύνταξη που έπαιρνα γιατί μειώθηκε το ποσοστό αναπηρίας μου. Δεν έχω κανένα άλλο εισόδημα… είμαι απελπισμένος. Έχω κλείσει τα παραθυρόφυλλα και κάθομαι όλη μέρα σε μια καρέκλα, στα σκοτεινά».
«Ο γιος μας είναι 33 χρονών και εδώ και 10 χρόνια πάσχει από διπολική διαταραχή. Πριν από λίγες μέρες μας είπαν ότι του κόβουν το επίδομα απορίας και έχω τρελαθεί. Αυτά τα 400 ευρώ τα έχουμε ανάγκη για να συνεχίσουμε, το έχει ανάγκη ο ίδιος πάνω απ’ όλα. Ανησυχώ συνέχεια και το μυαλό μου δεν σταματάει να σκέφτεται όλο τα χειρότερα…»
στ) Παρουσία σοβαρής οργανικής νόσου
«Πριν από 6 μήνες μου διέγνωσαν καρκίνο στο μαστό. Νιώθω χαμένη, δεν μπορώ πια να φαίνομαι δυνατή. Πώς να τα βγάλουμε πέρα μέσα στο χάος των νοσοκομείων, τον πόνο το δικό μου και τα έξοδα; Με τη σύνταξη του άντρα μου; Εγώ τη δική μου την περιμένω 11 μήνες. Ξέρετε τι έξοδα προκύπτουν εκεί που δεν το περιμένεις; Και ας πηγαίνω σε δημόσιο νοσοκομείο… Δυσκολευόμαστε πολύ και ο ένας το κρύβει από τον άλλο. Όταν έρχεται το βράδυ αποκοιμιέμαι με δυσκολία, για λίγο, μετά αρχίζουν οι εφιάλτες».
Συζήτηση
Η συχνότητα των αναφορών σε ψυχιατρική συμπτωματολογία στο περιεχόμενο των προσωπικών μαρτυριών είναι συνεπής προς τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία, όπου τεκμηριώνεται η συσχέτιση της οικονομικής δυσχέρειας με αυξημένη επικράτηση ψυχικών διαταραχών και ειδικά της κατάθλιψης (Schields et. al, 2005 – Goldman-Mellor et al, 2010 – Marmot, 2009 – Cifuentes et al, 2008 – Catalano et al, 2011; Sareen et al, 2011 – Economou et al, 2013). Μάλιστα, σε περιόδους οικονομικής κρίσης, η κατάθλιψη πιθανολογείται ότι αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την ψυχική υγεία του πληθυσμού (Jenkins et al, 2008 – Lee et al, 2010 – Wang et al, 2010). Οι ποικίλες διαστάσεις της οικονομικής δυσπραγίας –κυρίως η απώλεια της εργασίας, η εργασιακή αβεβαιότητα και τα χρέη–, έχοντας τον ρόλο του στρεσογόνου παράγοντα, είναι αναμενόμενο να δράσουν εκλυτικά ως προς την εκδήλωση μιας ψυχικής διαταραχής ή να επηρεάσουν δυσμενώς την πορεία της, με την αναζωπύρωση ή την παρόξυνση των συμπτωμάτων της.
Οι σχετιζόμενες με την επίταση ή υποτροπή μιας προϋπάρχουσας ψυχοπαθολογίας μαρτυρίες κάνουν λόγο για συμπτώματα κυρίως του φάσματος της κατάθλιψης (καταθλιπτικό συναίσθημα, απόγνωση, αίσθημα μη βοήθειας ιδέες αναξιότητας, απώλεια της αυτοεκτίμησης) και των διαταραχών άγχους (κρίσεις πανικού, διαρκής ανησυχία, γενικευμένο άγχος). Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, στην ποσοτική μελέτη της Γραμμής Βοήθειας για την Κατάθλιψη (Οικονόμου και συν, 2012), όπου χρησιμοποιηθήκαν οι Κλίμακες Άγχους και Κατάθλιψης του Goldberg (Goldberg et al, 1988) για να ανιχνευθεί η παρουσία κλινικά σημαντικής συμπτωματολογίας σε κλήσεις με αναφορά στην οικονομική κρίση, υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικής συμπτωματολογίας εντοπίστηκαν στους ανέργους, ενώ όσοι εργάζονται βρέθηκαν να εμφανίζουν εντονότερα αγχώδη συμπτωματολογία. Χαρακτηριστική, επίσης, ως προς τις ψυχικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, είναι η σύνδεσή της με την αυτοκτονικότητα (Gunnell et al, 2009 – Hong et al, 2011). Στις μαρτυρίες της Γραμμής Βοήθειας ο αυτοκτονικός ιδεασμός, συχνά –αλλά όχι πάντα– στο πλαίσιο μιας διαγνωσμένης διαταραχής της διάθεσης, συνδέεται με τη συσσώρευση προβλημάτων, τα οικονομικά αδιέξοδα και το αίσθημα μη βοήθειας. Φόβοι για ενδεχόμενη αυτοκτονική συμπεριφορά εκφράζονται επίσης από συγγενείς και φίλους που ανησυχούν για κάποιον οικείο τους ο οποίος δεν δέχεται βοήθεια.
Το ειδικότερο ενδιαφέρον, ωστόσο, στην παρούσα μελέτη εντοπίζεται στην αποτύπωση του ψυχικού βιώματος της κρίσης εκτός του περιδιαγεγραμμένου πλαισίου μιας ψυχιατρικής διάγνωσης. Ιδιαίτερα συχνές είναι οι αναφορές των ψυχικών αντιδράσεων στην «περιρρέουσα ατμόσφαιρα», χωρίς να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη ψυχοπαθολογία. Σε πολλές περιπτώσεις το ψυχικό βίωμα της οικονομικής κρίσης επικοινωνείται ως διάχυτο άγχος για ένα απροσδιόριστα δυσμενές μέλλον, ως «φόβος του επερχόμενου». Άλλοτε, τα άτομα που καλούν εκφράζουν τον θυμό ή τη θλίψη τους –ένα βίωμα πένθους– για την υποβάθμιση της ζωής τους ή μιλούν για προσβολή της αξιοπρέπειάς τους υπό τους νέους όρους επιβίωσης. Πολύ συχνά αναφέρουν την απόγνωσή τους μπροστά στο μέγεθος των οικονομικών προβλημάτων, την αδυναμία αντίδρασης και την παθητικοποίησή τους απέναντι σε μια αμείλικτη πραγματικότητα που υπερβαίνει τον δικό τους έλεγχο.
Ο στρεσογόνος και αποδιοργανωτικός ρόλος της οικονομικής κρίσης γίνεται εμφανής και από τη μεγάλη συχνότητα των αναφορών σε οικογενειακά και διαπροσωπικά προβλήματα, που αποτελεί το δεύτερο σε αριθμητικό μέγεθος θεματικό άξονα. Αναφέρονται εντάσεις και προβλήματα στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια ή/και περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, συνδεόμενα με την αδυναμία διαχείρισης των υπερβολικών οικονομικών πιέσεων ή της ανεργίας (Scutella & Wooden, 2008). Επίσης χαρακτηριστικές εκφάνσεις του αντίκτυπου των οικονομικών δυσχερειών είναι η μετανάστευση για εργασία σε άλλη χώρα ή πόλη από αυτή όπου διαμένει η οικογένεια, η διατήρηση ενός γάμου για οικονομικούς και μόνο λόγους, όταν το διαζύγιο δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή ή η αναγκαστική επιστροφή και διαμονή με την πατρική οικογένεια, καθώς η ανεξάρτητη διαβίωση δεν είναι πια οικονομικά εφικτή για τα ενήλικα μέλη της ή και τις οικογένειές τους. Οι αναδιευθετήσεις του τρόπου ζωής, που συνεπάγονται οι παραπάνω συνθήκες, κλονίζουν τις ισορροπίες, απειλούν την ομοιόσταση του οικογενειακού συστήματος και γεννούν συγκρούσεις.
Ο τρίτος μεγάλος θεματικός άξονας συνοψίζει τα εργασιακά ζητήματα που θίγονται στις μαρτυρίες, με την ανεργία, όπως είναι αναμενόμενο, να κυριαρχεί στη θεματολογία των σχετικών αναφορών. Οι απρόσφορες προσπάθειες εύρεσης εργασίας και η μακροχρόνια ανεργία οδηγούν σε απόγνωση. Ο ψυχικός αντίκτυπος της απόλυσης ή του κλεισίματος μιας επιχείρησης διαστρεβλώνει την αυτοεικόνα του ατόμου, η απώλεια της εργασίας εσωτερικεύεται παίρνοντας αποχρώσεις αυτομομφής και αισθήματος αναξιότητας. Οι σοβαρότατες επιπτώσεις της ανεργίας τεκμηριώνονται από σειρά ερευνών στη διεθνή βιβλιογραφία, όπου καταγράφεται η σύνδεσή της κυρίως με την κατάθλιψη (Catalano et al 2000, Dooley et al 2000) και την αυτοκτονικότητα (Kishi & Kathol, 2002- Stuckler et al, 2009). Η αυτοκτονικότητα μάλιστα έχει φανεί να σχετίζεται όχι μόνο με το ίδιο το γεγονός της απώλειας της εργασίας, αλλά και με την εργασιακή επισφάλεια και το μελλοντικό ενδεχόμενο ανεπάρκειας πόρων σε περίπτωση ανεργίας (Yur’yev et al, 2010). Σε συμφωνία με τα ευρήματα αυτά, από τις μαρτυρίες της Γραμμής Βοήθειας για την Κατάθλιψη προκύπτει ότι ακόμα και για τα άτομα που διατηρούν την εργασία τους, ο φόβος της απόλυσης, η γενικευμένη εργασιακή αβεβαιότητα και η οικονομική επίπτωση της καθυστέρησης των πληρωμών βιώνονται ως σημαντικά στρεσογόνοι παράγοντες.
Παρομοίως, από τις προσωπικές μαρτυρίες προκύπτει ότι, ακόμα και αν δεν υφίσταται σοβαρό πρόβλημα βιοπορισμού, η αιφνίδια αλλαγή της οικονομικής κατάστασης, η ανατροπή των βεβαιοτήτων και των συνθηκών της καθημερινότητας και η διάχυτη ανασφάλεια για το μέλλον επιβαρύνουν σημαντικά την ψυχολογική κατάσταση του ατόμου. Παρόλα αυτά, στον ίδιο θεματικό άξονα των προσωπικών μαρτυριών που αφορά στην αλλαγή του βιοτικού επιπέδου, δεν λείπουν αναφορές ακόμα και για αδυναμία επιβίωσης ή στήριξης εξαρτώμενων μελών της οικογένειας, καθώς και άλλες σοβαρές απώλειες (π.χ. εκποίηση ή κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, έξωση). Σε στενή σύνδεση με τα παραπάνω, στον θεματικό άξονα αυτό, οι μισές περίπου μαρτυρίες αναφέρονται στη συσσώρευση χρεών και δανείων, τα οποία πλέον είναι εξαιρετικά επαχθή ή και αδύνατο να αποπληρωθούν. Ειδική έκδοση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, επικεντρωμένη στην οικονομική κρίση (WHO, 2011), υπογραμμίζει τη βαρύτητα που λαμβάνουν τα χρέη ως προβλεπτικός παράγοντας ψυχιατρικής νοσηρότητας. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ένα εκτεταμένο τμήμα του πληθυσμού, ανεξαρτήτως προηγούμενου κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου, καθίσταται ευάλωτο σε προβλήματα ψυχικής υγείας.
Μια επιπλέον διάσταση της οικονομικής ένδειας –με ιδιαίτερη σημασία για τον τομέα της υγείας– τίθεται από τις μαρτυρίες των καλούντων που δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να λάβουν ιατροφαρμακευτική φροντίδα για οργανικά ή ψυχικά προβλήματα, όχι μόνο στον ιδιωτικό τομέα, αλλά ακόμα και σε δημόσιες υπηρεσίες. Η αδυναμία να ανταπεξέλθει κανείς στο κόστος της ιατρικής επίσκεψης –πολύ περισσότερο της ψυχοθεραπείας–, η αναγκαστική διακοπή της θεραπείας λόγω της αδυναμίας αγοράς των φαρμάκων, η απουσία ασφαλιστικής κάλυψης ή η περικοπή των επιδομάτων που δικαιούνταν μέχρι πρότινος οι ασθενείς και οι αναφορές υπολειτουργίας ή υπερφόρτωσης των δημόσιων υπηρεσιών σκιαγραφούν το τοπίο της φροντίδας της υγείας σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Σε θλιβερή σύνδεση με τον παραπάνω θεματικό άξονα είναι και η τελευταία κατηγορία που προέκυψε από τις σχετιζόμενες με την οικονομική κρίση μαρτυρίες στη Γραμμή Βοήθειας για την Κατάθλιψη, την οποία αποτέλεσαν οι αναφορές στην ύπαρξη σοβαρής οργανικής ασθένειας. Παρότι οι προσωπικές μαρτυρίες δεν μπορούν να τεκμηριώσουν συσχέτιση της αναφερόμενης νοσηρότητας με την κρίση, στοιχεία από τη διεθνή βιβλιογραφία έχουν καταδείξει τη σύνδεση της οικονομικής δυσχέρειας –και ειδικότερα της ανεργίας– με αυξημένη θνησιμότητα. Αν και η τελευταία αφορά, σε ένα βαθμό, στην αύξηση των αυτοκτονιών, συνδέεται επίσης και με την αύξηση των θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα και θανάτων συνδεόμενων με κατάχρηση αλκοόλ (Stuckler et al, 2009).
Αυτοί οι δύο τελευταίοι θεματικοί άξονες –της αδυναμίας πρόσβασης στη φροντίδα υγείας και της παρουσίας σοβαρών προβλημάτων υγείας– φέρνουν στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο το αδιέξοδο της αυξανόμενης (ψυχιατρικής και οργανικής) νοσηρότητας, η αντιμετώπιση της οποίας προσκρούει στη συρρίκνωση των δαπανών για την υγεία και των κοινωνικών παροχών στο τοπίο της οικονομικής κρίσης.
Επίλογος
Σε μια συνολική ματιά των προσωπικών μαρτυριών από τη Γραμμή Βοήθειας για την Κατάθλιψη, η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται η θεματική της οικονομικής κρίσης στο πλαίσιο ποικίλων προβλημάτων και ψυχικών δυσκολιών, παρότι αξιοσημείωτη, ίσως δεν είναι παρά η αντανάκλαση του βαθμού στον οποίο η κρίση έχει διεισδύσει σε κάθε πτυχή της ζωής και της καθημερινότητας. Το πιο σημαντικό ωστόσο «εύρημα» αυτής της μελέτης είναι το άμεσο συναίσθημα που αποτυπώνεται, συνυφασμένο με τον χαρακτήρα της τηλεφωνικής αυτής υπηρεσίας, που ενθαρρύνει όσους έχουν ανάγκη να ζητήσουν υποστήριξη και να μιλήσουν για τα ψυχικά τους βιώματα. Παρότι οι περιγραφές των καλούντων συχνά παραπέμπουν σε ψυχιατρικά συμπτώματα, κυρίως του φάσματος της κατάθλιψης, κρίθηκε σκόπιμο να αποφευχθεί μια άκριτη ψυχιατρικοποίηση των ψυχικών βιωμάτων. Με δεδομένους άλλωστε τους περιορισμούς που θέτει η φύση της τηλεφωνικής «συνεδρίας» ως προς τις δυνατότητες διαγνωστικής εκτίμησης, θεωρήθηκε ότι η πιο πιστή αποτύπωση των ψυχικών όψεων της οικονομικής κρίσης είναι αυτή που επιλέγει να μείνει στην υποκειμενική, προσωπική έκφρασή τους. Παρόλα αυτά, ακόμα και αν οι υποκειμενικές αυτές περιγραφές δεν επιτρέπουν από μόνες τους την αναγωγή σε συγκεκριμένες κλινικές οντότητες, θα μπορούσε με σχετική ασφάλεια να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι συνθήκες της οικονομικής κρίσης δημιουργούν το υπόβαθρο για την ανάδυση μιας ψυχοπαθολογίας και υπονομεύουν την ψυχική υγεία του πληθυσμού συνολικά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ahnquist J & Wamala SP (2011). Economic hardships in adulthood and mental health in Sweden. The Swedish National Public Health Survey 2009. BMC Public Health; 11: 788. Published online 2011 October 11. doi: 10.1186/1471-2458-11-788.
Catalano R, Aldrete E, Vega W, Kolody B, Ajuilar-Gaxiola S (2000). Job loss and major depression among Mexican Americans. Social Science Quarterly; 81: 477-487.
Catalano R, Goldman-Mellor S, Saxton K, Margerison-Zilko, C, Subbaraman M, LeWinn K, Anderson E (2011). Τhe health effects of economic decline. Annual Review of Public Health; 32: 431-450.
Cifuentes M, Sembajwe G, Wo S (2008) The association of major depressive episodes with income inequality and the human development index. Social Science and Medicine; 67: 529-539.
Dee TS (2001). Alcohol abuse and economic conditions: Evidence from repeated cross-sections of individual-level data. Health Economics; 10(3): 257-270. doi: 10.1002/hec.588
Dooley D, Prause J, Ham-Rowbottom KA (2000). Underemployment and depression: longitudinal relationship. Journal of Health and Social Behavior; 41: 421-437.
Economou M, Madianos M, Peppou LE, Patelakis A, Stafanis CN (2013). Major depression in the era of economic crisis: a replication of a cross-sectional study across Greece. Journal of Affective Disorders; 145(3), 308-314.
Fitch C, Chaplin R, Trend C, & Collard S (2007). Debt and mental health: the role of psychiatrists. Advances in Psychiatric Treatment; 13: 194-202. doi: 10.1192/apt.bp.106.002527.
Finlay L (2005). An Introduction to Phenomenology. Available at: http://www.lindafinlay.co.uk.
Fryers Τ, Melzer D, Jenkins R and Brugha T (2005). The distribution of the common mental disorders: social inequalities in Europe. Clinical Practice and Epidemiology in Mental Health; I: 14. doi:10.1186/1745-0179-1-14.
Gavin A, Walton E, Chae DH, Alegria M, Jackson JS & Takeuchi D (2010). The Associations between socioeconomic status and major depressive disorder among Blacks, Latinos, Asians, and Non-Hispanic Whites: findings from the Collaborative Psychiatric Epidemiology Studies. Psychol Med; 40(1): 51-61. doi:10.1017/S0033291709006023.
Glaser BG & Strauss A (1967). The discovery of grounded theory: Strategies for qualitative research. Chicago: Aldine.
Giotakos O, Karabelas D, Kafkas A (2011). Financial crisis and mental health in Greece. Psychiatriki; 22: 109-119.
Goldberg D, Bridges K, Duncan-Jones P, Grayson D (1988). Detecting anxiety and depression in general medical settings. British Medical Journal, 297: 897-899.
Goldman-Mellor S J, Saxton KB, Catalano RC (2010). Economic contraction and mental health: a review of the evidence, 1990-2009. International Journal of Mental Health; 39: 6-31.Gunnell D, Platt S, Hawton K (2009). Τhe economic crisis and suicide. British Medical Journal; 338:b1891, doi: 10.1136/bmj.
Hong J, Knapp M, McGuire A (2011). Income-related inequalities in the prevalence of depression and suicidal behaviour: a 10-year trend following economic crisis. World Psychiatry; 10: 40-44.
Jenkins R, Bhugra D, Bebbington P, Brugha T, Farrell M, Coid J, Fryers T, Weich S, Singleton N, Meltzer H (2008). Debt, income and mental disorder in the general population. Psychological Medicine; 38: 1485-1493. doi: 10.1017/S0033291707002516.
Kishi Y & Kathol R (2002). Assessment of patients who attempt suicide. Primary Care Companion J Clin Psychiatry; 4: 132-136.
Kposowa AJ (2001). Unemployment and suicide: a cohort analysis of social factors predicting suicide in the US National Longitudinal Mortality Study. Psychological Medicine; 31(1): 127-138.
Lee S, Guo W, Tsang A, Mak AD, Wu J, Ng KL, Kwok K.(2010). Evidence for the 2008 economic crisis exacerbating depression in Hong Kong. Journal of Affective Disorders; 126: 125-133.
Lorant V, Deliege D, Eaton W, Robert A, Philippot P & Ansseau M (2003). Socioeconomic inequalities in depression: a meta-analysis. American Journal of Epidemiology; 157: 98-112.
Lund C, Breen A, Flisher A, Kakuma R, Corrigall J, Joska JA, Patel V (2010). Poverty and common mental disorders in low and middle income countries: a systematic review. Social Science and Medicine; 71(3): 517-528.
Madianos M, Economou, M, Alexiou T, Stefanis CN (2011) Depression and economic hardship across Greece in 2008 and 2009: two cross-sectional surveys nationwide. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology; 46: 943-952.
Marmot MG (2009). How will the financial crisis affect health? British Medical Journal; 338: b1314.
Paul K & Moser K (2009). Unemployment impairs mental health: Meta-analyses. J Vocational Behavior; 74: 264-282.
Rehkopf DH & Buka SL (2006). The association between suicide and the socio-economic characteristics of geographical areas: a systematic review. Psychol Med; 36(2): 145-57.
Rennie DL, Phillips JR & Quartaro GK (1988). Grounded theory: A promising approach to conceptualization in psychology? Canadian Psychology, 29: 139-150.
Sareen J, Afifi TO, McMillan KA, Asmundson G (2011). Relationship between household income and mental disorders: findings from a population-based longitudinal study. Archives of General Psychiatry; 68: 419-427.
Schields MA, Wheatley J, Price S (2005). Exploring the economic and social determinants of psychological well-being and perceived social support in England. Journal of the Royal Statistical Society; 168: 513-538.
Scutella R, Wooden M (2008). The effects of household joblessness on mental health. Social Science and Medicine; 67: 88-100.
Skapinakis P, Weich S, Lewis G, Singleton N, & Araya R (2006). Socio-economic position and common mental disorders. Longitudinal study in the general population in the UK. British Journal of Psychiatry; 189: 109-117. doi: 10.1192/bjp.bp.105.014449
Strauss AL & Corbin J (1990). Basics of qualitative research: Grounded theory procedures and techniques. Newbury Park, CA: Sage.
Stuckler D., Basu S, Suhrcke M, Coutts A, McKee M (2009). The public health effect of economic crises andalternative policy responses in Europe: an empirical analysis. Lancet; 374(9686): 315-23. doi: 10.1016/S0140-6736(09)61124-7.
Uutela A (2010). Economic crisis and mental health. Current Opinion in Psychiatry; 23: 127-130.
Yur’yev A, Värnik A, Värnik P, Sisask M, & Leppik L (2010). Employment status influences suicide mortality in Europe. International Journal of Social Psychiatry; XX(X): 1-7. doi: 10.1177/0020764010387059.
Wang JL, Smailes E, Sareen J, Fick GH, Schmitz N, Patten SB (2010). The prevalence of mental disorders in the working population over the period of global economic crisis. The Canadian Journal of Psychiatry; 55(9), 598-605.
World Health Organization (2011). Impact of economic crises on mental health. Geneva: WHO.
Δημόπουλος ΓΔ, Οικονόμου Μ (2011). Τηλεφωνική γραμμή βοηθείας και επαγγελματίες ψυχικής υγείας: Ο ρόλος της εποπτείας – Διαμεσολάβηση στην απάντηση του αιτήματος. Σύναψις, 21: 26-28.
Οικονόμου Μ, Πέππου ΛΕ, Λουκή Ε, Κομπορόζος Α, Μέλλου Α, Στεφανής Κ (2012). Γραμμή Βοήθειας για την Κατάθλιψη: αναζήτηση βοήθειας σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Ψυχιατρική, 23(1): 17-28.
Οικονόμου Μ, Λουκή Ε, Χαρίτση Μ, Πέππου Λ, Κολοστούμπης Δ, Στεφανής Κ (2009). Η Γραμμή Επικοινωνίας για την Κατάθλιψη του Προγράμματος «αντι-στίγμα» του ΕΠΙΨΥ: Αξιολογητικά στοιχεία του 1ου χρόνου λειτουργίας. Τετράδια Ψυχιατρικής, 108: 37-44.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.