Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ανδρέας Κ. Παπανικολάου
Καθηγητής, διευθύνει το Τμήμα Κλινικών Νευροεπιστημών
στο Πανεπιστήμιο του Memphis, Tennessee USA

σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]

Περί προτύπων

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η γνωσιακή «επανάσταση», που έμελλε να καταλύσει το μονοπώλιο του συμπεριφορισμού, είχε ήδη διεισδύσει στα περισσότερα μεταπτυχιακά προγράμματα ψυχολογίας, ειδικά στη Βόρειο Αμερική. Οι εκεί εκκολαπτόμενοι επιστήμονες, κυρίως οι «σκληροί» θεωρητικοί και πειραματιστές, οι γαλουχημένοι με το ίνδαλμα μιας αδιάλλακτα αντικειμενικής ψυχολογίας στα πρότυπα της χημείας και της κλασικής μηχανικής, ήρθαν αίφνης αντιμέτωποι με τα πειράματα της νέας γνωσιακής επιστήμης και εξεπλήττοντο με των πειραματικών αποτελεσμάτων το παράδοξο, καίτοι αναντιρρήτως προφανές. Τους ξάφνιαζε δηλαδή το γεγονός ότι, τελικά, ο ψυχισμός του ανθρώπου δεν ήταν καθόλου ο σκοτεινός και κενός δίαυλος του ισχύοντος δόγματος και προτύπου, όπου το ερέθισμα, εισερχόμενο στη μια του άκρη, προκαλεί στην άλλη την έξοδο μιας αντίδρασης νομοτελώς διαμορφωμένης από περιβαλλοντικών και μόνον παραγόντων την ισχύ.

Έδειχναν, επί παραδείγματι, τα πειράματα ότι τα «υποκείμενα» (γιατί έτσι είχαν μετονομαστεί από «παρατηρητές» ή «μάρτυρες» οι συμμετέχοντες), αντί να αναγνωρίζουν τις φράσεις-ερεθίσματα τις οποίες είχαν προηγουμένως ακούσει με σκοπό να τις θυμηθούν αργότερα, νόμιζαν ότι είχαν ακούσει αντί αυτών άλλες, που ποτέ δεν είχαν παρουσιαστεί στo πλαίσιο του πειράματος, αλλά που εξέφραζαν το νόημα αυτών που είχαν παρουσιαστεί. Αντιδρούσαν εν ολίγοις τα υποκείμενα με τρόπο σκανδαλώδη για κενούς διαύλους. Με τέτοια και άλλα παρόμοια μεταπείστηκαν εν τέλει ακόμη κι οι «σκληροί» και όλοι, «σκληροί» μαζί κι «επαναστάτες», έπαψαν να εξίστανται για ένα πράγμα γνωστό εδώ και αιώνες σε λεγεώνες γιαγιάδων, ψαράδων, φιλοσόφων, κουρέων, ιατρών, μανάβηδων και νοικοκυράδων: για το ότι στα έγκατα του διαύλου της αντικειμενικής ψυχολογίας ελλοχεύει όχι το σκοτάδι του τίποτα, αλλά ο νους του ανθρώπου.

Έτσι προέκυψε το ερώτημα: Με τι πρέπει η νέα ψυχολογία να παρομοιάσει αυτόν τον νου; Με τι είδους πρότυπο να τον αποδώσει; Διότι τόσο στα επιστημονικά εργαστήρια όσο και στις γειτονιές και τα καφενεία, για να γίνει γνωστό κάτι το οποίο είναι έστω εν μέρει άγνωστο, πρέπει να παρομοιαστεί με κάτι ανάλογο το οποίο έχομε ήδη κατανοήσει: δηλαδή με ένα πρότυπο. Ο νους βέβαια του ανθρώπου διττώς λέγεται και διττώς νοείται. Νοείται, πρώτον, ως το σύνολο των εμπειριών: των αισθημάτων, των αντιλημμάτων, των συναισθημάτων, των εννοιών, των συλλογισμών, των προθέσεων, των προσδοκιών, των επιθυμιών, των αποφάσεων, των πεποιθήσεων. Δεύτερον, ο νους νοείται ως το ποιητικό αίτιο όλων αυτών των ψυχονοητικών φαινομένων. Τα μεν φαινόμενα δεν απαιτούν πρότυπα για να κατανοηθούν. Κι ο επιστήμονας που θα αποπειραθεί να τα παρομοιάσει με κάτι πιο άμεσο και οικείο απ’ αυτά τα ίδια, δεν είναι ούτε αφελής ούτε πολύμητις ρεαλιστής. Είναι απλώς παραπλανημένος. Διότι αμεσότερο και πιο οικείο πράγμα από ένα αίσθημα πόνου ή κρύου ή γαλάζιου ή από μια αναλαμπή θυμού ή από την εμπειρία μιας πεποίθησης (ότι, επί παραδείγματι, «δύο και δύο κάνουν τέσσερα») ή από το κέντρισμα μιας επιθυμίας, δεν υπάρχει. Και ενώ ο ρεαλιστής λέγεται αφελής μόνον όταν, λησμονώντας προς στιγμήν ή παραβλέποντας τα πορίσματα της φυσικής, πιστεύει ότι το πλακόστρωτο που πατάει είναι αφ’ εαυτού λευκό, σκληρό και αδιαπέραστο δίκην Δημοκριτείων ατόμων που μόνον άτομα δεν είναι, θα γίνονταν κι αυτός παντελώς ανεδαφικός, εάν προσπαθούσε να παρομοιάσει το αίσθημα του κρύου ή του γαλάζιου με κάποια μηχανή ή αλγόριθμο για να τα κάνει πιο γνωστά απ’ ότι ήδη είναι.

Δεν είναι όμως καθόλου ανεδαφικός, αλλά ούτε κατ’ ανάγκην αφελής, εάν, προσπαθώντας να κάνει κατανοητό τον νου, νοούμενον ως ποιητή τέτοιων εμπειριών ή φαινομένων, τον παρομοιάσει με μια μηχανή, με ένα σύστημα αλγορίθμων, οι οποίοι επεξεργαζόμενοι σήματα από το περιβάλλον, αλλά και από το σώμα και (αναγκαστικά) από το περιφερειακό νευρικό σύστημα και από κάποιες δομές του εγκεφάλου, τα μετατρέπουν σε υποκειμενικές ψυχονοητικές εμπειρίες και, ενίοτε, σε αντικειμενικές πράξεις. Βέβαια, δεδομένου ότι ο νους είναι πολυσύνθετος, ο γνωσιακός επιστήμονας, που διαδέχθηκε τον συμπεριφοριστή, προσπαθεί να τον κατανοήσει διαχωρίζοντάς τον πρώτα σε επί μέρους λειτουργίες, ακολουθώντας είτε τις τομές της «λαϊκής» ψυχολογίας, οι οποίες έχουν χαραχθεί τόσο από την κοινή λογική και την κοινή εμπειρία αιώνων όσο και από γενεές διανοουμένων, είτε αυτές που χαράχθηκαν από κάποιους σύγχρονους «νευροφιλόσοφους», οι οποίες θεωρούνται από κάποιους πιο καίριες (και που ενδεχομένως, σε κάποιες περιπτώσεις, κάποιες απ’ αυτές μπορεί να είναι πιο καίριες). Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο νους κι οι λειτουργίες που τον απαρτίζουν παρομοιάζονται με διάφορα συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών, περίπου σαν αυτές που διέπουν τη λειτουργία των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Για τους νεοφώτιστους όμως γνωσιακούς επιστήμονες της εποχής του ’70, ειδικά αυτούς που δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα μηχανές και αλγορίθμους, η παρομοίωση του νου με μηχανή ξένιζε αντί να διαφωτίζει. Και πολλοί από αυτούς, έχοντας διαπιστώσει ότι ο νους υποβαθμίζεται και επομένως δεν κατανοείται σωστά αναγόμενος στο είδος των υπολογιστών που κυκλοφορούσαν τότε, έστρεψαν, δυστυχώς, τα νώτα σε όλα τα μηχανιστικά πρότυπα. Δυστυχώς, διότι έτσι ποτέ δεν έμαθαν γιατί η μνήμη ή η διαδικασία που αποβαίνει σε μιαν επιλογή δεν είναι αλγόριθμος και ως προς τι ακριβώς διαφέρει από τις ανάλογες διεργασίες των υπολογιστών, με τον τρόπο που ο νεαρός Θεαίτητος του φερώνυμου πλατωνικού διαλόγου ευτύχησε να μάθει εδώ και εικοσιπέντε αιώνες γιατί ο νους δεν είναι ούτε «κήρινον εκμαγείον» (tabula rasa των εμπειριοκρατών του παρελθόντος, αλλά και αρκετών συγχρόνων ομοϊδεατών τους) ούτε «περιστερεών παντοειδών ορνίθων». Διότι, ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε τι είναι ο νους με τη χρήση των προτύπων είναι να εξακριβώνουμε του καθενός τα όρια, εξετάζοντας και διαψεύδοντας συστηματικά τις προβλέψεις τους έως ότου δομήσουμε το πρότυπο του οποίου τις προβλέψεις αδυνατούμε να διαψεύσουμε, στην οποία περίπτωση έχουμε κατανοήσει, στο μέτρο του επιστημονικά εφικτού, τον ανθρώπινο νου.

Είναι βέβαια προφανές ότι η επιτυχία τέτοιων μεθοδεύσεων εξαρτάται από την επιλογή ή κατασκευή των πλέον κατάλληλων προτύπων και την επάρκεια του πειραματικού των ελέγχου. Κατ’ ανάγκη, όλα τα πιθανώς κατάλληλα πρότυπα είναι πιο οικεία από τον νου (πάντα νοούμενο ως ποιητικό αίτιο) και κατά κανόνα απλούστερά του. Είναι δε απλούστερα διότι αναπαριστούν ένα μόνο υποσύνολο των γνωρισμάτων του, τα οποία θεωρούμε ως πλέον ουσιώδη, παραβλέποντας άλλα. Αλλά η επιλογή των γνωρισμάτων μπορεί μεν να γίνει σωστά, αλλά μπορεί και άστοχα, και συνήθως γίνεται και με τους δυο τρόπους.

  • Ο σωστός τρόπος είναι να αφαιρεθούν τα επουσιώδη γνωρίσματα του αναπαριστώμενου πράγματος και να διατηρηθεί στο πρότυπο η βασική δομή του. Παράδειγμα: Έστω ένα πρότυπο του ηλιακού συστήματος, που κατασκευάζεται με πλαστικά σφαιρίδια, σύρματα και καλώδια. «Αφαιρούμε» λοιπόν από τις μάζες και τους όγκους του ήλιου και των πλανητών και από τις ταχύτητες και τις μεταξύ τους αποστάσεις, διατηρώντας τις αναλογίες τους προς αυτές του προτύπου, και αντικαθιστούμε τις βαρυτικές δυνάμεις με την ανάλογη ισχύ του ηλεκτρικού ρεύματος, που κινεί τα σφαιρίδια με ανάλογη ταχύτητα στις συρμάτινες τροχιές τους. Έτσι το πρότυπο διατηρεί τα ουσιαστικά στοιχεία του ηλιακού συστήματος τόσο τα στατικά όσο και τα δυναμικά και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις εκλείψεις του ηλίου και της σελήνης και επίσης να ελέγξουμε την επάρκειά του και ταυτόχρονα την εγκυρότητα της κατανόησής μας αξιολογώντας εμπειρικά τις προβλέψεις του.
  • Ο δεύτερος (και ελλειμματικός) τρόπος είναι να παραβλέψουμε μια ή πολλές ουσιώδεις όψεις του προς κατανόηση πράγματος παραλείποντάς τες από το πρότυπο. Εάν, φερ’ ειπείν, σκοπός του προτύπου του παραδείγματος ήταν να κατανοήσουμε τη γένεση του ηλιακού συστήματος, το πρότυπο θα ήταν ελλιπές διότι μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μόνον τη διαχρονικώς σταθερά επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του συστήματος ήδη διαμορφωμένου, αλλά όχι τη διαμόρφωσή του· στην οποία περίπτωση, η όψη αυτή του συστήματος ανάγεται στις σχετικές ενέργειες του βιβλικού Κτίστη που προτιμούσε ο Νεύτωνας ή στα επακόλουθα της «Μεγάλης Έκρηξης» που προτιμούν πολλοί απ’ τους πνευματικούς του επιγόνους. Και στις δύο όμως περιπτώσεις δεν εξηγούμε και δεν κατανοούμε τη γένεση του ηλιακού συστήματος μέσω του προτύπου.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, προκύπτει το ερώτημα εάν το πρότυπο του νου ως ένα σύστημα αλγορίθμων ή ως μηχανή επεξεργασίας πληροφοριών παραλείπει κάποιες όψεις του πέραν της γενέσεώς του, την οποία προφανώς παραλείπει εκτός κι αν είναι αναπτυξιακό πρότυπο. Εάν δηλαδή παραμορφώνει τον νου με τη μέθοδο του Προκρούστη, απλοποιώντας και υποβαθμίζοντάς τον, όπως τον απλοποιούσε το προ πολλού απορριφθέν συμπεριφορικό πρότυπο και που γι’ αυτό το απορρίψαμε, ή εάν, αντιθέτως, καθιστά κατανοητό τον τρόπο που ο νους δημιουργεί αισθήματα, έννοιες και αντιλήμματα, εάν μας δείχνει σε τι συνίσταται μια πεποίθηση, πώς πρωτο-φανερώνεται μια καινούρια ιδέα ή πώς προκύπτει το ηδύ άλγος του νόστου κι άλλες σύνθετες εμπειρίες. Βάσει της επάρκειας με την οποία τα πρότυπα του νου διαφωτίζουν τη φύση αυτών και άλλων παραγώγων του, είναι δυνατό να διευθετηθούν σε μια κλίμακα, τα κάτω σκαλιά της οποίας καταλαμβάνουν τα λεγόμενα «περιγραφικά» και τα άνω τα «παραγωγικά» πρότυπα.

Τα πρώτα επιτρέπουν κάποιες μόνο προβλέψεις και βοηθούν ελάχιστα στην κατανόηση της δομής και λειτουργίας του νου, πράγμα στο οποίο στοχεύουν τα δεύτερα. Παράδειγμα: Βάσει του περιγραφικού προτύπου της εκμάθησης της γλώσσας που πρότεινε ο Skinner, μπορούμε να προβλέψουμε κάποιες μόνον όψεις της γλωσσικής συμπεριφοράς, όπως ότι η συχνότητα εκφοράς κοσμητικών επιθέτων ή του συνδέσμου «και» αυξάνει συναρτήσει ενδείξεων ενδιαφέροντος ή επικύρωσης εκ μέρους του συνομιλητή, πράγμα ελαχίστης σημασίας για την κατανόηση του μηχανισμού μετάδοσης νοημάτων μέσω γραμματικώς αρτίων προτάσεων, στην οποία στοχεύει το αντίστοιχο παραγωγικό πρότυπο του Chomsky.

Εάν λοιπόν ο νους γενικώς ή η όποια λειτουργία του αναπαρασταθεί με σύστημα αλγορίθμων που διαμορφώνουν τη σχέση ερεθισμάτων και αντικειμενικών (μυϊκών ως επί το πλείστον) αντιδράσεων, το πρότυπο ενδεχομένως να εξηγεί κάποια χαρακτηριστικά του νου, αλλά να παραβλέπει άλλα ουσιαστικότερα: Ουσιαστικό γνώρισμα του ανθρώπινου νου και η ειδοποιός διαφορά του από τους μηχανισμούς τόσο των αντανακλαστικών όσο και από τον νου των ζώων (ειδικά των κατωτέρων) είναι ότι μπορεί και επεξεργάζεται ερεθίσματα προβαίνοντας επιλεκτικά μόνον σε αντιδράσεις. Επίσης βασικό γνώρισμα του νου είναι ότι προκαλεί και ελέγχει παντοειδείς πράξεις χωρίς την επικουρία περιβαλλοντικών ερεθισμάτων. Εδώ δε, δεν αναφέρομαι στην υπό αμφισβήτηση «ελεύθερη» βούληση, αλλά στις ενδεχομένως απλούστερες νοητικές διεργασίες των κοινών αποφάσεων και επιλογών, είτε των προκαθορισμένων είτε των φαινομενικώς απρόβλεπτων, με τις οποίες ασχολείται πλήθος γνωσιακών επιστημόνων.

 

Επιπλέον, στο πλαίσιο των προτύπων, η επιλεκτική (παρά η γενική) χρήση «αντικειμενικών», δηλαδή δημοσίων, ενδείξεων (είτε ότι μια απόφαση έχει παρθεί είτε ότι ένα ερέθισμα έχει συντελέσει στη γένεση ενός αντιλήμματος είτε ότι ένα συναίσθημα βιώνεται, κ.λπ.) ίσως διευρύνει αντί να περιορίζει την επάρκεια αυτών των προτύπων. Διότι, οι δημόσιες ενδείξεις δεν είναι κατ’ ανάγκη έγκυρες (βλέπε παραπάνω)· ειδικά οι δημόσιες ενδείξεις ψυχισμού ή νοημοσύνης: Εάν πιστεύαμε ότι ο νους είναι σαν αυτές τις μηχανές που πάντα απαντούν στα ερεθίσματα, η ενσωμάτωση ενός αλγορίθμου αντίδρασης στο πρότυπο θα ήταν περιττή. Εάν όμως είχαμε επιφυλάξεις ή δεν πιστεύαμε πως ο νους είναι μια τέτοια μηχανή, οι δημόσιες ενδείξεις με τη δυνατότητα των οποίων θα προικίζαμε το πρότυπο θα ήταν αμφιβόλου εγκυρότητας. Διότι, αντίθετα με τις υπολογιστικές μηχανές που ούτε προσποιούνται ούτε ψεύδονται, ο ανθρώπινος νους δυστυχώς επιδίδεται συστηματικά και στις δυο αυτές «κακίες». Γι’ αυτόν τον λόγο, τι οδηγεί τον άνθρωπο ο νους του να κάνει και να πει (ή να μην πει) είναι εν πολλοίς αστάθμητο κι επομένως οι αντίστοιχες ενδείξεις είναι περιορισμένης αντικειμενικής αξίας. Η κακία, βέβαια, είναι δεοντολογική, δηλαδή ηθική έννοια –γι’ αυτό και τα εισαγωγικά στην προηγούμενη φράση. Η δε διαπίστωση αυτή οδηγεί στο μοιραίο ερώτημα: Εάν βεβαιωθούμε ότι το πρότυπο του νου, για να είναι έγκυρο, πρέπει να συμπεριλαμβάνει αλγορίθμους αρετής και κακίας, ηθικών αναστολών και άκρατων επιθυμιών, αλλά και αισθητικών ευαισθησιών, οπότε και ευφορίας και θλίψεων, πόσο πιθανή είναι η κατασκευή ενός τέτοιου, ρεαλιστικού εν τέλει, προτύπου;

«Θεωρητικά όχι μόνον πιθανή αλλά βέβαιη», διατείνονται κάποιοι ένθερμοι θιασώτες της τεχνητής νοημοσύνης, που είναι κλάδος των γνωσιακών επιστημών. Δεδομένου ότι αυτή η απάντηση εκφράζει μια θέση που ερείδεται σε προτιμήσεις παρά σε συμπεράσματα κάποιας συγκεκριμένης επιστημονικής θεωρίας δεν έχω λόγο, αλλά ούτε τρόπο, να εμπλακώ εδώ στην ανασκευή της, παραμένοντας ταυτόχρονα εντός των ορίων του επιστημονικού λόγου. Έχω όμως κάθε λόγο να επικροτώ τις προσπάθειες κατασκευής ή επιλογής, εκ μέρους των γνωσιακών επιστημόνων, τέτοιων προτύπων που μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε αν όχι τι ακριβώς είναι ο νους ή η όποια επί μέρους λειτουργία του, τουλάχιστον σαν τι δεν είναι, πέραν του ότι δεν είναι ούτε σαν εκμαγείον κήρινον ούτε σαν περιστερεών παντοδαπών ορνίθων –πράγμα που θα μπορούσαν να γνωρίζουν όλοι οι γνωσιακοί επιστήμονες αν έριχναν που και που καμιά ματιά στην κλασική μας γραμματεία.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.