Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Σπύρος Αντωνάτος
Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής
Επιμελητής στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών
Κοργιαλένειο – Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.

σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]

Silvano Arieti (1914-1981) – Εισαγωγή

Γεννήθηκε στην Πίζα της Ιταλίας στις 28 Ιουνίου 1914. Σπούδασε Ιατρική στο ομώνυμο Πανεπιστήμιο. Εγκατέλειψε την πατρίδα του στα 1939 εξαιτίας της φασιστικής ρατσιστικής πολιτικής του Μουσολίνι. Βρήκε καταφύγιο στη Νέα Υόρκη, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 7 Αυγούστου 1981. Διετέλεσε καθηγητής της Ψυχιατρικής στο New York Medical School. Επίσης, έλαβε ψυχαναλυτική εκπαίδευση στο Τμήμα Ψυχανάλυσης του William Alanson White Institute από το 1946 έως το 1952. Υπήρξε ο αρχισυντάκτης του American Handbook of Psychiatry (7 τόμοι), ο εκδότης του The World Biennial of Psychiatry (εκδ. 1971, 1973, Basic Books, New York) και ο συγγραφέας των βιβλίων: The Will to be Human (1972, Quadrangle Book, New York), Creativity: The Magic Synthesis (1976, Basic Books, New York), The Intrapsychic Self: Feeling, Cognition and Creativity in Health and Mental Illness (1967, Basic Books, New York).

Η πρώτη έκδοση του πιο δημοφιλούς έργου του “Interpretation of Schizophrenia” ήταν στα 1955, με εκδότη τον Robert Brunner. Το κείμενο που επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε στην ελληνική έχει την εξής μικρή ιστορία: δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ένα χρόνο μετά την 1η έκδοση του, δηλαδή στα 1956, και μάλιστα στο ιατρικό περιοδικό Journal of Nervous and Mental Disease (τεύχος 123, σελ. 324-333), υπό τον τίτλο: “The possibility of psychosomatic involvement of the central nervous system in schizophrenia”. Το ίδιο αυτό άρθρο μαζί με κάποια άλλα συμπεριλήφθησαν και εμπλούτισαν τη 2η έκδοση του «Interpretation of Schizophrenia” στα 1974, με εκδότη τώρα τον ίδιο τον συγγραφέα. Στα 1975, ο Arieti κερδίζει το National Book Award for Science για τη συγκεκριμένη έκδοση –πιο εκτενής και βελτιωμένη με 756 σελίδες. Από αυτή την έκδοση επιλέξαμε προς μετάφραση το κείμενο που ακολουθεί, σχετικά με την πιθανότητα ψυχοσωματικής συμμετοχής του κεντρικού νευρικού συστήματος στη σχιζοφρένεια. Φέρει ακριβώς τον ίδιο τίτλο με το παραπάνω άρθρο.

Όσον αφορά τη σημασία του συγκεκριμένου κειμένου πρέπει ίσως να ανατρέξουμε στο χρονολογικό πλαίσιο της εποχής που αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Βόρεια Αμερική, και όσων επακολούθησαν μέχρι την τελική του δημοσίευση στη 2η έκδοση του «Interpretation of Schizophrenia”. Βρισκόμαστε λοιπόν στον απόηχο των παρατηρήσεων της Flanders Dunbar, ιδρυτικού μέλους της Αμερικανικής Ψυχοσωματικής Εταιρείας στη δεκαετία του 1930. Υποστήριζε πως «τα ψυχοσωματικά νοσήματα οφείλονται στην εκφόρτιση ενστικτώδους ενέργειας στο Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα».1 Ο Franz Alexander, ο σημαντικότερος ίσως θεωρητικός της ψυχοσωματικής ιατρικής των δεκαετιών του 1930 και του 1940, τότε ακριβώς ισχυρίζεται ανάμεσα στα άλλα πως «οι όποιες ειδικές ασυνείδητες συγκρούσεις σχετίζονται με την καταστολή είτε της οργής (Συμπαθητικό Σύστημα) είτε της εξάρτησης (Παρασυμπαθητικό Σύστημα), πράγμα που οδηγεί σε συγκεκριμένες ασθένειες με διαγνωστική αξία».2 Παράλληλα ο Paul MacLean επισημαίνει ότι «σε πολλούς ψυχοσωματικούς ασθενείς τα επιβαρυντικά συναισθήματά τους, αντί να μεταβιβάζονται στο νεοφλοιό και να βρίσκουν έκφραση μέσω της συμβολικής χρήσης των λέξεων, διοχετεύονται άμεσα στα όργανα του σώματος μέσω οδών του νευροενδοκρινικού και του Α.Ν.Σ.».3

Ο Silvano Arieti με το άρθρο του αυτό πιάνει το νήμα από εκεί που το ξεκίνησαν οι προκάτοχοί του και ιδιαιτέρως ο P. MacLean, τον οποίο μάλιστα και αναφέρει μέσα στο κείμενο. Προσπαθεί να φωτίσει λίγο διαφορετικά το ζήτημα σχετικά με τα ψυχοσωματικά νοσήματα. Μετατοπίζει το ενδιαφέρον μας από το Α.Ν.Σ. και τη δράση του πάνω στα όργανα του σώματος (σπλαγχνικός εγκέφαλος) προς το Κ.Ν.Σ. (νεοφλοιός και ανώτερες φλοιώδεις λειτουργίες). Σύμφωνα με την άποψή του, οι ψυχολογικές συγκρούσεις, τις οποίες το ίδιο το Κ.Ν.Σ. παράγει, μπορεί να είναι τόσο έντονες, ώστε να μη γίνονται ανεκτές από ένα τμήμα του που είναι ήδη γενετικά ευάλωτο ή και όχι. Η επακόλουθη αποδιοργάνωση στις ανώτερες φλοιώδεις λειτουργίες κάποιων συγκεκριμένων εγκεφαλικών περιοχών οδηγεί στην ένταξη (συγκρότηση) αυτών των λειτουργιών του σχιζοφρενούς σε κατώτερο επίπεδο, στο πλαίσιο μίας ψυχοσωματικής προσπάθειας.

Ο Arieti ανάμεσα στα άλλα, αναλάμβανε ψυχοθεραπεία σε σχιζοφρενείς, μία μάλλον ασυνήθιστη προσέγγιση που λίγοι συνάδελφοί του επεδίωκαν εκείνη την εποχή. Οι απόψεις του στο “Interpretation of Schizophrenia”, οι οποίες σήμερα αναφέρονται ως το μοντέλο του τραύματος για τις ψυχικές διαταραχές, αντιπροσωπεύουν την αντίθετη υπόθεση απέναντι στο κύριο ρεύμα του ιατρικού μοντέλου (γενετική, νευροχημεία, φαρμακολογία) που επικρατεί στον χώρο της ψυχιατρικής ακόμα και σήμερα. Την πίστη του άλλωστε στην ψυχοθεραπεία ως πιο ικανό θεραπευτικό μέσο αντιμετώπισης ακόμα και δύσκολων περιπτώσεων, όπως η σχιζοφρένεια, τονίζει εμμέσως πλην σαφώς και στις τελευταίες γραμμές του κειμένου του το οποίο παρουσιάζουμε μεταφρασμένο.

Πολύ γενικά, θα λέγαμε ότι τα μοντέλα του τραύματος τονίζουν ιδιαιτέρως τους ψυχοπιεστικούς και τους τραυματικούς παράγοντες στις πρώιμες σχέσεις δεσμού, καθώς και στην ανάπτυξη ώριμων διαπροσωπικών σχέσεων. Οι επιδράσεις του ψυχολογικού τραυματισμού, ιδιαίτερα στην πρώιμη ηλικία, αποτελούν τη βασική αιτία για την ανάπτυξη κάποιων ψυχιατρικών διαταραχών (συμπεριλαμβανομένης και της διαταραχής stess έπειτα από ψυχικό τραυματισμό). Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που ασκούν κριτική στο μοντέλο αυτό και διατείνονται ότι η κακοποίηση εκατομμυρίων παιδιών μέσα στα χρόνια θα έπρεπε να είχε προκαλέσει αμέτρητες περιπτώσεις παραφροσύνης και πως δεν υπάρχει απόδειξη για κάτι τέτοιο. Ο Arieti άλλωστε είχε επισημάνει ότι τα μόνα πρόσωπα μπροστά στα οποία τα νεαρά άτομα εμφανίζονται ευάλωτα, είναι εκείνα με τα οποία συνδέονται συναισθηματικά στην παιδική τους ηλικία. Η παρακάτω παράγραφος από το “Interpretation of Schizophrenia” φωτίζει την ουσία του μοντέλου του τραύματος:

«[…] Πρώτα από όλα πρέπει να επαναλάβουμε αυτό που έχουμε ήδη μνημονεύσει […], ότι καταστάσεις εμφανούς εξωτερικού κινδύνου, όπως στην περίπτωση πολέμων, καταστροφών, ή άλλων αντιξοοτήτων οι οποίες επηρεάζουν τη συλλογικότητα, δεν παράγουν τον τύπο του άγχους που πληγώνει τον εσωτερικό εαυτό και από μόνες τους δεν ευνοούν τη σχιζοφρένεια. Ακόμα και η πλήρης ένδεια, η φυσική ασθένεια ή προσωπικές τραγωδίες δεν οδηγούν αναγκαία στη σχιζοφρένεια εκτός και εάν διαθέτουν διακλαδώσεις που πλήττουν την αίσθηση εαυτού. Ακόμα και σπίτια που έχουν διαλυθεί από θάνατο, διαζύγιο ή εγκατάλειψη μπορεί να είναι λιγότερο καταστρεπτικά από σπίτια όπου και οι δύο γονείς είναι ζωντανοί, ζουν μαζί, και πάντοτε υπονομεύουν την αντίληψη που διαθέτει το παιδί τους για τον εαυτό του.» ( 2η έκδοση, Κεφ.14, σελ.197).

Πριν παραθέσουμε τη μετάφραση που επιχειρήσαμε, κρίνουμε σκόπιμο και χρήσιμο να κάνουμε λόγο για το πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε την εργασία της απόδοσης ενός κειμένου από μια ξένη στη δική μας γλώσσα. Θα δανειστούμε όσα υποστηρίζει ο θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας Νάσος Βαγενάς (φιλόλογος, ποιητής, όπου ενσωματώνει μεταφρασμένα ποιήματα μέσα στα ποιητικά του βιβλία):

«Τι σημαίνει ο όρος μετάφραση; […] η μετάφραση είναι στην πραγματικότητα ένα είδος κριτικής, ίσως το δυσκολότερο. Διαλέγοντας, μέσα από συνώνυμα, από ρυθμούς κι από τόνους, ό,τι του ταιριάζει καλύτερα, ο μεταφραστής, ακόμα κι όταν επιχειρεί μια λίγο ή πολύ κατά λέξη μετάφραση, επιτελεί ουσιαστικά έργο κριτικό, αναδημιουργώντας τον τόνο του κειμένου, σύμφωνα με τις προσωπικές του τάσεις, ικανότητες κι απόψεις. Αλλά ο δημιουργός μεταφραστής χρησιμοποιεί το δεδομένο κείμενο σαν βάση για να εκφράσει και τη δική του δημιουργική πνοή, αξιοποιώντας το πρωτότυπο σ’ ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και στο σημείο βέβαια που το βρίσκει χρήσιμο, αλλοιώνοντάς το, εμπλουτίζοντάς το ή εξαλείφοντας ορισμένα του σημεία, καταπώς ταιριάζει στο γενικό σκοπό που θέτει.»4

Φυσικά και το παρόν κείμενο προς μετάφραση, αφορά την ιατρική και μάλιστα διατυπωμένη με επιστημονικούς όρους που δεν επιδέχονται και μεγάλη αμφισβήτηση. Δεν πρόκειται για λογοτεχνία. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε ακριβείς στη γνώση των πραγμάτων που διαπραγματευόμαστε, αλλά και στην απόδοσή τους. Με άλλα λόγια πρέπει να είμαστε επιστημονικοί. Πιο συγκεκριμένα, σε κάποιες σελίδες υπάρχει στο τέλος ως υποσημείωση και με άλλο γραφικό τόνο ο προβληματισμός μας για κάποιον όρο που εισάγει ο συγγραφέας.

Υποδηλώνει το πώς εμείς μεταφράζουμε τον αντίστοιχο όρο του συγγραφέα. Για λόγους πιστότητας, ήμασταν υποχρεωμένοι να ανατρέξουμε και πέραν του σχετικού κειμένου που είχαμε αναλάβει και να δούμε πώς εννοεί και επεξηγεί ο ίδιος τον συγκεκριμένο όρο σε άλλα σημεία του βιβλίου του. Ζητάμε την επιείκεια του αναγνώστη, μιας και κάποιες φορές οι υποσημειώσεις είναι μακρόσυρτες, όμως πιστέψτε μας, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς.

Κλείνοντας αυτή τη μικρή εισαγωγή, αναφέρουμε πως μέσα στο κείμενο ή στις υποσημειώσεις ανευρίσκεται συχνά το σύμβολο […], το οποίο υποδεικνύει ότι έχει εξαιρεθεί σχετική ύλη, έχουν παραληφθεί λέξεις ή προτάσεις. Κρίναμε πως κάτι τέτοιο δεν αλλοιώνει την ουσία του συγγραφέα και όσων υποστηρίζει.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Dunbar, F., 1947, Mind and Body: Psychosomatic Medicine. New York: Random House.

2  Alexander, F., 1950, Psychosomatic Medicine. New York: Norton.

3  MacLean, P. D., 1949, Psychosomatic disease and the «visceral brain» Psychosomatic Medicine, 11: 338-353.

4  Γιάνναρης, Γ., 1985, Κίμων Φράιρερ Ο θεωρητικός και ο κριτικός της ποίησης. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.