Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Silvano Arieti

σύναψις 29 [2013 – τόμος 09]

Η πιθανότητα ψυχοσωματικής συμμετοχής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος στη Σχιζοφρένεια

[Από το σύγγραμμα του Silvano Arieti Interpretation of Schizophrenia, 2nd edition. New York: Basic Books 1974 – Κεφάλαιο 30, εδάφιο IV, σελ.473-488]

Silvano Arieti. The possibility of psychosomatic involvement of the central nervous system in schizophrenia. Interpretation of Schizophrenia, 2nd edition. New York: Basic Books 1974, 473-488.

Τρεις παράγοντες έχουν δυσκολέψει σημαντικά τη νευρολογία στην προσπάθειά της να κατανοήσει ψυχολογικά και ψυχοπαθολογικά προβλήματα. Διαθέτει κοινό τον πρώτο παράγοντα με την υπόλοιπη ιατρική επιστήμη. Οι γιατροί, εκπαιδευμένοι καθώς είναι σύμφωνα με την επιστημονική παράδοση, αποφεύγουν να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε μέθοδο δεν είναι αυστηρά εμπειρική. Νοητικές κατασκευές, υποθέσεις εργασίας γενικώς αποδοκιμάζονται ως θεωρητικές υποθέσεις, οι οποίες αρμόζουν περισσότερο στο πεδίο της φιλοσοφίας, παρά στο πεδίο της ιατρικής, ενώ αποδίδεται πλήρης αξιοπιστία σε εργαστηριακά πειράματα και κλινικές παρατηρήσεις. Προφανώς, θα ήταν παράλογο να υποτιμηθούν τα τεράστια επιτεύγματα που αποκτήθηκαν από την κλινική και την πειραματική έρευνα. Ωστόσο, οι γιατροί θα πρέπει για άλλη μια φορά να συγκρίνουν την ερευνητική τους εργασία με εκείνη που πραγματοποιείται στη φυσική και τη χημεία, όπου σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος από τον συνδυασμό πειραμάτων και τη διατύπωση θεωρητικών υποθέσεων. Ένας διακεκριμένος επιστήμονας, ο James B. Conant (1952),1 θεωρεί ότι «η ιστορία της επιστήμης καταδεικνύει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι τα όντως επαναστατικά και σπουδαία επιτεύγματα δεν προέρχονται από την εμπειριοκρατία, αλλά από τις νέες θεωρίες». Είναι φανερό, πως αργά ή γρήγορα κάθε νέα θεωρία απαραίτητα θα υποβάλλεται σε εμπειρικό έλεγχο. Παρά την κυρίαρχη αντι-θεωρητική τάση, ακόμη και στο πεδίο της νευρολογίας, θεωρητικές έννοιες, όπως εκείνες του Jackson (1932)2 και η θεωρία του συναισθήματος που εξέλιξε ο Papez (1937),3 συνέβαλαν με καθοριστικό τρόπο στην  παραγωγή σημαντικού έργου.

Ο δεύτερος παράγοντας, ο οποίος επιβράδυνε την πρόοδο της νευρολογίας προς μια ψυχολογική κατανόηση, συνίσταται στην ανεπαρκή χρήση των δεδομένων που προσφέρουν τα σχετικά πεδία. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι η πιο εντατική εφαρμογή της γενετικής προσέγγισης, όπως εκείνη που εφάρμοσε ο Werner (1957)4 στο πεδίο της ψυχολογίας, καθώς και η μεγαλύτερη χρήση των ευρημάτων του Cassirer (1953)5 και του Langer (1942, 1949)6,7 στις μελέτες τους πάνω στις συμβολικές λειτουργίες του νου, θα μπορούσαν να είχαν εμπλουτίσει κατά πολύ τη νευρολογία.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η σχετική περιφρόνηση προς τη νευρολογία, την οποία πρόσφατα απέκτησαν ψυχίατροι δυναμικά προσανατολισμένοι (με ελάχιστες σημαντικές εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα, οι Roy Grinker και Lawrence Kubie). Αντιδρώντας υπερβολικά σε προηγούμενες θετικιστικές προσεγγίσεις, οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν ότι η νευρολογία δεν έχει πολλά να προσφέρει στην κατανόηση της δυναμικής ψυχιατρικής και τείνουν να αγνοούν αυτό το πεδίο, ενώ διατηρούν πολύ πιο στενές σχέσεις με άλλους κλάδους της ιατρικής –για παράδειγμα, την παθολογία, την αλλεργιολογία, τη δερματολογία, κ.ο.κ.

Είμαι ένας από τους δυναμικά προσανατολισμένους ψυχιάτρους, οι οποίοι πιστεύουν ότι η νευρολογία έχει πολλά να συνεισφέρει στην ψυχιατρική εάν διευρυνθούν τα όριά της.

Ένας τομέας, ο οποίος επειγόντως χρειάζεται επιπλέον ανάπτυξη, είναι η μελέτη του ίδιου του κεντρικού νευρικού συστήματος στο πεδίο της ψυχοσωματικής ιατρικής. Μόνο μια ιστορικά καθορισμένη τάση προς την πλήρη αποσύνδεση της ψυχιατρικής από τη νευρολογία, ευθύνεται για το γεγονός ότι, ενώ έχει αναγνωριστεί πως κάθε όργανο ή σύστημα του σώματος (όπως το δέρμα, το καρδιαγγειακό και το γαστρεντερικό σύστημα) προσβάλλεται από πολλές ψυχοσωματικές διαταραχές, στο κεντρικό νευρικό σύστημα αποδίδεται δευτερεύουσα σημασία. Και όμως, το κεντρικό νευρικό σύστημα είναι το όργανο ύψιστης λειτουργικότητας. Πρόκειται για το όργανο που πρώτο προσβάλλεται από ψυχογενή ερεθίσματα πριν αυτά διοχετευτούν στα υπόλοιπα όργανα του σώματος. Μήπως κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης (στρες) συμβαίνει μια, λίγο ως πολύ, ειδική λειτουργική αποδιοργάνωση στα συνήθη νευρωνικά πρότυπα; Η ψυχοσωματική συμμετοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος υποθέτω πως θα απαιτούσε ένα μηχανισμό διαφορετικό από εκείνους που ευθύνονται για άλλες ψυχοσωματικές καταστάσεις. Με άλλα λόγια, η έναρξη της διαδικασίας δεν θα γινόταν μέσα από τη δράση του αυτόνομου νευρικού συστήματος πάνω στα όργανα του σώματος. Το κεντρικό νευρικό σύστημα θεωρώ πως θα ήταν το θύμα των ψυχολογικών συγκρούσεων τις οποίες το ίδιο παράγει. Σε μία τέτοια περίπτωση, αυτές καθαυτές οι συγκρούσεις ή οι αναταραχές θα προκαλούσαν αποδιοργάνωση σε περίπλοκα νευρωνικά πρότυπα.

Είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο (εννοεί το κεφ. 2) ότι ο Jung υπήρξε ο πρώτος που υποστήριξε την ψυχοσωματική συμμετοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο Jung πίστευε ότι ο εγκέφαλος, διαταραγμένος καθώς είναι από τις δικές του έντονες συγκρούσεις, παράγει τοξίνες, οι οποίες με τη σειρά τους βλάπτουν περαιτέρω το νευρικό σύστημα. Στις επόμενες σελίδες θα εξετάσω την πιθανότητα εμφάνισης μίας λειτουργικής μεταβολής του νευρικού συστήματος στη σχιζοφρένεια. Αυτή η μεταβολή δεν θα εξετασθεί σε βιοχημικό ή μοριακό επίπεδο, αλλά σε ένα προγενέστερο επίπεδο: ως μία αποδιοργάνωση συνήθων νευρωνικών προτύπων.

Δεν θα ξεκινήσω υποθέτοντας μια πιθανή πρωτογενή παθολογία του νευρικού συστήματος, αλλά αντιθέτως, με το να θέσω το πρόβλημα του ποια μέρη του νευρικού συστήματος συμμετέχουν λειτουργικά στη συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας. Με άλλα λόγια, θα εξετάσω, όχι ποια τμήματα του νευρικού συστήματος νοσούν, μα ποια τμήματα λειτουργούν όταν ένας ασθενής παρουσιάζει ιδέες αναφοράς, σκέφτεται με παράλογο τρόπο, έχει ψευδαισθήσεις, κ.ο.κ. Έπειτα, θα αναπτύξω το πώς συντονίζονται οι λειτουργίες εκείνων των τμημάτων του κεντρικού νευρικού συστήματος τα οποία συμμετέχουν στο σχιζοφρενικό σύνδρομο.

Έχω πλήρη επίγνωση ότι οι έννοιες που αναφέρονται στην παρούσα ενότητα δεν μπορούν να αποδειχθούν πλήρως στο παρόν στάδιο των γνώσεών μας. Τις παρουσιάζω όχι ως τελικά συμπεράσματα, αλλά ως υποθέσεις εργασίας, με στόχο να κεντρίσω το ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα προς μια πιο σφιχτή συνένωση ανάμεσα στην ψυχολογία και τη νευρολογία.

Αυτό το θέμα θα αναλυθεί με στοιχειώδεις όρους. Σε αναγνώστες που μπορεί να ενοχληθούν από την απλότητα της ανάλυσης, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι αυτό το θέμα έχει οδηγήσει σε πολλές παρανοήσεις και, επομένως, δεν θα πρέπει να φοβούμαστε να χρησιμοποιούμε μία πολύ σαφή ή απλή γλώσσα.

Ας αρχίσουμε λοιπόν με το πιο στοιχειώδες ερώτημα. Υπάρχει καμιά αμφιβολία πως το κεντρικό νευρικό σύστημα συμμετέχει στη σχιζοφρένεια, με την έννοια ότι πολλά από τα συμπτώματά της παράγονται από το νευρικό σύστημα ή απαιτούν τη μεσολάβησή του, παρά το ότι δεν οφείλονται απαραίτητα σε οργανική πάθησή του; Ασφαλώς και όχι. Για παράδειγμα, είναι προφανές ότι ο ασθενής δεν θα παρουσίαζε παραληρητικές ιδέες ή έναν παράξενο τρόπο σκέψης εάν δεν διέθετε εγκέφαλο. Το κεντρικό νευρικό σύστημα είναι τόσο απαραίτητο για την παραγωγή αυτών των συμπτωμάτων όσο απαραίτητο είναι για την παραγωγή των ψυχικών διεργασιών στον φυσιολογικό άνθρωπο.

Μπορούμε να επεκταθούμε και να πούμε ότι τουλάχιστον τα περισσότερα σχιζοφρενικά συμπτώματα παράγονται στον φλοιό του εγκεφάλου. Και πάλι εδώ, από θεωρητική άποψη, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα μιας εκτός φλοιού παθολογίας. Κάποιος, ας πούμε, μπορεί να φανταστεί ότι για τη σχιζοφρένεια ευθύνεται κάποια παθολογία του διάμεσου εγκεφάλου ή ότι είναι ελαττωματική η μεμβράνη των νευρώνων ή ότι λείπει κάποιο ένζυμο ή ότι παράγεται ένα μη φυσιολογικό ένζυμο. Ωστόσο και σε αυτές τις περιπτώσεις, για συμπτώματα όπως παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, ιδέες αναφοράς ή λεκτική σαλάτα απαιτείται η συμμετοχή του εγκεφαλικού φλοιού παράλληλα με τις αναφερθείσες μεταβολές. Τα περισσότερα σχιζοφρενικά φαινόμενα αφορούν τη λειτουργικότητα του ασθενούς σε ένα κοινωνικό και συμβολικό σύμπαν. Επηρεάζουν τη σκέψη του και τις προγραμματισμένες πράξεις του, όλες δε αυτές οι δραστηριότητες απαιτούν τη συμμετοχή κέντρων του εγκεφαλικού φλοιού. Τα σχιζοφρενικά συμπτώματα προϋποθέτουν τη λειτουργία του εγκεφαλικού φλοιού, ανεξάρτητα εάν ο φλοιός είναι υγιής ή νοσεί.

Το δεύτερο βήμα του συλλογισμού μας είναι ο προσδιορισμός των περιοχών του φλοιού οι οποίες συμμετέχουν στα παθολογικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας. Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να κάνουμε μία γενική διαπίστωση, η οποία αναφέρθηκε ήδη παραπάνω: όλες οι φλοιώδεις περιοχές, η λειτουργία των οποίων είναι γνωστή σήμερα, δεν φαίνεται να συμμετέχουν πρωτογενώς στα συμπτώματα της πρώιμης σχιζοφρένειας. Για παράδειγμα, είναι φανερό ότι οι κινητικές, αισθητηριακές, εξωπυραμιδικές περιοχές κ.ο.κ., δεν εμπλέκονται πρωτογενώς στη σχιζοφρένεια. Εάν ένας ασθενής, ως αποτέλεσμα μίας παραληρητικής ιδέας, διαπράξει κάποια παράλογη ενέργεια, ασφαλώς και πολλές φλοιώδεις περιοχές συμμετέχουν στην εκτέλεση αυτής της πράξης, όπως η οπτική, η πυραμιδική, η εξωπυραμιδική. Όμως, η συμμετοχή των συγκεκριμένων φλοιωδών περιοχών δεν είναι παθολογική σε αυτή την περίπτωση (per se). Το κίνητρο, το συμβολικό νόημα και η έλλειψη ελέγχου της παράλογης πράξης είναι αυτά που είναι παθολογικά. Εάν αποκλείσουμε την αισθητηριακή και την κινητική περιοχή, καθώς και τα γλωσσικά κέντρα ως άμεσα ή αρχικά εμπλεκόμενα στην ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας, απομένουν μόνο τρεις φλοιώδεις περιοχές που μπορούν να ενέχονται. Η πρώτη είναι μια ασαφώς προσδιορισμένη περιοχή που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κροταφικού λοβού και πολύ μικρά τμήματα του ινιακού και του βρεγματικού λοβού. Θα ονομάσουμε αυτή την περιοχή, περιοχή ΤΟΡ – από τα αρχικά των λέξεων Temporal, Occipital, Parietal [Κροταφικός, Ινιακός, Βρεγματικός αντίστοιχα – (Σχήμα 1)]. Η δεύτερη σημαντική περιοχή καταλαμβάνει ολόκληρη την προμετωπιαία περιοχή. Θα αναφερόμαστε σε αυτή την περιοχή με τη συντομογραφία PF (prefrontal). Η τρίτη περιοχή αποτελείται από το αρχιχιτώνιο και τον μέσο εγκέφαλο, ενώ συμπεριλαμβάνονται ο ρινικός εγκέφαλος, ο ιππόκαμπος, η υπερμεσολόβιος έλικα (έλικα του προσαγώγιου) και πιθανώς οι οπίσθιες κογχικές έλικες. Μέρος αυτής της περιοχής συνορεύει με την περιοχή ΤΟΡ. Θα εξετάσουμε ξεχωριστά καθεμιά από αυτές τις τρεις περιοχές.

Περιοχή ΤΟΡ

Ανατομικά, σε αυτή την περιοχή περιλαμβάνεται ένα μεγάλο μέρος του κροταφικού λοβού (περιοχές Brodmann 20, 21 και 37) και ένα μικρό τμήμα του βρεγματικού και του ινιακού λοβού, το οποίο αποτελείται από τα πιο κεντρικά τμήματα των περιοχών κατά Brodmann 7, 19, 39 και 40. Το βρεγματικό τμήμα διασχίζει η διαβρεγμάτιος αύλακα. Ιστολογικά, σε τομές κατά Nissl, μοιάζει με τη δομή των αισθητηριακών περιοχών. Λαμβάνει προβολές από τον έξω κοιλιακό πυρήνα του θαλάμου και από το προσκέφαλο αυτού. Το τμήμα της περιοχής 19 που συμπεριλαμβάνεται στην περιοχή ΤΟΡ πιθανώς να ανήκει περισσότερο στον βρεγματικό, παρά στον ινιακό λοβό. Επίσης, διαθέτει προβολές από το προσκέφαλο του θαλάμου […] Από άποψη νευροπαθολογίας, η περιοχή ΤΟΡ συμμετέχει μάλλον σπάνια σε παθολογικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τις συγκεκριμένες λειτουργίες της. Αιμορραγίες, εκφυλίσεις ή νεοπλασίες είναι σε γενικές γραμμές μονόπλευρες. Επιπροσθέτως, δεν αφορούν στο σύνολο της περιοχής […]

Σχήμα 1. Αριστερό ημισφαίριο εγκεφάλου στο οποίο παρουσιάζονται οι περιοχές PF και ΤΟΡ.
Σχήμα 1. Αριστερό ημισφαίριο εγκεφάλου στο οποίο παρουσιάζονται οι περιοχές PF και ΤΟΡ.

Στη γεροντική ψύχωση και την εγκεφαλική αρτηριοσκλήρυνση, η περιοχή ΤΟΡ εμπλέκεται λιγότερο σε σχέση με την προμετωπιαία περιοχή (PF). Μπορεί αυτή η σχετική ανθεκτικότητα στην εμφάνιση της άνοιας ή της αρτηριοσκλήρυνσης να οφείλεται στη διαφορετική αιμάτωση. Ενώ η PF περιοχή τροφοδοτείται κυρίως από τους κλάδους των πρόσθιων εγκεφαλικών αρτηριών, η περιοχή ΤΟΡ τροφοδοτείται από κλάδους και των τριών κύριων αρτηριών του εγκεφάλου.

Η περιοχή TOP εμπλέκεται στη νόσο του Pick […]

Από άποψη φυσιολογίας, η περιοχή ΤΟΡ μπορεί να θεωρηθεί ως το κέντρο λειτουργίας μιας πολύ μεγαλύτερης περιοχής, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολόκληρος ο βρεγματικός, ο ινιακός και το μεγαλύτερο τμήμα του κροταφικού λοβού. Αυτοί οι τρεις λοβοί αποτελούν το τμήμα του εγκεφάλου που λαμβάνει ερεθίσματα από τον έξω κόσμο και τα προωθεί βαθμιαία σε ανώτερες δομές. Μπορούμε να διαιρέσουμε αυτό το μεγάλο τμήμα του εγκεφάλου σε τέσσερα επίπεδα.

Ωστόσο, πριν εξετάσουμε ξεχωριστά αυτά τα τέσσερα επίπεδα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως δεν τα μελετάμε ως σαφώς προσδιορισμένες φυσιολογικές οντότητες. Όταν αποδίδουμε κάποια λειτουργία σε μια ιδιαίτερη φλοιώδη περιοχή, εννοούμε ότι αυτή η λειτουργία αναπαριστάνεται κυρίως, όχι όμως αποκλειστικά, στη συγκεκριμένη περιοχή. Ο φλοιός δεν πρέπει να θεωρείται ως ένα μωσαϊκό διακριτών περιοχών, αλλά ως ένα πρότυπο επικαλυπτόμενων αναπαραστάσεων, που συνδέονται λίγο ως πολύ μεταξύ τους και επίσης διαθέτουν κάθετες συνδέσεις. Βέβαια, αυτές οι αναπαραστάσεις παρουσιάζουν μια σχετική συγκέντρωση σε ορισμένες περιοχές. Όταν αναφερόμαστε σε επίπεδα, αναφερόμαστε συγκεκριμένα σε αυτές τις σχετικές συγκεντρώσεις.

Το πρώτο επίπεδο αποτελείται από τις αποβάθρες (πλατφόρμες) άφιξης, όπως τις ονόμασε ο Orton (1929).8 Εδώ συμπεριλαμβάνονται τα όρια της πληκτραίας σχισμής, η εγκάρσια κροταφική έλικα (του Heschl) και η οπίσθια κεντρική έλικα (με λοιπές παρακείμενες μικρές περιοχές του βρεγματικού φλοιού και μικρό τμήμα της πρόσθιας κεντρικής έλικας). Πρόκειται για τις περιοχές όπου πραγματοποιούνται οι αρχέγονες αισθήσεις.

Το δεύτερο επίπεδο είναι το επίπεδο της αντίληψης ή της αναγνώρισης. Αποτελείται από την περιοχή 18 για την όραση, ένα τμήμα της πρώτης και πιθανώς της δεύτερης κροταφικής έλικας για την ακοή, καθώς και ένα απροσδιόριστο τμήμα του βρεγματικού λοβού για τη γενική αίσθηση (σε όλο το σώμα). Εάν παρουσιαστεί μια βλάβη σε αυτό το επίπεδο, τότε ο ασθενής υφίσταται την απώλεια της ικανότητας αντίληψης, δηλαδή, την ικανότητα να αναγνωρίζει αυτό που βιώνει. Σε μια τέτοια περίπτωση, το άτομο πάσχει από διάφορες μορφές έλλειψης της ικανότητάς του να αντιλαμβάνεται τα συμβολικά σημεία (asymbolia), όπως για παράδειγμα ψυχική τύφλωση. Στο δεύτερο επίπεδο συναντάμε τα εξαρτημένα αντανακλαστικά. Είναι επίσης το επίπεδο στο οποίο η συμβολική δραστηριότητα του νου εκδηλώνεται με τη μορφή σημείων (signs).9

Το τρίτο επίπεδο (τμήματα των περιοχών κατά Brodmann 19, 22, 39 και 40) είναι ιδιαίτερα πιο πολύπλοκο. Παρά το ότι μπορεί να υπάρχει σε υποτυπώδη μορφή ακόμη και σε ορισμένα είδη κατώτερα του ανθρώπου, μόνο στον άνθρωπο κατέχει περίοπτη θέση. Τα παρακάτω αποτελούν ορισμένες από τις λειτουργίες αυτού του περίπλοκου επιπέδου.

Όπως έχει περιγράψει ο Nielsen (1946),10 η εκούσια ανάκληση παλαιότερων αισθήσεων και εμπειριών λαμβάνει χώρα σε αυτό το επίπεδο. Αυτή η λειτουργία συνεπάγεται κάποιου είδους αρχέγονης αφαίρεσης, διότι κατά την ανάκληση πρέπει να διαχωριστεί ή να αποσπαστεί μία αναγνωρισμένη εμπειρία από τις υπόλοιπες αναμνήσεις με τις οποίες είχε συνδεθεί. Η εμπειρία που αναγνωρίστηκε στο δεύτερο επίπεδο αφαιρείται τώρα από τις αναμνήσεις και εκούσια επανέρχεται στο νου. Προκειμένου να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο και στο συγκεκριμένο επίπεδο, το άτομο πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να αναπαράγει νοερά την εικόνα (image)11του εξωτερικού ερεθίσματος. Οι εικόνες δεν είναι σημεία, αλλά σύμβολα(symbols),12 εφόσον αναπαριστάνουν κάτι το οποίο δεν είναι παρόν.

Σε αυτό το επίπεδο λαμβάνουν χώρα πολλές ακόμη λειτουργίες. Όχι μόνο εικόνες, αλλά και εξωτερικά ερεθίσματα (τα οποία προκαλούνται ή όχι από το άτομο) αρχίζουν να αντιπροσωπεύουν κάτι άλλο που δεν είναι παρόν και επομένως γίνονται σύμβολα. Φυλογενετικά, τα σύμβολα έπονται των παλαιοσυμβόλων (paleosymbols),13 τα οποία είναι σύμβολα που ισχύουν μόνο για το άτομο που τα δημιουργεί. Για παράδειγμα, ένα άτομο διαπιστώνει κάποια σύνδεση ανάμεσα σε έναν ήχο και μία κατάσταση ή ένα αντικείμενο και ότι αυτός ο ήχος γίνεται το παλαιοσύμβολο του αντικειμένου ή της κατάστασης. Το ιδιωτικής χρήσης σύμβολο καθίσταται σύμβολο όταν η συμβολική του αξία γίνεται αποδεκτή από τουλάχιστον ένα δεύτερο πρόσωπο. Το σύμβολο προκαλεί στον άνθρωπο που το εκφράζει την ίδια απάντηση που προκαλεί ο ίδιος στους άλλους (Mead, 1934).14 Η λεκτική επικοινωνία και η κοινωνικοποίηση ξεκινούν σε αυτό το επίπεδο. Πιθανότατα, σε αυτό το επίπεδο εμφανίζονται τα λεκτικά σύμβολα, αλλά διαθέτουν πολύ μικρή συνειρμική ισχύ (connotation power).15Οι συνδέσεις αυτού του τρίτου επιπέδου με τους μετωπιαίους λοβούς επιτρέπουν την επέκταση της ικανότητας της ομιλίας. Όλα τα γλωσσικά κέντρα ανήκουν στο τρίτο επίπεδο, αλλά όπως σύντομα θα δούμε, δεν θα επεκτείνονταν χωρίς την επίδραση του τέταρτου επιπέδου.

Οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν με τον Orton (1929) στην αναγνώριση μόνο των τριών προαναφερθέντων επιπέδων εξέλιξης. Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να γίνει η διαφοροποίηση και σε ένα τέταρτο επίπεδο, το οποίο ανατομικά αποτελείται από την περιοχή ΤΟΡ (περιοχές κατά Brodmann 20, 21, 37, τμήματα των 7, 19, 39 και 40 αντίστοιχα). Πρόκειται για την περιοχή στην οποία όλες οι διεγέρσεις που έρχονται από τα κατώτερα επίπεδα, συντίθενται και εξελίσσονται στις ανώτερες νοητικές κατασκευές. Ασφαλώς, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτή την περιοχή ως απομονωμένη ή ως περιοχή που λειτουργεί μεμονωμένα. Καταρχήν, συνδέεται με την αντίστοιχη περιοχή του άλλου ημισφαιρίου μέσω ινών που διέρχονται από το μεσολόβιο. Επίσης, συνδέεται με πολύ κατώτερες δομές μέσω του αρχιχιτώνιου. Όπως θα δούμε σε λίγο, διαθέτει σημαντικές συνδέσεις με τους μετωπιαίους λοβούς, χωρίς τις οποίες δεν θα ήταν δυνατό να λειτουργήσει καθόλου. Επιπλέον, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρήσει κάποιος ότι μόνο η περιοχή ΤΟΡ αρκεί για τις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες. Το δίκτυο των νευρώνων, το οποίο μεσολαβεί για τις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες, εκτείνεται σε πολύ κατώτερα επίπεδα (βλ. έγγραμμα στο Σχήμα 2). Ωστόσο, τα υψηλότερης ποιότητας εγγράμματα ή esthesotypes, για να χρησιμοποιήσω μια πολύ χρήσιμη έννοια που πρότεινε ο Mackay (1954),16 χρειάζονται μια θέση στην περιοχή ΤΟΡ, σχεδόν ως ένα κέντρο προς το οποίο συγκλίνουν όλες οι συνδέσεις. Το γεγονός ότι το ίχνος του αντιληπτικού ερεθίσματος επεκτείνεται σε πολλά κατώτερα επίπεδα, έχει φέρει σύγχυση σε πολλούς ερευνητές και τους έχει οδηγήσει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατή καμιά εντόπιση στον φλοιό και πως το μόνο που μετράει είναι η επέκταση της φλοιώδους περιοχής.

Ας επανέλθουμε όμως στην περιοχή ΤΟΡ. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η περιοχή χρειάζεται για τις ανώτερες διαδικασίες της αφαίρεσης. Αυτές οι διαδικασίες προϋποθέτουν και απαιτούν διεργασίες κοινωνικοποίησης, των οποίων οι απλές μορφές έχουν ήδη ξεκινήσει στο τρίτο επίπεδο. Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο (εννοεί το κεφ. 19), δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αφαίρεση υψηλής ποιότητας, εάν το άτομο δεν έχει έρθει σε επαφή με άλλα άτομα κατά την εξέλιξή του. Μέσα από την επαφή με άλλους ανθρώπους συνεχίζει να αυξάνεται ο αριθμός των λεκτικών συμβόλων, ενώ εκείνα που αποκτήθηκαν προηγουμένως εμφανίζουν αφηρημένη σημασία, δηλαδή συνειρμική ή κατηγορική σημασία (connotation or categorical significance). Για παράδειγμα, ο όρος μητέρα, δεν αναφέρεται τελικά μόνο στη μητέρα του ατόμου ή τη μητέρα όλων των αδελφών, έννοια που γενικώς συνδέεται με μια οπτική εικόνα. Αναφέρεται σε οποιαδήποτε μητέρα γενικότερα. Στην περιοχή ΤΟΡ, οι διεργασίες της σκέψης καθίστανται ολοένα και πιο σύνθετες, αλλά και πιο μακρινές από παλαιοσύμβολα, εικόνες και αντιλήψεις. Η συγκεκριμένη περιοχή διευκολύνει επίσης ή επιτρέπει την πλήρη επέκταση του τρίτου επιπέδου. Μάλιστα, η γλώσσα θα αποτελείτο μόλις από ελάχιστες λέξεις και μόνο με ισχύ κυριολεκτικής σημασίας (denoting power), εάν οι διεργασίες που επιτυγχάνονται στο τέταρτο επίπεδο δεν απαιτούσαν τεράστια αύξηση του λεξιλογίου. Πρόκειται για ακόμη ένα παράδειγμα της αλληλοεπικάλυψης των επιπέδων απαρτίωσης […]

Στο Σχήμα 2, ο κροταφικός (με εξαίρεση τον ιππόκαμπο και τις συναφείς δομές), ο ινιακός και ο βρεγματικός λοβός αναπαριστάνονται σε κυκλικό διάγραμμα. Οι τέσσερις ομόκεντροι κύκλοι απεικονίζουν τα τέσσερα διαφορετικά επίπεδα απαρτίωσης σε ενιαίο σύνολο. Στο κέντρο βρίσκεται η περιοχή ΤΟΡ γύρω από την οποία συγκλίνουν όλα τα υπόλοιπα επίπεδα επεξεργασίας. Όπως όλα τα διαγράμματα, το συγκεκριμένο προορίζεται μόνο ως διδακτικό βοήθημα, και επομένως, υπεραπλουστεύει πολύπλοκους νευρολογικούς μηχανισμούς. Ανάμεσα στα σημαντικά σημεία, τα οποία για χάρη της απλούστευσης παραλείπονται από το διάγραμμα, είναι και τα εξής: (1) οι συνδέσεις ανάμεσα στα διάφορα μέρη του κροταφικού, του ινιακού και του βρεγματικού λοβού, (2) οι συνδέσεις με άλλες φλοιώδεις περιοχές, όπως για παράδειγμα, τους μετωπιαίους λοβούς, (3) οι συνδέσεις μεταξύ των δύο ημισφαιρίων, (4) οι φλοιώδεις-υποφλοιώδεις συνδέσεις. Επιπλέον, οι αναλογίες του χώρου, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διαφορετικές περιοχές, δεν τηρούνται με ακρίβεια.

ΣΧΗΜΑ 2. Διάγραμμα στο οποίο παρουσιάζονται τα τέσσερα φλοιώδη επίπεδα απαρτίωσης (ενσωμάτωσης), τα οποία αναπαριστάνονται σχηματικά ως τέσσερις ομόκεντρες περιοχές στον κροταφικό, τον ινιακό και το βρεγματικό λοβό. Οι αριθμοί αναφέρονται στις περιοχές κατά Brodmann.
ΣΧΗΜΑ 2. Διάγραμμα στο οποίο παρουσιάζονται τα τέσσερα φλοιώδη επίπεδα απαρτίωσης (ενσωμάτωσης), τα οποία αναπαριστάνονται σχηματικά ως τέσσερις ομόκεντρες περιοχές στον κροταφικό, τον ινιακό και το βρεγματικό λοβό. Οι αριθμοί αναφέρονται στις περιοχές κατά Brodmann.

Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι λειτουργίες, οι οποίες επιτυγχάνονται στις περιοχές ΤΟΡ, μεταβάλλονται στο σχιζοφρενικό σύνδρομο. Έχουμε δει αλλού [εννοεί στο «Interpretation of schizophrenia»] ότι στη σχιζοφρένεια έχουμε τη βαθμιαία επιστροφή από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο· την υπαναχώρηση από μια μορφή άκρως κοινωνικοποιημένου συμβολισμού σε έναν συμβολισμό ο οποίος είναι ολοένα και λιγότερο εννοιολογικός και κοινωνικός και περισσότερο αντιληπτικού χαρακτήρα. Ακόμη και οι διαδικασίες της σκέψης, αποστερημένες από τον αφηρημένο συμβολισμό, εγκαταλείπουν την κοινή μας λογική και καθίστανται παράλογες. Αρχικά, τα σύμβολα χάνουν την ισχύ της συνειρμικής σημασίας τους και απλώς υποδηλώνουν. Έπειτα, καθίστανται παλαιοσύμβολα, δηλαδή γίνονται κατανοητά μόνο από τον ασθενή (εννοεί πως γίνονται σύμβολα ιδιωτικής χρήσης). Τέλος, μετασχηματίζονται εξ ολοκλήρου σε αντιλήψεις (they become completely perceptualized)17 ή παλινδρομούν στα επίπεδα των εικόνων ή αντιληπτικών ερεθισμάτων, όπως στην περίπτωση των ψευδαισθήσεων. Με άλλα λόγια, στην προϊούσα σχιζοφρένεια υπάρχει μια αυξανόμενη ανικανότητα στη χρήση των εγγραμμάτων (ή αλλιώς των μνημονικών ιχνών), τα οποία χρειάζονται νευρώνες που βρίσκονται στην περιοχή ΤΟΡ. Στην αρχή, υπάρχει τάση απώλειας μόνο της λειτουργίας των νευρωνικών προτύπων τα οποία περιλαμβάνουν τα κεντρικά μέρη των περιοχών ΤΟΡ. Αργότερα, καθώς η νόσος προχωρεί, επικρατεί η τάση να μη χρησιμοποιούνται καθόλου οι λειτουργίες των νευρωνικών προτύπων που χρειάζονται οποιοδήποτε τμήμα των περιοχών ΤΟΡ. Απεναντίας, τείνουν να χρησιμοποιούνται μόνο οι λειτουργίες οι οποίες επιτυγχάνονται στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο. Με άλλα λόγια, υφίσταται μείωση ή απλούστευση στη διαμόρφωση εκείνων των ανώτερων συμβολικών νοητικών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονται οι νευρώνες του νεοχιτώνιου.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι οι περιοχές ΤΟΡ των δύο ημισφαιρίων έχουν προσβληθεί από κάποια οργανική πάθηση. Η αποδιοργάνωση ή η απώλεια των λειτουργιών τους μπορεί να θεωρηθεί ως ψυχογενής. Οι λειτουργίες τους μάλιστα, επιτρέποντας πολύπλοκες διαπροσωπικές σχέσεις και ανθρώπινες συγκρούσεις, μπορεί να προκαλέσουν το μεγαλύτερο άγχος στους ανθρώπους.

Ο τρόπος με τον οποίο ο ψυχογενής μηχανισμός επιφέρει τη δυσλειτουργία αυτών των περιοχών αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Θα μπορούσε η ένταση της συναισθηματικής επίδρασης που προκαλείται από αυτά τα νευρωνικά πρότυπα να είναι αρκετή ώστε να διαμελιστούν οι πολύπλοκες αλυσίδες των εν λόγω προτύπων· ή πιθανόν το υπόλοιπο νευρικό σύστημα να μαθαίνει να αποφεύγει αυτά τα πρότυπα ή και να λειτουργεί χωρίς αυτά. Όποιος κι εάν είναι ο μηχανισμός, φαίνεται να υπάρχουν ελάχιστες αμφιβολίες πως αυτές οι περιοχές δεν λειτουργούν με το συνηθισμένο τρόπο ή δεν ενσωματώνονται επαρκώς σε ενιαίο σύνολο με το υπόλοιπο νευρικό σύστημα.

Με τη συγκεκριμένη μερική ή πλήρη ψυχογενή μείωση ή εξάλειψη των λειτουργιών των περιοχών ΤΟΡ, ο σχιζοφρενής δεν εξασφαλίζει την προσαρμογή του σε ένα κατώτερο επίπεδο απαρτίωσης. Στη διαδικασία της εξέλιξης, όλες οι περιοχές του νευρικού συστήματος αναπροσαρμόζονται με νέες συνδέσεις κάθε φορά που εμφανίζεται, μεταβάλλεται ή επεκτείνεται μια νέα περιοχή. Το σύνολο του νευρικού συστήματος και ειδικά ο φλοιός, βρίσκεται σε κατάσταση μη προσαρμογής όταν οι περιοχές ΤΟΡ βρίσκονται σε κατάσταση μειωμένης λειτουργικότητας, ακόμη και εάν αυτή η μειωμένη λειτουργικότητα έχει ψυχογενή προέλευση. Με άλλον τρόπο διατυπωμένο, ο σχιζοφρενής παλινδρομεί αλλά δεν οργανώνεται σε κατώτερο επίπεδο, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε ένα πειραματόζωο κάποιου είδους που φυσιολογικά είναι εφοδιασμένο με εγκεφαλικό φλοιό. Αυτό το ζώο δεν προσαρμόζεται σε ένα μη-φλοιώδες επίπεδο όταν αφαιρεθεί πειραματικά ο φλοιός του. Κάτι τέτοιο συμβαίνει διότι ολόκληρος ο οργανισμός του ζώου προσαρμόζεται ή εναρμονίζεται μόνο με την παρουσία εγκεφαλικού φλοιού. Η αποδιοργάνωση του σχιζοφρενούς θα συνεχιστεί. Επιπλέον, μαζί με την εξάλειψη των ανώτερων λειτουργιών (αρνητικά συμπτώματα κατά Jackson), υπάρχει επανεμφάνιση λειτουργιών οι οποίες είχαν ανασταλεί (θετικά συμπτώματα κατά Jackson), όπως παράλογη σκέψη, διαταραχές της αντίληψης, κ.ο.κ. Οι χρόνιοι ασθενείς που νοσούν για πολλά χρόνια […] παρουσίασαν αγνωσία στον πόνο, τη θερμοκρασία και τη γεύση, καθώς και ένα σύνδρομο που δεν παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από την ψυχική τύφλωση. Επίσης, παρουσίασαν πρωτόγονες συνήθειες που θυμίζουν εκείνες που περιγράφουν οι Klüver και Bucy (1937, 1938, 1939)18,19,20 σε πιθήκους έπειτα από αμφοτερόπλευρη αφαίρεση των κροταφικών λοβών. Οι αρχέγονες αισθήσεις παρέμειναν. Μπορεί σε αυτούς τους ασθενείς, οι περιοχές της διαταραχής της λειτουργικότητας να επεκτείνονται πέραν των περιοχών ΤΟΡ και να περιλαμβάνουν το τρίτο επίπεδο, καθώς και μέρος του δεύτερου.

PF ή προμετωπιαία περιοχή

[…] Οι περιοχές PF είναι ακόμη πιο σημαντικές από την περιοχή TOP στην ψυχογένεση της σχιζοφρένειας. Οι περιοχές ΤΟΡ επεξεργάζονται το υλικό που έρχεται από τον έξω κόσμο, αλλά οι περιοχές PF είναι εκείνες που επιτρέπουν αυτή την επεξεργασία σε βαθμό που να είναι δυνατό να συμβούν σχιζοφρενικές συγκρούσεις.

Ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι οι λειτουργίες των περιοχών PF είναι πολύ σημαντικές, ακόμη και εάν αυτές οι λειτουργίες είναι δύσκολο να οριστούν· μέχρι ένα βαθμό βεβαίως παραμένουν ασαφείς. Εκτός από τον έλεγχο ορισμένων σπλαγχνικών λειτουργιών, μέχρι τώρα έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον τέσσερις ψυχολογικές λειτουργίες των προμετωπιαίων λοβών. Αυτές οι τέσσερις λειτουργίες ασφαλώς συσχετίζονται μεταξύ τους και αποτελούν, πιθανώς, διαφορετικές εκδηλώσεις ή διαφορετικές βαθμίδες της ίδιας βασικής διεργασίας.

Η πρώτη λειτουργία είναι η ικανότητα διατήρησης ενός σταθερού στόχου παρά τα ερεθίσματα περισπασμού από το περιβάλλον (Malmo, 1942).21 Με άλλα λόγια, πρόκειται για τη λειτουργία της εστιακής προσοχής. Η σημασία της εστιακής προσοχής, ως προαπαιτούμενου για την επιτέλεση ανώτερων γνωστικών λειτουργιών, έχει διευκρινισθεί από τον Schachtel (1954).22Όπως έγραψε σχετικά, κάθε πράξη εστιακής προσοχής δεν αποτελείται από μια και μόνο συνεχή προσέγγιση του αντικειμένου προς το οποίο κατευθύνεται, αλλά από πολλές ανανεούμενες προσεγγίσεις. Η εστιακή προσοχή προϋποθέτει την ικανότητα καταστολής δευτερευόντων ερεθισμάτων και καθυστέρησης της απάντησης.

Είναι προφανές ότι οι ανώτερες επεξεργασίες των ερεθισμάτων που αναφέρθηκαν σε σχέση με τις περιοχές ΤΟΡ δεν θα μπορούσαν να λάβουν χώρα, εάν δεν το επέτρεπε η συγκεκριμένη λειτουργία των περιοχών της PF.

Μια δεύτερη λειτουργία της PF είναι η ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Ενώ στα ζώα η ικανότητα αυτή περιορίζεται στην πρόβλεψη γεγονότων βραχυπρόθεσμα (από ελάχιστα δευτερόλεπτα μέχρι μερικά λεπτά μετά την εμφάνιση του ερεθίσματος), ο άνθρωπος είναι ικανός να προβλέπει μακροπρόθεσμα. Η σημασία αυτής της ικανότητας στην πρόκληση άγχους δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Πράγματι, η πρόβλεψη του κινδύνου αποτελεί τη βασική αιτία εμφάνισης του άγχους, όπως έγραψε επανειλημμένα ο Freud. Το άγχος θα μπορούσε να εμφανισθεί και χωρίς τη φυσιολογική ικανότητα της μακρινής πρόβλεψης, αλλά θα ήταν ένα βραχυχρόνιο άγχος, παρόμοιο με εκείνο που βιώνουν τα κατώτερα του ανθρώπου όντα (Arieti, 1947· επίσης, κεφάλαιο 5 στο παρόν βιβλίο).23 Στα ζώα, το άγχος παρουσιάζεται όταν το ερέθισμα δείχνει άμεσο κίνδυνο ή κίνδυνο που θα ακολουθήσει σύντομα μετά το ερέθισμα ή όταν το ζώο διεγείρεται συγχρόνως από δύο αντικρουόμενα ερεθίσματα. Εκτός από αυτόν τον τύπο άγχους, ο άνθρωπος παρουσιάζει μακροχρόνιο άγχος, δηλαδή, άγχος που οφείλεται στην πρόβλεψη απώτερου κινδύνου. Αυτό το άγχος εμμένει, ακόμη κι όταν αρθεί το εξωτερικό ερέθισμα, καθότι αντικαθίσταται από ένα εσωτερικό ερέθισμα, δηλαδή από μια αλυσίδα νοητικών διαδικασιών που επιτρέπουν την πρόβλεψη του απώτερου μέλλοντος. Η πρόβλεψη του απώτερου μέλλοντος δεν θα ήταν δυνατή, εάν το άτομο δεν μπορούσε να συλλάβει ανώτερης μορφής σύμβολα από το τρίτο και τέταρτο επίπεδο του οπίσθιου εγκεφάλου. Για παράδειγμα, ένα μοσχάρι θεωρεί ότι η μητέρα του υπάρχει μόνο όταν την αντιλαμβάνεται, δηλαδή, όταν γίνεται αντιληπτό το οπτικό ερέθισμα της αγελάδας ή κάποιο άλλο ερέθισμα που συσχετίζεται άμεσα με την αγελάδα ή που ακολουθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Όμως ο άνθρωπος μπορεί να σκέπτεται τη μητέρα του, ακόμη και όταν η μητέρα του είναι απούσα, διότι μπορεί να υποκαταστήσει τη μητέρα με το σύμβολο «μητέρα». Το σύμβολο «μητέρα» θέτει τη μητέρα στις τρεις χρονικές διαστάσεις: παρελθόν, παρόν, μέλλον.

Μια τρίτη λειτουργία της PF είναι η ικανότητα να επιτρέπονται προγραμματισμένες ή διαδοχικές λειτουργίες. Ως διαδοχική λειτουργία ορίζεται η οργάνωση ή η σύνθεση επιδέξιων πράξεων ή σκέψεων σε καθορισμένη σειρά (Morgan, 1943).24 Παρά το ότι ορισμένα ανώτερα είδη, όπως οι πίθηκοι και οι γορίλλες, είναι ικανά για απλές διαδοχικές σειρές λειτουργιών, αυτή η λειτουργία αναπτύσσεται σημαντικά στον άνθρωπο. Οι διαδοχικές λειτουργίες συνεπάγονται την ικανότητα (1) πρόβλεψης ενός στόχου και (2) οργάνωσης, αλλά και σύνθεσης πράξεων ή σκέψεων με μια δεδομένη χρονική ακολουθία για τον σκοπό της επίτευξης του προβλεπόμενου στόχου (Brickner, 1936).25

Η τέταρτη λειτουργία της PF είναι η ικανότητα να γίνονται επιλογές και να ξεκινήσει η μετάφραση της «νοητικής» επιλογής σε κινητική ενέργεια.

Ορισμένα πειράματα έχουν αποδείξει ότι ζώα κατώτερα του ανθρώπου μαθαίνουν επίσης να επιλέγουν, δηλαδή μαθαίνουν ποια επιλογή να πραγματοποιήσουν, σε ένα ορισμένο πειραματικό περιβάλλον και ποια επιλογή να αποφύγουν (Hamilton, 1911- Yerkes, 1934).26,27Αυτά τα πειράματα είναι πολύτιμα στη μελέτη των «ισοδύναμων ερεθισμάτων» και της λειτουργίας της αρχέγονης αφαίρεσης, αλλά δεν καταδεικνύουν την παρουσία της ικανότητας επιλογής, όπως αυτή υφίσταται στον άνθρωπο. Η μακροχρόνια επιλογή, όπως εμφανίζεται στον άνθρωπο, προϋποθέτει πολλά στάδια, όπως ήδη διαπιστώσαμε (εννοεί στο κεφάλαιο 17, ενότητα V).

Αυτά τα στάδια δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, εάν ο οπίσθιος εγκέφαλος δεν μας εφοδίαζε με ανώτερες μορφές συμβολισμού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές οι λειτουργίες της PF διαταράσσονται στη σχιζοφρένεια. Η πρώτη λειτουργία που έρχεται στο μυαλό μας είναι η ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος. Αυτή η λειτουργία αποτελεί ένα απόλυτο προαπαιτούμενο για το μακροχρόνιο άγχος και ταυτόχρονα τη βάση για οποιαδήποτε πολύπλοκη ψυχική σύγκρουση. Στη σχιζοφρένεια, τείνει να αντικαθίσταται τελεολογικά (teleologically)28 από πιο αρχέγονες διαδικασίες που απαιτούν βραχύτερα κυκλώματα (βλ. Κεφάλαιο 16). Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τις διαδοχικές σκέψεις. Οι Greenblatt και Solomon (1953)29 επίσης πιστεύουν ότι τα κυκλώματα του μετωπιαίου λοβού διατηρούν τη συναισθηματική ένταση του ψυχωτικού, ενώ οι Freeman και Watts (1942)30 έχουν περιγράψει με σαφήνεια τη σημασία της πρόβλεψης του μέλλοντος ως προς την αιτιολογία των ψυχώσεων. Αυτές οι λειτουργίες δεν φαίνεται να έχουν διαταραχθεί πολύ σε παρανοϊκούς με καλά οργανωμένα παραληρήματα, πιθανώς διότι, στην έναρξη της νόσου, αυτοί οι ασθενείς καταφεύγουν κυρίως στον μηχανισμό της προβολής σε μια προσπάθεια αποβολής του άγχους. Ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτές οι λειτουργίες διαταράσσονται και στους παρανοϊκούς. Τα παραληρήματα μεταβάλλονται από διωκτικού σε μεγαλομανιακού τύπου και σχετίζονται ολοένα και περισσότερο με το παρόν: «Είμαι ο βασιλιάς».

Στη σχιζοφρένεια διαταράσσονται επίσης και οι υπόλοιπες λειτουργίες της PF. Η ικανότητα επιλογής ή μετάφρασης σκέψεων σε πράξεις μεταβάλλεται, κατά κύριο λόγο, στην κατατονία. Όσον αφορά την ικανότητα για σταθερή ή εστιακή προσοχή, γνωρίζουμε ότι διαταράσσεται σημαντικά στους σχιζοφρενείς. Το εύρος της προσοχής τους είναι πολύ περιορισμένο.

Αρχιχιτώνιο και υποθάλαμος

Το αρχιχιτώνιο και ο υποθάλαμος ενδέχεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη σχιζοφρένεια. Επειδή αποδίδεται μεγάλη σημασία σε αυτές τις δομές για τον μηχανισμό των συναισθημάτων, θα μπορούσαμε ακόμη και να θεωρήσουμε ότι η διαταραχή της λειτουργίας του αρχιχιτώνιου θα μπορούσε να εξηγήσει τη συναισθηματική έκπτωση (άμβλυνση), που τόσο έκδηλη είναι στη σχιζοφρένεια. Θα μπορούσε ακόμη κάποιος να παρασυρθεί σε βιαστικά συμπεράσματα, υποστηρίζοντας πως η πρωταρχική αιτία αυτής της ψυχικής κατάστασης εντοπίζεται σε αυτό το τμήμα του νευρικού συστήματος. Στο παρόν στάδιο των γνώσεών μας, μια τέτοια πιθανότητα δεν μπορεί να αποκλεισθεί κατηγορηματικά. Ωστόσο, αυτού του είδους η ερμηνεία σε εμένα φαίνεται απίθανη.

Δεν εννοώ πως το αρχιχιτώνιο δεν εμπλέκεται στη σχιζοφρένεια. Αντιθέτως, μια δυσλειτουργία του νεοχιτώνιου, έστω και λειτουργική, αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις και στο αρχιχιτώνιο. Εάν ακολουθήσουμε και πάλι τις αρχές του Jackson, μπορεί να θεωρήσουμε ότι η υπολειτουργία των περιοχών του νεοχιτώνιου πρέπει να συνοδεύεται από την απελευθέρωση και την υπερλειτουργία του αρχιχιτώνιου. Αφού γνωρίζουμε ελάχιστα για τις λειτουργίες του αρχιχιτώνιου και των επιμέρους τμημάτων του, δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε πώς εκδηλώνεται αυτή η απελευθέρωση. Καταρχήν, κάποιος θα πίστευε ότι η απελευθέρωση του αρχιχιτωνίου θα οδηγούσε σε αύξηση της συναισθηματικότητας του ασθενούς. Όμως, θα πρέπει να θυμόμαστε πως κάτω από τον όρο αρχιχιτώνιο συμπεριλαμβάνονται πολλές δομές που αντιπροσωπεύουν πιθανώς διάφορα κατώτερα επίπεδα και ότι η ειδική τους δράση στην εκδήλωση των συναισθημάτων μάς είναι άγνωστη. Σε κάθε περίπτωση, η απελευθέρωση του αρχιχιτωνίου θα αυξήσει την ανασταλτική δράση την οποία ασκεί το συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου σε κατώτερες δομές, όπως είναι ο υποθάλαμος. Η συγκεκριμένη αναστολή του υποθάλαμου μπορεί να εξηγήσει την υπολειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος, όσον αφορά τις αντιδράσεις της ομοιόστασης. Επίσης, ερμηνεύει και τη μείωση της σωματικής και της σπλαγχνικής έκφρασης αυτών των συναισθημάτων, τα οποία βιώνονται ακόμη και στη σχιζοφρένεια, παρά την αποδιοργάνωση της συμβολικής λειτουργίας που επιτελεί το νεοχιτώνιο.

Η ενδιαφέρουσα μελέτη των Bard και Mountcastle (1947)31 μπορεί να υποστηρίξει αυτή την άποψη. Αυτοί οι συγγραφείς διαπίστωσαν, ότι η αφαίρεση του νεοφλοιού προκαλεί μια κατάσταση πλαδαρότητας στις γάτες. Θυμός ή δήθεν οργή δεν παρουσιάζονται ποτέ. Επώδυνα ερεθίσματα προκαλούν ήπιες απαντήσεις. Εάν αυτά τα ζώα υποβληθούν σε αφαίρεση της έλικας προσαγώγιου ή διαφόρων τμημάτων του ρινικού εγκεφάλου, αγριεύουν και γίνονται θηριώδη. Τα συγκεκριμένα πειράματα δείχνουν ότι ο ρινικός εγκέφαλος περιορίζει τη δράση του υποθαλάμου. Αυτή η δράση ανταγωνίζεται εκείνη που ασκεί ο νεοφλοιός. Μάλιστα, η αφαίρεση του φλοιού αυξάνει την ανασταλτική δράση του ρινικού εγκεφάλου.

ΣΧΗΜΑ 3. Διάγραμμα που αποτυπώνει τις σχέσεις ανάμεσα στο νεοφλοιό, το αρχιχιτώνιο και τον υποθάλαμο στη σχιζοφρένεια.
ΣΧΗΜΑ 3. Διάγραμμα που αποτυπώνει τις σχέσεις ανάμεσα στο νεοφλοιό, το αρχιχιτώνιο και τον υποθάλαμο στη σχιζοφρένεια.

Ας αναφέρουμε με την ευκαιρία ότι ο ρινικός εγκέφαλος μπορεί να ασκεί περιοριστική δράση, όχι μόνο στον υποθάλαμο, αλλά και στον θάλαμο, πιθανώς μέσω κάποιων διασυνδέσεων υποθαλάμου-θαλάμου. Έχουμε διαπιστώσει ότι, στο τελικό στάδιο της σχιζοφρένειας, η αντίληψη του πόνου και της θερμοκρασίας είναι μειωμένες ή και ανύπαρκτες (Κεφάλαιο 25). Επίσης έχουμε ερμηνεύσει αυτό το φαινόμενο ως συνέπεια κάποιας πιθανής ψυχοσωματικής δυσλειτουργίας του βρεγματικού φλοιού. Από την άλλη, οι Penfield και Rasmussen (1952)32διαπίστωσαν ότι, στην περίπτωση που έχουν αφαιρεθεί οι φλοιώδεις περιοχές, ο πόνος και η θερμοκρασία γίνονται αντιληπτές από τον άνθρωπο σε επίπεδο θαλάμου. Στο τελικό στάδιο της σχιζοφρένειας, θα πρέπει να παρουσιάζεται μια αυξημένη ικανότητα αντίληψης του πόνου και της θερμοκρασίας, λόγω μιας θεωρητικά υποτιθέμενης απελευθέρωσης στο επίπεδο του θαλάμου. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να ασκείται κάποια περιοριστική δράση στον θάλαμο από το αρχιχιτώνιο ή να υπάρχει έλλειψη διέγερσης από τον υποθάλαμο. Το γεγονός ότι η μετωπιαία λευκοτομή ανακουφίζει από τον ανεξέλεγκτο πόνο, υποστηρίζει επιπροσθέτως αυτή την άποψη.

Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι αυτή η αλλαγή της λειτουργίας των φλοιωδών κέντρων, που συμβαίνει στη σχιζοφρένεια, προκαλεί κάποια ανισορροπία στον αποκαλούμενο σπλαγχνικό εγκέφαλο (MacLean, 1949)33· δηλαδή, σε εκείνα τα φλοιώδη και υποφλοιώδη κέντρα που τώρα θεωρούνται ως η ανώτερη αναπαράσταση των σπλαγχνικών λειτουργιών. Μια κάποια δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος μπορεί να οφείλεται εν μέρει στην αλλαγμένη λειτουργικότητά τους. Επίσης, η αναστολή της λειτουργίας του υποθαλάμου μπορεί να μειώσει τη διέγερση, η οποία φυσιολογικά αντανακλάται από τον υποθάλαμο προς τον φλοιό, και αυτή η έλλειψη διέγερσης μπορεί να επαυξήσει τη δυσλειτουργία του νεοφλοιού. Οι σχέσεις υποθαλάμου-θαλάμου και θαλάμου-φλοιού μπορεί επίσης να μεταβληθούν ως αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης ισορροπίας. Το Σχήμα 3 είναι ένα διάγραμμα αυτών των σχέσεων. Όπως κάθε διάγραμμα, αναπαριστάνει μια υπεραπλούστευση των σχετικών διεργασιών.

Γενική ερμηνεία

Θα ανακεφαλαιώσουμε σε αυτό το σημείο όσα αναφέραμε σχετικά με την πιθανότητα ψυχοσωματικής συμμετοχής του κεντρικού νευρικού συστήματος στη σχιζοφρένεια.

Ανεξάρτητα από την προέλευση των διαφόρων γεγονότων τα οποία οδηγούν τελικά στην ψύχωση, το κατακλυσμιαίο άγχος, οι δύσκολες διαπροσωπικές συγκρούσεις και οι διαταραγμένες ανώτερες μορφές συμβολισμού επιτελούνται κυρίως σε εκείνες τις φλοιώδεις περιοχές που στο παρόν κεφάλαιο ονομάζονται PF και ΤΟΡ. Αυτές οι περιοχές θεωρούνται ως οι ανώτατες στην εξελικτική κλίμακα. Πρόκειται για τις τελευταίες που εμφανίζονται κατά τη φυλογένεση και τις τελευταίες στις οποίες συντελείται μυελίνωση κατά την οντογένεση. Ίσως είναι οι πιο ευάλωτες περιοχές του κεντρικού νευρικού συστήματος από άποψη λειτουργίας, τουλάχιστον σε εκείνα τα άτομα που παρουσιάζουν κληρονομική προδιάθεση για σχιζοφρένεια. Αυτή η κληρονομική ευαλωτότητα μπορεί να είναι άμεση, δηλαδή, να αφορά απευθείας τις λειτουργίες των συγκεκριμένων δύο περιοχών, ή έμμεση, διαταράσσοντας μια άλλη περιοχή της οποίας η ομαλή λειτουργία αποτελεί προϋπόθεση για την καλή λειτουργία των περιοχών PF και ΤΟΡ. Η επίδραση των ψυχολογικών συγκρούσεων είναι ιδιαίτερα έντονη, ώστε να γίνεται ανεκτή από ένα τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος, που είναι ήδη γενετικά ευάλωτο. Ενίοτε, μπορεί να είναι υπερβολική για να γίνει ανεκτή, έστω και εάν δεν υπάρχει κληρονομική προδιάθεση. Από την άλλη, η κληρονομική ευαλωτότητα από μόνη της, χωρίς τη συνδρομή των ψυχογενών παραγόντων, δεν θα αρκούσε για να προκληθεί η διαταραχή. Μπορεί να συμβεί η αποδιοργάνωση των νευρωνικών προτύπων, κυρίως σε αυτές τις δύο περιοχές, και να ακολουθήσει η αναδιοργάνωση ή ο σχηματισμός απλούστερων κυκλωμάτων, τα οποία χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες ανώτερες περιοχές ολοένα και λιγότερο και τελικά καθόλου.

Επομένως, αυτή η νευρωνική αποκατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως καθοριστική και επιπλέον προσαρμοστική ή επανορθωτική. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως πρόκειται για μια ψυχοσωματική απόπειρα επαναφοράς σε κατώτερα επίπεδα απαρτίωσης· επίπεδα ολοκλήρωσης, τα οποία δεν επιτρέπουν πολύπλοκους διαπροσωπικούς συμβολισμούς και μακροχρόνιο άγχος. Ακόμα και ο Orton (1929)12 πίστευε ότι βραχύτερα κυκλώματα ή διασταυρώσεις χρησιμοποιούνται στη σχιζοφρένεια και ιδιαίτερα στην κατατονία, αλλά θεωρούσε ότι η σχετική διαδικασία ήταν οργανικής φύσης και πως επηρέαζε ειδικά τα κέντρα που συνδέονται με τα μακρύτερα κυκλώματα.

Κατά τη γνώμη μου, την ίδια στιγμή όπου αυτά τα φλοιώδη κέντρα ή μέρη τους βρίσκονται σε κατάσταση υπολειτουργίας ή δυσλειτουργίας, άλλα κέντρα ή κάποια άλλα μέρη τους ή κάποιοι κατώτεροι νευρωνικοί σχηματισμοί ή νευρωνικά πρότυπα απελευθερώνονται και προκαλούν χαρακτηριστικά συμπτώματα. Οι έννοιες του Jackson ισχύουν και σε σχέση με τη σχιζοφρένεια, εάν συσχετισθούν με τις αρχές της ψυχοδυναμικής. Για παράδειγμα, όταν διαταράσσεται η λογική σκέψη, αναδύεται η παράλογη σκέψη. Όταν εξαφανίζονται κοινωνικά σύμβολα, αντικαθίστανται από παλαιοσύμβολα (σύμβολα ιδιωτικής χρήσης). Οι έννοιες καθίστανται ολοένα και περισσότερο αντιληπτικές και η πρόβλεψη του μέλλοντος αντικαθίσταται από σκέψεις που αφορούν το παρόν.

Κάποιος θα μπορούσε εδώ να εκφράσει την αντίρρησή του, πως παρά το ότι μια οργανική κατάσταση που προσβάλλει αμφοτερόπλευρα τις PF και ΤΟΡ περιοχές θα έπρεπε να οδηγήσει σε συμπτωματολογία παρόμοια με τη σχιζοφρένεια, ωστόσο δεν έχει αναφερθεί ένα τέτοιο γεγονός. Στην πραγματικότητα, η νόσος του Pick θεωρείται ως η μόνη οργανική πάθηση που θα μπορούσε να προσεγγίζει μια διμερή συμμετοχή αποκλειστικά και μόνο αυτών των περιοχών. Στη νόσο του Pick, η συμπτωματολογία μοιάζει με εκείνη που διαπιστώνεται στους σχιζοφρενείς σε παλινδρόμηση, οι οποίοι νοσούν για πολλά έτη· όμως, παρουσιάζει ελάχιστα κοινά σημεία με τη συμπτωματολογία των πρώιμων σχιζοφρενικών περιπτώσεων. Τόσο στη νόσο του Pick όσο και στη σχιζοφρένεια υφίσταται μια διαταραχή της αφηρημένης συμπεριφοράς την οποία περιγράφει ο Goldstein· δηλαδή, υπάρχει εμφάνιση των αρνητικών συμπτωμάτων κατά Jackson. Ωστόσο, στη σχιζοφρένεια έχουμε μια επανεμφάνιση πολλών θετικών συμπτωμάτων (παράλογη σκέψη, ψευδαισθήσεις, κ.ο.κ.) τα οποία δεν παρατηρούμε στη νόσο του Pick. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι στην τελευταία, όπως και σε άλλες οργανικές καταστάσεις, επηρεάζονται αρκετά επίπεδα την ίδια στιγμή, άρα αποτρέπεται η απελευθέρωση κατώτερων φλοιωδών διαδικασιών. Γνωρίζουμε πράγματι από νευροπαθολογικές μελέτες πόσο διάχυτες είναι αυτές οι αλλοιώσεις. Στη νόσο του Pick εμπλέκονται, όχι μόνο περιοχές συνειρμών, αλλά και πρωτεύοντα κέντρα, καθώς και πολλές υποφλοιώδεις δομές (Ferraro and Jervis, 1936).34 Ακόμη και όταν οι βλάβες είναι ανομοιογενείς, δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι αφορούν εκλεκτικά μόνο ορισμένους ανώτερους νευρωνικούς σχηματισμούς, ενώ αφήνουν ανέπαφους τους κατώτερους. Κάτι τέτοιο εξηγεί γιατί τα θετικά κατά Jackson συμπτώματα δεν εμφανίζονται με τόση σαφήνεια σε οργανικές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται ο φλοιός.

Η ομοιότητα σχιζοφρενών σε παλινδρόμηση με οργανικούς ασθενείς στους οποίους συμμετέχει ο εγκεφαλικός φλοιός είναι πιο εμφανής από ότι πιστεύεται γενικώς. Για παράδειγμα, στο Σχήμα 4 φαίνεται η επιστολή μιας ασθενούς, το περιεχόμενο της οποίας μοιάζει με τη λεκτική σαλάτα των σχιζοφρενών. Στην πραγματικότητα, αυτή η επιστολή γράφτηκε από ένα μη ψυχωτικό ασθενή που έπασχε από κινητική αφασία. Ήταν μια νέα γυναίκα που πυροβολήθηκε από τον εξοργισμένο σύζυγό της. Η σφαίρα κατέστρεψε την περιοχή Broca και όμορες περιοχές. Δεν μπορούσε να μιλήσει, αλλά κατανοούσε την απλή προφορική γλώσσα. Μάθαινε και πάλι να γράφει, αλλά δεν μπορούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Αυτή η επιστολή γράφτηκε για μένα την τελευταία ημέρα υπηρεσίας μου στο Pilgrim State Hospital. Η ασθενής, η οποία γνώριζε ότι έφευγα, ήθελε να με αποχαιρετίσει και να με ευχαριστήσει. Στην επιστολή, ωστόσο, φαίνεται να εκφράζει διαφορετικές ιδέες μέχρι και αντίθετες, από εκείνες που επιθυμούσε να εκφράσει. Το αποτέλεσμα είναι κάτι παρόμοιο με τη λεκτική σαλάτα. Η δυσκολία μπορεί να είναι η ίδια με εκείνη που παρουσιάζει ο σχιζοφρενής σε παλινδρόμηση. Κάθε μέρος του νοητικού περιεχομένου ισοδυναμεί με ένα άλλο· ο ασθενής αδυνατεί να επιλέξει το σωστό μέρος. Ένας ασθενής με οργανική νόσο, στην ερώτηση «Ποια πόλη είναι η πρωτεύουσα της Γαλλίας;» απαντά «Η Μασσαλιώτιδα». Πιθανώς χρησιμοποιεί την ίδια νοητική διαδικασία με εκείνη του σχιζοφρενούς, ο οποίος στην ερώτηση «Ποιος υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών;» απάντησε «ο Λευκός Οίκος».

Ο Brown (1972)35 τόνισε τις ομοιότητες ανάμεσα σε μερικούς ασθενείς με αφασία στον λόγο τους και κάποιους σχιζοφρενείς ασθενείς. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο τύπος της αφασίας που θυμίζει περισσότερο τη γλώσσα του σχιζοφρενούς σε παλινδρόμηση είναι η σημασιολογική αφασία, η οποία αποτελεί ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στην αφασία όπου ο ασθενής δεν μπορεί να κατονομάσει τα αντικείμενα (ανομία) και την αφασία του Wernicke (φλοιώδης ακουστική αφασία). Η σημασιολογική αφασία, η οποία περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Head (1926),36 αποτυπώνει τη διακοπή της ομιλίας σε μια προ-γλωσσική φάση κατά τη μετάβαση από τη σκέψη στην ομιλία. Σύμφωνα με τον Brown, «χαρακτηρίζεται από την ανάγκη για αναγνώριση της πλήρους σημασίας των λέξεων και των φράσεων πέραν του λεκτικού τους νοήματος, την αδυναμία κατανόησης του τελικού στόχου ή σκοπού μιας ενέργειας και την ανικανότητα σαφούς διατύπωσης μιας γενικής ιδέας του τι ακούστηκε, τι αναγνώστηκε ή τι παρατηρήθηκε σε μια εικόνα, παρά το ότι πολλές από τις λεπτομέρειες μπορούν να απαριθμηθούν». Ο Brown συλλέγει από τη βιβλιογραφία περιπτώσεις σημασιολογικής αφασίας με φρασεολογία η οποία θυμίζει τη γλώσσα και τη σκέψη των σχιζοφρενών. Παραθέτει έναν ασθενή, που έχουν ήδη αναφέρει οι Kinsbourne και Warrington (1963),37 και από τον οποίο ζητήθηκε να εξηγήσει την παροιμία «Στη βράση κολλάει το σίδερο». Ο ασθενής απάντησε, «Η φιλοδοξία είναι πολύ πολύ και αποφασισμένη. Καλύτερα να είσαι καλός και στο Ταχυδρομικό Γραφείο και στο Γραμματοκιβώτιο και στη διανομή και στην αλληλογραφία και να επιθεωρείς και το διευθυντή…»

ΣΧΗΜΑ 4. Επιστολή ασθενούς που πάσχει από κινητική αφασία, έπειτα από πυροβολισμό που δέχτηκε στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου. Προσέχει κανείς την ομοιότητα με τη λεκτική σαλάτα των σχιζοφρενών, όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής. Ωστόσο, ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από εκείνον των ασθενών με σχιζοφρένεια, πιθανόν διότι αποτυπώνει διαταραχή των κινητικών εγγραμμάτων.
ΣΧΗΜΑ 4. Επιστολή ασθενούς που πάσχει από κινητική αφασία, έπειτα από πυροβολισμό που δέχτηκε στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου. Προσέχει κανείς την ομοιότητα με τη λεκτική σαλάτα των σχιζοφρενών, όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής. Ωστόσο, ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από εκείνον των ασθενών με σχιζοφρένεια, πιθανόν διότι αποτυπώνει διαταραχή των κινητικών εγγραμμάτων.

Αυτό το δείγμα και πολλά ακόμη από ασθενείς με σημασιολογική αφασία θυμίζουν τη σχιζοφρενική λεκτική σαλάτα και, ενίοτε, την ψευδο-αφηρημένη σχιζοφρενική ομιλία. Μπορεί σε ασθενείς με σημασιολογική αφασία και σε σχιζοφρενείς σε παλινδρόμηση να εμπλέκονται οι ίδιες φλοιώδεις περιοχές, παρά το ότι η αιτιολογία και η παθολογία διαφέρουν. Για να επανέλθουμε στους σχιζοφρενείς σε παλινδρόμηση, μπορούμε να αναφέρουμε ότι η επανεμφάνιση των αρχέγονων λειτουργιών κατά κανόνα δεν είναι χρήσιμη, παρά το ότι περιλαμβάνουν και εκείνα τα συμπτώματα αποκατάστασης που μελέτησε ο Freud. Μάλιστα όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο ασθενής σε παλινδρόμηση δεν προσαρμόζεται καλώς, αλλά μάλλον κακώς σε ένα επίπεδο όπου δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ως άτομο. Η υπολειτουργία των περιοχών του νεοχιτώνιου που ήδη εξετάσαμε, πρέπει επίσης να μεταβάλει τις συνδέσεις με άλλες περιοχές, τόσο με τις παρακείμενες όσο και με απομακρυσμένες, μέσα από δέσμες μακρών νευρικών ινών, από συνδέσμους όπως το μεσολόβιο, τα φλοιοθαλαμικά και τα θαλαμοφλοιώδη δεμάτια, κ.ο.κ. Πρόκειται για λειτουργική διάσχιση (diaschisis),38 παρόμοια με την οργανική διάσχιση που περιγράφει ο Von Monakow (1914).39 Απευθείας συνδέσεις των περιοχών αυτών του νεοχιτώνιου με τον δικτυωτό σχηματισμό του εγκεφαλικού στελέχους δεν φαίνεται πως υπάρχουν (Livingston,1955).40 Ο δικτυωτός σχηματισμός του εγκεφαλικού στελέχους έχει αρχαία προέλευση και αφορά περισσότερο τις βασικές φυσιολογικές λειτουργίες της ζωής παρά τις συμβολικές λειτουργίες. Ωστόσο, αδιαμφισβήτητα υπάρχουν έμμεσες συνδέσεις μέσω του αρχιχιτώνιου.

Μπορούμε να φανταστούμε πως και στη σχιζοφρένεια συμβαίνει αυτό που αποκαλούμε λειτουργία δυσεγκεφαλοποίησης (dysencephalization)· η συγκεκριμένη διεργασία κατά έναν τρόπο θεωρείται το αντίθετο της εγκεφαλοποίησης (encephalization).41 Είναι γνωστό πως ορισμένοι νευρολόγοι έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο εγκεφαλοποίηση για να περιγράψουν τη μετατόπιση προς ανώτερα κέντρα λειτουργιών, οι οποίες σε κατώτερα είδη επιτυγχάνονται από χαμηλότερα ή πιο ουραία κέντρα. Στη σχιζοφρένεια συμβαίνει το αντίθετο: όχι μόνο υπάρχει η επαναφορά των λειτουργιών του απελευθερωμένου κατώτερου κέντρου, αλλά και η τάση να επιτυγχάνεται η λειτουργία του ανώτερου κέντρου από το κατώτερο κέντρο. Για παράδειγμα, ενώ αφηρημένες διαδικασίες της σκέψης φυσιολογικά λαμβάνουν χώρα στα ανώτερα κέντρα, στη σχιζοφρένεια πολύ συχνά επιτυγχάνονται σε ένα αντιληπτικό επίπεδο (λειτουργικά κατώτερο) και μετατρέπονται σε ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Οι τρεις διεργασίες, δηλαδή, της επανεμφάνισης των κατωτέρων λειτουργιών, της λειτουργικής διάσχισης, καθώς και της δυσεγκεφαλοποίησης, προσδιορίζουν μια κατάσταση ανισορροπίας και ψυχολογικού διχασμού, η οποία είναι πολύ χαρακτηριστική σε αυτή την ψυχική διαταραχή. Πώς υπερασπίζεται ο οργανισμός τον εαυτό του από τη συγκεκριμένη αποδιοργάνωση; Με περαιτέρω παλινδρόμηση. Η διαδικασία επομένως επαναλαμβάνεται μέσα σε ένα φαύλο κύκλο που μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη ερείπωση του ασθενούς. Η συγκεκριμένη κυκλική διαδικασία αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά της λειτουργικής παλινδρόμησης που λείπει στο φαινόμενο της οργανικής διάσχισης. Σε οργανικές καταστάσεις δεν υπάρχει πλήρης αποδιοργάνωση, καθότι η επανεμφάνιση των λειτουργιών των κατωτέρων επιπέδων είναι ελάχιστη σε σύγκριση με τις λειτουργικές καταστάσεις. Εάν παρουσιαστεί περαιτέρω επιδείνωση, αυτό οφείλεται στην οργανική διαδικασία, η οποία επεκτείνεται ή προκαλεί άλλες βλάβες –για παράδειγμα, γλοίωμα, υδροκεφαλία, αιμορραγίες, κ.ο.κ. Εν τούτοις, ορισμένες δηλητηριάσεις, όπως εκείνες που προκαλεί η μεσκαλίνη, μπορεί να έχουν αρκετά εκλεκτική παθοφυσιολογική δράση, ώστε να αναπαράγουν μια ειδική φλοιώδη υπολειτουργία και επακόλουθες υποφλοιώδεις δυσλειτουργίες, οι οποίες μοιάζουν με εκείνες που παρουσιάζονται στη σχιζοφρένεια.

Συμπερασματικά, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που εξελίσσονται πέραν του πολύ αρχικού σταδίου, η σχιζοφρενική διαδικασία οδηγεί σε ψυχοσωματικές προσπάθειες για την υπαγωγή των ανώτερων φλοιωδών λειτουργιών σε κατώτερο επίπεδο. Με ελάχιστες σχετικά εξαιρέσεις, αυτή η απόπειρα αποτυγχάνει διότι η διαδικασία προκαλεί άλλους αναπαραγόμενους αφ’ εαυτών μηχανισμούς που οδηγούν σε παλινδρομήσεις. Μια τεχνητή μερική απόπειρα για την ένταξη του σχιζοφρενούς σε κατώτερο επίπεδο πραγματοποιείται με μετωπιαία λευκοτομή […] αφού εξαιρούνται, τουλάχιστον εν μέρει, οι λειτουργίες εκείνων των περιοχών όπως η PF, και δεν απελευθερώνεται η προϊούσα παλινδρόμηση. Ωστόσο, το να αλλάξει μια διαταραχή που είναι τουλάχιστον κατά ένα μέρος ψυχογενής προς κάτι το οποίο, μαζί με τα συμπτώματα, αφαιρεί οριστικά ένα μεγάλο μέρος της ουσιαστικής έννοιας της ύπαρξης του ανθρώπου και τον περιάγουν σε ένα σχεδόν κατώτερο ον, φαίνεται πλέον πως αμφισβητείται· τίθεται σε αμφιβολία, από όσους σήμερα έχουν περισσότερες επιτυχίες με διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, ακόμη και σε πολύ δύσκολες περιπτώσεις.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Conant, J.B., 1952, Modern Science and Modern Man. New York: Columbia University Press.

2  Jackson, J.H., 1932, Selected Writings. London: Hodder and Stoughton. Reprinted by Basic Books, New York, 1958.

3  Papez, J.W., 1937, “A Proposed Mechanism of Emotion”. Archives of Neurology and Psychiatry, 38: 725-743.

4  Werner, H., 1957, Comparative Psychology of Mental Development. New York: International Universities Press.

5  Cassirer, E., 1953, The Philosophy of Symbolic Forms, vol. 1. New Haven: Yale University Press.

6  Langer, S.K., 1942, Philosophy in a New Key. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.

7  Langer, S.K., 1949, “On Cassirer’s Theory of Language and Myth.” In The Philosophy of Ernst Cassirer. Evanston III.: Library of Living Philosophers.

8  Orton, S.T., 1929, “The Three Levels of Cortical Elaboration in Relation to Certain Psychiatric Symptoms.” American Journal of Psychiatry, 8:647.

9  Signs: Μεταφράζεται ως “σημεία». Γράφει ο Arieti στο «Interpretation of schizophrenia» σχετικά: «[…] Τα σημεία που υπάρχουν επίσης σε κατώτερα του ανθρώπου ζώα, καθώς και στα βρέφη κατά τους πρώτους λίγους μήνες της ζωής τους, επιτρέπουν έναν τύπο μη συμβολικής μάθησης· μια μάθηση που θα μπορούσε να είναι εντελώς ρεαλιστική, ακριβής και που εκπληρώνει τον στόχο. Μια γάτα, που ανταποκρίνεται θετικά στην οσμή ενός ποντικού, είναι μια ρεαλίστρια. Η γάτα δεν αφήνει τη φαντασία της να της προκαλέσει σύγχυση. Η οσμή είναι εκεί· άρα, ο ποντικός είναι εκεί. Σε επίπεδο σημείων, τα σφάλματα δύσκολα συμβαίνουν εκτός και εάν τεχνητές καταστάσεις επινοούνται από τους ανθρώπους για να μπερδεύουν τα ζώα. Τα σημεία δεν προσποιούνται ότι αντιπροσωπεύουν κάτι που δεν είναι εκεί· αποτελούν δείκτες για κάτι που είναι εκεί ή για κάτι που θεωρείται ως μέρος ενός όλου που είναι εκεί. Στο επίπεδο των σημείων, η πνευματική ζωή είναι πολύ περιορισμένη, περικλείνεται σε ό,τι είναι εδώ, μα τα λάθη δύσκολα γίνονται.» (Κεφ. 19, σελ. 341).

10  Nielsen, J.M., 1946, Agnosia, Apraxia, Aphasia. Their Value in Cerebral Localization. New York: Hoeber.

11  Image: Μεταφράζεται ως “εικόνα». Αναφορικά με τον όρο εικόνα, ο Arieti σημειώνει τα εξής: «[…] Η εικόνα είναι ένα μνημονικό ίχνος που λαμβάνει τη μορφή μιας αναπαράστασης. Σχεδόν αποτελεί μια εσωτερική αναπαραγωγή μιας αντίληψης, η οποία δεν απαιτεί το αντίστοιχο εξωτερικό ερέθισμα προκειμένου να προκληθεί. Η εικόνα είναι όντως ένα από τα πιο πρώιμα και τα πιο σπουδαία θεμέλια του ανθρώπινου συμβολισμού, εάν βέβαια με τον όρο συμβολισμός εννοούμε κάτι που αντιπροσωπεύει κάτι άλλο που δεν είναι παρόν. Από τώρα και εδώ, η γνωστική λειτουργία θα στηρίζεται πάνω σε ό,τι είναι απόν και συναγόμενο. Για παράδειγμα, το παιδί κλείνει τα μάτια του και επαναφέρει στο νου του τη μητέρα του. Αυτή μπορεί να μην είναι παρούσα, όμως η εικόνα της είναι μαζί με το παιδί· η εικόνα την αντιπροσωπεύει. Η εικόνα είναι προφανώς βασισμένη στα μνημονικά ίχνη προηγούμενων αντιλήψεων της μητέρας. Η μητέρα τότε αποκτά μια ψυχική πραγματικότητα η οποία δεν συνδέεται με τη φυσική της παρουσία [… ]» (Κεφ. 5,σελ. 84). Κάπου αλλού ως υποσημείωση γράφει: «[…] Με τον όρο εικόνα ορίζεται μια βαθύτερη(εσωτερική) αναπαραγωγή των αισθήσεων και αντιλήψεων, ακόμα και εάν τα ερεθίσματα που παράγουν τις τελευταίες απουσιάζουν[…] Η έννοια της εικόνας δεν θα έπρεπε να συγχέεται με την έννοια του εγγράμματος (μνημονικού αποτυπώματος/ ίχνους που αποτυπώνεται στον εγκέφαλο από τα αντιληπτικά ερεθίσματα) ή του περιγράμματος (φόρμας). Με τους τελευταίους αυτούς όρους πολλοί νευρολόγοι περιγράφουν ένα νευρωνικό στοιχείο μιας σύνθετης κίνησης ή μιας επίκτητης και επιδέξιας πράξης.» (Κεφ. 16,σελ. 267).

12  Symbols: Αποδίδεται ως “σύμβολα». Σύμφωνα με τον συγγραφέα: «[…] Οι άνθρωποι, επίσης, χρησιμοποιούν πολλά σημεία. Ο παθολόγος βλέπει ένα εξάνθημα στο δέρμα του παιδιού και ξέρει ότι αυτό το εξάνθημα είναι σημείο ανεμοβλογιάς. Όμως, οι άνθρωποι πιο συχνά χρησιμοποιούν πράγματα που συμβολίζουν (αντιπροσωπεύουν) κάτι άλλο, ακόμα και όταν αυτό το κάτι άλλο δεν είναι παρόν. Όταν λέγω, “Γιώργος”, η λέξη Γιώργος αντικαθιστά το πρόσωπο Γιώργος, όταν ο Γιώργος δεν είναι παρών. Για τον λόγο αυτό, η λέξη Γιώργος δεν είναι αναγκαία ένα σημείο του προσώπου Γιώργος, αλλά είναι πιο συχνά ένα σύμβολο του προσώπου Γιώργος. Οι άνθρωποι το γνωρίζουν αυτό και γνωρίζει ο ένας για τον άλλο ότι αυτοί το γνωρίζουν. Ίσως η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στις ψυχικές λειτουργίες των ζώων και αυτές των ανθρώπων είναι το γεγονός πως τα πρώτα δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιούν σύμβολα, ενώ οι άνθρωποι είναι. Η χρήση συμβόλων επεκτείνει τις ζωές μας σε τεράστιο βαθμό, αφού μπορεί να αντικαταστήσουμε πράγματα με άλλα επ’ αόριστον. Καμιά ανθρώπινη προσπάθεια –εννοεί προφανώς την κοινωνικοποίηση και τη λεκτική επικοινωνία– δεν γίνεται κατανοητή χωρίς σύμβολα […]» ( Κεφ. 19, σελ. 337-338).

13  Paleosymbols: Μεταφράζεται ως “σύμβολα ιδιωτικής χρήσης”. Μεταφέρουμε όσα σχετικά ισχυρίζεται ο συγγραφέας: «[…] οι άνθρωποι διαθέτουν τρεις τύπους συμβόλων: (1) Εικόνες, (2) Ιδιωτικά σύμβολα, τα οποία από εδώ και στο εξής θα ονομάζονται παλαιοσύμβολα, (3) Κοινωνικά (ή λεκτικά ή κοινά ή μεταδόσιμα ) σύμβολα … (σελ. 341). […] Όταν εξωτερικεύεται η εικόνα, ή όταν μια εξωτερική ενέργεια του ατόμου ή ενός αντικειμένου αντικαθιστά την εικόνα, έχουμε τα παλαιοσύμβολα. Αυτά πιθανόν υπάρχουν στους πιθήκους, αλλά είναι πιο χαρακτηριστικά στα αμέσως πριν τον άνθρωπο είδη, αλλά και στο ανθρώπινο είδος. Στα παλαιοσύμβολα, η εικόνα μπορεί να αντικατασταθεί από ένα εξωτερικό αντικείμενο, χειρονομία, ή έναν ήχο. Όμως, αυτές οι εξωτερικεύσεις επιλέγονται αυθαίρετα από το άτομο. Για τον λόγο αυτό, μπορεί να οδηγήσουν σε μοιραία λάθη[…] Τα παλαιοσύμβολα μεγεθύνουν την πνευματική ζωή, καθότι μας επιτρέπουν να σκεφτόμαστε για πράγματα που δεν είναι εκεί· όμως, είναι ικανά να οδηγήσουν σε λάθη. Το αντικείμενο που εκλαμβάνεται ως ένα σύμβολο ή η χειρονομία ή ο απόλυτος ήχος δεν αποτελεί μια αναπαραγωγή του πράγματος που συμβολίζεται. Επιπλέον, στα πρώιμα στάδια αυτού του επιπέδου, το άτομο τείνει ακόμη να συγχέει το παλαιοσύμβολο με το αντικείμενο που συμβολίζεται ή να βλέπει το παλαιοσύμβολο ως μέρος της κατάστασης που συμβολίζεται όπως ακριβώς υπήρξε το σημείο. Το παλαιοσύμβολο είναι πιο σαφές από την εικόνα, αλλά είναι επίσης πολύ ατομικό, υποκειμενικό, συναισθηματικά φορτισμένο, και μη επαληθεύσιμο. Όταν επιτευχθεί η κοινωνική ζωή, πάλι τα παλαιοσύμβολα εισβάλλουν σε αυτήν. Στην πραγματικότητα, θα φάνταζε πως κάθε λεκτικό σύμβολο υπήρξε ένα παλαιοσύμβολο, πριν γίνει ένα κοινωνικό ή λεκτικό σύμβολο. Ο αγώνας, τον οποίο το άτομο έπρεπε να διεξάγει κατά την εξέλιξη από τα παλαιοσύμβολα προς τα κοινωνικά σύμβολα, δεν υπήρξε λιγότερο σκληρός από τον αγώνα που έδωσε για να εξελιχθεί από την εικόνα προς τα παλαιοσύμβολα. Αυτή η πάλη δεν έχει ακόμα τελειώσει. Παρακινούμαστε ακόμη από τα παλαιοσύμβολα σε ένα σημαντικό βαθμό […]» (Κεφ. 19, σελ. 342).

14  Mead, G.H., 1934, Mind, Self and Society. Chicago: University of Chicago Press.

15  Connotation power: Μεταφράζεται ως “ισχύς συνειρμικής σημασίας”. Αντιγράφουμε από τον Arieti, προσπαθώντας να αποδώσουμε τους όρους “connotation”, “denotation” και “verbalization”: «[…] Πριν ξεκινήσουμε να συζητάμε για τη γλώσσα του σχιζοφρενούς με λεπτομέρειες, θα ορίσουμε τρεις όρους που χρησιμοποιούνται στο παρόν πλαίσιο: connotation, denotation και verbalization. Οι δύο πρώτοι χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στο πεδίο της λογικής, ενώ ο τρίτος έχει εισαχθεί από τον συγγραφέα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον όρο τραπέζι. Ως connotation αυτού του όρου θεωρείται ο ορισμός ή η σημασία του όρου· δηλαδή, η γενική ιδέα: το είδος του επίπλου με την επίπεδη οριζόντια επιφάνεια, που στερεώνεται πάνω σε πόδια. Ως denotation του όρου θεωρείται το πράγμα που έχουμε κατά νου · δηλαδή, το τραπέζι ως μια φυσική οντότητα. Με άλλα λόγια, ο όρος τραπέζι μπορεί να σημαίνει τραπέζι γενικώς ή μπορεί να σημαίνει οποιοδήποτε τραπέζι ή όλα ανεξαιρέτως τα τραπέζια. Κάθε όρος διαθέτει και τις δύο αυτές πλευρές […]. Έχω προτείνει να αποκαλούμε ως verbalization, μια τρίτη πλευρά του όρου· δηλαδή, ο όρος που εκφέρεται ως μια λέξη, ως ακουστική οντότητα … ή ως φώνημα. Μπορούμε, λοιπόν, να εννοήσουμε τον όρο τραπέζι από τρεις πλευρές, οι οποίες είναι: η έμμεση, συνειρμική σημασία (connotation), όταν κάποιος αναφέρεται στη σημασία του· η άμεση, κυριολεκτική σημασία (denotation), όταν κάποιος αναφέρεται στο πράγμα που έχει κατά νου· το εκφερόμενο (verbalization), όταν κάποιος θεωρεί τη λέξη ως μια λέξη, δηλαδή ως μια λεκτική έκφραση ανεξάρτητη από τη συμβολική αξία του όρου. Μπορούμε επίσης να δηλώσουμε πιο απλά, ως connotation μια σκέψη (ιδέα), ως denotation ένα πράγμα, ενώ το εκφερόμενο (verbalization) είναι μία λέξη. Τώρα είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε μια δεύτερη αρχή της γνωστικής λειτουργίας του σχιζοφρενούς. Ο υγιής λοιπόν, σε κατάσταση εγρήγορσης, ενδιαφέρεται κυρίως για τη συνειρμική και την κυριολεκτική σημασία ενός συμβόλου. Είναι όμως ικανός να μετακινήσει την προσοχή του από τη μια στις άλλες από τις τρεις πλευρές του συμβόλου. Ο σχιζοφρενής όμως τείνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την κυριολεκτική σημασία και το εκφερόμενο, ενώ βιώνει εξασθένιση στην ικανότητά του προς τη συνειρμική σημασία. Από την άποψη αυτής της αρχής, δύο σημαντικά φαινόμενα οφείλουν να εξεταστούν στη χρήση της γλώσσας από έναν σχιζοφρενή: κατά πρώτο, η μείωση της ισχύος της συνειρμικής σημασίας· δεύτερο, η έμφαση στην κυριολεκτική σημασία και στο εκφερόμενο[…] ” (Κεφ. 16, σελ. 249-250).

16  Mackay, R.P., 1954, “Toward a Neurology of Behavior.” Neurology, 4: 894.

17  Τhey become completely perceptualized: Η φράση μεταφράζεται ως «μετασχηματίζονται εξ ολοκλήρου σε αντιλήψεις». Ως «διαδικασία μετασχηματισμού σε αντίληψη» μεταφράζουμε τον όρο perceptualization. Μεταφέρουμε σχετικά αποσπάσματα του συγγραφέα, προς επικύρωση: “ Οι ψευδαισθήσεις συνιστούν μια διαδικασία, η οποία βρίσκεται σε ένα επίπεδο υψηλότερης ποιότητας από ότι η αντίληψη. Το ερέθισμα που τις εκμαιεύει αποτελεί μια εσωτερική ψυχική διαδικασία. Αυτή η ψυχική διαδικασία που προκαλεί ψευδαισθήσεις, παλινδρομεί στο κατώτερο επίπεδο της αντίληψης. Πολλοί συγγραφείς εδώ και χρόνια έχουν ανοίξει τον διάλογο και συνεχίζουν ακόμα να συζητούν πάνω στο ερώτημα: είναι οι ψευδαισθήσεις εικόνες που έχουν αποκτήσει μια ιδιαίτερη ένταση και δύναμη ή αποτελούν αντιλήψεις. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως είναι απλώς έντονες εικόνες. Όμως, όσο πιο προσεκτικά εξετάζει κάποιος τους ασθενείς, τόσο περισσότερο πείθεται πως αυτοί στην πραγματικότητα βιώνουν αντιλήψεις. Οι ασθενείς δεν σκέφτονται ότι «ακούνε φωνές», αλλά όντως τις ακούνε, όπως ακριβώς ο ονειρευόμενος δεν σκέφτεται ότι βλέπει αντικείμενα, μα όντως τα βλέπει, αν και όχι μέσα από τα μάτια του. Το πρόσωπο που έχει ψευδαισθήσεις δεν ξεχωρίζει τις πραγματικές φωνές από τις ψευδαισθήσεις. Υπό το πρίσμα της δικής μας γενικής ερμηνείας της σχιζοφρενικής διαδικασίας, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις ψευδαισθήσεις. Υπήρχαν αρχικώς σκέψεις ή εικόνες οι οποίες έχουν μετατραπεί σε αντιλήψεις. Το επίπεδο της αντίληψης είναι φυλογενετικά και οντογενετικά κατώτερο από τα επίπεδα της σκέψης, κατώτερο ακόμα και από το επίπεδο των εικόνων. Οι εικόνες, αποθηκευμένες μέσα στη μνήμη μας, μπορεί να χρησιμοποιηθούν από τις ψευδαισθήσεις, αλλά αναπαράγονται με τους τρόπους της αντίληψης[…]” (Κεφ. 16, σελ. 269).

18  Klüver, H., and Bucy, P.C., 1937, “Psychic Blindness’ and Other Symptoms Following Bilateral Temporal Lobectomy in Rhesus Monkeys.” American Journal of Physiology, 119: 352.

19  Klüver, H., and Bucy, P.C., 1938, “An Analysis of Certain Effects of Bilateral Temporal Lobectomy in Rhesus Monkey with Special Reference to ‘Psychic Blindness.’ ” Journal of Psychology, 5:33

20  Klüver, H., and Bucy, P.C., 1939, “Preliminary Analysis of Functions of the Temporal Lobes in Monkeys. Archives of Neurology and Psychiatry, 42: 972.

21  Malmo, R.B., 1942, “Interference Factors in Delayed Response in Monkeys after Removal of Frontal Lobes.” Journal of Neurophysiology, 5:295.

22  Schachtel, E.G., 1954, “The Development of Focal Attention and the Emergence of Reality.” Psychiatry, 17: 309.

23  Arieti, S., 1947, “The Processes of Expectation and Anticipation. Their Genetic Development, Neural Basis and Role in Psychopathology.” Journal of Nervous and Mental Disease, 100: 471-481.

24  Morgan, C.T., 1943, Physiological Psychology. New York and London McGraw-Hill.

25  Brickner, R.M., 1936, The Intellectual Functions of the Frontal Lobes A Study Based upon Observation of a Man Following Partial Bilateral Frontal Lobectomy. New York: Macmillan.

26  Hamilton, G.V., 1911, “A Study of Trial and Error Reactions in Mammals.” Journal of Animal Behavior, 1:33.

27  Yerkes, R.M., 1934, “Modes of Behavioral Adaptation in Chimpanzees to Multiple Choice Problems.” Comp. Psychol. Mono., 10.

28  Teleologically: Αποδίδεται ως “τελεολογικά”. Μεταφέρουμε τα λόγια του συγγραφέα σχετικά: «[…] Όταν πειραματόζωα έχουν μάθει να επιλύουν ένα πρόβλημα με τον μηχανισμό της διορατικότητας, και, για κάποιο λόγο, δεν είναι σε θέση να λύσουν πια το πρόβλημα με αυτή τη μέθοδο, παλινδρομούν (επανέρχονται) στη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια τάση προς μια ανεστραμμένη ιεράρχηση στις απαντήσεις, δηλαδή από τις ανώτερες στις κατώτερες. Οι λέξεις παλινδρόμηση και τελεολογικός χρησιμοποιούνται για τους ακόλουθους λόγους: παλινδρόμηση, εφόσον χρησιμοποιούνται λιγότερο εξελιγμένα επίπεδα ψυχικής ολοκλήρωσης· τελεολογικός, καθότι αυτή η παλινδρόμηση μοιάζει να διαθέτει έναν σκοπό, και πιο συγκεκριμένα, να αποφύγει την ένταση, την ψυχική πίεση (stress) και το άγχος επιφέροντας τα επιθυμητά αποτελέσματα. Για την ακρίβεια, μελέτες πάνω στην παθολογία της ψυχολογίας ανέδειξαν αμέτρητες περιπτώσεις στις οποίες η ψυχή σε δυσφορία δεν ακολουθεί αναγκαστικά την επιστημονική σκέψη (τα γεγονότα ως αποτελέσματα αιτίων που προηγήθηκαν), αλλά μάλλον την τελεολογική σκέψη (τα γεγονότα έχουν ένα σκοπό). Για τον λόγο αυτό, τα όνειρα, οι ψευδαισθήσεις, τα συμπτώματα, τα παραληρήματα, κ.ο.κ., εμφανίζεται να έχουν ένα σκοπό, ακόμα και εάν αυτά τα ίδια είναι τα αποτελέσματα αιτίων που προηγήθηκαν […]» ( Κεφ. 15, σελ. 222).

29  Greenblatt, M., and Solomon, H.C., 1953, Frontal Lobes and Schizophrenia. New York: Springer.

30  Freeman, W., and Watts, J.W., 1942, Psychosurgery. Springfield, III.: Thomas.

31  Bard, P., and Mountcastle, V.B.,1947, “Some Forebrain Mechanisms Involved in the Expression of Rage with Special Reference to Suppresion of Angry Behavior.” Res. Pub. A. Nerv. e. Ment. Dis., 27:362.

32  Penfield, W., and Rasmussen, T., 1952, The Cerebral Cortex of Man. New York: Macmillan.

33  MacLean, P. D, 1949, “Psychosomatic disease and the “Visceral brain”. Recent Developments Bearing on the Papez Theory of Emotion.” Psychosomatic Medicine, 11:338-353.

34  Ferraro, A., and Jervis, G., 1936, “ Pick’s Disease. Clinico-pathologic Study with Report of Two Cases.” Archives of Neurology and Psychiatry, 36: 739.

35  Brown , J., W., 1972, Aphasia, Apraxia and Agnosia. Springfield, III.: Thomas.

36  Head, H.,1926, Aphasia and Kindred Disorders of Speech. New York : Macmillan.

37  Kinsbourne, M., and Warrington, E.,1963, “Jargon Aphasia.” Neuropsychologica, 1: 27-37.

38  Diaschisis: Αποδίδεται ως “διάσχιση”. Αποτελεί όρο που επινόησε ο Von Monakow και σημαίνει «την απώλεια της λειτουργικής συνοχής μεταξύ διαφόρων κέντρων ή νευρικών οδών».

39  Von Monakow,C.,V., 1914, Die Lokalisation in Grosshirn und der Abbau der Functionen durch Korticale. Wiesbaden, Herde: Bergmann

40  Livingston, R.B., 1955, Some Brain Stem Mechanisms Relating to Psychosomatic Medicine. Psychosomatic Medicine, 17:347.

41  Encephalization: Αποδίδεται ως «εγκεφαλοποίηση». Σημαίνει «την ανάληψη από τον φλοιό του εγκεφάλου των λειτουργιών των νωτιαίων κέντρων». Για την ιστορία, ο γάλλος ανατόμος, F.J. Gall (1758-1828), υπήρξε από τους πρώτους που κατανόησε ορθώς την οργάνωση του νευρικού συστήματος στη ζωική κλίμακα ως προϊούσα εγκεφαλοποίηση που «τελειούται» στον άνθρωπο με την ιδιαίτερη ανάπτυξη των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και κυρίως των μετωπιαίων λοβών τους, επισύροντας έτσι την προσοχή στον φλοιό.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.