Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γεράσιμος Στεφανάτος
Ψυχαναλυτής, μέλος της
Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Quatrième Groupe,
Ψυχίατρος, Παιδοψυχίατρος

σύναψις 30 [2013 – τόμος 09]

Αθυμορμία και «υπο-φλοιώδης ψυχισμός». Κριτική αναφορά στο έργο του Paul Guiraud (1882-1974)

* Coenesthesie, όρος προερχόμενος από το ελληνικό κοινή αίσθηση. Χρησιμοποιήθηκε από τον Th. Ribot και τον Ch. Blondel, μεταξύ άλλων, και υποδηλώνει το σύνολο των αισθήσεων που προέρχονται από τα εσωτερικά όργανα, όπως και από την κατάσταση του κυκλοφοριακού συστήματος, της κυτταρικής θρέψης κλπ. Ένα αισθητηριακό σύνολο, εν ολίγοις, στο οποίο απέδιδαν ένα βασικό ρόλο για την διαμόρφωση του ατομικού Εγώ.

Το κείμενο, εκτός από ορισμένες μεταγενέστερες υποσημειώσεις, αποτελεί απόσπασμα παλαιότερης εργασίας μου [Stephanatos G. (1982), Athymhormie, anhedonie : deux théories sur la schizophrénie, Mémoire pour l’obtention du Certificat d’Études Spéciales en Psychiatrie, Faculté de Médecine Xavier Bichat, Université Paris VII]. Η μετάφραση από τα γαλλικά έγινε από τον συγγραφέα του κειμένου.

Η θεραπευτική πρακτική του ψυχιάτρου, όποιες κι αν είναι οι θεωρητικές και ιδεολογικές της αναφορές, επαληθεύει καθημερινώς μια διαπίστωση που η Κλινική Ψυχιατρική διατύπωσε ήδη από τις αρχές της: η συναισθηματική αδιαφορία των σχιζοφρενών εναλλάσσεται με μια παράδοξη συναισθηματικότητα που εκδηλώνεται με αναπάντεχες πράξεις και παρορμήσεις.

Αυτή η διαπίστωση υπήρξε αφετηρία για διάφορες ετερογενείς θεωρητικές συλλήψεις, ασυμβίβαστες για πολλούς, συμπλη-ρωματικές για άλλους. Η συναισθηματικότητα παρέπεμπε στην ψυχαναλυτική έννοια του affect και στο κλασικό τρίπτυχο της γαλλικής Ψυχολογίας, συγκίνηση (émotion) – αίσθημα (sentiment) – πάθος (passion), αλλά και στις ορμές, τα ένστικτα, τα κίνητρα (motivation), το δίπτυχο ευχαρίστηση – απαρέσκεια. Έννοιες που σημαδεύτηκαν από διαφορετικές θεωρητικές και ιδεολογικές σφραγίδες και φορτίστη-καν με διαφορετικά νοήματα στη διαχρονική ταλάντευση της Ψυχιατρικής ανάμεσα στη βιολογική, την ψυχική και την κοινωνική της συνιστώσα.

Όταν ο Kraepelin1 το 1899 περιέγραφε τη Dementia Praecox ως «συναισθηματική άνοια» και θεωρούσε τη συναισθηματική έκπτωση και αδιαφορία ως «γενεσιουργό αίτιο» της παθολογικής διαδικασίας και υπόβαθρο όλων των άλλων διαταραχών, διαγραφόταν ήδη μια κατεύθυνση στην έρευνα. Η έννοια της σχάσης των συνειρμικών δεσμών, η περίφημη Spaltung του Bleuler,2 όριζε το 1911 μια άλλη κατεύθυνση μέσα από τη συνάντηση της Σχολής της Ζυρίχης με την ψυχανάλυση και την κοινή αναγνώριση του καινούργιου που η φροϋδική θεωρία μπορούσε να προσφέρει στην ψυχιατρική. Η αναφορά στο έργο του γάλλου ψυχιάτρου, Paul Guiraud (1882-1974), μας οδηγεί υποχρεωτικά στη διερεύνηση της πολυεστιακής διαχρονικής επεξεργασίας που πραγματοποιήθηκε στην κατεύθυνση που υπέδειξε ο Kraepelin, μελετώντας το συναίσθημα στις συσχετίσεις του με το élan vital του Bergson,3 με την κοιναισθησία* του Blondel,4 με το θυμικό, τις συγκινήσεις, αλλά και με τις ζωτικές λειτουργίες του νευρικού συστήματος. Η θεωρητική και ερευνητική αυτή άποψη αναζητούσε το ανατομικό της υπόβαθρο στον σπλαγχνικό εγκέφαλο –το περίφημο cerveau visceral– και εγγραφόταν στην παράδοση της οργανιστικής θεώρησης σύμφωνα με την οποία κάθε ψυχιατρική διαταραχή αντιστοιχεί σε κάποια αλλοίωση της εγκεφαλικής λειτουργίας.

Το συναίσθημα και ο «σπλαχνικός εγκέφαλος»

Η οργανιστική θεώρηση βρήκε τις πρώτες πηγές της στις πληροφορίες που έδινε η μελέτη διαφόρων εγκεφαλικών παθήσεων (νόσος του Bayle ή γενική παράλυση, επιδημική εγκεφαλίτις), ενώ τα συμπεράσματα από την έρευνα των εγκεφαλικών εντοπίσεων των νοητικών λειτουργιών αποτέλεσαν μια δεύτερη πηγή.5 H πρόοδος της Συγκριτικής Ανατομίας και ειδικότερα η μελέτη του ελέγχου των υποφλοιωδών λειτουργιών χρησίμευσε σαν τρίτη πηγή γνώσης. Τα ψυχιατρικά έργα του Ε. Bleuler και του G. de Clérambault αποτέλεσαν μια άλλη πολύτιμη πηγή, στον βαθμό που έδιναν πρόσθετες αποσπασματικές απαντήσεις στα ερωτήματα που προέκυπταν. Για μια εμπεριστατωμένη κριτική θεώρηση του οργανικισμού παραπέμπω στον G. Lanteri-Laura (1980).6

Το «cerveau visceral» αποτέλεσε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες διατυπώσεις της οργανιστικής θεώρησης. Στην τοπογραφική του έκφραση καθόριζε την ανατομική περιοχή που περικλείει τον ρινεγκέφαλο, τις παρειές κυρίως της τρίτης κοιλίας, τον υποθάλαμο και μέρη ακόμη του θαλάμου. Στο ερευνητικό πεδίο, ο ίδιος όρος παραπέμπει σε μια ολόκληρη περίοδο έρευνας που καθορίστηκε από τη μελέτη της επιδημικής εγκεφαλίτιδας, τον πειραματισμό σε ζώα και την παρατήρηση των λειτουργιών που ελέγχει ο υποθάλαμος στον άνθρωπο. Η φλεγμονώδης διεργασία της επιδημικής εγκεφαλίτιδoς,7 για παράδειγμα, εντοπιζόταν κυρίως στο εγκεφαλικό στέλεχος και στις παρειές της τρίτης κοιλίας και προκαλούσε, μεταξύ άλλων, βαριές διαταραχές της εγρήγορσης και του ύπνου, διαταραχές της θερμορρύθμισης, συγχυτικές και ονειρικές εκδηλώσεις, ενώ στο ίδιο σύνδρομο προστέθηκαν από τον C. Von Economo και οι γνωστές «διεστραμμένες συμπεριφορές».8

Οι συσχετίσεις που επιχειρήθηκαν ανάμεσα στα τοπογραφικά, ανατομικά στοιχεία και τα κλινικά δεδομένα μαζί με ό,τι ήταν ήδη γνωστό για τα κέντρα του ύπνου και τις νευροφυτικές ζωτικές λειτουργίες, επέτρεψαν τη διατύπωση μιας γενικής αρχής με πολλαπλές συνέπειες. Η γενική αυτή αρχή αποκτούσε μορφή αξιώματος εγκαθιστώντας μια αντιστοιχία –υπό την έννοια μιας ευθύγραμμης σχέσης αιτίου και αιτιατού– ανάμεσα στις ανατομο-λειτουργικές αλλοιώσεις του προμήκους μυελού και των παρειών του διεγκεφάλου αφενός και τις βαριές διαταραχές των λειτουργιών των ενστίκτων και τις συνακόλουθες συμπεριφορές αφετέρου. Σε αυτό το πλαίσιο, η παθολογία, η παρατήρηση και ο πειραματισμός μέσα από τη μελέτη των μηχανισμών άρσης αναστολής, ερεθισμού ή πειραματικής κατάργησης των λειτουργιών, απέδιδαν στο διεγκέφαλο και ειδικότερα στον υποθάλαμο ένα σύνολο ζωτικών, αλλά και ψυχικών λειτουργιών. Οι τίτλοι ορισμένων εργασιών, που παραθέτω ως παράδειγμα, εκφράζουν το πνεύμα εκείνης της εποχής και υποδεικνύουν την κατεύθυνση που ακολούθησε στη συνέχεια η έρευνα.9 Ο υποθάλαμος γινόταν, έτσι, το εγκεφαλικό κέντρο της ομοιόστασης, των μεταβολικών λειτουργιών, του κύκλου ύπνος – εγρήγορση, αλλά και των συγκινήσεων και των ενστίκτων, οδηγώντας στην εντόπιση ενός είδους «βάσης της συναισθηματικότητας» σε πλήρη αντίθεση με τον φλοιό, που διατηρούσε τα πρωτεία των νοητικών λειτουργιών.

Από τη «νευρο-μεταφυσική» του C. Von Monakow στον «πρακτικό βιολογισμό» του Paul Guiraud

Μια ριψοκίνδυνη κάθοδος επιχειρήθηκε στους ανατομικούς χώρους και στους φυλογενετικούς χρόνους του αρχαιο-εγκεφάλου, σε αντίθεση με την επίμονη μέχρι τότε καθήλωση των ερευνητών στις συνειρμικές, φλοιώδεις περιοχές.  Ο αρχαιο-εγκέφαλος προσφερόταν εύκολα για διάφορες σχηματοποιήσεις οι οποίες, βρίσκοντας στήριγμα στις θεωρίες της εξέλιξης του Λαμάρκ και του Δαρβίνου και αναφερόμενες στη Συγκριτική Ανατομία, εγκαθιστούσαν παρακινδυνευμένες ομόλογες σχέσεις και παράτολμες αναλογίες για να υποστηρίξουν ότι ο αρχαιο-εγκέφαλος παρέμενε περίπου ο ίδιος στα ανώτερα σπονδυλωτά, ενώ ο τελικός εγκέφαλος εξελίσσονταν. Με άλλους όρους, έθεταν ως αξίωμα την ύπαρξη μιας «ανατομικής και λειτουργικής ενότητας» σχεδόν ταυτόσημης στον άνθρωπο και τα ζώα.

Αυτή η άποψη είχε ιδιαίτερη σημασία, στον βαθμό που κατεύθυνε την έρευνα δίνοντας επιστημονικά ερείσματα σε μερικούς και επιτρέποντας σε άλλους το πέρασμα σε θέσεις εμπνεόμενες από τη θεωρία της εξέλιξης, τον βιταλισμό του Bergson και τον ρομαντικό γερμανικό νατουραλισμό. Το έργο των C. Von Monakow και R. Mourge10 απεικονίζει χαρακτηριστικά αυτό το πέρασμα, πραγματοποιώντας μια μεγαλειώδη σύνθεση νευρο-βιολογικών και ανθρωπολογικών συλλήψεων που φιλοδοξούσε να δώσει ένα γενικό σχήμα ή καλύτερα μια «νευρο-μεταφυσική της ψυχικής ζωής », όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Cl. Blanc.11 Αξίζει να σημειωθεί ότι πρώτοι οι Monakow και Mourgue χρησιμοποίησαν τον όρο ορμή με την έννοια μιας βάσης για την ψυχική και οργανική ζωή, μιας «μήτρας των ενστίκτων». Η ορμή είναι τρόπον τινά συνώνυμη με τη Ζωή και αποτελεί ιδιότητα του ζώντος πρωτοπλάσματος, αναδιατυπώνοντας τη συλλογιστική του μπερξονικού élan vital. Στη συνέχεια, το έργο του Guiraud δίνει μια διαφορετική έκφραση στην ίδια αυτή άποψη, αφού προηγου-μένως την απαλλάξει από τη βιταλιστική και βιολογίζουσα ανθρωπολογία του Monakow, αντιπροτείνοντας έναν «πρακτικό βιολογισμό», που θεωρεί ότι κάθε ζωτικός δυναμισμός είναι αδιαχώριστος από το αντίστοιχο βιο-νευρολογικό οργανωμένο υπόστρωμα.

Ο Monakow μαζί με τον Mourgue, στη βάση των απόψεών τους επεχείρησαν μια βιολογική προσέγγιση της σχιζοφρένειας, σύμφωνα με την οποία, η σχιζοφρένεια εξελίσσεται σε ένα υπόβαθρο που συνίσταται από «χυμούς». Το χυμικό αυτό υπόβαθρο είναι αλλοιωμένο εξαιτίας διαφόρων εκκριτικών διαταραχών που προκύπτουν από τη δυσλειτουργία των χοριοειδών πλεγμάτων και του διαφράγματος, το οποίο διαχωρίζει τις λειτουργίες εξωδέρματος – μεσοδέρματος, ελέγχοντας και προστατεύοντας τις λειτουργίες των ενστίκτων. Κατά συνέπεια, όλη η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας θα ήταν έμμεση και δευτερεύουσα εκδήλωση μιας πρωταρχικής αταξίας των ενστίκτων. Η «διανοητική σφαίρα» θα προσβαλλόταν ελαφρώς, αλλά θα είχε ήδη χάσει την ενεργοποίησή της από τα ένστικτα και η συναισθηματική ζωή θα γινόταν φτωχή, εφόσον το συναίσθημα θα είχε απορροφηθεί από τη διαταραγμένη «σφαίρα των ενστίκτων» που μάχεται για τη διατήρηση της λειτουργικότητάς της. Στο ερευνητικό επίπεδο το διάβημα του Monakow πρότεινε να μελετηθούν οι ενδοκρινικές και νευροφυτικές ρυθμιστικές διαδικασίες της πρωταρχικής διαταραχής των χυμών και των ενστίκτων μέσω της διερεύνησης παθολογικών ανατομικών ευρημάτων στην «πρώιμη άνοια».

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ο Guiraud μαζί με τον M. Dide,12 ήδη από το 1922, εντόπιζαν τις υποθετικές ανατομικές και λειτουργικές διαταραχές της «πρώιμης άνοιας» στην υποφλοιώδη περιοχή του εγκεφάλου και τις θεωρούσαν ως αποτέλεσμα μιας γενετικής, πρώιμης βλάβης των νευροφυτικών κέντρων και των κυτταρικών ομάδων που ελέγχουν τις λειτουργίες των ενστίκτων και την κιναισθητική σύνθεση. Σε αυτή την προοπτική, μάλιστα, ο Guiraud πρότεινε την αντικατάσταση του όρου Dementia Praecox του Kraepelin από τον όρο αθυμορμία (athymhormie), ενώ στη συνέχεια χρησιμοποίησε για την περιγραφή του ίδιου συνδρόμου και τον όρο ηβηφρένεια,13 που είχε ήδη προταθεί από τον Hecker το 1871 στη Γερμανία. Ο νεολογισμός «α-θυμ-ορμία» εξέφραζε σημασιολογικά και γλωσσικά την κάμψη της συναισθηματικότητας και του θυμικού, καθώς και την απώλεια της ζωτικής ορμής, αποκλείοντας κάθε νοηματική και ετυμολογική συσχέτιση με τη συνειρμική σχάση που σηματοδοτεί ο όρος «σχιζο-φρένεια» του Bleuler. Οι περιπέτειες των όρων αντανακλούν πάντα τις μεταβολές και τις εξελίξεις των θεωρητικών απόψεων. Η θεωρία της αθυμορμίας παραλληλιζόταν και με τη θεωρία της «απώλειας της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα», που υποστήριζε την ίδια περίπου εποχή ο Eugene Minkowski,14 μαθητής του Bleuler και του Bergson, ενώ τις σημαντικές τους διαφορές σχολίασε ο ίδιος σε ένα μεταγενέστερο κείμενό του.15

Η έννοια του «υπο-φλοιώδους ψυχισμού»

Η γενική σύλληψη του Guiraud ολοκληρώθηκε το 1975 με την προοδευτική επεξεργασία μιας θεωρίας για τον υπο-φλοιώδη ψυχισμό (psychisme sous-cortical).16 Η θεωρία αυτή δεχόταν την ύπαρξη ενός ανατομο-λειτουργικού χώρου από όπου αναδύεται η συνολική ψυχική αίσθηση (éprouvé psychique global) εκφραζόμενη από τις συνιστώσες της: την ορμική (hormique), τη θυμική (thymique) και την ενστικτική (ossitique). Οι τρεις αυτές επί μέρους εκφράσεις της «συνολικής ψυχικής αίσθησης» –βασικό στοιχείο της θεωρίας του Guiraud– θεωρούνται διαταραγμένες στην αθυμορμία. Το ηβηφρενικό και το παρανοειδές παραλήρημα αποτελούν διανοητική έκφραση αυτής ακριβώς της ορμοθυμικής διαταραχής.

Μέσα από τη γενική θεωρητική του σύλληψη, ο Guiraud φιλοδοξούσε να διερευνήσει τους δεσμούς, αλλά και τους συνδετικούς κρίκους που θα έπρεπε να εγκαταστήσει η ερευνητική σκέψη ανάμεσα στις ψυχικές διαδικασίες και τη νευροφυσιολογία, ανάμεσα δηλαδή στη λειτουργία ορισμένων νευρικών κέντρων και τον «στοιχειώδη ψυχισμό» (psychisme élémentaire) που εκφράζεται μέσω των πρωταρχικών αναγκών της πείνας, της δίψας και του πόνου. Στον βαθμό που η νευρο-φυσιολογία και η βιοχημεία αναπτύσσονταν, ο ανατομο-λειτουργικός χώρος του υπο-φλοιώδους ψυχισμού γινόταν κοινός τόπος νέων θεωρητικών συλλήψεων. Ο δικτυωτός σχηματισμός (système réticulaire),17 ο υποθάλαμος, ο ρινεγκέφαλος προσδιορίζονταν ως το σύνολο των δομών που αποτελούν το νευροφυσιολογικό υπόβαθρο των ενστίκτων και των συγκινήσεων, ενώ εμφανιζόταν η έννοια του μεταιχμιακού συστήματος (limbic system), δανειζόμενη την ονομασία της από τον μεγάλο μεταιχμιακό λοβό (grand lobe limbique) του πρωτογενούς φλοιού που είχε από το 1879 περιγράψει και ονομάσει ο Broca.18

Εν ολίγοις, η κλασική περιγραφή του ανατομο-λειτουργικού κυκλώματος των συγκινήσεων (circuit H.M.T.C.) το 1937 από τον Papez,19 οι μελέτες του 1939 των Kluver και Bucy20 σε σχέση με το γνωστό σύνδρομο που φέρει το όνομα τους, όπως και οι πολυάριθμες πειραματικές μελέτες και παρατηρήσεις επί της ανθρώπινης παθολογίας επέτρεψαν το 1952 στον P. D. Maclean21να ορίσει ανατομικά και λειτουργικά τη σύγχρονη έννοια του μεταιχμιακού συστήματος. Η εγρήγορση, οι συγκινήσεις, τα κίνητρα, η συμπεριφορά και τα «εν γένει συναισθήματα» (affects généraux) που «πληροφορούν συναισθηματικώς τον άνθρωπο αλλά και το είδος»,22 όλες αυτές οι λειτουργίες θεωρήθηκαν κατά μεγάλο μέρος αυτόνομες και απο-μονωμένες από τις νεο-φλοιώδεις δομές.23 Ο Maclean δε, υπογραμμίζοντας την αυτονόμηση αυτών των λειτουργιών, χαρακτήρισε τη διχοτομία ανάμεσα στον αρχαιο-εγκέφαλο και τον νέο-εγκέφαλο ως ένα είδος «σχιζο-φυσιολογίας».24

Είναι προφανές ότι αυτός ο ανατομο-λειτουργικός μανιχαϊσμός παραπέμπει ευθέως στα δίπτυχα «φλοιός – υποφλοιός» του Guiraud και «σφαίρα της νόησης – σφαίρα των ενστίκτων» του Monakow. Παρότι οι έννοιες αντιστοιχούν σε διαφορετικά θεωρητικά συστήματα, αξίζει να σημειωθεί ότι οι Monakow και Mourge, όπως και ο Guiraud, είχαν ήδη συλλάβει από το 1925, τη σπουδαιότητα του υποφλοιού και των ανατομο-λειτουργικών δομών του, επιχειρώντας τη σύνδεσή τους με την ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας.

Επανατοποθετήσεις του ζητήματος της βασικής συναισθηματικής διαταραχής στη σχιζοφρένεια

Τη δεκαετία του ’70, μια σειρά από αμερικανικές κυρίως μελέτες βιο-νευρολογικής και συμπεριφεριολογικής κατεύθυνσης επαναθέτουν με άλλους όρους το ζήτημα της δυσλειτουργίας του συναισθήματος και των ενστικτικών λειτουργιών στη σχιζοφρένεια. Η χρήση της έννοιας της ανηδονίας υποδηλώνει την έλλειψη της ικανότητας του ασθενούς να νιώσει ευχαρίστηση. H καταγωγή της ανηδονίας συνδέεται με μια θεωρία για τη σχι-ζοφρένεια που είχε προταθεί το 1956 από τον Sandor Rado.25 Σε αυτή τη θεωρία, η ανηδονία έχει κεντρικό ρόλο και θεωρείται ως ένα γενετικό έλλειμμα στη λειτουργία της ολοκλήρωσης (integration) της ευχαρίστησης, το οποίο μέσω βιο-νευρολογικών μηχανισμών προκαλεί εξασθένηση των κινήτρων (motivation), της ευζωίας (welfare) και των «θετικών» συγκινήσεων που αντανακλούν την ευχαρίστηση, ενεστώσα ή προσδοκώμενη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όλη η κλασική σχιζοφρενική συμπτωματολογία αποτελεί και πάλι δευ-τερεύουσα διαταραχή, συνέπεια του πρωταρχικού γενετικού ελλείμματος.

Η θεωρία του Rado –υιοθετημένη και εκσυγχρονισμένη από τον P. Ε. Meehl (1962, 1973)26 και απαλλαγμένη από τα όποια ψυχοδυναμικά στοιχεία οφείλονταν στην ψυχαναλυτική καταγωγή του Rado– προσφέρθηκε σε διάφορες υποθέσεις. Παραλληλιζόταν με άλλες θεωρίες για τη σχιζοφρένεια είτε βιοχημικές, που προϋποθέτουν μια υπεραύξηση ντοπαμίνης και ένα φθαρμένο μεταιχμιακό σύστημα (Stein και Wise 1971, 1973)27 είτε νευροφυσιολογικές, που θέτουν ως αξίωμα την ύπαρξη ενός «κέντρου ευχαρίστησης» (Olds και Milner,1954, Olds, 1956).28 Η θεωρητική αυτή βάση ενέπνευσε διάφορες νεότερες μελέτες νευρο-βιολογικής και συμπεριφεριολογικής κατεύθυνσης.

Πιο πρόσφατα, η έννοια της αθυμορμίας και το έργο του Guiraud επανήλθαν στην επικαιρότητα από γαλλόφωνους κυρίως νευρολόγους ερευνητές,29 στο πλαίσιο μιας ανανεωμένης, κατ’ αυτούς, νευροψυχιατρικής προσέγγισης, σύμφωνα με την οποία ορισμένα παρόμοια ή κοινά για την ψυχιατρική και τη νευρολογία συμπτώματα, παρότι ανήκουν σε διαφορετικές κλινικές οντότητες, αντιπροσωπεύουν ένα κοινό έλλειμμα μιας φυσιολογικής λειτουργίας. Στην περίπτωση της αθυμορμίας, η ελλειμματική λειτουργία θα ήταν τα κίνητρα (motivation).30 Είναι, βεβαίως, εντελώς θεμιτό να αναρωτηθούμε κατά πόσο πρόκειται περί «ανανεωμένης» προσέγγισης ή περί επιστροφής σε πρότερες, γνωστές κλινικές και ερευνητικές συνθήκες που είχε ήδη ξεπεράσει το πλούσιο έργο του Guiraud μέσα από τις υποθέσεις που διατύπωσε, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, τα αδιέξοδα και τις α-πορίες που ανέδειξε.

Μια συνεπής όσο και αδύνατη σύνθεση

Το διάβημα του Guiraud αποκτά διαχρονική αξία στον βαθμό που επιχειρεί –μέσα από την πράξη του εμπνευστή31 του– μια συνεπή σύνθεση της κλινική εμπειρίας, της κλινικής παρατήρησης, της εργαστηριακής έρευνας και της επιστήμης της εποχής. Πρόκειται για μια συνεπή όσο και αδύνατη σύνθεση, η οποία καταδεικνύει τα όρια, αν όχι το επιστημολογικό αδιέξοδο των ολιστικών συλλήψεων που φιλοδοξούν να ερμηνεύσουν σφαιρικά την ψυχοπαθολογία του ανθρωπίνου όντος.

Η γενική, όμως, αυτή τοποθέτηση απαιτεί ορισμένες πρόσθετες επισημάνσεις. Το έργο του Guiraud εγγράφεται στο πλαίσιο της Ψυχιατρικής των χρόνων του ’20, όταν, σε αντίδραση στην εισβολή της ψυχανάλυσης και του εννοιολογικού της συστήματος, παρατηρείται μια άνθηση ψυχιατρικών επιστημονικών δογμάτων και συστημάτων (Eugene Minkowski, Henri Ey στη Γαλλία, Kurt Schneider και φαινομενολογικό ρεύμα στη Γερμανία), όπου η κλινική αποκτά αξία πρακτικής απεικόνισης γενικών ανθρωπολογικών αρχών και σημαντικών παθογενετικών υποθέσεων.32 Ωστόσο, τo ψυχιατρικό έργο του Guiraud θα παραμεριστεί από τον «οργανο-δυναμισμό» του Henri Ey. Η συνολική σύλληψη φιλοδοξούσε να προσδιορίσει τον ψυχισμό εγκλείοντάς τον στη νευρολογική δομή του οργανισμού και ανα-ζητούσε το ασυνείδητο στη «βαθειά», «βιο-λογική» του έκφραση που είναι «απρόσιτη» στην ψυχανάλυση,33 θεωρώντας ότι το οργανικό και το ψυχικό επίπεδο αντιπροσωπεύουν δύο όψεις μιας ίδιας και μοναδικής πραγματικότητας (monisme à double aspect).34

Σε αυτή τη μονιστική κατεύθυνση, ο Guiraud αναζητούσε έρεισμα στη διπλή όψη της Φυσιολογικής ψυχολογίας του Wilhelm Wundt, ώστε να αποφύγει τη σχάση φυσικών επιστημών και επιστημών του ανθρώπου.35 Στα ανατομικά και φυλογενετικά βάθη του υπο-φλοιώδους ψυχισμού επιχείρησε, εν ολίγοις, μια παρακινδυνευμένη συνάντηση της νευροβιολογίας με την ψυχανάλυση και τη φαινομενολογία. Μια συνάντηση σημαντική, η οποία στο πεδίο της ψυχιατρικής πρακτικής μεταφραζόταν σε έναν «εκλεκτικισμό» που, χωρίς να αίρει τις αντιφάσεις, αποδεχόταν την ενδοσκόπηση και επιχειρούσε να πάρει ίσες αποστάσεις από τον απόλυτο οργανικισμό και τον ακραίο ψυχολογισμό.

Προφανώς, η έννοια του υπο-φλοιώδους ψυχισμού μοιάζει σήμερα απλοϊκή στην προσπάθεια να εντοπισθεί η «βιολογική» έκφραση του φροϋδικού ασυνειδήτου στα τοιχώματα της τρίτης κοιλίας, ωστόσο δεν παύει να εκφράζει και να αναδιατυπώνει, με όρους που συμπυκνώνουν την επιστημονική γνώση της εποχής, ένα ζήτημα διαχρονικό. Εγκλείοντας το ψυχικό και το οργανικό στοιχείο σε έναν πρωτόγονο, αδιαφοροποίητο και τελικά αινιγματικό ζωτικό δυναμισμό, όπως το επιχειρεί ο μονισμός του Guiraud, δεν είναι άραγε σε τελευταία ανάλυση και ένας ευρετικός τρόπος επίκλησης των αιώνιων α-ποριών για τη φύση, την ψυχή, το σώμα, την άρθρωσή τους με την επιστήμη και την ψυχοπαθολογία του ανθρωπίνου όντος;

 

1  Kraepelin E. (1899), Leçons cliniques sur la Démence Précoce et la psychose maniaco-dépressive, éd. Privat, Paris 1970.

2  Bleuler E. (1911) Dementia Praecox or the group of schizophrenias, International Universities Press, New York, 195.

3  Bergson H. (1907), Lévolution créatrice, Paris.

4  Blondel Ch. (1928), La conscience morbide, 2e ed., Alcan, Paris.

5  Laura G. et Hecaen H. (1978), Évolution des connaissances et des doctrines sur les localisations cérébrales, Desclée de Brouwer, Paris.

6  Βλ. G. Lanteri Laura (1980) Esquisse d’un organicisme critique in Mélanges en l’honneur de Georges Daumezon, Edit. Privât και επίσης στους G. Lanteri Laura et L. Del Pistoia, (1981), Les principales théories dans la Psychiatrie contemporaine. Encycl. Med. Chir., Psychiatrie 37006, A 10, Paris.

7  Truelle V, Petit G. (1922), «Les troubles mentaux dans l’encéphalite épidémique», Congrès des aliénistes et neurologistes de langue française, ed. Masson, Paris.

8  Von Economo C. (1959), Encephalitis Lethargica, Springer, Berlin, νέα έκδ.

9  Οι τίτλοι ορισμένων εργασιών, που παραθέτω ως παράδειγμα, εκφράζουν το πνεύμα εκείνης της εποχής και υποδεικνύουν την κατεύθυνση που ακολούθησε στη συνέχεια η έρευνα: «Is the hypothalamus a center of emotion?» και «The hypothalamus in Psychiatry» (J. H. Masserman, 1941), «Le rôle du 3e ventricule dans le psychisme (Guiraud, 1944), “Les troubles psychiques de type expansif au cours des interventions sur la région du 3e ventricule” (David, Hécaen et Talairach, 1946), «The hypothalamus and affective behavior in cats» (M.D. Whetley, 1944), «Relation of hypothalamus to disorders of personality» (Β. Alpers, 1937), “Les troubles psychiques secondaires aux néoplasmes du mésodiencéphale» (Lhermitte, Ajuriaguerra, Hécaen, 1945.

10  Von Monakow C. et Mourge R. (1928), Introduction Biologique à 1’étude de la Neurologie et de la Psychopathologie, Ed. Alcan, Paris.

11  Blanc Cl. (1966), Conscience et inconscient dans la pensée neurobiologique actuelle in Linconscient, VI Colloque de Bonneval 1960, sous la direction de Henri EY, Ed. Desclée de Brower, Paris.

12  Guiraud, P. et Dide, M. (1922), Psychiatrie du Médecin Praticien, Masson, Paris.

13  Guiraud P. (1968), «Origine et évolution de la notion de Schizophrénie», Confrontations Psychiatriques, No 2, p.15-29.

14  Minkowski E. (1926), La notion de perte du contact vital avec la réalité et ses applications en psychopathologie, Paris, Jouve.

15  Minkowski E. (1966), «Au fil du courant en suivant la démence précoce», L’Évolution Psychiatrique, Fasc. 2, T. XXXI, p. 363-369.

16  Βλ. Guiraud P. (1950), Psychiatrie Générale, Librairie le François, Paris και την τελική διατύπωση της θεωρίας του υποφλοιώδους-ψυχισμού στο Guiraud P. (1975), L’Eprouvé Psychique Global, L’Évolution Psychiatrique, Fasc. 1, T. XL, 41-100.

17  Βλ. Moruzzi G. and Magoun H.W. (1949), Brain stem formation and activation of Ε.Ε.G. Clin. Neurophysiol, 1, p. 455-473 και H.W. Magoun (1960), The Walking Brain, γαλλική μετάφραση, Le cerveau éveillé, PUF.

18  Broca P. (1878), Anatomie comparée des circonvolutions cérébrales. Le grand lobe limbique et la scissure limbique dans la série des mammifères, Revue d’Anthropologie 1, 385-498.

19  Pappez J. (1937), A proposed mechanism of emotion, Arch. Neurol. Psychiat. (Chicago), 38, 725-743.

20  Kluver H. and Bucy P.C. (1939), Preliminary analysis of functions of the temporal lobes in monkeys, Arch. Neurol. Psychiat., 42, 979-1000.

21  Maclean PD. (1952), Some psychiatric implications of physiological studies on frontotemporal portion of limbic system (visceral brain), Electroenceph. Cl. Neuropsysiol., 4, 407-418.

22  Maclean P.D. (1970), Le cerveau limbique. À propos de la tendance paranoïde chez 1’homme, Confrontations Psychiatriques, No 6, 45-64.

23  Maclean, P.D. (1964), Man and his animal brains, Mod. Med., 32, 95-106.

24  Maclean P.D. (1970), Le cerveau limbique. À propos de la tendance paranoïde chez 1’homme, Ό.π.

25  Rado S. (1956), Psychoanalysis of behavior, Collected Papers, vol. I, Grune and Stratton, New York.

26  Meehl PE. (1962), Schizotaxia, schizotypy, schizophrenia. American Psychologist. 17, 827-838 και Meehl PΕ. (1973) Psychodiagnosis – Selected Papers, Minneapolis, University of Minnesota Press.

27  Stein & Wise CD. (1971), Possible etiology of schizophrenia: progressive damage to the noradrenergic system by 6-hydroxydopamine, Science, 171, 1032-1036 και Stein & Wise CD. (1973), Dopamine-b-hydroxylase deficits in the brain of schizophrenic patients, Science, 181, 344-347.

28  Olds J & Milner P. (1954), Positive reinforcement produced of electrical stimulation of septal area and other regions of rat brain, Journal of Comparative and Physiological Psychology, 47, 419-427. Olds J. (1956), Pleasure centers, Brain. Scien. Amer. 195, 105-116.

29  Βλ. Habib M, Poncet M. (1988), Perte de l’élan vital, de l’intérêt et de l’affectivité (syndrome athymhormique) au cours des lésions lacunaires des corps striés. Rev Neurol, 144, 571- 577, επίσης Habib M. (1998) Apathie, aboulie, athymhormie : vers une neurologie de la motivation humaine. Rev Neuropsychol, 8, 4, 537 586.

30  Luauté J-P, Saladini O. (2001), Le concept français d’athymhormie de 1922 à nos jours, Rev Can Psychiatric, 46, 639-646.

31  Πέρα από τις εργαστηριακές του έρευνες, ο Guiraud άσκησε την ψυχιατρική στο Παρίσι, στα νοσοκομεία Ville-Evrard, Villejuif και Sainte-Anne.

32  Παραπέμπω στη μελέτη του Bercherie, P. (1980), Les fondements de la clinique, ed. Ornicar, Paris.

33  Guiraud P. (1957), Rencontres dans les profondeurs, Évolution Psychiatrique, Fasc. 2, T. XXII, 181-205.

34  Guiraud P. (1950), Psychiatrie Clinique, Ό.π.

35  Idem, σ. 24.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.