Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Νίκος Τζαβάρας
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΔΠΘ και
Επίτιμος Πρόεδρος της ΕΨΕ

σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]

Απόψεις του Jaspers επί της γλώσσας

αφιέρωμα : Η Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers

Η γλώσσα, ως ένα μοναδικό διαμεσολαβητικό εργαλείο ανάμεσα στις διαφορετικές σημασίες του Είναι – σύμφωνα με μία αρχική διατύπωση του Jaspers–, απαιτεί την επικέντρωση της φιλοσοφίας στη γνώση των διαστάσεών της. Παράλληλα το γεγονός πως ανήκει στις θεμελιακές προϋποθέσεις της φιλοσοφικής συνείδησης παραπέμπει σε συσχετισμούς που διαπερνούν τη διαμόρφωση των απόψεών του από την περίοδο των κλινικών του μελετών έως την καθοριστική σύγκλιση των αναζητήσεών του στην έννοια της Επικοινωνίας. Ήδη κατά την εκπόνηση του κλασικού έργου του για τη Γενική Ψυχοπαθολογία,1 η επιχειρούμενη μεθοδολογική διάκριση μεταξύ της Εξήγησης και της Κατανόησης σχετίζεται με τη διττή απαίτηση της ψυχιατρικής διάγνωσης και θεραπείας, δηλαδή με την πολυπλοκότητα μιας ιδιόμορφης επικοινωνίας. Η κατανόηση εξυπηρετείται πρωτίστως από το όχημα της γλώσσας κατά τη συνομιλία του ασθενούς με τον ψυχίατρο, ο οποίος καλείται διαμέσου της ενσυναισθησίας να διερευνήσει τα ψυχοπαθολογικά φαινόμενα.2 Ας σημειωθεί εδώ πως η περίσκεψη του Jaspers ως προς τη φαινομενολογική τοποθέτηση και τα αποτελέσματα των διαμειβόμενων διαλόγων τον υποχρεώνουν να αναζητήσει τη “συναισθηματική συνήχηση” ή τη “μετάθεση εντός του Άλλου” στις αναλογικές ψυχολογικές εκτιμήσεις, την εσωτερική αναδημιουργία των ξένων βιωματικών αντιδράσεων. Στο “κατανοείν” προσδίδεται ένας ατέρμων χαρακτήρας επειδή όχι μόνον δεν υφίσταται ένα αντικειμενικά απολύτως ασφαλές προσληπτικό όργανο, αλλά αντιθέτως η άνευ προκαταλήψεων συν-βίωση του ψυχοπαθολόγου με τη ξένη ψυχική πραγματικότητα προσκρούει στις ενδεχόμενες παρεμβολές της υποκειμενικότητάς του εντός της οποίας οφείλει να ανασχηματισθεί ο Άλλος. Ήδη σ’ αυτό το σημείο διαφαίνονται οι πρώτες κρίσεις για την αξιοποιήσιμη φερεγγυότητα της γλώσσας.

Κατά τον Jaspers –όπως αργότερα θα αναπτύξει στη “Φιλοσοφική Λογική”–, η γλώσσα αποτελεί την εκάστοτε αντικειμενικότητα. Μόνον η γλώσσα διεκδικεί τη μετατροπή των βιωμάτων, συναισθημάτων, αισθητηριακών ερεθισμών σε πνευματικές οντότητες, ώστε να προσφέρουν στη συνείδηση τη δυνατότητα των περαιτέρω συνδυασμών, συγκρίσεων, κρίσεων όπως και μία πρώτη διασαφήνιση των εμπειρικών δεδομένων. Το υποκείμενο δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τη γλώσσα, η οποία επικαλύπτει, διαρκώς επεκτεινόμενη στην καθολικότητα του ψυχισμού, όλες του τις έμπρακτες εκδηλώσεις ή στοχαστικές προσαρμογές. Παράλληλα συντελείται μία υπερκέραση της γλώσσας που έχουμε δεχθεί, πραγματοποιείται η αποδέσμευση από τα συνεκτικά της στοιχεία καθώς μεταποιείται και μεταμορφώνεται σε μία άλλη γλώσσα – δίχως βεβαίως να μπορούμε να στερηθούμε ποτέ τη γλώσσα καθαυτή.

Όμως οι δεσμοί με τη γλώσσα μπορούν να αποβούν –σχολιάζει ο Jaspers– μία πηγή αναληθείας στον βαθμό που η υφιστάμενη “εναρμόνιση”, “συνήχηση” μεταξύ της ψυχής και της αντικειμενικότητάς της εντός της γλώσσας δεν θα αποκτήσουν ποτέ μία πλήρη, αδιάσειστη ταυτότητα. «Συναίσθημα και Εμπειρία παραμένουν ακινητοποιημένα και δίχως εκτύλιξη, αν δεν προσδεθούν με τη γλώσσα. Αντιστρόφως όμως η γλώσσα οδηγεί σε ασφυξία και πλάνη, αν γίνει αποδεκτή ως κατοχή οριστικής τελείωσης». Αυτός ο σκεπτικισμός απέναντι στη γλώσσα επανευρίσκεται στις παρατηρήσεις του Jaspers που διέπουν τους ενδοιασμούς του για μια εύκολη, αβασάνιστη αποδοχή της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής και ιδιαίτερα της ψυχανάλυσης.

Μολονότι η οξύτατη κριτική που άσκησε κατά εξαίρετων εκπροσώπων και συναδέλφων του ψυχαναλυτών, όπως του Mitscherlich, δημιουργεί πολλές φορές την εντύπωση μιας υπερβολής, αποτελεί εντούτοις τη συνεπή προέκταση των φιλοσοφικών του θέσεων, που αφορούν την επίτευξη μιας διαφανούς, φωτισμένης ύπαρξης (Existenzerhellung), η οποία δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί χάρη σε μία παντελώς ελεύθερη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού. Η συνθήκη για την προώθησή της παραμένει η γλωσσική επικοινωνία ανάμεσα σε εταίρους, υπό την προϋπόθεση πως μεταξύ τους ισχύει μία συμμετρική και προσωπική σχέση – κάτι που δεν είναι δυνατό να εξασφαλίσει η ψυχανάλυση. Κατά τη γνώμη του, η διδακτική ανάλυση αναλογεί σε θρησκευτικού τύπου δοκιμασίες, οι οποίες επιδιώκουν την εν τέλει συνειδησιακή επιβολή μιας ορισμένης «αλήθειας» με προσχηματισμένους στόχους της σκέψης. Ήδη η μεγάλης διάρκειας διδακτική ανάλυση, όπως και η μονομέρεια της περιβάλλουσας εκπαιδευτικής ατμόσφαιρας, οδηγούν τον μειούμενο γιατρό στην πλήρη ταύτιση με την ψυχαναλυτική πρακτική – η οποία, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κοσμοθεωρία, στρέφεται κατά της επιδίωξης ενός διαρκούς στοχαστικού ελέγχου του Εαυτού. Αυτή η απαίτηση και θεωρητική τοποθέτηση μπορεί να θεμελιωθεί στην επικοινωνιακή διαδικασία, δηλαδή στη δημιουργική και ελεύθερη, κριτική περίσκεψη απέναντι στην εφαρμοζόμενη γλώσσα, που αποφεύγει και αποκαλύπτει τον οποιοδήποτε καταναγκασμό.3

Για τον ίδιο φιλόσοφο, η Ύπαρξη κατευθύνεται πάντοτε προς τον Άλλον – μία θέση την οποία εκτυλίσσει από τη Γενική Ψυχοπαθολογία έως τα τελευταία του φιλοσοφικά έργα. Το Είναι του Εαυτού χρειάζεται την επικοινωνία4 με άλλους ανθρώπους. Στο πλαίσιο της μπορεί να πραγματοποιηθεί η αναζήτηση του Άλλου και του Εαυτού, που αποτελεί σκοπό της φιλοσοφίας διαμέσου ενός “αγώνα αγάπης”. Μία πορεία κατά την οποία εκδηλώνεται τόσο η επίθεση όσο και η αυτοδικαίωση για να αρθεί η αναζήτηση της εξουσίας και ισχύος διαμέσου μιας διευρυνόμενης εγγύτητας και εμπιστοσύνης. Τότε όταν εκτίθεται και “παραδίδεται” ο Ένας στον Άλλον.5

Επανερχόμενος στη φιλοσοφική θεμελίωση του φαινομένου της γλώσσας από τον Jaspers, θα ήθελα να επιμείνω σε δύο έννοιες που χρησιμοποιεί, αξιοσημείωτες για το έργο της ψυχιατρικής. Η πρώτη αφορά Σημασίες που συνοδεύουν την αποκάλυψη του Είναι και που αναδεικνύονται μέσω της σχάσης του. Η γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποκάλυψη του Είναι και είναι το θεμελιακό φαινόμενο που συνυφαίνεται με την κατανόηση των σημασιών.

Η δεύτερη παραπέμπει σε μία πρωταρχικής θέσης στο έργο του Jaspers έννοια του Εναγκαλισμού του Είναι (Umgreifen)6 από τη γλώσσα, η οποία ωστόσο συντίθεται δια του ομιλείν εντός της ανθρώπινης κοινωνίας και προέρχεται από τα ηχοείδωλα. Τότε μόνον ένας ήχος που αρθρώνεται συμπεριλαμβάνεται στις γλωσσικές κατακτήσεις, όταν κατευθύνεται προς το αντικείμενο και τη σημασία. Η γλώσσα, κατά τον Humboldt, είναι ένας κόσμος τον οποίον το πνεύμα υποχρεώνεται μέσω της εσωτερικής διεργασίας να τοποθετήσει μεταξύ του ιδίου και των αντικειμένων. Παράλληλα, η δημιουργία της λαμβάνει χώρα δίχως προαίρεση και είναι γι’ αυτό μία εξαίρεση ανάμεσα στα “εργαλεία” του ανθρώπου. Κατ’ αρχήν η παραγωγή της γλώσσας παρακολουθεί την επικέντρωση του ανθρώπου στα πράγματα και πλάθεται ασυνειδήτως. Αργότερα οδηγείται το ενδιαφέρον προς την ίδια τη γλώσσα, της οποίας η υφή καθίσταται ενσυνείδητη και η μεταχείρισή της αποκτά πλέον τον χαρακτήρα ενός εργαλείου, ενός έργου. Σ’ αυτή τη φάση μιας δεύτερης γλωσσικής τέχνης (Sprachkunst) προστίθεται η γενεσιουργία ή κατασκευή κανόνων, νέων λεκτικών παραγώγων, προτάσεων κ.λπ. Όμως η πρόθεση εκπονήσεων που επιβάλλεται προκαλεί τις ενοχλήσεις που συνδυάζονται με παραποιήσεις της αρχαϊκότητας της τέχνης της γλώσσας. Έτσι η κατευθύνουσα τάση αντικαθιστά την αυθορμησία και αυθεντικότητα, που εμμένει στη σχέση με τα πράγματα και που διασφαλίζει την πραγματικότητα και την αλήθεια της ίδιας της γλώσσας. Όταν αυτό διατηρείται ή επιτυγχάνεται με τον προσανατολισμό της συνείδησης προς τα πράγματα, σημειώνεται ένας ουσιαστικός εμπλουτισμός της γλώσσας η οποία επιχειρεί τον εναγκαλισμό του Είναι. Γιατί πίσω από τις γλωσσικές εκφάνσεις αποσκοπεί η συνείδηση στις Σημασίες.

Κατά τον Jaspers, οι σημασίες δεν είναι όμως προσβάσιμες παρά μόνο χάρη στη γλώσσα, η οποία μεταβάλλεται καθώς εμείς προσανατολιζόμαστε προς τη σημασία. «Η σημασία φωτίζεται καθώς μας χαρίζεται η γλώσσα. Εντούτοις, δράττομε τη γλώσσα καθώς κατευθυνόμαστε προς τις σημασίας, όχι προς τη γλώσσα. Αποτελεί κάτι το θαυμάσιο όταν συναντούμε τη δύναμη της γλώσσας που αναδύεται από μόνη της καθώς μας συγκινεί η ορμή των περιεχομένων….»

1  Το πόσο σημαντική υπήρξε η παρουσία του Jaspers στην εξέλιξη της Ψυχιατρικής προκύπτει από τη μαρτυρία του Ludwig Binswanger: «Ο Karl Jaspers», σημειώνει στη μελέτη του “ο Karl Jaspers και η Ψυχιατρική” από το 1943, «υπέδειξε στην Ψυχιατρική – ως ο συγγραφέας της Γενικής Ψυχοπαθολογίας και των πραγματειών του για τον Στρίνμπεργκ και Βαν Γκογκ – την κατεύθυνση της ψυχιατρικής έρευνας και την οδό σύμφωνα με το “Πνεύμα”. Και μόνο αυτός ο λόγος επαρκεί για να αντικρίζουμε στη διακοπή της ψυχιατρικής του σταδιοδρομίας τη μεγίστη χαμένη δυνατότητα στην Ιστορία της νεώτερης ψυχιατρικής».

2  Αναφορικά με την προβληματική της Κατανόησης (ή του Καταλαμβάνειν) βλ. το άρθρο “Ερμηνευτική και Κατανόηση” του Ν. Τζαβάρα, στον τόμο “Σχιζοφρένεια”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2002.

3  Οι επανερχόμενες αμφιβολίες του Jaspers κατά της ψυχανάλυσης – οι οποίες συνοδεύονται από ανάλογες επιφυλάξεις της μαθήτριας και φίλης του Hannah Arendt στο πλαίσιο της πολύχρονης αλληλογραφίας τους – δεν συνοδεύονται, όπως έχει παρατηρηθεί, από μία ανάλογη σφοδρότητα όταν επικρίνει πλευρές της ψυχιατρικής. Εντούτοις η διένεξή του με ψυχαναλυτές και ψυχοσωματικούς παρουσιάζουν ένα μεγάλο ενδιαφέρον για μία περίοδο θεωρητικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ρεύματα που ενδιαφέρονταν για την κατανόηση των ψυχικών νόσων. Συγκρούσεις που έχουν εκλείψει στην περίοδο που διερχόμαστε. Σ’ αυτή την εισήγηση δεν είναι δυνατή μία μεγαλύτερης έκτασης αναφορά στην ίδια θεματική. Μία επιμελημένη και ιδιαίτερα αξιοποιήσιμη σύνοψή της βρίσκει κανείς στο βιβλίο του Matthias Bormuth Lebensführung in der Moderne – Karl Jaspers und die Psychoanalyse,  frommann-holzboog, 2002.

4  Η επικοινωνία ως φιλοσοφική έννοια εγκαθίσταται από τον Jaspers και διεκδικεί – όπως αναφέρεται στο Ιστορικό Λεξικό της Φιλοσοφίας, Historisches Wörterbuch der Philosophie, Schwabe Verlag, 1976, – μία κεντρική θέση στη σκέψη του. Ως προς την επικοινωνία που σχετίζεται με το Dasein (το Ιδού-Είναι), τη συγκεκριμένη ύπαρξη – πέραν των υπολοίπων μορφών της επικοινωνίας –, ο Jaspers σημειώνει μεταξύ άλλων πως πρόκειται “για την κοινότητα των συμπαθειών και ενδιαφερόντων που η επικοινωνία διατηρεί και προωθεί εκατέρωθεν”.

5  Είναι αδύνατο να συμπεριληφθεί η ανέλιξη της φιλοσοφικής προοπτικής του Jaspers σε αυτή την εργασία. Επανερχόμενοι ωστόσο στη σύνδεση του θεμελιώδους θέματος της Επικοινωνίας για την ψυχιατρική, δεν θα θέλαμε να παραλείψουμε τα τρία κριτήρια που υιοθετεί ο Jaspers για έναν ψυχίατρο που θα εφάρμοζε μία αποδεκτή ψυχοθεραπεία. Θα όφειλε να διακρίνεται για τη χαρακτηρολογική του επάρκεια, να διαθέτει μία παραδεκτή “κοσμοθεωρία” και να εκπέμπει την ανθρωπιά ενός γιατρού. Πρόκειται για το ήθος – όπως παρατηρεί ο Bormuth – μιας νηφάλιας εντιμότητας που θα αποφεύγει τη χειραγώγηση του ασθενούς.

6<sup>  Η λέξη Umgreifen δύσκολα μεταφέρεται στην Ελληνική. Υποδηλώνει την ενεργητική επέκταση της γλώσσας εντός του Είναι καθώς το εμπερικλείει και το καθιστά αντικείμενο της συνείδησης που κατανοείται.

Βιβλιογραφία

Matthias Bormuth. Lebensführung in der Moderne.  Karl Jaspers und die Psychoanalyse.  Stuttgart–Bad Cannstatt  2002.

Karl Jaspers. Allgemeine Psychopathologie.  Berlin-Heidelberg-New York  1965.

Karl Jaspers. Philosophie und Welt.  Reden und Aufsätze.  München  1958.

Karl Jaspers. Psychologie der Weltanschauungen (1919). Berlin  1960.

Karl Jaspers. Die Sprache.  Über das Tragische  (1947).  München-Zürich  1990.

Hans Saner. Jaspers.   Reinbeck  bei Hamburg  1987.

  1. Ritter und K. Gründer (Hg). Historisches Wörterbuch der Philosophie. Band 4:  «Kommunikation» Basel-Stuttgart  1976

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.