Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Παναγιώτης Ουλής
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής
στην Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του ΕΚΠΑ
Αιγινήτειο Νοσοκομείο

σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]

Φιλοσοφικά θεμέλια της «Γενικής Ψυχοπαθολογίας» του Karl Jaspers

αφιέρωμα : Η Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers

Εισαγωγή

Συμπληρώθηκαν φέτος 100 χρόνια από την πρώτη έκδοση του μνημειώδους έργου του Karl Theodor Jaspers (1883-1969) «Γενική Ψυχοπαθολογία» (Jaspers 1913), και πέρυσι 70 χρόνια από την υπερδιπλάσια σε έκταση τελευταία αναθεώρησή του (1942), που καθυστέρησε ωστόσο να κυκλοφορήσει κατά τέσσερα χρόνια λόγω του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Jaspers 1946, 1948). Η επέτειος αυτή εορτάζεται διεθνώς με πληθώρα συνεδρίων, αφιερωμάτων σε έγκριτα ψυχιατρικά περιοδικά και έκδοση επετειακών τόμων μελετών του ψυχοπαθολογικού έργου του Jaspers (βλέπε π.χ. Jablensky 2013, Maj 2013, Fusar-Poli et al 2013, Stanghellini and Fuchs 2013). Στη χώρα μας δεν έχει μεταφραστεί ακόμη ούτε το μνημειώδες έργο του Jaspers, ούτε κάποιο από τα τουλάχιστον δύο κλασικά πλέον μεθοδολογικά άρθρα του (Jaspers 1912, 1913, βλέπε Jaspers 1963). Το παρόν κείμενο επιχειρεί να εκθέσει συνοπτικά και να επεξηγήσει τις βασικές φιλοσοφικές και μεθοδολογικές θέσεις της Γενικής Ψυχοπαθολογίας του Jaspers όπως κυρίως αυτές αναπτύχθηκαν στα δύο προαναφερθέντα μεθοδολογικά άρθρα του. Επιπλέον, επιχειρεί να υπογραμμίσει τη διαρκή επικαιρότητά, τους αλλά και να επισημάνει τις κύριες ανεπάρκειες και τους περιορισμούς τους, που καλείται να διορθώσει και να υπερβεί η σύγχρονη έρευνα των θεμελίων της Ψυχοπαθολογίας και της Ψυχιατρικής. Περισσότερο διεξοδική κριτική παρουσίαση και εξέτασή τους επιχειρείται σε άλλες εργασίες μας (βλέπε Ουλής 2006, Μέρος Πρώτο, Oulis submitted for publication a, b).

Τα φιλοσοφικά θεμέλια της «Γενικής Ψυχοπαθολογίας»

Οι φιλοσοφικές αρχές που διαπνέουν τη “Γενική Ψυχοπαθολογία” στοχεύουν στην αυστηρή μεθοδολογική θεμελίωση μιας επιστημονικής Ψυχοπαθολογίας στο σταυροδρόμι των επιστημών της Φύσης και του Ανθρώπου. Αντιδρώντας στον ριζοσπαστικό βιολογικό αναγωγισμό της ακαδημαϊκής Ψυχιατρικής της εποχής του, ο Jaspers επιχειρεί να αναδείξει τη σπουδαιότητα της μεθοδολογίας των επιστημών του Ανθρώπου στην ψυχοπαθολογική επιστημονική έρευνα. Ακριβέστερα και λίαν επιγραμματικά υποστηρίζει τις εξής θέσεις (Jaspers 1912/1963):

1. Αντικείμενο της επιστημονικής Ψυχοπαθολογίας είναι τα ψυχικά βιώματα των ψυχικά ασθενών όπως ακριβώς αυτά λαμβάνουν χώρα στη συνειδητότητά τους, όχι το εξω-συνειδητό, σωματικό «υπόστρωμά» τους. Σημειωτέον ότι η «συνειδητότητα», κατά τον Jaspers, συμπεριλαμβάνει τα μη-συνειδητά αλλά δυνάμει συνειδητοποιήσιμα ψυχικά βιώματά μας και, συνεπώς, είναι συμβατή με την αποδοχή από αυτόν κάποιας έννοιας ασυνειδήτου, όχι όμως κατ’ ανάγκην με την ψυχαναλυτική έννοια του «ριζικού» ασυνείδητου που ο Jaspers αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό.

2. Η φύση του αντικειμένου της Ψυχοπαθολογίας, δηλαδή οι πραγματικοί τύποι ψυχοπαθολογικών βιωμάτων της συνειδητότητας των ασθενών, καθιστά υποχρεωτική τη συστηματική διερεύνηση και ακριβή περιγραφή τους. Η ακρίβεια της περιγραφής τους είναι προαπαιτούμενη κάθε περαιτέρω απόπειρας ερμηνείας ή εξήγησής τους. Η επιστημονική εξήγηση είναι πάντοτε εξήγηση επιλεγμένων όψεων κάποιου γεγονότος ή κάποιας κλάσης ομοειδών γεγονότων και συνεπώς προϋποθέτει λογικά την κατά το δυνατόν ακριβέστερη προκαταρκτική περιγραφή τους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην περίπτωση των ψυχοπαθολογικών γεγονότων της συνειδητότητας των ψυχικά ασθενών, οι αιτιολογικοί παράγοντες των οποίων είναι όχι μόνον πολλοί και ποικίλοι, αλλά και εν πολλοίς άγνωστοι ακόμη, τουλάχιστον ως προς τους ακριβείς μηχανισμούς άσκησης της ψυχοπαθογόνου δράσης τους. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι θιασώτες του ριζοσπαστικού βιολογικού αναγωγισμού οφείλουν να εγκύψουν σοβαρά και να επιλύσουν το πρόβλημα της περιγραφής των ψυχοπαθολογικών βιωμάτων των ασθενών εν όψει της σκοπούμενης αναγωγικής βιολογικής εξήγησής τους. Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τους θιασώτες άλλων, αντίπαλων των βιολογικών, θεωρητικών εξηγητικών ή ερμηνευτικών προσεγγίσεων, ψυχολογικών, κοινωνικών κ.ά. Ως γνωστόν, η έμφαση του Jaspers στην προτεραιότητα της ψυχοπαθολογικής περιγραφής έναντι της ψυχοπαθολογικής αιτιολογικής εξήγησης σφράγισε ανεξάλειπτα τα διεθνή ψυχιατρικά διαγνωστικά συστήματα των τελευταίων 40 χρόνων, κατά μια διαφορετική ωστόσο έννοια κλινικής περιγραφής από την γιασπερσιανή έννοια της φαινομενολογικής ψυχοπαθολογικής περιγραφής. Οι φαινομενολογικές ψυχοπαθολογικές περιγραφές είναι λεπτομερείς και εδράζονται στα βιώματα και τις αυτοπεριγραφές των ίδιων των ασθενών. Αντίθετα στα σύγχρονα διαγνωστικά συστήματα είναι λίαν ισχνές και συχνά περιορίζονται σε λιτούς λεξικολογικούς ορισμούς των κλινικών ψυχοπαθολογικών εννοιών. Επιπλέον, η γιασπερσιανή διαγνωστική έμφαση στους κυρίως βιωματικούς ψυχοπαθολογικούς τύπους των ασθενών έχει μετατοπιστεί στους συμπεριφορικούς δείκτες τους, παραβλέποντας ότι οι συμπεριφορικοί δείκτες των ψυχικών διαταραχών στερούνται της διαγνωστικής ειδικότητας που διαθέτουν οι βιωματικοί τύποι τους. Η μετατόπιση αυτή έλαβε ως γνωστόν χώρα για τη βελτίωση της ψυχιατρικής διαγνωστικής αξιοπιστίας, ελάχιστα ωστόσο συνέβαλε στη βελτίωση του κύριου ζητούμενου, που ασφαλώς ήταν και παραμένει η εγκυρότητα της ψυχιατρικής διάγνωσης.

3. Τα ψυχοπαθολογικά βιώματα των ασθενών οργανώνονται σε δέσμες ή τύπους, δηλαδή σε ομάδες αλληλένδετων βιωματικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων. Οι εν λόγω δέσμες ή τύποι προσιδιάζουν σε διακριτές κατηγορίες ψυχικών λειτουργιών όπως σκέψη, συναίσθημα, μνήμη, αντίληψη, συνείδηση εαυτού κ.ά. Ωστόσο, τα ουσιώδη βιωματικά χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους δέσμης συμπεριλαμβάνουν τις σχέσεις κάθε επιμέρους ψυχικής λειτουργίας με τις υπόλοιπες ψυχικές λειτουργίες. Για παράδειγμα, τα κύρια βιωματικά χαρακτηριστικά των ιδεοληψιών ως σκέψεων, εικόνων ή παρορμήσεων συμπεριλαμβάνουν ουσιωδώς τις σχέσεις των εν λόγω σκέψεων, εικόνων ή παρορμήσεων με τη συνείδηση εαυτού των ασθενών (βίωσή τους ως παρείσακτων στη συνειδητότητα, επίγνωση της ανορθολογικότητάς τους), τη βουλητικότητα (βίωσή τους ως παρείσακτων και ανεπιθύμητων και προβολή σθεναρής μολονότι ατελέσφορης αντίστασης σε αυτές), τη συναισθηματικότητα (άγχος τόσο για την αποτυχία εξουδετέρωσής τους, όσο και για το ενδεχόμενο επαλήθευσης του περιεχομένου τους) κ.ά.

4. Ο Jaspers αποκαλεί αυτές τις δέσμες ή τύπους ψυχοπαθολογικών βιωματικών χαρακτηριστικών «μορφές». Για παράδειγμα, στο πεδίο της αντίληψης, τέτοιες μορφές είναι οι παραισθήσεις, οι ψευδο-ψευδαισθήσεις και οι ψευδαισθήσεις και στο πεδίο της σκέψης, οι ιδεοληψίες, οι υπερτιμημένες ιδέες και οι παραληρητικές ιδέες.

5. Ο Jaspers αντιδιαστέλλει αυτές τις ψυχοπαθολογικές «μορφές» προς το βιωματικό «περιεχόμενό» τους, π.χ. παραληρητικές ιδέες διωκτικού περιεχομένου. Η διάκριση μεταξύ ψυχοπαθολογικών «μορφών» και «περιεχομένων» τους συνιστά μια διάκριση αμιγώς μεθοδολογικής φύσης. Οι ψυχοπαθολογικές μορφές προκύπτουν μέσω μεθοδολογικής αφαίρεσης των πλέον γενικών από τα περισσότερο ειδικά βιωματικά χαρακτηριστικά των ασθενών μας. Στην πραγματικότητα, οι ασθενείς μας βιώνουν πάντοτε μορφοποιημένα βιωματικά περιεχόμενα, π.χ. βιώνουν λεκτικές ακουστικές ψευδαισθήσεις με καθορισμένα αισθητηριακά χαρακτηριστικά και λεκτικά περιεχόμενα.

6. Η «φαινομενολογική κατεύθυνση έρευνας στην Ψυχοπαθολογία, που ο Jaspers εγκαινιάζει επηρεασμένος από τη φιλοσοφική Φαινομενολογία του γερμανού φιλόσοφου Εdmund Husserl (1859-1938), αποσκοπεί ακριβώς στην ανακάλυψη, ακριβή περιγραφή και αυστηρή οριοθέτηση των ψυχοπαθολογικών «μορφών», δίχως να παραβλέπει ωστόσο τους τύπους βιωματικών περιεχομένων τους. Ο Jaspers καλεί αυτόν τον στόχο της Φαινομενολογικής Ψυχοπαθολογίας του «στατική κατανόηση». Ο Jaspers αντιδιαστέλλει τη στατική κατανόηση προς τη γενετική κατανόηση, στην οποία στοχεύει η συμπληρωματική της Φαινομενολογικής Ψυχοπαθολογίας, αλλά διακριτή από αυτήν, Κατανοητική ή Κατανοούσα Ψυχολογία (verstehende Psychologie) (βλέπε παρακάτω). Τέτοιες μορφές ή θεμελιώδη ψυχοπαθολογικά είδη αποτελούν π.χ. οι ιδεοληψίες, οι παραληρητικές ιδέες, οι ψευδαισθήσεις κ.ά.

7. Η στατική κατανόηση των ενεργών τύπων ψυχοπαθολογικών βιωμάτων των ασθενών κατά την κλινική διαγνωστική ψυχιατρική συνέντευξη απαιτεί μια ειδική στις επιστήμες του Ανθρώπου μέθοδο, αυτήν της συναισθαντικής κατανόησης ή ενσυναίσθησης (Einfühlung). Η μέθοδος αυτή συνίσταται στην απόπειρα νοερής και συναισθαντικής μεταφοράς στον ψυχισμό των ασθενών μας και την αναβίωση, μετα-βίωση (Nacherleben) ή ακόμη και συμβίωση (Miterleben) στη δική μας συνειδητότητα των τύπων ψυχικών βιωμάτων τους, όπως ακριβώς αυτά λαμβάνουν χώρα εκείνη τη στιγμή στη δική τους συνειδητότητα. Με άλλα λόγια, ενσυναίσθηση είναι η απόπειρα να καταστήσουμε εναργώς παρόντα (vergegenwärtigen) στη συνείδησή μας τα ψυχικά βιώματα των ασθενών μας. Κατ’ αντιδιαστολή, η διαγνωστική αναγνώριση των μη βιωματικών απλώς συμπεριφορικών εκδηλώσεων των ψυχικά ασθενών διαμεσολαβείται από την εξωτερική αισθητηριακή αντίληψη και την έλλογη σκέψη των εξεταστών, δίχως να απαιτείται η προσφυγή στη μέθοδο της ενσυναίσθησης. Ο Jaspers καλεί τους βιωματικούς ψυχοπαθολογικούς τύπους των ασθενών υποκειμενικά συμπτώματα και τους αμιγώς συμπεριφορικούς τύπους τους αντικειμενικά συμπτώματα (π.χ. ψυχοκινητική διέγερση, στερεοτυπίες κ.ά.) (Jaspers 1912/ 1963).

8. Η επιτυχής έκβαση αυτής της απόπειρας νοερής και συναισθαντικής μετάθεσης των εξεταστών στον ψυχισμό των ασθενών προϋποθέτει την επιτυχή, τουλάχιστον προσωρινή, άρση όλων των θεωρητικών παραδοχών των εξεταστών περί των αιτιολογικών παραγόντων και μηχανισμών γένεσης των υπό διερεύνηση ψυχοπαθολογικών βιωμάτων των ασθενών μας, ψυχολογικών, βιολογικών, κοινωνικών, μικτών κ.ά. Εξυπακούεται ότι απαιτεί επίσης την κατοχή στο μέγιστο δυνατό βαθμό της ικανότητας αναγνώρισης εκ μέρους των εξεταστών των δικών τους τύπων ψυχικών βιωμάτων, αλλά και γενικότερα όλων των πανανθρώπινων τύπων ψυχικών βιωμάτων.

9. Η συστηματική φαινομενολογική εξέταση και ακριβής περιγραφή των επιμέρους τύπων ψυχικών βιωμάτων των ασθενών επιτρέπει τη διερεύνηση των αμοιβαίων σχέσεών τους. Οι σχέσεις αυτές ενδέχεται να είναι σχέσεις ριζικής ασυνέχειας, όπως π.χ. μεταξύ των διαταραχών της αντίληψης και των διαταραχών της μνήμης. Συνακόλουθα, οι σύστοιχες τους ψυχοπαθολογικές έννοιες είναι κατηγοριακά διακριτές μεταξύ τους, αναπαριστώντας ποιοτικά διαφορετικούς μεταξύ τους ψυχοπαθολογικούς τύπους. Στο εσωτερικό κάθε μείζονος κατηγορίας ωστόσο, οι ψυχοπαθολογικοί τύποι συχνά διατηρούν σχέσεις συνέχειας και αμοιβαίας βαθμιαίας μετάπτωσής τους, όπως π. χ. αυτοί της μειωμένης και της αυξημένης ερωτικής επιθυμίας. Συνακόλουθα, οι σύστοιχες τους έννοιες αναπαριστούν διαστατικά μεγέθη.

10. Ακόμη καθοριστικότερης ωστόσο ψυχοπαθολογικής σπουδαιότητας είναι το αποτέλεσμα της σύγκρισης των τύπων ψυχικών βιωμάτων των ασθενών προς τους σύστοιχους τύπους ψυχικών βιωμάτων των ψυχοπαθολόγων και των ψυχικά υγιών ανθρώπων. Η εν λόγω σύγκριση επιτρέπει τη διάκρισή τους σε τρεις κατηγορίες:

α)    Βιωματικούς τύπους συναισθαντικά κατανοητούς τόσο κατά το ποιόν όσο και κατά το ποσόν, μολονότι όχι κατά τη γένεσή τους, η οποία δεν αφορά τη Φαινομενολογική Ψυχοπαθολογία, αλλά μόνον την Κατανοητική Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία. Για παράδειγμα, η φυσιολογική περιστασιακή αδυναμία μνημονικής ανάκλησης κάποιου γνωστού μας ονόματος ενδέχεται να απαντάται επίσης σε αρρώστους μας, αλλά στην περίπτωσή τους να συνιστά σύμπτωμα επιλεκτικής ψυχογενούς αμνησίας.

β)    Βιωματικούς τύπους συναισθαντικά κατανοητούς κατά το ποιόν, αλλά προβληματικής συναισθαντικής κατανοησιμότητας κατά το ποσόν. Για παράδειγμα, ο τύπος του επιπλεγμένου πένθους, κατ’ αντιδιαστολή προς αυτόν του απλού πένθους, μετά από απώλεια προσφιλούς προσώπου.

γ)    Βιωματικούς τύπους παντελώς συναισθαντικά μη-κατανοήσιμους κατά το ποιόν τους. Οι τύποι βιωμάτων παθητικότητας των διαταραχών συνείδησης εαυτού (Ich-bewusstsein) στις σχιζοφρενικές ψυχώσεις (ένθετες σκέψεις και συναισθήματα, αναμετάδοση σκέψεων, ετεροκαθορισμός πράξεων κ.ά.) συνιστούν θεμελιωδώς συναισθαντικά μη-κατανοήσιμους τύπους ψυχικών βιωμάτων.

11. Συμπληρωματική της στατικής κατανόησης, μολονότι απολύτως διακριτή από αυτήν, είναι η γενετική κατανόηση στην οποία στοχεύει η Κατανοητική Ψυχοπαθολογία. Η γενετική κατανόηση αποσκοπεί στη διερεύνηση της ψυχολογικής αλληλουχίας βάσει της αρχής της θεματικής συνάφειας των διαδοχικών βιωματικών τύπων της συνειδητότητας των ασθενών, συμπεριλαμβανόμενων αυτών που υποκινούνται από αντίξοα βιοτικά συμβάντα ή καταπονητικές του ψυχισμού χρόνιες διεργασίες. Ειδικότερα, η γενετική κατανόηση αποσκοπεί στην ανίχνευση σχέσεων ψυχολογικά κατανοητών βιωματικών αλληλουχιών στη συνειδητότητα των ασθενών. Ως τυπικά παραδείγματα τέτοιων ψυχολογικά κατανοητών αλληλουχιών, ο Jaspers αναφέρει το αίσθημα και την αντίδραση οργής που μας υποκινεί μια αναίτια επίθεση εναντίον μας από συνανθρώπους μας ή το αίσθημα καχυποψίας που μας υποκινεί η αποκάλυψη της εξαπάτησής μας από αυτούς.

12. Η γενετική ψυχολογική κατανοησιμότητα της αλληλουχίας των ψυχοπαθολογικών βιωμάτων των ασθενών διαθέτει και αυτή διαγνωστική αξία. Για παράδειγμα, από κοινού με τη χρονική αλληλουχία εκτύλιξης ψυχοπαθολογικών βιωμάτων διαταραχής της διάθεσης και ψυχωτικών συμπτωμάτων είναι απολύτως αναγκαία για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ αμιγούς διαταραχής της διάθεσης με δευτερογενή ψυχωτικά συμπτώματα, αμιγούς σχιζοφρενικής διαταραχής με δευτερογενή συμπτώματα συναισθηματικής διάθεσης, όπως π.χ. μεταψυχωτική κατάθλιψη και σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής.

13. Ο Jaspers συζητά αλλά απορρίπτει κατηγορηματικά τη θεώρηση της γενετικής κατανόησης ως ψυχολογικής αιτιακής εξήγησης. Ακολουθώντας πιστά τη φιλοσοφική παράδοση που εγκαινίασε αναθεωρώντας την υπερβατολογική φιλοσοφία του Kant ο γερμανός φιλόσοφος Wilhelm Dilthey (1833-1911), υποστηρίζει τη θέση της διχοτομικής διάκρισης μεταξύ εξήγησης και κατανόησης: η αιτιακή εξήγηση και η γενετική ή ψυχολογική κατανόηση, μολονότι συμπληρωματικές μεταξύ τους, είναι αμοιβαία απολύτως διακριτές και ριζικά ασύμβατες ή ασύμμετρες μεταξύ τους. Η διχοτομική αυτή διάκριση θεμελιώνεται στην καντιανής προέλευσης διάκριση μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής εποπτείας (Jaspers 1913/ 1963, 1948):

α)    Η αιτιότητα διέπει τη Φύση και ειδικότερα οτιδήποτε υπάρχει στον χώρο και τον χρόνο ως a priori μορφές της εξωτερικής εποπτείας μας (Kant). Συνεπώς, η αιτιότητα διέπει μόνον ό,τι δύναται να υποπέσει στην εξωτερική αισθητηριακή αντίληψή μας, συμπεριλαμβανόμενου του ανθρώπινου σώματος και εγκεφάλου, ως εκτατών στον χώρο αντικειμένων. Ωστόσο η αιτιότητα δεν διέπει τις αλληλουχίες των ψυχικών βιωμάτων της συνειδητότητάς μας τα οποία εκτυλίσσονται μόνον στον χρόνο, a priori μορφή της εσωτερικής εποπτείας μας (Kant). Ακριβώς επειδή τα περιεχόμενα της συνειδητότητάς μας δεν είναι εκτατά στον χώρο, δεν δύνανται να υπαχθούν στην αρχή της αιτιότητας, ούτε κατά συνέπεια μπορούμε να βιώσουμε στο εσωτερικό της συνειδητότητάς μας αυτήν την αρχή. Αντίθετα, η συστηματική και μεθοδική ενδοσκόπηση του ψυχισμού μας αποκαλύπτει ότι οι αλληλουχίες των ψυχικών βιωμάτων μας στον χρόνο διέπονται από την αρχή της ψυχολογικής κατανοησιμότητάς τους, βάσει της συνάφειας των ψυχικών περιεχομένων τους. Ειδικότερα στον Dilthey, η αρχή της αιτιότητας εμπλέκεται στην κατασκευή ενός όλου από τα ατομικά συστατικά του μέσω της σύνθεσής τους από το υποκείμενο της γνώσης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση των επιστημών της Φύσης, τα αντικείμενα των οποίων είναι εξωτερικά προς την ανθρώπινη συνείδηση. Ως αποτέλεσμα, η γνωστική πρόσβασή μας σε αυτά διαμεσολαβείται κατ’ ανάγκην από την εξωτερική εποπτεία μας. Ακριβώς επειδή η γνωστική πρόσβασή μας στον κόσμο της Φύσης είναι έμμεση μόνον, οι γνώσεις που αποκτούμε για τον φυσικό κόσμο είναι υποθετικής μόνον φύσης. Αντίθετα, το αντικείμενο των επιστημών του Ανθρώπου συνίσταται στα βιώματα της ανθρώπινης συνειδητότητας (σκέψεις, αισθήματα, συγκινήσεις, κίνητρα, επιθυμίες κ.ά.) ή ανάγεται σε τελική ανάλυση σε αυτά. Τα εν λόγω βιώματα εμφανίζονται άμεσα στη συνείδησή μας ως ήδη οργανωμένες ολότητες και συνεπώς δεν απαιτείται καμιά σύνθεσή τους μέσω της αρχής της αιτιότητας: οι αμοιβαίες σχέσεις των μερών αυτού του οργανικού όλου, καθώς και οι σχέσεις απαρτίωσής τους σε αυτό είναι αμιγώς σχέσεις ψυχολογικής κατανοησιμότητας. Επιπλέον, η άμεση πρόσβασή μας σε αυτές τις βιωματικές ολότητες μέσω της εσωτερικής εποπτείας μας, καθιστούν τη γνώση που αποκτούμε βέβαιη και ασφαλή (βλέπε π.χ. Lessing 2011).

β)    Ο κόσμος της Φύσης επιδεικνύει ισχυρές εμπειρικές κανονικότητες που είναι εξηγήσιμες από αιτιακούς νόμους απαρτιώσιμους με τη σειρά τους σε επιστημονονικές εξηγητικές θεωρίες. Κατ’ αντιδιαστολή, οι ψυχολογικά κατανοήσιμες αλληλουχίες δεν επιδεικνύουν κανονικότητες, δεν ικανοποιούν αιτιακούς νόμους και δεν είναι απαρτιώσιμες σε εξηγητικές επιστημονικές θεωρίες.

γ)    Ο έλεγχος της εγκυρότητας των αιτιακών νομολογικών υποθέσεων και των εξηγητικών θεωριών στις επιστήμες της Φύσης, συμπεριλαμβανομένης της Πειραματικής Ψυχολογίας και Ψυχοπαθολογίας που κατά τους Dilthey και Jaspers υπάγονται στις φυσικές επιστήμες με την ευρεία έννοια αυτού του όρου, διαφέρει ριζικά από τον έλεγχο της εγκυρότητας των υποθέσεων στις επιστήμες του Ανθρώπου. Στην περίπτωση των πρώτων είναι καθοριστικός ο ρόλος των διαθέσιμων εμπειρικών, παρατηρησιακών ή πειραματικών τεκμηρίων. Αντίθετα, στην περίπτωση των δεύτερων, είναι εξίσου αν όχι περισσότερο καθοριστικό το ψυχολογικό αίσθημα άμεσης προφάνειάς τους (Evidenz), το οποίο διατηρούν ακόμη και αν τα διαθέσιμα εμπειρικά τεκμήρια τις διαψεύδουν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της εποχιακής κατανομής των αυτοκτονιών. Κατά τον Jaspers, το εύρωστο επιδημιολογικό εύρημα του συγκριτικά υψηλότερου ποσοστού αυτοκτονιών την άνοιξη απ’ ό,τι το φθινόπωρο δεν δύναται να υπονομεύσει την υποκειμενικά ισχυρότερη προφάνεια της ψυχολογικά περισσότερο κατανοητής αλληλουχίας ή συνάφειας των αυτοκτονιών με την εποχή του φθινοπώρου…

δ)    Η εμβέλεια της αιτιακής νομολογικής εξήγησης είναι κατά πολύ μεγαλύτερη αυτής της κατανόησης βιωματικών αλληλουχιών, η οποία διέπει μόνον τον φυσιολογικό ανθρώπινο ψυχισμό. Ακριβέστερα, οι αιτιακοί δεσμοί διέπουν τόσο τις σχέσεις μεταξύ φυσικών συμβάντων και διεργασιών όσο και τη δράση φυσικών συμβάντων και διεργασιών στον ανθρώπινο ψυχισμό, δηλαδή, στην περίπτωση του εγκεφάλου, τις επιδράσεις που ασκεί το εγκεφαλικό υπόστρωμα στον ανθρώπινο ψυχισμό. Ειδικότερα, ο Jaspers θεωρεί ως καταρχήν εφικτή την αναγωγική εξήγηση μεμονωμένων τύπων ψυχοπαθολογικών βιωμάτων βάσει βιοψυχικών αιτιακών νόμων, π.χ. την εξήγηση των ακουστικών ψευδαισθήσεων ως αιτιακού αποτελέσματος της ενδογενούς ενεργοποίησης του ακουστικού φλοιού των ασθενών. Επιπλέον, ο Jaspers θεωρεί επίσης ως καταρχήν εφικτή την παροχή νομολογικών αιτιακών εξηγήσεων των νευροβιολογικών διεργασιών που υπόκεινται των διαφόρων τύπων ψυχοπαθολογικών βιωματικών αλληλουχιών, παρακάμπτοντας τις τελευταίες ολοκληρωτικά. Παράδειγμα δικό μας, αλλά που εικονογραφεί πιστά τη φιλοσοφική θέση του Jaspers, το νευροβιολογικό υπόστρωμα της βαθιάς θλίψης δύναται να επιφέρει, βάσει αιτιακών νευροβιολογικών νόμων, τον σχηματισμό και την παγίωση του νευροβιολογικού υποστρώματος που υπόκειται της αμετάκλητης απόφασης των καταθλιπτικών ασθενών να θέσουν οριστικό τέλος στη ζωή τους. Ωστόσο, ο Jaspers αρνείται κατηγορηματικά ότι το ψυχικό βίωμα βαθιάς θλίψης συνιστά ψυχολογικό αίτιο της παγίωσης της αυτοκτονικής πρόθεσης των ασθενών. Κατά τον Jaspers, η σχέση μεταξύ της παγιωμένης βαθιάς θλίψης και της λίαν ισχυρής αυτοκτονικής πρόθεσης, ως σχέση γενετικά κατανοητής συνάφειας βιωματικών αλληλουχιών τουλάχιστον κατά το ποιόν, είναι ριζικά διαφορετική από τη σχέση αιτιακής συνάφειας των νευροβιολογικών υποστρωμάτων τους.

14. Ο Jaspers εφάρμοσε τη διχοτομική διάκρισή του μεταξύ αιτιακής νομολογικής εξήγησης και ψυχολογικά κατανοητών βιωματικών αλληλουχιών βάσει της αρχής της θεματικής συνάφειάς τους στο πρόβλημα των αντιδραστικών ψυχώσεων, αλλά και ευρύτερα όλων των αντιδραστικών ψυχικών διαταραχών και εισηγήθηκε την ταξινόμησή τους αναλόγως του βαθμού ψυχολογικής κατανοησιμότητας του είδους ψυχικής διαταραχής και/ή των ιδιαίτερων βιωματικών περιεχομένων των συμπτωμάτων των ασθενών. Οι κύριες κατηγορίες αυτής της ταξινόμησης είναι: ψυχικές διαταραχές ψυχολογικά κατανοητές τόσο κατά το είδος όσο και κατά το βιωματικό περιεχόμενο των συμπτωμάτων, ψυχικές διαταραχές κατανοητές κατά το βιωματικό περιεχόμενο, αλλά όχι κατά το είδος, και τέλος ψυχικές διαταραχές ψυχολογικά ακατανόητες τόσο κατά το είδος όσο και κατά το βιωματικό περιεχόμενο των συμπτωμάτων τους.

Κριτικές παρατηρήσεις

1. Η επεξήγηση της μεθόδου της ενσυναίσθησης ως οχήματος πρόσβασής μας στα πραγματικά τρέχοντα ψυχικά βιώματα των ασθενών από τον Jaspers είναι λογικά ασυνεπής. Από τη μία πλευρά αυτός την παρουσιάζει ως άμεση και αδιαμεσολάβητη ενόραση του ψυχισμού των ασθενών, εξομοιώνοντάς την αναλογικά προς την οπτική αντίληψη του άμεσου φυσικού περίγυρου μας. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, αναγνωρίζει την ουσιώδη εμμεσότητα της πρόσβασής μας στον ψυχισμό των ασθενών μέσω ποικιλίας ενδείξεων από τις αυτοπεριγραφές τους, τις κρίσεις τους και τη συμπεριφορά τους (Jaspers 1912/ 1963). Η ασυνέπεια αυτή δύναται να αρθεί λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη δύο τύπων ενσυναίσθησης. Ο πρώτος επιτελείται από το σύστημα κατοπτρικών νευρώνων των προκινητικών περιοχών της κατώτερης μετωπιαίας έλικας και της ενδοβρεγματικής αύλακας. Το σύστημα αυτό επιτρέπει την αυτόματη και διαισθητική κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης των ασθενών μέσω της έκφρασης του προσώπου και του βλέμματός τους, τον τόνο της φωνής τους και τις αυθόρμητες κινήσεις τους. Η λειτουργία αυτού του συστήματος είναι ταχεία, άκαμπτη και αυτόματα καθοδηγούμενη από εξωτερικά ερεθίσματα. Κατ’ αντιδιαστολή, ο δεύτερος τύπος ενσυναίσθησης επιτελείται από το σύστημα της θεωρίας του νου (ΘΤΝ), συμβατού τόσο με τη ΘΤΝ ως θεωρίας όσο και με τη ΘΤΝ ως προσομοίωσης. Η λειτουργία αυτού του συστήματος, που εμπλέκει, μεταξύ άλλων, τον μέσο προμετωπιαίο φλοιό και την κροταφο-βρεγματική συμβολή, είναι περισσότερο αναστοχαστική, ευέλικτη και νοητικά επίπονη (βλέπε π.χ. Bohl and van den Bos 2012).

2. Ο Jaspers υπερεκτίμησε τη σπουδαιότητα του πρώτου συστήματος ενσυναισθητικής κατανόησης των ασθενών. Μολονότι ασφαλώς αναγκαίο, το σύστημα αυτό δεν επαρκεί για την ακριβή ανασύσταση και διαγνωστική αναγνώριση των βιωματικών τύπων της συνειδητότητας των ασθενών, τα οποία, ως βιωματικά, ενδέχεται να μην εκφράζονται καθόλου στο παρουσιαστικό και τη συμπεριφορά τους. Προς τούτο απαιτείται η κινητοποίηση του συστήματος της ΘΤΝ από κοινού με την άρτια γνώση της Κλινικής Ψυχοπαθολογίας και τη μέγιστη δυνατή κατοχή των απαιτούμενων δεξιοτήτων για τη διενέργεια της ψυχοδιαγνωστικής συνέντευξης.

3. Παρομοίως, ο Jaspers απολυτοποίησε την πρωτοκαθεδρία της ψυχοπαθολογικής περιγραφής έναντι της ερμηνείας των διαφόρων τύπων ψυχοπαθολογικών βιωμάτων. Στην πραγματικότητα, μολονότι λογικά πρότερη της ερμηνείας, η περιγραφή δεν είναι επιστημολογικά ανεξάρτητη από αυτήν. Ακριβέστερες περιγραφές επιτρέπουν και υποβάλλουν ικανοποιητικότερες ερμηνείες, αλλά και αντιστρόφως, βαθύτερες και ακριβέστερες ερμηνείες κατευθύνουν τους ερευνητές σε περισσότερο εκλεπτυσμένες και ακριβείς αναθεωρημένες περιγραφές. Περιγραφή και ερμηνεία συνιστούν δύο αλληλένδετες επιστημονικές δραστηριότητες που αλληλο-περιορίζονται, αλληλο-ελέγχονται και αλληλο-διορθώνονται στην πορεία της επιστημονικής έρευνας. Ειδικότερα, στο πεδίο της ψυχοπαθολογικής επιστημονικής έρευνας, η μεγιστοποίηση της συνοχής ή συνεκτικότητας μεταξύ ανεξάρτητα ελέγξιμων εξηγητικών θεωρητικών προτύπων και κλινικών περιγραφικών προτύπων των ψυχικών διαταραχών συνιστά θεμελιώδη δείκτη του βαθμού της διαγνωστικής εγκυρότητάς τους (Oulis 2013b, forthcoming).

4. Εξάλλου, η γιασπερσιανή διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών συμπτωμάτων βάσει του τρόπου διαγνωστικής ταυτοποίησής τους πρέπει να κριθεί ως ανεπαρκής. Ακριβέστερα, ο Jaspers κλίνει να συμπεριλάβει μεταξύ των αντικειμενικών συμπτωμάτων τη λεκτική έκφραση βιωματικών τύπων της συνειδητότητας των ασθενών, όπως π.χ. παραληρητικών ιδεών. Αν ωστόσο υπαχθεί στην κατηγορία των αντικειμενικών συμπτωμάτων η έκφραση παραληρητικών ιδεών, τότε θα πρέπει να υπαχθεί στην ίδια κατηγορία η πλειονότητα των ψυχοπαθολογικών τύπων της συνειδητότητας των ασθενών, όπως ψευδαισθήσεις, ιδεοληψίες, φοβίες κ.ά., τουλάχιστον όταν αυτοί εκφράζονται αυθόρμητα στον προφορικό λόγο των ασθενών. Ως αποτέλεσμα, η κλάση των υποκειμενικών συμπτωμάτων συρρικνώνεται δραστικά και κινδυνεύει να περιορισθεί στους τύπους συναισθηματικών βιωμάτων των ασθενών. Ακόμη χειρότερα, η άμεση ενσυναισθητική αναγνώριση των συναισθημάτων των ασθενών δεν συνεπάγεται την ακριβή διαγνωστική αναγνώριση των αισθημάτων που αυτοί πραγματικά βιώνουν στη συνειδητότητά τους, τουλάχιστον σύμφωνα με την ευρέως αποδεκτή διάκριση του Damasio μεταξύ αισθημάτων (feelings) ως τρόπων υποκειμενικής βίωσης των συγκινήσεων (emotions) και συναισθημάτων (affects) ως τρόπων έκφρασής τους στη συμπεριφορά (Damasio 1999/2000, βλέπε π.χ. Ουλής 2013 Κεφ. 13). Το πραγματικό ενδεχόμενο εξαπάτησής μας από επιδέξιους υποκριτές κατά την άσκηση του επαγγέλματός μας συνηγορεί υπέρ της εγκυρότητας αυτής της διάκρισης. Κατά τη γνώμη μου, η επίλυση αυτού του προβλήματος απαιτεί τη διάκριση μεταξύ υποκειμενικών συμπτωμάτων της συνειδητότητας των ασθενών και συμπεριφορικών δεικτών τους. Στους συμπεριφορικούς αυτούς δείκτες τους συμπεριλαμβάνονται και οι εκφορές των ασθενών κατά τη λεκτική έκφραση των υποκειμενικών συμπτωμάτων τους. Επιπλέον, απαιτεί την αποδοχή της θέσης ότι οι συμπεριφορικοί δείκτες των ψυχοπαθολογικών τύπων της συνειδητότητας των ασθενών είναι θεμελιωδώς αμφίσημοι αν όχι πολύσημοι. Κατά συνέπεια, η διαγνωστική ταυτοποίηση της ακριβούς ψυχοπαθολογίας των ασθενών συνιστά μία διεργασία πολύ μεγαλύτερης συναγωγικής πολυπλοκότητας από αυτήν που αναγνωρίζει ο Jaspers, τουλάχιστον στο μεθοδολογικό του άρθρο του 1912.

5. Η λογική σύζευξη της πρώτης (A) και της τελευταίας (Δ) από τις τέσσερις υποτιθέμενες από τον Jaspers μείζονες διαφορές μεταξύ αιτιακής εξήγησης και ψυχολογικής κατανόησης (βλέπε παράγραφο 12 στα προηγούμενα) συνεπάγεται ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι αιτιακά αδρανής και απλό επιφαινόμενο του εγκεφαλικού υποστρώματός του, κάτι που ασφαλώς ο Jaspers δικαιολογημένα θα απέρριπτε κατηγορηματικά. Πράγματι, έστωσαν Μ1 και Μ2 τα μέλη μιας βιωματικής αλληλουχίας γενετικά ή ψυχολογικά κατανοητών ψυχικών συμβάντων ή διεργασιών της συνειδητότητάς μας και Ν1 και Ν2 τα νευροβιολογικά σύστοιχά τους που συνδέονται αιτιακά μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Jaspers, το Ν1 καθορίζει αιτιακά το Ψ1 αλλά και το Ν2, και το Ν2 καθορίζει αιτιακά το Ψ2. Έπεται λογικά ότι η γενετικά κατανοητή αλληλουχία Μ1 – Μ2 είναι αιτιακά αδρανής ως τέτοια και δεν συνιστά παρά απλό επιφαινόμενο της νευροβιολογικής αιτιακής αλληλουχίας Ν1 – Ν2. Ασφαλώς, η απόρριψη της γιασπερσιανής διχοτομίας μεταξύ αιτιακής εξήγησης και γενετικής κατανόησης δεν επαρκεί για την επίλυση του προβλήματος της ψυχολογικής αιτιότητας, συνιστά ωστόσο αναγκαίο προαπαιτούμενο της επίλυσής του.

6. Η θέση ότι η αιτιότητα δεν διέπει τον ανθρώπινο ψυχισμό και ότι δεν μπορούμε να βιώσουμε υποκειμενικά τη δράση της στη συνειδητότητά μας, είναι εμφανώς προβληματική. Είναι γεγονός ότι τα ευρήματα πλειάδας πειραματικών μελετών της σύγχρονης Ψυχοφυσιολογίας και Ψυχολογίας οδήγησαν στην έντονη αμφισβήτηση του αιτιακού ρόλου των συνειδητών προθέσεων στην εκούσια ανθρώπινη συμπεριφορά και στη θεώρηση του βιώματος της ενσυνείδητης βούλησης ως αυταπάτης ή παραίσθησης (Wegner 2002). Ωστόσο, ακόμη και αν αυτό ισχύει, και πάλι τότε πρόκειται για μια αυταπάτη που βιώνεται πραγματικά. Εξάλλου, η γενίκευση αυτών των πειραματικών ευρημάτων στο πλαίσιο της πραγματικής ζωής των ανθρώπων δεν είναι διόλου αυτονόητη. Αρκεί προς τούτο να αναλογιστούμε τον ρόλο των συνειδητών κινήτρων στην ανθρώπινη στοχοκατευθυνόμενη ψυχική δραστηριότητα και συμπεριφορά. Για παράδειγμα, η παρούσα εργασία είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς σειράς ψυχικών αιτίων όπως της επίπονης συνειδητής προσπάθειάς μου να την σκεφτώ, να την σχεδιάσω και να την γράψω και να την διορθώσω. Ιδιαίτερα η διαδικασία λήψης αποφάσεων για σημαντικά θέματα της προσωπικής ζωής των ανθρώπων συνιστά επίπονη και χρονοβόρα αναστοχαστική διεργασία στάθμισης πολλών παραγόντων που δεν μπορεί να μην είναι ουσιωδώς ενσυνείδητη (βλέπε π.χ. Mele 2012). Σε κάθε περίπτωση, τα γιασπερσιανά τυπικά παραδείγματα ψυχολογικά κατανοήσιμων βιωματικών αλληλουχιών εκφράζουν τυπικές αιτιακές ψυχολογικές αλληλουχίες. Η αναίτια επίθεση σε κάποιο άνθρωπο προκαλεί την οργισμένη αντίδρασή του, η ανακάλυψή μας ότι μας εξαπάτησαν μας γεννά δυσπιστία, τουλάχιστον απέναντι σ’ αυτούς που μας εξαπάτησαν.

7. Γίνεται προοδευτικά όλο και πιο ευρέως αποδεκτό στη σύγχρονη Φιλοσοφία των Επιστημών ότι οι νόμοι, τουλάχιστον στις καλούμενες ειδικές επιστήμες, όπως την Ψυχολογία και κατ’ επέκταση την Ψυχοπαθολογία, ισχύουν μόνον υπό προϋποθέσεις (Reutlinger et al 2011). Ακριβέστερα, οι νόμοι αυτοί θέτουν σταθερές σχέσεις συμμεταβολής δύο ή περισσότερων μεταβλητών που αναπαριστούν ιδιότητες των αντικειμένων αναφοράς τους. Ωστόσο, οι νόμοι αυτοί ισχύουν μόνον στον βαθμό που πλειάδα άλλων μεταβλητών που επηρεάζουν τις μεταβλητές που εμφαίνονται στους νόμους είτε είναι απούσες είτε διατηρούνται σταθερές ή ίσες (ceteris paribus νόμοι). Πρόκειται για τους γνωστούς μας στρεβλωτικούς παράγοντες (confounders), η εξουδετέρωση των οποίων επιχειρείται στην ψυχοπαθολογική έρευνα είτε μέσω εξομοίωσης της πειραματικής ομάδας και της ομάδας ελέγχου ως προς πλειάδα γνωστών στρεβλωτικών παραγόντων είτε μέσω τυχαιοποιημένης δειγματοληψίας. Σε κάθε περίπτωση, ο Jaspers αυτοαντιφάσκει αφού τα τυπικά παραδείγματά του γενετικά ή ψυχολογικά κατανοητών βιωματικών αλληλουχιών συνιστούν υπόρρητα ceteris paribus καθολικές νομολογικές γενικεύσεις. Ακριβέστερα, το παράδειγμά του “η αναίτια επίθεση σε κάποιο άνθρωπο προκαλεί την οργισμένη αντίδρασή του” ισοδυναμεί με την ceteris paribus γενίκευση: των λοιπών παραγόντων απόντων ή διατηρούμενων σταθερών, “για κάθε άνθρωπο, αν αυτός δεχθεί αναίτια επίθεση, τότε αντιδρά οργισμένος” ή τουλάχιστον “για κάθε άνθρωπο, τυχόν αναίτια επίθεση εναντίον του αυξάνει την πιθανότητα να αντιδράσει οργισμένα απέναντι σ’ αυτόν που του επιτέθηκε”.

8. Ο άμεσος βαθμός υποκειμενικής βεβαιότητας ή διαισθητικής προφάνειας των κρίσεων που διατυπώνουμε περί της ψυχολογικής κατανοησιμότητας των βιωματικών αλληλουχιών των ασθενών μας έχει αναμφίβολα ευρετική αξία, ως έναυσμα για ενδελεχέστερη περαιτέρω διερεύνηση του ψυχοπαθολογικού ρόλου τους, ουδόλως ωστόσο συνεπάγεται την ορθότητά τους. Η κατάδειξη της ορθότητάς τους απαιτεί περαιτέρω υποστηρικτικά τεκμήρια συμπεριλαμβανόμενων ασφαλώς τεκμηρίων που μόνον καλά σχεδιασμένες ερευνητικές μελέτες και καλά εδραιωμένες εξηγητικές επιστημονικές υποθέσεις μπορούν να προσφέρουν.

9. Η προσεκτική εξέταση της εφαρμογής της υποτιθέμενης διχοτομικής διάκρισης μεταξύ αιτιακής εξήγησης και ψυχολογικής κατανόησης στη μελέτη των αντιδραστικών ψυχώσεων από τον ίδιο τον Jaspers αποκαλύπτει ότι αυτός εφαρμόζει τη γενετική κατανοησιμότητα των βιωματικών αλληλουχιών στις ψυχώσεις ως κριτήριο αιτιολογικής ψυχολογικής ταξινόμησής τους. Ακριβέστερα ο Jaspers προτείνει δύο κύριες ταξινομητικές αρχές των αντιδραστικών ψυχώσεων. Η πρώτη αρχή συνίσταται στο κατά πόσον αντίξοα οξέα βιοτικά συμβάντα ή χρόνιες ψυχοκαταπονητικές διεργασίες αποτελούν ψυχολογικά αίτια, γενεσιουργά ή απλώς πυροδοτικά, της ίδιας της ψύχωσης των ασθενών (ψυχοπαθογενετική ή ψυχοπαθοφυσιολογική αιτιότητα) και η δεύτερη στο κατά πόσον αυτά αποτελούν ψυχολογικά αίτια του ιδιαίτερου βιωματικού περιεχομένου των ψυχωτικών συμπτωμάτων τους (ψυχοπαθοπλαστική αιτιότητα). Με άλλα λόγια, η ψυχολογική κατανοησιμότητα των βιωματικών αλληλουχιών των ασθενών συνιστά διαγνωστικό δείκτη ή κριτήριο ψυχολογικής αιτιότητας, όχι ανταγωνιστικό υποκατάστατό της, αντίθετα απ’ ό,τι υποστήριξε προηγουμένως ο Jaspers στο ίδιο άρθρο του.

Συμπεράσματα

Στο βραχύ αυτό κείμενο, επιχειρήθηκε η παρουσίαση και επεξήγηση των σημαντικότερων εννοιολογικών καινοτομιών του Jaspers στην Ψυχοπαθολογία και τη Φιλοσοφία της Ψυχιατρικής, καθώς και η εποικοδομητική κριτική αποτίμησή τους. Το γεγονός ότι 100 χρόνια αργότερα το έργο του Jaspers συνεχίζει να παραμένει στο επίκεντρο του προβληματισμού της παγκόσμιας Ψυχιατρικής και της Φιλοσοφίας της Ψυχιατρικής, πιστοποιεί τον τεράστιο πλούτο και τη διαχρονική σπουδαιότητά του. Η έμφαση του Jaspers στη σπουδαιότητα του στόχου της αντικειμενικής περιγραφής των πραγματικών ειδών ψυχοπαθολογικών βιωμάτων της συνειδητότητας των ασθενών και στο σημαντικό ρόλο της ενσυναίσθησης για την επίτευξη αυτού του στόχου διατηρούν ακέραιη την επικαιρότητά τους. Παρομοίως, λίαν επίκαιρος παραμένει ο υγιής σκεπτικισμός του απέναντι στον ριζοσπαστικό βιολογικό αναγωγισμό και η έμφασή του στη σπουδαιότητα της συστηματικής διερεύνησης της ψυχολογικής συνιστώσας των ψυχικών διαταραχών. Κατ’ αντιδιαστολή, η θέση της ριζικής διάκρισης και ασυμβατότητας μεταξύ αιτιακής εξήγησης και γενετικής ψυχολογικής κατανόησης πρέπει να αποτιμηθεί ως βαθύτατα προβληματική. Επιπλέον, η διαιώνιση αυτής της διχοτομίας θέτει αδικαιολόγητα πλέον φιλοσοφικά εμπόδια στην επιστημονική διερεύνηση της πλούσιας ψυχοκοινωνικής συνιστώσας της αιτιολογίας των ψυχικών διαταραχών. Συμπερασματικά, η σύγχρονη φιλοσοφική έρευνα των επιστημονικών θεμελίων της Ψυχοπαθολογίας οφείλει, συνεχίζοντας το καινοτόμο έργο του Jaspers 100 χρόνια πριν, να υπερβεί την τελικά μυστηριώδη και αόριστη σχέση απλής συμπληρωματικότητας μεταξύ της μεθοδολογίας των επιστημών της Φύσης και των επιστημών του Ανθρώπου πετυχαίνοντας την αυστηρή απαρτίωσή τους σε ένα ενιαίο και συνεκτικό μεθοδολογικό πλαίσιο (Oulis, 2013 a, forthcoming).

Βιβλιογραφικές αναφορές

Bohl V, van den Bos W: Toward an integrative account of social cognition: marrying theory of mind and interactionism to study the interplay of type 1 and type 2 processes. Frontiers in Human Neuroscience 2012; 6: article 274.

Damasio A: The feeling of what happens: body, emotion and the making of consciousness (1999), London, Vintage 2000.

Fusar-Poli P (guest editor): Theme: One century of Allgemeine Psychopathologie by Karl Jaspers. Schizophrenia Bulletin 2013; 39: 268-294.

Jablensky A: Karl Jaspers: psychiatrist, philosopher, humanist. Schizophrenia Bulletin 2013; 39: 239-241.

Jaspers K: Allgemeine Psychopathologie, 1. Auflage, Berlin, Springer, 1913.

Jaspers K: Allgemeine Psychopathologie, 4. Auflage, Berlin, Springer, 1946.

Jaspers K: Allgemeine Psychopathologie, 5. unveränderte Auflage, Berlin, Springer 1948.

Jaspers K: Die phänomenologische Forschungsrictung in der Psychopathologie (1912). In Jaspers K: Gesammelte Schriften zur Psychopathologie, Berlin, Springer, 1963: 314-328.

Jaspers K: Kausale und “verständliche Zusammenhänge zwischen Schicksal und Psychose bei der dementia präcox (Schizophrenie) (1913). In Jaspers K: Gesammelte Schriften zur Psychopathologie, Berlin, Springer, 1963: 329-412.

Lessing HU: Wilhelm Dilthey: eine Einführung, Böhlau Verlag, Köln, Weimar Wien, 2011.

Maj M: Karl Jaspers and the genesis of delusions. Schizophrenia Bulletin 2013; 39: 242-243.

Mele A: Autonomy and neuroscience, In: Radoilska L ed. Autonomy and mental disorder, Oxford, Oxford University Press, 2012: 26-43.

Ουλής Π: Φιλοσοφία και μεθοδολογία Ψυχιατρικής, Κλινικής Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας, Αθήνα, Leader Books, 2006.

Ουλής Π: Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχοπαθολογίας, δεύτερη έκδοση, πρώτη ανατύπωση, Αθήνα, Εκδόσεις Βήτα, 2013.

Oulis P: Jaspers’ phenomenological psychopathology: a critical reassessment, (manuscript submitted for publication, a).

Oulis P: Jaspers’ dichotomy between causal and meaningful connections in psychopathology: a critical reassessment, (manuscript submitted for publication, b).

Oulis P: Towards a unified methodological framework for the theory and practice of integrative psychiatry, Philosophy, Psychiatry and Psychology 2013a (forthcoming).

Oulis P: Explanatory coherence, partial truth and diagnostic validity in psychiatry, In: Karakostas V, Dieks D (eds.) Recent progress in Philosophy of Science: perspectives and foundational problems, The European Philosophy of Science Proceedings, Dordrecht, Springer 2013b (forthcoming).

Reutlinger A, Schurz G, Hüttemann A: Ceteris paribus laws, In: Zalta EN (ed.) The Stanford Encyclopedia of Philosophy, 2011 (http://plato.stanford.edu/entries/ceteris-paribus/)

Stanghellini G, Fuchs T (editors): One hundred years of Karl Jaspers’ General Psychopathology, Oxford, Oxford University Press, 2013.

Wegner D: The illusion of conscious will, Cambridge Mass. MIT Press 2002.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.