Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]

Η διδακτορική διατριβή του Karl Jaspers «Νοσταλγία και έγκλημα» (1909)

αφιέρωμα : Η Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers

Εισαγωγή

Ο κινηματογραφιστής Αντρέι Ταρκόφσκι (1932-1986), ο ποιητής της μνήμης και της πνευματικότητας και γνωστός «αντιφρονών» της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, καταγράφει με την πρώτη εκτός της χώρας του γυρισμένη ταινία, Nostalghia (1983), «τον παθιασμένο έρωτα που τρέφει για τον τόπο του». τόπο που θα εγκαταλείψει οριστικά, μένοντας μετά το γύρισμα αυτοεξόριστος στην Ιταλία. Ήρωάς του, ο συγγραφέας Γκορσακώφ, που ταξιδεύει στην Ιταλία αναζητώντας τα χνάρια ενός συμπατριώτη του ποιητή, που πέρασε από εκεί κατά τον 18ο αιώνα κι ένιωσε βαθιά τη νοσταλγία των ξεριζωμένων. H ταινία «διαβάζεται ως διπλή νοσταλγία: του ρώσου που αποκόπτεται από τη γενέθλια γη του και του σύγχρονου ανθρώπου που βρίσκεται αποκομμένος από τις πνευματικές του ρίζες».1

Το δεύτερο αυτό στοιχείο προκύπτει καθώς βλέπουμε τον Γκορσακόφ να εγκαταλείπει το περιδιάβασμα των μνημείων και την όμορφη διερμηνέα του για να στραφεί προς τον σαλεμένο Ντομένικο, που καταγγέλλει την πνευματική κρίση της σύγχρονης κοινωνίας και αυτοπυρπολείται υπό τους ήχους της ενάτης συμφωνίας του Μπετόβεν. Νοσταλγία και μοναξιά του ανθρώπου, ακόμα και στον ίδιο του τον τόπο,2 όταν δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερα, όταν τον περιτριγυρίζει η δυστυχία του κόσμου.

Αυτά κι άλλα πολλά προβάλλει με τα ποιητικά του πλάνα ο Ταρκόφσκι. Στην αρχή όμως της ταινίας υπάρχει ένα πλάνο που παραπέμπει κατ’ ευθείαν στην ιστορία της νοσταλγίας. Είναι εκεί όπου η διερμηνέας (Δ) του Γκορσακώφ (Κ) αναφέρεται σε μια μικρή αλλά λίαν ενδιαφέρουσα πληροφορία καθώς συζητούν για τη νοσταλγία στο χολ ενός ξενοδοχείου:

(Δ)  Ήταν κάποτε μια υπηρέτρια στο Μιλάνο που έβαλε φωτιά στο σπίτι.
(Κ)  Ποιο σπίτι;
(Δ)  Των αφεντικών της.
(Κ)  Γιατί;
(Δ)  Από νοσταλγία για την οικογένειά της στο νότο. Έκαψε λοιπόν αυτό που την εμπόδιζε να γυρίσει πίσω.

Το ιστορικό ενδιαφέρον, που είναι βέβαια και ψυχιατρικό, βρίσκεται εδώ ακριβώς: Τέτοιες και άλλες ανάλογες ιστορίες μάζεψε ο ψυχίατρος και μετέπειτα φιλόσοφος Karl Jaspers για να γράψει την ιατρική του διδακτορική διατριβή, την οποία παρουσίασε στη Χαϊδελβέργη το 1909, υπό τον τίτλο Heimweh und Verbrechen – Νοσταλγία και Έγκλημα.3

Ποια σχέση όμως μπορεί να έχει η νοσταλγία με την ιατρική και την ψυχοπαθολογία; Ανάγκη να γυρίσουμε πίσω κάμποσους αιώνες για να δούμε την ιστορία της που δεν αρχίζει φυσικά με τονJaspers.

Νοσταλγία: Το «πράγμα χωρίς τη λέξη» και η κατασκευή ενός ιατρικού όρου

Ήλθε ο καιρός ωστόσο τον πολυδάκρυτό μου νόστο
να ιστορήσω,
όπως ο Ζεύς τον όρισε, όταν ξεκίνησα να φύγω από την Τροία.

Ομήρου Οδύσσεια, ι, 37-38.
Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006, 126

Το νόστο του, την επιστροφή του στην πατρίδα, διηγείται ο Οδυσσέας στον Αλκίνοο, τον βασιλιά των Φαιάκων. Όταν όμως τον βλέπουμε, στους πρώτους στίχους της Οδύσσειας, να είναι «βυθισμένος στο καημό του, να δει καπνό της πατρικής του γης ψηλά να ανηφορίζει»,4 αυτό που περιγράφει εκείνη τη στιγμή είναι νοσταλγία μα δεν έχει τρόπο να την ονομάσει. Διότι, στη «νοσταλγία» δένονται μεν δύο ελληνικές λέξεις, λέξεις ομηρικές, ο νόστος [από το νέομαι, επιστρέφω και το νοστέω, επιστρέφω στην πατρίδα, επανέρχομαι ασφαλώς], και το άλγος [ο διάχυτος στο σώμα πόνος], αλλά η λέξη αυτή δεν υπήρχε στα ελληνικά, ούτε φυσικά σε καμιά άλλη γλώσσα. Όπως θα δούμε, είναι δημιούργημα του 17ου αιώνα κι άλλου τόπου. Αν και, βέβαια, θα είναι πάντα μια «νοσταλγικά ελληνική λέξη», καθώς γράφει προσφυώς η Svetlana Boym.5

Ανατρέχοντας στην ιστορία της,6,7,8,9,10 θα δούμε πως τη λέξη νοσταλγία την κατασκεύασε το 1688 ο 20χρονος αλσατός γιατρός, Jean (Johannes) Hofer (1669-1752), που κατοικούσε στην μετέπειτα γαλλική Μυλούζ και εργαζόταν σε νοσοκομείο της ελβετικής Βασιλείας. Το διαβάζουμε στην αρχή της ολιγοσέλιδης μελέτης του που συνέγραψε στα λατινικά όταν περάτωσε τις ιατρικές του σπουδές, προετοιμάζοντας μέσω αυτής (όπως ήταν η συνήθεια τότε) τη διδακτορική του διατριβή που υποστήριξε τον επόμενο χρόνο. Η προπαρασκευαστική αυτή μελέτη είχε υπό τον τίτλο Νostalgia oder Heimwehe – η δεύτερη λέξη σήμαινε στον τρέχοντα τότε λόγο των Ελβετών το παράπονο που τους έπιανε όταν έχαναν τη γοητεία της γενέθλιας γης τους, κάτι που οι Γάλλοι ονόμαζαν la maladie du pays.11

«Καθώς ήμουν ο πρώτος που σκέφτηκα πως έπρεπε να μιλήσουμε περισσότερο γι’ αυτή τη νόσο, ήμουν και ο πρώτος που σκέφτηκα πως έπρεπε να της δώσουμε κι ένα όνομα». Κι έτσι κατέληξε σε αυτό που του φάνηκε ως το πλέον κατάλληλο, στη λέξη «νοσταλγία», την οποία «συνέθεσα, γράφει, με τις ελληνικές λέξεις νόστος και άλγος». Γραμμένη με κεφαλαία στα ελληνικά, η λέξη ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ κοσμεί την προμετωπίδα της μελέτης, κάτω από τον χαρακτηρισμό DISSERTATIO MEDICA.

Ο όρος που έπλασε δεν είναι παρά η διάγνωση που έθεσε σε δύο περιστατικά –από τη διήγηση ενός φαρμακοποιού το ένα, δική του παρατήρηση το άλλο. Επρόκειτο για: (α) έναν φοιτητή που σπούδαζε μακριά από το σπίτι του και ανέπτυξε θλίψη, μυϊκή αδυναμία και πυρετό, τα οποία «απέδραμον» μόλις μεταφέρθηκε στην πατρίδα του και (β) μια νεαρή αγρότισσα που, ύστερα από πτώση, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Βασιλείας, όπου, αφού συνήλθε, παρουσίασε έντονη θλίψη, μυϊκή αδυναμία και άρνηση τροφής και κάθε θεραπείας, ζητώντας μόνο, με εξασθενημένη φωνή, να επιστρέψει στον τόπο της· τα συμπτώματα «υποχώρησαν» κι εδώ, όταν μεταφέρθηκε στο σπίτι της.

Ο παράγοντας θλίψη, το νεαρό της ηλικίας και η θεαματική αποδρομή των συμπτωμάτων με την επάνοδο στον οικείο χώρο του ασθενούς συγκρατούν την προσοχή του νεαρού γιατρού που συμπληρώνει την περιγραφή του με την «αιτιοπαθογένεια», για την οποία, φυσικά, αντλεί θεωρία από την επιστήμη της εποχής του, που εξακολουθεί να καταφεύγει ακόμα στη «θεωρία των κοιλιών», εξηγώντας τα πάντα, κανονικά και παθολογικά, με την κίνηση ή την παρεμπόδιση των «ζωικών πνευμάτων» εντός των εγκεφαλικών κοιλιών, όπου τοποθετούσαν τις εγκεφαλικές λειτουργίες (στην 1η κοιλία, τη φαντασία, στη 2η το λογικό και στην 3η τη μνήμη) και των κοίλων νεύρων.12 Στο δυϊστικό σύστημα της εποχής, σώμα και ψυχή κατακλύζονται έτσι από τα φαντάσματα της νοσταλγίας, προκαλώντας τα συμπτώματα.

Για τον Hofer, η πρώτη αιτία που προκαλούσε αυτή τη βιολογική «αναστάτωση» βρισκόταν στην απομάκρυνση από τον καθαρό αέρα των βουνών. για τον Rousseau αιτία ήταν η φτώχια των ορεσίβιων, ο φόβος τους μήπως χάσουν το φτωχικό τους, ενώ ο von Haller εντόπιζε την αιτία στην αντίσταση των καντονίων εναντίον της ένταξης σε αυτά των ξένων.13 Οι ελβετοί γιατροί, μεταξύ τους και ο διάσημος Tissot, επικέντρωσαν την προσοχή τους στην περίπτωση της νοσταλγίας των στρατιωτών, ενοχοποιώντας, μεταξύ άλλων, και τα ακούσματα βουκολικών μελωδιών που τους θύμιζαν τον τόπο τους, ενώ ο Pinel θα περιγράψει στις αρχές του 19ου αιώνα τη θλίψη και το άγχος όσων βρίσκονται μακριά από το σπίτι τους.14

Ακούστηκαν κι άλλες ονομασίες, όπως «νοστομανία», «ποθοπατριδαλγία»· οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, ο γαλλο-γερμανικός πόλεμος και οι μάχες των χαρακωμάτων του παγκόσμιου πολέμου το 1914-1918 τροφοδότησαν επαρκώς τους γιατρούς με περιστατικά στρατιωτών που ένιωσαν έντονα τον ξεριζωμό τους, είχαν την αλγεινή επιθυμία της επιστροφής τους στην πατρίδα και εκδήλωναν τις «ψυχοσωματικές», θα λέγαμε σήμερα, συνέπειές της – σοβαρές κάποιες φορές, ακόμα και θανατηφόρες, όπως έγραφαν τότε οι «επαΐοντες». Άλλη ευπαθής ομάδα θα θεωρηθούν οι σπουδάζοντες στα ξένα κι αργότερα θα γίνουν οι μετανάστες και οι εξόριστοι.

Η ιδέα μιας «ηθικής» παθολογίας [μη σωματικής, κατά τη χρήση της λέξης morale εκείνη την εποχή] θα προβληθεί ιδιαίτερα από τους γάλλους γιατρούς του 18ου αιώνα (Boissier de Sauvages, Pinel) για να ενταχθεί η νοσταλγία, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, στη μελαγχολία και τις «καταθλιπτικές» καταστάσεις, από τους Griesinger, Krafft-Ebing, Kraepelin. Προηγουμένως, ο Broussais (1772-1838), που θεωρούσε ανυπόληπτη κάθε παθολογία χωρίς ανατομικό υπόστρωμα, έθεσε τη νοσταλγία μεταξύ των παρωχημένων γνώσεων τις οποίες είχε σαρώσει η επιστημονική πρόοδος.15 Εν τέλει, το Royal College of Physicians αποφάσισε να απομακρύνει τη νοσταλγία από τον «κατάλογο των νόσων» [Lancet 1899, 103 (3959), 1727], με το σκεπτικό ότι πρόκειται για «αμιγώς ιδιοτελή διαταραχή», «ανάξια να ταξινομηθεί ιατρικώς».16

Στο μεταξύ θα συναντήσουμε τη νοσταλγία: (α) στους φροϋδικούς, που εστίασαν στη σχέση με το αντικείμενο και τη ναρκισσιστική επένδυση, αλλά και τη ρήξη ενός δεσμού στο συμβολικό επίπεδο,17 (β) στους φαινομενολόγους, όπου θα ξεχωρίσει η διδακτορική διατριβή του Karl Jaspers, την έκδοση της Γενικής Ψυχοπαθολογίας του οποίου γιορτάζουμε φέτος τα 100 χρόνια.18,19

Η νοσταλγία έχει κι αυτή την ιστορία της, καθώς εξαπλώθηκε σε πλείστες εκφάνσεις του πολιτισμού για να περάσει γρήγορα και εύκολα, αντίθετα από άλλους επιστημονικούς όρους, στον καθημερινό λόγο των ανθρώπων.20

Από την ιατρική στην ψυχοπαθολογία και την εγκληματολογία

Ο Karl Jaspers άρχισε νομικές σπουδές στη Χαϊδελβέργη και το Μόναχο (1901-1902), τις οποίες διέκοψε για να σπουδάσει ιατρική (1902-1905) στο Βερολίνο και το Γκαίτινγκεν, κατόπιν δε στη Χαϊδελβέργη για ένα ακόμα χρόνο. Εκεί άρχισε και την ιατρική του σταδιοδρομία με την υποστήριξη του Karl Wilmans, διευθυντή της ψυχιατρικής κλινικής, που έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον για την εγκληματολογία, κι όπως φαίνεται από τις σχετικές δημοσιεύσεις του, το ενδιαφέρον του αφορούσε τη συσχέτισή της με τη «νοσταλγία».21

Κοντά στον Wilmans θα σχηματίσει ο Jaspers τον πρώτο πυρήνα της διατριβής του, για να παρουσιάσει τελικά είκοσι περιστατικά παιδοκτονιών και εμπρησμών με τις αντίστοιχες ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες που αφορούσαν κυρίως έφηβες 13-16 ετών. Η υπόθεση εργασίας του ήταν πως σε ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις υπήρχε ψυχολογικό κίνητρο: η ψυχική οδύνη από το ξερίζωμά τους και η επιθυμία της επανόδου τους στον τόπο καταγωγής που είχαν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν.22, 23

Εκεί, στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, ο Jaspers φαίνεται να ακολουθεί με την πρωτότυπη διατριβή του τα χνάρια των Janet, Binet και Freud. Η διατριβή του παίρνει από τους κλινικούς γιατρούς μια «ξεχασμένη» έννοια, τη νοσταλγία και την επανεισάγει στην ιατρική – ξεχασμένη, βέβαια, καθότι η απουσία κάθε ανατομικού προσδιορισμού την είχε στείλει στα «αζήτητα», ενώ, ταυτόχρονα, αδιαφορούσαν για την ψυχολογική της πλευρά.24 Σκοπός του είναι να μελετήσει τις ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες για να εξηγήσει και ταυτόχρονα να κατανοήσει25 πώς γίνεται και κάποιες έφηβες, που βρέθηκαν να εργάζονται σε ξένα σπίτια ή αγροκτήματα, μακριά από την οικογένειά τους, να εκδηλώνουν την επιθυμία τους να επιστρέψουν στη γενέθλια γη μέσα από «ακατανόητα» εγκλήματα: είτε δολοφονώντας το παιδί που φρόντιζαν είτε βάζοντας φωτιά στο σπίτι ή τον αχυρώνα όπου δούλευαν. Οι διαπιστώσεις αυτές κάνουν τον Bolzinger να χαρακτηρίσει τη διατριβή του Jaspers ως εργασία οπισθοφυλακής, αλλά και πρωτοποριακή που ξαναφέρνει στην ιατρική την ψυχολογική σκέψη: «συντηρητισμός των αρχαϊσμών, αλλά και εργαστήριο νέων ιδεών».

Ο Jaspers εξηγεί κατ’ αρχάς ότι αυτά τα άτομα συνεχίζουν να εκδηλώνουν και στην εφηβεία τους τα χαρακτηριστικά μιας παιδαριώδους συμπεριφοράς ως αποτέλεσμα επισφαλών κοινωνικών συνθηκών, όπως η απουσία κάθε σχέσης με τις δραστηριότητες και την κουλτούρα των πόλεων. Οι έφηβες αυτές ήταν φοβισμένες στο νέο τους περιβάλλον, απέφευγαν το σκοτάδι ή να κοιμηθούν μόνες και αναδιπλώνονταν στον εαυτό τους. Αυτή την «παιδική μωρία» την αποδίδει σε υστέρηση της συναισθηματικής και ηθικής ανάπτυξης και όχι σε νοητική υστέρηση, όπως παλιά. Χρησιμοποιεί φυσικά όρους της εποχής, όπως τη λεγόμενη «ηθική παραφροσύνη» (moral insanity), μια πρωτότυπη βρετανική νοσολογική οντότητα που είχε περιγράψει το 1835 ο G. C. Prichard ως το είδος της ψυχικής νόσου που εκδηλώνεται με «διαστροφή» των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς, χωρίς ψευδαισθήσεις και παραλήρημα, αλλά με ακμαίες τις νοητικές λειτουργίες. Καταφεύγει, επίσης, και στην έννοια της «ψυχοπαθητικής προσωπικότητας», που εξακολουθούσαν να την περιγράφουν με βάση τη θεωρία του εκφυλισμού [ως προς έναν ιδεατό τύπο ανθρώπου (του Morel, 1857) ή σε σχέση προς τους γεννήτορες (του Magnan, 1874)], μια τρέχουσα θεωρία στα τέλη του 19ου αιώνα που είχε αρχίσει πλέον να «ξεθωριάζει». κατά τον Jaspers, τα ψυχοπαθητικά άτομα δεν είναι ψυχικά ασθενείς, αλλά αποκλίνουν από το κανονικό. μόνο που, λίγα χρόνια αργότερα, στη Γενική Ψυχοπαθολογία του (1913), θα πάρει αποστάσεις από την άποψη πως τα παθολογικά φαινόμενα επιδεινώνονται μέσω της κληρονομικότητας.26

Όλα αυτά δημιουργούν την ευθραυστότητα που προδιαθέτει στη νοσταλγία. Είναι όμως ικανή η νοσταλγία να προκαλέσει τα άμετρα αποτελέσματα που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ειδικών; Θετικά απαντά ο Jaspers και επισύρει την προσοχή σε εκείνες τις περιπτώσεις που, από τη μια, προείχαν έντονα, μακράς διάρκειας τυπικά χαρακτηριστικά (αϋπνία, ανορεξία) τα οποία εκδηλώνονταν πάνω στην εξωγενή παθολογία του «παιδισμού», κι από την άλλη, έντονες ενδογενείς εκδηλώσεις όπως καταθλιπτικές και αγχώδεις κρίσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Jaspers θεωρούσε τη «νοσταλγία» ένα αφετηριακό σημείο, τη δε «εγκληματικότητα» ως εκφυλισμένη αντίδραση σε μια εξωτερική κατάσταση. μια αντίδραση που έτεινε να είναι τόσο πιο έντονη, ακόμα και δραματική όπως ένας φόνος ή ένας εμπρησμός, όσο η επιθυμία της επιστροφής μπορούσε να κατανοηθεί ψυχοπαθολογικά είτε ως καταναγκαστική είτε ως παρορμητική συμπεριφορά.

Σε κανονική και παθολογική νοσταλγία αναφερόταν ο Jaspers, χωρίς όμως να διακρίνει σαφή όρια μεταξύ τους. Άλλωστε, καμιά τους δεν είναι ασθένεια και δεν οδηγούν πάντα σε εγκληματικές πράξεις. Ταυτόχρονα, σημείωνε πως δεν είναι κατ’ ανάγκη πραγματικές οι διαφορές ανάμεσα στο παλιό και το νέο περιβάλλον, καθώς συχνά προκύπτουν από την «εξιδανίκευση του παλιού». επιβαρυντικοί παράγοντες μπορεί, βέβαια, να είναι η βαριά χειρωνακτική εργασία και η κακή συμπεριφορά του εργοδότη.27

Ο Jaspers θα δώσει «πολεμικό χαρακτήρα» στο τέλος της διατριβής του για να υπερασπιστεί τον δάσκαλό του, Wilmans, έναντι της κριτικής του Bumke, που θεωρούσε την ψυχοπαθολογία πολύ νεαρά για να εξαγγέλλει θέσεις πάνω στο έγκλημα, ό,τι ακριβώς δηλαδή ήταν η διατριβή του Jaspers: «Αν, παρά τις προσπάθειές μας, γράφει, το έγκλημα παραμένει ένα ψυχολογικό αίνιγμα, αυτό δεν είναι λόγος για να το μετατρέψουμε σε φαινόμενο της φυσιολογίας». Θα κρατήσει αποστάσεις και από τους Γάλλους, που παρέμεναν δεμένοι με τη σωματική παρά την ψυχολογική κλινική – ακραίο το παράδειγμα κάποιου γιατρού που εντόπιζε τη νοσταλγία στο εγκεφαλικό στέλεχος, ενώ τη μελαγχολία στον φλοιό. Κι όταν στη Γερμανία οι σωματιστές παίρνουν το πάνω χέρι στη διαμάχη τους με τους ψυχιστές, αυτός καταφεύγει στους ρομαντικούς φιλοσόφους, που κι αυτοί δεν θεωρούσαν τη νοσταλγία αρρώστια και αναφέρονταν στην έννοια της Sehnsucht (της διακαούς και επώδυνης επιθυμίας για κάτι που λείπει), όπου η απουσία ενός τόπου γίνεται απώλεια και του χρόνου, έτσι που η ρομαντική νοσταλγία να σημαίνει επίσης την επανάκτηση ενός μυθικού παρελθόντος σε ένα μέλλον όχι λιγότερο φανταστικό. Δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό και στείρο, αφού μπορεί να χρησιμεύσει και στην επανακατασκευή αυτού του παρελθόντος, να γίνει δηλαδή πραγματική κινητήρια δύναμη για την επανάκτηση μιας χαμένης ενότητας.28

Έτσι λοιπόν, ο Jaspers ανατρέχει στον Schlegel (1772-1829), που έβλεπε «την ουσία της φιλοσοφίας στη νοσταλγία του αιώνιου και του άπειρου», για να παρομοιάσει τον άνθρωπο με «νοήμον φυτό», το οποίο βυθίζει τις ρίζες του στη γενέθλια γη και τις παιδικές του αναμνήσεις, τρεφόμενο από την οικειότητα με το φυσικό περιβάλλον, όπως το βίωσε εξαρχής. «Κι όταν η ψυχή, αναπαυόμενη κάτω από τις ιτιές της εξορίας, ανασαίνει τη νοσταλγία της για τη μακρινή πατρίδα, τι άλλο παρά μελαγχολία μπορεί να είναι το κλειδί του τραγουδιού της; Έτσι, η ποίηση των αρχαίων ήταν η ποίηση της κατοχής, η δική μας είναι της νοσταλγίας. η πρώτη είναι βαθιά ριζωμένη στο έδαφος του παρόντος, η δεύτερη περιίπταται ανάμεσα στη θύμηση και τη λαχτάρα».29

*

Η σχέση της ψυχιατρικής με τη δικαιοσύνη ανιχνεύεται μέσα από την ιστορία της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που κάποια στιγμή θα πάρει τη θέση της εντός του ευρύτερου πλαισίου της εγκληματολογίας. Η ιστορία αυτή δεν αρχίζει, όπως ευρύτερα νομίζεται, στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον Cesare Lombroso (1835-1909), διάσημο για το έργο του Ο εγκληματίας άνθρωπος (1976). Ο Lombroso δεν είναι ιδρυτής της, αλλά κληρονόμος προγενέστερων αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούσαν σε θέματα παθολογικής ανατομίας, ιατροδικαστικής, δημόσιας υγείας και φρενολογίας-ψυχιατρικής. Θα πρέπει δηλαδή να ανατρέξουμε στις πρώτες θεωρίες του Pinel περί ψυχικής αλλοτρίωσης, στη φρενολογία του Gall, τον ζωικό μαγνητισμό του Mesmer και την ανθρωπολογία: οι απαρχές της εγκληματολογίας βρίσκονται στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα,30 ενώ αργότερα, στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1880-1914, θα θεσμοθετηθεί ό,τι από την προηγούμενη εποχή είχε κρυσταλλωθεί γύρω από την «εγκληματολογική ανθρωπολογία», με την αποκλειστικά φυσιοκρατική, μηχανιστική θέση της·31 ακριβέστερα, με το πέρασμα από τον «ποινικό άνθρωπο» – homo penalis [η διάπραξη εγκλήματος σχετίζεται με τις περιστάσεις και τιμωρείται με νόμο] στον «εγκληματία άνθρωπο» – homo criminalis [ο εγκληματίας δεν είναι κάποιος που θα τιμωρηθεί, αλλά κάποιος του οποίου η ψυχική και ηθική συγκρότηση δεν είναι κανονική]. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η βιολογική κατεύθυνση, που προώθησε ιδιαίτερα ο Lombroso, παραπέμπει στη δαρβινικά επηρεασμένη αντίληψη πως ο εγκληματίας είναι «κατά τη φύση του ένας καθυστερημένος άγριος» και «κατά την κοινωνικότητα ένας μη κανονικός άνθρωπος».

Τη συνολικότερη φαινομενολογία του εγκλήματος και του εγκληματία θα διερευνήσει32 ο αυστριακός νομικός, Hans Gross (1847-1915). Στα ενδιαφέροντά του βρέθηκε έτσι και η νοσταλγία, την παθολογία της οποίας εξέθεσε στην Εγκληματολογική Ψυχολογία – Kriminalpsychologie, που εξέδωσε το 1897 (Β΄ έκδ. το 1905), για να ερμηνεύσει την εγκληματικότητα που συνδέεται με αυτή: Ο νοσταλγός δοκιμάζει να απαλλαγεί από τo πάθος του μέσα από «θορυβώδη συμπεριφορά και πολλές εντυπωσιακές απολαύσεις, βάζοντας ακόμα και φωτιά στο σπίτι ή δολοφονώντας κάποιον. με λίγα λόγια αναζητώντας ένα εκρηκτικό υποκατάστατο». Την απολυτότητα της άποψης αυτής δεν συμμεριζόταν ο Jaspers, που έβλεπε να κυριαρχεί η τάση επιστροφής στους οικείους και η σκέψη πως η εγκληματική πράξη θα καθιστούσε δυνατό τον επαναπατρισμό.33

Είναι η εποχή που επισημοποιείται και η ψυχιατρική ως διακριτή ιατρική ειδικότητα, της οποίας η διαμόρφωση είχε αρχίσει κατά την προηγούμενη περίοδο.34 Και είναι τότε που αρχίζει η ανανέωση της εγκληματολογίας, ιδιαίτερα αισθητή κατά τον 20ο αιώνα, μέσα από την «ανακάλυψη» μιας κοινωνικής (Tarde, Durkheim) και μιας ψυχικής συνιστώσας (Ribot, Freud).35 Ήδη από το 1894, ο Hans Gross αποδεχόταν τη σημασία του lapsus linguae κατά την ανακριτική διαδικασία, το δε 1898 πρόσθετε στον προβληματισμό του και την επίδραση ενός «καταπιεσμένου σεξουαλικού ενστίκτου» σε ορισμένες εγκληματικές πράξεις.36

Όχι τυχαία λοιπόν, στο περιοδικό του Hans Gross, το Archiv fur Κriminalanthropologie und Κriminalistik, θα δημοσιευτεί το 1906, το άρθρο του Freud, «Η ψυχανάλυση και η στήριξη γεγονότων στον δικαστικό τομέα μέσω μιας διαγνωστικής μεθόδου», όπου αναφέρει πως ο εγκληματίας, όπως και ο υστερικός, έχει κάτι να κρύψει, μόνο που ο δεύτερος δεν το γνωρίζει.37 Πρόκειται για μια πρώτη φροϋδική προσφορά στην προβληματική του εγκλήματος: η ασυνείδητη (νευρωτική) ενοχή φωτίζει κατοπτρικά το ασυνείδητο της (εγκληματικής) ενοχής, έγραφε πριν κάποια χρόνια ο Paul-Laurent Assoun.38

Οποία σύμπτωση, λοιπόν, όταν διαπιστώνουμε ότι στο ίδιο αυτό περιοδικό θα δημοσιευτεί, τρία χρόνια αργότερα, και η διατριβή του Jaspers υπό τον τίτλο «Νοσταλγία και Έγκλημα».39 Ιδού λοιπόν δύο δημοσιεύσεις που δείχνουν πόσο ο εγκληματολόγος Hans Gross νοιαζόταν για τη διεπιστημονική προσέγγιση των θεμάτων που απασχολούσαν το περιοδικό του, που θα μετονομαστεί, το 1915, σε Archiv für Kriminologie.40

Να σημειώσω εδώ ότι στον τίτλο της διατριβή του Jaspers, που εκδίδεται και αυτοτελώς,41 το «έγκλημα» [Verbrechen] συνδέεται με την κοινότυπη λέξη Heimweh και όχι με την ιατρογενή «nostalgia», που στο μεταξύ έχει χάσει την παλιά αμιγώς ιατρική της σημασία. Και να προσθέσω την παρατήρηση της Μαρίας Οικονόμου, καθηγήτριας βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, ότι ο τίτλος θυμίζει το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Με τον Hofer, γράφει η ίδια, η νοσταλγία πέρασε στην παθολογία, με τον Jaspers θα περάσει στην εγκληματολογία, εμπνέοντας ακολούθως την ανθρωπολογία, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη νομική επιστήμη.42

Η ιστορία της νοσταλγίας δεν τελειώνει εδώ.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  www.universalis.fr/encyclopedie-tarkovski.

2  Ο ποιητής, τα ίχνη του οποίου έψαχνε ο ήρωας του Ταρκόφσκι, αυτοκτόνησε επιστρέφοντας στη Ρωσία

3  Jaspers K. Heimweh und Verbrechen. Medizinische Inauguraldissertation Heidelberg, Leipzig 1909.

4  Ομήρου Οδύσσεια, α, 58-59. Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 95.

5  Boym S. Nostalgia and its Discontents. The Hedgehog Review, Summer 2007, 7-18 [www.iasc-culture.org].

6  Bolzinger A. Pour le tricentenaire de la nostalgie. L’Évolution Psychiatrique 1989, 54, 219-25.

7  Bolzinger A. Histoire de la nostalgie. Clamecy: Campagne Première 2006.

8  Bourgeois ML. La nostalgie: Psychopathologie de l’exil et du paradis perdu. Annales Médico-Psychologiques 2008, 166, 447-452.

9  O’Sullivan L. The time and place of nostalgia: resituating a French disease. Journal of the History of Medicine and Allied Sciences 2011, 67, 4, 626-649.

10  Rosen G. Nostalgia: a “forgotten” psychological disorder. Psychological Medicine 1975, 5, 340-356.

11  Η 16σέλιδη μελέτη για τη νοσταλγία μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε στα αγγλικά το 1934: Medical dissertation on nostalgia by Johannes Hoffer, 1688. Translated by Carolyn Kiser Anspache. Bulletin of the Institute of the History of Medicine 1934, 2, 376-391. Ευχαριστίες οφείλω στον Μιχάλη Κυρατσού και τη Δήμητρα Λαζαρίδου-Χατζηγώγα που την εντόπισαν στο Λονδίνο.

12  Καράβατος Αθ. Νεμεσίου Επισκόπου Εμέσης της Συρίας: Περί φύσεως ανθρώπου (390-400 π.χ.). Η θεωρία των εγκεφαλικών κοιλιών σε χειρόγραφο (18ου αιώνα) της Βιβλιοθήκης τη Κοζάνης. Σύναψις 2005, 1α, 94-105.

13  Prete A. Nostalgic social thought. International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences, 10747-10749.

14  Στο ίδιο.

15  Bolzinger A. Ό.π. [βλ υποσ. 6]

16  Sullivan E. Nostalgia. The Lancet 2010, 376, 585.

17  Bolzinger A, Histoire de la nostalgie. Ό.π. [βλ. υποσ. 6]

18  Jaspers K. Heimweh und Verbrechen. Medizinische Inauguraldissertation Heidelberg, Leipzig 1909.

19  Fusar-Poli P. One century of “Allgemeine Psychopathologie” (1913-2013) by Karl Jaspers. Schizophrenia Bulletin 2013, 39, 2, 268-269.

20  Βλ. Θανάσης Καράβατος. Και η νοσταλγία έχει την ιστορία της. Συνάψεις 2013.

21  Bachhiesl SM. “Heimweh und Verbrechen” – ein Beitrag von Karl Jaspers zur Kriminalpsychologie. Archiv für Kriminologie 2009, 223, 98-107.

22  Bolzinger A. La nostalgie selon Jaspers – Une thèse de médicine de 1909. L’Évolution Psychiatrique 1999, 64, 259-270.

23  Αντλώ τις βασικές πληροφορίες για τη διατριβή του Jaspers από τον André Bolzinger (La nostalgie selon Jaspers – Une thèse de médicine de 1909. L’Évolution Psychiatrique 1999, 64, 259-270), που υποσημειώνεται μόνο εδώ και την Sonja Maria Bachhiesl (“Heimveh und Verbrechen” – ein Beitrag von Κarl Jaspers zur Jaspers zur Kriminal-psychologie. Archiv für Kriminologie 2009, 223, 98-107), που υποσημειώνεται κάθε φορά που η πληροφορία προέρχεται από το δικό της άρθρο. Ευχαριστίες οφείλω στον Πέτρο Πετρίκη, παλιό συνεργάτη μου στην Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του ΑΠΘ και Λέκτορα σήμερα στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, για τη μεταφραστική του βοήθεια στο γερμανικό αυτό άρθρο.

24  Micouin G. De la nostalgie à la neurasthénie, une rupture épistémologique. Bulletin Psychologique 1989, 389, 322-327.

25  Ο ψυχίατρος Karl Jaspers, που θα γίνει φιλόσοφος στα 40 του, αναφέρεται στην «παθολογική αντίδραση σε ένα βίωμα», της οποίας η μια πλευρά προσφέρεται στην κατανόηση και η άλλη στην αιτιότητα. Τη θέση αυτή εμπνέεται από τη διάκριση του φιλοσόφου W. Diltey (1833-1911) μεταξύ «γνώσης» (που ταιριάζει στις «επιστήμες της φύσης») και «κατανόησης» (που ταιριάζει στις «ηθικές επιστήμες»), ορίζοντας έτσι τις ιδιαιτερότητες των δύο αυτών ομάδων επιστημών. Το δίπολο κατανοώ (verstehen) – εξηγώ (erklären) θα αναπτύξει ιδιαίτερα στη Γενική Ψυχοπαθολογία (1913) του.

26  Bachhiesl SM. “Heimweh und Verbrechen”, ό.π [υποσ. 18]

27  Στο ίδιο.

28  Rauchs P. La nostalgie ou le malentendu du retour. L’Évolution Psychiatrique 1999, 64, 281-288.

29  Αναφέρεται στο Ροζάνης Στ. Η αναβίωση του Μεσαίωνα. Στο Μελέτες για τον ρομαντισμό. Πλέθρον Αθήνα 2001.

30  Είναι τότε που το επαγγελματικό σώμα των γιατρών αρχίζει να ανοίγεται στον πνευματικό, κοινωνικό και πολιτικό στίβο για να αντι-παρατεθεί σε ένα άλλο επαγγελματικό σώμα, τους δικαστικούς, προς τους οποίους θα συν-παρατεθεί ακολούθως μέσα από ένα αναγκαίο consensus, έτσι ώστε να μην απειλείται η αυτονομία της δικαιοσύνης, αλλά και να γίνεται αποδεκτή εκ μέρους των δικαστών η θέση των γιατρών ως ειδικών στα θέματα της ψυχικής υγείας (Βλ. Lanteri-Laura G. Évolution de la fonction d’expert au pénal: du code de 1810 à la circulaire Chaumie. Στο Henri Grivois (ed) Les monomanies instinctives. Masson, Paris 1990, 39-60).

31  Mucchielli L. Naissance de la criminologie. Στο: L. Mucchielli (Ed), Histoire de la criminologie française. L’Harmattan, Paris 1995, 7-15.

32  Naqvi N. The nostalgic subject. A genealogy of the “critique of nostalgia”. Working Paper No 23. Unoversita degli studi di Messina, 2007, www.cirsdig.it.

33  Στο ίδιο.

34  Καράβατος Αθ. Για μια μη α-θεωρητική ψυχιατρική. Συνάψεις, Αθήνα 2012 [Βλ. το άρθρο «Οι απαρχές της εξειδίκευσης στην ιατρική και η περίπτωση της ψυχιατρικής», σελ. 33-39].

35  Εδώ και πάνω από 50 χρόνια, η σύγχρονη εγκληματολογία ακολουθεί τους βασικούς άξονες θεωρίας, πρακτικής και έρευνας που χαράχτηκαν από την κοινωνιολογία, τη βιολογία, την ψυχιατρική και την ψυχανάλυση (Βλ. Mucchielli L. Renouvellements et déplacements dans le champ criminologique au XXème siècle». Στο: L. Mucchielli (Ed), Histoire de la criminologie française. Paris, L’Harmattan 1995, 239-247). Το πλαίσιο αυτό αντιστοιχεί, βέβαια, στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σήμερα τον άνθρωπο, ο ψυχισμός του οποίου διαμορφώνεται μέσα από τη συν-πλοκή της βιο-ψυχικής του ανάπτυξης με τα κοινωνικο-πολιτισμικά στοιχεία που την προσδιορίζουν. Βλέπουμε δηλαδή τον άνθρωπο στην ολότητα και τους διχασμούς του (ο άνθρωπος όντας συνειδητός, έχει ένα ασυνείδητο).

36  Ellenberger HF. The Discovery of the Unconscious. The History and Evolution of Dynamic Psychiatry, New York, Basic Books, 1970. Γαλλική έκδοση SIMEP 1974, 256 και 419.

37  Mucchielli L. Le sens du crime. Histoire des (r)apports de la psychanalyse à la criminologie, ό.π., 351-410.

38  Assoun P.-L. L’inconscient du crime. La “criminologie freudienne”. Recherches en psychanalyse 2004, 2, 23-39.

39  Jaspers K. Heimweh und Verbrechen. Archiv fur kriminalanthropologie und kriminalistik 1909, 35, 1-116.

40  Bachhiesl SM. “Heimweh und Verbrechen”, ό.π. [υποσ. 18].

41  Jaspers K. Heimweh und Verbrechen. Medizinische Inauguraldissertation Heidelberg, Leipzig 1909.

42  Oikonomou M. On the clinical picture of nostalgia, and a remote of literature. www.Isa.umich.edu/UMICH/modgreek/Home.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.