Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]

Karl Jaspers : Ο ιατρός την εποχή της τεχνολογίας

Εισαγωγή και μετάφραση:
Μαρία Μπούρη
Παιδίατρος, ΜΑ Μed Hum
Ιατροκοινωνικό Κέντρο Πλ. Αμερικής, Κ.Υ. Βύρωνα.

αφιέρωμα : Η Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers

Επιλέχθηκαν μεγάλα  αποσπάσματα από το κείμενο του Κ. Jaspers: Der Artzt im technischen Zeitalter, δημοσιεύτηκε στο  Universitas: Zeitschrift für Wissenschaft, Kunst und Literatur, 1959;14(4): 337-54. 1

Με την ευγενή άδεια του Καθηγητή Hans Saner, Διευθυντή του Ιδρύματος Karl Jaspers στη Βασιλεία της Ελβετίας.

 

Εισαγωγή

Το κείμενο αυτό  μπορεί να αναγνωσθεί ως μέρος του ευρύτερου προβληματισμού του  Jaspers για την ουσία και τον ρόλο της σύγχρονης επιστήμης γενικά και της ιατρικής ειδικότερα, με δεδομένες τις προκλήσεις της νεωτερικής εποχής. Αποδεικνύεται δε ένα κείμενο προφητικό, καθώς εντοπίζει θέματα, όπως η εννόηση του αντικειμενικού, το ερώτημα για το υποκείμενο της γνώσης και η χρήση των δεδομένων της έρευνας, τα οποία στις επόμενες δεκαετίες αποτέλεσαν αντικείμενα εκτενών συζητήσεων στα πεδία της «μεταθετικιστικής» επιστημολογίας καθώς και της βιοηθικής.

Κατά τον Jaspers, η επιστήμη οφείλει να έχει συνείδηση των ορίων της γνώσης, πόσο μάλλον η ιατρική που ίσταται ενώπιον της ανθρώπινης κατάστασης, η οποία αντιπροσωπεύει το απεριόριστο, το μυστήριο και το ανεξάντλητο, το μη δυνάμενο να εγκλεισθεί σε μετρήσιμα μεγέθη. Επιπλέον, η ίδια η δυνατότητα της μεταστροφής, δηλαδή της περιαγωγής2 της ανθρώπινης ψυχής, ώστε να προσανατολιστεί προς τα εσώτατα θεμέλια της ύπαρξής της, δεν εμπίπτει σε οποιοδήποτε θεωρητικό ή ερευνητικό μοντέλο της ανθρώπινης συνθήκης.

Ο φιλοσοφικός λογισμός έρχεται να συνδράμει καθοριστικά τον ιατρό, στρέφοντας την κλινική ματιά του στο όλον, στη δυνατότητα ως το όχι ακόμη γνωστό, κατευθύνοντάς τον στην επίγνωση των ορίων της σκέψης που μπορεί να επιτελεσθεί από τη διάνοια, στη δύναμη του Λόγου ως χορηγού νοήματος στα νοητά, ως φωτισμού και ενότητας των όντων, ακατάπαυστα υπερβαίνοντας τον εαυτό του. Έτσι ο ιατρός θα καταστεί ικανός να δεξιωθεί το απόλυτο Άλλο που ενοικεί στη δυνητικότητα κάθε ανθρώπου, δίχως να καταποντιστεί εντός του «άσκεπτου» των ορίων του νοητού, δυνάμενος να «γνωρίζει εντός του μη γνωρίζειν…».

Ο ιατρός και ειδικά ο ψυχίατρος που έρχεται αντιμέτωπος με την πνευματικής φύσεως οδύνη του ανθρώπου, μόνο με την εξατομικευμένη και προσωπική επικοινωνία με τον ασθενή του θα αποτελέσει τον καταλύτη του ανακαινισμού του ανθρώπου. Θεωρώντας ο Jaspers ότι τούτη η συνδρομή οφείλει να αποτελεί μέρος της κλινικής πράξης κάθε ιατρού και ειδικά του ψυχιάτρου, εκφράζει την επιφύλαξή του σχετικά με τον περιορισμό αυτής της ικανότητας σε ένα ξεχωριστό πεδίο και εντός ενός παγιωμένου θεωρητικού μοντέλου, όπως στην περίπτωση της ψυχανάλυσης, προς την οποία είναι ιδιαίτερα κριτικός. Απεναντίας, η φιλοσοφία επιζητά την αναζήτηση και όχι περιχαρακωμένες πραγματικότητες, την ενδιαφέρει το καθ’ οδόν προς την πλήρη διάνοιξη των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης εν ελευθερία. Η φιλοσοφία νοηματοδοτεί, δεν επικυρώνει ούτε επιβεβαιώνει, καθώς το Είναι μπορεί να φωτισθεί  μάλλον παρά να γνωσθεί ή να αντικειμενοποιηθεί.

Η σύγχρονη επιστήμη, «απομαγεύοντας» τον κόσμο και φθάνοντας μέσα από την κατάκτηση της γνώσης στα έσχατα όριά της, στην αγνωσία, μaς κατευθύνει, κατ’ ουσίαν, προς τη θέαση του αληθινού βάθους: φιλοσοφείν σημαίνει υπερβαίνειν, σημαίνει σύνθεση των διακεκριμένων από τη διάνοια (Verstand) μορφών, αναζήτηση διά της διαλεκτικής ικανότητας του Λόγου (Vernunft) της εσωτερικής ενότητας στην πολλαπλότητα του κόσμου. Αποτελεί δε πράξη και όχι αφηρημένο συλλογισμό, καθώς αφετηρία και προορισμό για τον Jaspers, γνήσια υπαρξιακό φιλόσοφο, αποτελεί ο εμπειρικός, ο καθημερινός άνθρωπος και το αίτημα της υπέρβασης της περατότητάς του, μέσω του διηνεκούς εμπλουτισμού της και με στόχο την εμβίωση ενός πλήρους παρόντος.

Η τεχνολογική δεινότητα της νεωτερικής εποχής, επισημαίνει ο Jaspers, ενέχει τον κίνδυνο να αποπροσανατολίσει τον ιατρό από τη σημασία της κλινικής πράξης, στην οποία δοκιμάζονται η δυναμική και η εμβέλεια της έρευνας, αλλά και όπου εκείνος καλείται να ενεργήσει ακόμη και όταν η επιστήμη σιωπά. Η ασθένεια που «ενοικεί στο μη κατανοήσιμο», αποτελεί μια κρίση, όπως κάθε μορφή οδύνης, μια οριακή κατάσταση (Grenzsituation) διά της οποίας διανοίγεται, τόσο για τον ιατρό όσο και για τον ασθενούντα, το υποφέρειν ως ώθηση προς επίγνωση του βαθύτερού μας διχασμού σε μερική –«δούλη» και πλήρη– «ελεύθερη» ύπαρξη (Εxistenz). Η πρώτη με περιορίζει στο επιστητό, η δεύτερη δεν υπάρχει ως τέτοια, αλλά δημιουργείται κάθε στιγμή, είναι η ελευθερία μου ως ατομική ευθύνη, την οποία αναλαμβάνοντας μετα-στρέφομαι προς τον φωτισμό της ύπαρξης (existenzerhellung), προς τη διαύγεια ενός κόσμου πέραν της γνώσης, ικανού όμως να φωτίσει αυτήν τούτη τη γνώση και το βίωμά μου. Είναι δε εντός της ανθρώπινης επικοινωνίας, εντός της θεραπευτικής σχέσης εν προκειμένω, όπου αναφαίνεται αλλά και διακυβεύεται αυτή η δυνατότητα, προνόμιο καθενός ανθρώπου, τονίζει ο Jaspers, αλλά και ελευθερία του ως ατελεύτητος πλούτος των δυνατοτήτων κατανόησης του νοήματος, εντός του κοινού τόπου του διαλόγου.

Η έρευνα στο πλαίσιο της ιατρικής και των επιστημών γενικά, μας τροφοδοτεί ατέρμονα με εκρηκτικής ισχύος δεδομένα, ωστόσο ο ιατρός, πλουσιότερος διά της φιλοσοφικής οπτικής, δεν θα αφεθεί να επικυριαρχηθεί από αυτά καθώς, έχοντας κατανοήσει το βεληνεκές των έλλογων κρίσεών του, στέκεται ελεύθερος έναντι αυτών και αποφεύγει να παρασυρθεί από τα τεχνολογικά επιτεύγματα και να προδώσει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, στην αγωνία της οποίας καλείται να συμπαρίσταται3.

Ο ιατρός την εποχή της τεχνολογίας

Δεν χρειάζεται να πει κανείς πολλά για το θαύμα της σύγχρονης ιατρικής. Οποιοσδήποτε, από το γύρισμα του [20ου] αιώνα μέχρι σήμερα, έχει γίνει μάρτυρας αυτών των θαυμάτων της ιατρικής, γνωρίζει ότι παρίσταται σε ένα γεγονός άνευ προηγουμένου στην ιστορία της ιατρικής. Αρχίζοντας με αργά βήματα τον 17ο αιώνα και προχωρώντας ταχύτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, αυτή η εξελισσόμενη πρόοδος της ιατρικής δεινότητας έχει ακολουθήσει μια πορεία τα τελευταία 50 χρόνια που κόβει την ανάσα.

Αιτία αυτής της προόδου αποτελεί η έρευνα που έχει γίνει εντός των φυσικών επιστημών – από τις θετικές επιστήμες  ως τη βιολογία. Τα πιο καίρια και μεγαλειώδη βήματα έγιναν εκτός της ιατρικής πρακτικής. Ωστόσο, η ιατρική πρακτική παρέμεινε το μόνο πεδίο στο οποίο έλαβαν χώρα ο επιστημονικός τρόπος σκέψης του ιατρού και η τέχνη της παρατήρησης, καθώς και η δημιουργική ερμηνεία των χημικών, φυσικών και βιολογικών γνώσεων σε διαγνωστικές και θεραπευτικές ενέργειες. Επιπλέον, εκεί αναδύθηκαν μη προϋπάρχοντα κλινικά δεδομένα όσον αφορά τα είδη, τα συμπτώματα και την πορεία διαφόρων παθήσεων, καθώς και την ανατομική και φυσιο-βιολογική, δηλαδή την επαληθεύσιμη, όψη του συμβάντος της νόσου. Στη διάθεση του κλινικού ιατρού έχουν τεθεί ορισμένα μέσα θεραπείας με καταπληκτικά αποτελέσματα. Η χειρουργική έχει πραγματοποιήσει φαινομενικά αδύνατες επεμβάσεις σε πνεύμονες, καρδιά και εγκέφαλο. Και, επιπλέον, σήμερα μας περιβάλλει ένας καινούργιος κόσμος τελειότητας στα δωμάτια των νοσοκομείων, τα εργαστήρια, τις χειρουργικές αίθουσες, τα εργαλεία και τις συσκευές, καθώς και στους  χειρισμούς των ιατρών.

(…) Η διαφορά [με το παρελθόν] είναι ουσιαστική. Η επιστημονική γνώση και ικανότητα χάρασσαν παρθενικά τον δρόμο τους. Ενώ παλιότερα η ιατρική αντίληψη της φύσης και των ανθρώπινων όντων εξαρτιόταν από δομές πεποιθήσεων, κοσμοθεωρήσεις, αντιλήψεις της ανθρώπινης κατάστασης και μοντέλα σκέψης τα οποία, χωρίς να γίνουν αντικείμενο αναστοχασμού, εκλαμβάνονταν ως αυταποδείκτως ισχύοντα, σήμερα, έχει κανείς την ελευθερία να γνωρίζει την πραγματική φύση τους και να μην παραπλανηθεί, έτσι ώστε να εφαρμόζεται ό,τι είναι πράγματι αποτελεσματικό.

Ο ιατρός έχει θεμελιώσει το επάγγελμά του όχι μόνο πάνω στη φυσική επιστήμη, αλλά επίσης και στην ανθρώπινη υπόστασή του, η οποία προορίζεται να συνδράμει στη σωματική οδύνη κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από πεποιθήσεις, κοσμοθεωρήσεις, πολιτικές απόψεις, καταγωγή ή φυλή.

Ο σύγχρονος ιατρός των τελευταίων αιώνων δεν έχει, με καθοριστικό τρόπο, κμιά σχέση με τους ιατρούς παλαιότερων εποχών. Πρόσφατα, έγιναν οι ιατροί αυτό που θα μπορούσαν και μάλιστα το πέτυχαν μεγαλειωδώς. Όλα φαίνεται να βρίσκονται στην βέλτιστή τους  ευρυθμία. Καθημερινά, εκπληκτικές θεραπευτικές επιτυχίες πραγματοποιούνται σε πλείστες όσες περιπτώσεις νοσούντων ατόμων. Όμως, με έκπληξη παρατηρείται μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ τόσο των ασθενών όσο και των ιατρών. Για δεκαετίες, παράλληλα με την πρόοδο της ιατρικής, συζητείται και η κρίση αυτής, οι μεταρρυθμίσεις, η υπέρβαση της ακαδημαϊκής ιατρικής και τα νέα θεμέλια της ολιστικής θεώρησης της ασθένειας, καθώς και η  οντότητα του ιατρού.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Πρώτον, οι κοινωνιολογικές συνέπειες της τεχνολογικής εποχής, συγκροτώντας την ίδια την ουσία του ιατρού, επηρεάζουν το ιατρικό επάγγελμα σε βαθμό που να διακυβεύεται καθεαυτή η ιδέα του ιατρού. Δεύτερον, η επιστημονική ιατρική έχει  την τάση να υποτάσσεται σε ό,τι είναι ακριβές αντί [απλώς] να το χρησιμοποιεί, δηλαδή τείνει να επιτρέπει στον ιατρό να κυριαρχηθεί από τον ερευνητή. Τρίτον, καθώς η ιατρική πρακτική δεν σταματά στο όριο των επιστημονικών πιθανοτήτων, ο ιατρός που βρίσκεται επί του ορίου αυτού βιώνει σύγχυση, καθώς μάχεται την απουσία πίστης και την έλλειψη νοήματος που συναντούμε σε πολλούς ανθρώπους σήμερα και στη δημόσια ζωή γενικά.

 

Η επίδραση της εποχής της τεχνολογίας στην οργάνωση και την πρακτική του ιατρικού επαγγέλματος

Δεν υπήρχαν πάντα δύο είδη θεραπευτικής προσέγγισης, τα οποία για πρώτη φορά σκιαγράφησε ο Πλάτων στους Νόμους 720 a-e; Ο Πλάτων λέει ότι υπάρχουν δούλοι ιατροί για τους δούλους και ελεύθεροι ιατροί για τους ελεύθερους ανθρώπους. Οι δούλοι ιατροί περιφέρονται στην πόλη και περιμένουν στα θεραπευτήρια για τους ασθενείς. Ποτέ δεν εξηγούν σε κανέναν τους λόγους της ασθένειάς τους, ούτε ακούν τι έχουν οι δούλοι ασθενείς να πουν οι ίδιοι σχετικά με τις παθήσεις τους. Ένας τέτοιος ιατρός συνταγογραφεί αμέσως στον καθένα ό,τι νομίζει καλύτερο σύμφωνα με την εμπειρία του, απολυταρχικά, όπως ένας τύραννος, προκειμένου να σπεύσει ταχύτατα στον επόμενο άρρωστο δούλο.

Αντιθέτως, ο ελεύθερος ιατρός καταπιάνεται με τη θεραπεία των ασθενειών των ελεύθερων ανθρώπων, ασθένειες τις οποίες επιζητεί να διερευνήσει από τα θεμέλιά τους ανάλογα με τη φύση τους, ενώ ρωτάει και κατατοπίζεται από τους ασθενείς σχετικά με την πάθησή τους, ωσάν να ήταν πράγματι φίλοι του. Στο βαθμό που του είναι δυνατό, τους συμβουλεύει ο ίδιος και δεν συνταγογραφεί τίποτε ωσότου καθοδηγήσει τον ασθενή επαρκώς ώστε να κατανοήσει  την κατάστασή του από τη σκοπιά του ιατρού. Τότε μόνον ο ιατρός αυτός επιχειρεί με αδιάλειπτες προσπάθειες να αποκαταστήσει την υγεία του ασθενή, αφού τον καθησυχάσει και τον κατευνάσει με τη δύναμη της πειθούς. Στον ελεύθερο ιατρό αντιστοιχεί ο ρόλος που παίζει η ρητορική στην ιπποκρατική ιατρική, ρητορική με την [αρχαιο]ελληνική έννοια, ως τέχνη του καλλιεργημένου λόγου και της πειθούς. Ο ασθενής θέλει να γνωρίζει και πρέπει να αποφασίζει για τον εαυτό του. Πράγματι, εμπιστεύεται την αυθεντία του ειδήμονος, αλλά δεν πρόκειται για τυφλή εμπιστοσύνη. Η ελευθερία απαιτεί ερωτήσεις και απαντήσεις μεστές νοήματος. Υπάρχει ένα ανέκδοτο για τον Αριστοτέλη, ο οποίος, στη διάρκεια μιας ασθένειάς του, είπε στον ιατρό που του συνιστούσε μια θεραπευτική αγωγή: «Πες μου τους λόγους για τις ενέργειές σου και αφού πεισθώ, τότε θα τις ακολουθήσω».

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα; Ακούμε να λέγεται: «όσο μεγαλύτερη είναι η επιστημονική γνώση και ικανότητα και όσο πιο αποδοτικά τα διαγνωστικά και θεραπευτικά μέσα, τόσο πιο δύσκολο είναι να βρεις έναν καλό ιατρό ή μάλλον γενικά έναν ιατρό». Ο ιατρός θα πρέπει πράγματι να αντιμετωπίζει κάθε άρρωστο άνθρωπο εντός της ιδιαίτερης συνθήκης του, εντός της συνέχειας της ζωής του. Ωστόσο, κάποιες σποραδικές ακόμη φωνές θεωρούν ότι ακριβώς η υπέρβαση αυτής της αξίωσης για προσωπική φροντίδα συνιστά πρόοδο προς την ορθή και  πρέπουσα κατεύθυνση, πάνω και πέραν της εποχής μας, εποχή περίκλειστη και δέσμια του συντηρητισμού και του ατομικισμού. Ο ασθενής της νεωτερικότητας, λένε, δεν θέλει να αντιμετωπίζεται καθόλου ατομικά. Εισέρχεται στο νοσοκομείο σαν να πρόκειται για τη διεκπεραίωση μιας επιχειρηματικής υπόθεσης, για να εξυπηρετηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από ένα απρόσωπο σύστημα. Και ο ιατρός της νεωτερικότητας ενεργεί σαν να αποτελεί μια συλλογικότητα, η οποία ασχολείται με τον ασθενή, δίχως να εμπλακεί μαζί του με οποιοδήποτε προσωπικό τρόπο κατά τη θεραπευτική διαδικασία.

Η πλατωνική διάκριση φαίνεται αβάσιμη σήμερα. Το πρόβλημα με τον ιατρό συνάπτεται με την περικλείουσα τα πάντα πορεία του κόσμου προς την τεχνολογικοποίηση. Εντός του συστήματος της νεωτερικότητας, το πρόβλημα δεν είναι πλέον «ελεύθεροι ή δούλοι ιατροί». μάλλον στο πλαίσιο της [σημερινής] μείζονος τεχνολογικής δυνατότητας, η προβληματική διάκριση γίνεται: προσωπικοί ιατροί που λειτουργούν εξατομικευμένα ή απρόσωποι ιατροί που λειτουργούν μαζικά. Στην τεχνολογική εποχή, αδιαφανή για εμάς στην ολότητά της, το ζήτημα αφορά την ύπαρξη του ανθρώπου γενικά, όπου πράγματι η διάκριση μεταξύ δούλου και ελευθέρου ανθρώπου παύει μεν να υφίσταται, αλλά η πλήρης ύπαρξη κάθε ανθρώπου μπορεί να εμφανιστεί είτε ως καταβύθιση στη δούλη ύπαρξη ή ως ανύψωση στην ελεύθερη ύπαρξη.

Έτσι, φαίνεται να αποτελεί αντικειμενικό ερώτημα εάν εισερχόμαστε σε μια μορφή ύπαρξης ανάξια του ανθρώπου και έτσι κατευθυνόμαστε στο τέλος της ανθρωπινότητας. Αλλά το ερώτημα, όπως το κατανοούμε εμείς, δεν πρόκειται ποτέ να απαντηθεί αντικειμενικά. Μάλλον για τον ιατρό, όπως για κάθε άνθρωπο, το ερώτημα είναι: σε ποια απόφαση καταλήγει; για τι ζει και αναπνέει; Μέσα στη ζοφερή πλευρά της πραγματικότητας, η κίνηση προς νέες δυνατότητες της ύπαρξής μας μπορεί να συγκαλυφθεί. Η ίδια πορεία που φάνηκε ήδη να οδηγεί τον ιατρό σε δοξασμένα ύψη, μπορεί επίσης να τον αφανίσει. Αλλά μπορεί ακόμη να του επιτρέψει να επανακτήσει τα δοξασμένα του ύψη, αν θέλει [να μοχθήσει για αυτό], με σθεναρές προσπάθειες ουσιαστικού προσωπικού αναστοχασμού.

Aς δούμε εν συντομία το παράδειγμα ενός υγειονομικού οργανισμού: η ιατρική πρακτική, με την απελευθέρωση των ιατρικών μέσων από την ιδιοκτησία και την ελεύθερη διάθεση του ατόμου, έχει οργανωθεί σαν μια βιομηχανία. Νοσοκομεία, ασφάλειες υγείας και ερευνητικά εργαστήρια παρεμβάλλονται μεταξύ ιατρών και ασθενών. Ένας ολόκληρος κόσμος αναπτύσσεται, ο οποίος με την απόλυτη εξουσία του καθιστά την εξαιρετικά επαυξημένη ικανότητα του ιατρού εφικτή, αλλά που λειτουργεί τότε εις βάρος του ίδιου τού είναι του ιατρού??. Οι ιατροί μεταβάλλονται σε λειτουργίες: ως γενικοί ιατροί, ως ειδικοί, ως νοσοκομειακοί ιατροί, ως ειδικοί τεχνικοί, ως εργαστηριακοί ιατροί, ως ακτινολόγοι. Επιπλέον, δεν θα γίνουν ιατροί απλώς μέσα από την εκπαίδευση και την ελεύθερη και ανεξάρτητη ίδρυση ενός ιατρείου, αλλά μόνο μέσα από αδειοδοτημένη επαγγελματική αναγνώριση, από εργασιακή απασχόληση και υπηρέτηση σε πολλαπλές θέσεις εντός της «ιατρικής βιομηχανίας». Μεταξύ ιατρού και ασθενή εγκαθίστανται δυνάμεις με τις οποίες θα πρέπει [αμφότεροι] να συμμορφωθούν. Η πίστη από άνθρωπο σε άνθρωπο χάνεται. (…)

Κάθε μεταρρύθμιση μπορεί να είναι επιτυχής μόνο αν υποστηρίζεται από ένα ουσιαστικό ήθος. Για παράδειγμα τα νοσοκομεία, δυνάμει των τεχνολογικών τους δυνατοτήτων, έχουν καταστεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος αναφορικά με τη φύση του ιατρού, τόσο για την κλινική (του) πρακτική όσο και για την παράδοση της ιατρικής μαθητείας. Στα νοσοκομεία, ό,τι είναι αποφασιστικό για την πορεία της θεραπείας είναι το «πνεύμα του χώρου». Στην αντικειμενική του συγκρότηση, το πνεύμα αυτό είναι οικουμενικό, ίδιο σε όλο τον κόσμο, όταν πρόκειται για την τεχνολογική ικανότητα, τις διαρθρωτικές δομές, την τάξη και την πειθαρχία. Αλλά αυτό το πνεύμα ως τέτοιο ζει μέσα από κάτι που δεν ανευρίσκεται πανομοιότυπα, διαφυλασσόμενο μόνο μέσα στην ιστορική συνέχεια: ως το πρότυπο της ιατρικής ζωής- προσωποποιούμενο στον επικεφαλής ιατρό και πραγματοποιούμενο στην ελεύθερη κοινωνία όλων- εντός του οποίου οι ειδικευόμενοι ιατροί ωριμάζουν, πάνω και πέραν κάθε μαθητείας, διαμέσου της καθημερινής επικοινωνίας του ενός με τον άλλο ιατρό, με τους ασθενείς και με το υπόλοιπο προσωπικό υγείας. Ως ήθος, αυτό το πνεύμα του ιατρικού χώρου δίνει ζωή στον τεχνολογικό μηχανισμό. το ήθος παραμένει κάτι για το οποίο τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί, αλλά πραγματώνεται.

 

Οι κίνδυνοι της επιστημονικής ιατρικής

Όταν ο ασθενής εξετάζεται ενδελεχώς και αντιμετωπίζεται σε ένα ειδικό ιατρείο ή στο νοσοκομείο, συμβαίνει το εξής: η διαγνωστική διαδικασία διενεργείται μέσω συσκευών και εργαστηριακών εξετάσεων που γίνονται όλο και πολυπληθέστερες. Η θεραπευτική διαδικασία καθίσταται μία μετρήσιμη, διαρκώς αυξανόμενης πολυπλοκότητας, χρήση ποσοτικών μεγεθών για το περιστατικό, το οποίο γίνεται αντικείμενο εξαντλητικής διαπραγμάτευσης [για τη συλλογή] διαγνωστικών δεδομένων. Ο ασθενής αντιλαμβάνεται τον εαυτό του εντός ενός κόσμου συσκευών, όπου μελετάται ο ίδιος διεξοδικά δίχως να κατανοεί τη σημασία των γεγονότων που διαδραματίζονται από πάνω του. Βλέπει τον εαυτό του απέναντι σε ιατρούς, από τους οποίους ούτε ένας δεν είναι ο δικός του ιατρός. Μοιάζει τότε, ο ιατρός ο ίδιος να έχει καταστεί ένας τεχνικός.

Πώς είναι δυνατό κάτι που βοηθά τον ιατρό στην επιτυχία της δουλειάς του να στρέφεται εναντίον της ίδιας του της ύπαρξης; Ο διαχωρισμός του ερευνητή από τον ιατρό είναι απαραίτητος και σημαντικός, στον βαθμό που η έρευνα διεξάγεται εντός των εργαστηρίων και αφορά διαδικασίες που εκτυλίσσονται δίχως κλινική πρακτική. Ίσως τα πιο διάσημα ονόματα στην εξέλιξη της ιατρικής δεν είναι εκείνα ιατρών (Claude Bernard, Pasteur, Fleming,  κ. ά.).

Είναι τελείως διαφορετικά αν ο ιατρός είναι ο ίδιος ερευνητής. Για αυτόν, στόχος δεν είναι η επιστήμη, αλλά η συνδρομή του προς τον ασθενή. Έχει στη διάθεσή του τα δεδομένα της έρευνας και αξιολογεί με την κλινική ματιά του τις προοπτικές τους και τους περιορισμούς τους. Όμως, στον βαθμό που καθηλώνεται από καθεαυτή την έρευνα, παύει να είναι ιατρός. Είναι ολέθριο όταν το νοσοκομείο υποτάσσεται στην έρευνα, όταν ο νέος ιατρός ενδιαφέρεται πρωτίστως για ένα εξειδικευμένο πεδίο και αφιερώνει περισσότερο χρόνο στο εργαστήριο από όσο στους ίδιους τους ασθενείς.

Ωστόσο στην κλινική πράξη καθεαυτή, ο ιατρός είναι ο ίδιος επίσης ένας ερευνητής, με την ευρύτερη όμως έννοια. Εφόσον η ιατρική γνώση θεμελιώνεται και επιβεβαιώνεται ως προς την αλήθειά της στην κλινική εμπειρία, είναι εντός του πλαισίου αυτής που η επιστημονική γνώση προσλαμβάνει για πρώτη φορά νόημα για την ιατρική. Καθώς αποκτά γνώση της πραγματικότητας του συμβάντος της ασθένειας για κάθε συγκεκριμένο ασθενή, και τότε μόνο ο ιατρός πραγματικά διεξάγει έρευνα. Χρειάζεται όντως την επιστημονική ισχύ της κρίσης, όχι μόνο για να εντάξει την συγκεκριμένη περίπτωση με ορθό τρόπο εντός του καθολικού [της γνώσης], αλλά επίσης για να αποκτήσει γνώση τού τι είναι ουσιαστικό για τη θεραπεία -σε μια προσπάθεια κατανόησης της ατελείωτης αλληλουχίας συμπτωμάτων, λεπτομερειών, μεταβλητών και πιθανοτήτων. Αυτή η ικανότητα του κρίνειν προϋποθέτει την κλινική ματιά του ιατρού, τη δυνατότητα πρόσληψης κάθε ασθενή εξατομικευμένα στη βάση συγκεκριμένων εμπειριών που εκείνος έχει βιώσει, την ετοιμότητα [του ιατρού] να κατανοήσει ό,τι του είναι καινοφανές, την παρατήρηση του σώματος, των αντιδράσεων, της συμπεριφοράς, τη σημασία του περιβάλλοντος του ασθενή. Μια τέτοια στάση προς την έρευνα αποκλείει τις ιατρικώς άνευ νοήματος, αν και ίσως ενδιαφέρουσες από επιστημονική πλευράς, διαγνωστικές και θεραπευτικές ενέργειες.

Η τάση αυτή προς την άκρατη τεχνολογία ενισχύεται από την περιχαράκωση της επιστημονικής έρευνας στο ακριβές, μειώνοντας έτσι τη σημασία που έχει, για το βιολογικό στοιχείο η ποικιλία των μορφών, το αποτύπωμα της ζωής. Η επιστημονική εμπειρία δεν εξαντλείται σε καμία περίπτωση στη φυσική και τη χημεία, ούτε στην αποκτώμενη με τη βοήθεια των δικών τους μεθόδων και κατηγοριοποιήσεων, γνώση των οργάνων και των προϊόντων των ζωντανών οργανισμών, που έτσι εκτιμώνται ως μηχανισμοί και διαδικασίες δίχως ζωή. Η γνώση του βιολογικού επεκτείνεται ακόμη περαιτέρω.

Στην ιατρική, στο βιολογικό στοιχείο αντιστοιχούν η κλινική εμπειρία, η παρατήρηση της μορφολογίας των συμπτωμάτων και η επισκόπηση του ιστορικού των ασθενών. Δια μέσου των αιώνων, η σύγχρονη επιστήμη έχει ενισχύσει και πολλαπλασιάσει εκπληκτικά όχι μόνο ό,τι εμπίπτει στο πεδίο του ακριβούς, αλλά και αυτή την κλινική γνώση. Αλλά μπροστά στις μεγάλες ανακαλύψεις και τις άμεσα αντιληπτές επιτυχίες τους, η ανάπτυξη της κλινικής πρακτικής, που δεν είναι λιγότερο άξια θαυμασμού, έχει μετακινηθεί στο παρασκήνιο. Φαίνεται να επικρατεί μια τάση να ξεχνιέται ό,τι έχει κερδηθεί στο πεδίο αυτό.

Η συνδιαλλαγή με τη ζωή, όσον αφορά τη γνώση, διενεργείται στο πλαίσιο της  επιστημονικής ιατρικής με δύο τρόπους: πρώτον, κατ’ αντιστοιχία με τη θετική επιστήμη, ως τεχνική δυνατότητα και δεύτερον, κατ’ αντιστοιχία με το βιολογικό στοιχείο, ως φροντίδα, ως ακρόαση της ζωής της ίδιας, με την επιμέλεια των συνθηκών αυτής, επιτρέποντάς της να αναπτυχθεί και να ανθίσει, με την υγιεινή και τη δίαιτα υπό την ευρεία ιπποκρατική έννοια. Αλλά ακόμη και έτσι, η πρακτική του ιατρού δεν εξαντλείται εδώ.

 

Τι πράττει ο ιατρός εκεί όπου σταματά η φυσική επιστήμη;

Το όριο της υλικής φύσεως γνώσης τίθεται εκεί όπου προαναγγέλλεται η δυνατότητα της εσωτερικότητας και εκεί όπου αυτή η εσωτερικότητα, με την έννοια του έλλογου όντος, έρχεται σε επικοινωνία με ένα άλλο έλλογο ον. Εδώ, στη σφαίρα του νοητού υπάρχει, πέραν της θεραπευτικής προσέγγισης μέσω της τεχνικής και της φροντίδας που αρμόζει σε ζώντες οργανισμούς, κάτι τελείως διαφορετικό: η παιδεία και η αυτο-μόρφωση.

Ο ιατρός πρέπει να διακρίνει πότε γνωρίζει και δρα επιστημονικά και πότε εισέρχεται σε μια άλλη σφαίρα: τον χώρο της έλλογης σημασίας, σε συνεχή συνδιαλλαγή μεταξύ των ανθρώπων και νοηματοδοτούμενη από αυτούς.

(1) Η επιστημονική ιατρική αντιμετωπίζει το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα ζωικό ον, αλλά επίσης ένα έλλογο όν, και ότι αυτό το έλλογο ον μπορεί όντως να ασθενήσει και ο άνθρωπος να αρρωστήσει ψυχικά. Στο τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, η ψυχιατρική έγινε αποδεκτή στον κύκλο των επιστημονικών ιατρικών ειδικοτήτων.

Ωστόσο, η ψυχιατρική παρέμεινε μια ξεχωριστή ειδικότητα: ανήκει τόσο στις ψυχικές επιστήμες όσο και στις φυσικές. Η ψυχιατρική, όπως η ψυχολογία, αποτελεί επιστήμη μόνο στον βαθμό που εντός της, αναφορικά με την ψυχή, κάτι αντικειμενικό μπορεί να καθορισθεί και να καταστεί διαφοροποιήσιμο, αντικειμενικά ταυτοποιήσιμο και άρα δυνάμενο να ερευνηθεί. Ακόμη, είναι επιστήμη μόνο διαμέσου της εμπειρίας, η οποία έχει αμάχητη αποδεικτική ισχύ, είτε με τον τρόπο της πειραματικής, στατιστικής ή βιογραφικής μεθόδου, είτε μέσω της παρατήρησης των αντιδράσεων, των [νοσολογικών] τύπων και μορφών, είτε μέσω των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων.

H επιστημονική ψυχιατρική θεωρούσε ως πρωτίστως καθοριστική για τη γνώση και την αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων τη μελέτη του εγκεφάλου, καθώς και εκείνη ολόκληρου του σώματος. Η έρευνα του εγκεφάλου απέδωσε εκπληκτικά ευρήματα και αποκάλυψε ορισμένες παθήσεις του εγκεφάλου. Η διαγνωστική και αιτιολογική οριοθέτηση της προϊούσας παράλυσης και η ανακάλυψη θεραπευτικής προσέγγισης που ανακόπτει την εξέλιξή της αποτέλεσαν έναν θρίαμβο αυτής της έρευνας. Ωστόσο, οι περισσότεροι μηχανισμοί της ψυχικής νόσου παρέμειναν απρόσιτοι, [ακόμη] και με τον τρόπο αυτό, μέχρι σήμερα. Η απόδοση του χαρακτηρισμού «ψυχοπαθολογικές διαταραχές» σε συμπτώματα μη ψυχιατρικών παθήσεων δεν σήμαινε τίποτα από επιστημονικής πλευράς.

Η κλινική πράξη πρέπει να καταδείξει τι πραγματικά γνωρίζει η ψυχιατρική και για τι είναι ικανή. Το βλέπει κανείς αυτό στα ιδρύματα, τα νοσοκομεία και τα ιατρεία. Σε ποιο βαθμό η γνώση που μεταδίδουν τα εγχειρίδια και οι μελέτες σχετίζεται με την κλινική πράξη; Σε ποιο βαθμό αποτελεί μόνο ένα ιδιόλεκτο – σχετικό με τη μυθολογία του εγκεφάλου ή τη μυθολογία της ψυχής–, ένα ιδιόλεκτο που μεταβάλλει τον τρόπο του λέγειν που συνοδεύει την κλινική πράξη, δίχως να τροποποιεί την ίδια την κλινική πρακτική στην ουσιαστική της πραγματικότητα;

Στην αρχή [του 20ου] αιώνα, όταν αποκαλύφθηκαν οι αντιφάσεις μεταξύ ψευδο-επιστήμης και πραγματικότητας, μεταξύ πραγματικής γνώσης του εγκεφάλου και αναντιστοιχίας αυτής με την κλινική πράξη, όταν η ασημαντολογία και η [μάταιη] αναταραχή εξαγρίωναν τον αξιότιμο και αγαπητό προϊστάμενό μου, τον ψυχίατρο και ερευνητή του εγκέφαλου Franz Nissen, τότε η πρώτιστη συνθήκη προόδου ήταν η μεθοδολογική σαφήνεια σχετικά με κάθε κλάδο της ψυχιατρικής γνώσης. Πάντως ήταν κρίσιμο να κατανοηθεί το εξής: πέρα από την επιστημονική γνώση, υπάρχει στην ψυχιατρική μια έλλογη ενσυναίσθηση. Αυτή η ενσυναίσθηση είναι θεμελιώδης για την πρακτική του ψυχιάτρου. Αν και δεν αποτελεί επιστήμη με την έννοια της φυσικής επιστήμης, οφείλει ωστόσο να συγκροτηθεί και να μορφοποιηθεί με έναν επιστημονικά μεθοδικό τρόπο. Στο πλαίσιο αυτό, έτυχε αναγνώρισης η κατανοούσα (Verstehende) ψυχολογία.

Η διάκριση είναι ριζική. Με την επιστημονική έρευνα επιτεύχθηκε πρόοδος, με τα μέσα της νόησης όμως ένας κόσμος πλήρης νοήματος διανοίχθηκε, δίχως να εξελίσσεται όπως η επιστήμη, αλλά μάλλον μεταφέροντας το μεγαλείο αυτής ακριβώς της προσωπικής πληροφορίας. Η κατανοούσα ψυχολογία τροφοδοτεί τον εαυτό της πάντα εκ νέου, ως διεύρυνση της σημασίας των διαμειβόμενων στις σχέσεις των ανθρώπων, εντός των δεδομένων της παράδοσης.

Στα όρια του νοητού, το μη κατανοήσιμο καθίσταται αντικείμενο αιτιολογικής διερεύνησης-  ίσως για να το καταλάβουμε ως σύμπτωμα του φάσματος της σχιζοφρένειας. [όμως] αυτό το μη κατανοήσιμο στοιχείο παραμένει απολύτως σκοτεινό και αδιαφανές στην πορεία μιας τέτοιας κίνησης της σκέψης. Ή μπορεί το μη κατανοήσιμο στοιχείο να συνιστά το απεριόριστο της ελεύθερης ύπαρξης ως τέτοιας, προσεγγίσιμο ωστόσο εις το διηνεκές, με περαιτέρω εις βάθος κατανόηση.

Αλλά εδώ έγκειται το αποφασιστικό για την ιατρική σημείο: η ασθένεια δεν ενοικεί στα νοητά, αλλά στο μη κατανοήσιμο, ιδιαίτερα στους «μετατροπείς» επιφορτισμένων με σημασία αντικειμένων της νόησης, σε σωματικές ή ψυχικές διαταραχές. Γιατί η διανοητική επεξεργασία προκαλεί σε κάποιον ένα σωματικό συμβάν ή μια ψυχοπαθολογική κατάσταση και όχι στον άλλο; Γιατί εκδηλώνεται με μορφές υστερικών μηχανισμών που καταφέρουν έναν διχασμό ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, γιατί με μορφές ψυχαναγκασμών, γιατί οι αντιδράσεις αυτές συνοδεύουν αυτοτελώς τα σωματικά συμπτώματα ενός βιώματος; Γιατί αυτές οι διασυνδέσεις των νοητών εξελίσσονται σε ασθένειες σε ένα μικρό μόνο αριθμό ανθρώπων; Γιατί στην πλειοψηφία των ανθρώπων- όταν θα ήθελαν να ξεχάσουν και όταν όντως απωθούν με επιτυχία και ξεχνούν- τούτο δεν συνεπάγεται απολύτως καμία νόσο;

Ο μηχανισμός των «μετατροπέων», παρά το καθεαυτό περιεχόμενο σημασίας του νοητού, αποτελεί το ουσιαστικό από ιατρικής πλευράς. Εδώ η νόηση, στα όριά της, μας επιστρέφει στην επιστημονική οπτική. Εδώ μια επιστημονική πρόοδος θα ήταν στοιχειωδώς εφικτή. Αλλά μέχρι σήμερα, μόλις που έχει γίνει η αρχή. Μπορεί κάποιος κάλλιστα να εικάσει αυτόν τον εξω-συνειδητό μηχανισμό εντός του συνεχούς της νευρολογικής γνώσης. Ακόμη όμως, είμαστε εξοικειωμένοι μόνο με τα συμπτώματα. Τούτα μπορούν να διακριθούν και να απεικονισθούν με πολλαπλούς τρόπους, οι οποίοι δεν συνιστούν επουδενί επαληθεύσιμες θεωρίες.

Η επιστημονική θεραπευτική προσέγγιση θα αφορούσε τις αιτιακές συνδέσεις αυτών των «μετατροπέων» με την οργανική βάση παθήσεων όπως η σχιζοφρένεια ή τους άγνωστους [αυτούς] μηχανισμούς μετατροπής, σε περιπτώσεις ατόμων που δεν εμφανίζουν ψυχική νόσο (…).

(2) [H περίπτωση όπου] το επιστημονικό πεδίο δεν προσφέρει υποστήριξη πλέον, ενώ η κλινική πράξη απαιτεί δράση. Εφόσον ο ιατρός θέλει να βοηθήσει, επιζητεί ολόψυχα να επιτύχει ένα αποτέλεσμα στην ψυχή και το σώμα. Οι τεχνικές που οδηγούν εκεί, καλούνται ψυχοθεραπεία. Υπάρχουν λοιπόν δύο θεμελιωδώς διαφορετικά είδη θεραπευτικής προσέγγισης;

Να πώς οι ιατροί παλαιότερων εποχών εκπλήρωναν το καθήκον τους: όντας προσηνείς με τους ανθρώπους και αινιγματικοί σε άλλες καταστάσεις ή, με βάση την εσωτερική συγκρότηση του ασθενή, μέσα από λέξεις και φράσεις και τη σωστή στιγμή, επιχειρούσαν να επιτύχουν μια μεταστροφή – δηλαδή εκείνο που σε πιο μοντέρνους καιρούς και με ιδία μέθοδο, γίνονταν συνειδητά, στα όρια της επιστημονικής ιατρικής, με τη μορφή της ψυχοθεραπείας.

Με αυτό τον τρόπο, η συνομιλία μεταξύ ιατρού και ασθενή παραμένει το πλέον ουσιώδες. Ωστόσο, η ψυχοθεραπεία- κυρίως με τις τεχνικές της ύπνωσης και της υποβολής, την αφήγηση των ονείρων, την έκφραση αιφνιδίων συμβάντων και αναμνήσεων στην αποκαλούμενη ασυνείδητη αντίδραση- απέβη μια μέθοδος διάφορη της συνομιλίας.

Με τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους δεν επιτυγχάνεται καμία προαγωγή των δεξιοτήτων [του ιατρού] διαμέσου της επιστημονικής γνώσης. Το ψυχοθεραπευτικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί απόδειξη: με κάθε μέθοδο, σε κάθε εποχή, τούτο– άγνωστο πώς- επιτυγχάνεται. Οι μέθοδοι μπορεί πολλαχώς να τροποποιηθούν. αναγνωρίζονται ακόμη και σε παμπάλαιες ασιατικές και ανατολικές τεχνικές. Ο απροκατάληπτος σύγχρονος νευρολόγος τις έχει στη διάθεσή του –αποδεσμευμένες από τα συστήματα πεποιθήσεων όπου είχαν τη θεμελίωσή τους- ώστε να τις χρησιμοποιήσει κατά την κρίση του.

Άλλοτε συναντά κανείς την ευπροσήγορη, καλοήθη, «θεραπευτική» συμπεριφορά καλοπροαίρετων ανθρώπων, άλλοτε ιατρούς που θα ήθελαν να κρατηθούν μακριά από κάθε θεωρία και δογματισμό, άλλοτε μικρούς σωτήρες που με τον τρόπο τους ικανοποιούν ένα αίτημα πολλών ανθρώπων.

(3) Ωστόσο, μέσα σε ό,τι επιγράφεται ως ψυχανάλυση, ψυχολογία βάθους και ψυχοσωματική, κάτι διαφορετικό έχει αναδυθεί. Με δυσκολία μπορεί να ορισθεί, πιο απλά μπορεί να πούμε: εκείνο που προέρχεται από τον Φρόυντ, ο οποίος τιμάται ως κοινός τους πρόγονος. Μπορεί κανείς μόνο να περιγράψει ό,τι λίγο πολύ εμφανίζεται δυναμικά στις ατομικές θεραπείες:

Από το πρώτο «διάταγμα» του Φρόυντ κατά των αποστατών, με το οποίο ακουσίως έθεσε ένα διακριτικό σημάδι στο κίνημά του, έχουν σχηματιστεί σχισματικές ομάδες. Αυτές οι ομάδες αντιμάχονται με άλλες μόνο για να επανενωθούν, όπως οι πολιτικές δυνάμεις, εν μέσω συμβιβασμών. Κατά τη θεραπεία, μια ιδέα πίστης υπαγορεύεται στις συγκαταβαίνουσες ψυχές. Ο αναλυόμενος μπορεί να εκφράσει κάποια αντίθεση στην αρχή. Αν είναι θεραπεύσιμος –δηλαδή ικανός να αποδεχθεί τούτες ή εκείνες τις πεποιθήσεις της ψυχολογίας βάθους–, η έκδηλη αλήθεια αναδύεται εντός του, η οποία μάλιστα καθιστά κατανοητή σε αυτόν και την αρχική του αντίθεση. Η δε ψυχοθεραπευτική μαθητεία προσλαμβάνει τις ακόλουθες μορφές: στην «εκπαιδευτική ανάλυση», η δια του ασυνειδήτου διυλισμένη αποδοχή μιας πεποίθησης επισυμβαίνει μέσω προσηλώσεων που κρατούν ακλόνητα σταθερό ό,τι έχει λάβει χώρα δι’ αυτών, στο πλαίσιο μιας μεταστροφής. Αυτή η «κατήχηση» επιτυγχάνει, όπως κάποτε ρητά λέγεται, μόνο με την υποκειμενική ικανότητα και το ταλέντο. Αν η αντίθεση σε αυτήν αποδεικνύεται ανυπέρβλητη, τότε η εκπαιδευτική ανάλυση διακόπτεται και ο μύστης εκβάλλεται από το πρόγραμμα.

Αυτό το πρωτεϊκής μορφής φαινόμενο μεταστροφής μπορεί να αναπαρασταθεί ατέρμονα στην πολλαπλότητά του. Ας πάρουμε ένα ακόμη παράδειγμα. Στο πλαίσιο της ψυχανάλυσης, υπάρχει μια αντίθεση: αφενός η επιδίωξη της απρόσωπης παρατήρησης και παρέμβασης, επί τη βάσει της καθολικής αλήθειας σε αντιδιαστολή με το αυθαίρετο εκάστης περίπτωσης, αφετέρου η σκόπευση της επικοινωνιακής εγγύτητας με τη μοναδικότητα κάθε ατόμου.

Με τον πρώτο τρόπο, ο ασθενής αρκείται στον κόσμο των συμβόλων μιας καθολικά ανθρώπινης πραγματικότητας. Απελευθερωμένα από τη θεμελίωσή τους στην πίστη, τα ιστορικά σύμβολα, μέσω ακατάπαυστων ερμηνειών και επανερμηνειών, εισήχθησαν στον χώρο της ψυχολογίας. Ο ασθενής επιζητεί να παραμείνει ο ίδιος εκτός δρώμενων, όπως στις κέλτικες τελετουργίες, και ό,τι του συμβαίνει να θεωρηθεί ως κάτι καθολικό. Ο ψυχοθεραπευτής μπορεί τότε να πει ότι το προσωπικό συνιστά γι΄ αυτόν κάτι συμπτωματικό, το οποίο δεν μπορεί να εκλάβει ως βάση εκκίνησης. Η δογματική της ψυχικοποιημένης ύπαρξης συγκροτείται κατ’ αναλογία με τη δογματική της πίστης. Ο ασθενής αισθάνεται ότι, εντός αυτής, όντως σώζεται.

Άλλοι ασθενείς νιώθουν ότι έτσι βυθίζονται στην ανυπαρξία διότι- ως εαυτοί- καθίστανται αδιαφοροποίητοι. Τότε κάποιοι ψυχοθεραπευτές λειτουργούν με τους ασθενείς αυτούς με τον δεύτερο τρόπο. Θέλουν να έχουν προσωπική σχέση με τον ασθενή, να αποτελούν γι’ αυτόν έναν άνθρωπο που υπάρχει δίπλα τους. Μεταξύ ιατρού και ασθενούς θα πρέπει να λάβει χώρα μια επικοινωνία υπαρξιακής φύσης. Ο ιατρός μπορεί να αμφισβητηθεί από τον ασθενή, όπως και ο ασθενής από τον ιατρό. Η παντομίμα μιας αγαπητικής μάχης –σε αντίθεση με το τίμημα– θα πρέπει να οδηγεί στην αφύπνιση της ύπαρξης του ασθενή. Αλλά η σχεδιαζόμενη επικοινωνία θα πρέπει να αποτελέσει μια επίφαση δημιουργίας.

Κοινή σε όλες αυτές τις κατευθύνσεις είναι η άποψη ότι υποστηρίζονται από μια επιστήμη που υποτίθεται παρούσα στη μεθοδολογική διαδικασία, η οποία [επιστήμη] θα πρέπει να είναι αληθής και ορθή, δυνάμενη να γνωσθεί αντικειμενικά, καθώς και σε συνεχή πρόοδο. Είναι ακόμη κοινή πεποίθηση ότι οι κατευθύνσεις αυτές δεν τελούν υπό οιανδήποτε νοηματική συνάφεια με την επιστημονική ψυχιατρική, αλλά ότι έχουν εκκινήσει ως ένα σύνολο θεωριών αλλότριας προέλευσης.

Εφόσον αυτό το είδος ψυχανάλυσης δεν αποτελεί επιστήμη –ούτε με την έννοια της φυσικής επιστήμης ούτε με εκείνη της κατανοούσας ψυχολογίας–  δεν πρόκειται επίσης να γίνει αντικείμενο ελέγχου από την επιστημονική κριτική. Κριτική έχει επί μακρόν ασκηθεί κατά της επιστημονικής αξίωσης της ψυχανάλυσης, αλλά έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική. Διότι η κριτική συναντά στους ψυχαναλυτές μια ισχύ διάφορη της ισχύος της επιστήμης. Έτσι, δεν έχουν τα ψυχαναλυτικά δόγματα ακόμη εξαφανισθεί όπως οι ανασκευασθείσες επιστημονικές θέσεις. αντιθέτως, με τους ενθουσιώδεις οπαδούς της ψυχανάλυσης, αποτέλεσαν ένα πρότυπο σκέψης, πεποίθησης και τρόπου ζωής.

Πώς μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός αυτό; Προφανώς, με όρους της επιθυμίας που έχουν ασθενείς και ιατροί που υποστηρίζουν αυτό το είδος θεραπείας. Ένας λόγος πάντως για αυτήν έγκειται στην τεχνολογική εποχή μας: η απτή διάσταση της πραγματικότητας είναι το παν. Οτιδήποτε επιθυμεί κάποιος μπορεί να το παράγει διαμέσου της τεχνολογίας. Επειδή η αναστάτωση δεν υποφέρεται, η εμβίωση οριακών καταστάσεων αποφεύγεται. Η απώλεια της υπερβατικής πραγματικότητας έχει μεγιστοποιήσει τη θέληση για επίγεια ευτυχία στο έπακρο. Όλες οι δυσκολίες θα πρέπει να εξαλειφθούν με τη βοήθεια της τεχνικής, στη βάση της  επιστήμης. Αυτή η πραγματικότητα- αντικείμενο πίστης έχει όμως διασκορπιστεί μέσα στον θόρυβο και τη φασαρία, τη βιασύνη, την απόλαυση και τη μεταβολή, οδηγώντας έτσι σε ατέρμονες απογοητεύσεις. Μια συναίσθηση εγκατάλειψης και έλλειψης σκοπού έχει προκαλέσει τέτοια ριζική συνθήκη δυστυχίας που όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν σωτήρες. Επειδή αξιώνει την ευτυχία, ο τύπος αυτός του σύγχρονου ανθρώπου συρρέει κατά πλήθη στον ιατρό της ψυχής. Ο ιατρός αυτός αποτελεί για τον ασθενή τον άνθρωπο της μοντέρνας επιστήμης και τον μέγα τεχνικό της ψυχής, ο οποίος μπορεί να αποκαταστήσει την ευτυχία. Γίνεται ο ιερέας των απίστων. Οι απεγνωσμένοι «πιστοί» θυσιάζουν την περιουσία τους και τα υπάρχοντά τους για τη θεραπεία. Πιστεύουν σε πράγματα που έρχονται από το όνειρο, από τις εγχαράξεις της μοίρας μιας ζωής, που σιγά-σιγά διαπλάθονται, αποκρύπτονται και τώρα ανακαλούνται, όπως ένα είδος αποκάλυψης που θεωρείται πλέον επιστημονική γνώση.

Ο τύπος αυτός του σύγχρονου ανθρώπου πιστεύει ο ίδιος ότι είναι άρρωστος, διότι αισθάνεται τον εαυτό του δυστυχή. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται να επανακτήσει το «κουράγιο για τον εαυτό του» (που είναι τίτλος ενός ψυχοθεραπευτικού βιβλίου των αρχών του αιώνα), το «θάρρος της Ύπαρξης», τον «δρόμο για την ευτυχία».

Τούτο προϋποθέτει ωστόσο την ασάφεια, την αοριστία της έννοιας της ασθένειας. Με έναν τρόπο χαρακτηριστικό για τον σύγχρονο κόσμο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει την «υγεία» ως την «κατάσταση της πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας». Τέτοια υγεία, δεν υπάρχει. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, όλοι οι άνθρωποι θα είναι εκ των πραγμάτων και κάποια στιγμή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, άρρωστοι. Αν η έννοια της ασθένειας δεν έχει πλέον κάποια όρια, κάθε άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ως ύπαρξη ήδη ασθενούσα και [θα νιώσει την ανάγκη] να πάει στον ιατρό –εάν δε τούτος οφείλει να είναι διαθέσιμος για κάθε [δυνατό είδος] πόνου, τότε η υπαρξιακής φύσης διαταραχή εμφανίζεται και βαθμιαία εγκαθίσταται.

 

Η φιλοσοφία

Ίσως η ψυχανάλυση αποτελεί μόνο έναν ανεστραμμένο φακό που εμμέσως δείχνει μέσω της επισφαλούς δικής της λύσης τι θα έπρεπε και τι θα μπορούσε ο ιατρός να έχει πράξει. Η ψυχανάλυση δεν πρόκειται να απορριφθεί απλώς και μόνο με το να αναιρεθεί. Μάλλον η πραγματικότητα της διάδοσής της αποτελεί μια δυσοίωνη αναφορά στις αποτυχίες της ιατρικής. Τα πράγματα που είναι ορθά γι’ αυτήν πρόκειται να κατανοηθούν, ενώ ό,τι έχει παρανοηθεί θα αποκατασταθεί. Η αλήθεια που την υπερβαίνει εντοπίζεται στη σφαίρα της φιλοσοφίας, η οποία είναι ίδιον του σκεπτόμενου ανθρώπου ως τέτοιου.

Αν και εκτυλισσόμενος προς το άπειρο, ο δρόμος της επιστήμης έχει, στο σύνολό του, τα όριά του. Ό,τι είναι δυνάμενο να γνωσθεί από τη νόηση και προκειμένου να προβάλλεται ως στόχος πρέπει, στην πρακτική εφαρμογή του, να πηγαίνει πάντα πέραν. Ωστόσο, στο σημείο όπου η επιστημονική γνώση σταματά, το σκέπτεσθαι δεν σταματά. Ένα άλλο είδος σκέψης υπάρχει από τότε που οι άνθρωποι φιλοσοφούν, ένα σκέπτεσθαι το οποίο, άγοντας προς τα αντικείμενα, οδηγεί πέραν του αντικειμενικού. Αυτό το άλλο είδος σκέπτεσθαι αποκαλείται Λόγος. Αν δεν εμπιστευτώ τον εαυτό μου σε αυτόν, τότε θα χάσω τον εαυτό μου στα άνευ ορίων ή συντριπτικά αισθήματα του άλογου.

Εμμένοντας όμως στον συνήθη τρόπο σκέψης σχετικά με τη γνώση της φύσης ή στο νοητικο-ψυχολογικό είδος σκέψης, προσπαθώ πάλι μάταια αυτό το άλογο (το οποίο, στο όριό του, είναι κάτι απειλητικό που σε αναστατώνει, σε υπονομεύει, ή σε ανυψώνει, σε καθοδηγεί, ανταποκρίνεται στις προσδοκίες σου) να το αντιμετωπίσω με τη διάνοιά μου, ωσάν να ήταν ένα αντικείμενο έρευνας. Τότε μεν εγκαταλείπω τον τρόπο της επιστήμης, αλλά δεν φθάνω στη φιλοσοφία. Αντιλαμβάνομαι τη φιλοσοφία μόνο διαμέσου της έλλογης σκέψης, η οποία, σε κάθε της βήμα, χρησιμοποιεί τη διάνοια, αλλά πάει πέραν αυτής δίχως ποτέ να τη χάνει.

Εμμένοντας στη διανοητική επεξεργασία, βιώνω το παραμερισμένο φιλοσοφικό πεδίο απλώς ως ατελέσφορο, το διαλεκτικό στοιχείο απλώς ως αντιφατικότητα, την απουσία καθοδήγησης ως έλλειψη εγκυρότητας και τη φιλοσοφία ολόκληρη ως ασυναρτησία.

Αν [ασχολούμενος] με την έρευνα περιπλακώ εντός της, αντί να την κατανοήσω μεθοδικά και σε βάθος, σαν να ήταν το παν αντικείμενο νοητικής επεξεργασίας, τότε θα απέκρυβα τον εαυτό μου, καθώς και την πραγματικότητα από τον εαυτό μου. Θα είχα φυλακιστεί από μόνος μου στα μοντέλα σκέψης της εμπειρικής πραγματικότητας και των γενικών αντικειμενικών κατηγοριών. Μόνο ένα καθολικό σύστημα κατηγοριών, που εκτίθεται με λεπτομέρεια στους ειδικούς φιλοσοφικούς κλάδους, αλλά που με την σειρά του είναι μη οριστικό, με καθιστά κύριο των μοντέλων σκέψης και με απελευθερώνει από τη φυλακή αυτή.

Αλλά εφόσον είμαι εγκλωβισμένος στον επιστημονικό μου τρόπο σκέψης, η διάρρηξή του στην κλινική πράξη με μετατρέπει σε ένα μπερδεμένο παιδί. Το άλογο με τη σαγήνη του είναι έτοιμο να με αιχμαλωτίσει. Τότε δεν θα συναντήσω τη μεταστροφή προς τη φιλοσοφική αλήθεια του όλου, αλλά μόνο την αντιστροφή στη μη φιλοσοφία της ψευδοεπιστημονικής μαγείας.

Επί του ορίου αυτού, εμφανίζεται η ελευθερία. Για τη φυσική επιστήμη, δεν υφίσταται ελευθερία. Η ελευθερία δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας, αλλά τον άπειρο χώρο των φωτισμών του πώς μπορεί ο άνθρωπος, ως ον καθεαυτό, να υπάρχει. Εδώ βρίσκεται το αποφασιστικό σημείο, όπου συμβαίνει η μεταστροφή.

Αναγνωρίζουμε εξάλλου τον φιλοσοφικό τρόπο σκέψης μέσα στη μείζονα φιλοσοφία των αιώνων, που δεν γνωρίζει καθεαυτή πρόοδο, αλλά μόνο απώλεια και ανακατασκευή, καθώς και μεταμόρφωση των εκφάνσεών της, εν μέσω των εκάστοτε συνθηκών ύπαρξης και γνώσης.

Αυτή η φιλοσοφία δεν γοητεύει καθόλου τον άνθρωπο σήμερα. Ο λόγος για αυτό εντοπίζεται σε ένα μοιραίο λάθος των πιο πρόσφατων αιώνων. Διότι η επιβλητική σύγχρονη επιστήμη- ως ακαταμάχητη, μεθοδολογικά ασφαλής γνώση, σε απεριόριστη διαδικασία ανάπτυξης- απορρίπτει τη φιλοσοφία ως τη γνώση που είναι πάντοτε και σταθερά επισφαλής. Προκειμένου να ικανοποιήσει αυτή τη νέα επιστήμη, η φιλοσοφία θέλησε να γίνει η ίδια μια τέτοια επιστήμη. Η σαφήνεια δεν αιωρείται [όμως] ούτε πάνω από την ουσία της αντικειμενικής γνώσης που προκύπτει μέσω έρευνας, ούτε πάνω από τη φιλοσοφική σκέψη.

Επειδή η φιλοσοφία, που δεν ήταν πλέον βέβαιη για την εαυτό της, ένιωσε υποχρεωμένη να μιμηθεί τη νέα επιστήμη, θέλησε να συγκροτηθεί, κατ’ αναλογία με αυτήν, ως επιστήμη υπέρτατης ακρίβειας. Με τον τρόπο αυτό προσέγγισης, η φιλοσοφία χάθηκε στο αποκύημα μιας «επιστημονικής φιλοσοφίας», κάτι που διαρκεί μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά, πολλοί υποστηρικτές της επιστημονικής έρευνας επιτρέπουν –κάτι καθόλου επιστημονικό– να γίνει η γνώση τους ένα κοσμοείδωλο, η γνώση της μεθόδου τους μια γενική θεωρία γνώσης και η θεώρησή τους στο σύνολό της μια νόθα υποκατάσταση της αποκαλούμενης επιστημονικής θέασης του κόσμου.

Ευθύς λοιπόν αναβλύζουν, μαζί με τη σύγχρονη φυσική επιστήμη και τεχνολογία, οι αναστροφές αυτών σε πνευματικό επίπεδο. Μια σύντομη ιστορική αναφορά: ο Καρτέσιος παρερμήνευσε τη νεωτερική επιστήμη, δεν κατανόησε ούτε τον Γαλιλαίο, αλλά συνέχισε τις παλιές και εξασθενημένης ισχύος θεωρήσεις. Αν και ήταν πρωτότυπος μαθηματικός, δεν συνέβαλε στη σύγχρονη φυσική επιστήμη. Οι πρότυπες αναπαραστάσεις του και ένα αλλόκοτο μηχανικό κοσμοείδωλο παρέσυραν πολλούς ερευνητές της φύσης να παρανοήσουν το ίδιο τους το έργο. Ο Βάκων σκιαγράφησε αυτό τον νεωτερικό «τεχνικοποιημένο» νου τον οποίο διαίρεσε ο Καρτέσιος, όμως δεν εννόησε ούτε αυτός τη σύγχρονη φυσική επιστήμη μήτε ανακάλυψε ένα επιστημονικό είδος γνώσης. Οι αυθεντικοί ερευνητές της φύσης εργάστηκαν εις βάθος. Ο Χάρβεϊ, μια πρώιμη αυθεντία της έρευνας, είναι εκείνος που ανακάλυψε τους νόμους της κυκλοφορίας του αίματος (που με δεδομένα τα όρια και τη μέθοδο της έρευνάς του, αναπτύχθηκαν σταδιακά, ισχύοντες έκτοτε), και θα μπορούσε ειρωνικά να πει: ο Βάκων φιλοσοφούσε όπως ένας Λόρδος Υπουργός. Στο έργο του για τον Βάκωνα που εκδόθηκε το 1863, ο Liebig, προς έκπληξη των τότε επαγγελματιών φιλοσόφων, κατέδειξε ότι ίχνος σύγχρονης επιστήμης δεν υπήρχε στο έργο του Βάκωνος. Κι όμως, λόγω της απίστευτης εκτίμησης που έτυχαν, ο Καρτέσιος και ο Βάκων συνόδευσαν με τις σκέψεις τους ό,τι συντελέστηκε τους επόμενους αιώνες. Ανέπτυξαν και εξέφρασαν εύστοχα τις αναστροφές και τους ελιγμούς των ιδεών, που εναρμονίζονταν με τις τάσεις της ημι-επιστημονικής σκέψης.

Αυτή η δυσφορία της αναστροφής, ωστόσο, αποτελεί ταυτόχρονα μια αναφορά στην καινούργια νεωτερική προσδοκία της συνείδησης της αλήθειας από φιλοσοφική και από επιστημονική πλευρά. Διότι οι επιστήμες επιφέρουν τη διττή θετική πιθανότητα: τη δική τους καθαρή εκδίπλωση και, διαμέσου της ύπαρξής τους, την καθοριστική διαύγαση της σημασίας της αρχαίας φιλοσοφίας, μιας φιλοσοφίας που κατακτάται πάντα εκ νέου.

Μη διαθέτοντας την αριστεία του επιστημονικού πνεύματος, η φιλοσοφία καθίσταται σήμερα εξολοκλήρου αναξιόπιστη. η επιστήμη [όμως] δίχως τη φιλοσοφία, παρά το ότι κατέχει ορθή γνώση πολλών επιμέρους πεδίων, στερείται στο σύνολό της κριτικού πνεύματος, ενώ στην εσώτατη σύσταση των θεμελίων της παραμονεύει κάτι σκοτεινό.

Όχι σπάνια, ακούγεται: «η φιλοσοφία είναι τόσο αφ’ υψηλού για μένα», «δεν καταλαβαίνω τη φιλοσοφία», «δεν έχω κλίση στη φιλοσοφία», «η φιλοσοφία δεν είναι η ειδικότητά μου». Φιλοσοφία σημαίνει το αφηρημένο. Λέγεται ότι η φιλοσοφία αποτελεί ένα κενό, έναν χώρο κενό αέρος όπου η φωνή δεν μεταφέρεται. Η απάντηση σε αυτό θα ήταν: ο χώρος δεν είναι κενός αέρος, αλλά μάλλον καθαρός αέρας, φαινομενικά τίποτα, ωστόσο τον αέρα πρέπει να αναπνέουμε προκειμένου να υπάρχουμε, την αύρα του Λόγου, δίχως τον οποίο ασφυκτιούμε εντός της νόησης μόνο. Καθίσταται η πνοή της ζωής του υπάρχειν. Μόνο διαμέσου αυτής, [μας] απευθύνεται καθαρά και ελεύθερα η βαθύτερης προέλευσης πραγματικότητα.

Η σύντομη αναφορά μας σε ένα βασικό πρόβλημα της σύγχρονης επιστήμης και φιλοσοφίας πρέπει να έχει προσδώσει έρεισμα στον ακόλουθο ισχυρισμό για την ύπαρξη του ιατρού: στη συνένωση των έργων της επιστήμης και της φιλοσοφίας, εδράζεται η θεμελιώδης συνθήκη η οποία σήμερα, ενώ όντως δεν καθιστά δυνατή την έρευνα, εργάζεται μάλλον για τη διαφύλαξη της ιδέας του ιατρού. Η πρακτική του ιατρού αποτελεί σαφώς φιλοσοφία.

Ανακαλούμε τρεις επιβλαβείς τάσεις στον σύγχρονο ιατρό που προς το παρόν επισκιάζουν τα σπουδαία επιτεύγματα. Πρώτον, η επίταση των τεχνολογικών προϋποθέσεων των δυνατοτήτων της ιατρικής μέσω της οργάνωσης του ιατρικού επαγγέλματος έχει ως παρενέργεια μια ολέθρια επίδραση στην πραγματικότητα της ιδέας του ιατρού. Δεύτερον, η πρόοδος της επιστημονικής γνώσης έχει ως ανεπιθύμητη ενέργεια μια ιατρική η οποία, εάν δεν διαβλέπει τα όριά της, ασκεί βία μέσω θεωριών στη θεραπευτική διαδικασία, καθώς και στον ασθενή, ενώ περιορίζει το πνεύμα και την ψυχή. Τρίτον, επί των ορίων αυτών, η ουσία της φιλοσοφικής ιδέας του ιατρού επιφέρει ως παρενέργεια τη σύγχυση της μη- φιλοσοφίας.

Είναι οι τρεις αυτές τάσεις αναπόφευκτες;

Η πρώτη: σε αντίθεση με τον τεχνολογικό-οργανωτικό στραγγαλισμό, σήμερα, βλέπει κανείς ιατρούς που, ως άτομα αυτόνομα, ζητούν να διασώσουν ό,τι μπορεί ακόμη να ακμάσει υπό ευτυχείς συγκυρίες και οι οποίοι πρόκειται να είναι μεταξύ των τελευταίων μιας γενιάς υπό εξαφάνιση. Πάντως, για οποιονδήποτε πρόκειται είτε ως ιατρός αποφασισμένος να είναι ικανοποιημένος με τον εαυτό του είτε ως ασθενής αποφασισμένος να είναι συνετός, δεν θα αποκαρδιωθεί ποτέ. Αν και η διαμάχη των μεταρρυθμίσεων θα μαίνεται εις το διηνεκές, η αλληλεγγύη μεταξύ έλλογων ανθρώπων υπάρχει ακόμα..

Η δεύτερη: το να περιοριστεί στην επιστημονική ιατρική δεν είναι επικίνδυνο για τον ερευνητή. Ακόμη δεν είναι ιατρός. Ο ιατρός, καθώς η συνθήκη  του είναι διαφορετική από εκείνη των περιορισμών που αντιμετωπίζει ο ερευνητής, χρειάζεται την καθολικότητα. Να είστε σίγουροι, δεν υπάρχει ολιστική ιατρική. Το όλον δεν αποτελεί αντικείμενο αλλά ιδέα. Αλλά ο ανεξάρτητα σκεπτόμενος ιατρός επιθυμεί την καθολικότητα, ώστε να έχει στη διάθεσή του όλες τις δυνατές οπτικές γωνίες και ως άνθρωπος να νιώθει οικεία εντός του ανθρώπινου, στον κόσμο του πνεύματος.

Η τρίτη: κάποιοι ιατροί απορρίπτουν τη φιλοσοφία και δικαιολογημένα, εφόσον ό,τι έχουν στο μυαλό τους είναι η εξειδικευμένη φιλοσοφία και η μη-φιλοσοφία. Δίχως τη φιλοσοφία, ωστόσο, δεν δύναται κανείς, επί των ορίων της επιστημονικής ιατρικής, να επικυριαρχήσει στη  σύγχυση.

Μπορεί κανείς να θυμηθεί τα λόγια του Ιπποκράτη: ιατρός φιλόσοφος ισόθεος (Σ. τ. Μ.: ελληνικά στο κείμενο).

Ο ιατρός, όντας ικανός για άνευ προηγουμένου επιτεύγματα στη βάση της επιστημονικής τεχνολογικής προόδου, μπορεί να τελειωθεί μόνο όταν αναβαθμίσει την πρακτική του με τον φιλοσοφικό τρόπο σκέψης του. Τότε βρίσκεται εντός του πεδίου των δεδομένων του πραγματικού, στα οποία με δεξιότητα αποδίδει μορφή, χωρίς να αφήνει τον εαυτό του να εξαπατηθεί από τα δεδομένα αυτά. Ως υπέρτατος ρεαλιστής, γνωρίζει εντός του μη γνωρίζειν.

Μέσω της εγγύτητας της σχέσης με τους ασθενείς του (αυτό το καταφύγιο προσωπικής βοήθειας, που μπορεί να επιβληθεί έναντι αλλότριων δυνάμεων του κράτους ή της κοινωνίας), ο ιατρός αντιμετωπίζει με νηφαλιότητα τα πλέον ανθρώπινα βιώματα. Ενώπιον της ανάγκης [του άλλου] φθάνει, μέσα από την κλινική του πράξη, στη φιλοσοφική ενόραση, εις το διηνεκές, αυτή την ενόραση που μπορεί να στρέψει την ίδια την πρόοδο για πρώτη φορά προς κάτι αγαθό.

Αυτό όμως είναι το μοιραίο ερώτημα την εποχή της τεχνολογίας γενικά. Μέσα σε αυτή την εποχή του διαφωτισμού, την αύξηση της γνώσης και της ικανότητας, την πίστη στην ίδια την πρόοδο, συχνά δεν μπορεί να κατανοηθεί τι είναι πραγματικά σημαντικό για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ενώ τα πράγματα του κόσμου καθεαυτά έχουν καταστεί σαφέστερα σε σύγκριση με το παρελθόν, η ίδια η πραγματικότητα έχει γίνει [πιο] συγκεχυμένη.

Γενικά και συνολικά, η εποχή αυτή στέκει προ του ερωτήματος της μεταστροφής. Κανείς δεν γνωρίζει πότε ο ανακαινισμός θα πυροδοτηθεί εξαρχής.

Ο ιατρός –που ωθεί τον ερευνητή μέσα του στη συνείδηση των ορίων του, που δεν αφήνει τίποτε στη θέση του αδιαμφισβήτητο και αυταπόδεικτο και που με τον αναστοχασμό καθοδηγεί τον φιλόσοφο εντός του– θα είναι σε θέση, ενόψει ολέθριων κινδύνων επιμελώς κατασκευασμένων από τις επιπτώσεις της τεχνολογίας και τους ψευδοπροφήτες, και εκπροσωπώντας κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, να βρει μια διέξοδο από την ειρκτή της περιορισμένης σκέψης που συντελείται από τη διάνοια. Ίσως οι ιατροί καλούνται να σηματοδοτήσουν τον δρόμο αυτό.

1 Υπάρχει και αγγλική μετάφραση του κειμένου: The physician in the technological era. Theoretical Medicine and Bioethics, 1989; 10(3): 251-267

2 Πλάτωνος Πολιτεία 521c.: «…ψυχής περιαγωγή εκ νυκτερινής τινός ημέρας εις αληθινήν, του όντος ούσαν επάνοδον, ην δη φιλοσοφίαν αληθή φήσομαι είναι».

3 Κ. Γιάσπερς, Μαθήματα Φ ιλοσοφίας, Εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Χρήστου Μαλεβίτση, Εκδόσεις Αρμός, 2010. Κ. Γιάσπερς, Εισαγωγή στη Φ ιλοσοφία, Μετάφραση Χρήστου Μαλεβίτση, Δωδώνη, 1983. Παν. Κανελλόπουλου, Ντεκάρτ και Γιάσπερς, Εποπτεία, τεύχος 1, Απρίλιος 1976, σελ. 46-49. Κ. Γιάσπερς, Ο δρόμος προς το Είναι. Μετάφραση: Παν. Κανελλόπουλου, Εποπτεία, τεύχος 1, Απρίλιος 1976, σελ. 33-38.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.