Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Chantal Tanguy, David Allen, Σταυρούλα Καμπουγέρη

σύναψις 31 [2013 – τόμος 09]

Ο Άμλετ μας, ο κόσμος μας: περί της γεννήσεως του υποκειμένου ως επιθυμούσα διάσπαση

H Chantal Tanguy είναι Διδάκτωρ Ψυχολογίας και ATER Ψυχοπαθολογίας
Ο David Allen είναι Ψυχαναλυτής και Maître des Conférances
H Σταυρούλα Καμπουγιέρη είναι Ψυχολόγος και Υποψήφια Διδάκτωρ Ψυχολογίας Πανεπιστήμιο Rennes 2, Haute Bretagne, Γαλλία

Μετάφραση
Αναστασία Κατσογιάννη

«Τέτοιος ήταν ο Άμλετ, προτού έρθει να τον χτυπήσει η δυστυχία του, τέτοια είναι και η αλλαγή, θα λέγαμε του είδους του… Ούτε εξωτερικά, ούτε εσωτερικά δεν είναι αυτό που ήταν. Το παραστατικό του… μας [οδηγεί] σε μια διάγνωση… εκείνη της απλής μελαγχολικής κατάθλιψης. » (sic)

André ADNES, Shakespeare et la folie

 

« Όσον αφορά στην έκρηξη του Άμλετ στο βάθος του τάφου, οι ψυχίατροί μας δεν θα δυσκολευτούν να διακρίνουν την αρμόζουσα ετικέτα, «ιστριονική σχιζοφρένεια» πιθανώς.» (sic)

René GIRARD, Shakespeare. Les Feux de l’envie

Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ [William Shakespeare] (1554-1616) δεν ασχολήθηκε καθόλου με την έκδοση των έργων του, πολλές και διάφορες μη εγκριμένες εκδόσεις κυκλοφόρησαν ενώ ήταν ακόμη εν ζωή. Τελικώς τα κείμενά του συγκεντρώθηκαν από συναδέλφους του ως ένας μεταθανάτιος φόρος τιμής στον δάσκαλο της αμφισημίας, ο οποίος επιπλέον υπήρξε, κατά τον Τζόυς Φρέιρε [Joyce Freire], ο εφευρέτης της μοντερνικότητας.1 Για τον Χάρολντ Μπλουμ [Harold Bloom] , ο κόσμος μας είναι εκείνος τον οποίο ο Σαίξπηρ ήξερε να περιγράψει.2 Η Χενριέτ Μισώ [Henriette Michaud] υπογραμμίζει με τη σειρά της την επιρροή του Σαίξπηρ πάνω στον Φρόιντ [Freud].3 Η υπόθεσή μας είναι πως το σαιξπηρικό έργο διακατέχεται από μια βαθιά κατανόηση της υποκειμενικής διάσπασης και πως την ιδιαίτερη αυτή οπτική σε σχέση με το υποκείμενο την βρίσκουμε επανερμηνευμένη αργότερα στο έργο του Φρόιντ.

Ο Λόρενς Ολίβιε (1907-1989) ως Άμλετ
Ο Λόρενς Ολίβιε (1907-1989) ως Άμλετ

Θα πρέπει να επανέλθει κανείς ξανά και ξανά στο έργο του σπουδαίου Τζον Ντόβερ Γουίλσον [John Dover Wilson]4 για να αντιληφθεί τον βαθμό παραποίησης του σαιπηρικού έργου στα χέρια διαφόρων τυπογράφων και σκηνοθετών. Ξεκινώντας από το γεγονός της απουσίας κειμένων επίσημα εγκεκριμένων από τον ίδιο τους τον δημιουργό, η παραποίηση αυτή θα ενισχυθεί από διάφορους σκηνοθέτες, οι οποίοι, μέσα στην περίοδο 1650-1930, θα επιχειρήσουν να εμφυσήσουν μια κάποια σκηνική συνοχή σε ένα κείμενο ακρωτηριασμένο και γεμάτο τυπογραφικά λάθη. Κάποιες φορές η «νέα» εκδοχή μιας περιόδου κατέληγε από το σανίδι στο τυπογραφείο, συμβάλλοντας έτσι ακόμη περισσότερο στην παραμόρφωση του αρχικού κειμένου. Με άλλα λόγια, θα λέγαμε πως μπορούμε να προσεγγίσουμε πραγματικά το σαιξπηρικό corpus από το 1934 και μετά.

Πριν να προχωρήσουμε με το θέμα της υποκειμενικής διάσπασης στον Άμλετ και τον Μακβέθ, βάσει της χρονολογικής τους σειράς εμφάνισης, θα θέλαμε να σταθούμε στη διαύγεια του Ισαάκ Ρέι [Issaac Ray] (1807-1881), ο οποίος εξέδωσε ένα άρθρο με τίτλο «Οι αναπαραστάσεις της τρέλας στον Σαίξπηρ», στο περιοδικό American Journal of Insanity τον Απρίλιο του 1847, διακόσια τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του διευθυντή του θεάτρου «Globe». Ο Ρέι υπήρξε ένα άτομο ιδιαίτερα εκκεντρικό, έχοντας μια κάποια εγγύτητα με την «ηθική θεραπεία» των Πουσίν [Pussin] και Πινέλ [Pinel], άσκησε αυστηρή κριτική στο ψυχιατρικό και νομικό σύστημα της εποχής του, με αποτέλεσμα να κερδίσει αρκετούς εχθρούς, αλλά και να χάσει τη θέση του ως υπεύθυνος ιδρύματος. Το προαναφερθέν άρθρο του επανεκδόθηκε το 18735 στο βιβλίο-κληρονομιά κατά μια έννοια του δημιουργού του με τίτλο «Συνεισφορά στη νοητική παθολογία». Στην ίδια έκδοση βρίσκεται επίσης και μια μελέτη πάνω στον Γεώργιο ΙΙΙ της Αγγλίας, την οποία ακολουθεί αμέσως μετά το άρθρο πάνω στο σαιξπηρικό έργο. Αυτή η θεματική και χρονική παράθεση των δυο κειμένων αποτελεί, θα λέγαμε, ένα είδος «κλεισίματος του ματιού» του δημιουργού τους – «το κουράγιο δεν προστατεύει από την καταγωγή» μας λέει ο Σάξο Γραμμάτικους [Saxo Grammaticus] (1130) και «η καταγωγή δεν προστατεύει από την τρέλα», θα μπορούσε να προσθέσει ο Ρέι.

Ο Σαίξπηρ ως στοχαστής του υποκειμένου

«Η επιστήμη του Σαίξπηρ σχετικά με την ανθρώπινη φύση είναι πολύ πιο βαθιά από αυτή των κριτικών του».
Isaac Ray, 1847 κ 1873.

Είναι ιδιαίτερα περίεργο, μας εξηγεί ο Ρέι τo 1847, πως «εκείνοι που έχουν την ευθύνη της παρατήρησης και της ανάλυσης των νοητικών φαινομένων επιδεικνύουν μια περιορισμένη γνώση του πνεύματος που βάλλεται από την ασθένεια σε σχέση με τους ποιητές και τους συγγραφείς (…) μέσα στις σελίδες του Σαίξπηρ (…) βρίσκεται το περίγραμμα της τρέλας, το οποίο κι ανήκει στην πρώτη θέση των επιτευγμάτων αυτής της ιδιοφυΐας».6 Σε μια προσθήκη για την έκδοση του 1873, διευκρινίζει πως η αναγνώριση του «αξιέπαινου» χαρακτήρα των αναπαραστάσεων της τρέλας ήταν ένα επίτευγμα «σχετικά πρόσφατο».7

Ο Ρέι κατέχει μια θέση μεταξύ των Πουσίν και Πινέλ ως προς τον σεβασμό που τον χαρακτηρίζει μπροστά στην υποκειμενικότητα του ασθενή, και του Σάλιβαν [Sullivan] ως προς τον «ελεγχόμενο» θυμό του απέναντι στον ενίοτε καταχρηστικό χαρακτήρα της στατιστικής λογικής. Σχεδόν μια δεκαετία πριν από τη γέννηση του Φρόιντ και έναν αιώνα πριν το λακανικό σεμινάριο «Η επιθυμία και η ερμηνεία της», μια αποφασιστική φωνή υψώνεται για να δηλώσει πως ο Σαίξπηρ και οι καλλιτέχνες γενικότερα θα πρέπει να αποτελέσουν το έναυσμα για μια εκ βαθέων μελέτη του υποκειμένου και της τρέλας του. Μια απορία έρχεται πολύ φυσικά στον αναγνώστη: γιατί ο Ρέι, φέροντας τις πνευματικές του αποσκευές με το σημάδι των Πινέλ και Εσκιρόλ [Esquirol], επιμένει τόσο στη σημασία των Άμλετ, Μακβέθ και Ληρ; Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στην ιατρό-δικαστική πτυχή της καριέρας του Ρέι, ο οποίος εξέδωσε μεταξύ άλλων ένα κείμενο με τον τίτλο «Πραγματεία περί της ιατρικής νομολογίας της τρέλας» – είναι επομένως γνώστης της έννοιας της προσποίησης, η οποία συχνά συναντάται ως επιχείρημα σχετικά με τον Άμλετ, για τον ίδιο όμως η υποτιμητική αλλά και δημοφιλής ιδέα ενός Άμλετ ο οποίος προσποιείται είναι απορριπτέα. Μια δεύτερη απάντηση δίνεται από τον Ντόβερ Γουίλσον: «Η έννοια της αμφισημίας», γράφει ο Dr Johnson, «ήταν για τον Σαίξπηρ η μοιραία Κλεοπάτρα για την οποία έχασε τον κόσμο, και μάλιστα με χαρά». Η σχέση αυτή μου φαίνεται πολύ πιο στενή και αξιοσέβαστη. Ο Σαίξπηρ σκέφτεται αμφίσημα, εάν πράγματι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο για να μιλήσουμε για μια από τις βάσεις της ποιητικής του έκφρασης. Όταν χρησιμοποιούσε μια λέξη, όλες οι πιθανές ερμηνείες της του ήταν νοητά παρούσες, σαν ένα είδος μουσικού ακόρντου το οποίο μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε μορφή ή κατεύθυνση αυτός επιθυμούσε. Το να «χάσει» κανείς ένα από αυτά τα στοιχεία, είναι σαν να χάνει το νήμα που συνδέει μια ολόκληρη αλυσίδα εικόνων, διότι εικόνες και διπλή σημασία είναι συνήθως έννοιες αδιαχώριστες.8

Ο Ντόβερ Γουίλσον αναπτύσσει την ανάλυσή του πάνω στην έννοια της σαιξπηρικής αμφιλογίας διευκρινίζοντας πως ο δραματουργός «παίζει» από τη μια με την πολυσημία και από την άλλη με τις ηχητικές ομοιότητες που μας φέρνουν στο νου την έννοια της ομοφωνίας. Ολόκληρες εικόνες καλύπτονται ξαφνικά, η μετωνυμία προκαλεί τον αναγνώστη ή τον θεατή, ο οποίος με τη σειρά του θα προσεγγίσει το παιχνίδι των λέξεων σαν ένα σταυρόλεξο ή ένα όνειρο. Ο Γουίλσον μας εξηγεί λεπτομερώς το «δόλωμα» που θα προσελκύσει την προσοχή του Ρέι: «η χρήση της αμφισημίας αποτελούσε ένα είδος δεύτερης φύσης για τον Σαίξπηρ, σε τέτοιο βαθμό, ώστε πιθανότατα ήταν ακούσια εκ μέρους του – το ότι ο αναγνώστης αισθάνεται ένα είδος σύνδεσης χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει τους δεσμούς μεταξύ των διαφόρων στοιχείων, ενισχύει τη δύναμη των στίχων».9

Ο Γουίλσον επιβεβαιώνει επίσης την πολλαπλή συμμετοχή του Σαίξπηρ σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως μια πραγματική μεθοδολογία της αμφισημίας: «[…] ο Σαίξπηρ ήταν επίσης ένας επιδέξιος χειριστής ενός άλλου είδους προφορικού παιχνιδιού, το οποίο ξεπηδά ωστόσο από την ίδια πηγή – αυτό της αμφισημίας του ευφυολογήματος [witz] και της αποστομωτικής απάντησης. Εδώ η κατάσταση είναι αντίστροφη, εφόσον το witz αποτελεί τον τελικό σκοπό του παιχνιδιού […], ακόμη και όταν ο Άμλετ βρίσκεται στο απόγειο της τρέλας του, υπάρχει πάντοτε στον λόγο του μια καυστικότητα […]. Η σκηνοθεσία της αμφισημίας ήταν πράγματι ένα είδος παιχνιδιού, σαν τα σημερινά σταυρόλεξα […] τα πρώτα λόγια του Άμλετ αποτελούν ένα αίνιγμα».10 Ο Wilson αναπτύσσει την ιδέα ενός αινίγματος λεπτού και πολύπλοκου,11 που βρίσκεται στην καρδιά της πιο μεγάλης σαιξπηρικής επιτυχίας και μας ενθαρρύνει να αποκαλύψουμε, τη μια μετά την άλλη, όλες τις στρώσεις αμφισημίας που εναποτέθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Εμμένει επίσης στον σύνδεσμο μεταξύ αμφισημίας και θεατή, ο ρυθμός πρέπει να είναι παρόμοιος με αυτόν ενός music hall, τα αστεία πρέπει να προκαλούν το γέλιο, το οποίο με τη σειρά του θα φέρει στο φως τους κρυφούς δεσμούς μεταξύ λέξεων και πολλαπλών νοημάτων – στοιχεία που διασταυρώνονται για να αποκαλύψουν εν τέλει τίποτα λιγότερο από εμάς τους ίδιους.

Η ανεπτυγμένη αντίληψη της αμφισημίας είναι ανάλογη της διάσπασης του υποκειμένου, διάσπαση η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μέρος της ίδιας της δομής του έργου. Στην σκηνή μεταξύ του Άμλετ και της Γερτρούδης, αμέσως μετά τη θεατρική παράσταση, το φάντασμα ζητά από τον πρίγκιπα να μεσολαβήσει μεταξύ αυτής και της βασανισμένης ψυχής της, η Οφηλία σε μια κατάσταση υπέρτατης απελπισίας λίγο πριν αυτοκτονήσει μας εξηγεί πως γνωρίζουμε τι είμαστε μα όχι τι μπορούμε να γίνουμε. Ο Κλαύδιος δεν είναι ένας δεύτερος Φερντινάντ Ντε Σωσσύρ [Ferdinand De Saussure] – ωστόσο μας εξηγεί την απόσταση μεταξύ των λόγων και των ιδεών στη σκηνή της προσευχής, όταν ο Άμλετ κρύβει ο μαχαίρι του προφασιζόμενος το πόσο ανούσιο είναι να σκοτώσει κανείς έναν δολοφόνο που μόλις ομολόγησε…

Πέρα από την επιρροή του Λιούις Λάβατερ [Lewis Lavater]12 πάνω στον Σαίξπηρ, τίθεται επίσης το ερώτημα του φαντάσματος ως ασυνείδητη γνώση και σημάδι πατρότητας ενός διασπασμένου υποκείμενου, σαν στη φράση «Πατέρα μου, Βασιλιά, κύριε της Δανίας» να μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε την ενότητα του συμβολικού, του πραγματικού και του φαντασιακού, με την Οφηλία ως αντικείμενο α.

Ο Άμλετ των Στέρν και Γουάιλς

Το 1941, οι Ε. Σ. Στερν [E. S. Stern] και Γ. Χ. Γουάιλς [W. H. Whiles], δύο γιατροί του ψυχιατρικού νοσοκομείου του Λέιτσεστερ της βόρειας Αγγλίας, συζητούν γύρω από ένα φλιτζάνι τσάι. Μία συγγενής ενός εκ των δύο, που τυγχάνει να είναι καθηγήτρια φιλολογίας, μιλά για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με τους μαθητές της στην προσπάθειά της να τους δώσει να καταλάβουν τη συμπεριφορά του πρίγκιπα της Δανίας στο πλέον γνωστό κείμενο του Σαίξπηρ. Οι συνομιλητές της την ρωτούν σχετικά με αυτό και ο Γουάιλς καταλήγει πως όλα εξηγούνται μέσω μιας διάγνωσης διπλής ψύχωσης. Ο Στερν προσθέτει «με σύνδρομο Γκανσέρ» και οι δύο συνάδελφοι αποφασίζουν να συγγράψουν ένα άρθρο το οποίο θα κλείνει οριστικά το ζήτημα.

Πρόκειται ασφαλώς για μια υποθετική ανακατασκευή του τρόπου με τον οποίον εξελίχθησαν τα πράγματα, ενδέχεται όμως να μην είναι και τόσο φανταστικός. Το γεγονός ότι οι δύο συγγραφείς του σύντομου αυτού άρθρου (συνολικά επτά σελίδων), που δημοσιεύθηκε στο Journal of Mental Science,13 δεν γνώριζαν το θεατρικό έργο παρά μονάχα μέσα από την αφήγηση της μεσολαβήτριας επιβεβαιώνεται από τις ευχαριστίες τις οποίες απευθύνουν μέσα από το κείμενό τους στη δεσποινίδα Στερν. Όσο για την επιχειρηματολογία τους, την οποία και θα εκθέσουμε εν συνεχεία πιστά, μας φαίνεται ελάχιστα πειστική…

Το ενδιαφέρον ωστόσο στο άρθρο των Στερν και Γουάιλς είναι το γεγονός ότι καταπιάνονται με μια παγκοσμίως αναγνωρισμένη λογοτεχνική μορφή, η οποία είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του Φρόιντ, του Τζόουνς [Jones], της Σαρπ [Sharpe], του Γουίλσον [Wilson]14 και πολλών άλλων, ενώ στη συνέχεια απασχόλησε τον Έλιοτ [Eliot], τον Λακάν [Lacan] και τον Γκρην [Green]: ο Άμλετ, μαζί με τη Βίβλο και το Κοράνι, αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κείμενα στον κόσμο. Εάν η απόπειρά τους θεωρηθεί επιτυχής, τότε αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης με στόχο τον περιορισμό της λογοτεχνίας σε μια σειρά νοσολογικών κατηγοριών και στην επιβεβαίωση της καταλληλότητας των ψυχιατρικών διαγνώσεων ως ερμηνευτικών εργαλείων.

Στο κείμενό μας προτείνουμε την επανεξέταση των υποθέσεων τους, υπό το πρίσμα της θεωρίας του Σίγκμουντ Φρόιντ, της Έλα Φρίμαν Σαρπ και του Ζακ Λακάν,15 οι οποίοι μελέτησαν, με αυτή τη χρονολογική σειρά, την ψυχολογική κατάσταση του δανού πρίγκιπα και ανάδειξαν τη συνεισφορά του Σαίξπηρ στην ψυχανάλυση και την ψυχοπαθολογία.

Η ανάλυση του εν λόγω άρθρου –το οποίο γνωρίζουμε ασφαλώς πως είναι δευτερογενές– θα μας επιτρέψει πιθανά στην πορεία να εστιάσουμε σε δύο βασικά σημεία: αφ’ ενός μεν στη σχέση μεταξύ των εν λόγω δρώντων – κλινικών, με κάποιες δημοσιεύσεις στο ενεργητικό τους, και της θεωρίας τους, αφ’ ετέρου δε στην επίμονη επιθυμία τους να παράσχουν ένα παρελθόν στην έννοια της σχιζοφρένειας. Ένα παρελθόν το οποίο, μέσω της θεώρησης των Στέρν και Γουάιλς, φαντάζει τρομερό, επιβεβαιώνοντας έτσι τις θεωρίες της εποχής σχετικά με τη μεγάλη σχιζοφρένεια.

Παραμένει ωστόσο ότι η εργασία των Στέρν και Γουάιλς μας αφορά στον βαθμό που αντανακλά τη θέση του συνήθη κλινικού, ο οποίος, αντί να εργάζεται προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας νέας θεωρίας, υιοθετεί κατά φυσικό ή ακόμη και αφελή τρόπο μια μορφή ασαφούς συναινέσεως, έτσι όπως αυτή προκύπτει από τη λογική του Μπλόιλερ [Bleuler].

Το σύνδρομο Γκάνσερ (Ganser) 16

Προτού εξετάσουμε διεξοδικά τον τρόπο με τον οποίον, μέσα από την πένα των Στέρν και Γουάιλς, ο Άμλετ κατέστη «διπλά ψυχωτικός», δεδομένου ότι, για αυτούς, ο πρίγκιπας της Δανίας υπέφερε από το σύνδρομο Γκάνσερ, ας δούμε πώς αντιλαμβάνονταν το εν λόγω σύνδρομο: «Το 1987, ο Γκάνσερ διάβαζε μια εισήγηση με τίτλο «Über einen eigenartigen hysterischen Dämmerzustand»,17 δηλαδή, σε πιστή μετάφραση, «Μια ιδιαίτερη περίπτωση υστερικής λυκοφωτικής διαταραχής». Αυτή η μετάφραση είναι ατυχής διότι, διατηρώντας την ακριβή έννοια των λέξεων, χάνει το αρχικό νόημα [sic]. Η έννοια της λυκοφωτικής κατάστασης μάς είναι ανοίκεια.18 Θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα μέσα από την έννοια του “σκοτεινιάσματος” ή του “συννεφιάσματος της συνείδησης”…».

Πριν συνεχίσουμε, ας σταθούμε λίγο στην επιλογή του επιθέτου «ανοίκεια» (foreign) στην παραπάνω πρόταση. Πράγματι, η γλώσσα της γηραιάς Αλβιόνας προσέφερε πολλούς τρόπους προκειμένου να εκφράσει κανείς την εν λόγω μη αναγνώριση της λυκοφωτικής κατάστασης. Για παράδειγμα: «Η έννοια της λυκοφωτικής κατάστασης: 1ον) δεν αναγνωρίζεται εδώ, 2ον) είναι χαρακτηριστική μιας συγκεκριμένης σχολής, 3ον) δεν χρησιμοποιείται εν προκειμένω, 4ον) είναι ασαφής» κ.ο.κ. Να υπενθυμίσουμε ότι στα μάτια των Εγγλέζων εκείνης της εποχής ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος βιωνόταν ως ανοίκεια, στον βαθμό που γινόταν αντιληπτή ως όχημα μίσους και θανάτου. Εάν αφήσουμε κατά μέρος το πολεμικό αυτό πλαίσιο, ο επιλεχθείς όρος σημαίνει εξ άλλου και «ξένος, μη συναφής ή σχετικός, μη ταυτόσημος, ακατάλληλος»19. Πιθανόν να σφάλουμε, έχουμε ωστόσο την εντύπωση ότι πίσω από την χρήση του συγκεκριμένου όρου κρύβεται η λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή πρόθεση απαξίωσης του κλινικού, λόγω της γερμανικής καταγωγής του.

Αυτό που ακολουθεί αποτελεί εξ άλλου την απόλυτη ανατροπή της ερμηνείας του: «Επιπλέον, η έννοια της υστερίας έχει εξελιχθεί σημαντικά έκτοτε και τα κλινικά περιστατικά τύπου Γκάνσερ θα εκλαμβάνονταν σήμερα ως περιπτώσεις ψύχωσης». Η εν λόγω δήλωση, επιβαλλομένη ως πρωταρχική αλήθεια, δεν συνοδεύεται από καμία εξήγηση ούτε από κάποιο επιχείρημα που θα μπορούσε να στηρίξει τον ισχυρισμό τους: μια καθ’ υπόθεσιν γνώση όσον αφορά τη σχιζοφρένεια προβάλει ως η μοναδική εγγύηση των επιστημονικών δηλώσεων των συγγραφέων. Αν ακολουθήσουμε ωστόσο τη δική τους αντίληψη περί της ιστορίας της ψυχοπαθολογίας, δικαιούμεθα να ισχυρισθούμε, στο όνομα της «προόδου», ότι όλες οι παρελθούσες υστερίες τύπου Γκάνσερ ήταν σχιζοφρένειες. Σε αυτή την περίπτωση, όχι μονάχα ο Γκάνσερ θα ήταν ένας κακός κλινικός, αλλά και όλοι εκείνοι που υποστήριξαν την έννοια της υστερικής τρέλας (o Ει [Ey], o Μαλβάλ [Maleval] κ.ά.) θα είχαν πλανευτεί οικτρά. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι ο Ρόναλντ Λαίνγκ [Ronald Laing], νέος υπολοχαγός τότε, είχε διαβάσει τη μελέτη των Στέρν και Γουάιλς την περίοδο που ετοίμαζε την πρώτη του έκδοση ως στρατιωτικός ψυχίατρος. Το άρθρο του, που δημοσιεύτηκε το 1953, δεν υιοθετεί ωστόσο σε καμία περίπτωση την άποψη ότι τα περιστατικά τύπου Γκάνσερ ήταν ψυχωτικής φύσης.21

Ας επιστρέψουμε όμως στους δύο συγγραφείς μας. Μετά την αξιωματική απόρριψη της έννοιας της υστερικής λυκοφωτικής διαταραχής, ανακοινώνουν στον αναγνώστη: «Θα αποδείξουμε με ποιον τρόπο ο Σαίξπηρ […] μάς έδωσε, μέσω του Άμλετ, ένα πολύ όμορφο παράδειγμα αυτής της κατάστασης [σύνδρομο του Γκάνσερ σε ψυχωτικό πλαίσιο], το οποίο εμπνεύστηκε το δίχως άλλο από τη ζωή, και πως [η απόδειξή μας] επιλύει το μεγάλο πρόβλημα του έργου».22

Διπλά ψυχωτικός!

Ακολουθεί μια απόδειξη, την οποία θα παρουσιάσουμε εδώ εν συντομία, παραθέτοντας τα επιχειρήματα των Στέρν και Γουάιλς: «Το κεντρικό ερώτημα του έργου είναι εάν ο Άμλετ είναι πράγματι τρελός ή εάν προσποιείται την τρέλα».

«Αρχικά, ο Άμλετ εμφανίζεται ιδιαιτέρως ανήσυχος σχετικά με την αιμομικτική ένωση της μητέρας του με τον Κλαύδιο. Στη συνέχεια, προστίθεται η υπόνοια και έπειτα, η σχετική βεβαιότητα της δολοφονίας του πατέρα του:

ΚΛΑΥΔΙΟΣ: Τι κάνει ο ανιψιός μας Άμλετ;

ΑΜΛΕΤ: Έξοχα. Σαν χαμαιλέοντας. Τρέφομαι με αέρα και αραιωμένη υπόσχεση. Σίγουρα αυτό δεν είναι τροφή για έναν ευνουχισμένο κόκορα […]. (ΙΙΙ, ΙΙ, 97-98)23

Και

Αυτόν που θανάτωσε τον πατέρα μου Που ασέλγησε πάνω στη μάνα μου Αυτόν που στάθηκε ανάμεσα στη θέληση του λαού μου και στην φιλοδοξία μου. (V, II, 180)

«Η αναζήτηση ορισμένων ενδείξεων της τρέλας του Άμλετ καταδεικνύει με ευκολία ότι η αρχική αρρώστια από την οποία υποφέρει είναι η μελαγχολία. Την περιγράφει άλλωστε και ο ίδιος (Ι, ΙΙ, 25):

Μητέρα μου, η μαύρη στολή μου, η βαρύτιμη αμφίεση του πένθους και οι βαριές αναπνοές Οι αναστεναγμοί και τα βρεγμένα μάτια κι όλα τα σύμβολα κι οι μορφασμοί της λύπης […].

«Πρόκειται για έναν [….] υστερικό (Ι, V): […] και μάλιστα με ψευδαισθήσεις (ΙΙΙ, ΙV): […] Είναι προφανές ωστόσο ότι ο Άμλετ δεν διαθέτει διορατικό πνεύμα, αφού αποφασίζει να προσποιηθεί την τρέλα (I, V): […] και παραδέχεται αυτή την προσποίηση (ΙΙΙ, IV, 127):

[…] δεν είμαι τρελός […] παριστάνω τον τρελό.

Η εν λόγω προσποίηση εκδηλώνεται για πρώτη φορά τη στιγμή που εμφανίζεται με αδαμιαία περιβολή μπροστά στην Οφηλία (II, I, 57): […].

Παρουσία της Οφηλίας, ο Άμλετ προσποιείται την τρέλα (ΙΙΙ, Ι, 89-93): […] χωρίς ωστόσο να πείθει τον βασιλιά, ο οποίος βρίσκεται κρυμμένος εκεί κοντά (ΙΙΙ, Ι, 93):

ΚΛΑΥΔΙΟΣ: […] Κι ό,τι είπε ας ήταν ασυνάρτητο. Δεν ήταν από τρέλα […]

Το κείμενο είναι διάσπαρτο από ενδείξεις που δύνανται να στηρίξουν τόσο την πραγματική τρέλα του Άμλετ όσο και εκείνη που προσποιείται. Πρόκειται άραγε για δύο ασυμβίβαστες μεταξύ τους οπτικές; Όχι, σύμφωνα με αυτό που προτείνουμε εν προκειμένω, ότι δηλαδή ο Άμλετ υποφέρει από το σύνδρομο Γκάνσερ. Δίνει άλλωστε τις χαρακτηριστικές «διαστρεβλωμένες»24 απαντήσεις (ΙΙ, ΙΙΙ, 66):

ΠΟΛΩΝΙΟΣ: Με ξέρεις Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤ: Πολύ καλά. Πουλάς ψάρια.

Από τη μία στιγμή στην άλλη ο Άμλετ εμφανίζεται διαυγής, όπως δηλώνει και ο ίδιος (ΙΙ, ΙΙ, 75):

Είμαι τρελός βορειο-βορειοδυτικά. Μονάχα προς τα εκεί. Όταν ο άνεμος φυσάει από τον νότο, λεν πως κάπως συνέρχομαι.25

Εν κατακλείδι, ο Άμλετ εμφανίζει ένα τυπικό σύνδρομο Γκάνσερ το οποίο αναπτύσσεται στο πλαίσιο μια άλλης ψύχωσης. Συνοψίζοντας, η εν λόγω παθολογία (το σύνδρομο Γκάνσερ) απαντάται στους ψυχωτικούς ασθενείς οι οποίοι, αγνοώντας την ασθένειά τους, προσποιούνται μια ψυχική πάθηση. Τα κίνητρα τα οποία ωθούν κάποιον στο να προσποιηθεί την τρέλα είναι πάντοτε ισχυρά. Η εξέταση της περίπτωσης του Άμλετ μάς δίνει την αίσθηση ότι […] η εξήγηση του προβλήματος που θέτει η ψυχική του κατάσταση προσφέρεται από τον Πολώνιο (ΙΙ, ΙΙ, 63)».

Τρέλα βέβαια, που δεν στερείται ωστόσο μεθόδου26

Οι Στέρν και Γουάιλς ακολουθούν λοιπόν την ακόλουθη ανάπτυξη: μελαγχολία, προσποίηση, υστερία, σύνδρομο Γκάνσερ και «άλλη ψύχωση». Να υπενθυμίσουμε ότι το εν λόγω σύνδρομο είχε στο μεταξύ αναθεωρηθεί μέσω των εργασιών τους, όπως το είδαμε λίγο παραπάνω, καθώς η πρόοδος της επιστήμης ανάμεσα στο 1897 και το 1941 υπήρξε, σύμφωνα με τους ίδιους, τέτοια ώστε να επιτρέπει έναν βελτιωμένο προσδιορισμό της ψύχωσης και των ιστορικών της απαρχών.

Για τι είδους πρόοδο πρόκειται όμως; Για μια πρόοδο ποσοτικού χαρακτήρα –γεγονός που αφήνει να εννοηθεί ότι όλα τα έργα συμφωνούν ως προς το ότι η πρότερη έννοια της υστερίας επικαλύπτει την πιο σύγχρονη έννοια της ψύχωσης– ή για μια πρόοδο ποιοτικού χαρακτήρα – γεγονός που συνεπάγεται ότι η επιχειρηματολογία τους είναι περισσότερο επεξεργασμένη σε σχέση με εκείνη που υποστηρίζει το αντίθετο; Σύμφωνα με τους Στέρν και Γουάιλς, πρόκειται προφανώς και για τα δύο: η πνευματική επανάσταση, που έλαβε χώρα από την εποχή που οι προγενέστεροι κλινικοί έσφαλαν οικτρά όσον αφορά την υστερική τρέλα μέχρι τις μέρες μας, επέτρεψε την ανάδυση ενός είδους μεταψυχολογίας που υπερβαίνει τους απλούς συλλογισμούς, οι οποίοι απορρέουν από την εμπειρική παρατήρηση.

Μια βιαστική διάγνωση

Αποκομίζει έτσι κανείς την αίσθηση ότι ο υπόρρητος στόχος της θέσης των Στέρν και Γουάιλς ήταν να συλλάβουν μια εμβληματική λογοτεχνική μορφή –την οποία προγενέστερες και καθόλου αμελητέες μελέτες είχαν αναδείξει σε παγκόσμια φιγούρα της οιδιπόδειας προβληματικής– προκειμένου να εναποθέσουν σε αυτήν τη διάγνωση της ψύχωσης, απορροφώντας εν τω μεταξύ το σύνδρομο Γκάνσερ. Να επισημάνουμε πως η επανεξέταση αυτού του τελευταίου μέσα από ένα θεατρικό έργο, το οποίο είχε γραφτεί περισσότερο από τρεις αιώνες νωρίτερα, προσέφερε την ιδανική εγγύηση για τη δι-ιστορική θεωρητικοποίηση που στόχευαν. Επρόκειτο απλώς για στάχτη στα μάτια; Ας εξετάσουμε τα πράγματα πιο προσεχτικά.

Το άρθρο τους ολοκληρώθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1941 και ενώ η Αγγλία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση δύο χρόνια ήδη. Οι γυναίκες αντικαθιστούσαν τους άνδρες, όπου αυτό ήταν δυνατό –π.χ. στα εργοστάσια πολεμοφοδίων–, ούτως ώστε να τους διευκολύνουν στα στρατιωτικά τους καθήκοντα, ενώ ο πληθυσμός, ο οποίος βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, βομβαρδίζονταν από την ιδέα ότι ο καθένας έπρεπε να συνεισφέρει, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, προκειμένου για την επικράτηση επί του εχθρού, η οποία εκείνη την στιγμή φάνταζε πολύ μακρινή, εάν όχι ουτοπική. Όσο για τους Στέρν και Γουάιλς, αυτοί δούλευαν στο Κοινοτικό Ψυχιατρικό Νοσοκομείο του Λέιτσεστερ (ο πρώτος ως «Αναπληρωτής Ιατρικός Επόπτης» και ο δεύτερος ως « Υπαξιωματικός – Γιατρός») και, δεδομένων των ικανοτήτων τους, οι στρατιωτικές αρχές δεν τους κάλεσαν να στρατευθούν μαζί με τους υπολοίπους υπερασπιστές της πατρίδας.

Η έλλειψη πρώτων υλών ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι γυναίκες πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα, τόσο στις πόλεις όσο και στα χωριά, προκειμένου να ανταλλάξουν τις κατσαρόλες τους από ατσάλι με άλλες από αλουμίνιο, μέταλλο από το οποίο κατασκευάζονταν ένα είδος μικρών αεροσκαφών, τα αποκαλούμενα «spitfires». Οι πιλότοι αυτών των αεροσκαφών, οι οποίοι μόλις είχαν αποφοιτήσει από τα πιο μεγάλα πανεπιστήμια, καλούνταν να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις της Luftwaffe ύστερα από μια σύντομη εκπαίδευση τριών συνολικά εβδομάδων. Ένα από τα προβλήματα τα οποία καλούνταν να επιλύσουν οι κλινικοί εκείνης της εποχής ήταν αυτό της διαφορικής διάγνωσης ανάμεσα στην πραγματική τραυματική νεύρωση και την προσποίηση, όπως επίσης και εκείνο της περίθαλψης των νευρικών κλονισμών οι οποίοι συνδέονταν με τους βομβαρδισμούς (shell shocks), καθώς επίσης και των λυκοφωτικών καταστάσεων γκανσεριανού τύπου, τις οποίες συναντούσε κανείς στις τάξεις των μάχιμων στρατιωτών.

Ο Πίτερ Μπάρχαμ [Peter Braham] γράφει σχετικά: «Οι πρωτοφανείς συνθήκες φρίκης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωποι οι στρατευμένοι στο μέτωπο, προκάλεσαν ορισμένες ιδιαίτερες αντιδράσεις: τον οφειλόμενο σε βομβαρδισμό νευρικό κλονισμό (shell shock). Το πρόβλημα των τραυματικών αντιδράσεων είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε το σωφρονιστικό σύστημα, το οποίο είχε συσταθεί προκειμένου να αντιμετωπίσει όσους προσποιούνταν, απεδείχθη γρήγορα ανεπαρκές μπροστά στο πλήθος των περιπτώσεων που συσσωρεύονταν στο πλαίσιό του. Ενώ η ψυχολογική ιατρική έμοιαζε να υπόσχεται μια διαφορετική λύση για τις εν λόγω τραυματικές καταστάσεις, οι επίσημες αρχές δεν είχαν να αντιπροτείνουν παρά έναν λουστραρισμένο χυδαίο υλισμό επί τη βάση ενός υβρεολογίου συμβατικής ηθικής. Σύμφωνα με την επικρατούσα κρεπελιανή οπτική, ο οφειλόμενος σε βομβαρδισμό νευρικός κλονισμός (shell shock) συνδεόταν είτε με μια ιδιαίτερη οργανική κατάσταση, η οποία είχε προκληθεί από διάτρηση του εγκεφάλου με αιμορραγία, είτε με μια βιολογική και ψυχολογική κατωτερότητα, με μια ψυχοπαθητική δηλαδή προδιάθεση. Όπως το υποδεικνύει η Επιτροπή εξέτασης των οφειλομένων σε βομβαρδισμό νευρικών κλονισμών (shell shock) του Υπουργείου Πολέμου το 1922, οι ασθενείς νοσηλεύονταν (ή αναδιανέμονταν σαν να ήταν τραπουλόχαρτα) χωρίς καμία διάκριση. «Ορισμένες μορφές θεραπείας διεκόπησαν και αντικαταστάθηκαν από άλλες μεθόδους· εν συνεχεία δόθηκαν στους ασθενείς επί μέρους εξηγήσεις […], γεγονός που τους έκανε να χάσουν κάθε εμπιστοσύνη στην ιατρική, ανεξαρτήτως του εκπροσώπου της. Εν τέλει οι ασθενείς νοσηλεύονταν και έπεφταν σε μια κατάσταση χρόνιας και απαξιωτικής κατάθλιψης».27

Επιπλέον, στα τέλη του 1941, κάθε Γερμανός, αποκαλούμενος πλέον «Jerry» ή «Fritz», είχε στιγματισθεί από την αγγλική προπαγάνδα, ώστε ακόμη και αυτοί οι οποίοι είχαν διαφύγει από τον χιτλερικό συνασπισμό είχαν εγκλεισθεί σε κάποιο στρατόπεδο –αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της υπηρέτριας του Φρόιντ. Η ιστορική συγκυρία ήταν κατά συνέπεια εξαιρετικά δυσμενής για την ανάπτυξη οποιασδήποτε ψυχολογικής θεωρίας γερμανικής προελεύσεως.

Έχοντας πάντα κατά νου τα διαφορετικά αυτά δεδομένα, προτείνουμε να εξετάσουμε την επιρροή των ιδεολογικών, στρατιωτικών και ψυχολογικών παραμέτρων στη θεωρητική μετατόπιση από το σύνδρομο Γκάνσερ στην ψύχωση, έτσι όπως αυτή διεξήχθη από τους Στερν και Γουάιλς. Διότι, μολονότι φαινομενικά δεν συμμετείχαν έμπρακτα στην πολεμική προσπάθεια, η αφελής βία της απόπειράς τους για θεωρητικοποίηση του συνδρόμου Γκάνσερ είχε ως συνέπεια την απόρριψή του εκτός του πεδίου των αντιδραστικών νευρώσεων.

Η θεωρητικοποίηση του συνδρόμου από τους Στερν και Γουάιλς περιορίζεται πράγματι σε μια σειρά από αρνητικά φορτισμένα κριτήρια: «προσποίηση» (γεγονός το οποίο συνεπάγεται την επιβολή ποινής στον στρατιώτη και την αποπομπή του στο μέτωπο) ή ψύχωση (γεγονός το οποίο επιφέρει την κοινωνική απαξίωση και την επιβολή θεραπείας με ηλεκτροσόκ). Η τοποθέτησή τους επιτρέπει μάλιστα την ποσοστικοποίηση των δύο παραγόντων, αναλόγως την περίπτωση, καθιστώντας έτσι δυνατή τη φροντίδα του ψυχωτικού στοιχείου και την τιμωρία του στοιχείου προσποίησης στο ίδιο άτομο. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτού του είδους η διπλή λογική ήταν θεόσταλτη για τις στρατιωτικές αρχές οι οποίες, αντιμέτωπες με τις λυκοφωτικές διαταραχές, μπορούσαν πλέον, στηριζόμενες μάλιστα και σε επιστημονικά κείμενα, να συνοψίσουν το πρόβλημα σε μια απλή αντιθετική συνθήκη: bad or mad… Ένα ανάλογο διάβημα επέτρεπε την εξάλειψη της «τραυματικής αντίδρασης» και άφηνε κατά μέρους το κλινικό και ιστορικό πρόβλημα του οφειλόμενου σε βομβαρδισμό νευρικού κλονισμού (shell shock).

Αυτή ακριβώς την υστερικόμορφη αντίδραση απέναντι σε μια ακραία κατάσταση παραβλέπουν οι Στερν και Γουάιλς, εξαιτίας του ανοίκειου χαρακτήρα της, αλλά και επί τη βάσει της διάγνωσης την οποίαν προτείνουν αναφορικά με τον Άμλετ. Η εν λόγω διάγνωση, την οποίαν απαιτείται να εξετάσουμε στο σημείο αυτό λεπτομερώς, προβάλει έτσι ως σύμπτωμα της απώθησης28 μιας ιδιαίτερης οπτικής της υστερίας.29

Από την πλευρά του Φρόιντ

Από τον βασιλιά στον πρίγκιπα
Προτού εξετάσουμε τις απόψεις που έχουν εκφρασθεί αναφορικά με τον Άμλετ από ορισμένους επιφανείς σχολιαστές της φροϋδικής σχολής –εκ των οποίων κανένας δεν ακολουθεί τους Στερν και Γουάιλς–, είναι απολύτως φυσικό να δούμε τι έχει αναφέρει σχετικά ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης, έστω και αν η συνεισφορά του φαντάζει μηδαμινή, καθώς περιορίζεται σε μια υποσημείωση η οποία βρίσκεται σε μια σελίδα από την Ερμηνεία των ονείρων:30 «Στο ίδιο έδαφος όπως ο Οιδίπους τύραννος, έχει τις ρίζες του και ένα άλλο μεγάλο δημιούργημα της τραγικής ποίησης, o Άμλετ του Σαίξπηρ. Στη διαφορετική όμως μεταχείριση του ίδιου θέματος φανερώνεται ολόκληρη η διαφορά στην ψυχική ζωή των δύο περιόδων του πολιτισμού, οι οποίες απέχουν πολύ μεταξύ τους, η ασυνήθιστη πρόοδος της απώθησης στη συναισθηματική ζωή της ανθρωπότητας. Στον Οιδίποδα, η θεμελιωτική ευκτική φαντασίωση του παιδιού βγαίνει όπως στο όνειρο στην επιφάνεια και πραγματοποιείται· στον Άμλετ αυτή παραμένει απωθημένη και η ύπαρξή της μας γίνεται γνωστή –παρόμοια όπως η κατάσταση πραγμάτων σε μια νεύρωση– μόνο από τα ανασταλτικά της αποτελέσματα. Κατά περίεργο τρόπο αποδείχθηκε ότι δεν είναι ασυμβίβαστο με την επιβλητική εντύπωση, την οποία μπορεί να προκαλεί το σύγχρονο δράμα, το ενδεχόμενο να υπάρχει πλήρης ασάφεια ως προς τον χαρακτήρα του ήρωα. Το θεατρικό έργο είναι δομημένο πάνω στη διστακτικότητα του Άμλετ να εκπληρώσει το καθήκον της εκδίκησης που του ανατέθηκε· το κείμενο δεν ομολογεί τους λόγους ή τα κίνητρα αυτού του δισταγμού· οι ποικίλες απόπειρες ερμηνείας δεν κατόρθωσαν να φωτίσουν το ζήτημα. Σύμφωνα με την επικρατούσα ακόμη και σήμερα αντίληψη, την οποίαν θεμελίωσε ο Γκαίτε, ο Άμλετ αντιπροσωπεύει τον τύπο ανθρώπου του οποίου η ορμή για δράση είναι παραλυμένη από την υπερτροφική ανάπτυξη των σκέψεών του: «Εξασθενημένος από την ωχρότητα της σκέψης». Κατά άλλους, ο ποιητής θέλησε να περιγράψει έναν νοσηρό, αναποφάσιστο χαρακτήρα, ο οποίος εμπίπτει στην περιοχή της νευρασθένειας. Μόνο που ο μύθος του έργου διδάσκει ότι ο Άμλετ δεν πρέπει να εκληφθεί ως άτομο γενικά ανίκανο να δράσει. Τον βλέπουμε δυο φορές να εμφανίζεται δρώντας, τη μια φορά, με ευέξαπτο πάθος, να ρίχνει κάτω τον ωτακουστή πίσω από την κουρτίνα, την άλλη φορά να στέλνει στον θάνατο, με τον τρόπο που προοριζόταν για τον ίδιον, τους δύο αυλικούς, και μάλιστα προγραμματισμένα και δόλια, εντελώς αδίστακτα όπως ταιριάζει σε έναν πρίγκιπα της Αναγέννησης. Τι λοιπόν τον εμποδίζει να εκπληρώσει το έργο το οποίο του ανέθεσε το πνεύμα του πατέρα του; Εδώ προσφέρεται πάλι η απάντηση ότι είναι η ιδιαίτερη φύση αυτού του έργου. Ο Άμλετ είναι ικανός για όλα, μόνο που δεν μπορεί να εκδικηθεί αυτόν ο οποίος έβγαλε από τη μέση τον πατέρα του και πήρε τη θέση του κοντά στη μητέρα του, τον άνδρα που του δείχνει την υλοποίηση των δικών του απωθημένων επιθυμιών της παιδικής ηλικίας. Τη θέση του αποτροπιασμού του, ο οποίος θα έπρεπε να τον εξωθήσει στην εκδίκηση, παίρνουν οι αυτομομφές, οι αναστολές της ηθικής συνείδησης, οι οποίες του καταμαρτυρούν ότι ο ίδιος δεν είναι κατά κυριολεξία καλύτερος από τον αμαρτωλό που έχει να τιμωρήσει. Εδώ μεταφράζω στο συνειδητό αυτό το οποίο στην ψυχή του ήρωα πρέπει να μένει ασυνείδητο· αν θέλει κανείς να αποκαλέσει τον Άμλετ υστερικό,31αυτό μπορώ να το αναγνωρίσω μόνον ως συμπέρασμα από την ερμηνεία μου. Με αυτό ταιριάζει η σεξουαλική αποστροφή32 την οποίαν ο Άμλετ εκφράζει στη συνέχεια, σε συνομιλία του με την Οφηλία».33

Είναι προφανές ότι, μολονότι εξαιρετικά σύντομο, το παραπάνω απόσπασμα, το οποίο εγκαθιδρύει, παρά τους αιώνες που μεσολαβούν, μια συγγένεια ανάμεσα στον Σοφοκλή και τον Σαίξπηρ, υποστηρίζει σθεναρά μια ξεκάθαρη γνώμη. Και δικαιολογημένα, καθώς ο Φρόιντ είχε στοχασθεί εκτενώς σχετικά με το εν λόγω ζήτημα, σύμφωνα με τη διαφωτιστική επεξήγηση του Ζ. Σταρομπίνσκι [Jean Starobinski], στην εισαγωγή του για τη γαλλική έκδοση της μελέτης του Τζόουνς σχετικά με το ίδιο θέμα: «Στην επιστολή του, της 22ας Σεπτεμβρίου του 1897, προς τον Φλης [Fliess], εμφανίζεται μια ανάμνηση του Άμλετ […] «To be in readiness» […] ο Φρόιντ παραθέτει από μνήμης. Το ακριβές κείμενο λέει: «The readiness is all». Πρόκειται άραγε για γλωσσική παραδρομή; Αποδεικνύει ωστόσο ότι ο Φρόιντ γνώριζε το αγγλικό κείμενο αρκετά καλά, ώστε να ριψοκινδυνεύσει την από μνήμης παράθεσή του. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Φρόιντ… επαναλαμβάνει τα λόγια τα οποία ξεστομίζει ο σεξπηρικός ήρωας πριν από τη φονική μονομαχία με τον Λαέρτη… Η επιστολή της 15ης Οκτωβρίου του 1897 μας επιφυλάσσει μια ακόμη αποκάλυψη. Δίχως καμία μεταβολή, ο Φρόιντ περνάει από τον Οιδίποδα στον Άμλετ… «Μια ιδέα πέρασε όμως από το μυαλό μου: δεν θα εύρισκε άραγε κανείς στην ιστορία του Άμλετ ορισμένα ανάλογα περιστατικά [με εκείνα που βρίσκουμε στον Οιδίποδα τύραννο];». Ο Σταρομπίνσκι μάς υπενθυμίζει επίσης ότι ο Φρόιντ «δεν δεχόταν την ερμηνεία της νεύρωσης και της υστερίας στη βάση της ελάττωσης της ψυχικής ενέργειας. Η έννοια της “ψυχασθένειας”, την οποίαν υπεστήριζε ο Ζανέ [Pierre Janet], δεν του φαινόταν ικανοποιητική. Εάν πράγματι ο Άμλετ ήταν ένας άνδρας υπερβολικά «αδύναμος» για να εκτελέσει το χρέος το οποίο του υπαγορευόταν, όπως υπεστήριζαν ο Γκαίτε και ο Κόλεριτζ [Coleridge], τότε δεν θα γινόταν μια από τις εμβληματικές φιγούρες της «ψυχολογικής εξασθένισης»; Αντιπροτείνοντας στην απλή ενεργητική έκπτωση της εξασθένισης τη δυναμική εικόνα της απώθησης, ο Φρόιντ έθεσε τις βάσεις για μια νέα ερμηνεία του Άμλετ».34 Γνωρίζοντας ότι η πρώτη έκδοση του βιβλίου στο οποίο βρίσκεται η υποσημείωση την οποία προαναφέραμε χρονολογείται το 1900, διαπιστώνουμε ότι ο Φρόιντ δεν είχε αλλάξει στο μεταξύ άποψη.35

Η ανυπομονησία του Άμλετ

Η εν λόγω άποψη είναι τόσο καλά εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη, ώστε να βρει πολλούς οπαδούς. Ήδη το 1910, ο Τζόουνς δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως επεξήγηση του αινίγματος του Άμλετ». Στο ίδιο ρεύμα εντάσσεται και η σκέψη της Σαρπ –της οποίας η επιρροή στον Λακάν δεν έχει μελετηθεί επαρκώς36 –, η οποία δημοσίευσε το 1929 την «Ανυπομονησία του Άμλετ».37 Επτά χρόνια μετά το άρθρο των Στερν και Γουάιλς στο οποίο προαναφερθήκαμε, ο Τζόουνς δημοσίευσε μια αναπτυγμένη εκδοχή της μελέτης του,38 ενώ ο Λακάν εξέτασε και αυτός το ζήτημα στο αδημοσίευτο Σεμινάριό του, έτους 1958-1959, με θέμα «Η επιθυμία και η ερμηνεία της». Πιο πρόσφατα, το 1982, ο Αντρέ Γκρην [André Green] καταπιάστηκε και αυτός με τη σειρά του με τη θεματική του Άμλετ,39 ο πλούτος της οποίας φαίνεται να ασκεί μια ατέρμονη σαγήνη.40

Η προσέγγιση της Σαρπ είναι αρκετά εκλεπτυσμένη.41 Υιοθετώντας τη λακωνική θέση που είχε αναπτύξει ο Φρόιντ, απορρίπτει τη διαδεδομένη άποψη ότι ο Άμλετ υπέφερε από αναποφασιστικότητα: το κλειδί για την αινιγματική ψυχοσύνθεση του πρίγκιπα της Δανίας δεν βρίσκεται στην αβουλία, αλλά στην ανυπομονησία.42 «Ο Άμλετ είναι μια τραγωδία της ανυπομονησίας και όχι της αναβλητικότητας […] Στην αρχή της τραγωδίας, ο Άμλετ εμφανίζεται μπροστά μας σαν ένας γιος από τον οποίον άρπαξαν τον πατέρα του, τον βασιλιά. Ο θάνατος τού στέρησε ένα αντικείμενο αγάπης. Ο βεβιασμένος γάμος της μητέρας του τού προκάλεσε ένα συναισθηματικό τραύμα (η ανυπομονησία εμφανίζεται εξ αρχής υπ’ αυτή την έννοια). Εκείνη τη στιγμή […] η Οφηλία […] αρνείται να τον καταλάβει. Χάνει έτσι τον πατέρα του, τη μητέρα του, αλλά και την πολυαγαπημένη του […] Τον προδίδει ακόμη και αυτή».43

Η εμπειρία της απώλειας οδηγεί τον Άμλετ στο πένθος και τη μελαγχολία, σε βαθμό μάλιστα που ο περιβάλλων κόσμος «χάνει κάθε ενδιαφέρον»44 για αυτόν: «Κι αυτό το θαύμα που είναι η γη δεν είναι θαύμα είναι γη».45 Σύμφωνα με την Σαρπ, αυτού του είδους οι σκέψεις, οι οποίες αφθονούν στο κείμενο, σημαίνουν μια «ναρκισσιστική απόσυρση της λίμπιντο από τα εξωτερικά αντικείμενα»,46 ως αποτέλεσμα της ενδοβολής των «απολεσθέντων αντικειμένων αγάπης».47 Οι μομφές που απευθύνει ο Άμλετ στον ίδιο του τον εαυτό «προορίζονται, κατά συνέπεια, στην πραγματικότητα, στα απολεσθέντα αντικείμενα αγάπης τα οποία ταυτίζονται με το εγώ». Αυτή η ταύτιση έχει ως συνέπεια τη μετατροπή του εγώ «σε αντικείμενο σαδισμού του υπερεγώ, ενώ η ηρεμία προβάλλει δυνατή μέσα από την απόρριψη, την εκδίωξη, την καταστροφή των εν λόγω ενδοβολών, η οποία θα επιτρέψει την εκ νέου έγκριση του εγώ από το υπερεγώ».48 Πρόκειται επομένως για μια τριπλή απώλεια, έναν μαζικό τραυματισμό, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα τον θρυμματισμό της αρμονίας του Άμλετ: δύο τρίγωνα κατακρημνίζονται, το ένα αποτελείται από τον ίδιο τον Άμλετ και τους γονείς του, το άλλο από τον Άμλετ, την Οφηλία και τον Πολώνιο.49

Η Σαρπ στηρίζει τη μέθοδό της στην αμφιθυμία και τον αναδιπλασιασμό των μορφών, έτσι όπως εκφράζονται μέσα από «την αναπαραγωγή ή την αντίθεση των χαρακτήρων».50 Βάσει αυτής της λογικής, ο Κλαύδιος, αδελφός του βασιλιά, αντιπροσωπεύει «τη μοχθηρή πλευρά του πατέρα»,51 ενώ το φάντασμα αντιπροσωπεύει «την εξιδανικευμένη πατρική φιγούρα».52 Η εν λόγω απεικόνιση του πατέρα συμβολίζει τη γενεαλογική σχέση, ενώ, σύμφωνα με την Σαρπ, αποτελεί καταλυτικό στοιχείο του σαδισμού του υπερεγώ: «Από τη στιγμή που το φάντασμα επιστρέφει στην κόλαση, γίνεται “ο ανθρωπάκος του υπογείου”. Εκεί ξεπληρώνει τα αμαρτήματά του, ενώ οι μομφές τις οποίες απευθύνει είναι ισοδύναμες με τις αυτοκατηγορίες του Κλαύδιου, τις οποίες πρέπει να εκλάβουμε ως αυτοκατηγορίες του ίδιου του Άμλετ. Κατά συνέπεια, το φάντασμα αντιπροσωπεύει μέσα από τον τάφο τον Άμλετ και τον Κλαύδιο μαζί. Η ίδια θεματική επανεμφανίζεται και σε άλλες περιστάσεις κάθε φορά που αυξάνεται η πίεση την οποία δημιουργεί ο σαδισμός του υπερεγώ. Αυτόν τον ρόλο παίζει ο Λαέρτης. Μετά τη δολοφονία του πατέρα του,53 χάνει την αδελφή του. Αντιπροσωπεύει τη σύζευξη των διαφορετικών επιτακτικών παρορμήσεων που αξιώνουν, μέσα στην ψυχή του Άμλετ, μια αιφνίδια ενέργεια».54

Αναφορικά με το πένθος της Οφηλίας και την τρέλα που αυτό συνεπάγεται, η Σαρπ διακρίνει την πρόθεση του Σαίξπηρ να δημιουργήσει μιαν αντίθεση ανάμεσα στη δική της συμπεριφορά και τη συμπεριφορά του Άμλετ. Ακολουθώντας τις παραινέσεις του πατέρα και του αδελφού της, οι οποίοι τη συμβουλεύουν να μην εμπιστεύεται τον πρίγκιπα, η κόρη του Πολώνιου ολοκληρώνει την πορεία της μέσα από την απώλεια της λογικής και την αυτοκτονική καταβύθισή της: «Ενώ στην Οφηλία η τρέλα είναι έκδηλη, στον Άμλετ διακρίνουμε μια πάλη»,55 της οποίας ο δισταγμός απορρέει από τη μάχη ενάντια σε μια επιθυμία, η οποία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αυτοκτονία και τον θάνατο του βασιλιά, για τα οποία μας προετοιμάζει ολόκληρο το έργο. Αν και η επιμονή της αρχής του υπερεγώ λειτουργεί ως ο άνεμος που προωθεί τη δράση, η υστερία και το «I know not» που την χαρακτηρίζει είναι αυτή η οποία δίνει τον τόνο. Σύμφωνα με την Σαρπ, η Οφηλία «αποτελεί τη θηλυκή πλευρά του Άμλετ».56

Το έργο μάς προσφέρει όλες τις αποδείξεις που χρειαζόμαστε. Το μοτίβο της ενέδρας επανέρχεται κατ’ εξακολούθηση. Ο Πολώνιος στήνει ενέδρα πίσω από την ταπετσαρία, ο Πολώνιος πέφτει στην ενέδρα του Άμλετ… Το κομβικό σημείο του έργου συνίσταται στην αναπαράσταση… της Δολοφονίας του Γκονζάγο. Ο Άμλετ προβαίνει στους κατάλληλους χειρισμούς προκειμένου να οδηγήσει σε αυτήν. Την αποκαλεί μάλιστα «ποντικοπαγίδα». Στόχος της είναι «να αιχμαλωτίσει τη συνείδηση του βασιλιά». Αναλαμβάνοντας έναν γυναικείο ρόλο και γινόμενος λεία του διπλού πεδίου των ταυτίσεών του, ο Άμλετ αναδεικνύεται, με άλλα λόγια, σε «παγιδευτή», σε «ευνουχιστή του πατέρα».57

Παρά την αδιαμφισβήτητη πρωτοτυπία της Ερμηνείας των ονείρων, η Σαρπ πέφτει τελικά και η ίδια στη συνήθη παγίδα της ερμηνείας ενός έργου με βάση ορισμένα βιογραφικά στοιχεία. «Μέσα από την επεξεργασία της εσωτερικής σύγκρουσης, την οποία προκάλεσε ο θάνατος του πατέρα του, ο Σαίξπηρ καταφέρνει να διασώσει την ψυχική του υγεία».58 Το περιεχόμενο των κειμένων που έχουν κατακτήσει, χάρη στην καλλιτεχνική τους αξία, ένα είδος αυτονομίας, η οποία τους προσδίδει την αξία μιας διαχρονικής αντανάκλασης της ανθρώπινης τραγωδίας,59 δεν θα μπορούσε ωστόσο να περιοριστεί σε πένθη, νευρώσεις, ψυχώσεις ή διαστροφές: οι κοινωνικές επιστήμες δανείζονται από τη λογοτεχνία πολλά περισσότερα απ’ όσα της προσφέρουν σε αντάλλαγμα.

Ο Τζόουνς και η «ψυχαναλυτική λύση»

Ο Τζόουνς, ορθόδοξος φροϋδικός, ανέπτυξε, πολύ περισσότερο από την Σαρπ, τη σύγκριση την οποίαν είχε προτείνει ο κοινός πνευματικός πατέρας και των δύο ανάμεσα στον Οιδίποδα τύραννο και τον Άμλετ. Το βιβλίο του αποτελεί κατά βάση μια κριτική απέναντι σε συγγραφείς όπως ο Κόλεριτζ, οι οποίοι «ερμήνευαν» τον πρίγκιπα της Ελσινόρης μέσω ενός υπερβολικού φιλοσοφικού στοχασμού: «Διαπιστώνουμε μια ευρεία διανοητική δραστηριότητα και, κατά συνέπεια, μια ανάλογη απέχθεια για την αληθινή δράση με όλα τα συμπτώματα που απορρέουν από αυτήν».60

Σύμφωνα με τον Τζόουνς, o Άμλετ «δεν επιθυμεί να απαλλαγεί από το χρέος το οποίο τον βαραίνει»,61 διότι «ο Κλαύδιος διέπραξε τα δύο εγκλήματα [τον φόνο του βασιλιά αδελφού του και την αιμομιξία με τη γυναίκα του αδελφού του, η οποία έγινε κατόπιν γυναίκα του] όχι ξεχωριστά, αλλά το ένα σε σχέση με το άλλο. Η διάσταση αυτή αποδεικνύεται καθοριστικής σημασίας για τον Άμλετ, ο οποίος δεν παύει να προσθέτει το ένα κακούργημα στο άλλο: ένας φριχτός δεσμός τα ενώνει και τα συγχέει».62 Η τραγωδία του Άμλετ προβάλλει ως εκ τούτου ως μια διπλή οιδιπόδεια κρίση: η επιθυμία για τη μητέρα και η επακόλουθη ανταγωνιστικότητα απέναντι στον πατριό/ θείο συνυπάρχουν με μια ταύτιση με τον δολοφόνο, ο οποίος εκπλήρωσε τις πιο απόκρυφες και απωθημένες επιθυμίες του ίδιου του Άμλετ.

Αυτή είναι η επιγραμματική περίληψη της θέσης του Τζόουνς, όπως την υποστηρίζει σε ολόκληρη τη μελέτη του. Ο Άμλετ εκφράζει ανοιχτά «τις ασυνείδητες ενορμήσεις της πρώιμης παιδικής ηλικίας του –την επιθυμία να σκοτώσει τον άνδρα ο οποίος πλαγιάζει με τη μητέρα του («στην αιμομικτική απόλαυση της κλίνης της»)–, γνωρίζει ωστόσο πολύ καλά ότι η ενοχή του θα του κρατά διαρκώς δεμένα τα χέρια. Το δίλημμα προβάλλει συνεπώς αδιέξοδο: οι αναβλητικότητες63 του Άμλετ τον οδηγούν στην ίδια του την καταστροφή. Δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του χρέους ακριβώς διότι η δολοφονία του πατριού του απαντά στο κάλεσμα του ασυνειδήτου του, στην επιθυμία του δηλαδή να δολοφονήσει τον άνδρα της μητέρας του. Η απόλυτη «απώθηση» της πρώτης ενόρμησης συνεπάγεται τη βαθιά ριζωμένη απαγόρευση του φόνου».64

Ο Τζόουνς δείχνει να παινεύεται το γεγονός ότι κατάρριψε τη στερεοτυπική εικόνα η οποία αποδιδόταν συνήθως στον Άμλετ: «Η επανεμφάνιση του χλωμού νευρασθενικού Άμλετ είναι ελάχιστα πιθανή. Η εποχή του τέλειωσε».65 Κατανοούμε ωστόσο πιο δύσκολα την απαισιοδοξία του όταν γράφει ότι ο πρίγκιπας της Δανίας «δεν θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση μιας συνεπακόλουθης δύναμης: όσο και αν προσπαθήσει, είναι χαμένος»66 – σκοτεινή προοπτική η οποία δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την πρωτότυπη σημείωση του Φρόιντ.

Στην εισαγωγή του για το βιβλίο του Τζόουνς, ο Σταρομπίνσκι επεξηγεί καθαρά γιατί η ψυχανάλυση όφειλε να μελετήσει τον Άμλετ, αυτόν τον παγκόσμιο καθρέφτη της ανθρώπινης συνείδησης, τον οποίον ο Φρόιντ είχε τοποθετήσει σε άμεσο συσχετισμό με τον Οιδίποδα, προκειμένου να πολεμήσει το ενεργητικό μοντέλο της νεύρωσης (αυτό της μείωσης της νοητικής δραστηριότητας με άλλα λόγια). Εάν όμως ο Τζόουνς έχει δίκιο, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος για όλους όσους υποφέρουν από οιδιπόδειο ευνουχισμό, και άρα ότι ο Φρόιντ έσφαλε.

Έχουμε την εντύπωση ότι ο Τζόουνς πέφτει τελικά και ο ίδιος στην παγίδα της διαμάχης του με τον Κόλεριτζ. Στο τέλος του έργου, ο Άμλετ εξολοθρεύει τον πατριό του, ο οποίος βάζει άθελά του τέλος στη ζωή της γυναίκας του, δίνοντας της το κρασί το οποίο προοριζόταν για τον εξ αγχιστείας γιο του. Έτσι, το οιδιπόδειο δράμα, το οποίο αποτελεί τον άξονα του έργου (θέση την οποία υποστηρίζει ο Τζόουνς), λύνεται κατά συμβολικό τρόπο. Σε όσους θα ήταν πρόθυμοι να πάρουν το επιχείρημα του Τζόουνς κατά γράμμα, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι, ναι, ο Άμλετ πεθαίνει, και υπό αυτήν την έννοια είναι όντως «χαμένος». Αλλά, όπως εύστοχα το θέτει ο βρετανός γιατρός στον οποίον ο Γιοσαριάν [Yossarian] δηλώνει, στο Catch 22, ότι δεν πεθαίνει αυτή τη στιγμή, αφού πεθαίνουμε όλοι μας από λίγο, μέρα με την ημέρα.67

Μια τραγωδία της επιθυμίας

Εάν θεωρήσουμε τον ήρωα του Γιόζεφ Xέλλερ [Joseph Heller] ως έναν ανεξέλεγκτο υστερικό, ο οποίος ακολουθεί την επιθυμία του χωρίς να υπολογίζει τίποτε, ένα είδος Άμλετ ο οποίος τα βγάζει πέρα χάρη στον ζήλο του να επιβιώσει, τότε μπορούμε εξίσου να εστιάσουμε στη θανατηφόρο όψη της επιθυμίας του σεξπηρικού ήρωα, όπως ακριβώς έκανε ο Λακάν στο αδημοσίευτο σεμινάριό του τού έτους 1958- 1959. Στην προσπάθειά του να αναπτύξει την οιδιπόδεια προοπτική την οποίαν είχε ανακινήσει ο Φρόιντ, ο Λακάν βλέπει στον Άμλετ μια σειρά ακολουθιών οι οποίες δικαιολογούν την εσωτερική λογική της νεύρωσης, χρησιμοποιώντας στη βάση αυτή τον Άμλετ ως «ένα είδος μηχανισμού, πλέγματος ή κυνηγητικού διχτιού, στο οποίο εμπλέκεται η ανθρώπινη επιθυμία και μάλιστα σύμφωνα με τις συντεταγμένες τις οποίες αποκάλυψε ο Φρόιντ, δηλαδή το οιδιπόδειο και τον ευνουχισμό».68 Το πένθος εμφανίζεται κατ’ εξακολούθηση ως μια τρύπα μέσα στο πραγματικό και μέσω αυτής ακριβώς της τρύπας προσεγγίζει την ψύχωση.

Ενδεικτικά, όταν ο Άμλετ επιστρέφει στη Δανία ύστερα από την απελευθέρωσή του από τους πειρατές βρίσκει τον Λαέρτη συντετριμμένο στο νεκροταφείο όπου θάφτηκε η αδελφή του η Οφηλία. Όπως διευκρινίζει ο Λακάν, εν προκειμένω, βλέπουμε «τον Λαέρτη να χτυπά το στήθος του και να ορμά μέσα στην τρύπα για να αγκαλιάσει μια τελευταία φορά το πτώμα της αδελφής του, φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορεί την απελπισία του. Ο Άμλετ δεν μπορεί να ανεχθεί μια τέτοια εκδήλωση αναφορικά με μια κοπέλα που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή βάναυσα κακομεταχειριστεί· ρίχνεται έτσι και αυτός πίσω από τον Λαέρτη, αφού βγάλει έναν πραγματικό βρυχηθμό, μια κραυγή πολέμου. Και ξεστομίζει τον πιο απρόσμενο λόγο –«Ποιος είσαι εσύ. Που πήρες από μένα τον πόνο και τον σκορπάς χωρίς κανένα σεβασμό στον αέρα Σα να ήταν δικός σου πόνος. Με τι δικαίωμα τις φωνάζεις Τις κάνεις ν’ ακουστούν τις κρυφτές σκυφτές του λέξεις; Είμαι ο Άμλετ της Δανίας» (V, I, 175). Στον βαθμό που το $ [το διχασμένο από τον ευνουχισμό και τον νόμο της γλώσσας υποκείμενο, μιας γλώσσας η οποία προηγείται του ιδίου και στην οποία αυτό οφείλει να αρθρώσει την επιθυμία του] σχετίζεται με το α [το αντικείμενο αίτιο της επιθυμίας του], ο Άμλετ έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με αυτήν την ταύτιση μέσω της οποίας ξαναβρίσκει για πρώτη φορά την επιθυμία του στην πληρότητά της».69 Ο Άμλετ ζηλεύει κατά συνέπεια το πένθος του άλλου και διεκδικεί την αποκλειστικότητά του.70

«Η πράξη του Άμλετ, συμπληρώνει ο Λακάν, δεν είναι η πράξη του Οιδίποδα, στον βαθμό που η πράξη του Οιδίποδα στηρίζει τη ζωή του Οιδίποδα και τον καθιστά ήρωα πριν από την πτώση του, όσο δεν γνωρίζει τίποτε. Ως προς τον Άμλετ, αυτός είναι εξ αρχής ένοχος της ύπαρξής του. Η ύπαρξή του τού είναι ανυπόφορη. Το πρόβλημα, το έγκλημα της ύπαρξης, τίθεται για τον ίδιον με τους δικούς του όρους, δηλαδή ως «να ζει κανείς ή να μη ζει», γεγονός το οποίο τον δεσμεύει αμετάκλητα μέσα στην ύπαρξη, όπως το εκφράζει με εξαιρετικό τρόπο».71 Εάν όντως υφίσταται το «έγκλημα της ύπαρξης», τότε καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι αυτό επιβαρύνεται από τη διπλή αποκάλυψη του φασματικού πατέρα –τις πραγματικές συνθήκες του θανάτου του72 και τη μη άφεση των αμαρτιών του.

Ο Λακάν ερμηνεύει τη στάση του Άμλετ προς τον πατέρα του ως εξής: «Ποιο είναι το πρόβλημα του Άμλετ, αυτό το οποίο εκφράζει μέσα από το «να ζει κανείς ή να μη ζει»…; Είναι η αντάμωση με τη θέση την οποία καταλαμβάνει ο λόγος που του απευθύνει ο πατέρας του […] ως φάντασμα, ότι δηλαδή ξαφνιάστηκε από τον θάνατο στο απόγειο των αμαρτημάτων του. Πρόκειται δηλαδή [για τον Άμλετ] για την αντάμωση με τη θέση την οποία καταλαμβάνει το αμάρτημα του Άλλου, το αμάρτημα το οποίο δεν έχει πληρωθεί. Σε αντίθεση με τον Οιδίποδα, εκείνος που γνωρίζει είναι αυτός ο οποίος δεν έχει πληρώσει το έγκλημα της ύπαρξής του. Οι συνέπειες για την επόμενη γενιά δεν είναι αμελητέες. Οι δύο γιοι του Οιδίποδα σκέπτονται μονάχα πώς θα εξοντώσει ο ένας τον άλλον […] Όσο για τον Άμλετ, αυτός δεν μπορεί ούτε να ξεπληρώσει ο ίδιος το χρέος, αλλά ούτε και να το αφήσει απλήρωτο. Αυτό που πρέπει να κάνει εντέλει είναι να βάλει κάποιον άλλο να το ξεπληρώσει. Στις συνθήκες ωστόσο στις οποίες βρίσκεται, το χτύπημα περνά μέσα από τον ίδιο. Εάν χτυπά τελικά τον ένοχο, αυτό δεν γίνεται παρά μονάχα με το όπλο που μόλις τον άγγιξε θανάσιμα».73

Αυτή η καθυστερημένη επανόρθωση, η τελειωτική επιτέλεση της πράξης –την οποία ο Λακάν αποκαλεί «προχειροδουλειά»74– επιφέρει μια «επανόρθωση της επιθυμίας».75 Πώς να εκλάβουμε όμως αυτήν την επιθυμία; Από την αρχή σχεδόν του έργου έχει κανείς την αίσθηση ότι, για τον Άμλετ, η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι στιγματισμένη από την αμαρτία και ότι δυσκολεύεται να διαχωρίσει την εικόνα της Οφηλίας από εκείνη της μητέρας του: εδώ ακριβώς έγκειται η τραγικότητα της επιθυμίας του. Η επιθυμία της μητέρας του αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του, ώστε, αμέσως μετά τον θάνατο του «ποντικού» Πολώνιου, ο Άμλετ πλησιάζει τη μητέρα του για να της ζητήσει ανοιχτά να μην μοιράζεται πια το κρεβάτι της με τον Κλαύδιο («στην ηλικία σου το αίμα κοπάζει το πάθος είναι κουρασμένο»), τον δολοφόνο του πατέρα του. Έτσι εξηγούνται και τα σαρκαστικά σχόλια με τα οποία περιβάλλει σταδιακά τη μνηστή του, την οποίαν αντιλαμβάνεται ως μητέρα μελλοντικών αμαρτημάτων. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Λακάν προτείνει την Οφηλία ως βαρόμετρο «της θέσης του Άμλετ σε σχέση με την επιθυμία».76

Η επιθυμία αποτελεί τον αφηγηματικό ιστό της ανάγνωσης του Άμλετ. Χρειάζεται ωστόσο να διακρίνουμε την επιθυμία του «ψυχαναγκαστικού» από την επιθυμία του «υστερικού», καθώς ο Λακάν, όπως άλλωστε και η Σαρπ, βρίσκεται στο σημείο αυτό στο σταυροδρόμι της αναβλητικότητας –αυτή την αναβολή στην επαύριον όλων των επαύριον– και της ανυπομονησίας η οποία επισπεύδει, όπως γνωρίζουμε, τα πράγματα, όπως ακριβώς επισπεύδεται η ιζηματοποίηση των κρυστάλλων σε ένα υγρό αφού προσθέσουμε ένα υλικό. «Θα καταδείξω την επιθυμία του Άμλετ. Όπως είπαμε, πρόκειται για την επιθυμία ενός υστερικού […] Μπορούμε να προσθέσουμε πως πρόκειται για την υστερία ενός ψυχαναγκαστικού. Βρίθει σοβαρών ψυχασθενικών συμπτωμάτων […] Στην πραγματικότητα πρόκειται και για τα δύο. Πρόκειται […] για τη θέση αυτής της επιθυμίας. Ο Άμλετ […] δεν είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, αλλά […] μια περιστρεφόμενη επιφάνεια στην οποία τοποθετείται μια επιθυμία, στην οποία μπορούμε να βρούμε όλα τα χαρακτηριστικά της επιθυμίας, μπορούμε δηλαδή να την κατευθύνουμε, να την ερμηνεύσουμε ως εκείνο που διαφεύγει του ονείρου γύρω από την επιθυμία του υστερικού, δηλαδή ως την επιθυμία που ο υστερικός αναγκάζεται να κατασκευάσει για τον ίδιο του τον εαυτό. Θα έλεγα, κατά συνέπεια, ότι το ζήτημα του Άμλετ τοποθετείται πιο κοντά στην επιθυμία του υστερικού αφού συνίσταται, κατά κάποιον τρόπο, στην επανεύρεση της θέσης της επιθυμίας του».77

Δεν θα μπορούσαμε να το εκφράσουμε καλύτερα, καθ’ ότι ο Λακάν επιχειρεί να προσεγγίσει τον Άμλετ διαφορετικά απ’ ότι ένα «κλινικό περιστατικό». Ο Λακάν διαβλέπει στην πορεία του Άμλετ μια εποποιία της νεύρωσης και της πραγματοποίησής της: «Ο Άμλετ δεν είναι νευρωτικός· ο Άμλετ μάς διδάσκει σχετικά με τη νεύρωση […] Εάν ο Άμλετ […] φαντάζει πιο κοντά στην ψυχαναγκαστική δομή είναι διότι […] η λειτουργία της επιθυμίας του […] είναι εκείνη ακριβώς η οποία προωθείται στο μέγιστο από την ψυχαναγκαστική νεύρωση – μια από τις λειτουργίες της επιθυμίας, η βασική λειτουργία της επιθυμίας του ψυχαναγκαστικού, είναι η διατήρηση της απόστασης από την επιθυμητέα συνάντηση, η αναμονή».78

Ο πρίγκιπας της Ελσινόρης διχάζεται ανάμεσα σε ένα πολύ νωρίς και ένα πολύ αργά – και ο Λακάν μάς εξουσιοδοτεί να διαβάσουμε τον Άμλετ σαν το δράμα της παράπλευρης επιθυμίας, μιας επιθυμίας η οποία παραμένει παράπλευρη σε σχέση με την εγγραφή της πράξης στον χρόνο.79 «Στη νεύρωση, το αντικείμενο φορτίζεται με τη σημασία την οποίαν αναζητά κανείς σε αυτό που αποκαλώ ώρα της αλήθειας. Το αντικείμενο βρίσκεται πάντα λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα. Εάν η υστερία χαρακτηρίζεται από την εδραίωση της επιθυμίας ως ανικανοποίητης, η ψυχαναγκαστική νεύρωση χαρακτηρίζεται από την εδραίωση της επιθυμίας ως αδύνατης. Πέρα από αυτούς τους δύο όρους, ωστόσο, βρίσκεται κάτι το οποίο διατηρεί μια διπλή και αντίστροφη σχέση, και στις δύο περιπτώσεις, με το φαινόμενο το οποίο αναδύεται, το οποίο φυτρώνει, το οποίο εμφανίζεται κατ’ εξακολούθηση μέσα από την αναβλητικότητα του ψυχαναγκαστικού για παράδειγμα, η οποία στηρίζεται άλλωστε στο γεγονός ότι προλαβαίνει να κάνει κάτι πολύ αργά. Κατ’ αναλογία, στον υστερικό υπάρχει μια συνεχής επανάληψη του πρώιμου του τραύματός του, ένα πολύ νωρίς δηλαδή, μια θεμελιώδης ανωριμότητα».80 Εάν έτσι έχουν όντως τα πράγματα, τα λόγια με τα οποία συνοδεύει τις πράξεις του δύνανται παρ’ όλα αυτά να μας επιτρέψουν να ξαναβρούμε μια τάση, μια κατεύθυνση μέσα από την κατανόησή του, καθώς και μέσα από τη χρήση που κάνει της γλώσσας.

Ακούγοντας τον θόρυβο που κάνει ο Πολώνιος –αρχέτυπο του κακού ψυχολόγου, ο οποίος αρκείται σε εύκολες διαγνώσεις– ,ο Άμλετ παραφέρεται και τον σκοτώνει σαν να επρόκειτο για έναν απλό ποντικό,81 ενώ στη συνέχεια κρύβει το πτώμα του όχι για να σβήσει την πράξη του, αλλά, αντιθέτως, για να την βροντοφωνάξει, μέσα από αστειότητες βέβαια και καραγκιοζιλίκια. Σειρά μετά την παράπλευρη πράξη έχουν τα παράπλευρα λόγια: «Εσύ ήσουν. Έλπιζα πως ήταν ένας άλλος Όμοιος σου αλλά καλλίτερος. Να πας στο καλό. Άξιος ο μισθός σου»,82 τα οποία ακολουθεί μια πρωτότυπη παραλλαγή του παιγνιδιού του χαμένου θησαυρού.83

ΡΟΖΕΝΚΡΑΝΤΖ: Κύριέ μου πρέπει να έρθεις μαζί μας στον βασιλιά. Πρέπει να μας πεις που είναι ο πεθαμένος.
ΑΜΛΕΤ: Ο πεθαμένος είναι με τον βασιλιά αλλά ο βασιλιάς δεν είναι με τον πεθαμένο. Ο βασιλιάς είναι…

[Στη μετάφραση του Χειμωνά ο λόγος διακόπτεται εδώ. Στο πρωτότυπο η συνέχεια είναι «the king’s a thing»]. (IV, II, 133)

Μολονότι, σύμφωνα με τον Λακάν, «όλα αυτά περιλαμβάνονται στα σχιζοφρενικά λόγια του Άμλετ τα οποία μας προσφέρουν […] υλικό προς ερμηνεία»,84 εμείς δυσκολευόμαστε να τον ακολουθήσουμε σε αυτήν την κατεύθυνση: πράγματι, τα συγκεκριμένα λόγια μάς φαίνονται ως μια πιστή μετεγγραφή του ψυχολογικού μηχανισμού τον οποίον εξήγησε με τόση ακρίβεια ο Ζίγκμπερτ Γκάνσερ, αλλά και πιο κοντά στις φροϋδικές έννοιες της γλωσσικής παραδρομής και της εναντίωσης στην επιθυμία (contre-volonté), μέσω των οποίων μια απάντηση μπορεί να εμφανιστεί στο εννοιολογικό πεδίο μιας δεδομένης ερώτησης, παρά την εμφανή έλλειψη συνάφειάς της. Η προαναφερθείσα παραπομπή μπορεί να κατανοηθεί, για παράδειγμα, ως εξής: ο Πολώνιος και ο βασιλιάς είναι και οι δύο νεκροί («Ο πεθαμένος είναι με τον βασιλιά»), τα πτώματά τους ωστόσο δεν βρίσκονται στο ίδιο μέρος, καθώς ο ένας περιπλανιέται σαν φάντασμα,85 ενώ ο άλλος βρίσκεται στον ουρανό ή κάπου αλλού86 («ο βασιλιάς δεν είναι με τον πεθαμένο»).

Φτάνοντας σε αυτό το σημείο, επιλέγουμε να συγκρατήσουμε αφ’ ενός μεν την υπόθεση των Στερν και Γουάιλς –κατά το ήμισυ τουλάχιστον, ότι δηλαδή ο Άμλετ βρίσκεται υπό την επήρεια του συνδρόμου Γκάνσερ– αφ’ ετέρου δε τη λακανική οπτική η οποία προτάσσει την προβληματική της επιθυμίας. Οι στρεβλές απαντήσεις μάς φαίνονται ως εκ τούτου όχι τόσο ως «σχιζοφρενικά λόγια», αλλά ως γλωσσική έκφραση μιας επιθυμίας, μιας ψυχικής πραγματικότητας: αν και αναμφισβήτητα ο πρίγκιπας του λυκόφωτος διαστρεβλώνει τα λόγια των άλλων, επιβάλλει την προσωπική του ανάγνωση, το «ψυχικό λεξιλόγιό»87 του ωστόσο δεν εγκαταλείπει σε καμία στιγμή τη σφαίρα της σημασίας την οποίαν του επιβάλλουν οι συνομιλητές του. Το επιβεβαιώνει εξ άλλου και ο Οράτιος, ο οποίος αποδεικνύεται τελικά καλύτερος κλινικός από τον Πολώνιο. Αμέσως μετά την πρώτη συνομιλία του φαντάσματος με τον Άμλετ88 (τον οποίο αναζητά μαζί με τον Μάρκελλο), ο Οράτιος ανταλλάζει με τον Άμλετ τα ακόλουθα λόγια:

ΆΜΛΕΤ: Λοιπόν. Αν σ’ ολόκληρη τη Δανία υπάρχει ένας εγκληματίας Αυτός ο εγκληματίας είναι αδίσταχτος και πανούργος.
ΟΡΑΤΙΟΣ: Κύριέ μου, αυτό δεν θα περιμέναμε να βγει φάντασμα από τάφο για να μας το πει.
ΑΜΛΕΤ: Ναι. Έχεις δίκιο. Λοιπόν, χωρίς λόγια πολλά ας αποχαιρετισθούμε. Χωρίζουμε. Ας πάει ο καθένας σας εκεί που πρέπει να πάει κι εγώ ο ταπεινός πάω για προσευχή.
ΟΡΑΤΙΟΣ: Κύριέ μου. Πώς μας μιλάς. Παραλογίζεσαι.89 (I, V, 49)

«Λόγια ασύνδετα και ασυνάρτητα»… Εάν ανατρέξουμε στο πρωτότυπο βρίσκουμε «wild and whirling words». Ας αφήσουμε κατά μέρος την παρήχηση και ας σταθούμε στο επίθετο whirling. Εάν φυσήξουμε τη σκόνη που κατακάθεται πάνω στις αρχαίες λέξεις, τι ανακαλύπτουμε;

«WHIRLING. 1ον) μεσαιωνικά αγγλικά, whirlen, σκανδιναβικής πιθανότατα καταγωγής, εγγύς του αρχαίου νορβηγικού hvirfla, to whirl, εγγύς του μεσαιωνικού ολλανδικού wirvel, wervel, warvel, μάνταλο πόρτας, μεντεσές, wervellen, γυρνώ, απαντά στα αρχαία γερμανικά ως wirbil, στα αρχαία νορβηγικά ως hvirfill, κύκλος… hverfa, γυρνώ (γύρω από), μεταθέτω με κυκλικές κινήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις ή τυχαία (random). 2ον) Γυρνώ γύρω από έναν άξονα σαν τροχός –γυρνώ απότομα γύρω από ή παράπλευρα– γυρνώ απότομα ένα αντικείμενο γύρω από ή παράπλευρα».90

Ο Οράτιος μάς δίνει να καταλάβουμε ότι ο λόγος του Άμλετ είναι ένας λόγος «γύρω από» ή «παράπλευρα» ως προς… Γύρω από τι και παράπλευρα ως προς τι όμως, εάν όχι την επιθυμία του Άμλετ, η οποία διαλευκαίνει το νόημα των λόγων του και υφαίνει τη στόφα του δράματός του; Να επισημάνουμε εδώ ότι η «τρέλα» του Άμλετ –αυτή τουλάχιστον την οποίαν αφήνει να εννοηθεί μέσα από την ένταση της πολυσημίας των λόγων του– εκφράζεται ξεκάθαρα πολύ νωρίτερα από την αναγγελία της «προσποίησης»: στο απόσπασμα που προηγήθηκε εμφανίζεται ως άμεση συνέπεια του ψυχικού κλονισμού τον οποίον του προκάλεσε η συνάντηση με τον νεκρό βασιλιά. Όσο για τον Γκρην, αυτός προσεγγίζει το ζήτημα ως εξής: «[Ο Άμλετ] επιχειρεί να λύσει την ένταση ανάμεσα στην επιθυμία της επίδειξης και την επιθυμία της απόκρυψης επιδεικνύοντας προκειμένου να αποκρύψει. Αυτό που κάνει όμως […] είναι να αποκαλύπτεται υπερβολικά, ενώ ο στόχος της επιδειξιμανίας του είναι μαζοχιστικός. Υστερική τρέλα».91

Στο σημείο αυτό ας εξετάσουμε μήπως μπορούμε να βρούμε κάτι ανάλογο στα whirling words του προγόνου του Άμλετ, του Αμλέτου του Σέξτου του Γραμματικού, που έκανε την εμφάνισή του γύρω στο 1190.92

Ο Αμλέτος και οι πανουργίες της ψευδοάνοιας

Ο Αμλέτος γνωρίζει ότι ο πατέρας του, ο Ορβεντίλλος [Horwentillus], δολοφονήθηκε από τον ίδιο του τον αδελφό, τον Φένγκο [Fengo]. Επιλέγει λοιπόν να προσποιηθεί ότι είναι τρελός και, για την ασφάλειά του, υιοθετεί την κατάλληλη συμπεριφορά: βρώμικος, αφηρημένος και απαθής, «θα έλεγε κανείς ότι δεν πρόκειται για άνθρωπο, αλλά για ένα θεριό ευτυχισμένο μέσα στον παραλογισμό του».93 Η απάντηση την οποία δίνει σε όσους τον βλέπουν να καταπιάνεται με την προετοιμασία ξύλινων γάντζων στη θράκα είναι ότι κατασκευάζει μυτερά καρφιά για να πάρει εκδίκηση για τον πατέρα του. Επιχειρούν στη συνέχεια να τον παγιδέψουν μέσω μιας γοητευτικής κοπέλας, η οποία έχει στόχο να τον οδηγήσει στο δάσος όπου τον περιμένουν τα πρωτοπαλίκαρα του βασιλιά. Κάποιος τον προειδοποιεί όμως για αυτό το τέχνασμα και «όταν του ζητούν να καβαλήσει το άλογό του αυτός το κάνει αλλά ανάποδα94 […] και το άλογο, καθώς αρχίζει να καλπάζει με τον αναβάτη του να οδηγεί την ουρά του, προσφέρει ένα αξιογέλαστο θέαμα».95 Προκειμένου να αποκαλύψει τις πραγματικές προθέσεις του Αμλέτου, ένας φίλος του βασιλιά Φένγκο (πρόγονος του Πολώνιου) προτείνει στον τελευταίο μια συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο ανάμεσα στον Αμλέτο και τη μητέρα του, την οποία θα κατασκοπεύσει ένας επιτήδεια κρυμμένος κατάσκοπος. Στη διάρκεια της εν λόγω συνομιλίας, ο Αμλέτος διατηρεί τη συνήθη βλακώδη συμπεριφορά του: προσποιείται τον κόκορα, μιμούμενος το κακάρισμά του και κουνώντας τα χέρια του σαν να ήταν οι φτερούγες του, έπειτα ανεβαίνει πάνω σε ένα αχυρένιο στρώμα και αντιλαμβάνεται έναν όγκο κάτω από τα πόδια του: τραβάει το ξίφος του και σκοτώνει τον κατάσκοπο. Εν συνεχεία κόβει το πτώμα σε μικρά κομμάτια, τα οποία μαγειρεύει και τα πετά μέσα στο στόμιο ενός υπονόμου προκειμένου να τα καταβροχθίσουν τα γουρούνια. Όταν ο Φένγκο, επιστρέφοντας από το ταξίδι του, ζητά να μάθει τα νέα του συμβούλου του κανείς δεν ξέρει να του πει… παρά μονάχα ο Αμλέτος, σύμφωνα με τον οποίον ο εν λόγω σύμβουλος «τo ’βάλε για το στόμιο ενός υπονόμου, αλλά έπιασε πάτο και πνίγηκε μέσα σε μια πλημμύρα αποβλήτων, προτού τον κατασπαράξουν τα γουρούνια».96 Αυτά τα λόγια «γελοιοποιήθηκαν απ’ όσους τα άκουσαν καθώς φαινόντουσαν να στερούνται νοήματος· στην πραγματικότητα όμως ήταν μια ρητή ομολογία της αλήθειας».97

Παράπλευρες απαντήσεις, παράπλευρες πράξεις: όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί από αυτή τη σύντομη περίληψη, ο Αμλέτος αποτελεί μια αρχέγονη εκδοχή του πρίγκιπα της Ελσινόρης. Όπως και εκείνος κάνει αντίθετα ή παράπλευρα πράγματα, ακολουθώντας ωστόσο την επιθυμία του, όπως βλέπουμε για παράδειγμα στη χρήση των γάντζων που προαναφέραμε για να ακινητοποιήσει τα πρωτοπαλίκαρα του Φένγκο, προτού βάλει φωτιά στο παλάτι και ανατρέψει τον βασιλιά.98 Ως προς τον φόνο του κατάσκοπου κάτω από τα κλινοσκεπάσματα, αυτός προμηνύει εμφανώς, αν και με λιγότερη καλαισθησία, τον φόνο του Πολώνιου μέσα από την κουρτίνα. Ωστόσο, πέρα από αυτούς τους παραλληλισμούς, ανάμεσα στις συλλήψεις των δύο χαρακτήρων υπάρχει ένα χάσμα εξίσου μεγάλο με αυτό το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς ανάμεσα στις αναπαραστάσεις οι οποίες αντανακλούν μια συγκεκριμένη μορφή τρέλας και την κλινική εικόνα που περιέγραψε ο Γκάνσερ.99 Η εν λόγω απόσταση δεν λειτουργεί μολοταύτα εις βάρος της εγγύτητάς τους. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς η συνάντηση της κλινικής με την αρχαία φιλολογία εισάγει τη δυνατότητα μιας αμοιβαίας υποστήριξης, η οποία διαφαίνεται καθαρά και από τις δύο πλευρές.

Παρ’ όλο που ο Άμλετ παρουσιάζει, μέσα από τις ποικίλες λογοτεχνικές μεταμορφώσεις του, μια συνέχεια ως προς τη συμπεριφορά του, η οποία μας επιτρέπει να αποφανθούμε υπέρ μιας διάγνωσης συνδρόμου Γκάνσερ, μας φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να υποστηρίξουμε την υπόθεση μιας διπλής ψύχωσης, έτσι όπως αυτή προτάθηκε από τους Στερν και Γουάιλς. Η χρήση μιας πολιτισμικής παράδοσης δεν είναι αυτή καθαυτή κατακριτέα: ο Τζόουνς, ο Φρόιντ και πολλοί άλλοι ακολούθησαν, όπως είδαμε, την ίδια πορεία προκειμένου να διαφωτίσουν τις αντίστοιχες θεωρίες τους περί νεύρωσης. Το ύποπτο στοιχείο στην εργασία των δύο οπαδών του Μπλόυλερ έγκειται ωστόσο στο γεγονός ότι θέλησαν να κατασκευάσουν μια προϊστορία της σχιζοφρένειας –και να της δώσουν μια σχετική νομιμοποίηση μέσα από μια πολιτισμική μορφή– ανατρέχοντας σε μια λογική της ταυτότητας: σύνδρομο Γκάνσερ = ψύχωση, Άμλετ = διπλή ψύχωση. Ελπίζουμε να καταδείξαμε τους λόγους για τους οποίους μια τέτοια σύλληψη μάς φαίνεται ολωσδιόλου απορριπτέα.

Ο Άμλετ δεν ανήκει στην κατηγορία των πραγματικών τραγωδιών,100 στις οποίες ο ήρωας ενεργεί σχεδόν άθελα του, πρόκειται περισσότερο για ένα είδος μπαρόκ ουράνιου τόξου βαμμένο με χρώματα ενός λυκοφωτικού ονείρου, με κάθε λέξη, ήχο και γράμμα να έχει τη σημασία του.

Ο λυκοφωτικός κόσμος είναι αυτός του πένθους – πράγματι ο Άμλετ υποστηρίζει ένα είδος ηθικής του πένθους,101 υποφέρει διότι δεν προλαβαίνει να πενθήσει, η μητέρα του παντρεύεται, η Οφηλία τον προδίδει παρά το γράμμα του και ο Πολώνιος, ως ύπουλος κατάσκοπος, έχει το τέλος που του αξίζει. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως όλοι αυτοί οι παράγοντες κάνουν ακόμα πιο έντονο το μαρτύριο του. Ο Φρόιντ θεωρούσε πως έπειτα από μια περίοδο πένθους, η λίμπιντο επανέρχεται στην προηγούμενη της κατάσταση, όμως ο Σαίξπηρ γνώριζε καλά πως αυτό δεν ισχύει.

Σε αυτό το κείμενο επιχειρήσαμε να προσεγγίσουμε τον Άμλετ ως ένα είδος αντίληψης του εαυτού ως διχασμένου, ο σαιξπηρικός ήρωας «ακούει» άθελα του τα ίδια του τα λόγια, αλλά και αυτά του κόσμου που τον περιβάλλει – ενός εχθρικού κόσμου βασιλοκτονίας και αδελφοκτονίας που σχεδιάζει να τον εξολοθρεύσει λόγω της φύσης της ασυνείδητης γνώσης του. Η δύσκολη αυτή γνώση που ο Άμλετ κουβαλά υπονοεί την αντίληψη της γλώσσας ως μια πρώτη ύλη, την οποία μπορούμε να σφυρηλατήσουμε και να καλουπώσουμε όπως επιθυμούμε. Προσπαθήσαμε επίσης να δείξουμε πως οι γκανζερικού τύπου απαντήσεις του Άμλετ αποτελούν στην πραγματικότητα μια προσπάθεια του τελευταίου να προστατεύσει την «αλήθειά» του από χαρακτήρες όπως ο Ροζενκραντς, οι οποίοι προσπαθούν να τον εμπαίξουν. Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε πως ο Άμλετ παραμένει ένα είδος ελεύθερου παράγοντα, ο οποίος ακολουθεί τις δικές του επιλογές, είναι μοντέρνος υπό την έννοια ότι κάθε πιθανή κατεύθυνση είναι είτε απεχθής, είτε επικίνδυνη, είτε και τα δυο μαζί. Μέσα στις τέσσερις πρώτες πράξεις, ο Άμλετ «χορεύει» μεταξύ λογοπαιγνίων και αμφισημίας… αναρωτιόμαστε πράγματι ποιες λέξεις ο βάρδος δεν παραποίησε μέσα σε αυτούς τους στίχους. Είναι για μας προφανές πως ο Σαίξπηρ δούλευε μέσα στο πλαίσιο μιας ασυνείδητης λογικής και σε καμία περίπτωση εναντίον της, σε τέτοιο βαθμό ώστε μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το φροϋδικό υποκείμενο είναι στην πραγματικότητα σαιξπηρικό, είτε το θέλουμε είτε όχι. Όταν ο Πολώνιος εξηγεί πως ο τρόπος για να φτάσει κανείς στην αλήθεια του Άμλετ είναι έμμεσος με στόχο την αμεσότητα, θα λέγαμε πως βρίσκεται δυο βήματα πριν την ανακάλυψη των ελευθέρων συνειρμών!

Ο Λακάν, όπως και πολλοί άλλοι του «γαλλικού σμήνους» (Μπλουμ), φαίνεται να παρερμηνεύει το λογοπαίγνιο του Άμλετ σε ερώτηση σχετικά με το σώμα ως «σχιζοφρενικές δηλώσεις», παρόλο που για την προετοιμασία του σεμιναρίου του χρησιμοποίησε τη μελέτη του Ντόβερ Γουίλσον στην αγγλική της εκδοχή. Ο βασιλιάς είναι πλέον όντως κάτι από το τίποτα, εφόσον, ως φάντασμα, είναι άυλος. Ο Λακάν δεν συνειδητοποιεί το σαιξπηρικό εύρημα του νεκρού πατέρα ως συμβολικού πατέρα, ίσως λόγω βιασύνης ή δυσκολίας με τη γλώσσα.

Πέρα από τη λεπτομερή αναφορά μας στη σχεδόν κωμική μελέτη των Στερν και Γουάιλς, ο αναγνώστης θα βρει χωρίς μεγάλη δυσκολία πληθώρα αναφορών σε ψυχωσικούς Άμλετ. Ο Σαίξπηρ πράγματι βασίστηκε στην έκδοση του 1586 της πρωτοποριακής δουλειάς του Μπράιτ [T. Bright] πάνω στη μελαγχολία,102 χρησιμοποιώντας τηv όμως με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε φράση γίνεται τελικά δική του, όπως μας δείχνει ξεκάθαρα ο Ντόβερ Γουίλσον. Βασικό μέλημα του Σαίξπηρ ήταν η μελέτη της λύπης και του πένθους και όχι αναγκαστικά η ψύχωση. Μέσα από το σαιξπηρικό κείμενο γίνεται φανερό πως ο δημιουργός του είχε πλήρη συνείδηση του ότι η συμβολική σφαίρα (η γλώσσα) δεν καλύπτει εντελώς τον κόσμο ή το αντικείμενο, είμαστε ατελείς, και έτσι οι λέξεις συνεχίζουν να κυλούν ακατάπαυστα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Joyce Freire « Hamlet, Œdipe de la modernité », Cliniques méditerranéennes 1/2002 (no 65), p. 221-237. URL: www.cairn.info/revue-cliniques-mediterraneennees-202-1page-221.htm

2  Harold Bloom, The Western Canon, New York, Harcourt Brace, 1994 και επίσης του ιδίου, Shakespeare; The Invention of the Human, New York, Riverhead, 1998.

3  Michaud H., Les revenants de la mémoire, Freud & Shakespeare, Paris, PUF, 2011.

4  Wilson J. D., What happens in Hamlet,[1935], τρίτη έκδοση 1951, επανέκδοση, 1995, Cambridge, Cambridge University Press,(γαλλική μετάφραση από τον Dominique Goy-Blanquet, Pour comprendre Hamlet, Paris, Aubier, 1988,). The new Shakespeare Hamlet, υπό την επιμέλεια του J. D. Wilson, Cambridge, Cambridge University Press, 1934. Αναφερόμαστε κυρίως στη δεύτερη έκδοση, η οποία κυκλοφόρησε το 1936.

5  Ray I., Contributions to Mental Pathology, Boston, Little, Brown & Company, 1873, reprint, Scholars’ facsimiles & reprints, Delmar (USA), 1973.

6  Στο ίδιο, σελ. 483

7  Στο ίδιο. σελ. 482, Ο Ρέι αναφέρεται στο βιβλίο του δόκτορος Μπάκνιλ [Bucknil] με τίτλο The psychology of Shakespeare (1859), καθώς και σε άλλες μελέτες που εκδόθηκαν μετά τη δική του το 1847. Ένας προσεκτικός αναγνώστης θα μπορούσε να καταλογίσει μια κάποια περιαυτολογία στον Ray –παρατήρηση σωστή, η οποία όμως αντισταθμίζεται από το γεγονός πως ο συγκεκριμένος τυγχάνει ένας από τους πιο σημαντικούς βόρειο-αμερικανούς ψυχοπαθολόγους του αιώνα του. Η κριτική του σε σχέση με την κατάχρηση ασυλιακών στατιστικών αξίζει σήμερα μια πιο προσεκτική ανάγνωση.

8  Wilson J. D., Introduction to New Shakespeare Hamlet, ό.π., σελ. XXXV.

9  Στο ίδιο, σελ XXXVIII.

10  Στο ίδιο, σελ XXXIX-XL.

11  Στο ίδιο, σελ XL1.

12  Lavater L., Of Ghosts and Spirits Walking By Night, (1572), Shakespeare Association, Oxford, 1929, Edited by J. D. Wilson & M. Yardley.

13  Stern E. S. και Whiles W. H., «Three Ganser States and Hamlet», στο Journal of Mental Science, 1942, τ. 88, σ. 134.

14  Dover Wilson, ειδικός στον Σαίξπηρ.

15  Προκειμένου να παραμείνουμε εντός του αυστηρού πλαισίου που ορίζει ο σκοπός μας περιορίσαμε την επιλογή των σχολιαστών, αν και ο πειρασμός να αυξήσουμε τον αριθμό τους υπήρξε μεγάλος.

16  David F. Allen, Σ. Καμπουγέρη (2010). Σύνδρομο Ganser, μια ιδιαίτερη μορφή διάσπασης του υποκειμένου, Σύναψις, 16,16-27.

17  Ganser S.J.M. (1898): Uber einen eigenartigen hysterichen Dämmerzustand, στο Archive für Psychiatrie, XXX (εισήγηση της 23ης Οκτωβρίου 1897), σ. 633- 640.

18  Stern και Whiles, «The notion of a twilight state remains foreign to us», ό .π., σ. 134.

19  Webster’s Third New International Dictionary, Merriam, Μασαχουσέτη 1969, σ. 889.

20  Stern και Whiles, ό .π., σ. 134.

21  Laing R.D., «An instance of the Ganser Syndrome», στο Journal of the Royal Army Medical Corps, τ. LXXXXIX, σ. 169- 172, γαλλική μτφρ. Postel J., La psychiatrie, Larousse, Παρίσι 1994, σ. 761- 764.

22  Stern και Whiles, ό .π., σ. 134.

23  (Σ.τ.Μ.) Οι παραπομπές αφορούν στη μετάφραση του σαιξπηρικού έργου από τον Γιώργο Χειμωνά. Η λατινική αρίθμηση αντιστοιχεί στην πράξη και τη σκηνή του έργου, ενώ ο αραβικός αριθμός υποδεικνύει την αντίστοιχη σελίδα της ελληνικής έκδοσης. Βλ. σχετικά Ουίλλιαμ Σαιξπήρ, Άμλετ, μτφρ. Γ. Χειμωνάς, Κέδρος, Αθήνα 1988.

24  Crooked σημαίνει επίσης και εγκληματικός, ανέντιμος κ.ο.κ. Και σε αυτό το σημείο η αγγλική γλώσσα αφήνει περιθώριο επιλογής – πρωθύστερες απαντήσεις, σύνδρομο του Balderdash κ.λπ.

25  Για να το θέσουμε διαφορετικά, δεν έχουμε να κάνουμε σε καμία περίπτωση με μια λογική της ταυτότητας. Το γεγονός ότι δύο λέξεις αρχίζουν από το σύμφωνο h και το φωνήεν α δε σημαίνει απαραίτητα ότι ανήκουν στην ίδια λογική κατηγορία.

26  Stern και Whiles, ό.π., σ. 139.

27  Έκθεση της Επιτροπής εξέτασης των οφειλομένων σε βομβαρδισμό νευρικών κλονισμών του Υπουργείου Πολέμου [1922], στο Barham Peter, Schizophrenia and Human Value, Basil Blackwell, 2η έκδοση, Οξφόρδη και Νέα Υόρκη 1986, σ. 43.

28  O Γκάνσερ [Ganser] από τη Δρέσδη δεν είναι ένας μεγάλος θεωρητικός της τάξης του Φρόιντ, του Μινκόφσκι [Minkowski] ή του Λακάν. Ο βαθμός παραποίησης του έργου του δίνει ωστόσο μια αναδρομική σημασία στο μικρό σύνδρομο που φέρει το όνομά του.

29  Σχηματικά, εάν απορρίψουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις, καθώς και τις λυκοφωτικές διαταραχές, δυσκολευόμαστε να υποστηρίξουμε την υπνοειδή κατάσταση (état hypnoïde), την υστερική εναντίωση στην επιθυμία (contre-volonté) και τη φροϋδική θέση έτσι όπως τη βρίσκουμε στις «Μελέτες…» της περιόδου 1983-1985.

30  Εν συνεχεία (γύρω στο 1910-1914, σύμφωνα με τον Λακάν) ενσωματώθηκε στο κυρίως κείμενο.

31  Οι Στερν και Γουάιλς δεν κάνουν καμία αναφορά ούτε στο συγκεκριμένο απόσπασμα ούτε στο έργο του Φρόιντ.

32  Πρβλ. επίσης την ακόλουθη παρατήρηση: «Είναι προφανές ότι στην υστερία και στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση η απώθηση αφορά στη σεξουαλική λειτουργία». Freud S. (1915), Vue d’ensemble des névroses de transfert, μτφρ. P. Lacoste, Gallimard, Παρίσι 1985, σ. 24.

33  Freud S. (1899- 1900), L’interprétation des rêves, μτφρ. I. Meyerson, PUF, Παρίσι 1980, σ. 230- 231 (ελληνική έκδοση: Σ. Φρόιντ, Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Επίκουρος, Αθήνα 1993, σ. 240- 241).

34  Starobinski J., Πρόλογος στη γαλλική έκδοση του Jones E., Hamlet et Œdipe, Gallimard, Παρίσι 1967, σ. VIII και X- XI.

35  Στο άρθρο του «La souffrance du héros tragique» (Cahiers Charles V, τεύχος 11, 1989, σ. 75- 89), ο Ιβόν Μπρέ [Yvon Brès] αναπτύσσει μια κριτική γύρω από μια αποκομμένη από μια πραγματική κατανόηση του ψυχικού πόνου ψυχανάλυση. Πιο συγκεκριμένα γράφει: «…παρά τα όσα λέγονται συνήθως, η ψυχανάλυση και η τραγωδία συνδέονται λιγότερο επί τη βάση της κοινής εξέτασης των σχέσεων της επιθυμίας και του νόμου υπό την οιδιπόδεια μορφή τους και περισσότερο στον βαθμό που αναλαμβάνουν και οι δύο το καθήκον της «διαχείρισης» ενός πρωταρχικού ψυχικού πόνου, ο οποίος αποτελεί για τον άνθρωπο την απαρχή κάθε ψυχικού πόνου, κάθε ευχαρίστησης και κάθε ευτυχίας. Αν και πιο μοντέρνα και διαθέτουσα μια πρωτότυπη τεχνική, η ψυχανάλυση είναι τελικά πιθανόν λιγότερο καλά οπλισμένη από την τραγωδία, η οποία μετέρχεται τη μουσική, την ποίηση και τη μηχανορραφία. Ο Φρόιντ έχει ωστόσο απόλυτη συνείδηση του δεσμού που ενώνει την ψυχανάλυση με τις αισθητικές επιταγές».

36  Η θεωρητική ανάπτυξη που κρύβεται πίσω από την αντικατάσταση των όρων συμπύκνωση και μετάθεση από τους όρους μεταφορά και μετωνυμία, για παράδειγμα, οφείλεται σε αυτήν. Βλ. σχετικά, Ella Freeman Sharpe, Dream analysis, Hogarth Press, Λονδίνο 1937.

37  International Journal of Psychoanalysis, τόμος X, 1929, επαναδημοσιευμένο στο Jones E., Hamlet et Œdipe, ό.π., σ. 173- 188, καθώς και στο μεταθανάτιο έργο της Collected papers on psycho- analysis, Hogarth Press, Λονδίνο 1950, σ. 203- 213.

38  Hamlet and Oedipus, Hogarth Press, Λονδίνο 1949.

39  A. Green, Hamlet et Hamlet, Balland, Παρίσι 1982.

40  Στόχος μας δεν αποτελεί η παράθεση μιας εξαντλητικής βιβλιογραφίας των σχολιαστών του Άμλετ, αλλά η αντιπαραβολή της θέσης των Στερν και Γουάιλς και ορισμένων άλλων σημαντικών έργων.

41  Προκειμένου να μείνουμε πιστοί στη χρονολογική έκθεσή μας, θα οφείλαμε να αναφερθούμε αρχικά στον Έρνεστ Τζόουνς. Θα επιστρέψουμε ωστόσο εν συνεχεία σε αυτόν όταν θα εξετάσουμε το έργο του.

42  Και η Σαρπ όμως απορρίπτει την ιδέα μιας έκπτωσης της ψυχικής ενέργειας όσον αφορά στον Άμλετ, πράγμα που φαίνεται να επιβεβαιώνει την τοποθέτηση του Σταρομπίνσκι που προαναφέραμε.

43  Sharpe E. F., L’impatience…, στο JONES E., ό.π., μτφρ. Anne-Marie LE GALL, σ. 174.

44  Στο ίδιο, σ. 175.

45  Shakespeare, Άμλετ, ό.π., ΙΙ, ΙΙ, 72.

46  Sharpe E. F., ό.π., σ. 175.

47  Στο ίδιο.

48  Στο ίδιο, σ. 176.

49  Το δεύτερο τρίγωνο γίνεται αντιληπτό από τον θεατή ως συνέχεια και υπέρβαση του πρώτου.

50  Στο ίδιο.

51  Στο ίδιο, σ. 177.

52  Στο ίδιο.

53  Στο βαθμό που η «ανυπομονησία» παίζει τον ρόλο της κινητήριας δύναμης μέσα στο έργο, ο θάνατος του Πολώνιου πρέπει να ερμηνευθεί ως μια πράξη που εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς την προοπτική. Ας αναλογιστούμε την κατάσταση: ο Άμλετ κατορθώνει να κατηγορήσει, μέσα από τη θεατρική παράσταση, τον Κλαύδιο για τον φόνο του αδερφού του. Μπροστά στην αβάσταχτη προφάνεια της κατηγορίας ο Κλαύδιος προδίδεται (Κλαύδιος: «Ένα φως. Φως. Μακρυά!» [ΙΙΙ, ΙΙ, 107]). Ο βασιλιάς σχεδιάζει να «ξαποστείλει» τον Άμλετ στην Αγγλία. Ο Άμλετ βρίσκεται στο υπνοδωμάτιο της μητέρας του τη στιγμή που ο Πολώνιος κρύβεται, ως παρατηρητής και συνάμα ως εκπρόσωπος της επιστήμης, πίσω από το χαλί. Ο Άμλετ ζητά από τη μητέρα του να κοιτάξει μέσα στην ψυχή της σαν να κοιταζόταν σε καθρέφτη (ΙΙΙ, IV, 120). Η βασίλισσα τρομάζει και βάζει τις φωνές (ΙΙΙ, IV, 120). Ο Πολώνιος μιλά πίσω από το χαλί. «Άμλετ: Τι είναι; Ένας ποντικός. Ψόφα λοιπόν. Ψόφα. (σκοτώνει τον Πολώνιο μέσα από το χαλί). Πολώνιος: (πίσω από το χαλί) Με σφάζουν! Γερτρούδη: Θεέ μου. Τι έκανες! Άμλετ: Τι; Ο βασιλιάς ήταν;» (ΙΙΙ, IV, 120). Πρόκειται βεβαίως για έναν πατέρα που πέφτει νεκρός ως αποτέλεσμα της άγνοιας του Άμλετ· ένας πιθανός πατριός πεθαίνει στη θέση ενός θείου που έγινε πατριός… Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια «παράπλευρη» πράξη η οποία δεν είναι ωστόσο ψυχωτική.

54  Sharpe E. F., «L’impatience… », ό.π., σ. 177.

55  Sharpe E. F., « The impatience…», στο Collected Papers on psycho-analysis, ό.π., σ. 208.

56  Στο ίδιο, σ. 209.

57  Sharpe E. F., «L’impatience… », ό.π., σ. 182- 183. Ευνουχιστής του πατριού του, για να είμαστε πιο ακριβείς.

58  Στο ίδιο, σ. 187.

59  «…ο χαρακτήρας [του Άμλετ] έχει το δίχως άλλο να κάνει με τους κοινούς πρωταρχικούς νόμους της φύσης μας». Coleridge S.T., Lectures and notes on Shakespeare, Oxford University Press, Λονδίνο 1931, σ. 176 (δική μας υπογράμμιση).

60  Στο ίδιο, σ. 177.

61  Jones E., Hamlet et Oedipe, ό.π., σ. 45.

62  Στο ίδιο, σ. 61.

63  Δυσκολευόμαστε να ακολουθήσουμε τον Τζόουνς σε αυτό το σημείο καθώς, στο βαθμό που είναι ο Λαέρτης που προβάλλει ως το μέσο του θανάτου του Άμλετ, αυτό γίνεται διότι είναι απαρηγόρητος όχι μονάχα για την απώλεια του Πολώνιου, του πατέρα του, αλλά και για εκείνη της αδερφής του, της Οφηλίας. Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι ο Άμλετ δεν πεθαίνει εξαιτίας των αναβλητικοτήτων του –πράγμα που θα συνιστούσε μια φροϋδική αναδιατύπωση της θέσης του Κολριντζ–, αλλά εξαιτίας του παράπλευρου της επιθυμίας του. Πληρώνει τον φόνο του Πολώνιου, του ποντικού που κρύβεται πίσω από το χαλί, καθώς και την άγνοιά του όσον αφορά στην επιθυμία του –I know not. Οι παράπλευρες πράξεις και τα παράπλευρα λόγια του υποδεικνύουν μέσα στο κείμενο μια απαγόρευση που ωθεί την επιθυμία παραπλεύρως. Αυτή είναι η πορεία που ακολουθεί ο αφανισμός του Άμλετ. Συγχέει, με άλλα λόγια, τον δυνητικό πατριό του με τον πραγματικό πατριό του… Δεν είναι παρά η απαγόρευση που σφραγίζει την επιθυμία του υστερικού που δύναται να εξηγήσει αυτή τη μεγαλειώδη εναντίωση στην επιθυμία (contre-volonté).

64  Στο ίδιο, σ. 89.

65  Jones E., « Note sur l’interprétation d’Hamlet », στο Hamlet et Œdipe, ό.π., σ. 163.

66  Στο ίδιο.

67  «Τι θέλετε να πείτε; ρωτά ξαφνικά με δυσπιστία ο Yossarian. Δεν πεθαίνω. –Μα και βέβαια, όλοι μας πεθαίνουμε. Τι τέλος θα έχουν νομίζετε όλες οι περιπέτειες μας;». Heller J., Catch 22, Grasset, Παρίσι 1985, σ. 213.

68  «…Αυτή την πράξη που περιμένει να εκτελεστεί, θα την κατορθώσει», αναφέρει ο Λακάν στο μάθημα της 4ης Μαρτίου του 1959. Φράση που αναδιατυπώνεται ως «ο Άμλετ κατορθώνει να φέρει σε πέρας την πράξη του», στις 11 Μαρτίου του ίδιου χρόνου. Βλ. Lacan J., « Hamlet », στο Ornicar, ό.π., τεύχος 24, 1981, σ. 16 και 24 (απόδοση κειμένου J. A. Miller).

69  Στο ίδιο, σ. 31.

70  Ο Άμλετ γνωρίζει καλά τις αντρικές υποθέσεις – δεν αγνοεί ωστόσο ότι και οι γυναίκες μπορούν να επιθυμήσουν μέχρι θανάτου… Παρά τη γενική έμφαση (Jones) στην επιθυμία που αφορά στη μητέρα, ο Άμλετ θέτει επιπλέον το ερώτημα μιας γυναικείας επιθυμίας που θα άφηνε τους άνδρες άφωνους. Τη στιγμή που ο Άμλετ αναφωνεί «Get thee to a nunnery» («Να πας σε μοναστήρι»), μαρτυρά τη σχέση του με μια άλλη επιθυμία.

71  Ornicar, ό.π., σ. 15.

72  «…είναι ύψιστης σημασίας το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο πατέρας που γνωρίζει και που έρχεται να το πει». Στο ίδιο, σ. 13.

73  Στο ίδιο, σ. 16.

74  Στο ίδιο.

75  Στο ίδιο, σ. 17.

76  Στο ίδιο, σ. 14.

77  Lacan J., Le Séminaire. Livre VI. Le désir et son interprétation, αδημοσίευτο σεμινάριο, 1958- 1959.

78  Στο ίδιο, σ.244-245.

79  Σύμφωνα με τον Λακάν, ο Άμλετ εξαρτάται από «τον χρόνο του άλλου».

80  Στο ίδιο, σ.264.

81  Σύμφωνα με ένα αγγλικό ρητό, όταν φωνάζει ο ποντικός καλεί τον θάνατο. Η σημασιολογική εξέλιξη του εν λόγω ρητού είχε ως αποτέλεσμα τη χρήση στα μοντέρνα αγγλικά του ρήματος to rat, το οποίο σημαίνει στην αργκό την παροχή πληροφοριών στην αστυνομία. Εξ ου και ο προφανής για τον άγγλο θεατή υπαινιγμός όσον αφορά στον τρόπο θανάτου του Πολώνιου.

82  Άμλετ, ΙΙΙ, IV, 121.

83  Στο ίδιο, IV, II.

84  Lacan J., Le désir et son interprétation, μάθημα της 11ης Μαρτίου 1959, στο Ornicar, ό.π., σ. 30.

85  Δεν έχει περάσει πολύ ώρα από την εμφάνιση του φαντάσματος [ΙΙΙ, IV, 124 : «Μονάχα γι’ αυτό ξαναήρθα Για να τεντώσεις πάλι την ορμή σου που χαλάρωσε)]. Η φωνή του πατέρα δεν αναφέρεται στον θάνατο του Πολώνιου, αλλά ενθαρρύνει τον Άμλετ να εκπληρώσει το καθήκον του. Ο Άμλετ βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα στην επιθυμία του πατέρα του, αντιμέτωπος με το βίαιο Υπερεγώ για το οποίο μας μιλά η Σαρπ.

86  Βλ. σχετικά IV, III, 135-136: «Κλαύδιος: Πού είναι ο Πολώνιος; Άμλετ: Στον ουρανό. Στείλε κάποιον ν’ ανέβει ως εκεί Κι αν δεν τον βρει, μην ανησυχήσεις. Εσύ ο ίδιος θα τον βρεις όταν θα πας στην αντίθετη μεριά που είναι χαμηλότερα». Γίνεται εδώ καταφανές ότι στο μυαλό του Άμλετ ο Πολώνιος δεν έχει καταδικαστεί να περιπλανιέται σαν φάντασμα ανάμεσα στους δύο κόσμους.

87  Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε –στην προοπτική ενός λυκοφωτικού συνδρόμου – είναι να εντοπίσουμε την ένταση πάνω στην οποία στηρίζεται η αμφιλογία του Άμλετ. Ο Άμλετ βρίσκεται μέσα στον θάνατο και τον αγώνα ενάντια σε αυτό το δράμα. Η ψυχική του πραγματικότητα βρίσκεται παράπλευρα από την προσποίηση των προσχημάτων που καλύπτει το έγκλημα που του αποκαλύφθηκε. Αυτός είναι ο λόγος που η επιθυμία του διαστρεβλώνει τα λόγια του άλλου, προκειμένου να μην χάσει τον ειρμό της υποκειμενικότητάς του.

88  Ι, V, 44-47.

89  O Αντρέ Γκρην (ό.π., σ. 232) διευκρινίζει ότι «είναι μονάχα μετά τη συνάντησή του με το φάντασμα που ο Άμλετ αποφασίζει να προσποιηθεί την τρέλα». Η εν λόγω «απόφαση» [«Ποτέ Στον θεό που πιστεύετε, όταν με δείτε να είμαι παράξενος κι οι τρόποι μου ανεξήγητοι Και στο εξής συχνά θα πρέπει να είμαι παράξενος και οι τρόποι μου αφύσικοι…»), Ι, V, 51] έπεται ωστόσο της διαπίστωσης των «whirling words» (του παραλογισμού του Άμλετ) εκ μέρους του Οράτιου (Ι, V, 49).

90  Webster’s Third New Edition International Dictionary, ό.π., σ. 2065 (δική μας υπογράμμιση). To whirl around μπορεί να μεταφραστεί ως στροβιλίζομαι, περιστρέφομαι· whirlwind σημαίνει ανεμοστρόβιλος, ενώ η λέξη whirl παραπέμπει σε μια χαοτική ή διαταραγμένη ψυχική κατάσταση.

91  A. Green, ό.π., σ. 232.

92  Πρόκειται για μια αυθαίρετη ημερομηνία, η οποία στηρίζεται στην ιδέα ότι η συγκεκριμένη ιστορία γράφτηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και λίγο μετά τη συγγραφή μιας παρόμοιας ιστορίας από έναν σύγχρονο, αν και μεγαλύτερο σε ηλικία, του Saxo, τον Sueno Aggonis (Svend Aageson), τα σύντομα χρονικά του οποίου εκδόθηκαν στα λατινικά γύρω στο 1185. Βλ. Joseph Satin, Shakespeare and his sources, Houghton Mifflin, Βοστόνη 1966, σ. 385, υποσημείωση 1. Βλ. επίσης Amlethus, μτφρ. Jean- Pierre Troadec, κεφάλαιο VI- βιβλίο ΙΙΙ και κεφάλαια Ι και ΙΙ- βιβλίο ΙV των Gesta Danorum του Saxo Grammaticus (έκδοση του 1931 σε επιμέλεια του Jorgen Olrik και Hans Reader, Folle Avoine 1990).

93  Saxo Grammaticus, Amlethus, γαλλική μετάφραση, ό.π., σ. 19.

94  Στο ίδιο, αγγλική μετάφραση, σ. 387.

95  Στο ίδιο.

96  Στο ίδιο, σ. 390.

97  Στο ίδιο. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε αναφορικά με τον Αμλέτο ότι ακριβώς είπε και ο Αντρέ Γκρην για τον Άμλετ: «Η τρέλα είναι το τέχνασμα μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται, γεμίζοντας ανησυχία τους εχθρούς του, καθώς αυτοί δεν μπορούν να αποφασίσουν εάν γνωρίζει, τι γνωρίζει και μέχρι που γνωρίζει. Μετέρχεται τα μέσα του σημασιολογικού επαμφοτερισμού». Green Α., Hamlet et Hamlet, ό.π., σ. 232.

98  Gesta Danorum, ό.π., σ. 393- 395 (σ. 32 της γαλλικής έκδοσης).

99  Βλ. σχετικά Ganser S. J. M., «État particulier d’hystérie crépusculaire», στο Postel J., La psychiatrie, Larousse, Παρίσι 1994, σ. 371-378.

100  Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μια μελέτη του ίδιου του θεάτρου ή της φύσης της απώλειας, μια ψυχολογική πραγματεία του ασύνδετου χρόνου ή μιας κωμωδίας με ετοιμόλογους νεκροθάφτες. Σαν τον Μακβέθ, πρόκειται επίσης για μια μελέτη της έννοιας του φαλλού και των αμαρτημάτων που έρχονται ως αποτέλεσμα της δίψας για εξουσία. Κατά μια έννοια, οι τέσσερις πρώτες πράξεις απεικονίζουν τον αγώνα και τον πνευματικό θάνατο του Άμλετ. Μετά την πειρατική σκηνή, ο ήρωας μας αλλάζει ριζικά, με τέτοιο τρόπο ώστε η περίτεχνη αμφιλογία τον εγκαταλείπει εν μέρει και περνά κυρίως στον νεκροθάφτη…

101  Βλ. Jean Allouch, Erotique du deuil au temps de la mort sèche, Paris, EPEL, 1995 pp. 165-265.

102  Bright T., (1586) Traité de la mélancolie, Grenoble Millon, 1996.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.