Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]

Φαινομενολογία και Ψυχιατρική Του George Lantéri-Laura

Συνέντευξη του George Lantéri-Laura (1930-2004) στον Yoram Mouchenik. Ο Υoram Mouchenik είναι Κλινικός Ψυχολόγος και Διδάκτορας της Ανθρωπολογίας

Μετάφραση: Δανιέλλα Αγγελή
[Κλινική Ψυχολόγος – Αθήνα]

Η Σύναψις έχει δημοσιεύσει κείμενα του G. Lanteri-Laura στα τεύχη 3, 4 (2006-2007) & 8 (2008)

Yoram Mouchenik: Υποστηρίζετε με ιδιαίτερο τρόπο τη συμπόρευση της ψυχιατρικής με τη φιλοσοφία και την ιστορία. Πώς δομήθηκε η δική σας πορεία;

Georges Lantéri-Laura: Ήθελα να κάνω σπουδές ιατρικής, μετά ψυχιατρικής, με τη σκέψη, στην οποία και επανήλθα, ότι θα έβρισκα έτσι ένα μέσο να κατανοήσω τον ανθρώπινο νου και να ασκήσω ένα επάγγελμα. Ξεκίνησα στην Aix-en-Provence με ένα πτυχίο βασικών σπουδών στη Φιλοσοφία και συνέχισα με την Ιατρική στο Παρίσι. Εκεί μπόρεσα να αρχίσω την ειδίκευσή μου στην ψυχιατρική ως εσωτερικός βοηθός και, παράλληλα, να εκπονήσω την κύρια διδακτορική μου διατριβή, καθώς και μια συμπληρωματική διατριβή στη φιλολογία, στη Σορβόννη. Την πρώτη με τον J. Hyppolite, τη δεύτερη με τον Georges Canguilhem.

Υ. Μ.: Είναι δηλαδή μια πορεία πολύ ιδιαίτερη, σε σχέση με τους συναδέλφους σας ψυχιάτρους.

G. L.-L.: Ναι, αν και πολλοί από αυτούς ενδιαφέρθηκαν επίσης για τη φιλοσοφία. Μετά την ειδίκευσή μου, κατείχα για τέσσερα χρόνια μια θέση βοηθού στη Saint-Anne, στην Κλινική του G. Daumézon που ήταν πολύ συνδεδεμένος με τον G. Gusdorf –καθηγητή τότε φιλοσοφίας και επιστημολογίας στο Στρασβούργο –, γι’ αυτό και, μόλις ο D. Anzieu εξελέγη καθηγητής στη Nanterre, τον διαδέχθηκα στη θέση της Ψυχολογίας στο τμήμα της Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου. Ο μόνος μου ανταγωνιστής, με πολύ περισσότερους τίτλους από εμένα, ήταν ο E. Ortigues, που εργαζόταν τότε στο Dakar. Όμως, δεν έκανε τις συνήθεις σε τέτοιες περιπτώσεις «επισκέψεις», εξ ου και η αποτυχία του. Σύντομα μου δόθηκε μια θέση διευθυντή στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Stéphansfeld, το 1966, μετά στο Charenton, το 1969. Και το 1972, χάρις στον C. Lévi-Strauss και στον H. Hécaen, διορίσθηκα καθηγητής στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS), όπου δίδαξα ιστορία της Ψυχιατρικής για πολύ καιρό.

Y. M.: Δουλέψατε με τον G. Daumézon;

G. L.-L.: Μαθήτευσα στην Κλινική του το 1958-1959 κι έγινα κατόπιν συνεργάτης του, από το 1960 έως το 1964. Κρατώ μια εξαίρετη ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια. Την εποχή που γνωριστήκαμε, έπαιρνε κιόλας τις αποστάσεις του από την ιδρυματική θεραπεία, της οποίας υπήρξε ένας εκ των δημιουργών της, ενώ ως γιατρός-διευθυντής στο Fleury-les-Aubrais άρχιζε να ενδιαφέρεται κυρίως για την ψυχιατρική σημειολογία, που έγινε έτσι και για μένα το μείζον κέντρο του ενδιαφέροντός μου, μαζί με την παθολογία της γλώσσας και την ιστορία της ψυχιατρικής. Τα εξωτερικά ιατρεία της Saint-Anne, που δημιουργήθηκαν το 1867 και τα οποία λάμπρυνε με το έργο του ο V. Magnan, δέχονταν κάθε μέρα καμιά εικοσαριά ασθενείς, εκ των οποίων κάποιοι έβγαιναν γρήγορα και κάποιοι άλλοι κατανέμονταν στα διάφορα ψυχιατρικά νοσοκομεία των Παρισίων. Ήταν ένας ιδανικός χώρος για τη μελέτη της σημειολογίας, μιας και μπορούσε κανείς να δει όλες τις όψεις της ψυχικής παθολογίας. Ο G. Daumézon μπόρεσε να τα μετατρέψει σε Κέντρο Υποδοχής και Προσανατολισμού της Νοσηλείας και να το διευθύνει μέχρι τον θάνατό του, καταργώντας όλους τους αρχαϊσμούς της υποδοχής των ασθενών και εισάγοντας έναν φιλελευθερισμό που κρατούσε πάντοτε ζωντανό. Όπως και στον Tosquelles, τον L. Le Guillant ή τον L. Bonnafé, δεν έπαψε ποτέ να προέχει στον Daumézon αυτό που θα αποκαλούσα πνεύμα της Αντίστασης προς όφελος των ασθενών, τους οποίους πάντοτε έβλεπε ως πολίτες για εξέταση και θεραπευτική φροντίδα. Όμως παρέμεινε πολύ διακριτικός ως προς αυτό και εκνευριζόταν με την εκ των υστέρων ματαιοδοξία κάποιων φανφαρόνων συναδέλφων τους. Πολύ συχνά μου δινόταν η ευκαιρία να συζητώ μαζί του για τη θεολογία, και εκτιμούσε πολύ το γεγονός ότι κάποιος, που δεν είχε ρίζες διαμαρτυρομένου, έδειχνε τόσο ενδιαφέρον.

Υ. Μ.: Ας επιστρέψουμε στις ιστορικές σας έρευνες. Σκέφτομαι τις εργασίες του M. Leenhardt, προτεστάντη ιεραπόστολου και εθνολόγου στη Νέα Καληδονία, πάνω στον ψυχισμό των ιθαγενών, και τις εργασίες του L. Lévy-Brühl πάνω στην πρωτόγονη νοοτροπία. Πρόκειται για θεωρίες που θέτουν ερωτήματα. Ποιο π.χ. ήταν το πλαίσιό τους και ποια η επιρροή τους πάνω στην ψυχιατρική;

G. L.-L.: Η παιδεία του M. Leenhardt είναι φιλοσοφική, όπως όλων των εθνολόγων της εποχής του, αλλά ήταν και ένας ερευνητής πάντα επί το έργον. Θα πρέπει να έφερε στον L. Lévy-Brühl –που ήταν περισσότερο θεωρητικός– πληροφορίες από πρώτο χέρι για τη ζωή, τα έθιμα και τα πιστεύω των Κανάκ, ως αυτό που ήταν και ως ένα παράδειγμα πρωτογόνων, σε μια δαρβίνεια αντίληψη της ιεράρχησης των πολιτισμών, αποδεκτή από όλους εκείνη την εποχή. Η επιρροή των εθνολόγων πάνω στην ψυχιατρική διαφαίνεται ξεκάθαρα στον C. Blondel, καθηγητή της Ψυχολογίας στο Στρασβούργο, μετά στη Σορβόννη, και συγγραφέα της Νοσηρής συνείδησης (La Conscience morbide), που αναζητούσε στην έννοια της πρωτόγονης (ή προ-λογικής) νοοτροπίας κάτι που θα τον βοηθούσε να καταλάβει τους ψυχικά ασθενείς, κάπως κατ’ αναλογία. Οι προκάτοχοί μας λοιπόν μπορούσαν να καταφεύγουν σε αυτό που αποκαλείται διαφορική ψυχολογία. Ήταν μεν αποδεκτή μια κάποια ομοιογένεια του ανθρώπινου είδους, όμως στα ενδότερά της έβρισκε κανείς σημαντικές διαφοροποιήσεις, όπως το παιδί ως προς τον ενήλικα, η γυναίκα ως προς τον άνδρα, ο εμπαθής ως προς τον φλεγματικό, ο πρωτόγονος ως προς τον πολιτισμένο, αλλά και ο ψυχικά ασθενής ως προς αυτόν που δεν ήταν. Δεν ήταν ίδιες αυτές οι διαφορές, κάποιες όμως μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατανόηση ορισμένων στοιχείων σε άλλες. Από αυτή την σκοπιά ήταν αναμενόμενο να συνεργαστεί η εθνολογία με την ψυχιατρική.

Όταν πριν από τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιχειρούσαν να ταξινομήσουν τα χρόνια παραληρήματα, έθεταν και το ερώτημα ποια να ήταν η πιο στοιχειώδης ελάχιστη διαφορά ανάμεσα σε ένα υγιές υποκείμενο και ένα χρόνιο παραληρηματικό. Η υπόθεση ήταν πως, αν κατάφερναν να προσδιορίσουν αυτή τη διαφορά, θα κατανοούσαν, λίγο ως πολύ διαισθητικά, πώς γεννώνται στη σκέψη κάποιου τέτοιες ιδέες, χωρίς να αποδυναμώνεται νοητικά.

Το 1909, ο P. Sérieux και ο J. Capgras περιγράφουν το παρερμηνευτικό παραλήρημα, με τον χαρακτηριστικό μηχανισμό της «ερμηνείας» που κατακλύζει σιγά-σιγά τη σκέψη του ασθενή. Ο μηχανισμός αυτός δεν είναι αφ’ εαυτού παθολογικός, διότι σε περιορισμένο βαθμό ενυπάρχει σε όλους τους ανθρώπους. Τον κόσμο δεν ερμηνεύουν άλλωστε και οι επιστήμες; Γίνεται παθολογικός όταν ο ασθενής χάνει την αίσθηση του απρόοπτου έτσι που δεν υπάρχει πια γι’ αυτόν τίποτε το τυχαίο, επειδή όλα αποκτούν νόημα, είτε το γνωρίζει είτε το αγνοεί. Οι Sérieux και Capgras παρατηρούν ότι μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές οπτικές πάνω στην ίδια πραγματικότητα. Διότι, αν στήσουμε ένα άγαλμα, ο φιλότεχνος θα εκδηλώσει μια αισθητική συγκίνηση, ενώ ο μεταλλειολόγος θα ενδιαφερθεί για τον μπρούντζο από τον οποίο είναι φτιαγμένο. Αυτός όμως που παρερμηνεύει δεν μπορεί να δει τίποτε άλλο πέραν αυτού που επιβεβαιώνει το ερμηνευτικό του σύστημα.

Αργότερα, το 1911, ο G. Ballet θα περιγράψει τη χρόνια ψευδαισθητική ψύχωση, με ανάλογη διαδικασία, όπου η ξενοπαθητική διαδικασία θα πάρει τη θέση της ερμηνευτικής. Αργότερα ακόμη, ο Gaëtan Gatian de Clérambault θα προσδιορίσει τις ψυχώσεις που στηρίζονται στον αυτοματισμό και τις ψυχώσεις πάθους (passionnelles) με τον ίδιο τρόπο, ορίζοντας τον νοητικό αυτοματισμό και το πάθος ως δύο άλλους παραληρητικούς μηχανισμούς. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο E. Dupré όταν, γύρω στο 1925, θα καθορίσει το φανταστικό παραλήρημα. Ερμηνεία, ψευδαίσθηση, αυτοματισμός, πάθος και φαντασία, αποτελούν διαφορικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά και οι ψυχίατροι της εποχής εκείνης τα χρησιμοποιούν, όπως ο M. Leenhardt όταν διαχωρίζει τον Νέο-Καληδόνιο από τον δυτικό άνθρωπο. Πρόκειται λοιπόν για μια συμβολή της εθνολογίας στην κλασική ψυχιατρική.

Y. M.: Πρόκειται άραγε για προσπάθεια των ψυχίατρων να αντλήσουν από τους εθνολόγους κάτι που να τους διαφωτίζει;

G. L.-L.: Αυτή ακριβώς ήταν η μέθοδός τους. Με ένα παιχνίδι αναλογιών και μεταθέσεων, εντοπίζοντας τις διαφορές και τις συγγένειες, φθάνουν να βρουν στα λόγια και στις συμπεριφορές των χρόνιων παραληρηματικών κάτι πέραν ενός απλού και καθαρού παραλογισμού.

Y. M.: Αυτό το διάβημα μοιάζει πολύ απομακρυσμένο από τις θεωρητικοποιήσεις των ψυχίατρων της Σχολής της Αλγερίας τα χρόνια του 1930.
[ΣτΜ.: Τη Σχολή της Αλγερίας δημιούργησε ο γάλλος ψυχίατρος Αntoine Porot (1876-1965) στην οποία αντιτάχθηκε έντονα ο Frantz Fanon (1925- 1961)].

G. L.-L.: Εδώ πρόκειται για περίοδο μεταγενέστερη αυτής που μόλις τώρα λάβαμε ως σημείο αναφοράς, και το περιβάλλον μου φαίνεται εντελώς διαφορετικό. Ο Α. Porot επέμενε πάνω στις ιδιαίτερες διαφορές που χαρακτηρίζουν τον πρωτόγονο του 20ου αιώνα, εκτιμώντας πως αυτά τα χαρακτηριστικά εξαρτώνται προσκαίρως από το γεγονός ότι οι προ-μετωπιαίοι λοβοί τους είναι μικρότεροι και λιγότερο ανεπτυγμένοι. Έτσι, ο ψυχικά ασθενής από το Μαγκρέμπ χαρακτηρίζεται οριακά από τα προϋπάρχοντα χαρακτηριστικά του υγιούς πρωτόγονου υποκειμένου. Ο Porot προσέγγιζε τη θέση του E. Kretscmer, που αντιλαμβανόταν τη μανιο-καταθλιπτική περιοδική ψύχωση ως συνέχεια της κυκλοειδούς ιδιοσυγκρασίας, μόνο που για τον E. Kretschmer, ο όρος πρωτόγονη νοοτροπία δεν μπορούσε να έχει καμία έννοια στην ψυχοπαθολογία.

Y. M.: Τι έκανε τον L. Lévy-Brühl να φαίνεται αξιόπιστος;

G. L.-L.: Ήταν μια μεγάλη μορφή. Μετά τον A. Compte, υπήρξε ένας εκ των ιδρυτών της γαλλικής κοινωνιολογίας μαζί με τον E. Dürkheim, που το φιλοσοφικό του έργο τον κατέτασσε ανάμεσα στους πιο επιφανείς πανεπιστημιακούς. Το ηθικό του κύρος ήταν τεράστιο, κι έπρεπε κανείς να περιμένει τη δημοσίευση της Πρωτόγονης Σκέψης το 1962 του C. Lévi-Strauss, που έθετε σε ριζική αμφισβήτηση ιδέες που έμοιαζαν προφανείς, κάτι που έκανε επίσης για τον τοτεμισμό.

Υ. Μ.: Εν τούτοις, η εθνολογία της εποχής εκείνης δεν ήταν ομοιογενής, και ο M. Mauss ήταν κι αυτός κριτικός απέναντι στον L. Lévy-Brühl.

G. L.-L.: Έχετε δίκιο. Άλλωστε, οι εθνολόγοι είχαν δυσκολίες με τους φιλοσόφους, οι οποίοι δεν τους θεωρούσαν αυθεντικούς φιλοσόφους, καθώς και με τους ανθρωπολόγους, οι οποίοι τους θεωρούσαν λιγάκι απατεώνες, έχοντας άγνοια της οστεολογίας των κρανίων και ανίκανους να διενεργήσουν μετρήσεις και να υπολογίσουν ανθρωπομετρικές γωνίες/οπτικές και συντελεστές. Και, βέβαια, γνωρίζετε ότι η εθνολογία εισήχθη στο γαλλικό Πανεπιστήμιο με μεγάλη καθυστέρηση και αρκετό μόχθο. Θυμάμαι ότι στο Στρασβούργο το 1964, το τμήμα της εθνολογίας, που διηύθυνε τότε ένας εξαίρετος αφρικανολόγος, ο καθηγητής Zahan, υπαγόταν στον τομέα της φιλοσοφίας.

Υ. Μ.: Μήπως επειδή η εθνολογία βρίσκει μια θέση πλησίον των ψυχιάτρων δια μέσου της διαφορικής ψυχολογίας;

G. L.-L.: Αναμφίβολα, συγκρίνοντας τους πρωτόγονους με τα παιδιά, τις γυναίκες, τους ψυχικά ασθενείς.

Υ. Μ.: Κι αυτό βρίσκεται κοντά στις θέσεις του J. Piaget;

G. L.-L.: Ναι, όμως ήδη από τον E. Claparède και για την ψυχοπαιδαγωγική, οι πρωτόγονοι παρέμεναν μεγάλα παιδιά. Με τον τρόπο αυτό, εξιδανίκευαν και συγχρόνως αιματοκυλούσαν τους δύστυχους σενεγαλέζους σκοπευτές κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, θεωρώντας τους αφελείς, επομένως ατρόμητους από άγνοιακαι ταυτόχρονα πάλι τροφή για τα κανόνια και επιδεκτικούς εκπολιτισμού δια της στρατιωτικής θητείας, όπως εκείνοι οι Βρετόνοι που είχαν μάθει τα γαλλικά στον στρατό.

Υ. Μ.: Σε συνέχεια των εργασιών της διατριβής σας, δημοσιεύετε τη Φαινομενολογία της υποκειμενικότητας το 1968 και την Ιστορία της φρενολογίας το 1970. Ποια είναι η επικαιρότητα της φαινομενολογίας το 2003;

G. L.-L.: Η φαινομενολογία αντιπροσώπευε ένα σημαντικό ρεύμα από την εποχή του μεσοπολέμου: στη γερμανική Ελβετία με τον L. Binswanger, στη Γερμανία με τον E. Straus και τον V. Von Gebsattel, στην Ιταλία με τον D. Cargnello και τον L. Calvi, στη Γαλλία με τον δάσκαλό μου τον E. Minkowski, και πιο πρόσφατα στη Μασσαλία με τον φίλο μου τον A. Tatossian, τον οποίο δυστυχώς χάσαμε –και του οποίου κάποιοι μαθητές, όπως ο J.-M. Azorin και ο J. Naudin, δημοσιεύουν κάποιες ανεκτίμητες μεταφράσεις ή εργασίες πρωτότυπες–, και τον G. Charbonneau στο Παρίσι. Το βιβλίο μου του 1963, που ονομαζόταν Η ψυχιατρική φαινομενολογία. Φιλοσοφικά θεμέλια, είχε προταθεί ως ιατρική διατριβή από τον J. Delay, κοντά στον οποίο περάτωνα το τελευταίο εξάμηνο της ειδικότητας ως εσωτερικός βοηθός, έχοντας διευθυντή της κλινικής τον S. Leclaire, από τον οποίο κρατώ την καλύτερη ανάμνηση φιλίας και συνεργασίας. Ο J. Delay απαιτούσε από τους ψυχίατρους, που ενδιαφέρονταν για τη φαινομενολογία, αλλά δεν ήξεραν και πολλά πράγματα από φιλοσοφία, να διαθέτουν κάποιες ακριβείς πληροφορίες για τον E. Husserl, τον M. Heidegger, τον M. Scheler, τον M. Merleau-Ponty και τον J.-P. Sartre, κάτι που προσπάθησα να κάνω μέσα σε αυτό το βιβλίο. Η φαινομενολογία, λοιπόν, περιείχε πολλούς στόχους. Περιγράφοντας τον κόσμο του ψυχαναγκαστικού ή του παρανοιακού, επιχειρούσε να περιγράψει όχι μια άπιαστη υποκειμενικότητα στην οποία θα μπορούσε κανείς να διεισδύσει προσφυώς, αλλά τις ιδιαιτερότητες του κόσμου του παρανοιακού ή του ιδεοψυχαναγκαστικού, ως χαρακτηριστικό του είναι εν τω κόσμω (in der Welt sein), η διασαφήνιση του οποίου θα μπορούσε να ανανεώσει τη σημειολογία. Από την άλλη, βοηθούσε στο να διαφωτίσει τη θέση της ψυχιατρικής ως επιστήμη αυτού του κόσμου, ικανή να αποκαλυφθεί ως καθαρή τάξη γνώσεων.

Υ. Μ.: Η φαινομενολογία δεν μένει έτσι κάπως αινιγματική;

G. L.-L.: Βεβαίως, αρκεί να θυμηθούμε πως έχουμε γνωρίσει το έργο του E. Husserl σε δύο χρονικές στιγμές που πρέπει σαφώς να διαχωρίζουμε. Αρχικά, γύρω από την δεκαετία του ’50, ο μετρίως γερμανόφωνος γάλλος αναγνώστης δεν είχε στη διάθεσή του παρά μόνο σε μετάφραση τους Καρτεσιανούς στοχασμούς (Méditations cartésiennes), κατόπιν δε τις Ιδέες Ι (Ideen I), του οποίου τη μετάφραση οφείλουμε στον Paul Ricœur. Ταύτιζε λοιπόν όλη τη σκέψη του E. Husserl με ό,τι ήταν γνωστό γι’ αυτόν το 1913, χωρίς να μπορεί να κερδίσει κάτι από το έργο που προηγήθηκε ή ακολούθησε αυτή τη σημαντική ημερομηνία. Αυτό έχει δύο συνέπειες. Από τη μια, δεν υπάρχει κανένας γνήσιος μαθητής, εκτός ίσως από τον L. Landgrebe, τον γραμματέα του, με όλους τους άλλους να χαρακτηρίζονται ως καταχρηστικώς διαφωνούντες. Από την άλλη, η ψυχιατρική δεν μπορούσε τότε να ταυτοποιηθεί παρά μόνο ως επιστήμη, από την οποία δεν θα έμενε τίποτε αν την υπέβαλαν στους περιορισμούς της φαινομενολογίας. Με αυτά τα δεδομένα, το μόνο που έμενε πρακτικά εφικτό ήταν η νοηματική περιγραφή, με τη δέσμευση να γίνεται σεβαστή η αρχική και απαράγραπτη απροσδιοριστία της ίδιας της ψυχιατρικής. Σε μια δεύτερη εποχή, αρκετά μεταγενέστερη, όλα τα ανέκδοτα έργα του Husserl εκδίδονται στα γερμανικά και, πολύ γρήγορα, τα περισσότερα εξ αυτών μεταφράζονται στα γαλλικά. Έκτοτε, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό το έργο έχει μια ιστορία που μπορεί να κατανοηθεί, με την προϋπόθεση ότι θα προσδιορίσουμε χρονικά τα κείμενα στα οποία αναφέρεται ο καθέναςότι ο χαρακτηρισμός ορθόδοξοι και ετερόδοξοι δεν γίνεται παρά μόνο σε αναφορά με μια συγκεκριμένη στιγμή του (χουσερλιανού) έργου·κι ότι οι Ιδέες ΙΙ και Ιδέες ΙΙΙ περιγράφουν μια σχέση με το σώμα και μια σχέση με τη σύσταση του υποκειμένου που μας υποχρεώνουν να αναθεωρήσουμε ριζικά τις σχέσεις της φαινομενολογίας με την ψυχιατρική.

Γίνεται ξεκάθαρο ότι οφείλουμε να διαχωρίσουμε τη φαινομενολογία ως νοηματική περιγραφή της τάδε ή της δείνα παραλλαγής της εμπειρίας του κόσμου, και τη φαινομενολογία ως κριτική των γνώσεων που εμπλέκονται στην ψυχιατρική. Αν και περιλαμβάνει μια μακρά ιστορία την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, εν τούτοις η φαινομενολογία πλησιάζει τον νέο-καντιανισμό, και ο E. Husserl δεν τοποθετείται πια και τόσο μακριά από τον E. Cassirer.

Υ. Μ.: Ποια είναι για σας η διαφορά μεταξύ ιστορίας και φαινομενολογίας;

G. L.-L:. Θα έλεγα πολύ ευχαρίστως ότι η φαινομενολογία, παρά τα όσα ο E. Husserl μπόρεσε να γράψει εναντίον του ιστορικισμού, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ιστορία στο εγχείρημά της να φωτίσει τα δικά της θεμέλια και εκείνα της ψυχιατρικής. Δεν μπορούμε πια να προφασιζόμαστε την ύπαρξη κάποιας καθαρής φαινομενολογίας, επειδή ξέρουμε καλά ότι πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές και πιο γόνιμες φιλοσοφίες του 20ού αιώνα, η οποία όμως αναπτύχθηκε μέσα στον χρόνο. Και δεν αποτελεί την τελειοποίηση κάθε πιθανής φιλοσοφίας, περισσότερο από ό,τι η φιλοσοφία του G. W. G. Hegel στις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτός ο σχετικισμός είναι σημαντικός για την ίδια τη φαινομενολογία και για τις σχέσεις της με την ψυχιατρική.

Να καταγράψουμε, αν θέλετε, και το εξής: Μια άλλη όψη αυτής της αρχικής απροσδιοριστίας της ψυχιατρικής και της σύνδεσής της με την ιστορία είναι το ακόλουθο, σαν ανέκδοτο, χρονικό του επαγγέλματός μας, πάει πολύς καιρός τώρα πια. Τη δεκαετία του ’60, κάμποσοι ικανοί όσο και φιλόδοξοι εσωτερικοί βοηθοί, επιμελητές και διευθυντές της Sainte Anne, αμφισβητίες των παλαιοτέρων και ανήσυχοι νέοι της εποχής μας, όπως ήμασταν ο A. Green, ο G. Rosolato, ο C. J. Blanc, εγώ και κάποιοι άλλοι, βρεθήκαμε μπροστά στην επιλογή μεταξύ δύο κατευθύνσεων: την ψυχαναλυτική και τη φαινομενολογική, έστω κι αν, κατά τα άλλα, αναφερόμασταν και στη μία και στην άλλη με την έννοια –όπως το έχω αναφέρει σε μια άλλη εργασία μου– μιας γνώσης κύρους.

Υ. Μ.: Επρόκειτο για δύο ρεύματα;

G. L.-L.: Αναμφίβολα. Μόνο που δεν ήταν αντίθετα το ένα στο άλλο. Το καθένα τους έθετε ερωτήματα και ασκούσε κριτική, αποτελούσε μια ερωτηματική και κριτική ματιά στην ψυχιατρική ως θεωρία και ως πράξη, με τη σκέψη πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει γνήσια και αποδοτική πρακτική δίχως διασάφηση των βάσεων της εν λόγω επιστήμης. Επιπλέον, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι η ψυχανάλυση και η φαινομενολογία εκπροσωπούσαν και δύο κίνητρα για σταδιοδρομία.

Υ. Μ.: Όμως εκείνη την εποχή η ψυχανάλυση δεν είχε, για κάποιους, μεγαλύτερη αίγλη από ό,τι η φαινομενολογία;

G. L.-L.: Αναμφίβολα. Εξάλλου, η ψυχανάλυση επέτρεπε σε κάποιον που δεν ήθελε να σταδιοδρομήσει στο νοσοκομείο να εγκατασταθεί ιδιωτικά και, πολύ σύντομα, να αποκτήσει μια αξιοσέβαστη πελατεία. Η πραγματιστική αυτή πλευρά προφανώς δεν υπήρχε στη φαινομενολογία.

Υ. Μ.: Τι συνέβη και η φαινομενολογική σκέψη έχασε το ακροατήριό της;

G. L. -L.: Από τη μια, οι δυνατότητες για καριέρα που πρόσφερε η ψυχιατρική, τα διακυβεύματά της, η αντίστοιχη βαρύτητα των ιδεολογιών και κάποιοι άλλοι παράγοντες, την άλλαξαν κατά πολύ. Και η φιλοσοφία αποδυναμώθηκε κατά κάποιο τρόπο. Η ψυχανάλυση δυστυχώς κατακερματίστηκε, εν μέσω όλο και πιο σκληρών αντιπαλοτήτων. Σε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, η γνωσιοεπιστήμη και ο συμπεριφορισμός έγιναν σεβαστές θεωρήσεις και πρακτικές που διαμόρφωσαν νέες στρατηγικές επιτυχίας. Κάπως έτσι συνεχίστηκαν τα πράγματα, ξέροντας ότι οι λίγο πολύ εξωτερικές προς την ψυχιατρική αναφορές1 δεν είναι καθόλου πια οι ίδιες. Από την άλλη, στη σκακιέρα εμφανίστηκαν λειτουργοί της ψυχικής υγείας με διαφορετική προέλευση και παιδεία, ενώ και τα αιτήματα των ασθενών μεταβάλλονταν επίσης.

Υ. Μ.: Η φαινομενολογία δεν απαιτούσε, άραγε, πιο μεγάλη θεωρητική προσπάθεια από την ψυχανάλυση που ήταν πιο πολύ συνδεδεμένη με την πράξη;

G. L.-L.: Δεν θα μπορούσα να σας απαντήσω κατηγορηματικά, διότι η ψυχανάλυση προϋπέθετε νοητική προσπάθεια και η φαινομενολογία, τουλάχιστον όπως εγώ την εννοούσα για πάνω από σαράντα χρόνια, δεν έχει τίποτε το αιθέριο. Εν τούτοις, κατά την εποχή στην οποία αναφέρθηκα πριν λίγο, παρατηρούσα ότι οι εσωτερικοί βοηθοί των ψυχιατρικών νοσοκομείων των Παρισίων ήταν πολύ καλά πληρωμένοι και δικαίως, διέθεταν δε ελεύθερο χρόνο. Μπορούσαμε να συχνάζουμε τις Τετάρτες στις διδασκαλίες του Henri Ey, στις 4 μμ στην παρουσίαση περιστατικών και στις 6μμ στο σεμινάριο, ενώ την Πέμπτη έκανε ιατρείο ο J. de Ajuriaguerra και την Παρασκευή εξειδικευμένα εξωτερικά ιατρεία και πάει λέγοντας. Όμως, εκείνο που μετρούσε ίσως περισσότερο στο Παρίσι ήταν σίγουρα αυτός ο σύμφυτος με την εκπαίδευσή μας εκλεκτικισμός. Εδώ συναντιόνταν πολλές θεωρίες, όμως καμία δεν ήταν αποκλειστική. Ο σκεπτικισμός δεν εμπόδισε ποτέ την καριέρα κανενός. Μπορούσαμε να πιστεύουμε στην τρίτη κοιλία, στο ασυνείδητο, στην πάλη των τάξεων ή να μην πιστεύουμε σε τίποτε. Οι φωτισμένοι καθηγητές –είχα δύο εξαίρετους–, που αρκούσε να τους επιλέξεις προσεκτικά [ΣτΜ. Οι εσωτερικοί βοηθοί (internes) επιλέγονταν με αυστηρές εξετάσεις αλλά είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν σε ποια Κλινική θα έκαναν την ειδίκευσή τους], απαιτούσαν από τους ειδικευόμενους εσωτερικούς βοηθούς ικανότητες, γνώση, γνώση του πράττειν και αφοσίωση στους ασθενείς, χωρίς όμως να απαιτούν καμία δογματική πίστη. Ήταν μάλιστα δυνατόν να σου εμπιστευτούν εν πλήρη αυτονομία την απόλυτη υπευθυνότητα μιας κλινικής περίπτωσης σε γειτονικά τμήματα, όπως για παράδειγμα στο Seine-et-Marne, πριν την τομεοποίηση.

Υ. Μ.: Τίθεται το ερώτημα αν μια ειδική οπτική του κόσμου που ανέπτυξε η φαινομενολογική ψυχιατρική αναπτύχθηκε επίσης και από την αποικιακή ψυχιατρική; Αν, για να διαφωτίσουμε τα πράγματα, επιστρέψουμε στην έννοια της μυθικής σκέψης των Κανάκ, όπως την ανέπτυξε στη Νέα Καληδονία ο M. Leenhardt, θα δούμε ότι ήταν αυτή που χρησίμευσε κατόπιν ως θεωρητική βάση στις γενιές των ψυχιάτρων της Νουμέα που συνέδεσαν πολιτισμό και ψυχοπαθολογία.

G. L.-L.: Αυτή η παρατήρηση μας οδηγεί εκ νέου στο ερώτημα εάν η σκέψη του παραληρηματικού υποκειμένου είναι κάτι σαν τη μυθική σκέψη. Δεν θα έπρεπε να το περιορίσουμε εκ προοιμίου υποτιμητικά, αν και η αναφορά σε παραληρηματική σκέψη αποτελεί έναν τρόπο να αφήσουμε ένα σωρό υπονοούμενα. Θα μπορούσαμε να βρούμε κάτι ανάλογο στο έργο του G. Devereux, όταν εκτιμούσε ότι η υστερία αποτελεί την κατ’ εξοχήν ασθένεια των αρχών του 20ού αιώνα, και η σχιζοφρένεια, την κατ’ εξοχήν ασθένεια των μέσων του αιώνα αυτού. Ή πάλι, κάτι ανάλογο με την έννοια του Weltanschauung, της κοσμοθεωρίας, όπως την εννοούσε ο W. Dilthey, ο γερμανός ιστορικός και κοινωνιολόγος, ο εμπνευστής του K. Jaspers. Ή ακόμα στον αμερικανικό κουλτουραλισμό. Η θέση του M. Leenhardt μου φαίνεται διαφορετική, επειδή εκτιμούσε ότι η σκέψη των Κανάκ μπορούσε να μεταβληθεί με τον χρόνο και να πλησιάσει τον πολιτισμό.

Υ. Μ.: Ποια σύνδεση κάνετε με τις εργασίες του G. Devereux;

G. L.-L.: Έτυχε να τον γνωρίσω λίγο και να διδάξουμε στον ίδιο τομέα της Σχολής Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS). Γνώριζε άριστα την ψυχιατρική και ψυχαναλυτική κλινική και δεν ήταν αναγωγιστής ούτε στιγμή. Όμως εκτιμούσε ότι, σε μια δεδομένη στιγμή και σε μια δεδομένη κουλτούρα, θα μπορούσε να υπάρξει μια ψυχική ασθένεια που θα την αποκαλούσαμε «εμβληματική» και θα εξέφραζε πολλές όψεις αυτής της κουλτούρας, όπως γινόταν με την υστερία κατά τη Belle Époque. Συγχρόνως όμως πίστευε, όπως και ο G. Roheim στην αντιπαράθεσή του με τον B. Malinowski, ότι οι θεμελιώδεις κατηγορίες της ψυχανάλυσης ήταν οικουμενικές.

Υ. Μ.: Εν τούτοις, ο G. Roheim επιδίωκε να προσδιορίσει ένα ιδιαίτερο τραύμα σε κάθε κουλτούρα.

G. L.-L.:Ναι, και με αυτόν τον τρόπο γεφύρωνε, αρκετά επιδέξια, την οικουμενικότητα της ψυχανάλυσης και κάποιες πολιτισμικές διαφορές, θέση εντελώς διαφορετική από εκείνη των κουλτουραλιστών.

Υ. Μ.: Ο G. Devereux επέμενε πολύ σε αυτή την οικουμενικότητα και φαίνεται να αντιτάχθηκε σε μια κλινική ιδιαιτερότητα του μετανάστη ή του αλλοδαπού.

G. L.-L.:Εκτιμούσε ότι η ουσιώδης ανακάλυψη του S. Freud είχε οικουμενική αξία και ότι οι πολιτισμικές διαφοροποιήσεις ανήκουν στην τάξη του επικοδομήματος και δεν μπορούσαν να στηρίξουν μια σημειολογία. Εξάλλου, ο G. Roheim πίστευε ότι υπήρχαν πολύ λιγότερες διαφορές μεταξύ ενός τραπεζίτη του Παρισιού και ενός τραπεζίτη της Βουδαπέστης, από ό,τι μεταξύ του τελευταίου και ενός ούγγρου αγρότη της πεδιάδας της Παννονίας.

Υ. Μ.: Πώς βλέπετε τις προεκτάσεις μιας δια-πολιτισμικής κλινικής;

G. L.-L.: Δεν έχω καμία εμπειρία, αλλά στη Salpêtrière συμμετέχω σε ένα μεταπτυχιακό μάθημα πάνω στην ψυχιατρική και την κουλτούρα, με διευθυντή τον φίλο μου τον R. Rechtman. Εκεί εξετάζω το ερώτημα αυτό με τη βοήθεια της σημειολογίας, αναρωτώμενος εάν υπάρχει μια ψυχιατρική σημειολογία ανεξάρτητη από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και εάν μπορεί κανείς να αντιπαραβάλει μια προ-λογική σκέψη με μια σκέψη ορθολογική. Χρησιμοποιώ το μεγάλο σύγγραμμα Οι θαυματουργοί βασιλείς (Les Rois thaumaturges) του Marc Bloch, επιφανούς ερευνητή του μεσαίωνα που δολοφονήθηκε από τους ναζί. Η μελέτη του αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο, στα χρόνια από τον Robert le Pieux μέχρι τον άτυχο Louis XVI, μόνο η δυναστεία των Καπέτων ανάμεσα στους αυτοκράτορες της Ευρώπης είχε λάβει από τον Θεό τη δύναμη να θεραπεύουν με το άγγιγμά τους τη χοιράδωση.2 Στα εν λόγω περιστατικά, έδειχνε πως δεν υπήρχε τίποτε το μαγικό, αλλά ένας στέρεος ορθολογισμός, στηριζόμενος συγχρόνως στη θωμιστική σκέψη και σε μια επιτήδεια πολιτική. Αν αποδεχόμασταν την παντοδυναμία του Θεού, δημιουργού του κόσμου, δεν θα υπήρχε τίποτε το ασυνήθιστο στο γεγονός ότι, με μια ειδική χάρη στους Καπέτες που τον υπηρετούσαν τόσο άριστα, τους έδωσε αυτή τη δύναμη, δύναμη περιορισμένη όμως να δρα μόνο πάνω στις χοιράδες. Γι’ αυτό άλλωστε, πριν οι ασθενείς δουν τον βασιλέα, υπήρχαν γιατροί που βεβαίωναν για την διάγνωση, ώστε να σιγουρευτούν ότι δεν επρόκειτο για κάποια άλλη ασθένεια. Αυτή η θεϊκής καταγωγής βασιλική δύναμη ταίριαζε ορθολογικά με τις ιατρικές γνώσεις της εποχής, ώστε η επίκληση της μαγείας σε τέτοιες περιπτώσεις να αποτελεί προφανές σφάλμα. Εάν είχα χώρο, θα σας έφερνα το παράδειγμα της τρέλας του Ηρακλή ή του Αίαντα.3 Αν όμως επιστρέψουμε για λίγο στις σημειολογικές σταθερές, μπορούμε να παρατηρήσουμε, μαζί με τον V. Magnan, σχετικά με το χρόνιο παραλήρημα με συστηματική εξέλιξη, ότι αυτό που ενέχει αξία σημείου δεν είναι να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του καταδιωκόμενο από τους Ιησουίτες και όχι από τους Κομμουνιστές, δια μέσου ηλεκτρικών κυμάτων και όχι από ουράνιες εκδηλώσεις, ούτε να πιστέψει ότι είναι ο Πάπας και όχι Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Γίνεται σημείο όταν τα θέματα του μεγαλείου αναπτύσσονται μετά τα θέματα της καταδίωξης και όχι απευθείας. Ομοίως, μπορούν να θεωρηθούν αυθεντικές σταθερές εκείνα που ο E. Bleuler αποκαλούσε πρωτογενή σημεία ή ακόμα κι αυτό που εννοούσε ο Gaëtan de Clérambault όταν μιλούσε για νοητικό αυτοματισμό, όλα αυτά δηλαδή που αποτελούν τυπικά στοιχεία, οριακά, ανεξάρτητα από κάθε πιθανό περιεχόμενο. Οφείλουμε επίσης να προσέξουμε ότι δεν μπορούμε πλέον να ατενίζουμε τους άλλους πολιτισμούς, όπως ο B. Malinowski μελετούσε τον πολιτισμό των ιθαγενών των νήσων Trobriand, επειδή η πραγματικότητα των μείξεων των πολιτισμών πήρε τη θέση της εγγύτητάς τους. Για παράδειγμα, στην Αφρική, στα προάστια των μεγάλων πόλεων, όπως η Abidjan ή το Dakar, δεν βλέπουμε παρά κουλτούρα εισηγμένη από την Ευρώπη και αναμεμειγμένη με διάφορες αφρικανικές κουλτούρες, διαφορετικές μεταξύ τους, χωρίς να ξεχνάμε τις ισλαμικές, καθολικές ή προτεσταντικές θρησκευτικές επιρροές.

Υ. Μ.: Δείχνετε μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία της Ψυχιατρικής. Λοιπόν, διάφορα ρεύματα και πολλοί συγγραφείς αγνοούνται πια από τους μη-ειδικούς. Ένα παράδειγμα, που ήδη αναφέρατε είναι ο C. Blondel, και τι να πούμε εξάλλου για την Ιστορική Ψυχολογία του I. Meyerson;

G. L.-L.: Είναι πέρα για πέρα αληθινό και λυπηρό το ότι οι εργασίες του Meyerson έχουν εντελώς ξεχαστεί και το Περιοδικό της κανονικής και παθολογικής ψυχολογίας δεν εκδίδεται πλέον, πληρώνοντας ίσως το τίμημα του πρωταρχικού του αμαρτήματος να αντιταχθεί αγρίως στην ψυχανάλυση. Εν τούτοις, η Ιστορική Ψυχολογία αναβιώνει, κατά κάποιον τρόπο, μέσα από εξαιρετικά ζωντανές και επίκαιρες έρευνες, όπως είναι οι έρευνες του J.-P. Vernant, τον οποίον εκτιμώ πολύ μα έχω λίγο γνωρίσει. Ήταν αυτός που φρόντισε να επωφεληθεί η ιστορία των Ελλήνων από την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία, αναρωτώμενος, για παράδειγμα, τι ήταν ο Έλλην κατά την εποχή των Αχαιών, των Δωριέων ή την ελληνιστική εποχή, αξιοποιώντας έτσι την καλύτερη πλευρά της δομικής μεθοδολογίας. Θα λέγαμε πρόθυμα το ίδιο και για τις εργασίες του G. Dumézil σχετικά με τον ινδο-ευρωπαϊκό πολιτισμό στο σύνολό του.

Y. M.: Ο στρουκτουραλισμός εισάγει κάποια ρήξη;

G. L.-L.: Εάν με τον όρο στρουκτουραλισμό εννοούμε, όχι μια εφήμερη παριζιάνικη μόδα, αλλά μια μέθοδο έρευνας η οποία, ως κληρονόμος της Gestalttheorie, μπόρεσε να ανανεώσει τη γλωσσολογία με τον F. de Saussure και τον L. Hjelmslev, αλλά επίσης και με τους N. S. Troubetzkoy και R. Jakobson, την ολιστική νευρολογία με τους K. Goldstein και H. Head, και την κοινωνική ανθρωπολογία με τον C. Lévi-Strauss, τότε δεν μου φαίνεται ότι ο όρος «ρήξη» είναι αρκετά κατάλληλος. Το σκεπτικό στο οποίο καταλήγει ο C. Lévi-Strauss από τις δομικές αναλύσεις στους τέσσερις τόμους των Mythologiques είναι ένα γενικευμένο σκεπτικό, που αφορά το σύνολο των μύθων της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής και καταδεικνύει ως προς τι και με ποιον τρόπο πρόκειται εν τέλει για έναν και μόνο μύθο. Τρέφω για τον C. Lévi-Strauss και το έργο του την πιο μεγάλη εκτίμηση και ένα μεγάλο πνευματικό χρέος. Μου φαίνεται πολύ χαρακτηριστικό που, εδώ και πάρα πολύ καιρό, στο βιβλίο του Anthropologie structurale (1958, σελ.17), παραδέχτηκε πως «τα πάντα είναι ιστορία». Ενδιαφέρομαι πολύ για την παθολογία της γλώσσας, αλλά εκτιμώ πως έχω ακόμη καλύτερα κατανοήσει τον ρόλο της δομικής γλωσσολογίας, όπου είχα αποκτήσει προηγουμένως μια κλασική φιλολογική παιδεία, με ένα προεξάρχον ενδιαφέρον για τις λατινογενείς/ρωμανικές γλώσσες. Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν μπορεί καθόλου κάποιος να προσεγγίσει την δομική γλωσσολογία και τις χρήσεις της, εάν αγνοεί παντελώς την ιστορία της γαλλικής γλώσσας, από τα καθημερινά λατινικά και τα κοινά ρωμανικά, τα μεσαιωνικά γαλλικά και τα κοινά γαλλικά. Η ταπεινή μου φιλολογική παιδεία μου επέτρεψε να μελετήσω επισταμένα τον F. de Saussure, χωρίς να προσχωρήσω τυφλά στον στρουκτουραλισμό με μια άκριτη πίστη για να τον εγκαταλείψω το επόμενο εξάμηνο.

Υ. Μ.: Ποια θέση δίνετε στον Jacques Lacan μέσα στην Ιστορία της Ψυχιατρικής;

G. L.-L.: Δύσκολη ερώτηση. Τον γνώριζα αρκετά καλά. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα ήμουν ειδικευόμενος ως εσωτερικός βοηθός στα εξωτερικά ιατρεία της Saint-Anne, το καλοκαίρι του 1958. Θα έφευγε από το Παρίσι και μόλις είχε εμπιστευθεί για λίγες εβδομάδες στον φίλο του Daumézon δύο οριακούς ασθενείς που τον ανησυχούσε η εξέλιξή τους. Μιας και θα ήμουν εγώ εκείνος που θα ασχολείτο μαζί τους, μου μίλησε εκτενώς για αυτές τις δύο περιπτώσεις, με μια ακρίβεια και ένα ενδιαφέρον που δεν ξέχασα ποτέ. Ήταν ένας εξαίρετος ψυχίατρος που ενδιαφερόταν για τους ασθενείς του. Για τα υπόλοιπα, είχε σίγουρα δίκιο να συστήνει την επιστροφή στα πρωταρχικά κείμενα του S. Freud. Όσο για τον ρόλο του στην ψυχανάλυση του 20ού αιώνα, θα ταίριαζε να ερωτηθούν άλλοι και όχι εγώ.

Υ. Μ.: Πώς βλέπετε την εκπαίδευση των ψυχιάτρων και την κατάσταση της ψυχιατρικής;

G. L.-L.: Πιστεύω πως οι συνθήκες αυτής της εκπαίδευσης έχουν υποβαθμιστεί. Κατά την διάρκεια της δικής μου άσκησης, σας το είπα ήδη, πληρωνόμουν καλά, είχα χρόνο να εκπαιδευτώ ελεύθερα και προς διάφορες κατευθύνσεις. Τώρα, οι ειδικευόμενοι εσωτερικοί βοηθοί βρίσκονται περιορισμένοι από ένα πλήρες ωράριο και ψάχνουν για εκπαιδεύσεις που συχνά τους λείπουν, αν και κάποιοι προσπαθούν σκληρά να τις συνεχίσουν. Η κατάσταση της δημόσιας ψυχιατρικής, αφού προόδευσε ξεκάθαρα κατά τα προηγούμενα χρόνια πάνω στην οργάνωση των τομέων, τώρα κινδυνεύει, εξαιτίας της έλλειψης ψυχιάτρων. Τώρα πια δεν ζητούν τη δημιουργία νέων θέσεων επειδή λείπουν συνάδελφοι και για θέσεις που ακόμη μένουν κενές/λόγω έλλειψης ψυχιάτρων ούτε καλύπτουν θέσεις που μένουν κενές. Τούτο προέκυψε από δύο μεταρρυθμίσεις. Από τη μια, η καθιέρωση του αριθμού των διαθέσιμων θέσεων (numerus clausus) μείωσε τον αριθμό των ψυχιάτρων στις ψυχιατρικές δομές, φέρνοντάς μας πίσω στην κατάσταση που είχαμε πριν το 1950. Κι ακόμα, αν επανέλθουμε στον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων, θα χρειαζόταν δέκα με δεκαπέντε χρόνια για να διορθωθεί η κατάσταση. Από την άλλη, η θεαματική μείωση του αριθμού των κλινών αποφέρει δύο λυπηρά αποτελέσματα: Πρώτον, δεν επιτρέπει πια τις παρατεταμένες νοσηλείες, που παραμένουν αναγκαίες μερικές φορές για κάποιους χρόνιους ψυχωτικούς και για κάποιους εντελώς αποδιοργανωμένους ασθενείς. Δεύτερον, δεν επιτρέπει πια να κρατήσει κανείς αρκετά τους ασθενείς με νοητική υστέρηση, με αποτέλεσμα να χάνεται μια γνώση και μια εκπαίδευση απαραίτητη για την κατανόηση του υπόλοιπου της ψυχιατρικής, διότι δεν θα μάθει πια κανείς τίποτε για τις ψυχογενείς αμνησίες, όταν θα αγνοεί τα πάντα για τις αμνησίες από εγκεφαλική βλάβη. Και πρέπει κανείς να εντοπίζει σωστά τις ανοϊκές καταστάσεις, για να μπορεί να αντιλαμβάνεται πώς και γιατί οι ηβηφρενικοί δεν είναι ανοϊκοί ασθενείς.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Lantéri-Laura G. “Phénoménologie et Psychiatrie”.Δημοσιεύτηκε  στον ιστότοπο «Pour la Recherche », Δεκέμβριος 1997, Νο 11,
[psydoc-fr.broca.inserm.fr/recherche/default.html]

1  [ΣτΜ]. Ο Lanteri –Laura αναφερόταν στη σχέση κάθε θεωρίας ως προς την ίδια την ψυχιατρική. Διακρίνει έτσι μεταξύ ενδογενών και εξωγενών θεωριών. Οι οργανικιστικές και οι ψυχαναλυτικές θεωρίες ανήκουν στις ενδογενείς θεωρίες, ενώ ο μπηχεβιορισμός και η κοινωνική ανθρωπολογία (εθνολογικές, μίκρο- ή μάκρο-κοινωνιολογικές αιτιολογίες στην ψυχιατρική) ανήκουν στις εξωγενείς θεωρίες. Βλ Θανάσης Καράβατος. Για μια μη-αθεωρητική ψυχιατρική. Συνάψεις 2013, σελ. 312.

2  [ΣτΜ]. Πρόκειται για την τραχηλική φυματιώδη λεμφαδενίτιδα.

3  [ΣτΜ]. Βλ G. Lanteri-Laura. Tο αντικείμενο της ψυχιατρικής και το αντικείμενο της ψυχανάλυσης. Αφιέρωμα στον G. Lanteri-Laura, Σύναψις άνοιξη 2006, τχ 3, σελ 6-18.

Βιβλιογραφία

Lantéri-Laura G. La Psychiatrie phénoménologique. Fondements philosophiques. Paris, PUF, 1963.

Lantéri-Laura G. Psychiatrie et connaissance. Paris, Sciences en Situation, 1991.

Lantéri-Laura G. Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne. Paris, Les Éditions du Temps, 1998.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.