Ανδρέας Κ. Παπανικολάου
Καθηγητής, διευθύνει το Τμήμα Κλινικών Νευροεπιστημών
στο Πανεπιστήμιο του Memphis, Tennessee USA
σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]
Εισαγωγικά
Αρχές του Αυγούστου του 2013, δυο φίλοι μου επισκέφτηκαν το Άγιον Όρος απ’ όπου αποκόμισαν διάφορες εντυπώσεις. Συζητώντας τες, κάποια στιγμή βρεθήκαμε εμπρός στο πρόβλημα της σημασίας των σπανίων εκείνων υπερβατικών εμπειριών που, καθώς μαρτυρείται, κάποιοι μοναχοί κάποιες φορές βιώνουν. Εύκολα συμφωνήσαμε ότι γι’ αυτούς τους ορθοδόξους ασκητές, αλλά και για τους ετερόδοξους καθολικούς συναδέλφους τους1 ή τους αλλόδοξους Σούφι της Ανατολής και τους Γιόγκι της Ινδίας, τους αποκλειστικά αφοσιωμένους στην αναζήτησή τους, οι εμπειρίες αυτές πρέπει να έχουν τεράστια αξία. Άλλωστε για την απόκτησή τους, οι άνθρωποι αυτοί θυσιάζουν τις αισθησιακές, τις αισθητικές και ενίοτε τις διανοητικές ηδονές του συμβατικού τρόπου ζωής, για τις οποίες ο υπόλοιπος κόσμος αγωνίζεται, μοχθεί και πάσχει τα πάνδεινα διά μέσου των αιώνων. Επίσης συμφωνήσαμε ότι οι εμπειρίες αυτές μάλλον καλό πρέπει να κάνουν και σε όσους εξ ημών θα ήθελαν να τις αναζητήσουν, δεδομένου ότι υπόσχονται ψυχική γαλήνη κι ευδαιμονία. Τέτοιες εμπειρίες άλλωστε φαίνεται πως αναζητούσαν οι πρόγονοί μας, που για κοντά δυο χιλιάδες χρόνια συνέρρεαν προσκυνητές στην Ελευσίνα να μυηθούν στα Μυστήρια· τέτοιες και οι Ινδιάνοι του Μεξικού και των νοτιοδυτικών Πολιτειών της Αμερικής· τέτοιες και πολλές άλλες κοινωνίες ανά την υφήλιο και ανά τους αιώνες που κάνουν συστηματική χρήση παραισθησιογόνων ή «ενθεογόνων» για να τις βιώσουν.2
Οι γνώμες μας όμως σχετικά με την εγκυρότητα των εμπειριών αυτών απέκλιναν. Δεν συμφωνούσαμε για το εάν οι εμπειρίες αυτές είναι αποκύημα της φαντασίας των ασκουμένων, παραισθήσεις δηλαδή ή και ψευδαισθήσεις, που ίσως προκαλούνται από τη μακρόχρονη προσήλωση, την προσευχή και τη νηστεία των χριστιανών ασκητών ή τις σωματικές ασκήσεις των Γιόγκι ή τις διάφορες χημικές ουσίες που χρησιμοποιούν κατά κανόνα οι μη ασκούμενοι, ή εάν είναι έγκυρες, τουτέστιν αληθείς. Δεν καθορίσαμε όμως τι ακριβώς σημαίνει για μια εμπειρία να είναι αληθής ή έγκυρη, αλλά μάλλον εννοούσαμε ότι αληθείς είναι οι εμπειρίες που αντιστοιχούν σε άδηλες για τον συμβατικό ή «φυσιολογικό» ψυχισμό πραγματικότητες· πραγματικότητες αντικειμενικές, ανεξάρτητες από αυτούς που τις βιώνουν όπως, επί παραδείγματι, θεωρείται η αντικειμενική ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, η οποία αντιστοιχεί στην υποκειμενική εμπειρία των χρωμάτων.3
Εδώ, ο ένας φίλος θεωρούσε τις υπερβατικές εμπειρίες μάλλον έγκυρες, ενώ ο άλλος τις θεωρούσε μάλλον ψευδαισθήσεις –φαινόμενα του ιδίου είδους με τις «φωνές» και τα διάφορα «οράματα και θάματα» των σχιζοφρενών ή κάποιων ατόμων με εγκεφαλικές βλάβες.4 Εγώ εν τω μεταξύ υπέφερα από την υπόνοια ότι παρ’ όλο που το ερώτημα της εγκυρότητας των υπερβατικών εμπειριών ήταν εύλογο, οι απαντήσεις μας κάπου αστοχούσαν εκτρεπόμενες, κατά πάσα πιθανότητα, από τις υπόρρητες οντολογικές και γνωσιολογικές μας προκαταλήψεις (όπως αυτές που μάλλον καθόρισαν τη σημασία της «εγκυρότητας» που προανέφερα) και γενικώς την ασάφεια των εννοιών με τις οποίες διεξήγαμε τη συζήτησή μας. Προσπάθησα λοιπόν, σε αυτό εδώ το πόνημα, να αποσαφηνίσω τις σχετικές έννοιες και να διορθώσω στο μέτρο του δυνατού την αβέβαιη τροχιά της συζήτησης στοχεύοντας στη σωστή και αποδεκτή έκβασή της.
Η εμπειρία και τα χαρακτηριστικά της
Εν πρώτοις θεώρησα και θεωρώ δεδομένο ότι όντως προκύπτουν αυτές οι εμπειρίες, μεταξύ των οποίων και αυτή του «Ακτίστου Φωτός», τις οποίες, επειδή κακώς αποκάλεσα «υπερβατικές» (προδικάζοντας έτσι την έκβαση αυτής της έρευνας), θα αποκαλώ από εδώ και πέρα «μυστικές» –που είναι ουδέτερος όρος– και αυτούς που τις βιώνουν «μύστες». Οι εμπειρίες αυτές είναι συνήθως σύντομες –διαρκούν το πολύ-πολύ κάποιες ώρες– και σύμφωνα με τις μαρτυρίες των μυστών έχουν τα εξής βασικά γνωρίσματα ανεξαρτήτως του τρόπου που προκαλούνται:5 Το άρρητον· το απολύτως πειστικό της αλήθειάς τους· την πεποίθηση της ταύτισης του «εγώ» και της απώλειάς του μέσα σε αυτό που εκλογικεύεται ως υπέρτατη ουσία,6 ως παν το υπαρκτό ή ως Θεία παρουσία·7 την απαράμιλλη αξία και το υπέρτατο κάλλος του περιεχομένου της· την απουσία προσωπικής βουλήσεως· την απουσία κάθε ίχνους αισθησιακής ηδονής και επιθυμίας· τη συναίσθηση εμπιστοσύνης, γαλήνης και ευδαιμονίας και το αντίθετο του φόβου δέος.
Υπάρχουν βέβαια και συμβατικές εμπειρίες κάποια συστατικά των οποίων είναι άρρητα, όπως επί παραδείγματι η αστειότητα, που ενδεχομένως συνεπάγεται το άκουσμα μιας σειράς λέξεων, το οποίο συστατικό καθιστά τη σειρά όχι μόνον κατανοητή, αλλά επίσης αστεία. Ομοίως άρρητο είναι, μεταξύ άλλων, το ποιόν της ερωτικής εμπειρίας, της θρησκευτικής κατάνυξης ή της συγκίνησης που προκαλεί ένα έργο τέχνης. Ωστόσο κάθε μια απ’ αυτές τις εμπειρίες παραμένει συμβατική και οικεία διότι όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που την απαρτίζουν παραμένουν κατανοητά και οικεία: το αντικείμενο του έρωτα ή της κατάνυξης· το νόημα των στίχων του ποιήματος, κ.λπ.
Το άρρητο όμως της μυστικής εμπειρίας εκτείνεται και επικαλύπτει όλα τα συστατικά της. Η εμπειρία στο σύνολό της είναι λογικά ασύλληπτη, δεν αποδίδεται με σαφείς έννοιες επομένως είναι και λεκτικά ανέκφραστη –«δυσεκλάλητη» και «δυσνόητη», κατά την Αγιορείτικη έκφραση, παρ’ όλη την εκτυφλωτική της διαύγεια και την πειστικότητά της. Κατ’ ουσίαν δεν είναι απλώς δυσεκλάλητη, αλλά, όπως προείπα, άρρητη, και το περιεχόμενό της κυριολεκτικά απερίγραπτο και μόνο μεταφορικά και κατά προσέγγιση κοινοποιήσιμο.
Κάποιοι, στην προσπάθειά τους να αποδώσουν αυτό το περιεχόμενο μετέρχονται τον αποφατικό τρόπο που καθιέρωσε ο μύστης Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης προσπαθώντας να περιγράψει την «των πάντων αιτίαν», δηλαδή τον Θεό:
…ουδέ σώμά εστιν· …ουδέ σχήμα, ούτε είδος ούτε ποιότητα ή ποσότητα, ή όγκον έχει· ουδέ εν τόπω εστίν ουδέ οράται, ούτε επαφήν αισθητήν έχει8 ..
Δεν είναι δηλαδή πράγμα αισθητό. Αλλά ούτε νοητό:
…ουδέ λέγεται ούτε νοείται· ουδέ αριθμός έστιν, ούτε τάξις, ούτε μέγεθος….ουδέ επαφή εστιν αυτής νοητή.9
Ακριβώς όπως ο Θεός, έτσι και το Άκτιστον Φως, το οποίο κατά τον Αρεοπαγίτη είναι το «πλαίσιο» ή η «αύρα» του Θεού, δεν είναι δυνατό να περιγραφεί ούτε ως φως ούτε ως σκότος, αλλά και ως φως και ως σκότος (γνόφος):
…Ο Θείος γνόφος εστί το απρόσιτον φώς, εν ώ κατοικείν τον Θεόν λεγεται. Και αοράτω γε όντι δια την υπερέχουσα φανότητα και απροσίτω τω αυτώ δια την υπερβολήν της υπερουσίου φωτοχυσίας.10
Καίτοι άρρητες οι εμπειρίες αυτές συνεπάγονται άμεση και απόλυτη γνώση ή πεποίθηση για το αληθές του περιεχομένου ή του αντικειμένου τους. Η άμεση αυτή γνώση, επαναλαμβάνω, δεν διαμεσολαβείται με έννοιες· κείται πέραν της λογικής· είναι ά-λογη. Δεν βιώνεται ως αισθητικό αντίλημμα ούτε διαλεκτικά ως έννοια, αλλά ως ταύτιση του μύστη, του υποκειμένου, με το αντικείμενο της εμπειρίας του έτσι όπως περιγράφει τη θέαση της ιδέας του υπερτάτου Αγαθού και Κάλλους η Διοτίμα στον περί έρωτος διάλογο,11 με τη διαφορά ότι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο της εμπειρίας είναι όπως προείπα, άρρητο. Κατά τη διάρκειά της φαντάζει ως κάτι απείρως ευρύτερο του υποκειμένου που την βιώνει. «Εκλογικεύεται» δε, καθορίζεται και ονομάζεται, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, θύραθεν της εμπειρίας.
Αυτό «το απείρως ευρύτερο» λοιπόν (που περιλαμβάνει ενσωματωμένο το «εγώ» του μύστη) βιώνεται ως κάτι απείρου αξίας και κάλλους και η «ταύτιση» ως ψυχολογική κατάσταση βιώνεται ως υπέρτατη ευδαιμονία εκ διαμέτρου αντίθετη με κάθε συμβατική και οικεία ηδονή και επιθυμία. Μάλιστα, η παντελής απουσία κάθε επιθυμίας ή παρορμήσεως για οποιαδήποτε δραστηριότητα, η τέλεια δηλαδή αβουλία, είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό της στοιχείο.
Επιπλέον, αυτό με το οποίο ο μύστης νιώθει ταυτισμένος βιώνεται περισσότερο ως άχρονο, χωρίς γίγνεσθαι, χωρίς πριν και μετά παρά ως ένα άπειρο «Τώρα» στο οποίο χωράει η αιωνιότητα. Εκ των υστέρων, πάλι, ευλόγως εικάζεται ότι ο λόγος που απουσιάζει κάθε επιθυμία και η βούληση, είναι το γεγονός ότι ο έρως που υποκινούσε την αναζήτηση της μυστικής εμπειρίας έχει δικαιωθεί με την ταύτιση, και ο αγώνας προς απόκτησή της έχει αντικατασταθεί από τη γαλήνη της άκρας εμπιστοσύνης και υπέρτατης πλήρωσης την οποία η ταύτιση εμπνέει. Επιπλέον, το «απείρως ευρύτερο» βιώνεται ως οντότητα αγαθή και ζώσα. Η εμπειρία, τέλος, έχει ονομαστεί και «θέωση», δεδομένου ότι, μετά το πέρασμά της, η ταύτιση του «εγώ» με αυτό που αποκαλώ εδώ «απείρως ευρύτερο» ερμηνεύεται, ειδικά από τους χριστιανούς μύστες, ως ταύτιση με το Θείον ή με κάποια επί μέρους ιδιότητα του Θείου, καθώς προείπα.
Οι δε επιπτώσεις της μυστικής εμπειρίας στον ψυχισμό του μύστη είναι ανεξαιρέτως θετικές. Ο μύστης παραμένει με την πεποίθηση ότι έχει αποκτήσει βαθειά γνώση για τον εαυτό του και για το σύμπαν: Ο κόσμος, η φύση, οι άνθρωποι αποκτούν αξία ή η αξία των γίνεται εμφανέστερη. Το σύμπαν αποκτά μια φιλική μορφή και υπόσταση που εμπνέει αγάπη, ειρήνη, εμπιστοσύνη, παρά αγωνία πάθος, μίσος ή φόβο. Όλα φαίνεται να συμβαίνουν όπως πρέπει να συμβαίνουν και η ιδέα της τυχαιότητας στη διοργάνωση της φύσεως φαντάζει παράλογη. Δεν φαίνεται να υπάρχει κακό ή η ύπαρξή του δεν προκαλεί τις συνήθεις αντιδράσεις του φόβου, της οργής, του μίσους και της απέχθειας ή τις περιορίζει. Η δε συμβατική ιδέα της αδιάφορης, αδρανούς και νεκρής ύλης ως αρχής και αφετηρίας της ζωής φαίνεται μάλλον κενή αν όχι εντελώς αδιανόητη. Το Σύμπαν ενέχει πνευματικότητα και ζωτικότητα. Και μέσα σε ένα τέτοιο σύμπαν, θάνατος δεν υπάρχει· ή η ιδέα του θανάτου αποκτά άλλο, μη απειλητικό περιεχόμενο. Η δε ακριβής μορφή, την οποία αποκτούν στη συνείδηση του κάθε μύστη οι θυμικές και νοητικές αυτές επιπτώσεις της μυστικής εμπειρίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που ο καθένας τους την εξηγεί ή την εκλογικεύει.
Συμβατικές εξηγήσεις
Διότι, για να κατανοήσει ο μύστης τη μυστική του εμπειρία, με τη συμβατική και οικεία έννοια του όρου, δηλαδή να την εντάξει στο γενικότερο σύστημα των ιδεών, των πεποιθήσεων, των δοξασιών και εικασιών που απαρτίζουν τον ψυχισμό του και για την κοινοποιήσει σε άλλους, πρέπει να την «εκλογικεύσει» και να την εκφράσει με τους όρους της συμβατικής εμπειρίας και της κοινής λογικής –τους ίδιους που μετέρχεται και η επιστήμη. Αναλογίζεται λοιπόν: Τι ακριβώς είναι αυτό που «είδα» ή αυτό με το οποίο «ταυτίστηκα» και ποιος ο σωστός τρόπος να ξαναβιώσω την εμπειρία και να διδάξω τον τρόπο προσπέλασής της στον πλησίον μου; Υπάρχουν άραγε σωστοί και πλανεροί τρόποι, και πού οδηγούν οι τελευταίοι; Και διαμορφώνει απόψεις. Αυτές προφανώς ερείδονται κατά ένα μεγάλο μέρος στον ήδη διαμορφωμένο ψυχισμό του κάθε μύστη και κατ’ ανάγκη διαφέρουν στο μέτρο που διαφέρει ο ψυχισμός και το πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει ο καθένας τους. Για κάποιους ορθόδοξους μύστες, η άρρητη πραγματικότητα είναι η «ενέργεια» του Θεού, αλλά όχι η «ουσία» του.12 Για άλλους, όπως για τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, η πραγματικότητα που βιώνεται είναι το νοητό πλαίσιο, το περιβάλλον ή η αύρα του Θεού –πράγμα που εξαρτάται από την ακριβή σημασία της ρήσεως «εν ώ τον Θεόν κατοικείν λέγεται». Για άλλους, μη μύστες, αλλά επίσης χριστιανούς και ειδικότερα θεολόγους, η πραγματικότητα αυτή είναι απλή αυταπάτη.13 Για τους αλλόθρησκους μύστες, όπως για τους μύστες των Ελευσινίων ή τους Γιόγκι της Ινδίας ή τους Σούφι ή τους Ινδιάνους της Αμερικής ή όποιας άλλης κοινωνίας, το περιεχόμενο της εμπειρίας εκλογικεύεται και συμβατικοποιείται αναλόγως. Το ίδιο ισχύει για τις μεθόδους προσέγγισης της εμπειρίας. Αλλιώς ασκείται ο Αγιορείτης ησυχαστής, αλλιώς ο Σούφι, αλλιώς ο Ισπανός μύστης του Μεσαίωνα, αλλιώς ο Γιόγκι και εντελώς διαφορετική από όλους είναι η προσέγγιση του χρήστη παραισθησιογόνων (ή ενθεογόνων) ουσιών. Και σε όλες τις περιπτώσεις, η προσέγγιση καθορίζεται από ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες και, φυσικά, από την ιδιοσυγκρασία του κάθε επίδοξου μύστη.
Δυο είδη ερωτημάτων
Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των «γνωρισμάτων» της μυστικής εμπειρίας όπως την βιώνει άμεσα ο μύστης απ’ την μια πλευρά και όπως την εννοεί και την ερμηνεύει, από την άλλη, οδηγεί σε θεμελιωδώς διαφορετικά ερωτήματα. Επομένως, το αρχικό ερώτημα περί εγκυρότητας της εμπειρίας πολυμερίζεται και σε δυο άρδην ανόμοιες σειρές ερωτημάτων. Η μια σειρά περιλαμβάνει ερωτήματα σχετικά με το αληθές ή ψευδές των επί μέρους βιωμάτων που απαρτίζουν την εμπειρία, όπως η εγκυρότητα του βιώματος της «ταυτίσεως» ή της «πληρώσεως», τα οποία είναι κοινά για όλους τους μύστες. Η δε άλλη, περιλαμβάνει ερωτήματα σχετικά με το αληθές ή ψευδές προτάσεων, όπως «το αντικείμενο της εμπειρίας είναι το Άκτιστον Φως» ή «το Άκτιστον Φως είναι η ενέργεια του Θεού», ή «ο τρόπος για την κατάκτηση της αυθεντικής εμπειρίας του Ακτίστου Φωτός είναι το πένθος και τα δάκρυα»,14 οι οποίες προτάσεις, όπως προείπα, ποικίλουν συναρτήσει του πολιτισμικού περιβάλλοντος και της ιδιοσυγκρασίας του κάθε μύστη.
Κριτήρια εγκυρότητας ή αλήθειας
Το αληθές ή το ψευδές όλων των ερωτημάτων και των δύο ειδών είναι δυνατό να κριθεί βάσει δυο εναλλακτικών κριτηρίων. Το ένα είναι το «πραγματιστικό» κριτήριο των φυσικών επιστημών. Σύμφωνα με αυτό το κριτήριο, μια πρόταση είναι αληθής εάν εκφράζει κάτι εμπειρικά ανιχνεύσιμο ή εάν έχει εμπειρικά ανιχνεύσιμες επιπτώσεις. Το δεύτερο είναι το λογικό κριτήριο γνωστό από την εφαρμογή του στα Μαθηματικά και τη Λογική. Σύμφωνα με αυτό, μια πρόταση είναι αληθής, εάν προκύπτει λογικά από αυταπόδεικτα αξιώματα και δεν αντικρούει άλλες προτάσεις που ομοίως προκύπτουν από τα ίδια αξιώματα. Δεδομένου ότι το ζήτημα σχετικά με το ποιο απ’ τα δυο κριτήρια είναι το πλέον ασφαλές και έγκυρο δεν έχει λυθεί στους είκοσι τρείς αιώνες που έχουν μεσολαβήσει από την εποχή της γραφής του «Θεαίτητου»,15 και δεδομένου επίσης ότι κάποιοι εξ ημών πιστεύουν περισσότερο στην εγκυρότητα του πρώτου και κάποιοι σ’ αυτήν του δεύτερου, δέον να κρίνουμε όλα τα υπό συζήτηση ερωτήματα βάσει και των δύο. Αλλά πριν, θα παραθέσω ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ερωτημάτων, με τη μορφή προτάσεων προς έλεγχο από τις δυο σειρές, διότι ειδικά η δεύτερη σειρά είναι ανεξάντλητη, δεδομένου ότι υπάρχουν άπειροι τρόποι εκλογικεύσεως της αρρήτου εμπειρίας και άπειρες γνώμες για το ποιος είναι ο πλέον δόκιμος τρόπος προσπέλασής της. Επί παραδείγματι:
Ερωτήματα για τη φύση της «εκλογικευμένης» εμπειρίας
«Το απείρως ευρύτερο ή το Άκτιστον Φως είναι το Σύμπαν»· «είναι ο Θεός του Αβραάμ»· «είναι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ»· «είναι η ενέργεια (και όχι η ουσία) του Θεού»·16 «είναι φενάκη». «Το εγώ ταυτίζεται με το Σύμπαν»· «με την των πάντων αιτίαν»· «με την Θεία αύρα»· «δεν πρόκειται για ταύτιση, αλλά για αποκάλυψη της προϋπάρχουσας ενότητας του μύστη (και του καθενός) είτε με τη μια ή την άλλη οντότητα (ή ενέργεια)». «Ο καθένας μας συνεκτείνεται χωροχρονικά με το σύμπαν· είμαστε δηλαδή κι εμείς άναρχοι αιώνιοι και απείρου εκτάσεως (εάν Κτίσις και Κτίστης είναι ταυτόσημοι όροι) ή της ίδιας εκτάσεως και της ίδιας διάρκειας με τον υπόλοιπο κόσμο (στην περίπτωση που ο Κτίστης είναι έξω από την Κτίση). Και βέβαια, «το βίωμα της ταυτίσεως είναι μια αυταπάτη».
«Η παραίτηση, η καταστολή της βουλήσεως και το συναίσθημα της άκρας εμπιστοσύνης είναι δείγμα της απείρου αγαθότητος του Θεού»· «είναι υποσυνείδητη διαπίστωση του ματαίου κάθε ενέργειας σε ένα ά-χρονο σύμπαν χωρίς γίγνεσθαι»· «είναι απλώς διαταραχή της λειτουργικότητας των προμετωπιαίων νευρωνικών δικτύων».
«Η αφοβία είναι επίγνωση της αθανασίας της ψυχής»· «είναι αποκάλυψη της αιωνιότητας του σύμπαντος»· «είναι κι αυτή αποτέλεσμα νευρωνικής και ορμονικής διαταραχής».
«Το άρρητον της εμπειρίας είναι προφανής ένδειξη νευροφυσιολογικής διαταραχής»· «είναι απόδειξη της απειρωσύνης της Θεότητας».
«Η ευλάβεια είναι αναγκαία προϋπόθεση της εμπειρίας»· «ασεβείς και υπερήφανοι ενίοτε χαριτώνονται με την επιφοίτηση της μυστικής εμπειρίας (βλ. την περίπτωση του Απόστολου Παύλου)»· «οι σωματικές ασκήσεις των φακίριδων ή η κατάποση παραισθησιογόνων οδηγεί σε κίβδηλες (παρά τη φαινομενική τους αυθεντικότητα) μυστικές εμπειρίες».
Είναι νομίζω προφανές ότι για σχεδόν όλες τις προτάσεις που παρέθεσα πιο πάνω, το πραγματιστικό κριτήριο είναι ανεφάρμοστο: Δεν υπάρχει παρατήρηση ή πείραμα που θα μπορούσε να διαψεύσει ή να επικυρώσει την πρόταση ότι το Άκτιστον Φως είναι ο Θεός κι όχι η ενέργεια του Θεού ή κάποιος άγγελος ή μια εικόνα του σύμπαντος. Ούτε αν η αφοβία είναι ένδειξη της αθανασίας της ψυχής ή όχι. Μόνη εξαίρεση αποτελούν οι προτάσεις σχετικά με την επάρκεια των εναλλακτικών μεθόδων για την απόκτηση της εμπειρίας. Κι εδώ τα σχετικά πειράματα έχουν ήδη γίνει και γίνονται καθημερινώς17 και το αποτέλεσμα φαίνεται πως παραμένει το ίδιο: Ανεξαρτήτως μεθόδου, η ίδια εμπειρία προκύπτει με τα χαρακτηριστικά ή το ποιόν που περιέγραψα.
Αλλά, υπάρχει και το δεύτερο κριτήριο: Πόσο έγκυρες είναι, σύμφωνα με αυτό, οι εναλλακτικές προτάσεις που παρατέθηκαν; Όλες θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογες, εάν ο τρόπος με τον οποίο συνάχθηκαν από γενικώς αποδεκτά (καθότι αυταπόδεικτα) αξιώματα είναι λογικώς άψογος και εάν τα αξιώματα δεν οδηγούν σε επιπρόσθετες αντιφατικές προτάσεις. Υποθέτοντας λοιπόν ότι ένα τουλάχιστον υποσύνολο από τις παραπάνω προτάσεις πληροί τις δυο αυτές προϋποθέσεις, η πιθανότητα ότι όλες οι εύλογες προτάσεις αληθεύουν είναι αντιστρόφως ανάλογη του αριθμού τους. Εάν, παραδείγματος χάριν, οι προτάσεις ότι το «Άκτιστον Φώς είναι η ενέργεια του Θεού», «η ουσία του Θεού», «ένας άγγελος», «το σύμπαν βιωμένο συνοπτικά», κ.λπ., αποδειχτούν όλες εύλογες και δεδομένου ότι εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για τη φύση του ίδιου πράγματος, δεν μπορεί να είναι όλες αληθείς. Αληθής μπορεί να είναι μόνον μία από αυτές ή καμία. Επομένως οι πιθανότητες είναι πολύ μεγαλύτερες για οποιαδήποτε επεξηγηματική της εμπειρίας πρόταση να είναι λάθος παρά να είναι σωστή, και η πιθανότητα λάθους αυξάνει συναρτήσει του αριθμού των ευλόγων, αλλά εναλλακτικών επεξηγηματικών προτάσεων.
Ερωτήματα για το αληθές των γνωρισμάτων της εμπειρίας
Αυτό όμως δεν ισχύει για τις προτάσεις που περιγράφουν με ασάφεια και μεταφορικές εκφράσεις το ποιόν της εμπειρίας, όπως «το άρρητον της μυστικής εμπειρίας είναι αληθές», υπό την έννοια ότι η πραγματικότητα που αντιστοιχεί στην εμπειρία και αποτελεί το περιεχόμενό της είναι όντως άρρητη –όντως πέραν των δυνατοτήτων της ανθρώπινης λογικής να την συλλάβει. Ή όπως «το άρρητον της εμπειρίας είναι ζήτημα ψυχολογικής αυταπάτης· ένα είδος αντιστρέψιμης αφασίας και αγνωσίας –αποτέλεσμα αλλοιώσεων της λειτουργίας του εγκεφάλου λόγω κοπώσεως, νηστείας, μακρόχρονης και αδιάλειπτης προσήλωσης και επίπονης άσκησης». Ή όπως «η ταύτιση του μύστη με το απείρως ευρύτερο είναι αληθής»· –ότι «ο καθένας μας είναι τω όντι ταυτισμένος με το απείρως ευρύτερο και ότι η μυστική εμπειρία μας αποκαλύπτει αυτήν την αλήθεια». Ή όπως «η αποκάλυψη αυτή της μυστικής εμπειρίας είναι αποτέλεσμα της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας». Ή όπως «η καταστολή της βουλήσεως, η παραίτηση του μύστη και η άφεσή του στη διάθεση του απείρως ευρυτέρου είναι αποτέλεσμα της ταύτισης»· ή το αντίστροφο: «η καταστολή της βουλήσεως είναι αποτέλεσμα νευροφυσιολογικής δυσλειτουργίας». Ή όπως «το απείρως ευρύτερο είναι Κάλλιστον, ανεκφράστου ωραιότητος, Άξιον-αξίζει που υπάρχει και Αγαθόν-καλοπροαίρετο, φιλικό». Ή ότι, απεναντίας, «όλες οι ιδιότητες αυτές που ο μύστης αποδίδει στο απείρως ευρύτερο είναι υποκειμενικές πλάνες».
Όπως και οι περισσότερες επεξηγηματικές έτσι κι αυτές οι προτάσεις δεν επιδέχονται πραγματιστικό έλεγχο. Δεν υπάρχει παρατήρηση που μπορεί διαψεύσει ή να επικυρώσει την αλήθειά τους. Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν πληρούν το λογικό κριτήριο της αλήθειας.
Σε αυτό το σημείο δέον να επισημάνω το γεγονός ότι όλες οι αμέσως προηγούμενες προτάσεις υπαινίσσονται μια αντικειμενική πραγματικότητα στην οποία η εμπειρία αντιστοιχεί. Αλλά δεν υπάρχει (συμβατική τουλάχιστον) εμπειρία η οποία αφορά την πραγματικότητα αυτή καθαυτή· αντιθέτως όλες αφορούν παράγωγα της αλληλεπιδράσεως της πραγματικότητας αυτής με το αισθητικό και νοητικό σύστημα του νοούντος. Ωστόσο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι διανοητές κάθε εποχής πίστευαν και πιστεύουν πως πίσω από τα φαινόμενα (τις αισθητικές και νοητικές εμπειρίες) υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία είναι ανεξάρτητη από τον κάθε παρατηρητή που την προσλαμβάνει μέσω των αισθήσεων ή που την νοεί. Για κάποιους, όπως για τον Einstein και τον Πλάτωνα,18 η πραγματικότητα αυτή είναι προσπελάσιμη· για άλλους, όπως για τον Κant, είναι φύσει άδηλη.19 Τέλος, για κάποιους άλλους, όπως για τον Niels Bohr, είναι ένα ασταθμήτου εγκυρότητας μυθολόγημα, δεδομένου ότι η ύπαρξή της δεν είναι ανιχνεύσιμη βάσει του πραγματιστικού κριτηρίου, το οποίο ο Bohr θεωρεί ως το μόνο έγκυρο.20 Για τον Αριστοτέλη και τους «αφελείς ρεαλιστές», η πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα, τις εμπειρίες είναι ταυτόσημη με την εμπειρική πραγματικότητα, οπότε η ύπαρξή της τεκμηριώνεται βάσει του πραγματιστικού κριτηρίου21 καθότι αποδέχονται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και του παραγώγου της αλληλεπιδράσεώς της με τα αισθητήρια –εξ ου και το “αφελές” της θέσης τους.
Η πραγματικότητα λοιπόν αυτή –αν εναχθούμε με την πλειονότητα των διανοουμένων και την θεωρήσουμε υπαρκτή– θα μπορούσε κάλλιστα να είναι όντως άρρητη, να μην μπορεί να γίνει γνωστή εμμέσως, διά του λόγου, αλλά μόνο άμεσα, με την ταύτιση του υποκειμένου με αυτήν κι επίσης θα μπορούσε κάλλιστα να ισχύει ότι ούτε η ταύτιση ούτε το άρρητον είναι πλάνες. Μάλιστα, το ανεφάρμοστο του πραγματιστικού κριτηρίου στην προκειμένη περίπτωση οφείλεται στο γεγονός ότι το κριτήριο, όντας εμπειρικό κατ’ ανάγκη, εφαρμόζεται μόνον σε παράγωγα αλληλεπιδράσεων μεταξύ της πραγματικότητας και των αισθητικών και νοητικών μηχανισμών του νοούντος, δηλαδή σε (συμβατικές) εμπειρίες. Οπότε το ανεφάρμοστο του κριτηρίου καθόλου δεν σημαίνει ότι η (μυστική) εμπειρία είναι ψευδής. Επομένως, η πραγματικότητα της μυστικής εμπειρίας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι Ωραία, Εύτακτη, Άξια, Αγαθή, Ζώσα. Μάλιστα η υπόθεση ότι τω όντι είναι έτσι, νομίζω ότι είναι πιο εύλογη από την αντίθετη υπόθεση ότι η πραγματικότητα είναι Άσχημη, Άτακτη, Ανάξια υπάρξεως, Κακή, Νεκρή22 –στην οποία περίπτωση, η εμπειρία θα ήταν ψευδής· συγκεκριμένα, θα ήταν μια παραίσθηση. Αλλά, δεδομένου ότι το ευλογότερον της πρώτης υποθέσεως δεν είναι γενικώς αποδεκτό, δέον να θεωρήσουμε και τις δυο υποθέσεις ισοπίθανες: Δεδομένου λοιπόν ότι υπάρχει ομοφωνία μαρτυριών, οι μυστικές εμπειρίες έχουν ακριβώς τις ίδιες πιθανότητες να είναι αξιόπιστες (επαναλαμβανόμενες και παρόμοιες για όλους) παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις ή να είναι αξιόπιστες και έγκυρες όψεις της αντικειμενικής, και για τον συμβατικό ψυχισμό άδηλης, πραγματικότητας. Αλλά αυτό δεν νομίζω ότι το αποδέχονται οι περισσότεροι ειδικοί. Σε αυτό το θέμα νομίζω ότι η πλειονότητά τους συντάσσεται με την άποψη του φίλου μου που θεωρούσε τη μυστική εμπειρία μάλλον φενάκη.
Κριτική του νευροφυσιολογικού επιχειρήματος ότι η εμπειρία είναι φενάκη
Οι μύστες βέβαια, ποτέ δεν αμφιβάλλουν για την εγκυρότητά της, όπως δεν αμφιβάλλουν και για την εγκυρότητα της συγκεκριμένης ερμηνείας που της δίνει ο καθένας τους. Αμφιβολίες έχουν μόνον οι μη μύστες. Και γι’ αυτούς είναι εντελώς φυσιολογικό να προτιμούν την ερμηνεία ότι πρόκειται για πλάνη για λόγους που θα παραθέσω· οι δε θιασώτες των νευροεπιστημών μεταξύ αυτών, είναι επίσης φυσιολογικό να αναγάγουν τη φενάκη σε δυσλειτουργία του εγκεφάλου. Οι βασικοί λόγοι (και οι αντίλογοι) έπονται:
Στη βάση κάθε απόπειρας να εντάξουμε μια οποιαδήποτε εμπειρία στη μια ή στην άλλη κλάση είναι η υπόθεση ότι σε κάθε εμπειρία αντιστοιχεί και ένας ιδιαίτερος σχηματισμός εγκεφαλικών (νευροχημικών, νευροηλεκρικών) συμβάντων. Μια επιπλέον υπόθεση, επεξηγηματική της προηγούμενης, είναι ότι ο συγκεκριμένος σχηματισμός αποτελεί το σύνολο των ικανών και αναγκαίων συνθηκών (ή αιτίων) της αντίστοιχης εμπειρίας. Η πρώτη είναι ευρέως αν όχι ανεξαιρέτως αποδεκτή. Η δεύτερη, που είναι και το θεμέλιο της υλιστικής προσέγγισης στη βιολογία και την ψυχολογία, μεσουράνησε τον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά προσπεράστηκε από πολλούς τον εικοστό, εν μέρει επειδή είναι επιστημονικά (εννοώ εμπειρικά-πειραματικά) μη διαψεύσιμη, ακριβώς όπως η υπόθεση του αιθέρα στις Φυσικές επιστήμες· επειδή δηλαδή είναι μια υπόθεση μεταφυσική.24 Ανεξαρτήτως όμως αν μόνον η πρώτη ή και οι δυο υποθέσεις θεωρηθούν έγκυρες, η εξήγηση ότι οι μυστικές εμπειρίες είναι είτε δείγματα ψυχολογικής πλάνης είτε εγκεφαλικής δυσλειτουργίας είναι όχι απλώς λανθασμένη, αλλά εντελώς άσχετη ως κριτήριο για το εάν οι μεταφυσικές εμπειρίες είναι αληθείς ή ψευδείς όπως θα φανεί πιο κάτω. Παρενθετικά, παραδοχή όποιας εκ των δύο υποθέσεων καθιστά τον διαχωρισμό μεταξύ “καθαρά” ψυχολογικής πλάνης και ψευδαισθήσεως λόγω εγκεφαλικής δυσλειτουργίας περιττό, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα ψυχολογικό φαινόμενο που δεν αντιστοιχεί ή που δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου σχηματισμού εγκεφαλικών διεργασιών, είτε υγιούς και φυσιολογικού είτε δυσλειτουργικού.
Γιατί λοιπόν είναι το κριτήριο αυτό άσχετο; Η απάντηση είναι απλή, στοιχειώδης: Δεδομένου ενός σχηματισμού, είναι αδύνατο να τον ταυτοποιήσουμε ως αντίστοιχο (ή ως αίτιο) μιας φυσιολογικής ή φερέγγυας εμπειρίας ή μιας παραισθήσεως ή ψευδαισθήσεως. Πάντα προηγείται ο χαρακτηρισμός της εμπειρίας είτε ως έγκυρης είτε ως εσφαλμένης βάσει άλλων, μη νευρολογικών κριτηρίων, και μόνο τότε χαρακτηρίζουμε τα νευροφυσιολογικά δρώμενα που της αντιστοιχούν ως φυσιολογικά ή μη. Αλλά και μετά την κατάταξή τους πάλι δεν γνωρίζουμε σε τι ακριβώς συνίσταται το “παράτυπό” τους, που καθιστά την αντίστοιχη εμπειρία νοσηρή ή εσφαλμένη. Εν ολίγοις, παρόλο που υπάρχουν νευροφυσιολογικά “σημεία” ασθενειών, δεν υπάρχουν νευροφυσιολογικά σημεία νοσηρών ή εσφαλμένων εμπειριών. Επί παραδείγματι, παρόλο που υπάρχουν νευροφυσιολογικά σημεία της επιληψίας (π.χ. αιχμές στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) και παρόλο που εικάζουμε ότι υπάρχουν νευροχημικά σημεία στην σχιζοφρένεια (π.χ. ελλειμματικές ποσότητες κάποιου νευροδιαβιβαστή), δεν έχουμε ταυτοποιήσει ανάλογα σημεία για τις συγκεκριμένες “φωνές” που ακούν ή τα “οράματα” που “βλέπουν” οι σχιζοφρενείς. Μάλιστα, πρώτα κρίνουμε τις εμπειρίες αυτές ως ψευδαισθήσεις, βάσει του πλαισίου στο οποίο βιώνονται και βάσει των επιπτώσεών τους στη ζωή του ασθενούς,25 και μόνον τότε και με επιφυλάξεις χαρακτηρίζουμε τη σκλήρυνση, τις νεοπλασίες ή όποια άλλη εγκεφαλική ανωμαλία ή βλάβη ως πιθανώς και μόνον πιθανώς σχετιζόμενη με τη νοσηρή εμπειρία. Και προβαίνουμε στον χαρακτηρισμό αυτό επιφυλακτικά, για δύο λόγους. Πρώτον, διότι, όπως είπαμε, οι εγκεφαλικές δυσλειτουργίες και βλάβες κατά κανόνα δεν προκαλούν ψευδαισθήσεις. Δεύτερον, διότι ακόμα και στην περίπτωση που ήταν δυνατό να αναγνωρίσουμε έναν εγκεφαλικό σχηματισμό ως μη κανονικό –πράγμα που ίσως στο μέλλον να επιτύχουμε–, πάλι δεν θα ήταν δυνατό να τον χαρακτηρίσουμε ως ένδειξη ότι η εμπειρία που του αντιστοιχεί (ή την οποία προκαλεί) είναι ψευδαίσθηση για τον απλούστατο λόγο ότι μπορεί να αντιστοιχεί σε κάτι ανάλογο του “εύρηκα” του Αρχιμήδη· στην ανακάλυψη μιας καινούργιας ιδέας, η οποία, σύμφωνα με τις αρχικές μας αποδοχές, πρέπει να αντιστοιχεί ή να είναι αποτέλεσμα ενός παράτυπου σχηματισμού· ενός σχηματισμού άγνωρου, επομένως αγνώστου ταυτότητος. Και μόνον όταν το “εύρηκα” αποδειχτεί πως είναι ή λάθος λύση στο πρόβλημα του χρυσού στεφάνου (βάσει, πάλι, άλλων, μη-νευρολογικών κριτηρίων), μπορούμε να αποφανθούμε ότι ο σχηματισμός προκάλεσε μια άκυρη, μια λανθασμένη νοητική εμπειρία και όχι την αρχή της ανώσεως.
Θα παρεκκλίνω από το υπό συζήτηση θέμα σε αυτό το σημείο για να επισημάνω, παρενθετικά, τις πρακτικές επιπτώσεις της εφαρμογής του κριτηρίου της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας στον χαρακτηρισμό των μυστικών εμπειριών, αλλά κι ευρύτερα στον χαρακτηρισμό κάθε εκφάνσεως του ψυχισμού ως έγκυρου ή άκυρου, φυσιολογικού ή παθολογικού, διότι η εφαρμογή του έχει στοιχίσει στην ανθρωπότητα ανυπολόγιστες συμφορές και μάλιστα στο όνομα της επιστήμης: Κάποτε οι πρωτοποριακοί ειδικοί είχαν αποφανθεί ότι υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι εγκέφαλοι· εγκέφαλοι έξυπνων και φύσει καθυστερημένων· εγκέφαλοι ηθικών ατόμων και εγκέφαλοι εγκληματιών, βάσει των δομικών τους χαρακτηριστικών. Και, πιστεύοντας τους ειδικούς, για δεκαετίες η ανθρωπότητα δικαιολογούσε τον εξανδραποδισμό και την κακομεταχείριση αυτών με εγκεφάλους που δεν ανταποκρίνονταν στον “νευροεπιστημονικό” κανόνα ως εύλογη συμπεριφορά·26 ως απλή έκφανση της φυσικής επιλογής, και κάποιοι, ως δικαίωμα των ισχυροτέρων και των ικανοτέρων για τη διασφάλιση της υπεροχής τους –πράγμα που υποκίνησε τις γνωστές ακρότητες της πολιτικής που αιματοκύλησε τον 20ο αιώνα.
Αναγνωρίζοντας το σφάλμα μας, δεν μιλάμε πια για μικρούς και μεγάλους εγκεφάλους, για φαρδείς ή για επιμήκεις εγκεφάλους· για εγκεφάλους με πολλές ή λίγες αύλακες, ως ενδεικτικούς ανωτέρας ή κατωτέρας τάξεως νοημοσύνης ή ως ενδεικτικούς της εγκυρότητας ή μη των εμπειριών που τους αντιστοιχούν. Μιλάμε όμως για σχηματισμούς «λειτουργικότητας» του εγκεφάλου, τους οποίους απεικονίζουμε με τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα και τις διάφορες νευροαπεικονιστικές μεθόδους και συνεχίζουμε να θεωρούμε τους σχηματισμούς (αντί της δομής του εγκεφάλου που χρησιμοποιούσαμε πρώτα) ως κριτήρια ποιότητας του ψυχισμού και των εμπειριών. Η χρήση αυτή είναι ομοίως παράλογη με την προηγούμενη, για ακριβώς τους ίδιους λόγους. Διαφέρει δε από την προηγούμενη μόνο ως προς τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί και τις κοινωνικοπολιτικές θεωρίες που εκφράζει: Αντί να καταδικάζουμε πλέον άτομα με μη-κανονικούς, παράταιρους σχηματισμούς εγκεφαλικών δρώμενων, τους απαλλάσσουμε από κάθε υπευθυνότητα για τις πράξεις τους σαν να ξέραμε, φερ’ ειπείν, ότι οι αιχμές και τα κύματα τα ενδεικτικά της επιληψίας ή ο υπομεταβολισμός του κροταφικού φλοιού εξηγούν και ευθύνονται για την εγκληματική συμπεριφορά ή τον νοσηρό ψυχισμό του άλφα ή του βήτα ατόμου. Κλείνω εδώ την παρένθεση, επανέρχομαι και συνοψίζω:
Συμπεράσματα
Αποδεχόμαστε ότι σίγουρα τα εγκεφαλικά δρώμενα αντιστοιχούν σε όψεις του ψυχισμού. Υποθέτουμε ότι για κάποιες πτυχές του, όπως για τις θυμικές καταστάσεις ευθύνεται ο άλφα ή ο βήτα νευροδιαβιβαστής και για κάποιες νοητικές διαταραχές κάποιος άλλος και έχουμε μάλιστα καταφέρει με τη φαρμακοθεραπεία να ελέγχουμε σε ικανοποιητικό βαθμό την κατάθλιψη και τη σχιζοφρένεια και τις παράταιρες εμπειρίες που συνεπάγονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ξέρουμε ποιοι σχηματισμοί, είτε στου φυσιολογικού ανθρώπου τον εγκέφαλο είτε στου ψυχωσικού, αντιστοιχούν σε ψευδαισθήσεις και ποιοι σε φερέγγυα αντιλήμματα. Δεν ξέρουμε ποιοι σχηματισμοί (δομικοί ή λειτουργικοί) παράγουν παραισθήσεις, ποιοι επιθετικότητα και ποιοι έγκυρες εμπειρίες παρόλο που από την εποχή των φρενολόγων έως σήμερα έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ξέρουμε, μόνο και μόνο επειδή κάποιοι παράταιροι σχηματισμοί σε κάποιες περιπτώσεις συνυπάρχουν και ενδεχομένως σχετίζονται με νοσηρές εμπειρίες ή πλάνες. Γι’ αυτό τον λόγο το να πούμε ότι μια εμπειρία πρέπει να είναι ή ότι μάλλον είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής δυσλειτουργίας, επομένως ψευδαίσθηση, επειδή την βιώνει κάποιος με εγκεφαλικές βλάβες ή με υψηλά ή χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης ή ντοπαμίνης είναι απλώς λογικό σφάλμα. Θα μπορούσε φυσικά να ισχύει ότι μια εμπειρία είναι ψευδής επειδή βιώνεται από κάποιον με εγκεφαλικές βλάβες ή από κάποιον με αλλοιωμένη εγκεφαλική λειτουργικότητα, αλλά επίσης μπορεί και να μην ισχύει, οπότε η υπόθεση της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας ως κριτήριο κατηγοριοποίησης των μυστικών εμπειριών σε έγκυρες ή ψευδείς είναι εντελώς άχρηστη.
Η διαλεκτική λοιπόν και η επιστήμη αδυνατούν να δώσουν λύση στο ερώτημα της εγκυρότητας της μυστικής εμπειρίας. Η επιλογή επομένως όποιας λύσης εκ μέρους αυτών που αποδέχονται την ετυμηγορία της διαλεκτικής, έχοντας ακολουθήσει με συνέπεια την πορεία της μέχρι το αδιέξοδο του ισοπίθανου στο οποίο καταλήγει, δεν μπορεί παρά να υποκινείται από κάποιους άδηλους, ά-λογους και μάλλον θυμικούς παράγοντες. (Άλλωστε, θυμικοί ως επί το πλείστον παράγοντες καθορίζουν τις επιλογές αυτών που δεν δέχονται την ετυμηγορία της διαλεκτικής διότι ήδη πιστεύουν σε ένα σύμπαν είτε φιλότητας, είτε νείκους, είτε σε ένα σύμπαν αδιάφορο.) Κάποιοι λοιπόν, φτάνοντας στο λογικό αυτό αδιέξοδο, ωθούμενοι από ά-λογες και άδηλες τάσεις, ενστερνίζονται την ιδέα του αδιάφορου ή του εχθρικού σύμπαντος και μετά αγωνίζονται διά βίου να καταστείλουν τις υπαρξιακές τους αγωνίες φιλοτεχνώντας θεωρίες όπως αυτές του Camus ή του Sartre. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανέντακτους οι οποίοι, μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίνη ακροβατούν εκόντες άκοντες πάνω απ’ την άβυσσο της αμφιβολίας όπου ελλοχεύουν ίσως φρικτότεροι τρόμοι. Τέλος, οι υπόλοιποι, οι ευνοημένοι και οι καλότυχοι, οι οποίοι είναι μάλλον λίγοι, ακολουθούν (όπως ακολουθούν αυθόρμητα και οι πολλοί «πτωχοί τω πνεύματι» που ποτέ δεν συναπάντησαν το περί ου ο λόγος λογικό αδιέξοδο) τον δρόμο του Σωκράτη και εμπιστευόμενοι στη φιλότητα της υπάρξεως, ζουν και πεθαίνουν ευδαίμονες ως εάν να είχε κι αυτούς χαριτώσει η εμπειρία του Ακτίστου Φωτός.
Σημειώσεις
1. Π.χ. την Αγία Τερέσα της Άβιλα, τον άγιο Ιωάννη του Σταυρού, κ.λπ.
2. Βλ. π.χ. Wasson, G.R.; Hofmann, A. and Ruck, C.A. The Road to Eleusis. North Αtlantic Books, 2008 – Ruck C. A. P.; Bigwood J.; Staples D.; Ott J.; R. Gordon Wasson R.G. Entheogens. Journal of Psychedelic Drugs 1979, 11 (1-2): 145146 – El-Seedi H.R.; De Smet P.A.; Beck O.; Possnert G.; Bruhn J.G. “Prehistoric peyote use: alkaloid analysis and radiocarbon dating of archaeological specimens of Lophophora from Texas”. J Ethnopharmacol 2005, 101 (1-3): 238-42 – Godlaski, Th. M. “The God within”. Substance Use and Misuse 2011, 46 (10): 1217-1222.Cecilia Garcia. C. and Adams, J.D. Healing with medicinal plants of the west cultural and scientific basis for their use. 2005, Abedus Press – James W. Fernandez, J.W. Bwiti: an Ethnography of the Religious Imagination in Africa 1982, Princeton University Press.
3. Μόνο που κι αυτή η «πραγματικότητα», όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν είναι παρά ένα ακόμα φαινόμενο, μια ακόμα εμπειρία, μία έννοια δηλαδή της οποίας η μορφή εξαρτάται από τον ανθρώπινο νου. Μόνον οι αφελείς ρεαλιστές την θεωρούν ως ανεξάρτητη του παρατηρητή και του νοούντος.
4. Όπως υποστηρίζεται από κάποιους ότι ήταν και τα «οράματα» του Μακρυγιάννη βλ. Ιωάννου Μακρυγιάννη Οράματα και Θάματα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
5. Η ερμηνεία των μυστικών εμπειριών διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία, αλλά η φύση των όχι. Επίσης μαρτυρείται ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις της εμπειρίας. Εδώ εξετάζονται αποκλειστικά εμπειρίες του επιπέδου που στα καθ’ ημάς αποδίδονται με τον όρο «εν εκστάσει». Επίσης δεν εξετάζουμε εμπειρίες του «πυρώδους» φωτός που υποτίθεται πως εκπορεύεται από τον Σατανά, αλλά τις εμπειρίες του «υπερλάμπρου Φωτός» οι οποίες θεωρούνται αυθεντικές (Βλ. «Η Εμπειρία του Ακτίστου Φωτός στους Βίους των Αγιορειτών Αγίων» του Ελευθ. Χαραλαμπίδη. Διδακτορική Διατριβή στο ΑΠΘ 1999. Εθνικό αρχείο Διδακτορικών Διατριβών). Βλ. επίσης το κλασικό πόνημα του William James (The Varieties of Religious Experience: A Study in Human Nature. Being the Gifford Lectures on Natural Religion Delivered at Edinburgh in 1901-1902 (paperback), Classics, Library of America, 2010).
6. Πλατωνικός ορισμός του Δημιουργού, βλ. “Φίληβο” ή “Τίμαιο”.
7. Καρανικόλα, Π. Κ. Μητροπολίτου Κορίνθου. “Γνόφος Αγνωσίας”. Αθήνα,
Αστήρ, 1980.
8. Περί Μυστικής Θεολογίας, κεφ. 4ον, στο “Γνόφος Αγνωσίας”.
9. Περί Μυστικής Θεολογίας, κεφ. 5ον, στο “Γνόφος Αγνωσίας”.
10. Επιστολή Ε΄ Διονυσίου Αρεοπαγίτου προς Δωρόθεον Διάκονον, στο “Γνόφος Αγνωσίας”.
11. Πλάτωνος Συμπόσιο.
12. Θέση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και των «ησυχαστών» του Αγίου Όρους (Βλ. «Η Εμπειρία του Ακτίστου Φωτός στους Βίους των Αγιορειτών Αγίων» του Ελευθ. Χαραλαμπίδη. Διδακτορική Διατριβή στο ΑΠΘ 1999. Εθνικό αρχείο Διδακτορικών Διατριβών).
13. Θέση του μοναχού Βαρλαάμ (Βλ. «Η Εμπειρία του Ακτίστου Φωτός στους Βίους των Αγιορειτών Αγίων» του Ελευθ. Χαραλαμπίδη. Διδακτορική Διατριβή στο ΑΠΘ 1999. Εθνικό αρχείο Διδακτορικών Διατριβών).
14. Βλ. «Η Εμπειρία του Ακτίστου Φωτός στους Βίους των Αγιορειτών Αγίων» του Ελευθ. Χαραλαμπίδη. Διδακτορική Διατριβή στο ΑΠΘ 1999. Εθνικό αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
15. Όπου γίνεται για πρώτη φορά αντιπαράθεση των δύο κριτηρίων (Βλ. π.χ. Παπανικολάου, Α.Κ. Πλάτωνος «Ρεόντων έλεγχος», Εξάντας, 2002).
16. Άποψη του Γρηγορίου Παλαμά (Βλ. σημείωση 12).
17. Π.χ. Griffiths R.R; Richards, W.A.; U. McCann, U. and Jesse, R. Psilocybin can occasion mystical-type experiences having substantial and sustained personal meaning and spiritual significance. Psychopharmacology. 2006, 187, 268-283.
18. Βλ. π.χ. «εισαγωγή» στο Παπανικολάου, Α.Κ. Πλάτωνος «Ρεόντων έλεγχος», Εξάντας, 2002.
19. Βλ. π.χ. Papanicolaou, A.C. The enigmatic deciphering of the neuronal code of word meaning. In C. Smith and H. Whitaker (Eds) Brain and mind: the ‘hard problem’ in the history of neuroscience. Springer series on the History, Philosophy and Theory of the Life Sciences. In Press.
20. Βλ. «εισαγωγή» Παπανικολάου, Α.Κ. Πλάτωνος «Ρεόντων έλεγχος», Εξάντας, 2002.
21. Παπανικολάου, Α.Κ. Πλάτωνος «Ρεόντων έλεγχος», Εξάντας, 2002.
22. Papanicolaou, A.C. The enigmatic deciphering of the neuronal code of word meaning. In C. Smith and H. Whitaker (Eds) Brain and mind: the ‘hard problem’ in the history of neuroscience. Springer series on the History, Philosophy and Theory of the Life Sciences. In Press.
23. Papanicolaou, A.C. «Beyond Eddington’s argument»: Integrative Psychological & Behavioral Science. In Press.
24. Παπανικολάου, Α.Κ. Περί Συναισθημάτων και Συγκινήσεων. Σύναψις, 2010,6: 65-68.
25. Βλ. π.χ. Papanicolaou, A.C. The enigmatic deciphering of the neuronal code of word meaning. In C. Smith and H. Whitaker (Eds) Brain and mind: the ‘hard problem’ in the history of neuroscience. Springer series on the History, Philosophy and Theory of the Life Sciences. In Press.
26. Κατά τον William James (The Varieties of Religious Experience: A Study in Human Nature. Being the Gifford Lectures on Natural Religion Delivered at Edinburgh in 1901-1902 (paperback), Classics, Library of America, 2010), οι επιπτώσεις της εμπειρίας αποτελούν το πλέον βάσιμο κριτήριο διαχωρισμού τους σε ψευδείς και αληθείς.
27. Βλ. π.χ. Gould, S. J. The Mismeasure of Man. New York: W. W. Norton & Company, 1981.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.