Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Παναγιώτης Ανδριόπουλος
Γενικός Ιατρός, Λέκτορας
Επιδημιολογίας και Πρόληψης
Νοσημάτων,Τμήμα Νοσηλευτικής
Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

σύναψις 32 [2014 – τόμος 10]

Τα ψυχοφάρμακα στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα

Η ιστορία της ιατρικής είναι ένα αρκετά παρεξηγημένο επιστημονικό αντικείμενο και η ιστορία της φαρμακολογίας, ως τμήμα της, προσεγγίζεται και αυτή συνήθως με στρεβλό τρόπο. Η θεραπευτική είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ιατρικής θεωρίας που ήκμασε και παρήκμασε ανά τους αιώνες, οι ιστορικοί της ιατρικής τείνουν ωστόσο να παραβλέπουν ή να υποτιμούν αυτό το τμήμα όταν μελετούν τα θεωρητικά σχήματα παλαιότερων εποχών. Η κυρίαρχη εξήγηση για αυτές τις προσεγγίσεις είναι πως οι παλαιότερες θεραπευτικές απόπειρες αξιολογούμενες με τις παρούσες γνώσεις περί χημείας και βιολογίας, φυσιολογίας και ανατομίας, δεν φαίνονται αποτελεσματικές. Έτσι, ενώ οι περιγραφόμενες από τους παλαιότερους συγγραφείς ανακαλύψεις σε ζητήματα π.χ. ανατομίας θεωρούνται σημαντικές και έγκυρες, οι αντίστοιχες θεραπευτικές προτάσεις παραβλέπονται ή παρακάμπτονται με εξηγήσεις της μορφής «φαινόμενο placebo».1 Ο Οwsei Temkin, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της ιατρικής, έχει διατυπώσει τις ενστάσεις του για αυτές τις προσεγγίσεις ήδη από το 1964.2

Η μελέτη της θεραπευτικής των παλαιότερων αιώνων εμφανίζει επιπλέον δυσκολίες, καθώς χρησιμοποιεί ορολογία και μεθόδους που δεν μας είναι πλέον οικίες, όπως οι αντίστοιχες ανατομικές για παράδειγμα. Έτσι η μελέτη ενός κεφαλαίου της χρήσης φαρμακευτικών παραγόντων τον 19ου αιώνα τόσο από φαρμακολογική όσο και από θεραπευτική σκοπιά φαντάζει ιδιαίτερα προκλητική. Η χρήση θεραπευτικών μέσων για τους ψυχικά ασθενείς είναι προφανές πως τροποποιήθηκε δραματικά τον 19ο αιώνα, αν αναλογιστούμε τις αλλαγές τόσο στη φαρμακολογία όσο και στη διαμόρφωση της ψυχιατρικής νοσολογίας. Η θεραπευτική απόπειρα δεν περιοριζόταν βέβαια μόνο στη χρήση φαρμάκων, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε πως η καθιέρωση και γιγάντωση του θεσμού του ασύλου ήταν θεωρητικά επενδυμένη με τη χρήση του ως αποτελεσματικού θεραπευτικού μέσου.3 Ωστόσο η θεραπευτική απόπειρα ήταν πάντα συνυφασμένη με τη χορήγηση φαρμάκων και αυτήν την πλευρά της θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε στην πορεία του 19ου αιώνα στην Ελλάδα.4

Η επιστημονική σκέψη στον ευρύτερο ελληνικό χώρο την περίοδο της τουρκοκρατίας είναι ένα αντικείμενο που έχει επανειλημμένα απασχολήσει την ιστορική έρευνα και παραμένει ακόμη ανοιχτό.5 Οι δυσκολίες που παρουσιάζει η προσέγγιση της επιστημονικής σκέψης γενικά, αλλά και της ιατρικής ειδικότερα, είναι πολλές και σε αρκετά σημεία ανυπέρβλητες: Δεν υπήρχαν επίσημοι θεσμοί διακίνησης της γνώσης ούτε και κάποιας μορφής επίσημη καταγραφή των πράξεων και των πρακτικών που επικρατούσαν. Οι περισσότεροι ερευνητές έχουν προσπαθήσει να προσεγγίσουν την εποχή μέσα από τα κείμενα που έχουν διασωθεί και εκεί ακριβώς εντοπίζεται ένα ακόμη πρόβλημα, καθώς οι περισσότερες καταγραφές, ιδιαίτερα μέχρι τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, είναι χειρόγραφες. Προς τα τέλη του 18ου αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες έντυπες προσπάθειες συγγραφής ιατρικών βιβλίων στην ελληνική γλώσσα, οι οποίες κατά κύριο λόγο πραγματοποιούνται στην ευρύτερη βαλκανική χερσόνησο και όχι στη σύγχρονη ελληνική επικράτεια.6 Η τυπογραφική αυτή μεταστροφή, η οποία συντελείται στην ευρύτερη περιοχή όπου δραστηριοποιείται το ελληνικό στοιχείο, τροποποιεί δραστικά τη διακίνηση των δεδομένων και την ικανότητα πρόσληψης των ερεθισμάτων από τους χώρους των εξελίξεων στην Ευρώπη. Η έντυπη συγγραφική δραστηριότητα δεν θα αργήσει να εμφανισθεί και στον χώρο του φαρμάκου, με πρώτο τον αρχιμανδρίτη Διονύσιο Πύρρο τον Θετταλό.

Ο Πύρρος αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της νεοελληνικής ιατρικής. Στα 76 έτη της ζωής του (1777-1853) ταξίδεψε πολύ στην ανατολική Μεσόγειο (Ιεροσόλυμα, Ελλάδα και Ιταλία), δημοσίευσε σειρά από έργα τόσο ιατρικά όσο και ευρύτερου ενδιαφέροντος –θεολογικά, αστρονομικά, γεωγραφικά, μαθηματικά και βοτανολογικά–, θήτευσε στις σχολές των Κυδωνιών, της Χίου και σπούδασε ιατρική στην Πάδοβα της Ιταλίας, δίδαξε στη μονή Πετράκη, αναμείχθηκε ενεργά στην επανάσταση θέτοντας επανειλημμένα τη ζωή του σε κίνδυνο, ίδρυσε χαρτοποιεία στη μετεπαναστατική Ελλάδα, διετέλεσε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της «εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας» και δεν συμμετείχε στο πανεπιστήμιο λόγω της «αντιπάθειας προς το πρόσωπό του» που όπως αναφέρει είχε η βαυαρική κυβέρνηση.7 Στην Κωνσταντινούπολη, το 1818, θα τυπώσει και τη «Φαρμακοποιία Γενική»,8 την πρώτη έντυπη Ελληνική φαρμακοποιία, όπως γράφει ο ίδιος ο Πύρρος στην αυτοβιογραφία του, που αποτελεί κατά μεγάλο μέρος μετάφραση της Pharmacopoea Generale του Luigi Brugnatelli από το 1809, μαθήματα του οποίου είχε παρακολουθήσει στην Πάδοβα. Ο Πύρρος αναφέρει μια σειρά θεραπευτικών οδηγιών για τις παθήσεις που μας απασχολούν. Έτσι συνιστά νερόν απ’ οξανθρακικόν οξύ του σιδήρου (υδατικό διάλυμα ανθρακικού οξέως με ρινίσματα σιδήρου) για τους υστερισμούς (παράγραφος 15 του κειμένου), πνεύμα καστόρχιου (αλκοολικό διάλυμα λίπους από την ουρά κάστορα) για υστερικά και ασθενικά πάθη (παρ. 33), πνεύμα της πορφυράς Διγιτάλης (πνεύμα είναι το διάλυμα σε αλκοολούχο ποτό, ο Πύρρος χρησιμοποιεί συνήθως κρασί) για την μανίαν (παρ.41), πνεύμα του Ελλέβορου για την μανίαν επίσης (παρ. 37), πνεύμα της Βαλεριάνας για τα νευρικά πάθη, κατάπλασμα του Σινάπεως (έμπλαστρο με σιναπόσπορο) για την μελαγχολικήν αποπληξίαν (παρ. 59), φώσφορο για την μελαγχολίαν (παρ.85), Τρυγία εμετικό9 για την μανίαν, μελαγχολίαν και υποχονδρίαν (παρ.152), ενώ το όπιο συνιστάται για χρόνια διάρροια, δυσεντερίαν, ανορεξίαν και εμετόν ασθενικόν (παρ. 66) και όχι ειδικά για κάποια από τις παραπάνω ψυχικές νόσους, αλλά και ως ναρκωτικόν και υπνωτικόν στην περιγραφή του Ρευστού Λαυδάνου.10

Στα 1831 θα εκδώσει για πρώτη φορά το δεύτερο μείζον ιατρικό του έργο, το Εγκόλπιον των Ιατρών.11 Στο τμήμα της Ιατρικής Θεραπευτικής περιγράφει περί τα τετρακόσια παρασκευάσματα, δίδοντας και πάλι αναλυτικές πληροφορίες για τη σύνθεση, τον τρόπο χορήγησης και τη δοσολογία, αλλά και μια συνοπτική περιγραφή των ενδείξεων χορήγησης. Η ταξινόμηση των παρασκευασμάτων στην Ύλη Ιατρική είναι και αυτή τη φορά αλφαβητική. Ο Πύρρος ξεκινά κάθε λήμμα με ορισμό και περιγραφή της κάθε μιας φαρμακοτεχνικής μορφής. Η ονοματολογία είναι και πάλι διπλή, ελληνική και ιταλική, έτσι ώστε να υπάρχει αναφορά και αντιστοίχιση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Οι συνταγές του είναι ως επί το πλείστον σύνθετες και πολύπλοκες και οι ενδείξεις γενικές και πολλαπλές. Για παράδειγμα, η παράγραφος 551 αναφέρεται στο Γλύκισμα Διασκόρδιο (Ελετουάριο διασκόρδιο), το οποίο άπτεται του θέματός μας:

«… Έπαρε μακροπίπερον και κανέλλαν καλήν ανά δρ.4, γην κατεκού της Ινδίας δρ.32, σκόρδον χόρτον, ρίζας των πεντάφυλλων και της γεντιανής ανά δρ. 16, κοπάνισε τας ύλας καλώς, έπειτα πρόσθες όπιον καλόν δρ. 5 (διαλυμένον πρότερον εις τον οίνον), μέλι καθαρόν δρ. 250, οίνον της Κύπρου, όσον φθάνει δια να κάμεις μίαν μάζαν μετρίας πήξεως. Εις κάθε δράμι τούτου περιέχεται εις κόκκος οπίου.

Χαρακτήρ: ευώδες, έχει μιαν γεύσιν δυνατήν και ξεχωριστήν.

Δύναμις: Δυναμωτικόν, ναρκωτικόν και στυπτικόν.

Μεταχείρισις; Είς πάθη νευρικά, εις πόνους της κάτω κοιλίας, εις την αυπνίαν, εις την διάρροιαν, λυεντερίαν και δυσεντερίαν και εις τα άλλα πάθη ασθενικής διαθέσεως…»12

Αντίστοιχα περιγράφονται το λαύδανον ρευστόν (laudanum liquidicum δηλαδή κανέλλα, γαρύφαλλο, όπιο και κρόκος σε λευκό κρασί) ως ναρκωτικόν, υπνωτικόν και ανώδυνον (παρ. 692), το μίγμα δροσιστικόν (εκχύλισμα κριθαριού και λεμονιών και νιτρικό κάλιο) για τον φρενίτη (μεταξύ άλλων, παρ. 708), το μίγμα ανθυστερικόν με βρυωνία (απόσταγμα χαμομηλιού με πνεύμα καστόρχιου (βλ. παραπάνω) και διάλυμα ελαφοκέρατος) εις υστερισμόν και λειποθυμίαν και συγκοπήν, μάλιστα των τρυφερών και καχεκτικών γυναικών (παρ.715), το πνεύμα ελαιώδες του Σύλβιου (φλούδες κίτρων και νερατζιών με κανέλλα, βανίλλια, ινδικό κάρυ, γαρύφαλλο, άλας αμμωνίας, σε διάλυμα οινοπνεύματος και κανέλλας και απόσταξη με άλας της τρυγίας (βλ. παραπάνω) μετά τίνας ημέρας) εις υστερισμόν και αδυναμίαν (παρ.763), το ποτόν εμετοκαθαρτικόν (παρ. 784, σύνθετο αλκοολούχο εμετικό) εις μελαγχολίαν και αντίστοιχες παρασκευές σε μορφή τροχίσκων (χαπιών): τροχίσκοι του Πρέρα εις μελαγχολίαν (παρ.872), ανθυστερικοί εις υστερισμόν (παρ. 881) κ.λπ.

Λίγα χρόνια αργότερα εκδίδεται στη Σμύρνη η «Ελληνική Φαρμακοποιία» του Γ. Φωτεινού.13 Το βιβλίο αναφέρει στο πρώτο μέρος του 1860 λήμματα στο λεξικό της Φαρμακοποιίας.14 Το αξιοσημείωτο του έργου αυτού είναι η αναλυτική παρασκευή της μορφίνης, του μορφινίου όπως το ονομάζει, του πρώτου αλκαλοειδούς όπως περιγράψαμε, και μάλιστα σε δύο διαφοροποιημένες συνταγές, η μια εκ των οποίων είναι αυτή του W. Sertürner.

Λίγα χρόνια πριν, στο ελληνικό βασίλειο πια, ιδρύεται το «Ιατροσυνέδριο», τον Μάιο του 1834. Το Ιατροσυνέδριο απαρτίζεται κατ’ αρχήν από βαυαρούς επιστήμονες που έχουν έλθει στην Ελλάδα, αλλά σύντομα θα συμμετάσχουν και Έλληνες, όταν πια θα έχει ιδρυθεί το πανεπιστήμιο. Σκοπός του Ιατροσυνεδρίου ήταν να «συσκέπτεται εν συλλόγω περί των ιατρικών ζητημάτων της χώρας».15 Μεταξύ των πολλών άλλων δραστηριοτήτων του θα αναθέσει στα μέλη του Βούρο Ιωάννη, Λάνδερερ Ξαυέριο και Σαρτώριο Ιωσήφ να συγγράψουν την πρώτη επίσημη κρατική «Ελληνική Φαρμακοποιία».16 Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη τη Φαρμακευτική ύλη (Materia Pharmaceutica σελ 1-148), το Φαρμακευτικόν Τεχνικόν Μέρος (Technica Pharmaceutica σελ 149-336) και Δοκιμαστήρια (Reacentia). Και αυτή η φαρμακοποιία ακολουθεί μια αλφαβητική ταξινόμηση των διαφόρων παρασκευασμάτων ανά κατηγορίες (Βλ. Πίνακας 1), ενώ συνολικά αναφέρονται στο πρώτο μέρος 1174 φαρμακευτικά φυτά, απλές ανόργανες ενώσεις και σύνθετα παρασκευάσματα. Η Ελληνική Φαρμακοποιία είτε γιατί ήταν επίσημο κρατικό έργο, είτε γιατί προσπαθούσε να αποτελέσει ένα έργο αναφοράς στο χάος που περιγράφουν οι συγγραφείς στον πρόλογο δεν αναφέρει τίποτε περί δράσης και ενδείξεων των φαρμάκων, ούτε μια στοιχειώδη θεωρητική τοποθέτηση περί φυσιολογίας.

Ο Νικόλαος Κωστής, γεννημένος το 1805 στη Σμύρνη, με σπουδές ιατρικής στη Χαϊδελβέργη, νομίατρος Αττικής κατά τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση, διορίζεται ως τακτικός καθηγητής Μαιευτικής και Ιατρικής Ύλης στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ενεργό μέλος της επιστημονικής κοινότητας συμμετείχε από διάφορα αξιώματα στο βασιλικό Ιατροσυμβούλιο και δίδαξε τόσο στο Πανεπιστήμιο (Ιατρική και Φαρμακευτική) όσο και στα βραχύβια ιδρύματα της περιόδου 1835-1840.17 Ο Κωστής θα διδάξει «Ιατρικήν Ύλην», ενώ ο Λάνδερερ «Φαρμακευτικήν και Συνταγολογίαν».18 Το 1849 θα εκδώσει το σύγγραμμα Μαιευτικής του, ενώ το 1855 το «Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας»,19 όταν πια ο όρος φαρμακολογία έχει επικρατήσει και η έδρα του μαθήματος είναι ανεξάρτητη (1852). Το Εγχειρίδιον αποτελεί μια τομή στην ελληνική φαρμακολογία, η οποία στο μέσον πλέον του αιώνα μορφοποιείται σε ανεξάρτητο γνωστικό αντικείμενο με θεωρητικές και εμπειρικές βάσεις.

Τι είναι όμως φάρμακο κατά τον Κωστή; Στην εισαγωγή20 του Εγχειριδίου, ο συγγραφέας προχωρά σε μια αποσαφήνιση των όρων. Αντικείμενο της ιατρικής είναι η υγεία, ό,τι συντελεί στη διατήρησή της καλείται υγιεινό διαίτημα, ενώ ότι χρησιμοποιείται στην ανάκτησή της ίαμα και βοήθημα. Φάρμακα ονομάζονται «όσα, οπωσδήποτε εισελθόντα εις το νοσούν σώμα, μεταβάλλουσι δι’ ακαταλήπτου ως επί το πλείστον ημίν τρόπου την ενούσαν νοσεράν κατάστασιν και επάγουσι την υγείαν, μηδαμώς την του σώματος φύσιν υποδυόμενα». Άγνωστο λοιπόν πώς δρουν τα φάρμακα, τα οποία είναι μια μόνον κατηγορία των ιαμάτων που οφείλει να γνωρίζει ο ιατρός για να βοηθήσει στην ανάκτηση της υγείας.

Πώς λοιπόν ενεργούν τα φάρμακα κατά τον Κωστή; Τα φάρμακα ενεργούν τοπικά ή γενικά, άμεσα ή έμμεσα, ανταγωνιστικά ή συμπαθητικά. Η δράση τους εξαρτάται από την ηλικία του οργανισμού, το φύλο, την έξη (η έξη αντιστοιχεί στην κράση – λεμφική, φλεβική, αρτηριακή και νευρική κατ’ αντιστοιχία με τις φλεγματώδη, μελαγχολική, χολερική και αιματώδη του κλασικού σχήματος του μεσαιωνικού Γαληνισμού), το κλίμα, τις εποχές, τις συνήθειες του ατόμου, την ιδιοσυγκρασία, τη φαντασία και τις προλήψεις του, τις κοσμικές και γήινες επιρροές, τις βίου προαιρέσεις και επιτηδεύματα και τέλος από τις νοσηρές καταστάσεις καθ’ αυτές για τις οποίες χορηγούνται. Η μορφή χορήγησης, ο συνδυασμός των διαφόρων φαρμάκων, η ποσότητά τους και η οδός χορήγησης (πεπτικός σωλήνας, δέρμα, πνεύμονες, αιμοφόρα αγγεία, αισθητήρια όργανα και πάσχοντα μόρια του σώματος) διαμορφώνουν το θεραπευτικό αποτέλεσμα.21

«Τα ναρκωτικά φάρμακα, άτινα καλούνται και ανώδυνα, πραϋντικά, υπνωτικά κ.τ.λ., διακρίνονται των άλλων δια την ειδικήν και αρχικήν δύναμιν, ην έχουσιν επί του νευρικού συστήματος, και ιδίως επί του εγκεφάλου· μαρτυρείται δε η δύναμις αυτή ή εκ της ελαττώσεως ή εκ της στιγμιαίας διακοπής των ενεργειών τούτου […] χρησιμεύουσιν κυρίως προς το καταπραΰνειν τους πόνους και καταπαύειν την αϋπνίαν, αμφότερα λίαν οχληρά, όταν συμπλέκονται προς πολλά των νοσημάτων».22 Τα ναρκωτικά επιδρούν περισσότερο ή λιγότερο επί της πλαστικής δυνάμεως και διακρίνονται σε καθαρά, πικρά και δριμέα. Τα φάρμακα αυτά λοιπόν δεν χρησιμοποιούνται μόνο για την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου, αλλά και για μια σειρά άλλων καταστάσεων. Τι άπτεται του αντικειμένου μας από αυτήν την κατηγορία; Ο υοσκύαμος (Hyoscyamus niger) και η υοσκιαμίνη αναφέρονται ως αναλγητικά, η ευθάλεια (Atropa Belladona) και η ατροπίνη για τις νευρώσεις, η ντατούρα (Datura Stramonium), αν και δεν επάγει ριζική ίαση, καταπραΰνει τους παροξυσμούς της παραφροσύνης, το όπιο ενδείκνυται στο τρομώδες παραλήρημα των αλκοολικών και στη «μανία των λεχωίδων και την μελαγχολία προσεγγίζουσαν, ιδίως μάλιστα όταν συνυπάρχει ταύτη και πάθησις των γεννητικών οργάνων οίον σατυρίασις, νυμφομανία κ.τ.τ», όπως και η μορφίνη, ιδιαίτερα δια της «ενδοδερμικής μεθόδου», ενώ η δακτυλίτις «εδοκιμάσθει επί τίνων νευρώσεων, όταν συνυπάρχει και ερεθισμός, καθώς π.χ. επί της μανίας και της επιληψίας…».

Τα πτητικά φάρμακα συγκροτούν μια ομάδα, η οποία έχει ως κοινό στοιχείο την ενέργεια επί του οργανισμού «ένεκα του πτητικού τους χαρακτήρος […δρουν] αυξάνοντας την αισθητικότητα, ώσπερ και την επίδρασιν αυτής επί της ερεθισιμότητος και επομένως διεγείροντα τα φαινόμενα της ζωής […αυτή είναι] η ενέργεια αυτών επί του νευρικού συστήματος».23 Από αυτά η νάρδος (Valeriana officinalis) χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της νεύρωσης της «συνιστάμενης εις σειράν αορίστων συμπτωμάτων, αρχομένων από βραχυτάτης και παροδικής δυσθυμίας ή μελαγχολίας και αφικνουμένων πολλάκις εις δεινότατον παροξυσμόν, ον οι μεν αρχαίοι δικαίως επωνόμασον υστερικόν πάθος, οι δε νεώτεροι καλούσι σπασμούς, υποχονδρίαν κ.τ.λ.» το μελισσόφυλο (Melissa officinalis) «ωφελείν κατ’ εξοχήν τους υποχονδριακούς, τας υστερικάς γυναίκας, τους αδυνάτους και νευρικούς», όπως και το μάρον (Teucrium Marum). Οι διάφοροι αιθέρες και το χλωροφόρμιο που επίσης συμπεριλαμβάνονται στα πτητικά πνευματώδη φάρμακα περιγράφονται μόνο ως αναισθητικά, ενώ στα πτητικά ζωικά, το καστόριον (η ουσία που περιέχει πτητικόν έλαιον την καστορίνην) «μεταχειρίζεται προς θεραπείαν πολλών νευρικών και σπασμωδικών παθών, οίον ο υστερισμός, η υποχονδρία, οι νευρικοί παλμοί, ο σπασμωδικός λυγμός, η επιληψία, το νευρικόν άσθμα…». Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε πως αναφέρεται και το βρώμιο και βρωμιούχο κάλιο, αλλά περιγράφονται μόνο οι γνωστές εκείνη την περίοδο ισχυρές διαβρωτικές και τοξικές τους ιδιότητες,24 ενώ δεν παραλείπει να καταγράψει και την παλαιότερη χρήση της ρίζας μέλανος και λευκού ελλεβόρου, όπως και του απομονωθέντος από τον δεύτερο αλκαλοειδούς βερατρίνη για τη μανία και μελαγχολία, επισημαίνοντας την προοδευτική εγκατάλειψη της χρήσης τους.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Γ. Ζαβιτσιάνος, καθηγητής Φαρμακευτικής Χημείας και Συνταγολογίας, θα εκδώσει τη Συνταγολογία του25, με την οποία θα προσπαθήσει να βάλει μια τάξη στο χάος της συνταγογράφησης, των ονομασιών και των μονάδων μέτρησης. Στη Συνταγολογία, φάρμακο «καλείται η ουσία εκείνη, ήτις εισερχόμενη εν τω οργανισμώ, ή εις επαφήν προς τα όργανα του σώματος φερόμενη, δεν μεταστοιχειούται, αλλά τροποποιουμένη, ενεργεί είτε δια μόνης της παρουσίας αυτής, είτε και δι’ αλλοιώσεως αυτής, εντός αυτών των οργάνων γινομένης».26 Ο ορισμός αυτός, γραμμένος από κάποιον με κατά κύριο λόγο γαλλόφωνες σπουδές, είναι σαφές πως διαφοροποιείται από τις βιταλιστικές απόψεις του Κωστή και κινείται προς μια πιο υλιστική θεώρηση, η οποία, αν και υφέρπουσα, είναι σαφές πως απομακρύνεται από κάθε έννοια «οργανικής» και «ανόργανης» φύσης και ζωτικής δύναμης προς μια πιο εργαστηριακά προσανατολισμένη προσέγγιση της έννοιας του φαρμάκου.

Τη θέση του Ν. Κωστή στο πανεπιστήμιο θα πάρει ο από το 1856 έκτακτος καθηγητής Θεοδ. Αφεντούλης. Ο Αφεντούλης, κλινικός ιατρός ων, υιοθετεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακόμη και σήμερα άποψη περί ιατρικής: «Η ιατρική αδιαίρετον κράμα θεωρίας και πείρας αεί ευρίσκεται εν τω γίγνεσθαι· ό,τι χθες εθεωρείτο ως αληθές, σήμερον αμφισβητείται και ίσως αύριον αποδειχθεί εσφαλμένον. Ουαί τω ιατρώ, ου η διάνοια απεκρυσταλλώθει περί τα άπαξ μεμαθημένα, τρις δε ουαί τω διδάσκοντι αεί τα αυτά περί των αυτών»27. Η άποψη αυτή, σε συμφωνία με τη θέση του F. Magendie περί “science à faire”,28 μας δείχνει πόσο μακριά από δόγματα και απόλυτες θέσεις κινείται ο συγγραφέας, άποψη που ενισχύεται μελετώντας τη Φαρμακολογία του.

Ο Αφεντούλης αφιερώνει τον μισό περίπου τρίτο τόμο του έργου (άνω των 370 σελίδων) στα ναρκωτικά φάρμακα. Αυτά ορίζονται ως «…φάρμακα, προ παντός άλλου ναρκούντα, ήτοι φέροντα εξασθένησιν και διαστροφήν ή και παντελή καταστροφήν της λειτουργίας των νεύρων, των τε προϊσταμένων της αισθήσεως και των της κινήσεως και δη και των της νοήσεως αυτής, άρα και σύμπαντος του εγκεφαλονωτιαίου άξονος των νεύρων…».29 Τα φάρμακα αυτά είναι ετερόκλητο σύνολο, φυτικών προϊόντων, αερίων, μετάλλων και σύνθετων ουσιών, απλών και πολύπλοκων. Η συγκρότηση σε μια κατηγορία γίνεται με βάση «όσα ως τοιαύτα τε ενεργούσι και ως τοιαύτα είναι εν χρήσει ιαματική». Πώς ενεργούν αυτά τα φάρμακα δεν είναι γνωστό, αλλά οι απόψεις πως διαταράσσουν τη λειτουργία των νεύρων δίχως να τροποποιούν τη δομή είναι, κατά τον συγγραφέα, λάθος. Μετά τη σύγχρονη παθολογική ανατομία, αλλά ακόμη και κατά τον Γαληνό, μας λέει ο Αφεντούλης, «μηδεμίαν μηδέποτε βλάπτεσθαι ενέργειαν άνευ του πεπονθέναι το ποιούν μόριον». Η ενέργεια αυτή σε εμάς είναι εμφανής μέσω της υπεραιμίας, ενώ η τοπική ενέργεια παραμένει άγνωστη. Όσον αφορά το πότε ενδείκνυνται αυτά, ο συγγραφέας είναι σαφής: «α) όταν θέλουμε να φέρωμεν αναισθησίαν είτε καθολοκήν είτε τοπικήν, οίον να πορίσομεν ύπνον, ή να παρασκευάσομεν τω αρρώστω ησυχίαν, ή να πραΰνομεν πόνους και αισθήματα οχληρά, β) όταν θέλωμεν να χαλάσωμεν νοσηράς κινήσεις των μυών, καθολικάς, ή τοπικάς, προαιρετικάς τε και αβουλήτους…». Τα ναρκωτικά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, σε καθ’ όλου και κατ’ εξοχήν αναισθητικά και ανώδυνα, σε διεγερτικά σπασμών τετανικών και σε ναρκωτικά δριμέα με δράση επί των νεύρων συμμιγή των ανωτέρω. Τα φάρμακα που μας αφορούν εδώ είναι τα κυρίως ναρκωτικά ή ανώδυνα.

Σε αυτό το κεφάλαιο των κυρίως ναρκωτικών, η μελέτη του οπίου καταλαμβάνει τις πρώτες 83 σελίδες, συγκροτώντας ουσιαστικά μια πλήρη καταγραφή και σχολιασμό κάθε γνωστής πληροφορίας για αυτό και τα παράγωγά του. Το όπιο κατά τη χημική του ανάλυση βρέθηκε πως περιέχει 21 αλκαλοειδή με σημαντικότερα τη μορφίνη (C17H19NO3+H2O) από την οποία παράγεται η απομορφίνη (C17H17NO3) και η οξυδιμορφίνη (C34H36N9O6), την κωδεΐνη (C18H21NO3+H2O).

Οι θεραπευτικές χρήσεις του οπίου είναι πολλές και εκτείνονται σε σειρά παθήσεων όλων των συστημάτων, σε σημείο που ο Αφεντούλης ξεκινά την παρουσίασή τους με τον αφορισμό πως «ο το όπιον αγνοών αυτό δη τούτο αγνοεί, την ιατρικήν τέχνην». Οι ενδείξεις του δε συγκεντρωτικά αφορούν σε όλες τις περιπτώσεις υπερβολικής διέγερσης κεντρικού και περιφερικού νευρικού συστήματος, αλλά και σε κάθε περίπτωση πρόκλησης αναισθησίας και ύπνου. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι επιθυμητό σε καταστάσεις νευραλγιών, ποικίλων φλεγμονών, παντός είδους σπασμών και επιπλέον επί τρομώδους παραληρήματος των αλκοολικών, αλλά και αναλγησίας σε περιπτώσεις περιτονίτιδας, ρευματισμών και καρκίνου. Στις ψυχικές νόσους διδόμενον ήδη εκ των χρόνων του Γαληνού (όρ. τα περί θηριακής βιβλ. του Γαληνού) και μάλιστα κατά της μελαγχολίας και της λυπομανίας, ενδείκνυται το όπιον, όταν αϋπνία παρή και προκάρδιος στενοχωρία μεγάλη, αυτή η τα μάλιστα αποσοβούσα τον ύπνον και εμβάλλουσα τους φρενοβλαβείς εις αδιάπαυστον ταραχήν. Ανύει δε κατά της μανίας της διηνεκούς η μορφίνη, μάλιστα υπό το δέρμα εγχυομένη δια το αδύνατον του καταναγκάσαι τους μανιακούς εις λήψιν φαρμάκων. Ο Αφεντούλης κλείνει την αναφορά του στο όπιο με κατηγορηματικούς κανόνες χρήσης του φαρμάκου: Πρέπει να είναι καλά σταθμισμένη η ένδειξη χρήσης, να επιτηρείται ο ασθενής μετά τη χορήγηση, να υπάρχουν εύκαιρα διεγερτικά φάρμακα, να εξετάζεται η ευαισθησία του ασθενούς στο όπιο, να χρησιμοποιείται σταδιακά αυξανόμενη δοσολογία μορφίνης αρχόμενη από ελάχιστες ποσότητες.

Στη συνέχεια του κεφαλαίου αναλύονται περί τις 31 κατηγορίες φαρμάκων που παρουσιάζουν την κατά τον συγγραφέα ναρκωτική δράση που περιγράψαμε παραπάνω. Δεν θα μείνουμε σε λεπτομέρειες, αλλά είναι απαραίτητο να επισημάνουμε κάποια χαρακτηριστικά σημεία. Η ανθούσα πόα της ινδικής καννάβεως λόγω των ρητινών που περιέχει χρησιμοποιείται ως υπνωτικό και ως καταπραϋντικό προς την μανίαν σε συνδυασμό με βρωμιούχο κάλιο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω δράσης επί των προσθίων λοβών του εγκεφάλου, άτε φέρουσα υπεραισθησίας εν αρχή, έπειτα νάρκην και ύπνον· ενεργεί δε και επί της παρεγκεφαλίδος, άτε διεγείρουσα την γενετήσιον ορμήν και προκαλούσα ονειρωγμούς και εν τη νάρκη της μέθης, τελευταίον δ’ ενεργεί και επί του ραχίτου, άτε προκαλούσα μεν εν αρχή κινήσεις βιαίας, είτα δε ναρκούσα παντελώς πάσαν κίνησιν.30 Η δράση εξηγείται δηλαδή μέσω άμεσης ενέργειας του φαρμάκου επί του κεντρικού νευρικού συστήματος, αν και ο συγγραφέας αποφεύγει να σχολιάσει με ποιο τρόπο ενεργεί το φάρμακο, καθώς δεν γνωρίζει και, όπως έχει δηλώσει και στην εισαγωγή, αποφεύγει κάθε υποθετική γενίκευση. Στο βρωμιούχο κάλιο που ακολουθεί αποδίδονται μεταξύ άλλων αντιεπιληπτικές και αναλγητικές δράσεις. Ο υοσκύαμος και η υοσκυαμίνη αναφέρεται πως δρουν και ως υπνωτικά φάρμακα, ενώ οι διάφοροι αιθέρες (αιθυλικός, οξικός, νιτρώδης κ.ά.) ως αναισθητικά, όπως και το χλωροφόρμιο. Η τελευταία κατηγορία που θα αναφέρουμε είναι η ένυδρη κρυσταλλική χλωριάλη (χλωράλη): «Προς ιδιοποθείς ψυχικάς νόσους, οίον μανίαν και μελαγχολίαν, τας συνοδευομένας υπ’ αϋπνίας πολλής, αποδεδειγμένον υπάρχει, ότι ευδοκιμεί η χλωριάλη πλείον της μορφίνης, τουλάχιστον ως πραϋντικόν των παροξυσμών και της παρομαρτυρούσας αϋπνίας και της προκαρδίου στενοχωρίας. Λέγεται, ότι δια της καθ’ ημέραν χρήσεως του φαρμάκου υποστρέφει ο εγκέφαλος των μανιακών επί ποσόν εις το κατά φύσιν ή καν πραΰνεται η βία του ψυχικού πάθους. Αλλά δύσκολον όμως το καταναγκάσαι τους μανιακούς εις λήψιν φαρμάκων· διο και, όπου δυσκολία τοιαύτη, κρείττον το καταφυγείν εις ενέσεις μορφίνης και υοσκίνης».31

Η Φαρμακολογία του Αφεντούλη είναι ένα σύγγραμμα που οριοθετεί μια νέα εποχή στην Ελληνική φαρμακολογία. Αφενός αποφεύγει κάθε συστηματική θεωρητική τοποθέτηση, αφετέρου προσπαθεί να επικεντρώσει στα πειραματικά δεδομένα από το εργαστήριο και από τη χρήση των φαρμάκων, ιδιαίτερα σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Το έργο θα επανεκδοθεί λίγα χρόνια αργότερα (1883) δίχως ουσιαστικές μεταβολές, αλλά στην τρίτη έκδοση του 1890, και ενώ ο συγγραφέας είναι πια σε προχωρημένη ηλικία, η Φαρμακολογία ανανεώνεται σε μεγάλο βαθμό. Οι βοτανολογικές και φυσιοδιφικές πληροφορίες απομακρύνονται και τα κείμενα για κάθε ουσία συντομεύονται. Σε αυτή την έκδοση κάνουν την εμφάνισή τους η κοκαΐνη ως τοπικό αναισθητικό, το γενικό αναισθητικό χλωριούχο αιθυλαίνιο, τα νιτρώδη32 και τα νεώτερα υπναγωγά, όπως η θειονάλη (Sulfonal), η μεθυλάλη, και το ένυδρο αμυλαίνιο,33 ενώ ούτε τώρα τοποθετείται για τον τρόπο δράσης της χλωράλης. Λίγα χρόνια αργότερα μεταφράζονται και κυκλοφορούν τα Στοιχεία Φαρμακολογίας του An. Manquat,34 μια φαρμακολογία γαλλικής προέλευσης. Το έργο αυτό, το οποίο μεταφράζεται αρκετά πιστά, με μόνη παράλειψη τη μεταφορά κάποιων χημικών τύπων,35 δεν διαφέρει ιδιαίτερα σε δομή και παρουσίαση των διαφόρων φαρμάκων από τη Φαρμακολογία του Αφεντούλη. Έτσι στην κατηγορία των υπνοφόρων ή ναρκωτικών περιγράφονται όλες σχεδόν οι ενώσεις που έχει καταγράψει και ο Αφεντούλης, με την προσθήκη βεβαίως της παραλδεΰδης και των νεώτερων υπνωτικών. Η παραλδεΰδη δε, τοποθετημένη στα άμεσα υπνοφόρα, ενδείκνυται ως εξαιρετικόν υπνωτικόν εις τινάς μορφάς αϋπνίας μετ’ αλυσμού απαντώσας κατά την διαδρομήν εγκεφαλικών παθήσεων και επί σπασμωδών νευρώσεων (επιληψία, υστερισμός), αλλά και ως θεραπεία της μορφινομανίας.36 Ακόμη περιγράφονται οι απογοητευτικές επιδόσεις της ουρεθάνης, της ουράλης, της σομνάλης και της υπνόνης επί των φρενοπαθών, ενώ η μεθυλάλη αναφέρεται πως ευδοκιμεί εν γένει κατά την ακμαίαν περίοδον των απαλών τούτων μορφών παραφροσύνης και εν ταις αϋπνίας ταις συνδεομέναις προς την απλήν άνοιαν, της εξ αθηρωματώσεως άνοιαν και την παραλυτική άνοιαν. Η δε θειονάλη, αποβλέπει εις την νευρικήν αϋπνίαν, την νευρασθένιαν και τον υστερισμόν, όπως και η τριονάλη. Στα Στοιχεία Φαρμακολογίας είναι πια σαφής ο προσανατολισμός προς τα δεδομένα που προέρχονται από δοκιμές των φαρμάκων στους ασθενείς και από εργαστηριακά πειράματα, ενώ πρακτικά εκλείπουν οι θεωρητικές αναφορές και τα συνολικά εξηγητικά σχήματα. Έχουμε λοιπόν έναν χαρακτήρα θετικισμού που διαπνέει το έργο, ο οποίος δεν επιχειρεί να δώσει γενικές απαντήσεις, αλλά να περιγράψει συγκεκριμένες παρατηρήσεις, βασισμένος προφανώς στις αρχές της πειραματικής ιατρικής του Claude Bernard.

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον σε αυτή τη στροφή είναι πως αφενός μεν δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση πως εγκαταλείπονται πρακτικές αιώνων, αφού για παράδειγμα στην περίπτωση των ψυχικά ασθενών θεραπευτικός στόχος παραμένει η καταστολή και ύφεση των συμπτωμάτων, αφετέρου δε αυτή η «επιστημονική» στροφή στη χημεία και τα προϊόντα της οδηγεί σε μια εκ νέου πολυφαρμακία, το ίδιο ανεξέλεγκτη και αγνώστου αποτελεσματικότητας με τα παλαιότερα πολύπλοκα μείγματα. Είναι χαρακτηριστικό πως στο εγχειρίδιο θεραπευτικής Τα Νέα Φάρμακα του Αν. Δαμβέργη37 περιγράφονται 46 φάρμακα με αναισθητική δράση, 18 με ναρκωτική, 78 για νευραλγίες, 25 για νευρασθένεια, 15 για νευρικές παθήσεις, 42 υπνωτικά, 18 για υστερισμούς, 8 για φρενοπάθειες και 4 για μανία, επί συνόλου 1749 φαρμάκων,38 κάτι που δεν διαφοροποιείται στην έκδοση του 1904, αλλά δεν απέχει και από την καταγραφή των θεραπευτικών σκευασμάτων της πρώτης έκδοσης του Merck Manual.39 Ο Δαμβέργης, καθηγητής Φαρμακευτικής Χημείας επί δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο, με σπουδές σε Ελλάδα και Γερμανία, απετέλεσε σημαντική μορφή στη λειτουργία της Φαρμακευτικής Σχολής και συμμετείχε μεταξύ άλλων και στην επιμέλεια και έκδοση της 2ης έκδοσης της ελληνικής Φαρμακοποιίας το 1924.40

Πέραν όμως των φαρμακολόγων θα προσπαθήσουμε τώρα να ανιχνεύσουμε την κλινική χρήση των φαρμάκων αυτών. Με την πάροδο των ετών, τα γενικά έργα παθολογίας εγκαταλείπουν τόσο τον γενικό αυτό ορισμό των νευρώσεων, όσο και τις αναφορές στα αμιγώς ψυχιατρικά θέματα. Στο «Θεραπευτικόν εγχειρίδιον» του Κ. Χατζίσκου, έργο του 1875,41 ο συγγραφέας στο τρίτο μέρος του έργου όπου αναφέρεται στα νοσήματα του νευρικού συστήματος απουσιάζουν δηλαδή όλες οι «φρενίτιδες νόσοι». Ανάλογη εικόνα έχουμε και στο «Εγχειρίδιον γενικής παθολογίας και διαγνωστικής» του Leon Moynaç που εκδίδεται το 1887.42

Λίγα χρόνια μετά τη αυτονόμηση της αντίστοιχης έδρας, ο Μ. Κατσαράς, καθηγητής πλέον νευρολογίας και ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, εκδίδει το σχετικό σύγγραμμά του.43 Η ψυχιατρική αποτελεί ένα τμήμα του δεύτερου τόμου (σελ 357-674). Ο Κατσαράς αν και υιοθετεί τον όρο ψυχιατρική, αναφέρεται στις ψυχικές νόσους ως «φρενίτιδες νόσοι» και στους ψυχιάτρους ως «φρενολόγους», ενώ δεν συναντούμε πουθενά στο έργο τον όρο ψύχωση. Αυτή η στάση του συγγραφέα μπορεί ίσως να εξηγηθεί από τις αντιδράσεις που ακολούθησαν την έκδοση των έργων του Σ. Αποστολίδη,44 αλλά και από το γεγονός πως ο Κατσαράς διετέλεσε μαθητής του Val. Magnan και είναι τέκνο της γαλλικής ψυχιατρικής σχολής, η οποία δεν υιοθέτησε άμεσα την γερμανική ορολογία. Όταν δε θα αναφερθεί στα επιτεύγματα του 19ου αιώνα, επιφυλάσσει ειδική μνεία πέραν του Magnan, στον Morel και το δόγμα του εκφυλισμού, στην αποσαφήνιση της προϊούσας γενικής παράλυσης και τους γερμανούς σωματιστές ψυχιάτρους, καθώς «η ψυχιατρική επιστήμη τα μάλιστα παρεκωλύθη εν τη αναπτύξει αυτής κατ’ ακολουθίαν των μεταφυσικών και ψυχολογικών τάσεων».45 Ο Κατσαράς λοιπόν, σαφώς ακόλουθος του θετικιστικού επιστημολογικού προτάγματος της εποχής του, θεωρεί ότι τα ψυχικά πάθη έχουν έδρα τον εγκέφαλο και υπό αυτό το πρίσμα τα προσεγγίζει. H Ψυχιατρική περιέχει αναλυτικές θεραπευτικές προτάσεις για κάθε σχεδόν νοσολογική κατηγορία που περιγράφει. Οι θεραπείες που περιγράφει διακρίνονται σε ψυχικές και φυσικές με ιδιαίτερες λεπτομέρειες για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται ο πάσχων ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Βέβαια σχεδόν πάντοτε αναφέρονται η απομόνωση, ο περιορισμός της ελευθερίας κινήσεων του ασθενή και η προσπάθεια «καθησυχάσεως του εγκεφάλου», τουλάχιστον για τις «απλές φρενίτιδες νόσους». Τα φάρμακα που χρησιμοποιεί μπορούμε να πούμε πως περιλαμβάνουν όλα όσα αναφέραμε παραπάνω. Σε «μελαγχολία και μελαγχολικάς καταστάσεις» για παράδειγμα, προτείνει τη χρήση οπίου, μορφίνης, υπνωτικών, όπως η χλωράλη, η θειονάλη, η παραλδεΰδη και η τριονάλη. Οι αναφορές του όμως δεν περιορίζονται απλώς στην παράθεση των φαρμάκων όπως οι παλαιότερές μας περιγραφές. Στην κατηγορία της «μελαγχολίας» και πάλι είναι εμφανές το σκεπτικό του: «Δια της χρήσεως των παντοδαπών φυσικών μέσων σκοπούμεν πρώτον να καθησυχάσωμεν τον εγκέφαλον και να πραΰνωμεν την αλγεινήν κατάθλιψην, δεύτερον δε ν’ ανορθώσωμεν την πεπτωκυΐαν θρέψιν και να βελτιώσωμεν την καθόλου κατάστασιν του μελαγχολικού, και τρίτον να καταπολεμήσωμεν τα εκ της διαταραχής των διαφόρων οργανικών λειτουργιών συμπτώματα».46 Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με κατάκλιση, θερμά λουτρά και φάρμακα. Κατ’ αρχήν τα οπιούχα σε προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις γιατί «ου μόνον καταπραΰνομεν το νευρικόν σύστημα, αλλά και τονούμεν αυτό και την κυκλοφορίαν τ’ εγκεφάλου και την καθόλου βελτιούμεν και ταχύτεραν καθιστώμεν την επιτέλεσιν των διαφόρων εγκεφαλικών λειτουργιών και κατ’ ακολουθίαν μείζονα διαύγειαν διανοητικήν παρατηρούμεν και τη καθ’ όλου θρέψει επικουρούμεν».47 Στη μορφίνη καταφεύγει στις «δεινότερες» μορφές, γιατί αν και πιο αποτελεσματική εμφανίζει σοβαρές παρενέργειες (εμέτους, καρδιοαναπνευστική καταστολή, τοπικά αποστήματα και φλεγμονές και μορφινομανία), ενώ αν οι προσπάθειες σίτισης για την ενδυνάμωση του ασθενή δεν καρποφορήσουν συνιστά τη θρέψη με ρινογαστρικό σωλήνα («δια της ρινός καθετηριασμόν»), την οποία και περιγράφει αναλυτικά. Για την αντιμετώπιση των διαταραχών των οργανικών λειτουργιών επίσης χρησιμοποιεί φαρμακευτικά μέσα, τόσο για την κινητοποίηση του πεπτικού συστήματος (καθαρτικά και εμετικά παρασκευάσματα, κόκκους καφέ ή διαλύματα καφεΐνης) και βέβαια τα υπνωτικά που αναφέραμε παραπάνω για την καταπολέμηση της αϋπνίας. Με παρόμοιο τρόπο συνιστά τη χρήση μορφίνης στην «καταπληξία», τα βρωμιούχα άλατα, η υδροχλωρική υοσκίνη και τα υπνωτικά (χλωράλη, παραλδεΰδη, θειονάλη) στη «μανία», θεραπείες που επαναλαμβάνονται και στις υπόλοιπες «απλές φρενίτιδες νόσους». Χαρακτηριστικό της προσέγγισης του Κατσαρά είναι πως κάθε ουσία έχει συγκεκριμένη δράση στο ανθρώπινο σώμα, χορηγείται για συγκεκριμένο λόγο και υποτίθεται πως θα έχει και συγκεκριμένο αποτέλεσμα, μια προσέγγιση δηλαδή που διαπνέεται και αυτή από το θετικιστικό πνεύμα της εποχής, το οποίο όμως δεν καταφέρνει να αποφύγει την πολυφαρμακία των παλαιότερων θεραπευτικών, παρά τη χρήση των νέων παραγόντων. Αυτό δεν είναι βέβαια πρόβλημα μόνο της ελληνικής ψυχιατρικής, αλλά αφορά σε ολόκληρη την ιατρική της εποχής. Εκεί όμως που το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των θεραπευτικών προσεγγίσεων αναδεικνύεται στην πραγματική του διάσταση είναι στο επόμενο κεφάλαιο του έργου, κατά τη διαπραγμάτευση του «εκφυλισμού και της εκφυλογενούς φρενίτιδος».48 Με τον ορισμό του εκφυλισμού ως «κατάστασιν παθολογικήν ότε μεν σύμφυτον ή επίκτητον, αλλά ως τα πολλά κληρονομικήν, χαρακτηριζομένην εκ μάλλον ή ήττον μεγάλης ελαττώσεως της ψυχικής τε και φυσικής αντιστάσεως του ανθρώπου και εκδηλουμένην δια φυσικών και ψυχικών στιγμάτων ως και ιδιαζούσης διανοητικής καταστάσεως, ως θεμελιώδης βάσις είνε η ανισορροπία» και την ανάλυση των επιμέρους στιγμάτων το πρόβλημα της αναποτελεσματικότητας παρακάμπτεται διακριτικά: Η «εκφυλογενής φρενίτις» υποδύεται, όπως πολύ χαρακτηριστικά γράφει ο Κατσαράς, τις παρακάτω καταστάσεις: μελαγχολία, μανία, καταπληξία, διανοητική σύγχυση, οξύ και υποξύ παραλήρημα, χρόνια παραληρήματα. Κάθε δηλαδή «απλή φρενίτις» μπορεί στην πραγματικότητα να είναι εκφυλογενής και φυσικά ως τέτοια δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί, καθώς η κληρονομικά εκφυλισμένη φύση του ασθενούς μειώνει δραματικά την πιθανότητα ανάρρωσης. Παρόμοια προβλήματα παρουσιάζουν βέβαια και οι «οργανικαί και νευρικαί φρενίτιδες νόσοι», ενώ οι δηλητηριάσεις είναι δυνητικά αναστρέψιμες.

Η προσέγγιση του Κατσαρά δεν ήταν μονήρης στην ελληνική ιατρική γραμματεία. Δυο χρόνια πριν ο Γ. Καρυοφύλλης εκδίδει το «Λεξικόν Ιατρικής».49 Ο Καρυοφύλλης είναι υφηγητής στο πανεπιστήμιο, με σπουδές στη Γαλλία. Έτσι τα λήμματα του λεξικού που αναφέρονται σε ψυχικές νόσους εμφανίζουν έκδηλες αναφορές στην Γαλλική σχολή. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αναφορά τους Baillarger, Falret, Morel και Magnan, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψή του περί θεραπευτικών μέσων: «Αι σκευασίαι του οπίου εισίν ενίοτε ωφέλιμοι, δέον όμως να γείνη χρήσις τούτων μετά περισκέψεως. Παραγγέλλουσι συνηθέστερον το λαύδανον εις δόσεις βαθμηδόν αυξομένας […] η μορφίνη εις υποδορείους ενέσεις είνε ανενεργής […] τα βρωμιούχα μόνα μικρόν παρέχουσι των συμπτωμάτων κατευνασμόν, ωφελούσι δ’ ουχ ήττον συνδυαζόμενα μετά της χλωριάλης […] εποπτευομένης όμως πάντοτε της λειτουργίας της καρδίας, εφ’ ής ενεργεί καταθλιπτικώς. Ως υπνωτικά επίσης ωφελούσιν η παραλδεΰδη, το θειονάλιον, το τριονάλιον, η χλωραλόση. Η υοσκυαμίνη θεωρείται ως δυνατόν κατασταλτικόν της μανικής διεγέρσεως». Ανάλογη είναι και η περιγραφή της μελαγχολίας,50 όπου μάλιστα ο συγγραφέας πέραν των ορισμών αναφέρεται και στη χρήση του όρου λυπομανία, αλλά και χρησιμοποιεί επίσης, μεταφράζοντας τον ορισμό του Griessinger, τον όρο νοσηρά καταθλιπτική συγκίνηση, χρησιμοποιώντας τον όρο κατάθλιψη για κάτι άλλο πέραν της καρδιακής λειτουργίας για πρώτη φορά από όσο καταφέραμε να ανιχνεύσουμε στη νεοελληνική ιατρική γραμματεία. Οι θεραπευτικές προτάσεις, όπως και οι αναφορές είναι αντίστοιχες με αυτές της μανίας, όπως άλλωστε και στα λήμματα περί παραληρήματος,51 υστερίας,52 φρεναπάτης και ψευδαισθήσεων.53 Το «Λεξικόν Ιατρικής» δεν είναι βέβαια ψυχιατρικό σύγγραμμα και τα λήμματα περί ψυχικών νόσων καταλαμβάνουν μικρό τμήμα των 2000 περίπου σελίδων του. Χρησιμεύει ωστόσο στη μελέτη μας καθώς αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο της διείσδυσης της γαλλικής ιατρικής στην Ελλάδα και στην κατανόηση της αποδοχής που έχαιρε η «Ψυχιατρική» του Κατσαρά, αλλά και των αντιστάσεων στις επιδράσεις της γερμανικής νοσογραφίας.

Οι ψυχοτρόπες φαρμακευτικές ουσίες του 19ου αιώνα αποτέλεσαν μια καινοτομία στην ιστορία της ιατρικής, η οποία είναι ενδεικτική της μεταστροφής της επιστημονικής σκέψης και της αλλαγής της ιατρικής πράξης που έλαβε χώρα την περίοδο αυτή: Η ανάπτυξη του εργαστηρίου, οι νέες φαρμακολογικές έννοιες, η δημιουργία της φαρμακοβιομηχανίας, οι μέθοδοι αξιολόγησης, αλλά και ο συνεχής πειραματισμός προς την ανεύρεση μιας θεραπείας η οποία θα μπορούσε να ανακουφίσει τους ψυχιατρικούς ασθενείς από την αναστάτωση, τη διέγερση και την αυτοκαταστροφή, προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου σύνθεση ουσιών, που αποτέλεσαν για δεκαετίες τις μόνες φαρμακευτικές λύσεις και που τροποποίησαν την προσέγγιση και αντιμετώπιση των ψυχιατρικών ασθενών. Οι περισσότερες προοδευτικά απεχώρησαν από τη θεραπευτική φαρέτρα,54 ωστόσο δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την επί πολλά χρόνια υιοθέτησή τους από την επίσημη ιατρική κοινότητα, καθώς και τη θέση τους στην ιστορία της φαρμακολογίας και της ιατρικής του 19ου αιώνα.

Τον 19ο αιώνα έχουμε τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, σε μια περιορισμένης έκτασης επικράτεια, δίχως σημαντικούς πόρους και με ανύπαρκτο θεσμικό πλαίσιο και προϋπάρχουσες δομές. Ουσιαστικά το νεοσύστατο κράτος δομείται εξ αρχής, βασισμένο κατά κύριο λόγο σε ανθρώπους, θεωρίες και θεσμούς που προέρχονται από την «πεφωτισμένη Ευρώπη». Κάθε ένας από αυτούς χαρακτηρίζεται από διαφορετικά στοιχεία, ανάλογα με την ακριβή χώρα προέλευσής του, με αποτέλεσμα οι απόπειρες εφαρμογής στη νεοελληνική πραγματικότητα να είναι προβληματικές, αποσπασματικές και συχνά αδύνατες, καθώς γίνονται σε ένα περιβάλλον που έχει να αντιμετωπίσει επιτακτικές λειτουργικές ανάγκες, αλλά προσπαθεί ταυτόχρονα να διαμορφώσει εθνική συνείδηση και ιδεολογία. Υπό αυτά τα δεδομένα, προσεγγίσαμε ένα συγκεκριμένο ερώτημα, ποια ήταν η χρήση των ψυχοτρόπων φαρμάκων τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα.

Η χρήση των ψυχοτρόπων φαρμάκων, όπως προσεγγίσθηκε από τις πηγές, μπορεί να διακριθεί σε δυο περιόδους: την εμφάνισή τους σε κείμενα γενικού ιατρικού ενδιαφέροντος, πριν από την αυτονόμηση των σχετικών επιστημονικών αντικειμένων, που συναντούμε μέχρι περίπου τα μέσα του αιώνα και την ύπαρξη στη συνέχεια ειδικών συγγραμμάτων περί φαρμακολογίας και ψυχιατρικής. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυρισθούμε πως η ελληνική επιστημονική κοινότητα άρχισε να λειτουργεί ως τέτοια μετά το 1850. Έτσι η έναρξη της δεύτερης περιόδου χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση των σχετικών πανεπιστημιακών εδρών, των ειδικών συγγραμμάτων και των περιοδικών εντύπων και κυριαρχεί μέχρι το τέλος του αιώνα. Το περιεχόμενο δε των φαρμακολογικών προσεγγίσεων επί του θέματος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί εκπληκτικά σύγχρονο των αντίστοιχων ευρωπαϊκών, μιας και συναντούμε προβληματισμούς, μεθοδολογικές προσεγγίσεις και θεραπευτικές προτάσεις που απασχολούν και τη διεθνή κοινότητα.

Η παρουσία ωστόσο των ψυχιάτρων γίνεται αισθητή τις τελευταίες μόλις δεκαετίες του αιώνα και οι προσεγγίσεις τους διαπνέονται από έναν πεσιμισμό, ο οποίος μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα αφ’ ενός της αδυναμίας του ασύλου να λειτουργήσει θεραπευτικά, ιδιαίτερα σε παραμελημένα περιστατικά, αφ’ ετέρου της επικράτησης των θεωριών της Γαλλικής σχολής περί εκφυλισμού, νοσολογικών οντοτήτων δηλαδή που εξ αρχής είναι αδύνατον να θεραπευθούν. Οι φαρμακευτικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται έχουν να κάνουν με μια ντετερμινιστική προσέγγιση, η οποία θεωρεί ως δεδομένο το αναμενόμενο αποτέλεσμα, πάντοτε όμως ως τμήμα της συνολικής «ψυχικής» και «φυσικής» προσέγγισης και όχι ως αυτόνομο θεραπευτικό μέσο, τουλάχιστο σε θεωρητικό επίπεδο. Αποτελούν ωστόσο ένα χρήσιμο εργαλείο για την ανίχνευση της δημιουργίας και της ανάπτυξης μιας νεοσύστατης επιστημονικής κοινότητας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Βλ. Ackerknecht 1973,94-115, 1992,189-196, Mann 1984,389-508 και Leake 1975,119-139, μεταξύ άλλων.

2  Βλ. Temkin 1964.

3  Βλ. Shorter1997, 33-68.

4  Για την προοδευτική εισαγωγή νέων φαρμάκων στη θεραπευτική φαρέτρα του 19ου αιώνα παραπέμπουμε στο πρώτο τεύχος της «σύναψις», στην εργασία μας «Η ανάπτυξη της πειραματικής φαρμακολογίας και οι εφαρμογές της στην ψυχιατρική του 19ου αιώνα», 2005, ενώ για μια πιο συνολική παρουσίαση του θέματος στο Ανδριόπουλος 2006.

5  Βλ. ενδεικτικά ΚΝΕ-ΕΙΕ 1998, 2003, Καράς 1991, 1994, Καραμπερόπουλος 1996, Αργυροπούλου 1995, 2004, αλλά και τις μελέτες περί φιλοσοφικής σκέψης (Δημαράς, 1985, 1989, Κιτρομηλίδης 1995, Κονδύλης 1988).

6  Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Καραμπερόπουλος 1996, ΚΝΕ-ΕΙΕ 2003, 738-753.

7  Για μια λεπτομερή περιγραφή της ζωής του Πύρρου βλέπε την αυτοβιογραφία του σε μορφή επιστολής στο Πύρρος 1848.

8  «Φαρμακοποιία Γενική εκ των Πλέον Νεώτερων Σοφών Χυμικών και Φαρμακοποιών Συγγραφέων της Ευρώπης, μάλιστα εκ του Σοφού Χυμικού Βρουνιατέλλου, συνερανισθείσα παρά του σοφολογιωτάτου διδασκάλου και ιατρού Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αδεία του Παναγιωτάτου και οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου Κυρίου Κυρίλλου».

9  Τρυγία είναι η λάσπη που εναποτίθεται στην εσωτερική επιφάνεια των οινοβάρελων. Η καθαρή τρυγία που χρησιμοποιεί ο Πύρρος δεν πρέπει να είναι αναμεμειγμένη με ρετσίνι ή γύψο. Στη συνέχεια μέσω διαδοχικών βρασμών το καθαρό άλας που παράγεται ονομάζεται Άνθος της Τρυγίας ή κρεμόριο του ταρτάρου. (παρ. 150), το οποίο επεξεργαζόμενο με χλωριούχο αντιμόνιο μας δίνει τον Εμετικό Τρυγία (παρ.152).

10  Laudano Liquido Βλ. Πύρρος 1818, η΄ και Κεφάλαιο 2, παρ 3 Laudanum Liquidicum.

11  «Εγκόλπιον των Ιατρών ήτοι Πρακτική Ιατρική, περιέχουσα τας ονομασίας τετρακοσίων σχεδόν αρρωστιών, Ελληνιστί, Ιταλιστί και Τουρκιστί, την Διάγνωσιν των Παθών, τους Χαρακτήρας, τα Αίτια, την Πρόγνωσιν, τον Όρκον και την προσάρμοσιν των αφορισμών του Ιπποκράτους. Προς τούτοις την θεραπείαν όλων αυτών των Παθών, την Φυσιολογίαν και Ανατομίαν του ανθρώπου, την Ύλην της Ιατρικής, την Διαιτητικήν, την Υγιεινήν, την Χημικήν και την Βοτανικήν. Ερανεισθείσα εκ διαφόρων Σοφών Ιατρών, και προεξηγηθείσα εις το εν Αθήναις πρώην Επιστημονικόν Σχολείον» παρά του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού» Ναύπλιο 1831.

12  Δηλαδή σπόροι πιπεριού, κανέλλα, κατεργασμένος φλοιός ακακίας κατεκού, σκόρδο, πεντάφυλλο, γεντιανή, μέλι, όπιο και κρασί. Μονάδα μέτρησης του βάρους είναι το Δράμι (Αττικό κόκκοι 72, Βαυαρικό 60).

13  Φωτεινός Γ. 1837. Ελληνική Φαρμακοποιία Διηρειμένη εις μέρη τρία· το πρώτο μέρος περιέχει εν λεξικό της Φαρμακοποιίας, το δεύτερο μέρος μιαν συνοπτικήν θεωρίαν της χημείας και το τρίτο μέρος όλον το κατασκευαστικόν, το ως επί το πλείστον μέχρι τούδε της χημείας. Φιλοπονειθείσα παρά Γ.Φ.Β. Ερανεισθείσα εκ διαφόρων Λατινικών και Γαλλικών χημικοφαρμακευτικών συγγραφέων. Σμύρνη 1837. Ο E. Εμμανουήλ αναφέρει (Εμμανουήλ 1948, 743) πως το έργο εκδόθηκε το 1835, ωστόσο το αντίτυπο που μελετήσαμε αναφέρει ημερομηνία έκδοσης 1837, χωρίς τυχόν πληροφορίες ανατύπωσης.

14  Βλ. Φωτεινός 1837, 1-193, σε ελληνικά τουρκικά και λατινικά, διαιρεμένο σε δύο τμήματα, με απλοελληνική και λατινική αλφαβητική ταξινόμηση.

15  Βλ. Εμμανουήλ 1948, 737-729.

16  Βούρος Ι., Λάνδερερ Ξ., Σαρτώριος Ι, 1837. Ελληνική Φαρμακοποιία. Κατά βασιλικήν διαταγήν και κατ’ έγκρισιν του Β. Ιατρικού Συμβουλίου εκδοθείσα.

17  Βλ. Πεντόγαλος 1991, 91, Σιώκος 1980, 36-53, Εμμανουήλ 1948, 674-675.

18  Και «Βοτανικήν» για κάποια χρόνια. Eξέδωσε μάλιστα και «Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας» το 1845 και «Εγχειρίδιον Συνταγολογίας» το 1846, με παρόμοιο περιεχόμενο της Ελληνικής Φαρμακοποιίας.

19  Κωστής Ν. 1855 Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας. Συνταχθέν υπό Ν. Κωστή, Διδάκτορος της Ιατρικής, Χειρουργικής και Μαιευτικής, Ιατρού της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος, τακτικού καθηγητoύ της Φαρμακολογίας και Μαιευτικής εν τω Ελληνικώ Πανεπιστημίω, μέλους του Β. Ιατρικού συνεδρίου, τακτικού και αντεπιστέλλοντος μέλους διαφόρων επιστημονικών εταιριών κ.τ.λ. Εν Αθήναις 1855.

20  Βλ. Κωστής 1855, 1-6.

21  Βλ. Κωστής 1855, 28-50 και 56-68.

22  Βλ. ό.π., 511-624.

23  Βλ. ό.π., 623-724.

24  Βλ. ό.π., 428-431 και Κεφάλαιο 2ο παρ.3.

25  Ζαβιτσιάνος Γ. 1879 Συνταγολογία, ήτοι Περί της κατ’ επιστήμην Αναγραφής και εκτελέσεως των Συνταγών. Αθήνα 1879.

26  Βλ. ό.π., 6.

27  Βλ. Εμμανουήλ 1948, 706.

28  Βλ. Βλ.Garrison 1924, 465.

29  Βλ. Αφεντούλης 1975, ΙΙΙ, 1-374.

30  Βλ. παραπάνω.

31  Βλ. Αφεντούλης 1785, ΙΙΙ, 248.

32  Στην κατηγορία των κυρίως ναρκωτικών, αλλά με σαφώς περιγραφόμενη τη δράση τους επί της νευρικής στηθάγχης , ήτοι Angina Pectoris.

33  Βλ. Αφεντούλης 1890, ΙΙΙ, 194, 291, 292-296, 340-341.

34  Manquat A. 1897 Traité Elémentaire de Thérapeutique, de Matière Médicale et de Pharmacologie. Paris 1897, Στοιχεία Φαρμακολογίας μεταφρασθέντα υπό της Γ΄ και νεωτάτης γαλλικής έκδοσης του 1897 υπό Αντωνίου Καλλιβωκά, τη συνεργασία του Αλέξανδρου Γεωργιάδου Αθήνα 1898.

35  π.χ. οι τύποι της ομάδας της θειονάλης (Sulfonal), Manquat 1897, 423, 1898, 339.

36  Βλ. ό.π., 1898, 319.

37  Δαμβέργης Αν.. 1898, 1904. Τα Νέα Φάρμακα, ήτοι Περιληπτική κατ’ Αλφαβητικήν Σειράν Αναγραφή της προελεύσεως, της χημικής συστάσεως, της παρασκευής, των ιδιοτήτων, της ενεργείας, της χρήσεως και της δόσεως 1750 χημικών φυτικών και ζωικών φαρμάκων και φαρμακευτικών σκευασμάτων. Αθήνα 1898.

38  Βλ. ό.π., 417-431.

39  Βλ. Merck 1899.

40  Βλ. Εμμανουήλ 1948, 686-694, 745-746.

41  Βλ. Χατζίσκος Κ.Δ. 1875. Θεραπευτικόν Εγχειρίδιον Μετά Συνταγών εν τω κειμένω παρεντεθειμένων Αθήνα 1875.

42  Moynaç Leon 1887. Εγχειρίδιον γενικής παθολογίας και διαγνωστικής. Μεταφρασθέν υπό του Γαλλικού υπό Ματσάλη Κων/νου Εν Αθήναις 1887.

43  Κατσαράς Μ. 1898 Παθολογία των Νεύρων και Ψυχιατρική. Αθήνα 1898.

44  «Αι Ψυχώσεις. Μελέται ιατρικαί, κοινωνιολογικαί και φιλοσοφικαί περί φρενοπαθειών. Υπό Σίμωνος Αποστολίδη, ιατρού. Αθήνα 1889» Βλ. Καράβατος 1992.

45  Βλ. ό.π., 43.362.

46  Βλ. Κατσαράς 1898, 419. Ο όρος κατάθλιψη χρησιμοποιείται εδώ με την πρώτη του σημασία, αυτή της μείωσης της διάθεσης των ανθρώπων όταν νιώθουν ασθένεια. Βλ. Ανδριόπουλος 2006, 20.

47  Βλ. ό.π., 420-426.

48  Βλ. ό.π., 523-592.

49  Καρυοφύλλης Γ. 1896 Λεξικόν Ιατρικής Χειρουργικής, Φαρμακολογίας, Θεραπευτικής και των συναφών αυταίς επιστημών. Αθήνα 1896.

50  Βλ. ό.π., τομ. 2, 96-100.

51  Βλ. ό.π., τομ. 2,. 462-468.

52  Βλ. ό.π., τομ. 2, 1032-1039, όπου ο συγγραφέας παραθέτει ολόκληρη την περιγραφή του Charcot.

53  Βλ. ό.π., τομ. 2, 1078-1079.

54 Αν όχι όλες, μιας και τα οπιούχα δεν χρησιμοποιούνται πλέον για αυτό τον σκοπό.

Βιβλιογραφία

Ackerknecht E.H. (1973) Therapeutics. From the Primitives to the 20th Century. Hafner Press 1973.

Ackerknecht E.H. (1992) Ιστορία της Ιατρικής. Μαραθιάς 1998.

Chomel A.F. (1848) Σχομέλου Αθ. Στοιχεία Γενικής Παθολογίας, μετ. Αν. Γούδας Αθήνα 1848.

Feuchtersleben E. (1838) Υγιεινή της ψυχής (μετ. Ι. Ζωγραφίδη) Κων/πόλη 1872.

Garrison F. (1924) An Introduction to the History of Medicine (with Medical Chronology, Suggestions for Study and Bibliographical Data). 4th ed. W.B. Saunders & Co 1924.

Maehle A.H. (1999) Drugs on Trial: Experimental Pharmacology and Therapeutic Innovation in the Eighteenth Century. Rodopi 1999

Mann R. (1984) Modern Drug Use. An Enquiry on Historical Principles. MTP Press 1984.

Manquat A. (1897) Traité Elémentaire de Thérapeutique, de Matière Médicale et de Pharmacologie. Paris 1897.

Manquat A. (1898) Στοιχεία Φαρμακολογίας μεταφρασθέντα υπό της Γ΄ και νεωτάτης γαλλικής έκδοσης του 1897 υπό Αντωνίου Καλλιβωκά, τη συνεργασία του Αλέξανδρου Γεωργιάδου Αθήνα 1898.

Merck’s Manual of the Materia Medica 1899. Merck & Co New York 1899.

Metzger J.D. (1790) (Μεσγέρου Ιωάννου Δανιήλου) Ιατροφιλοσοφική Ανθρωπολογία. Μεταφρασθείσα εκ του Γερμανικού μετά προσθήκης τινών υποσημειώσεων υπό Αναστασίου Γεωργιάδου Βιέννη 1810.

Moynaç Leon (1887) Εγχειρίδιον γενικής παθολογίας και διαγνωστικής. Μεταφρασθέν υπό του Γαλλικού υπό Ματσάλη Κων/νου. Εν Αθήναις 1887.

Scull A. (1989) Social Order / Mental Disorder. Anglo-American Psychiatry in Historical Perspective. University of California Press 1989.

Scull A. et al. (1996) Masters of Bedlam. The Transformation of the Mad-Doctoring Trade. Princeton University Press 1996.

Shorter E. (1997) A History of Psychiatry. From the Era of the Asylum to the Age of Prozac. John Wiley & Sons, Inc 1997.

Temkin O. (1964) “Historical Aspects of Drug Therapy” in On Second Thought” and Other Essays in the History of Medicine and Sci-ence. John Hopkins University Press 2002.

 

Αγγελόπουλος Ν. (2000) Ερνέστος Φοϋχτερσλέμπεν: Ένας ξεχασμένος πρωτοπόρος της Ψυχιατρικής. Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 67 12-18.

Ανδριόπουλος Π. (2005) Η ανάπτυξη της πειραματικής φαρμακολογίας και οι εφαρμογές της στην ψυχιατρική του 19ου αιώνα. Σύναψις 01, 56-69. 2005.

Ανδριόπουλος Π. (2006) Ψυχοτρόπα φάρμακα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Η ιατρική του νεοσύστατου κράτους απέναντι σε εξελίξεις και διαμάχες στην Ευρώπη. Διδακτορική Διατριβή Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών 2006.

Αποστολίδης Σ. (1888) Αι Ψυχώσεις. Μελέται ιατρικαί, κοινωνιολογικαί και φιλοσοφικαί περί φρενοπαθειών. Υπό Σίμωνος Αποστολίδη, ιατρού. Αθήνα 1889.

Αποστολίδης Σ. (1894) Τοπογραφική φυσιολογία του φλοιού του εγκεφάλου ή περί της θεωρίας του εντοπισμού των εγκεφαλικών λειτουργιών. Εστία 1894.

Αργυροπούλου Ρ. [επιμ.] Η Φιλοσοφική Σκέψη στην Ελλάδα από το 1828 έως το 1922. Τόμοι Α και Β Γνώση 1995.

Αργυροπούλου Ρ. (2004) Προσεγγίσεις της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας. Βάνιας 2004.

Αφεντούλης Θ. (1875) Φαρμακολογία, ήτοι περί φύσεως και δυνάμεως των φαρμάκων υπό Θεόδωρου Αφεντούλη. Αθήνα 1875, 1883, 1890.

Βούρος Ι. (1829) De Pharmacologia Graecorum Veterum in Genere. Διδακτορική Διατριβή Hala Saxon, Gebauer 1829.

Βούρος Ι. Λάνδερερ Ξ. Σαρτώριος Ι. (1837) Ελληνική Φαρμακοποιία. Κατά βασιλικήν διαταγήν και κατ’ έγκρισιν του Β. Ιατρικού Συμβουλίου εκδοθείσα. Αθήνα 1837.

Βούρος Ι. Λάνδερερ Ξ. Σαρτώριος Ι. (1868). Ελληνική Φαρμακοποιία. Κατά βασιλικήν διαταγήν και κατ’ έγκρισιν του Β. Ιατρικού Συμβουλίου εκδοθείσα. Έκδοσις Β΄ εν η προσετεθήσαν εις το τέλος του βιβλίου υπό Ξ. Λάνδερερου εν είδει παραρτήματος αι νεώτεραι Φαρμακευτικαί σκευασίαι, Λεξικόν ετυμολογικόν και πίναξ αντιδότον κατά των δηλητηριάσεων κ.τ.λ. Αθήνα 1868.

Γεωργιάδης Αναστάσιος Λευκίας. (1810) Αντιπανάκεια, ήτοι περί των αιτίων, ά τας νόσους δυσιάτους, ή ανιάτους, μη τοιαύτας καθ’ εαυτάς ούσας, ως επί το πολύ απεργάζονται· υπό Αναστασίου Γεωργιάδου Φιλιπποπολίτου Ιατρού και Χειρούργου και της εν Ιένη Εταιρίας των Ορυκτολόγων, ουμήν αλλά και της εν Άλη Εταιρίας της την Φύσεως Περιέργων Μέλος Αντεπιστέλλοντος, υφ΄ου και εις την Λατινίδαν φωνής μεθηρμήνευται. Εν Βιέννη της Αουστρίας 1810

Γκιάλας Αθ. 1977. Η Ελληνική Ιατρική Παιδεία και οι φορείς αυτής κατά τον Δέκατον Όγδοον Αιώνα. Διατριβή επί Υφηγεσία Ιατρική Σχολή Παν. Αθηνών.

Δαμβέργης Αν. (1898), (1904) Τα Νέα Φάρμακα, ήτοι Περιληπτική κατ’ Αλφαβητικήν Σειράν Αναγραφή της προελεύσεως, της χημικής συστάσεως, της παρασκευής, των ιδιοτήτων, της ενεργείας, της χρήσεως και της δόσεως 1750 χημικών φυτικών και ζωικών φαρμάκων και φαρμακευτικών σκευασμάτων. Αθήνα 1898.

Δεγλέρης Ν. (1980) Συμβολή στην μελέτη του Ελληνικού ιατρικού περιοδικού τύπου του ΙΘ Αιώνα. Διδακτορική Διατριβή Αθήνα 1980.

Δημαράς Κ.Θ. (1985) Νεοελληνικός Ρωμαντισμός. Ερμής 1994.

Δημαράς Κ.Θ. (1989) Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Ερμής 1998.

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. (ΕΙΕ-ΚΝΕ). 1998. Η Επιστημονική Σκέψη στον Ελληνικό Χώρο 18ος-19ος Αιώνας. Τροχαλία 1998.

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. (ΕΙΕ-ΚΝΕ). 2003. Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών στον Ελληνικό Χώρο (17ος – 19ος αιων). Μεταίχμιο 2003.

Εμμανουήλ Ε.Ι. (1937) Η Φαρμακευτική της πρώτης Πανεπιστημιακής Εκατονταετηρίδος. Αθήνα 1937.

Εμμανουήλ Ε.Ι. (1948) Ιστορία της Φαρμακευτικής Αθήνα 1948.

Ζαβιτσιάνος Γ. (1879) Συνταγολογία, ητοι Περί της κατ’ επιστήμην Αναγραφής και εκτελέσεως των Συνταγών. Αθήνα 1879.

Καράβατος Αθ. (1992) “Η των ονομάτων επίσκεψις”: Η εισαγωγή των όρων νεύρωση και ψύχωση στην Ελλάδα, Ψυχιατρική 1992, 3, 125-136.

Καράβατος Αθ. (1994) Η Ψυχιατρική στην ιατρική εκπαίδευση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Τα Ιστορικά 119, 21, 391-408.

Καράβατος Αθ. (1995) Ερμής ο Λόγιος: ένα βήμα για την μετακένωση του ζωικού μαγνητισμού – μεσμερισμού. Τα Ιστορικά 120, 23, 299-316.

Καράβατος Αθ. (2000) Η ανάδυση της έννοιας «ψυχική νόσος στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Νεύσις 9, 2000, 57-74.

Καράβατος Αθ. Αμπατζόγλου Γ & Αλετρά Ε. (2003). Euphoria-Phantastica, Όνειρο και Ψυχοπαθολογία. Εξάντας 2003.

Καραμπερόπουλος Δ. (1996). Η μεταφορά της επιστημονικής γνώσης μέσω των εντύπων ελληνικών βιβλίων κατά την εποχή των Νεοελληνικού Διαφωτισμού (1745-1821) Διδακτορική Διατριβή 1996.

Καράς Γ. (1991) Οι Θετικές Επιστήμες στον Ελληνικό Χώρο (15ος – 19ος αιώνας). Ζαχαρόπουλος Ι. 1991.

Καράς Γ. (1994) Οι επιστήμες στην Τουρκοκρατία. Χειρόγραφα και Έντυπα Τόμος Γ’ Οι Επιστήμες της Ζωής. Εστία 1994.

Καρυοφύλλης Γ. (1896) Λεξικόν Ιατρικής Χειρουργικής, Φαρμακολογίας, Θεραπευτικής και των συναφών αυταίς επιστημών. Αθήνα 1896.

Κατσαράς Μ. (1898) Παθολογία των Νεύρων και Ψυχιατρική. Αθήνα 1898.

Κιτρομηλίδης Π. (1996) Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες. ΜΙΕΤ 1999.

Κονδύλης Π. (1987) Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Θεμέλιο 1998.

Κονδύλης Π. (1988) Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι Φιλοσοφικές ιδέες. Θεμέλιο 1998.

Κονιδάρης Γ. (1852) Περί των της ψυχής παθών, τουτέστι βλάβη και ωφέλεια αυτών εις το ανθρώπινο σώμα. Κεφαλληνία 1852.

Κωστής Ν. (1855) Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας. Αθήνα 1855.

Λάνδερερ Ξ. Σαρτώριος Ι. (1840) Χημεία Πρώτος Τόμος Χημεία των Ανοργανικών Σωμάτων. Αθήνα εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας 1840.

Λάνδερερ Ξ. Σαρτώριος Ι. (1842) Χημεία Δεύτερος Τόμος Οργανική Χημεία. Αθήνα εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας 1842.

Πεντόγαλος Γ. (1991) Σχολεία Ιατρικής Παιδείας στην Ελλάδα 1. Ιατροχειρουργικόν σχολείον (1835-1837) 2. Χειρουργική σχολή (1838-1840). ΑΠΘ Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Ιατρικής Παράρτημα αριθ. 128 Θεσσαλονίκη 1991.

Πλουμπίδης Δ. (1989) Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920. Τρίαψις λόγος 1, 1989.

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός. (1818) Φαρμακοποιία Γενική εκ των Πλέον Νεώτερων Σοφών Χυμικών και Φαρμακοποιών Συγγραφέων της Ευρώπης. Κωνσταντινούπολη 1818.

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός. (1831) Εγκόλπιον των Ιατρών ήτοι Πρακτική Ιατρική. Επανέκδοση 1840,1848,1856,1870. Ναύπλιο 1831, Αθήνα 1840-1870.

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός. (1848) Περιήγησις ιστορική και βιογραφία. Αθήνα 1848.

Σιώκος Κ. (1980) Συμβολή εις την Ιστορίαν της Έδρας της Φαρμακολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από της Ιδρύσεως Αυτού (1837) Μέχρι Σήμερον. Διατριβή επί Διδακτορία Αθήνα 1980.

Tζαβάρας Αθ. (Επιμ) (1987) Κείμενα Νευροψυχολογίας. Σύγχρονα Θέματα Θεσσαλονίκη 1987.

Φωτεινός Γ. (1837) Ελληνική Φαρμακοποιία, Διηρειμένη εις μέρη τρία· το πρώτο μέρος περιέχει εν λεξικό της Φαρμακοποιίας, το δεύτερο μέρος μιαν συνοπτικήν θεωρίαν της χημείας και το τρίτο μέρος όλον το κατασκευαστικόν, το ως επί το πλείστον μέχρι τούδε της χημείας. Φιλοπονειθείσα παρά Γ.Φ.Β. Σμύρνη 1837.

Χατζίσκος Κ.Δ. (1875) Θεραπευτικόν Εγχειρίδιον Μετά Συνταγών εν τω κειμένω παρεντεθειμένων Αθήνα 1875.

Χωματιανός Σ.Ν (1887) Ιατρικόν Λεξιλόγιον Ελληνο-Λατινικόν. Εν Αθήναις 1887.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.