Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Σπύρος Αντωνάτος
Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής Επιμελητής στο
Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Κοργιαλένειο -Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.

σύναψις 33 [2014 – τόμος 10]

Adolf Meyer (1866-1950): Εισαγωγή

Εισαγωγή

Γεννήθηκε κοντά στη Ζυρίχη όπου και σπούδασε Ιατρική. Ανάμεσα σε άλλους είχε καθηγητή και τον διάσημο τότε νευροπαθολόγο και κλινικό August Forel. Αρχικά στράφηκε στη νευρολογία, ισχυριζόμενος ότι η ψυχιατρική θα απαιτούσε «πολύ μεγαλύτερη ικανότητα για επικοινωνία μέσω του λόγου από όση θα διέθετα». Παρόλα αυτά πάντοτε στριφογύριζε στις ιδέες της και συναναστρεφόταν διάσημους ψυχολόγους (τέλη 19ου αιώνα). Εγκαταστάθηκε στο Σικάγο των ΗΠΑ και προσπάθησε να σταδιοδρομήσει ως νευρολόγος. Το μάλλον ατυχές γεγονός της ασθένειας της μητέρας του από μελαγχολία και η αυτοενοχοποίησή του για το παραλήρημα φτώχειας που εκείνη ανέπτυξε, προετοίμασαν το έδαφος για τις επακόλουθες απόψεις του σχετικά με την πολυπαραγοντική αιτιολογία της ψυχικής νόσου.

Αφενός η νοσηλεία της μητέρας του, με δική του προτροπή, στο νοσοκομείο Burghöltzli, αφετέρου η προσφορά της θέσης του παθολόγου για 3000 ασθενείς στο Illinois Eastern Asylum, τον έφεραν σε επαφή με τις συνθήκες νοσηλείας, καθώς και την ψυχιατρική φροντίδα και περίθαλψη. Γράφει σε μια έκθεση που αποστέλλει στον κυβερνήτη της πολιτείας Illinois: «Το ιδεώδες άσυλο ή νοσοκομείο για τους φρενοβλαβείς θα όφειλε να εφοδιάζει τους ασθενείς με τα περισσότερα από τα πλεονεκτήματα του σπιτιού […] Οι φύλακες θα έπρεπε να είναι νοσοκόμοι και όχι επιστάτες, θα έπρεπε να ζουν όπως οι ασθενείς, να τρώγουν το ίδιο φαγητό[…] και να μοιράζονται την αναψυχή και τις διασκεδάσεις με τους ασθενείς με όσο το δυνατό λιγότερη αυταρχικότητα. Οτιδήποτε υπαινίσσεται συνθήκες κράτησης σε φυλακή θα πρέπει αυστηρά να αποφεύγεται» (Meyer, 1895).

Πιο κάτω, στην ίδια αναφορά σχολίαζε πως «ενώ ο γιατρός στη Γερμανία, καθώς και σε άλλες χώρες έχει την υψηλότερη και ευρύτερη εκπαίδευση, εμείς εδώ διαθέτουμε την ικανότητα ενός μέσου επιχειρηματία. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο γιατρό ο φρενολόγος (αναφερόταν ως alienist τότε) πρέπει να διαθέτει μια ευρεία εκπαίδευση».

Ξεκίνησε λοιπόν να θεραπεύει μέσα από την εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα που ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά, δηλαδή, νευροανατομία, νευροπαθολογία και νευρολογία, ενώ στην πορεία πρόσθεσε και διαλέξεις πάνω στις ψυχώσεις. Υποστήριζε πως: «Πρόκειται να μελετάμε ασθενείς. Εκείνοι από εμάς που διαθέτουν το ταλέντο της παρατήρησης θα προτιμώνται σε σχέση με όσους έχουν ίσως καλή μνήμη της βιβλιογραφίας […]. Ο παρατηρητής που μπορεί να υποτάσσει τη μόρφωσή του από τα βιβλία, καθώς και την ευφυΐα του θα έχει τις καλύτερες ευκαιρίες για κλινική εργασία».

Καθώς συνέχισε να ασχολείται και να εμβαθύνει στα ψυχιατρικά προβλήματα, σταδιακά απογοητεύτηκε με την έμφαση που δινόταν τότε στον Emil Kraepelin (1855-1926) και άλλους συγγραφείς σχετικά με την κληρονομικότητα και την ιδιοσυστασία ως τις κύριες αιτίες των ψυχικών παθήσεων· άρχισε λοιπόν να σκέφτεται για τις επιδράσεις του περιβάλλοντος. Πολλαπλοί βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες συμβάλλουν στην ανάπτυξη και εξέλιξη του ατόμου και καθορίζουν το καθεστώς της ψυχικής υγείας ή νόσου. Τονίζοντας τους ψυχοκοινωνικούς, όπως και τους βιολογικούς παράγοντες, ο Meyer καθιέρωσε την ψυχοβιολογική σχολή της ψυχιατρικής. Οι ιδέες του δεν απείχαν και πολύ από την ψυχανάλυση και την ψυχοσωματική ιατρική, αλλά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το ενδιαφέρον των Βορειοαμερικανών για την ψυχοδυναμική ψυχιατρική αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό και οι βιολογικοί συντελεστές της ψυχικής νόσου δεν είχαν πλέον μεγάλη απήχηση.

Ανατρέχοντας αργότερα στη συγκεκριμένη περίοδο αμφισβήτησης, έγραφε πως: «Εγώ προσωπικά ήμουν ευαισθητοποιημένος αναφορικά με το συνδυασμό και τη διαφοροποίηση μιας πιθανής κληρονομικότητας και ιδιοσυγκρασιακών παραγόντων με σαφείς ψυχογενείς παράγοντες, από την περίπτωση προσβολής της μητέρας μου από κατάθλιψη λίγο μετά τη μετανάστευσή μου» (Meyer, 1933).

Αν και διείδε την αξία των διαγνωστικών κατηγοριών που εισήγαγε ο Κraepelin για τις ψυχικές παθήσεις, αγωνίστηκε κατά της αλόγιστης χρήσης τους από άλλους. Εξέφρασε αυτή του τη θέση ως εξής: «Η προκατάληψη σχετικά με την αξία της διάγνωσης μιας νόσου είναι ότι μόλις η νόσος παρουσιάζεται βάζει τους γιατρούς στη θέση να επιλύουν τις απορίες σχετικά με το περιστατικό όχι με βάση τα γεγονότα που παρουσιάζονται από αυτή […] αλλά με ένα σύστημα κανόνων» (Meyer, 1906).

Δημοσίευσε άρθρα πάνω στη νευροπαθολογία και την κλινική ψυχιατρική. Εκπαίδευσε νέους ψυχιάτρους και αναδείχθηκε σε καθηγητή της Ψυχοπαθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Cornell University στη Νέα Υόρκη. Στη συνέχεια, στα 1908, ανέλαβε διευθυντής της έδρας Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο John Hopkins στη Βαλτιμόρη, όπου και πάλι λειτούργησε μια νέα ψυχιατρική κλινική. Είχε την ενεργή συμπαράσταση σε αυτή του την προσπάθεια μερικών από τους πιο διάσημους Ευρωπαίους ψυχιάτρους του καιρού του, όπως ο Osler και ο Bleuler. Από τη συγκεκριμένη θέση επηρέασε πολύ και τη Βρετανική Ψυχιατρική, καθότι σημαντικοί άγγλοι γιατροί εκπαιδεύτηκαν κοντά του στη Βαλτιμόρη και μετέφεραν κατόπιν τις απόψεις του στην πατρίδα τους.

Οι ιδέες και απόψεις του Adolf Meyer στην κλινική ψυχιατρική μπορούν να συνοψιστούν κάτω από πέντε επικεφαλίδες: ψυχοβιολογία – ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών – θεραπεία – νοσοκομειακή μεταρρύθμιση – διδασκαλία και εκπαίδευση.

 

1. Ψυχοβιολογία

Ο Meyer χρησιμοποίησε τον όρο «ψυχοβιολογία» για να καταδείξει μια μορφή προσέγγισης στην ψυχιατρική που απευθύνεται στο σύνολο του ατόμου και που μελετά μια μεγάλη κλίμακα παραγόντων (ψυχολογικών, κοινωνικών και βιολογικών) για την αιτιολογία των ψυχικών διαταραχών. Οι ιδέες αυτές είναι σήμερα τόσο ευρέως αποδεκτές, ώστε να θεωρούνται πια ότι στρέφονται κατά των πεποιθήσεων που τότε επικρατούσαν.

Οι περισσότεροι ψυχίατροι (φρενολόγοι ονομάζονταν τότε) απέδιδαν τις ψυχώσεις ως διαταραχές με προκαθορισμένη και γενικώς δυσοίωνη πορεία· στη θεώρηση της αιτιολογίας τους, συγκέντρωναν το ενδιαφέρον τους σε κληρονομικούς παράγοντες, σε βιολογικούς ή/και νευροανατομικούς παράγοντες (μονισμός). Όσον αφορά δε τη θεραπεία τους πρότειναν την κηδεμονία του ασθενή. Επίσης περνούσαν πολύ χρόνο σε δημόσιους διαλόγους συζητώντας για τη σχέση ανάμεσα σε νου και εγκέφαλο.

Η ψυχοβιολογία κινήθηκε ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από τις συγκεκριμένες ιδέες. Το πρόβλημα «νους / εγκέφαλος» (ή αλλιώς το ζήτημα «ψυχής / σώματος») απορρίφθηκε ως άλυτο, με τις δύο πλευρές του να θεωρούνται ως εξίσου σημαντικές για το άτομο. Είναι ο εγκέφαλος ή η ψυχή που ευθύνεται τελικά για την εκδήλωση της νόσου; Κάθε άτομο υπήρξε, κατά κύριο λόγο, προϊόν κοινωνικών δυνάμεων και άλλων εμπειριών ζωής, ενώ στην κληρονομικότητα αποδόθηκε σχετικά μικρότερη σημασία. Κάθε υγιής υπήρξε μοναδικός ως άτομο, και παρέμεινε μοναδικός και όταν ακόμη αρρώστησε· ο ψυχίατρος όφειλε να κατανοεί τους ασθενείς ως υποκείμενα μελετώντας το ατομικό αναμνηστικό τους και τη βιογραφία τους γενικότερα – δεν αρκούσε να τους κατατάσσει σε διαγνωστικές κατηγορίες. Οι ψυχικές διαταραχές χαρακτηρίστηκαν ως αντιδράσεις του ατόμου απέναντι σε συσσωρευμένα γεγονότα της ζωής του· επιπλέον, το κάθε άτομο διαθέτει έναν περιορισμένο αριθμό τρόπων αντίδρασης. Επέμενε να αρνείται τη χρήση των όρων «νόσος» και «σύνδρομο» στην ψυχιατρική. Καμία εξελικτική θεωρία δεν κρίθηκε ως αναγκαία προκειμένου να κατανοήσει κάποιος τη σχέση ανάμεσα στα γεγονότα ζωής των ανθρώπων και στους μη φυσιολογικούς τρόπους αντίδρασης: η κοινή λογική επαρκούσε.

Με τη φράση «κοινή λογική», ο Meyer δεν εννοούσε τις ομοιόμορφες απόψεις ενός λαϊκού ανθρώπου· αναφερόταν μάλλον σε μια επιστημονική κριτική που βασίζεται σε ιατρική γνώση, και η οποία συνδιαλέγεται με τις πραγματικές εμπειρίες και όχι τις θεωρητικές ασυνείδητες διαδικασίες.

Αν και ο Meyer ενδιαφερόταν για τη δουλειά του Freud και υπήρξε τιμητικό μέλος της New York Psychoanalytic Society, πίστευε ότι η ψυχαναλυτική προσέγγιση ενσωμάτωσε μια υπερβολική χρήση της θεωρίας. Η ψυχοβιολογία απαιτούσε μια λεπτομερή εκτίμηση των εμπειριών ζωής του ασθενούς· κάτι τέτοιο μπορούσε να ενισχυθεί με τον σχεδιασμό ενός «καταλόγου γεγονότων ζωής». Ο κατάλογος διέθετε στήλες για τα προβλήματα ζωής και για τις περιόδους της ψυχιατρικής διαδοχής, όπου για το καθένα καταγραφόταν το έτος που ξεκίνησε και τελείωσε. Η τελική πληροφορία όφειλε να απαντά στις παρακάτω ερωτήσεις: Ποια τα σφάλματα και οι αποτυχίες του ατόμου; Ποια μέσα και προσόντα διαθέτει; Τι θα μπορούσε να κάνει ως καλύτερο; Πώς θα μπορούσε να τροποποιήσει τις δυσκολίες του;

 

2. Ταξινόμηση: Οι «εργασίες» (ergasias)

Η άποψη του Meyer για τις ψυχιατρικές διαταραχές ως ιδιαίτερα είδη αντίδρασης στις καταστάσεις τον οδήγησε να προτείνει ένα νέο σύστημα ταξινόμησης. Αν και βασικά είναι απλό, τελικά το σχήμα αυτό κατέληξε να είναι δύσκολο στην κατανόησή του με τους όρους που επέλεξε ο Meyer για να υποδηλώσει τον κάθε τύπο αντίδρασης. Αρχικά οι όροι αυτοί μοιράζονταν την ίδια κατάληξη «εργασία», μια λέξη που επελέγη από τον Meyer για να καταδείξει την
«ψυχικά ολοκληρωμένη συμπεριφορά ή λειτουργία». Υπήρξαν επτά τύποι της εργασίας:

  • ανεργασίες (anergasias), μια ομάδα που γενικώς ανταποκρίνεται στις χρόνιες οργανικές ψυχιατρικές διαταραχές,
  • δυσεργασίες (dysergasias), που ανταποκρίνονται στις οξείες οργανικές διαταραχές,
  • θυμοεργασίες (thymergasias), οι συναισθηματικές διαταραχές,
  • παρεργασίες (parergasias), η σχιζοφρένεια και οι παρανοειδείς καταστάσεις,
  • μερεργασία (merergasias), οι νευρώσεις,
  • κακεργασίες (kakergasias), οι διαταραχές συμπεριφοράς και
  • ολιγεργασίες (oligergasias), η νοητική καθυστέρηση.

Το συγκεκριμένο σχήμα ποτέ δεν υιοθετήθηκε ευρέως. Όμως, με την υποκατάσταση του όρου «εργασία» από την έκφραση «τύπος αντίδρασης», το σχήμα ενσωματώθηκε σε ένα σημαντικό βρετανικό εγχειρίδιο και επηρέασε την πρώτη έκδοση της ταξινόμησης της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης (DSM-I).

Σημειώνεται πως το κείμενο που επιλέξαμε για μετάφραση, από όσα πλείστα μας άφησε ο Meyer, αφορά ακριβώς αυτή τη νέα ταξινόμηση που πρότεινε στα 1908 και το πώς ο ίδιος δικαιολογεί την επινόησή του.

 

3. Θεραπεία

Ο Meyer πίστευε ότι η θεραπεία άρχιζε με τις πρώτες συνεντεύξεις των ασθενών, κατά τις οποίες εκτιμούνται τα προτερήματά τους και οι δυνατότητές τους, καθώς και οι αδυναμίες τους και τα μειονεκτήματά τους. Αποκάλεσε αυτή τη διαδικασία ως «επιμεριστική ανάλυση». Ο σκοπός ήταν να βοηθηθεί ο ασθενής να ανακαλύψει τον εαυτό του και όχι να του επιβληθεί ένα συμπέρασμα. Την επιμεριστική ανάλυση ακολουθούσε μια αντίστοιχη «επιμεριστική σύνθεση», κατά την οποία οι ασθενείς υποστηρίζονταν να χτίσουν πάνω στις δυνατότητές τους, να υπερπηδήσουν τα μειονεκτήματά τους και να προσαρμοστούν καλύτερα στις περιστάσεις. Εκτός από αυτά τα ψυχολογικά στοιχεία, η θεραπεία συμπεριλάμβανε και μετρήσεις για τη βελτίωση του ύπνου και της διατροφής, καθώς και τη ρύθμιση της καθημερινότητας. Τα προβλήματα αντιμετωπίζονταν σε ένα συνειδητό επίπεδο, ξεκινώντας με τα πιο άμεσα και προσιτά, ενώ αποφεύγονταν η εικοτολογία σχετικά με τυχόν ασυνείδητες διαδικασίες. Ο ασθενής ενθαρρύνονταν να μιλάει με ελεύθερο συνειρμό στις συνεντεύξεις αυτές (ο Meyer προτιμούσε τον όρο «αυθόρμητος συνειρμός»), όχι όμως και για ψυχαναλυτική ερμηνεία. Εστίαζε στην ανάγκη για «εξάσκηση στις συνήθειες» (habit training), με την οποία εννοούσε καθοδήγηση, επανεκπαίδευση, και άλλες παραμέτρους προκειμένου να μπορέσουν οι ασθενείς να διαχειριστούν καλύτερα τις πιέσεις στη ζωή τους. Η θεραπεία ήταν η συλλογική υπόθεση μιας ομάδας· οι νοσηλεύτριες εμπλέκονταν πλήρως, γίνονταν όμως και κατ’ οίκον επισκέψεις από κοινωνικούς λειτουργούς. Επίσης ο Meyer εκτίμησε και προώθησε την εργασιοθεραπεία. Εφάρμοσε δε τις μεθόδους αυτού του είδους τόσο στη σχιζοφρένεια όσο και στις νευρώσεις. Σε καιρούς όπου οι σωματικές θεραπείες είχαν μικρή ευνοϊκή επίδραση και η διάγνωση της σχιζοφρένειας συνήθως οδηγούσε στον θεραπευτικό μηδενισμό, η θεραπευτική εμπιστοσύνη που ενέπνευσε ο Meyer υπήρξε σημαντική.

 

4. Νοσοκομειακή μεταρρύθμιση

Ο Adolf Meyer υπήρξε από τους πρωτοπόρους της ανασυγκρότησης των αμερικανικών ψυχιατρικών νοσοκομείων. Το ενδιαφέρον του για τους κοινωνικούς παράγοντες στην ψυχική νόσο τον οδήγησε και στο ενδιαφέρον για τη φροντίδα των ασθενών μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, αλλά και για την πρόληψη. Αρχικά με επιφύλαξη και στη συνέχεια με ένθερμο τρόπο υποστήριξε το κίνημα «της ψυχικής υγιεινής» (mental hygiene) που είχε ξεκινήσει από τον Clifford Beers, έναν δραστήριο λαϊκό άνθρωπο, ο οποίος είχε περιγράψει πρώτος δυσάρεστες προσωπικές εμπειρίες από την ψυχιατρική θεραπεία στο βιβλίο του, A Mind That Found Itself (1908). O Meyer άσκησε κριτική τόσο στην υπεραισιοδοξία του Beers στο θέμα της πρόληψης όσο και στην υπερεμπλοκή του στον τομέα της απασχόλησης. Παρόλα αυτά διείδε την αξία τέτοιων παρεμβάσεων. Κατέληξε λοιπόν να γίνει υποστηρικτής της ανάπτυξης τόσο της ψυχιατρικής κοινωνιοθεραπείας όσο και της εργασιοθεραπείας. Όντως, τον πρώτο καιρό της κλινικής του σταδιοδρομίας, η σύζυγός του τον βοήθησε με το να επισκέπτεται η ίδια τις οικογένειες των ασθενών του, γενόμενη με αυτό τον τρόπο από τις πρώτες ψυχιατρικές κοινωνικές λειτουργούς στη Βόρεια Αμερική.

 

5. Διδασκαλία και Εκπαίδευση

Ο Adolf Meyer πίστευε ότι οι φοιτητές της ιατρικής δεν όφειλαν να μάθουν μόνο για τις ψυχικές διαταραχές, αλλά και να κατανοήσουν την προσωπικότητα του ασθενούς και την ανάπτυξή της. Αρχικά, νόμιζε ότι αυτή η κατανόηση θα γινόταν μέσα από διαλέξεις στην ακαδημαϊκή ψυχολογία, πράγμα που υλοποίησε στα 1914 και για τους φοιτητές στην Ιατρική Σχολή Johns Hopkins. Μοιράστηκε την εκπαίδευση με τον J. B. Watson, τον γνωστό συμπεριφοριστή, καθώς και με τον Knight Dunlup, αλλά δεν τα κατάφεραν. Παρά τις προσπάθειές τους, οι φοιτητές απέτυχαν να δουν τη συνάφεια της ακαδημαϊκής ψυχολογίας στη δουλειά τους με ασθενείς. Για τον λόγο αυτό, ο Meyer ανέλαβε ο ίδιος ολόκληρη την εκπαίδευση, εστιάζοντας στη μελέτη της προσωπικότητας μέσα από κλινικά παραδείγματα και έτσι η εκπαίδευση θεμελιώθηκε. Πίστευε ότι η εκπαίδευση μετά την αποφοίτηση θα έπρεπε να δίνει έμφαση στη λεπτομερή μελέτη των ασθενών ατομικά. Η ψυχανάλυση αποτελούσε μέρος της εκπαίδευσης, αλλά όπως δήλωνε «ως γεγονός μιας ευρύτερης εκπαίδευσης που πρέπει να περιορίζεται σε ιδιαίτερα ταλαντούχους κλινικούς γιατρούς και σε επιλεγμένους ασθενείς – δεν είναι όμως για να λογαριάζεται ως η αρχή που διαποτίζει ολόκληρη την πραγματική ψυχιατρική πρακτική» (Meyer 1933). Οι ψυχίατροι έπρεπε να διδάσκονται νευρολογία και νευροπαθολογία, αλλά η εκπαίδευσή τους έπρεπε να γίνεται από ανθρώπους που διέθεταν επίσης μια κάποια εμπειρία στην κλινική ψυχιατρική.

Δύο μόνο επισημάνσεις πριν παραθέσουμε τη μετάφραση. Κατά πρώτο, ήταν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940), ένας γερμανοεβραίος μαρξιστής, κριτικός της λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, μεταφραστής του Μπωντλαίρ και του Προυστ, αλλά και στοχαστής στενά συνδεδεμένος με τη Σχολή της Φρανκφούρτης, ο οποίος έγραφε: «το καθήκον του μεταφραστή […] είναι να ελευθερώσει μέσα στη δική του γλώσσα εκείνη την καθαρή γλώσσα που βρίσκεται κάτω από την επήρειά της […] αναδημιουργώντας εξαρχής αυτό το έργο».

Για ορισμένους στοχαστές της ερμηνευτικής (Σλαϊερμάχερ, Χάιντεγκερ, Γκάνταμερ κ.ά.), κάθε κείμενο είναι στην πραγματικότητα μη μεταδόσιμο, κρατώντας τον πυρήνα του σε ένα μεταφραστικό απαραβίαστο και κλείνοντας τον συγγραφέα στη φυλακή της γλώσσας του.

Ο Πολ Ρικέρ (1913-2005), επίσης διαπρεπής της ερμηνευτικής και στοχαστής, δεν παραδέχεται το μεταφραστικό αδύνατο, αν και τονίζει με τη σειρά του τη μεγάλη απόσταση που παρουσιάζουν οι λέξεις, οι φράσεις και τα κείμενα καθώς μετακινούμαστε από γλώσσα σε γλώσσα. Το ξένο κείμενο προβάλλει όντως ισχυρή αντίσταση στην εκπόρθησή του από τη μετάφραση, ο δε μεταφραστής αισθάνεται υπό αυτές τις προϋποθέσεις να περιορίζονται τα δικαιώματα της αυτονομίας του, καθώς και η πολυθρύλητη ελευθερία του. Ο Ρικέρ απέναντι σε αυτή στη διαφαινόμενη μυστικιστική άρνηση, η οποία προτιμάει το καθόλου από το κάτι και απεμπολεί το μέρος εν ονόματι του όλου, μας ζητάει να επιστρατεύσουμε τον πραγματισμό μας: αν βάλουμε στην άκρη το ιδανικό της τέλειας μετάφρασης, παραμερίζοντας την επιδίωξη του μέγιστου που φέρει υπογείως η υπεράσπιση του μεταφραστικού αδύνατου, η μετάφραση θα αποκτήσει ξανά όλη τη μεγαλοπρέπεια και τη μαγεία της και θα μας προσφέρει και πάλι τα λαμπρά της δώρα.

Από την πλευρά μας επίσης, κατανοούμε τόσο τη θέση του επιστήμονα Meyer που έγραψε αυτό το κείμενο όσο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε τότε (αρχές του 20ου αιώνα). Ίσως επεδίωξε να εδραιώσει τους ισχυρισμούς του και τις προτάσεις του καταφεύγοντας αρκετές φορές στην επανάληψη, στην υπερβολική χρήση επιθετικών προσδιορισμών, καθώς και στον καταιγισμό επεξηγήσεων μέσα στην ίδια πρόταση με δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις. Η προσπάθειά μας λοιπόν ήταν εξαιρετικά δύσκολη για να αποδείξουμε τον υποκείμενο καθαρό λόγο του συγγραφέα.

Σε συνάρτηση δε με το συγκεκριμένο θέμα και κατά δεύτερο, μέσα στο κείμενο ανευρίσκεται συχνά το σύμβολο […], το οποίο υποδεικνύει ότι έχει εξαιρεθεί σχετική ύλη, αφού κρίναμε πως κάτι τέτοιο δεν αλλοιώνει την ουσία του συγγραφέα.

Βιβλιογραφία

Οι βιβλιογραφικές αναφορές στον Adolf Meyer, που βρίσκονται διάσπαρτες στην παραπάνω εισαγωγή, είναι δανεισμένες από το βιβλίο Alfred Lief, 1948, The Commonsense Psychiatry of Dr. Adolf Meyer, 1st edition. New York: McGraw-Hill Book Company. Εργαζόμενος σε στενή σχέση με τον Dr. Meyer, ο Alfred Lief συγκέντρωσε και δημοσίευσε 52 αναφορές, άρθρα σε περιοδικά και ομιλίες του διακεκριμένου ψυχιάτρου και τα συνέδεσε στο συγκεκριμένο βιβλίο με μια συναρπαστική βιογραφία του δασκάλου του. Μέσα στις σελίδες του ιχνηλατεί την ανάπτυξη της «κοινής λογικής» του Meyer ως τρόπου προσέγγισης στα προβλήματα της ψυχιατρικής, από την εποχή ακόμα της πρώιμης εργασίας του στα 1893, και διατρέχοντας τα χρόνια του σε Μασαχουσέτη, Νέα Υόρκη και τέλος στη Βαλτιμόρη, όπου υπηρέτησε ως καθηγητής της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο John Hopkins για σχεδόν τριάντα χρόνια.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.