Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιώργος Δημητριάδης
Ψυχίατρος Ψυχαναλυτής –
Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας του Πανεπιστημίου Paris-7 –
Εργάζεται στην Αθήνα

σύναψις 33 [2014 – τόμος 10]

Ernst Kretschmer (1888-1964): Εισαγωγή

Ο Ernst Kretschmer γεννήθηκε στο Würstenrot κοντά στο Heilbronn το 1888 και ήτανε γιος πάστορα. Στη διάρκεια του Α΄ παγκόσμιου πόλεμου εργάσθηκε ως στρατιωτικός γιατρός ασχολούμενος κυρίως με τις λεγόμενες «υστερίες του πόλεμου», έχοντας την άχαρη αποστολή να ξαναστέλνει τους φαντάρους με «νεύρωση πόλεμου» και «τραυματική υστερία», όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του στρατιωτικοί ψυχίατροι της εποχής, το συντομότερο δυνατό στο μέτωπο. Έγινε καθηγητής ψυχιατρικής στο Tübingen το 1926. Δύο γεγονότα τουλάχιστον μας δίνουνε την εντύπωση ότι τον διέκριναν ανθρωπιστικά αισθήματα. Καταρχάς το γεγονός ότι στο βιβλίο του «Ο μεγαλοφυής άνθρωπος» (1929) είχε κάνει την υπόθεση ότι οι φυλετικές επιμειξίες είναι δόκιμες για την ανθρωπότητα. Αλλά επίσης και το γεγονός της παραίτησής του το 1933 από την προεδρία της Γερμανικής Εταιρίας Ψυχοθεραπείας (της οποία είχε υπάρξει πρόεδρος επί επτά έτη), σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το ναζιστικό καθεστώς, το οποίο είχε μόλις πάρει την εξουσία. Είναι η στάση του αυτή που ευνόησε, μεταξύ άλλων, τον ρόλο που οι Σύμμαχοι του επιφύλαξαν μεταπολεμικά στην αναδόμηση των πανεπιστημίων του Marburg και του Tübingen. Υπήρξε πολύ σημαντικός ψυχίατρος για την εποχή του. Η επίδρασή του φτάνει στις ημέρες μας διαμέσου της διάσημης μορφοτυπολογίας του˙ αλλά και μέσω του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών (der sensitive Beziehungswahn), κλινική οντότητα η οποία σχετίζεται με τις ψυχολογικές έννοιες της «αντίδρασης» και του «χαρακτήρα». Τα αποσπάσματα που επιλέξαμε είναι σχετικά με το θέμα αυτό και είναι από τμήματα του βιβλίου του Kretschmer ‘Παράνοια και ευαισθησία: μία συνεισφορά στο θέμα της παράνοιας και της ψυχιατρικής μελέτης του χαρακτήρα’, του οποίου μία πρώτη έκδοση έγινε το 1918. Η αντινοσολογική αντίληψη1 του Kretschmer συνάδει με τη σύγχρονη τάση για μία διανοσολογική προσέγγιση των ψυχικών διαταραχών μέσω της έννοιας της «διάστασης»˙ αλλά κυρίως συνάδει με την ψυχοδυναμική προσέγγιση στην ψυχοπαθολογία, της οποίας και υπήρξε πρωτοπόρος. Έτσι η ψυχοδυναμική θεωρία του Kretschmer δημιουργεί – ας μας επιτραπεί ο όρος – μία «επιμιξία» μεταξύ των κλασικών νοσολογικών οντοτήτων η οποία, επιπροσθέτως, διαπερνά τα στεγανά μεταξύ οργανογένεσης και ψυχογένεσης.2 Η αντίληψή του όσον αφορά τη σχέση μεταξύ χαρακτήρα και αντίδρασης είναι επίσης αντίθετη με την κλασική αντίληψη περί ελλειμματικότητας της προσωπικότητας η οποία – σύμφωνα με αρκετές θεωρίες της ψυχιατρικής– οδηγεί στην ψυχική νόσο. Δηλαδή κατά τον Kretschmer – σε αντίθεση με αυτές τις θεωρίες –, χαρακτήρες διαφόρων τύπων προδιαθέτουν τόσο σε κάποιες παθολογικές αντιδράσεις όσο και σε ηθικές αρετές και ικανότητες ειδικού τύπου όπως θα πούμε πιο συγκεκριμένα και παρακάτω.

Σύμφωνα με τον Paul Bercherie,3 η προϊστορία του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών είχε ως εξής: «Ο Friedmann το 1905 είχε περιγράψει καλοήθεις μορφές παράνοιας που συνεβαίνανε σε άτομα με ευαίσθητο και ατίθασο χαρακτήρα (κυρίως γυναίκες με υψηλό επίπεδο νοημοσύνης) ως αντίδραση σε κάποια σοβαρή σύγκρουση με το κοινωνικό περιβάλλον τους. Το παραλήρημα είχε ως θέμα τη βλάβη που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί από το περιβάλλον, τα εν λόγω δε άτομα έχουν την εντύπωση ότι τα παρακολουθούν αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις ούτε προβλήματα προσαρμογής. Το παραλήρημα σταματά μετά από ένα με δύο χρόνια όπως και η συναισθηματική κατάσταση που το συνοδεύει. Διάφοροι συγγραφείς την ίδια περίοδο είχαν περιγράψει παρόμοιες κλινικές εικόνες. Ο Gaupp, φερ’ ειπείν, επιχειρώντας να περιγράψει τις χαρακτηριολογικές βάσεις του παρανοϊκού παραληρήματος, αντέταξε στον κλασικό παρανοϊκό χαρακτήρα, ο οποίος σχετίζονταν με το διεκδικητικό παραλήρημα, έναν τύπο χαρακτήρα με ψυχασθενικές και καταθλιπτικές τάσεις, ο οποίος τείνει προς στοιχειώδεις μορφές παράνοιας, στις οποίες οι ιδέες καταδίωξης αφορούν τις σχέσεις του και συνδέονται με ψυχασθενικού τύπου ιδέες αυτομομφής. Το παραλήρημα στις περιπτώσεις αυτές «αποτυχημένης παράνοιας» (Abortivparanoia) αναπτύσσεται υπογείως συνοδευόμενο από – καταθλιπτικού τύπου – συναισθηματική αναστολή. Το χαρακτηρίζουν επίσης η μερική επίγνωση της νοσηρότητας της κατάστασης και η διακύμανση στην πορεία του, είναι δε χωρίς «εγωτική» απομόνωση. Είναι αυτή η απουσία μαχητικότητας και προσωπικής υπερεκτίμησης, άλλα και η εμπιστοσύνη που οι ασθενείς αυτοί δείχνουν στον γιατρό, η τάση για αυτοκριτική, όπως και η λεπτότητα στο ήθος που χαρακτηρίζουν αυτούς τους αρρώστους σε αντίθεση με τους «διώκτες» παρανοϊκούς. Ούτως ώστε, με μία σειρά εργασιών μεγάλης κλινικής εμβέλειας, είχε αρχίσει ήδη από αυτήν την εποχή να μπαίνει σε αμφισβήτηση το δόγμα της χρονιότητας της παράνοιας όπως την είχε περιγράψει ο Kraepelin, ο οποίος εξ άλλου στην τελευταία έκδοση του εγχειριδίου του δεν αντιτέθηκε πλέον κατ’ αρχήν στην ύπαρξη ιάσιμων καλοηθών μορφών παράνοιας˙ αν και δεν παρέθεσε κάποια κλινική περιγραφή τους ούτως ώστε, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι, την παραδοχή αυτή την έκανε με διστακτικότητα˙ ο δε Bleuler ακολούθησε τον Kraepelin όσον αφορά αυτή του τη διστακτικότητα».

Η μελέτη του Kretschmer γύρω από το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών εντάσσεται όπως είπαμε παραπάνω στο πλαίσιο της μελέτης του χαρακτήρα και της αντίδρασης με την οποία επιδίωξε να εξηγήσει το σύνολο της ψυχοπαθολογίας αντιδραστικού και ιδιοσυγκρασιακού τύπου. Στη θεωρία του ο Kretschmer διέκρινε τέσσερις συνιστώσες στον χαρακτήρα: Την ευαισθησία, τον εντυπωσιασμό, την κατακράτηση4 (ικανότητα στη διατήρηση στον ψυχισμό μίας εντύπωσης σε ενεργό μορφή), την ενδοψυχική δραστηριότητα (δυνατότητα επεξεργασίας διαμέσου της σύνδεσης με τα υπόλοιπα ψυχικά στοιχεία και τις υπόλοιπες εμπειρίες) και την διάχυση (την εξωτερίκευση και αποφόρτιση της συσσωρευμένης ψυχικής δύναμης). Στις τέσσερις αυτές θεμελιακές συνιστώσες προσέθετε τη δυνατότητα στην αντίδραση, ούτως ειπείν την ικανότητα αντίστασης ή, αντιθέτως, την ανεπάρκειά της. Δηλαδή το σθένος ή την ασθενικότητα με το σχετικό υποκειμενικό τους αίσθημα: μία αντίληψη του εαυτού αντίστοιχα υψηλή ή χαμηλή. Ή, ακόμη καλύτερα, τον τρόπο που οι δύο αυτές συνιστώσες (το σθένος και η ασθενικότητα) αρθρώνονται – όπως θα δούμε παρακάτω – σε κάθε επιμέρους χαρακτήρα. Η δυναμική αυτή αντίληψη για τον χαρακτήρα τείνει στο να διαχωρίσει τις αντιδραστικού τύπου ψυχοπαθολογικές καταστάσεις από τις άλλες δύο ψυχοπαθολογικές ομάδες. Που είναι, κατά τον Kretschmer πάντα, αφενός οι ολιγοφρένειες αφετέρου οι αυτόνομες ψυχικές ασθένειες, δηλαδή αυτές που προσδιορίζονται κυρίως από βιολογικούς παράγοντες. Αλλά όλες αυτές οι ομάδες μπορούν παρά ταύτα να συνευρεθούν με διάφορους τρόπους σ’ ένα συγκεκριμένο άτομο. Ούτως ώστε η διάγνωση επιδιώκει να εξετάσει τη δυναμική εμπλοκή, τη διαστρωμάτωση, των διάφορων αυτών ομάδων ψυχοπαθολογικών καταστάσεων στο ίδιο άτομο. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό. Αλλά πριν θα αναφερθούμε στους τέσσερις τύπους ψυχοπαθολογικών αντιδράσεων που περιέγραψε ο συγγραφέας:

1)    Πρωτογενείς αντιδράσεις

Σε αυτές η εμπειρία αφού διεισδύσει στον ψυχισμό τον εγκαταλείπει αμέσως υπό μορφήν αντίδρασης κατά τρόπο σχεδόν αντανακλαστικό. Πρόκειται για μορφή αντίδρασης που απαντάται σε διάφορους τύπους ψυχοπαθολογίας (αλλά και σε υγιείς υπό ειδικές συνθήκες π.χ. ψυχικό τραυματισμό), στους οποίους ο – ψυχολογικός – τύπος αυτός αντίδρασης θα μπορούσε να εντοπιστεί με βάση τις συνιστώσες του χαρακτήρα, τις οποίες περιγράψαμε ως «σημαντικού βαθμού ευαισθησία στον εντυπωσιασμό και μεγάλη ευκολία εξωτερικοποίησης, συνάμα με έλλειψη κατακράτησης». Διακρίνει δύο ομάδες αυτού του τύπου σύμφωνα με το αν επικρατούν οι ισχυροί ή ασθενικοί παράγοντες του χαρακτήρα: τους εκρηκτικούς και τους ασταθείς. Πρόκειται για χαρακτήρες (οι σύγχρονοι θα λέγαμε ψυχοπαθητικοί) οι οποίοι αδυνατούν να αποκτήσουν εμπειρία και να ισορροπήσουν την ψυχική τους ζωή, έχουν δηλαδή απομονωμένες ψυχικές αντιδράσεις. Δύο άλλοι τύποι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Το φανταστικό παραλήρημα, το είχε περιγράψει ο Birnbaum στη Γερμανία και ο Dupré στη Γαλλία, στο οποίο υπάρχει ανωμαλία της δυνατότητας σύνδεσης των ιδεών και δημιουργία πρόσχαρων πολύμορφων και επιπόλαιων παραληρηματικών ιδεών που γρήγορα μετασχηματίζονται. Και, δεύτερον, τις υστερικές αντιδράσεις οι οποίες γίνονται επίσης με βραχυκύκλωμα, αλλά με κατεύθυνση όχι τον εξωτερικό κόσμο αλλά τον ασυνείδητο ψυχισμό, δημιουργώντας προβλήματα στη σφαίρα της αισθητικότητας και της κινητικότητας˙ ή, μέσω μίας αυτοματικότητας των συνειρμικών και συναισθηματικών διεργασιών, συσκότιση της συνείδησης και μία τάση στη μη κάθαρση του συναισθήματος, το οποίο παραμένει υπό μορφήν υπολοίπου το οποίο τείνει να ξυπνήσει. Οι τραυματικές νευρώσεις ή οι νευρώσεις του πολέμου θα μπορούσαν να είναι ένα μοντέλο αυτού του τύπου αντίδρασης.

2)    Αντιδράσεις διάχυσης (expansive Reaktionsformen)

Τα άτομα τα οποία έχουν προδιάθεση διακρίνονται από εκσεσημασμένο σθένος και συνάμα από μεγάλου βαθμού τάση κατακράτησης και εγωκεντρικότητα. Ένα όμως αγκάθι ασθενικότητητας συνυπάρχει με το σθένος στο χαρακτήρα τους, το οποίο εκδηλώνεται με έλλειψη αυτοπεποίθησης και ευπάθεια˙ μία αχίλλειος πτέρνα είναι δηλαδή εγκατεστημένη στη σθεναρή προσωπικότητα των ατόμων αυτών, η οποία προδιαθέτει σε αντιδράσεις διάχυσης εξαιτίας της υπερδιεγερσιμότητας που τα χαρακτηρίζει. Πρόκειται συνήθως για αντίδραση ενάντια ενός ατόμου, ενάντια στη θέληση ενός συλλογικού θεσμού στον οποίο ανήκει. Στη διάρκεια του αγώνα αυτού – τον οποίο το υποκείμενο κάνει σε συνθήκες πολύ υψηλής συναισθηματικής φόρτισης –, όλες του οι ψυχικές αναπαραστάσεις «απορροφώνται» από την ομάδα αναπαραστάσεων που αφορούν τη δεδομένη σύγκρουση. Αυτή η αντίδραση μπορεί να φτάσει στο επίπεδο του παραληρήματος υφιστάμενης βλάβης λίγο έως πολύ συνοδευόμενου από μεγαλομανιακές ιδέες (παραλήρημα διεκδίκησης, εφευρέτες αναθεωρητές, παρανοϊκοί διωκόμενοι). Αλλά ο συγγραφέας αναγνωρίζει την ύπαρξη ήπιων μορφών στις οποίες η ψυχοσύγκρουση παραμένει σε «νευρωτικά» επίπεδα, το ίδιο δε ισχύει και για το παραλήρημα σχέσης που θα εξετάσουμε παρακάτω. Ο Kretschmer επέμεινε στον επεισοδιακό χαρακτήρα αυτών των αντιδράσεων τα οποία ενδέχεται να παρουσιάσουν ύφεση κατόπιν αλλαγών στο περιβάλλον ή μέσω μίας κατάλληλης ψυχικής αγωγής. Αφήνουν όμως μία διαρκή τάση προς τις παρανοϊκές αντιδράσεις, αν και οι χρόνιες μορφές με συστηματοποιημένο παραλήρημα είναι οι λιγότερο συχνές. Αν οι πρωτογενείς αντιδράσεις χαρακτηρίζονται από έλλειψη «κατακράτησης» αυτού του τύπου, οι αντιδράσεις χαρακτηρίζονται από έλλειψη «καταστολής»5 αυτών των αντιδράσεων και της διάχυσης που τις χαρακτηρίζει. Αυτού του τύπου τα άτομα είναι ικανά να ζήσουν τις επενδυμένες με συναίσθημα εντυπώσεις τους πάρα πολύ έντονα τόσο ποσοτικά όσο και παρατεταμένα όχι μόνο εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά και όλα αυτά σε βαθμό που δεν απαντάται σε καμία άλλη ψυχοπαθολογική κατάσταση.

3)    Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Αντίθετα με τις προηγούμενες, οι αντιδράσεις αυτές δημιουργούνται με βάση το μηχανισμό κατακράτησης, που ο Kretschmer ονομάζει «καταστολή» των συναισθηματικών εμπειριών, δηλαδή τη μη διάχυσή τους. Η κατεσταλμένη εμπειρία δημιουργεί ένα ξένο σώμα μέσα στη συνείδηση την οποία και παρασιτεί διαρκώς δημιουργώντας είτε συμπτώματα ψυχαναγκαστικής νεύρωσης είτε το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών. Στην πρώτη υπάρχει ένας έμμονος μηρυκασμός συγκρουσιακών αναπαραστάσεων ή ενός συμβόλου αυτών, το οποίο δημιουργείται (στο ζενίθ της έντασης του μηχανισμού της «καταπίεσης») με τον μηχανισμό της «αναστροφής». Στο παραλήρημα των υπερευαίσθητων είναι αφιερωμένο το κείμενο του Kretschmer που θα ακολουθήσει την εισαγωγή μας. Θα περιοριστούμε λοιπόν στο να παρατηρήσουμε μόνο ότι στην περίπτωση των υπερευαίσθητων υπάρχει η κατοπτρικά αντίστροφη συνθήκη από την περίπτωση των διάχυτων αντιδράσεων. Δηλαδή μία σθεναρή συνιστώσα ερεθίζει συνεχώς έναν χαρακτήρα πολύ ασθενικό, ο οποίος εμποδίζει τη σθεναρή αυτή συνιστώσα να εκφραστεί ούτως ώστε δημιουργείται στον ψυχισμό μία επώδυνη εσωτερική σύγκρουση.

4)    Αμιγώς ασθενικού τύπου αντιδράσεις

Χαρακτηριστικές των ασθενικών και χωρίς άμυνες ατόμων, τα οποία όταν βρεθούν αντιμέτωπα με μία έντονη εμπειρία γίνονται λυπημένα και κατάκοπα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αδύναμα όπως είναι να αντιδράσουν ή να καταστείλουν. Αυτού του τύπου οι αντιδραστικές καταθλίψεις διαφοροποιούνται από τις ενδογενείς καταθλίψεις από τη διάχυτη τρυφερότητα, την υποβολιμότητα, την ανάγκη επικοινωνίας, την εύκολη κόπωση και την υπερευαισθησία. Αυτού του τύπου οι αντιδράσεις απαντώνται και στα υπερευαίσθητα άτομα, τα οποία έχουν επίσης ασθενικό ταμπεραμέντο.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι ιδεώδεις τύποι οι οποίοι μπορούν να συνδυαστούν, όπως εξ άλλου συμβαίνει και με τις συνιστώσες του χαρακτήρα στο εσωτερικό κάθε τύπου αντίδρασης που περιγράψαμε. Η ψυχοπαθολογική σκέψη του μεγάλου αυτού κλινικού ήταν απαράμιλλα συνδυαστική και δυναμική όπως θα πούμε και παρακάτω.

Τέλος, θα πούμε λίγα λόγια για τη μορφοτυπολογία του Kretschmer, με την οποία ο συγγραφέας επιχείρησε να καταστήσει «ορατό» τον λεγόμενο ενδογενή παράγοντα,6 που η μέχρι τότε ψυχοπαθολογία αναγνώριζε ανέκαθεν ως υπαρκτό χωρίς όμως να μπορεί να τον εντοπίσει φαινοτυπικά σε κάποιο εξωτερικό χαρακτηριστικό του ατόμου. Είναι αυτή την «κρυφή» ιδιότητα που ο Kretschmer επιχείρησε να φέρει στην επιφάνεια με τη μορφοτυπολογία σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία αντιστοιχία μεταξύ κάποιων μορφοτυπολογικών τύπων από τη μία και κάποιων ταμπεραμέντων από την άλλη. Η αντιστοιχία αυτή υπέθετε ότι γίνεται διαμέσου κάποιων νευρο-ενδοκρινολογκών συνδέσεων. Η εκτενής μελέτη μίας σειράς ασθενών, οι οποίοι έπασχαν από τις δύο ενδογενείς ψυχώσεις, του έδωσε την εντύπωση της ύπαρξης κάποιων βιότυπων, την οποία η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων επιβεβαίωσε. Η αντιστοιχία αυτή δεν έπαψε να απασχολεί έκτοτε την ψυχιατρική και τον συσχετισμό αυτό αναφέρουν όλα τα εγχειρίδια σύγχρονης ψυχιατρικής σε αναφορά με την ανακάλυψη του Kretschmer. Σύμφωνα με τη χαρακτηριολογική τυπολογία του, υπάρχουν ο πυκνικός βιότυπος, ο οποίος προδιαθέτει στην κυκλοθυμικότητα και ο λεπτόσωμος-ασθενικός, ο αθλητικός και ο δυσπλαστικός βιότυπος, καθώς και οι συνδυασμοί αυτών που προδιαθέτουν στη σχιζοθυμικότητα. Σε αναφορά με τον σωματότυπο διακρίνει λοιπόν ήδη από το βιβλίο του «Η δομή του σώματος και ο χαρακτήρας»(1921):

1)    Τους κυκλοθυμικούς: στους οποίους η συναισθηματική απόχρωση κυμαίνεται μεταξύ της χαράς και της λύπης και των οποίων ο ψυχικός ρυθμός κυμαίνεται μεταξύ κινητικότητας και άνετης βραδύτητας. Η ψυχοκινητικότητά τους είναι προσαρμοσμένη στις διεγέρσεις, είναι αρμονική και φυσική. Είναι η καλή επαφή τους με την ατμόσφαιρα, η (λεγόμενη από τον Bleuler και αργότερα από τον Minkowski) συντονία, η εξωστρέφεια (Jung) και η «στρουμπουλότητα» που χαρακτηρίζει αυτούς τους ανθρώπους όταν δε είναι ταλαντούχοι, είναι ρεαλιστές πνευματώδεις, τολμηροί οργανωτές και έξυπνοι διαπραγματευτές. Η ψυχοπαθολογία τους χαρακτηρίζεται από μία έλλειψη απόστασης από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από μία έντονη ψυχοσυναισθηματική αντιδραστικότητα και από διαταραχές της διάθεσης.

2)    Τους σχιζοθυμικούς, των οποίων η συναισθηματική απόχρωση κυμαίνεται μεταξύ ενός πόλου αναισθησίας και ψυχρότητας και ενός πόλου υπεραισθησίας, ο δε ψυχικός ρυθμός τους έχει μεγάλες μεταπτώσεις και διακεκομμένο τρόπο. Η ψυχοκινητικότητά τους είναι επιφυλακτική, ψυχρή, άτεγκτη και νωθρή. Έχουν έλλειψη συντονίας με την ατμόσφαιρα και τάση για εσωτερική ζωή, «αριστοκρατική» επιφύλαξη και εσωστρέφεια. Το ταμπεραμέντο αυτό απαντάται σε μεγάλο αριθμό ψυχοπαθολογικών ατόμων, αλλά και κάποιους μεγάλους άντρες, ρομαντικούς, καλλιτέχνες της μορφής, ανθρώπους που τείνουν προς τη μεταφυσική και τη λογική, αλλά και άτομα που γίνονται ιδεαλιστές, φανατικοί δεσπότες ή στυγνοί υπολογιστές.

Το 19367 προσέθεσε τους λεγόμενους «ιξώδεις» (τους «γλισχροειδείς» σύμφωνα με τον όρο που η Françoise Minkowska είχε εισάγει ήδη μία δεκαετία νωρίτερα ύστερα από γλωσσολογική υπόδειξη του Édouard Pichon), οι οποίοι κυμαίνονται ανάμεσα σε έναν φλεγματικό πόλο, που ανταποκρίνεται στη βασική τους διάθεση και έναν εκρηκτικό πόλο, έχουν ένα «πηκτό» ψυχικό ρυθμό και μία ψυχοκινητικότητα που είναι μεν προσαρμοσμένη στις προτροπές του περιβάλλοντος, αλλά είναι, παρά ταύτα, βαριά και μετρημένη. Είναι επίμονοι και έχουν μικρή αντιδραστικότητα στο περιβάλλον. Η κατάσταση αυτή σχετίζεται με τον αθλητικό βιότυπο και την επιληψία, δίνει δε σπάνια ανθρώπους με μεγάλα ταλέντα, αλλά – ενίοτε – δίνει άτομα με μεγάλη αντοχή και εργατικότητα.

Με βάση την περιγραφή αυτή, ο Kretschmer δημιούργησε μία συνέχεια μεταξύ φυσιολογικών μορφών ταμπεραμέντων (κυκλοθυμικό, σχιζοθυμικό), τις ιδιοσυγκρασιακές ψυχοπάθειες (σχιζοειδείς, κυκλοειδείς) που γίνονται πάγιοι τρόποι ύπαρξης (και που αντιτίθενται στους τύπους αντίδρασης που περιγράψαμε παραπάνω) και τέλος τις δύο μεγάλες ενδογενείς ψυχώσεις, οι οποίες έτσι αντιπροσωπεύουν εξάρσεις των λανθανόντων προδιαθέσεων του ατόμου. Αφού περιγραφούν οι ενδογενείς ψυχώσεις ως έξαρση λανθανόντων χαρακτηριστικών, μπορεί να εξηγηθεί η παρουσία σχιζοφρενικών ή άλλων συμπτωμάτων σε ένα οργανικό ψυχοσύνδρομο ως μία ενεργοποίηση λανθανόντων τάσεων «επί τη ευκαιρία ενός τέτοιου συνδρόμου π.χ. μίας άνοιας». Επίσης η σχιζοειδία μπορεί μεν να δρα παθογενετικά, όσον αφορά τη δημιουργία μίας σχιζοφρένειας, αλλά μπορεί να δράσει παθοπλαστικά,8 να χρωματίσει δηλαδή μία άλλου τύπου ασθένεια. Αλλά και αντίθετα, επίκτητες διαδικασίες (οργανικά ψυχοσύνδρομα ή ενδογενείς ψυχώσεις) μπορούν να μεταμορφώσουν τον χαρακτήρα και να δημιουργήσουν μία προδιάθεση η οποία να μοιάζει με ιδιοσυγκρασιακή ή ακόμη και να εμφανιστούν αρχικά ως μία παθολογία αντιδραστικού τύπου. Η διαστρωμάτωση στη διάγνωση που εισάγει ο Kretschmer αντικαθιστά τη στατική λογική νοσολογικού τύπου με τη δυναμική λογική του μηχανισμού αφήνοντας έτσι περιθώριο στο να ληφθεί υπόψιν η υποκειμενικότητα του αρρώστου. Εξ ου και το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τη θεραπευτική της προσωπικότητας: ψυχοθεραπεία, εργοθεραπεία, θεραπεία στο πλαίσιο του ιδρύματος, οι οποίες γνώρισαν ανάπτυξη την ίδια εποχή βασιζόμενες σε θεωρίες παρόμοιες με εκείνη του απαράμιλλου σε κλινική λεπτότητα κλινικού αυτού.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Αντιτιθέμενος έτσι στην κλασική νοσολογική αντίληψη του E. Kraepelin (και του J. P. Falret όπως σημειώνει ο Paul Bercherie βλ. Paul Bercherie, Les fondements de la clinique, Paris: Navarin, 1980, σελ.217).

2  Ο Jacques Lacan προχώρησε ακόμη παρακάτω, κατά τη γνώμη μας, τον προβληματισμό αυτό, αλλά χρησιμοποίησε τον όρο ‘ψυχική αιτιότητα’ (αποτίνοντας έτσι φόρο τιμής στον Kretschmer, ο οποίος τον είχε χρησιμοποιήσει πρώτος στο βιβλίο του ‘Ιατρική ψυχολογία’ Ermst Kretschmer, Psychologie médicale, Paris : Payot, 1927, σελ.307) στο γνωστό άρθρο του με τίτλο ‘Λόγος περί ψυχικής αιτιότητας’ (1946). Ο Kretschmer επίσης αναφέρθηκε στη διατριβή του Lacan (1932) στην εισαγωγή της τρίτης έκδοσης του βιβλίου του «Παράνοια και ευαισθησία» (1950). Ernst Kretschmer, Paranoia et sensibilité, Paris : PUF, 1950, σελ.VI.

3  Paul Bercherie, Les fondements de la clinique, Paris: Navarin, 1980, σελ.207.

4  Η επίσχεση – Verhaltung στο πρωτότυπο.

5  Répression στο πρωτότυπο. Ονομάζουμε καταπίεση λέει ο Kretschmer μία συνειδητή κατακράτηση ομάδων ψυχικών αναπαραστάσεων ισχυρά επενδυμένων με συναισθήματα συνοδευόμενη από μία ζωηρή ενδοψυχική δραστηριότητα και μία ελαττωματική δυνατότητα διοχέτευσης.

6  Βλ. Alberto Gaston et Roberto Tatarelli, « Analyse critique de l’évolution du concept d’endogène », L’Évolution psychiatrique, 1984, 49, 2, σελ. 569-575.

7  Στην τρίτη έκδοση του βιβλίου του “Ιατρική ψυχολογία”.

8 Τον όρο αυτό τον είχε εισάγει στην ψυχιατρική ο Birnbaum, ο οποίος, στο Aufbau der Psychose (1923), διέκρινε παράγοντες προδιάθεσης, παθογένεσης, επίσπευσης και παθοπλαστικούς, οι οποίοι είναι καμουφλάζ για μη ψυχογενείς ψυχώσεις οι οποίες διαμέσου αυτών φαίνονται να είναι ψυχογενείς. Βλ. Paul Bercherie, Les fondements de la clinique, ο.π. σελ. 224.

Βιβλιογραφία

Paul Bercherie, Les fondements de la clinique, Paris : Navarin, 1980.

Alberto Gaston & Roberto Tatarelli, « Analyse critique de l’évolution du concept d’endogène », L’Évolution psychiatrique, 1984, 49, 2, σελ. 569-575.

Ermst Kretschmer, Psychologie médicale, Paris : Payot, 1927.

Ermst Kretschmer, Der sensitive Beziehungswahn, Berlin, Verlag von Julius Springer, 1927.

Ermst Kretschmer, La structure du corps et le caractère, Paris : Payot, 1930.

Ernst Kretschmer, Paranoïa et sensibilité, Paris : PUF, 1950.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.