Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Chantal Tanguy
 Διδάκτωρ Ψυχολογίας και Συνεργάτις στο
Τμήμα Ψυχοπαθολογίας στο Πανεπιστήμιο Rennes 2,
Haute Bretagne, Γαλλία

σύναψις 33 [2014 – τόμος 10]

Ερωτομανία, μια έννοια σε συνεχή εξέλιξη

Μετάφραση: Σταυρούλα Καμπουγέρη

Η ανάγκη να διευκρινίσουμε την έννοια του πάθους προκύπτει από τη διαπίστωσή μας ότι πρόκειται για ένα ευρέως διαδεδομένο σημαίνον που βρίσκεται, αρχικά, μέσα στο σημασιολογικό πλαίσιο της Αρχαιότητας, έπειτα σε αυτό του 18ου, αλλά και το πιο περιορισμένο του 19ου αιώνα κι αργότερα στην κλασική ψυχιατρική, από τις απαρχές της. Το εν λόγω, αρχαιοελληνικής προέλευσης σημαίνον [που έγινε στα λατινικά patior], έμεινε κενό νοήματος από τις πολλές μεταλλάξεις που υπέστη στο πέρασμα των αιώνων και τελικά υιοθετήθηκε από την καθημερινή γλώσσα, εμπεριέχοντας πάντοτε την έννοια του μαρτυρίου που κάποιος επιβάλλει ή υπομένει.

Από τα Πάθη του Χριστού, που εκφράζουν το σύνολο των δοκιμασιών από τις οποίες πέρασε για την εξιλέωση της ανθρωπότητας, έως την ψυχιατρική προσέγγιση της έννοιας του πάθους, είναι προφανής η μετάλλαξη της έννοιας. Στα μέσα του 10ου αιώνα, το πάθος θα διαπλακεί με την έννοια του μάρτυρα, ενώ στην αυγή του 13ου αιώνα θα εμφανιστεί και το ερωτικό πάθος: «passion d’amor en l’ame de l’home sont poissances» [Το πάθος του έρωτα στην ψυχή του ανθρώπου είναι δύναμη].1 Από τον 19ο αιώνα και έπειτα σημειώνεται μια ερμηνευτική μετάλλαξη, δείγμα μιας βαθειάς εννοιολογικής αλλαγής: το πάθος παρουσιάζεται ως «συναίσθημα», έπειτα ως «θυμικό», πριν αποτελέσει τελικά αντικείμενο έρευνας ενός ολόκληρου ψυχιατρικού πεδίου.

Μπορούμε να υπογραμμίσουμε εξ αρχής ένα σημαντικό σημείο: όλες οι θεωρίες δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην έννοια του πάθους ως «θεμελιώδη παθητικότητα», ο παθιασμένος παρουσιάζεται ως παθητικός, υπομένει και υπό αυτή την οπτική θεωρείται παράφρων. Ο Kasenave στο έργο του «Histoire de la passion amoureuse» [Ιστορία του ερωτικού πάθους] υπογραμμίζει αυτή την ιδιαιτερότητα: «Διότι το πάθος είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή επιθυμία. Ή θα μπορούσαμε να πούμε πως ταυτίζεται με την επιθυμία όταν αυτή φλέγεται μέχρι τέλους. Επιθυμία μεταφυσική, επιθυμία οντολογική, το λατινικό desiderium, αυτή η πτώση του αστεριού που μας οδηγεί στη ζωή μέσα στο σκοτάδι της νύχτας – και μέσα στην απώλεια αυτού του άστρου, σε αυτό το κενό όπου εγκαθίσταται μια απέραντη νοσταλγία, σαν μια υπέρτατη ελπίδα να ξαναβρεθεί το Βασίλειο του οποίου σημάδι ήταν το άστρο».2

Το πάθος όπως περιγράφεται εδώ, συγγενεύει με την έννοια μιας υπέρβασης. «Πέραν» της επιθυμίας, αλλά και «πέραν» του έρωτα, όπως μας λέει ο P. L. Assoun3. Ένα «ταξίδι» στην ιστορία είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε ευκολότερα το βαθύτερο περιεχόμενο αυτού του σημαίνοντος, αλλά και της κλινικής του εκδοχής.

Από το ερωτικό πάθος στο ερωτομανιακό πάθος

Bonum est pauxillum amare sane, insane non bonum est,
Verum totum insanum amare.4

Είναι καλό να αγαπά κανείς με μέτρο,
δεν είναι καλό να αγαπά κανείς παράλογα,
το να δίνεσαι ολοκληρωτικά στον έρωτα
είναι πράγματι απερίσκεπτο.

Αυτοί οι στίχοι του Πλαύτου [Titus Maccius Plautus, περί το 254-284] φανερώνουν πως στον έρωτα, το υποκείμενο με το να αγαπά δίχως όρια, ως την τρέλα, κινδυνεύει να καεί, να αναλωθεί μέχρι τέλους στην άβυσσο της κόλασης. Ο Πλαύτος μας δίνει την ερμηνεία του, είναι καλό να αγαπά κανείς με μέτρο και απερίσκεπτο να δίνεται κανείς ολοκληρωτικά στον έρωτα. Να αγαπά κανείς λίγο, πολύ, με πάθος… και έπειτα έρχεται η τρέλα. «Το ερωτικό πάθος, γράφει ο Freud, αποτελεί ένα είδος υπερχείλισης της λίμπιντο του Εγώ στο αντικείμενο. Έχει λοιπόν τη δύναμη να υπερνικά τις απωθήσεις […]».5

Τα λεγόμενα του Freud δείχνουν πως το πάθος, από τη «συνήθη»6 κιόλας εκδοχή του, κλονίζει το υποκείμενο. Σαν ένα «τσουνάμι» της ερωτικής ζωής, η λίμπιντο ξεπερνά τις νοητές γραμμές που μέχρι τότε την περιέβαλλαν, δίνοντας φτερά στον ερωτευμένο, επιτρέποντάς του να διασχίσει ζώνες απαγορευμένες. Χωρίς απωθήσεις, τα πάντα είναι δυνατά. Το υποκείμενο αναζητά να κυριευθεί, να εγκαταλειφθεί, να βρεθεί εκτός εαυτού, σε έκσταση.7 Εάν δεν ανήκε στο πεδίο της παραφροσύνης, θα ήταν άραγε το πάθος αυτό το υπερβολικά τίποτε;

Η συνήθης εκδοχή του ερωτικού πάθους,8 όταν δηλαδή δεν εγγράφεται σε μια παθολογία, είναι από μόνη της κάτι το ασυνήθιστο και εξαιρετικό για το υποκείμενο: κεραυνοβόλος έρωτας, απαύγασμα πάθους9 που το αιχμαλωτίζει, παρασύροντάς το σε ασυλλόγιστες απόλυτες υποσχέσεις. «Είσαι τα πάντα για μένα» κι αυτό το «πάντα» έρχεται να συμπληρώσει το «τίποτα» της πιο μεγάλης επιθυμίας. Διότι το πάθος διαδραματίζεται εδώ σε ένα φόντο απώλειας. Το πάθος, γράφει ο Gori, λειτουργεί σαν ένα είδος βαλβίδας και, παράλληλα, έρχεται να σφραγίσει σαν στολίδι μια πρωταρχική απώλεια,10 την ψευδαίσθηση του Ενός. Όπως στο τραγούδι του Alain Bashung, Vertiges de l’amour [Ίλιγγοι του έρωτα],11 ο παθιασμένος ζει σαν σχοινοβάτης στην άκρη ενός γκρεμού. Ο φόβος του είναι ο φόβος της απώλειας, της απώλειας ενός αντικειμένου όχι μετουσιωμένου, αλλά εξιδανικευμένου με τη φροϋδική έννοια του όρου.

Αγωνία του έρωτα; Ναι, από τον φόβο ενός πένθους, καθώς, όπως μας υπενθυμίζει ο Gori, την απώλεια αυτή ο παθιασμένος την φοβάται ακόμη, πολύ περισσότερο που γνωρίζει τι τον περιμένει αφού, χωρίς να το έχει ήδη αντιμετωπίσει, δεν μπόρεσε να δομηθεί ψυχικά.12 Επομένως ναι, ο παθιασμένος τρέμει, είναι αυτός που περιμένει.13 Φοβάται πως είναι τελικά δύο.

Δεν είναι φρόνιμο, έλεγε ο Πλαύτος, να δίνεται κανείς ολοκληρωτικά στον έρωτα, το τίμημα είναι πολύ ακριβό. Από την άλλη, χωρίς μια δόση τρέλας ο έρωτας είναι άχρωμος, δεν είναι τίποτα, έγραφε η Louise Labé14 στην εποχή της.

Στο πεδίο της ψυχοπαθολογίας, το να αγαπά κανείς με ή χωρίς το φαλλικό σημαίνον δεν έχει την ίδια βαρύτητα. Ωστόσο τα πάθη, είτε είναι νευρωτικά ή ψυχωτικά είτε πηγάζουν από την απώθηση ή τον αποκλεισμό [forclusion], ενέχουν έναν ερωτομανιακό πυρήνα, υπογραμμίζει ο R. Gori. Ένα μόνο βήμα χωρίζει αυτόν τον απλό πυρήνα από τον παραληρητικό έρωτα, γι’ αυτό και για τον Gori, θα πρέπει να είναι κανείς παράφρων για να πιστέψει πως τον αγαπούν.15 Στη συνέχεια, θα παραστούμε σε αυτό τον ιδιαίτερο γάμο, στον οποίο μας προσκαλεί το ερωτομανιακό υποκείμενο, με τη βοήθεια του Lacan.

Στο συμπόσιο του ερωτικού πάθους βρίσκουμε δυο συμμετέχοντες που δεν επιθυμούν άλλο παρά να γίνουν Ένα. Στο συμπόσιο του ερωτομανιακού Έρωτα υπάρχει ένας μόνο συμμετέχον, πεπεισμένος πως πρόκειται για δύο. Διότι ο ερωτομανής έχει πρόσβαση στην επιστήμη και την απόλαυση [jouissance] αυτού του έρωτα ο οποίος ανήκει σε άλλη υψηλότερη σφαίρα. Ο πραγματικός άλλος, το Αντικείμενο, είναι απών ή μάλλον βρίσκεται εκεί παρά τη θέλησή του.16 Μα αυτή η γαμήλια τελετή που ξεκίνησε τόσο ελπιδοφόρα, θα καταλήξει στη μνησικακία, το μίσος, την τραγωδία.

Ο έρωτας – πάθος και οι κρυσταλλώσεις του κατά τον Stendhal 17

Στο έργο του De l’amour [Περί έρωτος] του 1822, ο Stendhal διαχωρίζει τέσσερα διαφορετικά είδη έρωτα: τον έρωτα-πάθος, τον έρωτα-ενδιαφέρον, τον σαρκικό και τέλος τον ματαιόδοξο έρωτα. Χωρίς να περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά του κάθε είδους, θα σταθούμε στο πρώτο. Σαν να ήταν κλινικός, ο Stendhal χρησιμοποιεί παραδείγματα για να μας εξηγήσει αυτό που ο ίδιος ονομάζει «κρυστάλλωση», το λακανικό instant de voir [ο χρόνος για να καταλάβει, η στιγμή για να συμπεράνει]: «Πνευματική διαδικασία η οποία καταλήγει σε όλες τις περιπτώσεις στην ανακάλυψη καινούργιων στοιχείων τελειότητας του αγαπημένου προσώπου […]. Το φαινόμενο, στο οποίο αναφέρομαι ως κρυστάλλωση, προκαλείται από τη φύση που μας ωθεί στο να αντλούμε ευχαρίστηση, που μας ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι, μας κάνει να νιώθουμε πως η ευχαρίστηση αυξάνεται ανάλογα με την τελειότητα του αγαπημένου αντικειμένου και την ιδέα πως είναι δικό μου».18

Με τη γέννηση του έρωτα έρχεται και η πρώτη κρυστάλλωση. Είναι η στιγμή της πρώτης συνάντησης κατά την οποία τα υποκείμενα αφήνονται στη γοητεία ενός κάποιου στοιχείου «αγαλλίασης» που φωτίζει την ψυχή και προμηνύει ευτυχισμένες μέρες. Πρόκειται για μια στιγμή που γνωρίζουν καλά οι ερωτευμένοι: ο χρόνος σταματά, το βλέμμα των πρωταγωνιστών διασταυρώνεται και η αμοιβαία έλξη προσδίδει στη συνάντηση κάτι το εξωπραγματικό, ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος.

Όμως, όπως υπογραμμίζει ο Stendhal, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολύπλοκες, το άτομο μπορεί να κουραστεί απ’ όλα, ακόμα και από την τέλεια ευτυχία. Επομένως επέρχεται η αμφιβολία, σαν για να τραβήξει και πάλι την προσοχή. Ο εραστής συνέρχεται από το πρώτο του θάμπωμα και αποζητά περισσότερη ευτυχία στην οποία είναι πια συνηθισμένος. Είναι καιρός να καταλάβει. Ωστόσο, αντί για απάντηση, παίρνει μόνο ψυχρότητα, ακόμα και αδιαφορία. Η αρχικά υπεσχημένη ευτυχία φαίνεται να απομακρύνεται, ο φωτεινός ορίζοντας αργοσβήνει και βρίσκει εκμηδενισμένες κάποιες άλλες χαρές της ζωής όπου έλπιζε να βρει καταφύγιο.19 Ο φόβος μιας τρομερής δυστυχίας τον διακατέχει και μαζί του μια βαθειά αυτοσυγκέντρωση.20 Εδώ αρχίζει η δεύτερη κρυστάλλωση: «Παράγοντας “διαμάντια επιβεβαίωσης” –η έκφραση του Stendhal– για την ακόλουθη ιδέα: Με αγαπάει. Έπειτα από τις πρώτες αμφιβολίες και κάποιες στιγμές ανείπωτης δυστυχίας, ο εραστής σκέφτεται: «Ναι, μ’ αγαπά». και μέσω της κρυστάλλωσης στρέφεται πάλι στην αναζήτηση νέων χαρισμάτων. Έπειτα τον κυριεύει η αμφιβολία και, με τρομοκρατημένο βλέμμα, τον σταματά βίαια. Του κόβεται η ανάσα και αναρωτιέται: «μ’ αγαπά άραγε;» Ανάμεσα σε αυτές τις δύσκολες, αλλά και θεσπέσιες εναλλαγές, ο καημένος ο εραστής σκέφτεται: «Θα με ευχαριστήσει όπως κανένας άλλος στον κόσμο».

Είναι η προφάνεια αυτής της αλήθειας, είναι αυτό το μονοπάτι στην άκρη ενός γκρεμού, ενώ αγγίζει ταυτόχρονα με το άλλο χέρι την απόλυτη ευτυχία, που κάνει τη δεύτερη κρυστάλλωση ανώτερη σε σχέση με την πρώτη. Ο εραστής περιπλανιέται ανάμεσα σε αυτές τις τρεις σκέψεις: (α) είναι προικισμένη με όλες τις χάρες, (β) μ’ αγαπά, (γ) πώς μπορώ να αποκτήσω εκ μέρους της την πιο μεγάλη απόδειξη αγάπης».21

Η κρυστάλλωση θα παράξει τα «διαμάντια της επιβεβαίωσης», που προαναφέραμε, στο χείλος του γκρεμού, μεταξύ αμφιβολίας και ελπίδας. Με την παραμικρή ελπίδα, ο έρωτας μπορεί να γεννηθεί και τότε το υποκείμενο γραπώνεται πάνω της, δίνοντας έτσι «σάρκα και οστά» στον έρωτα. Από τη στιγμή που γεννηθεί ο έρωτας, μας λέει ο Stendhal, είναι σαν τον πυρετό, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτόν, η θέληση δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο. Είναι η στιγμή να συμπεράνει. Η αποκρυστάλλωση μπορεί να είναι ενίοτε υπερβολική22 και έτσι να πάρει διάφορες μορφές, να κάνει το άτομο να δράσει ενάντια στα συμφέροντά του, όπως στην περίπτωση της Μήδειας, όπου οι κρυσταλλώσεις αναπτύχτηκαν σε φόντο αμφιβολίας. Όταν ξεπροβάλλουν μέσα στην αμφιβολία –ο γκρεμός για τον οποίο μας μιλά ο Stendhal–, δεν μπορεί παρά να μας φέρνουν στο νου το λειτουργικό σφάλμα του νευρωτικού υποκειμένου λόγω του ευνουχισμού. Ωστόσο, στην ερωτομανία, το θέμα της αμφιβολίας δεν τίθεται καν. Το υποκείμενο αγαπιέται, το γνωρίζει, είναι σίγουρο γι’ αυτό.

Στον έρωτα λοιπόν τίποτα δεν είναι ένα ήσυχο μακρύ ποτάμι. Σε ένα υποκείμενο, μπορεί κάποια στιγμή να επέλθει ένα γεγονός, ένα σημαίνον ή ένα αποτυχημένο κάλεσμα, κι ένας συνήθης έρωτας να εξελιχθεί σε κάτι το παθολογικό. Εκείνος ο οποίος ανέπτυξε θεωρητικά αυτή την παθολογία του έρωτα, ήταν ο Clérambault.

Η ερωτομανία ως παθολογική κρυστάλλωση

«Η ερωτομανής του Clérambault (μεγαλοπρεπής, μη διεκδικητική, όχι ακόμη ζηλότυπη, πρότυπο του “τρυφερού παραληρήματος”) απαιτεί παθιασμένα τα οφειλόμενα από το αντικείμενο που έχει επιλέξει, το οποίο, κάτω από την πένα του φρενολόγου, γράφεται με Α κεφαλαίο, γίνεται Αντικείμενο. Από το αγαπώμενο Αντικείμενο –επιλεγμένο γι’ αυτόν τον λόγο– στο γνήσιο αντικείμενο της αγάπης, που ζωντανεύει με τα ψυχαναλυτικά περιστατικά, σχεδιάζεται μια ιστορία, ένα πεπρωμένο για τρεις – το υποκείμενο, το αντικείμενο και την ερωτική λειτουργία της εξαπάτησης».23

Για την Colette Soler, τρεις είναι οι ημερομηνίες και τα ονόματα που πρέπει κανείς να συγκρατήσει σχετικά με το θέμα της ερωτομανίας: (α) τον Clérambault και το αξίωμα της ερωτομανίας [postulat érotomaniaque] του 1920, (β) τον Freud και τη γραμματική της ψυχωσικής λίμπιντο [grammaire de la libido psychotique] του 1911, (γ) τον Lacan και τις αμηχανίες του φύλου [les embarrass du sexe] του 1936.24

Η ερωτομανία, η παραληρητική παραίσθηση κάποιου πως αγαπιέται,25 δανείζεται μερικά από τα κλινικά χαρακτηριστικά της από την ερωτική κατάσταση και το ερωτικό πάθος. Ήρθε στο προσκήνιο μέσα από το έργο του Clérambault, μεταξύ 1920 και 1924, χωρίς να έχει προηγουμένως απομονωθεί ως ξεχωριστή κλινική οντότητα. Με τη φροϋδική και κατόπιν τη λακανική συμβολή, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη λειτουργία αυτής της παραληρητικής παραίσθησης ως ένα είδος άμυνας εκ μέρους του υποκειμένου.

Θα πρέπει κανείς να είναι παράφρων για να πιστέψει πως τον αγαπούν; αναρωτιέται ο R. Gori στο έργο του La logique des passions [Η λογική των παθών].26 Είναι άραγε παραφροσύνη των γυναικών να πιστεύουν πως αγαπιούνται;

Όπως υπογράμμισε ο G. Ferdière στη διατριβή του περί ερωτομανίας, η έννοια αυτή δεν προέρχεται από τον Esquirol. Στα γραπτά του Jacques Ferrand,27 γιατρού του 17ου αιώνα, ανακαλύπτουμε τις πρώτες παρατηρήσεις περί έρωτος ως πάθους με παθολογικές επιπτώσεις, μια εκ των οποίων σκιαγραφεί την ερωτομανία. Για τον Ferrand, του οποίου το πρώτο έργο κάηκε με απόφαση εκκλησιαστικής αρχής και επανακυκλοφόρησε με αρκετές αλλαγές, ο έρωτας ως πάθος παράγει αυτό που ονόμασε ερωτική μελαγχολία. Θα την ορίσει με βάση την ιπποκρατική θεωρία και τα συμπτώματά της και θα περιγράψει τη φαινομενολογία των παραληρητικών ιδεών. Πρόκειται για σημαντική προσέγγιση καθώς ανοίγεται στη σύγχρονη ψυχοπαθολογική έννοια του παραληρήματος.

Η ερωτική μελαγχολία κατά τον Jacques Ferrand

Αυτό το κακό για το οποίο γίνεται λόγος στο έργο του Ferrand είναι νόσος ψυχική και όχι σωματική. Πρόκειται για πάθος το οποίο μπορεί να εγκαθίσταται για καιρό, να ριζώνει, να δυναμώνει, χωρίς να μπορεί να εξαλειφθεί παρά μόνο με υπέρμετρη προσπάθεια. Αυτός ο έρωτας είναι προϊόν ονειροπόλησης, δηλαδή απορρέει από την υπερβολική επιθυμία για ηδονή προερχόμενη από το αγαπώμενο αντικείμενο».28 Το υποκείμενο ενδέχεται να φαίνεται εξουθενωμένο, λυπημένο, σκεπτικό ή ακόμη τολμηρό και εξαγριωμένο. Όταν η φαντασία ή η λογική βάλλονται, απάνω εκεί εμφανίζεται η ονειροπόληση, η παραφροσύνη. Οι εξωτερικές αιτίες του έρωτα δεν είναι οι πραγματικές, η προέλευσή του είναι συσσώρευση «σπέρματος και πνεύματος». Αρκετά κοντινός στη σκέψη του Descartes, ο Ferrand επικαλείται αυτό που ο Stendhal θα ονομάσει κρυστάλλωση δύο αιώνες αργότερα, η αιτία δηλαδή που κάνει το υποκείμενο να ονειροπολεί, να παραληρεί. Σε αυτήν τη συσσώρευση σπέρματος και πνεύματος, μπορούμε ήδη να διακρίνουμε αυτό που ο Clerambault θα ονομάσει «πυρήνα του παραληρήματος».

Υπάρχουν αυτοί που αγαπούν και αγαπιούνται, και αυτοί που αγαπούν μάταια, χωρίς ανταπόκριση: «[…] ο έρωτας προς πρόσωπα στα οποία η απόλαυση απαγορεύεται από τη φύση και από τους νόμους ή είναι απλώς αδύνατη, είναι ο χειρότερος όλων. Η αφροσύνη των καταδικασμένων ερώτων είναι η οξύτερη».29

Ο Ferrand, αναπτύσσει πρώιμα αυτό που θα καθοριστεί αργότερα με τον όρο ερωτομανία. Δεν είμαστε ακόμη στο σημείο των πρώτων παρατηρήσεων της ερωτομανίας, εντούτοις, ο συγγραφέας εντοπίζει ήδη και μας μεταφέρει κλινικά στοιχεία μεγάλης αξίας. Ο έρωτας στην παθιασμένη του εκδοχή, δεν βρίσκεται προς τη μεριά του Έρωτα, αλλά σ’ εκείνη του Θανάτου. Ο Ferrand μας εισάγει σε μια παθολογία ευρείας κλίμακας: από την παθιασμένη κατάσταση, που κάθε ερωτευμένος γνωρίζει, μέχρι τη δύσκολα ιάσιμη ασθένεια της ερωτικής μελαγχολίας.

Όπως ο Don Quichotte του Cervantès,30 από τους πρώτους ερωτομανιακούς της λογοτεχνίας, του οποίου ο Esquirol εντοπίζει την «ερωτική υπερβολή […] γνήσια παραφροσύνη», το ερωτομανιακό υποκείμενο προχωρά με μια ακλόνητη βεβαιότητα: αγαπιέται.

«Ο έρωτας δεν έχει λογική»31

Ο Esquirol, «μαθητής»32 του Pinel, απομόνωσε το 1838 τη μονομανία ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα, στον δεύτερο τόμο του συγγράμματός του Traité des maladies mentales.33 Ο ίδιος ο Pinel είχε αναφερθεί εν συντομία το 1809 σε ένα παραλήρημα ερωτικής θεματικής: «Οι απαρχές μιας μανιακής αφοσίωσης προμηνύονται, μερικές φορές, μέσω εκστατικών οραμάτων κατά τη διάρκεια της νύχτας. Κάποιες άλλες φορές επίσης, η ερωτική μανία εκρήγνυται με βία μέσω μαγευτικών ονείρων και του ισχυρισμού ότι εμφανίστηκε το αγαπημένο αντικείμενο με τα χαρακτηριστικά μιας εκθαμβωτικής ομορφιάς, άλλοτε πάλι μπορεί να πάρει τον χαρακτήρα μιας γλυκιάς ονειροπόλησης ή, ακόμη, να μην αφήσει να φανεί παρά μόνο η πιο ακραία νοητική σύγχυση και η πιο αναστατωμένη λογική».34

Ο Esquirol υπογραμμίζει ότι αυτό το «μερικό παραλήρημα» –ένα παραλήρημα περιορισμένο σε μικρό αριθμό ιδεών και συναισθημάτων– διαφοροποιείται από τη λυπομανία,35 την παραληρητική δηλαδή μελαγχολία. Κι όπως αναφέρει, η μανία δεν ξεσπά απότομα, προηγούνται πάντα διαταραχές που ξεφεύγουν μερικές φορές της προσοχής του περίγυρου.36 Η «ερωτική μονομανία» ή ερωτομανία είναι διαφορετική από τον ερωτικό μαρασμό, τη γλυκιά ονειροπόληση των πρώτων ερωτικών εμπειριών και χαρακτηρίζεται από έναν έρωτα υπερβολικό είτε για οικείο είτε για φανταστικό αντικείμενο. Αυτή η παθολογία διαφέρει της νυμφομανίας και της σατυρίασης, εφόσον αυτές σχετίζονται κυρίως με τη γεννητική σφαίρα, ενώ η ερωτομανία είναι νοητική, δεν εμπλέκει την σεξουαλικότητα. «Ο έρωτας είναι στο κεφάλι […] ο ερωτομανής είναι το άθυρμα της ίδιας του της φαντασίας. […] Οι ερωτομανείς δεν ξεπερνούν ποτέ τα όρια της ευπρέπειας. Ξεχνιούνται κατά κάποιο τρόπο, αφιερώνονται στο αντικείμενο της αγάπης τους με μια λατρεία αγνή, συχνά μυστική».37

Υπάρχουν πολλά στάδια αυτού του παράφορου έρωτα που θα μας περιγράψει αργότερα ο Clérambault: Αρχίζει με έκσταση, τα υποκείμενα βυθίζονται στη φαντασιακή τελειότητα του αγαπημένου αντικειμένου, «τα μάτια τους λάμπουν, ζωντανεύουν, το βλέμμα τους παθιασμένο και τα λόγια τους τρυφερά». στη συνέχεια τα υποκείμενα «απελπίζονται από την απουσία, το βλέμμα τους δείχνει καταβεβλημένο, […] τα χαρακτηριστικά τους αλλοιώνονται, ο ύπνος και η όρεξη χάνονται».38 Το τελευταίο στάδιο θα λέγαμε πως είναι η απελπισία. Η ερωτομανία «οδηγεί στην αυτοκτονία εξαιτίας της απελπισίας για τη μη απόκτηση του αντικειμένου της επιθυμίας».39 Οι ερωτομανείς, εξηγεί ο Esquirol, είναι ικανοί να προβούν στις πιο εξαιρετικές, τις πιο δύσκολες, τις πιο επίπονες, τις πιο περίεργες πράξεις.40

Ενίοτε η ερωτομανία προχωρά «μεταμφιεσμένη», τα υποκείμενα δεν παραλογίζονται, είναι όμως λυπημένα, μελαγχολικά, και το τέλος είναι τις περισσότερες φορές μοιραίο. Ξαναβρίσκουμε εδώ την ερωτική μελαγχολία που πρώτος έφερε στο προσκήνιο ο Ferrand.41

Το 1861, ο Trélat έγραφε42 πως ο ερωτομανής είναι ένας ερωτευμένος βασανισμένος από το πάθος που ζει σε μια κατάσταση συνεχούς έξαψης, γράφει σελίδες επί σελίδων στις οποίες εκφράζει τη σκέψη του με λόγο πεζό ή ποιητικό, μερικές φορές μάλιστα επιδιώκει το μαρτύριο και τη θυσία για να τιμήσει το αγαπημένο αντικείμενο. Κάποτε η ερωτομανία μπορεί επίσης να είναι παροδική, όπως στην περίπτωση νέων κοριτσιών τα οποία, χωρίς να απομακρύνονται από τη λογική, αφού διαβάσουν μερικά ρομαντικά βιβλία, φαντάζονται πως τις προσέχουν και κυρίως τις αγαπούν. «Η ερωτομανία […] είναι μια μορφή παραληρήματος που μπορεί να εμφανιστεί λόγω μιας περιστασιακής αιτίας σε ένα πρόσωπο με προδιάθεση στην παραφροσύνη».43

Παραθέτουμε μια περίπτωση μεγάλου ενδιαφέροντος για τον Trélat. Η κυρία Ch., παντρεμένη, 40 ετών, ερωτευμένη με τον κύριο Ρ., αρνείται να πιστέψει πως ο κύριος Ρ. είναι επίσης παντρεμένος: «Θεωρεί πως την παραπλανούμε, δεν είναι δυνατόν ένας άνδρας σαν και αυτόν να έχει παντρευτεί. Με μια παρόμοια αγάπη μέσα στην ψυχή δεν ενώνεται, δεν μπορεί κανείς να ενωθεί παρά μόνο με αυτόν που αγαπά. Δεν κόβει κανείς ηθελημένα, μας λέει, ένα κομμάτι της καρδιάς του, όπως δεν θα έκοβε με τον ίδιο τρόπο το χέρι του. Στην παρατήρηση πως είναι και η ίδια ήδη παντρεμένη και επομένως δεν μπορεί να ξαναπαντρευτεί, η απάντησή της είναι ξεκάθαρη: «η αγάπη μας ξεπερνά τον γάμο. Για χάρη του έχω εγκαταλείψει τον σύζυγό μου, σε αυτόν θα ανήκω πάντα».44

Κι όπως υπογραμμίζει ο Trélat με θαυμασμό, το φλογερό πάθος αυτών των γραμμών δεν υπολείπεται σε τίποτα εκείνων που έγραφε η Ελοΐζα και ο Αβελάρδος. Με υπομονή, ο γιατρός πασχίζει να επαναφέρει την ασθενή του στην πραγματικότητα δείχνοντάς της την άβυσσο όπου έχει πέσει, προσφεύγοντας στη γλυκύτητα, την αυστηρότητα, την επιείκεια.45 Μάταια! Από την πλευρά της, η ασθενής δίνει μερικές φορές την εντύπωση πως αγωνίζεται ενάντια στο παράλογο πάθος της, και πάλι μάταια!

Αυτός ο έρωτας, με τον οποίο ασχολήθηκε αρχικά ο Esquirol και στη συνέχεια ο Trélat, είναι έρωτας αγνός που αφορά κυρίως στις γυναίκες. Η έννοια της ερωτομανίας εκλεπτύνεται στο πέρασμα του χρόνου με τη συμβολή, μεταξύ άλλων, και του Magnan στην ανάλυση αυτής της διαταραχής. Αναζητώντας μια οργανική εξήγηση των σεξουαλικών διαταραχών στους ψυχικά πάσχοντες, τους διαιρούσε στις τέσσερις ακόλουθες κατηγορίες: (α) στους νωτιαίους, που αυνανίζονται και είναι πέρα για πέρα ηλίθιοι, (β) στους οπίσθιους εγκεφαλονωτιαίους, που φτάνουν σε οργασμό στην όψη και μόνο του αντίθετου φύλου, (γ) στους πρόσθιους εγκεφαλονωτιαίους, που διακατέχονται από διαστροφές (το παράδειγμα μιας γυναίκας που την προσέλκυσε ένα αγόρι δύο ετών) και τους πρόσθιους εγκεφαλικούς ή ψυχικούς, που είναι οι εκστασιαζόμενοι, οι ερωτομανείς, οι οποίοι και θα μας απασχολήσουν σε αυτή την εργασία. Ο Magnan μας μεταφέρει αρκετά περιστατικά και υπογραμμίζει ότι σε αυτήν την παθολογία, δεν βρίσκουμε τα « κατώτερα ένστικτα» των άλλων κατηγοριών. Εδώ τα πάντα εντοπίζονται στη «μετωπιαία περιοχή, την περιοχή του ιδεασμού. Πρόκειται για έρωτα χωρίς αφροδίσιες επιθυμίες, πέραν από κάθε σαρκική αναστάτωση. Είναι πλατωνικοί».46

Ερωτομανία, η τρέλα του αγνού έρωτα

Αυτός ο αγνός έρωτας, αυτή η διαταραχή που προσβάλλει πιο εύκολα τις γυναίκες παρά τους άντρες, πήρε την ονομασία «ερωτική παραφροσύνη»47 από τον Benjamin Ball το 1883. Από την αρχή ο συγγραφέας τονίζει τη δυσκολία να διαχωρίσει κανείς ξεκάθαρα τη λογική από την παραφροσύνη, την οποία με τη σειρά της διαιρεί σε τρία διαφορετικά είδη: την ερωτομανία ή παραφροσύνη του αγνού έρωτα, τον σεξουαλικό ερεθισμό και τις σεξουαλικές διαστροφές. Στηριζόμενος στην κλινική του εμπειρία, ο Ball θεωρεί πως, σε αντίθεση με τη νυμφομανία, η ερωτομανία δεν συνοδεύεται από σεξουαλική διέγερση, παρά εμπνέει μόνο «συναισθήματα αγνά, ανώτερες σκέψεις, μια ενθουσιώδη λατρεία προς το αντικείμενό της […]».48 Ο συγγραφέας θεωρεί πως οι ερωτομανείς από τα εφηβικά τους χρόνια «τρέφονται» με αναγνώσματα και πως με αυτόν τον τρόπο αρχίζει μια πνευματική διεργασία, η οποία εν τέλει καταλήγει στη δημιουργία ενός είδους ερωτικού μυθιστορήματος. Ως πρόφαση αυτού του μύθου, έρχεται στο προσκήνιο ένα άτομο το οποίο ταιριάζει στις κρυφές προσδοκίες του ερωτομανή και καταλήγει να γίνει το κέντρο όλης του της ύπαρξης. «Το παραλήρημα θα ξεσπάσει εν τέλει πάνω σε αυτό το από καιρό γόνιμο έδαφος».49

Το ερωτικό αντικείμενο γίνεται έτσι θύμα μιας ιδιαίτερης καταδίωξης. Το κάθε τι ερμηνεύεται λεπτομερώς –κάτι που πρώτος ο Ball θεωρητικοποίησε–, το βλέμμα, οι κινήσεις, τα λόγια εκλαμβάνονται ως αποδείξεις αγάπης: « Μαζεύουμε ένα κομμάτι εφημερίδας από τον δρόμο το διατρέχουμε κι ανακαλύπτουμε σ’ αυτό αποδείξεις αδιαμφισβήτητες. Στις μικρές αγγελίες βρίσκουμε το εξής στοιχείο: η Μαριάνα προς τον Ιωσήφ. είναι προφανές πως το αγαπημένο πρόσωπο χρησιμοποιεί ψευδώνυμα για να έρθει σε επαφή με τον λάτρη του. Σύντομα ένα νέο φαινόμενο έρχεται να επιδεινώσει, αλλά και να επιβεβαιώσει την παραφροσύνη. Αρχίζουν οι ψευδαισθήσεις […].Οι πιο συχνές είναι ακουστικές: ο ασθενής ακούει τη φωνή του αγαπημένου αντικειμένου […]».50

Το υποκείμενο διασχίζει τότε τα σύνορα μεταξύ λογικής και τρέλας. Μια ηλικιωμένη ασθενής, εσώκλειστη για χρόνια, δηλώνει: «με κοίταξε επειδή με αγαπάει». Κατεχόμενη από ψευδαισθήσεις, όπου το αγαπημένο πρόσωπο της μιλά ακατάπαυστα, αισθάνεται παγιδευμένη. Από αυτό το σημείο και μετά οι αντιδράσεις της γίνονται σταδιακά πιο βίαιες, το παραλήρημά της αλλάζει μορφή και εμπλουτίζεται με ιδέες καταδίωξης.

Ακολουθώντας τη σκέψη του Ball, ο Alexandre Cullerre51 υπογραμμίζει πως η ερωτομανής, εφόσον πρόκειται κυρίως για γυναίκες, ναι μεν δεν «ενδιαφέρεται» για το σεξ, αλλά δεν παραμένει απλά σε μια στοχαστική στάση: μερικές φορές, κουρασμένη από την «έλλειψη κατανόησης», μετατρέπεται σε πραγματικό διώκτη. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως όσο η θεωρία της ερωτομανίας αναπτύσσεται με τα χρόνια, τόσο έρχεται στο προσκήνιο το στοιχείο της επικινδυνότητας. Από το 1920 και μετά, ο διάλογος μεταξύ θεωρητικών, όπως οι Clérambault, Sérieux και Capgras, Dide γίνεται όλο και πιο πλούσιος και έντονος.

Η ερωτομανία του Gaëtan Gatian de Clérambault52

Σας αγαπώ ακόμα, δεν μπορώ να γιατρευτώ
Henriette (1910)

Θα ήθελα μια οριστική εξήγηση
Της ιδίας (1923)

Στον de Clérambault οφείλουμε, όχι μόνο τον όρο ερωτομανία, αλλά και τη φαινομενολογική της περιγραφή. Η ερωτομανία, όπως αναφέραμε ήδη, δανείζεται διάφορα κλινικά στοιχεία από την κατάσταση του ερωτευμένου και τη θέση πάθους. Από την ανταλλαγή ιδεών και τα «απολαυστικά επεισόδια» που αυτή παρήγαγε το 1923, μεταξύ των Dide,54 Capgras55 και Clérambault, γεννήθηκε η έννοια της ερωτομανίας.

Από το 1920, οι έρευνες του de Clérambault, γράφει ο Bercherie, κατέληξαν στην περιγραφή και λεπτομερή ανάλυση ενός συνδρόμου, το οποίο διαχώρισε από την παράνοια, δίνοντάς του το όνομα ερωτομανία, που ως τότε το χρησιμοποιούσαν για «μεμονωμένα περιστατικά».56 Θέλοντας να διαχωρίσει το ερωτικό παραλήρημα από την παράνοια, ο de Clérambault ανέπτυξε την έννοια της ερωτομανίας με τρόπο ιδιαίτερα ξεκάθαρο, θα λέγαμε πως περιγράφει από μόνη της όλη την ψύχωση.57

Η ερωτομανία ως σύνδρομο

Το 1921 ο de Clérambault τοποθετεί το ερωτομανιακό σύνδρομο μαζί με το διεκδικητικό παραλήρημα και τη ζηλοτυπία στην κατηγορία των νοσηρών παραληρημάτων πάθους, διαχωρίζοντάς το έτσι από την παράνοια. Δεν πρόκειται λοιπόν για παραλήρημα παρερμηνευτικό.58 Για τον συγγραφέα, τα παρερμηνευτικά παραληρήματα έχουν μια βάση παρανοιακή [της παράνοιας], ένα στοιχείο δυσπιστίας, ενώ τα σύνδρομα πάθους χαρακτηρίζονται από την παθογένειά τους: στα τελευταία εντοπίζουμε εξαρχής έναν συγκεκριμένο σκοπό, μια κατευθυντήρια ιδέα την οποία φέρει ένα παραλήρημα, διακινδυνεύοντας τη βούλησή του, ενώ στο παρερμηνευτικό παραλήρημα το υποκείμενο περιφέρεται άσκοπα, ανήσυχο. Στην περίπτωση του παρερμηνευτικού παραληρήματος, το άτομο ζει σε συνεχή αναμονή, στο παραλήρημα πάθους, έχουμε συνεχή προσπάθεια.59

Βάσει των «εξομολογήσεων» των ασθενών του, ο de Clérambault αντιλαμβάνεται πως το ερωτομανιακό παραλήρημα αναπτύσσεται σε τρεις φάσεις: Ελπίδα, Απογοήτευση, Μνησικακία.60 Ο ορισμός που δίνει στην ερωτομανία βασίζεται στο αξίωμά του, που υπέχει θέση ενός «λογικού πυρήνα»,61 τα δομικά στοιχεία του οποίου είναι η Υπερηφάνεια, η Επιθυμία και η Ελπίδα.62 Πρόκειται για το προϊόν μιας πολύχρονης έρευνας που βασίζεται σε μια σειρά αξιωματικών θέσεων: « Είναι το Αντικείμενο που ξεκίνησε να αγαπά και που αγαπά περισσότερο ή χωρίς ανταπόκριση. (Σημ. Αντικείμενο κοινής ανατροφής, κλασική έννοια). Παραγόμενες ιδέες που εμφανίζονται ως αυταπόδεικτες: Το Αντικείμενο δεν μπορεί να βρει την ευτυχία χωρίς τον θαυμαστή του. Το Αντικείμενο είναι ελεύθερο. Ο γάμος του δεν ισχύει. Παραγόμενες ιδέες που τίθενται σε εφαρμογή: Συνεχής επαγρύπνηση του Αντικειμένου. Συνεχής προστασία του Αντικειμένου. Προσπάθειες προσέγγισης από την πλευρά του Αντικειμένου. Έμμεσες συζητήσεις με το Αντικείμενο. Ανεξάντλητοι πόροι του Αντικειμένου. Συλλογική σχεδόν συμπάθεια που προκαλείται από το εν εξελίξει μυθιστόρημα. Παράδοξη και αντιφατική συμπεριφορά του Αντικειμένου».63

Είναι βέβαια σπάνιο να βρει κανείς όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συγκεντρωμένα στο ίδιο υποκείμενο, υπογραμμίζει ο de Clérambault, ωστόσο, η παράδοξη και αντιφατική συμπεριφορά είναι κεφαλαιώδους σημασίας: ως απάντηση στη σιωπή ή τον «δισταγμό» του Αντικειμένου, το ερωτομανιακό υποκείμενο αναγκάζεται να προσαρμοστεί στα γεγονότα. Με αυτό τον τρόπο γεννιούνται πολλές και διαφορετικές «απαντήσεις»: η υπερηφάνεια, η δειλία, η αμφιβολία, η ζηλοτυπία ή μια βαθιά αβουλία, ένα είδος μυστηριώδους φίλου που το κατακυριεύει. Τέλος, υπέρτατη απάντηση, το αντικείμενο θέλει να δοκιμάσει το άτομο. Όλοι αυτοί οι συλλογισμοί, σημειώνει ο de Clérambault, αποτελούν απόπειρες επεξήγησης της συμπεριφοράς του Αντικειμένου. Μπροστά σε αυτή την «ατέρμονη σιωπή» δημιουργούνται οι διωκτικές ιδέες, οι οποίες δεν είναι διάχυτες αλλά συγκεκριμένες και έχουν ως στόχο τον διαχωρισμό από το Αντικείμενο ή, επίσης, ενδέχεται και να πηγάζουν από αυτό.64

Όταν το υποκείμενο βρίσκεται στα στάδια της απογοήτευσης και της μνησικακίας, ανυπόμονο και ταπεινωμένο, παρατηρούμε μια γενική ψυχολογική αναστροφή με αποτέλεσμα να θεωρεί πως πλέον μισεί, και από αυτήν ακριβώς τη στιγμή υιοθετεί μια συμπεριφορά εκδικητική, την οποία τρέφει με γεγονότα πρόσφατα ή παρελθοντικά. Ωστόσο, σημειώνει ο de Clérambault, η ελπίδα υπάρχει ακόμη ασυνείδητα, αυτή έσπρωχνε τους ασθενείς του στην εξομολόγηση της ερωτικής τους παραφροσύνης και με βάση αυτή υποστηρίζει πως τελικά το στάδιο της απογοήτευσης παρουσιάζεται ως τέτοιο μόνο φαινομενικά.

Η ερωτομανία, σεξουαλική υπερηφάνεια

Στη θέση του αγνού έρωτα, η οποία αναπτύχθηκε πριν από αυτόν, ο de Clérambault αντιπαραθέτει την ιδέα πως η ερωτομανία είναι σύνδρομο του οποίου η βασική θέση πηγάζει από τη σεξουαλική υπερηφάνεια,65 το θέμα του έρωτα είναι δευτερεύον. Το πλατωνικό στοιχείο οφείλεται απλά στο γεγονός ότι το υποκείμενο δεν κατάφερε να εκπληρώσει τον πρώτο του στόχο, την απόλυτη συνεννόηση και αρμονία, η απόλαυση έρχεται σε δεύτερο πλάνο.

Οι ερωτομανείς δεν είναι λοιπόν ούτε εκδικητικοί –άρα δεν ανήκουν στη νοσογραφία των Sérieux και Capgras–, ούτε παθιασμένοι ιδεαλιστές,66 όπως αυτοί που περιγράφονται στο έργο του Maurice Dide σχετικά με το πάθος.

Ο Capgras, ένας εκ των «αντιπάλων» του Clérambault, συνέγραψε με τον Sérieux το έργο Les folies raisonnantes [Η λογική παραφροσύνη]67 το 1909, μέσα από το οποίο αναδύεται η έννοια της ψύχωσης. Για τους συγγραφείς, το παρερμηνευτικό παραλήρημα αποτελεί μια συστηματοποιημένη, χρόνια ψύχωση. Σε μια υποσημείωση υπογραμμίζουν πως «οι ερωτευμένοι παραληρηματικοί μπορούν να χωριστούν σε δυο κατηγορίες: στο παρερμηνευτικό και το διεκδικητικό παραλήρημα».68 Το πρώτο είναι ένα είδος λανθασμένου συλλογισμού που ξεκινά από μια πραγματική αίσθηση, ένα ακριβές γεγονός,69 ενώ στο δεύτερο, βασικό ρόλο παίζουν η έμμονη ιδέα και η έξαψη του πάθους. Αυτός ο διαχωρισμός, η βάση του δόγματος του Capgras, αποτέλεσε το κέντρο της «διαμάχης» σχετικά με το θέμα της ερωτομανίας.

Οι Sérieux και Capgras διακρίνουν επτά τύπους παρερμηνευτικού παραληρήματος: «καταδίωξης, μεγαλείου, ζηλοτυπίας, ερωτικό, μυστικιστικό, υποχονδριακό και της αυτοκατηγορίας».70 Για τους συγγραφείς, σπάνια είναι τα υποκείμενα που «φέρουν» έναν μόνο τύπο παραληρήματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση γεννιέται αρχικά από εξωγενείς παρερμηνείες.71 Οι «παρερμηνεύοντες» θα «πιάσουν» κάποια από τα τυχαία στοιχεία της καθημερινής ζωής (ένα βλέμμα, μια κίνηση…) και με διάφορους τρόπους θα τα αναπτύξουν και θα τα συνδυάσουν σε ένα είδος συστήματος. Δεν τα εφευρίσκουν, απλώς παραποιούν τα γεγονότα ή αλλάζουν τις διαστάσεις τους. Το καθετί μπορεί να αποτελέσει πρόφαση για παρερμηνεία. Στην περίπτωση του ερωτικού παραληρήματος μπορούμε μάλιστα να έχουμε και ανταλλαγή επιστολών: στα πολυάριθμα γράμματα του υποκειμένου, φράσεις των εφημερίδων, μερικές γραμμές από ένα βιβλίο μπορούν να θεωρηθούν ως απάντηση. Και εάν «το αγαπημένο πρόσωπο δεν εκδηλώνεται, είναι διότι τα κοινά τους συναισθήματα πρέπει να μείνουν κρυφά […] εάν τους απορρίψουν είναι διότι θέλουν να τους δοκιμάσουν, να ανυψώσουν τον έρωτά τους σε κάτι απόλυτο».72 Όπως και ο de Clérambault, οι δυο συγγραφείς μας περιγράφουν τρία στάδια: στο πρώτο βρίσκουμε «διαβεβαιώσεις έρωτα όλο και πιο φλογερές», έπειτα «ο τόνος τους αλλάζει, στις πιεστικές τους ικεσίες προστίθενται κατηγορίες και απειλές», ώσπου «η αλληλογραφία δεν τους αρκεί πια, περιπλανώνται άσκοπα […]. Τελικά, δρώντας ως διώκτες προκαλούν σκάνδαλο, απειλούν να σκοτωθούν ή να σκοτώσουν […]».73

Η διαγνωστική σύγκρουση μεταξύ de Clérambault και Capgras ως προς την ερωτομανία φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την παρουσίαση του περιστατικού «Henriette»,74 με το οποίο ο Capgras αντικρούει την ιδέα της αμιγούς ερωτομανίας, προτείνοντας αντ’ αυτής ένα είδος παρανοιακής ερωτομανίας.

Το αξίωμα του Capgras είναι: Το Αντικείμενο αγαπά πρώτο και συνεχίζει να αγαπά. Με τον ίδιο τρόπο, η ιδεοποίηση είναι ιδιαίτερα ζωντανή, ενώ, παράλληλα, κάθε «τάση παρερμηνείας» («interprétativité»75) είναι απούσα, όπως επίσης και ένας κάποιος πολυμορφισμός, ψευδαισθήσεις ή άνοια. Στην περίπτωση της Henriette, η κρυστάλλωση διαρκεί τουλάχιστον 37 χρόνια. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο συγγραφέας τονίζει βέβαια, πως είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς την Ελπίδα, γι’ αυτό και ο γιατρός δεν θα πρέπει να κάνει ερωτήσεις στο υποκείμενο, «αλλά να το χειριστεί, να το ταρακουνήσει».76 Παραθέτουμε μια σύνοψη της κριτικής του Capgras προς τον Clérambault: «Οι ερωτικοί παρερμηνευτικοί παρουσιάζουν ομοιότητες όχι μόνο με τους ζηλότυπους, αλλά και τους πάσχοντες από διωκτικές ιδέες. Το αξίωμα, η κεντρική ιδέα, απαιτεί τη συστηματοποίηση όλων των παρερμηνευτικών παραληρημάτων. Ομοίως, η παράδοξη συμπεριφορά του υποτιθέμενου αγαπημένου παρατηρείται και σε πολλούς διωκόμενους παρερμηνευτικούς, οι οποίοι αντιμετωπίζουν κατά μέτωπο ή διακωμωδώντας τις πράξεις του περιβάλλοντός τους. Επιπλέον, η συναισθηματική αναταραχή παίζει ρόλο κεφαλαιώδους σημασίας σε όλα αυτά τα παραληρήματα, με όποιον τρόπο κι αν σχηματίζονται. Έστω κι αν το αρχικό πάθος είναι πιο ευδιάκριτο στους ερωτευμένους και τους ζηλότυπους, υπάρχει επίσης και στους «διωκόμενους». Αλλά, για να μετατραπεί το πάθος σε παραλήρημα, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ακόμη και στους ερωτομανείς την παρέμβαση ενός επιπλέον παράγοντα, την προδιάθεση του ατόμου, τον παρανοιακό χαρακτήρα του, τις παράλογες τάσεις του».77

Θεωρούμε πως εδώ ταιριάζουν τα λόγια του Franck F. που μας μεταφέρει ο Maurice Dide78 (1913): «Δεν τρελαίνεται κανείς από έρωτα, παρά μόνο όταν έχει ζήσει έναν έρωτα τρελό».79

Η ερωτομανία στην ψυχανάλυση

Ο Freud με τον Schreber
Εν μέσω της νοσολογικής διαμάχης περί ερωτομανίας, ο Freud εισάγει με τη σειρά του την ψυχαναλυτική άποψη: γι’ αυτόν, η ερωτομανία αποτελεί μια μορφή παράνοιας. Σε όλο το φροϋδικό έργο η εν λόγω προβληματική εμφανίζεται τρεις μόνο φορές. Η πρώτη, είναι το 1907 με αφορμή τη Gradiva του Jensen.80 «Ο ψυχίατρος, γράφει ο Freud, θα κατέτασσε το παραλήρημα του Norbert στη μεγάλη ομάδα της παράνοιας και θα του απέδιδε την ονομασία «φετιχιστική ερωτομανία».81 Πράγματι, τονίζει ο Freud, έτσι μιλά η ψυχιατρική, όμως, «όλες αυτές οι ονομασίες και κατηγοριοποιήσεις των διαφόρων παραληρημάτων, σύμφωνα με το περιεχόμενό τους, φέρουν κάτι το ανεπαρκές και άγονο».82 Η έννοια της ερωτομανίας που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο περιγράφει χωρίς να εξηγεί ή, μάλλον, περιγράφει για να μην εξηγήσει, προσθέτει ο P. L. Assoun.83 Η ψυχιατρική δεν λαμβάνει υπόψη το ασυνείδητο. Η δεύτερη φορά που η ερωτομανία χτυπά την πόρτα του φροϋδικού κειμένου είναι και η καλή, γράφει ο Assoun. Πρόκειται για το 1911 και το βιβλίο Cinq psychanalyses [Πέντε ψυχαναλύσεις]84 όπου ο Freud, βασισμένος στο Mémoires d’un névropathe [Απομνημονεύματα ενός νευροπαθούς]85 του Προέδρου Schreber (1903), θα κάνει ένα βήμα αποφασιστικής σημασίας, θεωρώντας την ερωτομανία ως μια μορφή παράνοιας. Πιο συγκεκριμένα, θεωρεί πως το πρόβλημα του Προέδρου κάνει την εμφάνισή του με αφορμή μια έκρηξη ομοφυλοφιλικής λίμπιντο. Με τη σύζυγό του απούσα, εκπλήσσεται από το πλήθος των νυχτερινών εκσπερματώσεών του με την κατάστασή του να επιδεινώνεται σταδιακά. Η σύζυγός του ασκούσε πάνω του ένα είδος προστατευτικής επιρροής ενάντια στη θελκτικότητα των ανδρών του περιβάλλοντός του.

Μια φαντασίωση ομοφυλοφιλικής επιθυμίας

Κάθε άνθρωπος, τονίζει ο Freud, ταλαντεύεται γενικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μεταξύ ετερόφυλων και ομοφυλόφιλων συναισθημάτων. Η ασθένεια του Προέδρου πηγάζει από τη φαντασίωση μιας επιθυμίας γυναικείας φύσεως (παθητική ομοφυλοφιλία), η αντίσταση στην οποία και η επακόλουθη διαπάλη, πήρε τη μορφή ενός διωκτικού παραληρήματος.

Ο Flechsig υπήρξε η πρώτη διωκτική μορφή. ο Schreber δεν μπορούσε να αποδεχθεί τον «ευνουχισμό» του για έναν άνδρα κι έτσι τον αντικατέστησε με τον Θεό, επομένως ο «ευνουχισμός» δεν ήταν πλέον πηγή ντροπής, αλλά μέρος του ευρύτερου κοσμικού συνόλου. Η μεγαλομανία έρχεται να αντισταθμίσει τις βλάβες του Εγώ, ενώ παράλληλα η φαντασίωση της γυναικείας επιθυμίας κάνει την εμφάνισή της και γίνεται αποδεκτή, υπογραμμίζει ο Freud. Γράφεται συχνά στα ψυχιατρικά συγγράμματα πως το μεγαλομανιακό παραλήρημα προκύπτει από το διωκτικό παραλήρημα. Έτσι λοιπόν, ο πατέρας της ψυχανάλυσης θα αναλάβει να διαφωτίσει τους μηχανισμούς της παράνοιας.

Για να αμυνθεί έναντι της ομοφυλοφιλικής φαντασιωσικής επιθυμίας, ο Schreber αντιδρά μέσω ενός διωκτικού παραληρήματος της ίδιας τάξης. Ωστόσο, υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ αυτής της νοσηρής οντότητας και των ομοφυλοφιλικών φαντασιωσικών επιθυμιών: πράγματι, γράφει ο Freud, όλες οι περιπτώσεις παράνοιας παρουσιάζονται ως άμυνες έναντι μιας ομοφυλοφιλικής επιθυμίας η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να κατανοήσουμε τον ρόλο της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας στη γένεση της παράνοιας.86 Ποιοι είναι οι μηχανισμοί που ενεργοποιούνται; Ο Freud συνεχίζει την ανάλυσή του βασιζόμενος στο έργο του Trois essais sur la théorie de la sexualité [Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας]87 και εφιστά την προσοχή μας σε ένα στάδιο από το οποίο περνά η λίμπιντο κατά τη διάρκεια της εξέλιξής της από τον αυτοερωτισμό στον αντικειμενοτρόπο έρωτα.88 Πρόκειται για το στάδιο του ναρκισσισμού: το υπό ψυχική κατασκευή υποκείμενο συγκεντρώνει όλες του τις σεξουαλικές ενορμήσεις που μέχρι τότε δρούσαν κατά τρόπο αυτοερωτικό, με σκοπό να κατακτήσει ένα ερωτικό αντικείμενο. Όμως, πριν περάσει στην αντικειμενική επιλογή ενός άλλου προσώπου, θεωρεί τον εαυτό του, το σώμα του, ως ερωτικό αντικείμενο. Ίσως, συνεχίζει ο Freud, αυτό το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ αυτοερωτισμού και αντικειμενοτρόπου έρωτα να είναι αναπόφευκτο κομμάτι κάθε κανονικής ανάπτυξης, όμως φαίνεται πως κάποια άτομα μένουν εκεί για καιρό, με αποτέλεσμα αρκετά από τα χαρακτηριστικά αυτής της φάσης να παραμένουν και στις επόμενες. Σε αυτή την έννοια του εαυτού ως ερωτικό αντικείμενο, τα γεννητικά όργανα αποτελούν ίσως το βασικό θέλγητρο. Το επόμενο στάδιο οδηγεί στην επιλογή ενός αντικειμένου με γεννητικά όργανα παρόμοια με αυτά του υποκειμένου, δηλαδή στην ομοφυλοφιλική επιλογή του αντικειμένου και έπειτα, από εκεί, στην ετεροφυλία. Θεωρούμε πως αυτοί που, αργότερα, θα είναι έκδηλα ομοφυλόφιλοι δεν μπόρεσαν ποτέ –όπως μας το βεβαιώνουν– να ξεπεράσουν την απαίτηση να έχει το αντικείμενο τα ίδια γεννητικά όργανα με αυτούς. Οι παιδικές σεξουαλικές θεωρίες, οι οποίες αποδίδουν αρχικά και στα δυο φύλα τα ίδια σεξουαλικά όργανα, ασκούν αδιαμφισβήτητα σημαντική επιρροή σε αυτό το γεγονός.89

Φροϋδική γραμματική της ερωτομανίας

Μετά το στάδιο της ετερόφυλης επιλογής του αντικειμένου, γράφει Freud, οι ομοφυλοφιλικές τάσεις δεν σταματούν ούτε εξαφανίζονται, απλώς εκτρέπονται του σεξουαλικού τους στόχου και χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις. Συνδυάζονται με άλλα στοιχεία των ενορμήσεων του Εγώ προκειμένου να συγκροτήσουν μαζί τους, υπό μορφή συνιστωσών «μέσω ανάκλισης». Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις αντιπροσωπεύουν τη συμβολή του ερωτισμού στη φιλία. Στο ίδιο πάντα βιβλίο του [Τρία δοκίμια…], ο Freud μας θυμίζει πως η «καθήλωση» είναι πιθανή σε κάθε ένα από τα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης και εκεί εντοπίζονται οι βάσεις μιας προδιάθεσης για τη μια ή την άλλη δομή. Έτσι, για τους παρανοιακούς, η καθήλωση θα μπορούσε να συνοψισθεί στην εξής φράση: «Εγώ ένας άνδρας αγαπώ αυτόν, έναν άνδρα».

Στο κείμενό του για τον Schreber, ο Freud τοποθετεί την ερωτομανία μεταξύ διωκτικού και ζηλοτυπικού παραληρήματος, για καθένα από τα οποία διαφαίνεται μια προτασιακή λογική: για την ερωτομανία, η γραμματική πρόταση «δεν είναι αυτός που αγαπώ, είναι αυτή» μετατρέπεται μέσω της προβολής στη φράση «το αντιλαμβάνομαι, μ’ αγαπά» κι έτσι προκύπτει το συμπέρασμα με τη φράση «δεν είναι αυτός που αγαπώ – είναι αυτή που αγαπώ – γιατί μ’ αγαπά». Ξαναβρίσκουμε εδώ το Αξίωμα του de Clérambault: το Αντικείμενο είναι αυτό που άρχισε, αυτό αγαπά πρώτο. Πρόκειται για το ερωτομανιακό θέμα.

Για τον Freud πολλές περιπτώσεις ερωτομανίας εξηγούνται από υπερβολικές ή παραμορφωμένες ετερόφυλες καθηλώσεις, κι αυτό δεν θα χρειαζόταν επιπλέον εμβάθυνση, εάν δεν εντόπιζε κανείς το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι «έρωτες» δεν πηγάζουν από την εσωτερική εντύπωση πως αγαπάμε, αλλά από την εξωτερική πως μας αγαπούν. Σε αυτό το είδος παράνοιας, η ενδιάμεση πρόταση «είναι αυτή που αγαπώ» μπορεί να γίνει συνειδητή, αφού δεν είναι διαμετρικά αντίθετη της πρώτης, όπως όταν έχουμε να κάνουμε με μια αντιπαράθεση αγάπης-μίσους, εξάλλου, είναι δυνατόν οι δυο προτάσεις να ισχύουν ταυτόχρονα. Με αυτό τον τρόπο η πρόταση αντικατάστασης μέσω προβολής: «με αγαπά», μπορεί να παραχωρήσει τη θέση της στην πρόταση της «θεμελιώδους γλώσσας»: «είναι αυτή που αγαπώ».91 Παρατηρούμε λοιπόν πως το ζηλοτυπικό παραλήρημα αντιλέγει στο υποκείμενο, το διωκτικό παραλήρημα στο ρήμα και η ερωτομανία στο αντικείμενο. Όμως, τονίζει ο Freud, υπάρχει και ένας ακόμη τρόπος για να αποκρούσει κανείς αυτή την πρόταση: «δεν αγαπώ καθόλου – δεν αγαπώ κανέναν», το οποίο ισοδυναμεί τελικά με το «αγαπώ μόνο εμένα». Πρόκειται για το μεγαλομανιακό παραλήρημα, μια σεξουαλική υπερεκτίμηση του Εγώ, παράλληλη θα λέγαμε με μια υπερεκτίμηση του ήδη οικείου μας ερωτικού αντικειμένου. Στην παράνοια ενυπάρχει ένα στοιχείο μεγαλομανιακού παραληρήματος και για τον Freud, όπως είδαμε, η ερωτομανία αποτελεί μια μορφή παράνοιας.

Στον σχηματισμό των συμπτωμάτων της παράνοιας, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η διαδικασία της προβολής: μια εσωτερική αντίληψη καταστέλλεται και στη θέση της έρχεται το περιεχόμενό της που γίνεται συνειδητό, διαστρεβλωμένο όμως ως αντίληψη που έρχεται απ’ έξω. Η προβολή δεν παίζει πάντοτε τον ίδιο ρόλο σε όλους τους τύπους παράνοιας. Ο έρωτας μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μίσος.92 Εκτός της παράνοιας, η προβολή παρουσιάζεται και σε άλλες ψυχολογικές καταστάσεις. Πολύ συχνά, αναζητώντας τα αίτια μιας εντύπωσης, τα τοποθετούμε έξω από εμάς. Ο Freud μας θυμίζει πως με την ψυχανάλυση, τα παθολογικά φαινόμενα πηγάζουν από την απώθηση. Όταν αυτή αποτυγχάνει, εμφανίζονται τα παθολογικά φαινόμενα (μεταξύ αυτών και η παράνοια), προκαλώντας την ανάδυση του απωθημένου. Η ανάδυση αυτή δημιουργείται στο σημείο ακριβώς της καθήλωσης, εμπλέκοντας έτσι την παλινδρόμηση της λίμπιντο μέχρι στο σημείο αυτό. Τα πιθανά σημεία καθήλωσης είναι πολυάριθμα.93

Με αυτό τον τρόπο, στην παράνοια, η απελευθερωμένη λίμπιντο καθηλώνεται στο Εγώ και επενδύεται για την ενίσχυσή του: έχουμε ένα είδος επιστροφής στο ναρκισσιστικό στάδιο. Ακολουθώντας τη σκέψη του Freud, θα λέγαμε πως οι παρανοιακοί παρουσιάζουν καθήλωση στο ναρκισσιστικό στάδιο. Ο ίδιος υπογραμμίζει πως δεν μπορεί κανείς να πει πως οι παρανοιακοί δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον για τον κόσμο που τους περιβάλλει. παρατηρεί αυτές τις αλλαγές να παράγονται, ενώ οι εντυπώσεις που αντιλαμβάνεται τον ωθούν στον σχηματισμό επεξηγηματικών θεωριών.

Ο Freud, μερικά χρόνια αργότερα και πιο συγκεκριμένα το 1917, στο «26ο μάθημα»,94 θα αναφερθεί και πάλι στην ερωτομανία. Όπως και στα γραπτά του 1911, την θεωρεί ως τύπο παράνοιας: «βάσει του περιεχομένου τους, οι τύποι παράνοιας περιγράφονται ως μεγαλομανία, διωκτική μανία, ερωτομανία και ζηλοτυπική μανία, κ.λπ.».95 Ο P. L. Assoun τονίζει σε μια άλλη μετάφραση πως η ερωτομανία αναφέρεται ως ερωτικό παραλήρημα: «να λοιπόν το πραγματικό όνομα αυτού του σχηματισμού».96 Τελικά συνοψίζει τη συγκεκριμένη παθολογία στα εξής τρία σημεία: «1- Η ερωτομανία δεν εξηγεί τίποτα, επομένως δεν μας μαθαίνει κάτι. 2- Υπάρχει πράγματι ένα “ερωτικό παραλήρημα” το οποίο διαφωτίζεται από την ομοφυλοφιλική φαντασιακή διαλεκτική και το ξέφρενο παιχνίδι των σεξουαλικών ρόλων. 3- Ο έρωτας είναι το τρίτο αντικείμενο του παραληρήματος, μαζί με τη μεγαλομανιακή δίωξη και τη ζηλοτυπία. Στο κέντρο υπάρχει η πεποίθηση ότι “με αγαπά (το αντικείμενο)”, τόσο περισσότερο βίαιη όσο κρυφά και πρωτότυπα στοχεύει ένα αντικείμενο του ίδιου φύλου και διαθέτει την τοξικότητα ενός συναισθήματος – καταδίωξης, μεγαλείου ή ζηλοτυπίας».97

Ο Lacan και η περίπτωση Aimée

Η έμφαση στον ναρκισσισμό που βρίσκουμε στη φροϋδική σκέψη, επανέρχεται με τον Lacan και την περίπτωση Aimée. Γι’ αυτόν, ο ναρκισσισμός βρίσκεται στην καρδιά της παθολογίας και το σύνολο των ψυχώσεων γίνεται πιο εύκολα κατανοητό μέσω της έννοιας της αναπλήρωσης μεταξύ ναρκισσιστικών και αντικειμενοτρόπων καθηλώσεων.98 Ο ναρκισσισμός είναι και για τον J. A. Miller ο έρωτας του υποκειμένου για το ίδιο του το σώμα, την εικόνα του, το Εγώ του. Τίποτα δεν αναδεικνύει καλύτερα τη δύναμη του ναρκισσισμού παρά η κλινική των ψυχώσεων, ψύχωση την οποία ενίοτε ο Freud όριζε ως ναρκισσιστική νεύρωση.99

Ο αποκλεισμός του Ονόματος του Πατέρα

Ο Lacan θα περάσει από τη φροϋδική ναρκισσιστική νεύρωση στην ψύχωση που προσδιορίζεται από τον αποκλεισμό του Ονόματος του Πατέρα. Μέσα από τη διατριβή του πάνω στην αυτοτιμωριτική και ερωτομανιακή ψύχωση της περίπτωσης Aimée, μας θυμίζει πως «οι ερωτομανιακές ιδέες έχουν πάντα τον πλατωνικό χαρακτήρα τον οποίο περιγράφουν οι κλασικοί που, μαζί με τις ιδέες μεγαλείου, παραμένουν στο πλαίσιο του παθιασμένου ιδεαλισμού του Dide».100 Τονίζει, επίσης, τη σημασία να διατηρηθεί ένα πιο ευρύ πλαίσιο για τις παρανοιακές ψυχώσεις.101 Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εξελίσσεται το ερωτομανιακό υποκείμενο και μαζί του τίθεται η προβληματική του «έρωτα του ψυχωσικού». Με την έννοια του αποκλεισμού του Ονόματος του Πατέρα, ο Lacan δίνει μέθοδο στην ψύχωση. Όπως υπογραμμίζει ο J. C. Maleval στο έργο του La forclusion du Nom-du-Père,102 αυτή η κλινική έννοια ναι μεν είδε το φως στο λακανικό σεμινάριο Les Psychoses, όμως συγκεκριμενοποιείται ξεκάθαρα στο άρθρο «D’une question préliminaire à tout traitement possible de la psychose» [Για ένα προκαταρκτικό πρόβλημα σε κάθε δυνατή θεραπεία της ψύχωσης].103 Στην αρχή της λακανικής διδασκαλίας το Όνομα του Πατέρα αποτελούσε ένα βασικό σημαίνον, που (προσ)κομίζει τον Νόμο, τον οποίο ενώνει με την επιθυμία για να δώσει έτσι την απάντηση του φαλλικού σημαίνοντος στο αγχωτικό αίνιγμα της επιθυμίας του Άλλου.104 «Το Όνομα του Πατέρα, γράφει ο Lacan στο Formations de l’inconscient, δηλαδή ο συμβολικός πατέρας […] αποτελεί την έδρα του νόμου […]. Είναι το σημαίνον που στηρίζει, που προωθεί τον νόμο».105

Η ανεπάρκειά του προκαλεί την απώλεια συνοχής στην αλυσίδα των σημαινόντων, αλλά και τη δυσκολία του υποκειμένου να εντοπίσει την απόλαυση μέσω του σημαίνοντος.106 Παραδομένο στην απόλαυση του Άλλου, το ψυχωτικό υποκείμενο για το οποίο το Όνομα του Πατέρα είναι αποκλεισμένο, οφείλει να αντισταθμίσει την έλλειψη αυτού του σημαίνοντος.107 Το όνομα του Πατέρα αποτελεί έναν οικουμενικό συμβολικό νόμο κάθε ομιλούντος όντος, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια προσωπική εφεύρεση του καθένα από εμάς.108 Στο τέλος της διδασκαλίας του, με την εμφάνιση του πραγματικού, συμβολικού, φανταστικού,109 ο Lacan θα επικαλεσθεί λιγότερο την προβληματική του αποκλεισμού του Ονόματος του Πατέρα παρά την προβληματική της ανεπάρκειας ή της απόρριψης της βορρομαίας δομής και της μετεγκατάστασης της απόλαυσης, απέναντι στην οποία το υποκείμενο διαθέτει πολλούς τρόπους αντιμετώπισης. Για παράδειγμα, το γράψιμο είναι τρόπος στήριξης, η ερωτομανία επίσης.

Ερωτομανία, ερωτικομανία

Η Colette Soler βασίστηκε στο έργο του Lacan για τον έρωτα και την ψύχωση, καθώς και στη μελέτη της περίπτωσης Schreber, για να γράψει το άρθρο της «Structure et fonction des phénomènes érotomaniaques de la psychose», κάνοντας ένα ακόμη βήμα προς την εξέλιξη της έννοιας της ερωτομανίας.110 Μέχρι τώρα είδαμε πως το ερωτομανιακό υποκείμενο Αγαπιέται από το Αντικείμενο που δίνει πλήθος αποδείξεων γι’ αυτό. Η παραληρητική αυτή αυταπάτη βυθίζει το υποκείμενο σε μια διεκδικητική πεποίθηση. Σε αντίθεση με το νευρωτικό υποκείμενο, ο ερωτομανής δεν πιστεύει απλά, είναι βέβαιος: «μ’ αγαπά». Τα πάντα ερμηνεύονται ως σημάδια και τα σημάδια είναι πολλά.111

Η Colette Soler αναρωτιέται: Τι συμβαίνει στην περίπτωση του Προέδρου Schreber; Και ειδικότερα σε σχέση με τον έρωτα; Ο Lacan επικαλείται μια ερωτομανία ταπεινωτική, θεϊκή, μια ώθηση προς τη γυναίκα. Πράγματι, στο παραλήρημά του ο Schreber συναινεί να γίνει η σύζυγος του Θεού, να γεννήσει μια νέα ανθρωπότητα. Επειδή ακριβώς το θέμα του έρωτα απουσιάζει, η Colette Soler μιλά για «ερωτικομανία». Ενώ το ερωτομανιακό υποκείμενο αγαπιέται από το Αντικείμενο, ο Schreber είναι αντικείμενο ηδονής του Θεού, του Άλλου. Πρόκειται για την ηδονή του Άλλου, όπως αυτή νοείται στην περίπτωση των παρανοιακών.

Η πλατωνική ερωτομανία, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, έχει ως κοινό στοιχείο με την «ερωτικομανία» τη μη πραγματοποίηση μιας σεξουαλικής ένωσης. Διαφέρουν ως προς «την παράλειψη της διάστασης της ηδονής»,112 «ο αξιωματικά επιλεγμένος σύντροφος αγαπά, αλλά δεν ολοκληρώνει. Αποτελεί αντιθέτως την υπέρτατη προσφυγή ενάντια στην απειλή της ηδονής».113 Δεν είναι πλέον η ώθηση προς τη γυναίκα που αναλαμβάνει τη ρύθμιση της ηδονής, αλλά ο έρωτας.

Συμπέρασμα

Το πάθος να υπομένει κανείς ένα γεγονός, να βασανίζεται από κάτι, ανήκει σε ένα είδος εννοιολογικής δυαδικότητας, η οποία το αντιπαραθέτει στην έννοια της δράσης. Υπό την επήρειά του το άτομο δεν είναι κύριος του εαυτού του, δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του, ούτε να αντισταθεί. Το ερωτικό πάθος στην παθολογική του μορφή περιέγραψε αρχικά ο Ferrand ως ερωτική παραφροσύνη, έπειτα η έννοια θεωρητικοποιήθηκε από τον Clérambault το 1920. Ανακτημένη από τη φροϋδική και λακανική ψυχανάλυση, η ερωτομανία, παραληρητική παραίσθηση ότι κάποιος αγαπιέται, συνεχίζει να εξελίσσεται στις μέρες μας. Η σύγχρονη κλινική αναφέρεται στην ερωτομανία μόνο ως προς τη μεταβιβαστική σχέση, οι σημερινοί ερωτομανείς δεν είναι οι ίδιοι με εκείνους της εποχής του De Clérambault. Ωστόσο, αυτή η παραληρητική δομή αποτελεί ίσως μια απάντηση όταν το υποκείμενο συναντά την ατέλεια του Άλλου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1  BRUNET LATIN, Trésor, Ed. Fr. J. Carmody, II, XIV, 2, σελ. 183. 2  CAZENAVE M. Histoire de la passion amoureuse, Kiron, Editions du Félin, Παρίσι, 2001, σελ.31-32. 3  ASSOUN P.L. Le couple inconscient, Anthropos, Παρίσι, 2005. 4  PLAUTE. Curculio, Le charançon, I, 3, 176-177, αναφορά από τον Ferrand Jacques σε Traité de l’essence et guérison de l’amour ou de la mélancolie érotique, 1610, Anthropos, Παρίσι, 2001, σελ. 9. 5  FREUD S., (1914). Pour introduire le narcissisme, La vie sexuelle, Παρίσι: PUF, 2004, σελ. 104. 6  ASSOUN PL. Le couple inconscient 2ème éd., Παρίσι: Anthropos, 2005, σελ.103. 7  DE ROUGEMONT D. (1938), L’amour et l’occident, Παρίσι, Plon, 1972, σελ.305. 8  GORI R. Logique des passions, Παρίσι, Flammarion, 2005, σελ.35. 9  AULAGNIER P. Les destins du plaisir, aliénation, amour, passion, Le fil rouge, Puf, Παρίσι, 1979, 182. 10  GORI R. Logique des passions, ό.π., σελ.38. 11  BASHUNG A. Vertiges de l’amour. 12  GORI R. Logique des passions, ό.π., σελ.41. 13  BARTHES R. Fragments d’un discours amoureux, Παρίσι: Seuil, 1977, (συλλογή Tel quel), σελ.50. 14  LABE Louise, ποιήτρια του 16ου αιώνα. 15  Αυτόθι, σελ.61. 16  GORI R. Logique des passions, ό.π., σελ.23. 17  STENDHAL. De l’amour, Παρίσι, 1822, έκδοση του V. Del Litto, επανέκδοση από Folio classique, Gallimard, 190. 18  Αυτόθι, σελ. 31. 19  Αυτόθι, σελ. 33. 20  Αυτόθι. 21  Αυτόθι. 22  KASUYA Y. À propos des «quatre espèces d’amour» selon Stendhal, Παρουσίαση στο Τόκιο, 24 Μαΐου 1994. 23  Απόσπασμα από Argument, στο Penser/rêver des érotomanes, Collectif, Revue semestrielle, άνοιξη 2004, Mercure de France, Παρίσι. 24  SOLER C. Structures et fonctions des phénomènes érotomaniaques de la psychose, 1η έκδοση 1987, επανέκδοση από Presses Universitaires du Mirail, σε L’inconscient à ciel ouvert de la psychose, Toulouse, 2002, σελ.40 25  FERDIERE G. L’érotomanie illusion délirante d’être aimé, ό.π. 26  GORI R. Logique des passions, 2002, Flammarion, 2005, Παρίσι. 27  FERRAND J. Traité de l’essence et guérison de l’amour ou de la mélancolie érotique, 1610, Επιμέλεια G. Jacquin και E. Foulon, Anthropos, Παρίσι, 2001. 28  Αυτόθι, σελ.36. 29  FERRAND J. Traité de l’essence et guérison de l’amour ou de la mélancolie érotique, ό.π., σελ.98. 30  CERVANTES. Don Quichotte, 1605-1606, (ο δεύτερος τόμος κυκλοφόρησε το 1615), GF Flammarion, Παρίσι, 1969. 31  Λόγια μιας ερωτομανούς ασθενούς του Esquirol. 32  BERCHERIE P. Histoire et structure du savoir psychiatrique-Les fondements de la clinique 1, Παρίσι: L’Harmattan, 2004, σελ.32. 33  ESQUIROL J. Des maladies mentales considérées sous les rapports médical, hygiéniques et médico-légales, Chez J-B Baillière, Παρίσι, 1838. 34  PINEL P. Traité Médico-philosophique sur l’aliénation mentale ou la Manie, 1809 (δεύτερη έκδοση), επανέκδοση από Les Empêcheurs de penser en rond, Seuil, 2005, σελ.174. 35  ESQUIROL. De la lypémanie ou mélancolie, Laboratoires Sandoz, Rueil-Malmaison, Επιμέλεια Edouard Privat, Toulouse, 1976. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτό τον όρο για να διαχωρίσει την παθολογία από την art de vivre του 19ου αιώνα. Πρόκειται όμως για σημαίνον το οποίο πλέον δεν χρησιμοποιείται. 36  ESQUIROL J. Des maladies mentales considérées sous les rapports médical, hygiéniques et médico-légales, τόμος II, ό.π., σελ.145. 8  Αυτόθι. 39  Αυτόθι, σελ. 42. 40  Αυτόθι, σελ. 34. 41  FERRAND J. Traité de l’essence et guérison de l’amour ou de la mélancolie érotique, 1610, επιμέλεια G. Jacquin και E. Foulon, Anthropos, Παρίσι, 2001. 42  TRELAT U. La folie lucide étudiée au point de vue de la famille et de la société, A. Delahaye, Παρίσι, 1861. 43  Αυτόθι, σελ. 122. 44  Αυτόθι, σελ. 132. 45  Αυτόθι, σελ. 133. 46  MAGNAN V. Des anomalies, des aberrations et des perversions sexuelles, Παρουσίαση στη σχολή Ιατρικής, στις 13 Ιανουαρίου 1885, Publication du progrès médical. Ο όρος πλατωνικός χρησιμοποιείται ευρέως με τη διαδεδομένη από την Αναγέννηση και μετά έννοια του όρου, μη σαρκικός. 47  BALL B. La folie érotique, 1883, επανέκδοση από L’Harmattan, 2001, Παρίσι 48  Αυτόθι, σελ. 30. 49  Αυτόθι, σελ. 33. 50 Αυτόθι, σελ. 38. 51  CULLERRE A. Les frontières de la folie, 1888, Editions J.B. Baillière et fils. 52  DE CLERAMBAULT G. L’érotomanie, 1920, édité par Synthélabo, Collection les empêcheurs de tourner en rond, 1993. 53  Ο Dide και οι παθιασμένοι ιδεαλιστές του, ο de Clérambault και η αυτονομία του ερωτομανιακού συνδρόμου και ο Capgras και η ανωτερότητα και ενότητα του ερμηνευτικού παραληρήματος. 54  DIDE M. Les idéalistes passionnées. Παρίσι, Librairie Félix Alcan, 1913, réédité par Frison-Roche, 2006. Η Caroline MANGIN-LAZARUS έγραψε την εισαγωγή της επανέκδοσης στην οποία τονίζει τη σημασία του έργου του Dide, αλλά και μας μαθαίνει μεταξύ άλλων πως ο πατέρας του ανήκε στη δημοκρατική αριστερά στο πλευρό του Victor HUGO. 55  SERIEUX et CAPGRAS. Les folies raisonnantes, Παρίσι: Félix Alcan, Editeur, Ancienne librairie Germer Baillière et Cie, 1909, επανέκδοση από Analectes, Edition réservée au corps médical, 1979. 56  BERCHERIE P. Histoire et structure du savoir psychiatrique, ό.π., σελ.199. 57 DE CLERAMBAULT G. Erotomanie pure. Erotomanie associée, Présentation de malade, 1921, στο L’érotomanie, Collection les Empêcheurs de tourner en rond, επιμέλεια Synthélabo, 1993, σελ. 96. 58  DE CLERAMBAULT G. Les délires passionnels. Erotomanie, Revendication. Jalousie, Présentation de malade 1921, στο L’érotomanie, σελ. 65. 59  Αυτόθι, σελ. 73 60  Αυτόθι, σελ. 66 61  Αυτόθι, σελ. 76 62  Αυτόθι, σελ. 67 63 Αυτόθι, σελ.67-68 64  Αυτόθι. 65  DE CLERAMBAULT G. Coexistence de deux délires Persécution et Erotomanie, ό.π., σελ.60. 66  GUIRAUD P. Préface aux O.C. de Clérambault, PUF, 1942, cité par LEGUIL F., στο L’érotomanie, ό.π., σελ. 15. 67  SERIEUX et CAPGRAS, Les folies raisonnantes, Παρίσι, Félix Alcan, Editeur, Ancienne librairie Germer Baillière et Cie, 1909, επανέκδοση από Analectes, Edition réservée au corps médical, 1979. 68  Αυτόθι, σελ. 114 69  Αυτόθι. 70  Αυτόθι, σελ. 84 71  Αυτόθι, σελ. 29 72  SERIEUX et CAPGRAS. Les folies raisonnantes, σελ. 116 73  SERIEUX et CAPGRAS. Les folies raisonnantes, ό.π., σελ. 122 74  Ο Clérambault παρουσίασε τον Μάη του 1923 την περίπτωση της Victorine ή αλλιώς Henriette πάνω στην οποία δόμησε την ιδέα του περί αμιγούς ερωτομανίας. Από την κλινική περιγραφή των Leroy et Juquelier κρατάμε μόνο αυτή τη φράση, με την οποία η ασθενής –απευθυνόμενη στον «εφημέριό» της, αντικείμενο του πόθου της– περιγράφει συνοπτικά την κατάστασή της σε σχέση με το αντικείμενο του πόθου της, στην αρχή του εγκλεισμού της: «Δεν θα μπορούσα ποτέ να σας κρατήσω κακία». Ακολουθεί η σύνοψη του περιστατικού Henriette ή Victorine: «Η Henriette, 55 ετών, είναι μοδίστρα. Αμιγής ερωτομανία. Παραλήρημα σταθερό επί 35 χρόνια. Πρόσφατη επανάληψη των καταδιώξεων. Ελπίδα ασυγκράτητη. Βρίσκει στοιχεία ενθάρρυνσης στις πιο ξεκάθαρες απορρίψεις. Εξήγηση απόρριψης από δικό της λάθος ή λόγω τυχαίων συμβάντων. Βεβαιότητα πως αγαπήθηκε και αγαπιέται ακόμη. Αμφιβολία και απογοήτευση. Διστακτικότητα ως προς τα πιστεύω και τα σχέδιά της. Διαχυτικότητα συναισθημάτων. Ενίοτε βεβαίωση και ίσως αυταπάτη παραίτησης. Υποσχέσεις αποχής, ακολουθούμενες από αποδείξεις της δύναμης του πάθους της και της παντελούς απουσίας αυτοσυγκράτησης. Αίτημα για νέα συνάντηση με το Αντικείμενο για σιγουριά. Αντικείμενο του παραληρήματος, ένας κληρικός. Αρχή σε ηλικία 17 ετών. Απουσία επέκτασης, πολυμορφισμού, αισθητηριακών διαταραχών, άνοιας. Επεισόδια επαναλαμβανόμενα δημοσίως, ερωτικά τηλεφωνήματα, πολλαπλές συλλήψεις και απελευθέρωση υπό όρους. Τρεις εγκλεισμοί από το 1909». Ο Dalle υπογραμμίζει πως η εν λόγω ασθενής, πάνω στην οποία βασίστηκε η περιγραφή της αμιγούς ερωτομανίας, δεν είναι άλλη από τη Victorine, ασθενή των Leroy και Juquelier το 1910, η οποία τότε είχε διαγνωστεί ως «πάσχουσα από διεκδικητικό παραλήρημα». Οι σχετικές βεβαιώσεις που υπέγραψε ο γιατρός Colin στις 18 Μαΐου 1923 και στις 10 Φεβρουαρίου 1924 φέρουν την έξης σημείωση: πρόκειται για «διωκόμενη διώκτρια με ερωτομανία». 75  DE CLERAMBAULT G. Erotomanie pure persistant depuis trente-sept années, ό.π., σελ.179. 76  Αυτόθι, σελ. 181. 77  CAPGRAS J. Discussion de la communication de Clérambault, Soc. Cl. Méd. Ment., 21 Φεβρουαρίου 1921, ό.π., σε G. FERDIERE, L’érotomanie illusion délirante d’être aimé, ό.π., σελ.79 78  Υπό τον όρο «παθιασμένος ιδεαλιστής» (idéaliste passionné), ο Dide θα συγκεντρώσει έναν κάποιο αριθμό ιδεαλιστών, μη κανονικών ατόμων. Σε αυτή την κατηγορία κατατάσσει και τους ερωτευμένους, κίνηση σημαντική για την εποχή, εφόσον κατά κάποιο τρόπο εισάγει τις καταστάσεις πάθους στο πεδίο των ψυχώσεων. Ο ορισμός του περί ιδεαλισμού είναι εμπνευσμένος από τον Anatole France. πρόκειται για «τη χιμαιρική αναζήτηση ενός ιδεώδους αλήθειας και ομορφιάς» που κατευθύνεται από τη συναισθηματική μας ζωή. Στον ιδεαλισμό του έρωτα που αναπτύσσει, βρίσκουμε –όπως στον στίχο του ανώνυμου ποιητή «αυτό που αγαπώ σ’ εσένα είμαι εγώ»– τη φροϋδική σκέψη. Για τον ορισμό του πάθους, ο Dide βασίζεται από τη μια στον Ribot χρησιμοποιώντας τον αφορισμό: «το πάθος είναι μια σταθερή τάση» και από την άλλη στον Stendhal και τις κρυσταλλοποιήσεις του, όρο που ο Dide θα αντικαταστήσει με τον όρο συστηματοποίηση. Το ερωτικό πάθος μοιάζει πράγματι με την παραφροσύνη που απαιτεί μια περίοδο επώασης κι έπειτα αναπτύσσεται τείνοντας προς μια φάση καταθλιπτική με εκδηλώσεις δανεισμένες από αυτοματικές δραστηριότητες και τον σχηματισμό των έμμονων ιδεών. Το στοιχείο της καταθλιπτικής φάσης το συναντάμε επίσης και στον Clérambault. Τα παθιασμένα άτομα δεν είναι όλα μη κανονικά, γράφει ο Dide. Η νοητή γραμμή που χωρίζει το κανονικό από το παθολογικό προσδιορίζεται από τη σταθερότητα και τον εισβάλοντα χαρακτήρα του στοιχείου πάθους. 79  FRANCK F. Traité de pathologie interne, Trad. Bayle, t. III, p.113, αναφορά από DIDE στο Les idéalistes passionnées, ό.π., σελ.38. 80  JENSEN W. La Gradiva, Edition Carl Reissner, 1903, Dresde et Leipzig, réédité par NRF, Gallimard, 1986, associée à l’analyse de FREUD S. Le délire et les rêves dans la Gradiva de W. Jensen, 1907. 81  FREUD S. Le délire et les rêves dans la Gradiva de W. Jensen, 1907, NRF, Gallimard, 1986, σελ.186 82  Αυτόθι, σελ.186. 83  ASSOUN PL. Glossaire. Sur l’érotomane et l’érotomanie, Penser/rêver “Des érotomanes”, 4/ 2004, n° 5, σελ. 25. 84  FREUD S. Le Président Schreber, στο Cinq psychanalyses, 1911, PUF, Παρίσι, 2001, σελ.263 – 324. 85  SCHREBER. Mémoires d’un névropathe, 1903, Points Essais, Seuil, Παρίσι, 1975. 86  Αυτόθι, σελ. 306 87  FREUD S. Trois essais sur la sexualité, ό.π. 88  FREUD S. «Le Président Schreber», στο Cinq psychanalyses, ό.π., σελ. 306 89  Αυτόθι. 90  «Μια καθήλωση αντιστοιχεί στο γεγονός πως μια ενόρμηση ή μια ενστικτώδης συνιστώσα, μην έχοντας πετύχει με το σύνολο της λίμπιντο στην κανονικά προβλεπόμενη εξέλιξή της, παραμένει στάσιμη σαν ένα είδος παύσης της ανάπτυξης, ακινητοποιείται σε ένα παιδικό στάδιο. Πρόκειται για μια «καθυστέρηση», η έκφραση είναι του Freud, αυτόθι, σελ.311. Στη διατριβή του, με τίτλο De la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité (σελ. 260), ο Lacan επανέρχεται σε αυτόν τον ορισμό, υπογραμμίζοντας πως «μια καθήλωση μεταφράζεται με τα ψυχικά ίχνη που δεν εκδηλώνονται παρά σε φυσιολογικά όρια, μέχρι την εμφάνιση ενός γεγονότος κοντινού, ως προς τη σημασία του, στον πρωταρχικό τραυματισμό. Στην απουσία κάθε συναισθηματικής εκποίησης του πρωταρχικού τραύματος (ψυχανάλυση), ένα τέτοιο γεγονός παίζει τον ρόλο μιας απώθησης, υπό την έννοια ότι οι ασυνείδητες αντιστάσεις που απελευθερώνει επιφέρουν μια συναισθηματική παλινδρόμηση, μέχρι το στάδιο της επαναστροφής». 91  FREUD S. «Le Président Schreber», in Cinq psychanalyses, σελ. 308-309. 92  Αυτόθι, σελ. 311. 93  Αυτόθι, σελ. 312. 94  FREUD S. La théorie de la libido et le narcissisme, στο Introduction à la psychanalyse, 1917, Petite Bibliothèque Payot, Παρίσι, 1962, σελ. 389 à 407. 95  Αυτόθι, σελ. 401. 96  ASSOUN PL. Des érotomanes, ό.π., σελ. 27. 97  Αυτόθι, σελ. 27. 98  LACAN J. De la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité, ό.π., σελ. 258. 99  MILLER JA. Préface de L’amour dans les psychoses, Seuil, Παρίσι, 2004, σελ. 8. 100  LACAN J. De la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité, ό.π., σελ. 273-274. 101  Αυτόθι, σελ. 349. 102  MALEVAL JC. La Forclusion du Nom-du-Père, Seuil, Παρίσι, 2000. 103  LACAN J. D’une question préliminaire à tout traitement possible de la psychose, 1966, στο Ecrits, Seuil, Παρίσι. 104  Αυτόθι, σελ. 102. 105  LACAN J. Le séminaire, Livre V, Les formations de l’inconscient, 1957-1958, Seuil, Παρίσι, σελ.146. 106  Αυτόθι, σελ. 118. 107  LACAN J. Le séminaire, Livre V, Les formations de l’inconscient, ό.π., σελ.147. 108  MALEVAL JC. La Forclusion du Nom-du-Père, ό.π., σελ. 20. 109   LACAN J. Le séminaire, livre XXII, inédit. 110  SOLER C. «Structure et fonction des phénomènes érotomaniaques de la psychose» στο L’inconscient à ciel ouvert, Presse Universitaire du Mirail, Toulouse, 2002, σελ. 39-49. 111  Πάνω σε αυτή τη θεματική, η ταινία του Michel Spinoza Anna M. είναι διαφωτιστική, δείχνει ξεκάθαρα τα σημάδια του Άλλου που το υποκείμενο εκλαμβάνει ως αποδείξεις αγάπης. 112  Αυτόθι, σελ. 48. 113  Αυτόθι, σελ. 48.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.