Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ντόρα Αρκουλή
Ψυχολόγος και Εκπαιδευτικός. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Προγράμματος «Προαγωγή ψυχικής υγείας και πρόληψης ψυχιατρικών διαταραχών» του ΕΚΠΑ

σύναψις 33 [2014 – τόμος 10]

Η αναγκαιότητα ευαισθητοποίησης επαγγελματικών ομάδων στην υποστήριξη ψυχικά ασθενών στο χώρο της εργασίας τους

Εισαγωγή

Παρά τις σύγχρονες εξελίξεις στις μεθόδους αντιμετώπισης και θεραπείας, η ψυχική ασθένεια παραμένει για το ευρύ κοινό συνώνυμη με την «τρέλα». Διατηρώντας το στοιχείο του μυστηριώδους, του ανεξήγητου και του τρομακτικού που χαρακτηρίζει τις παραδοσιακές αναπαραστάσεις της, η ψυχική διαταραχή εξακολουθεί να συνοδεύεται από πολλές λαθεμένες πεποιθήσεις, αναχρονιστικές δοξασίες και φόβους, που της προσδίδουν τον χαρακτήρα του στίγματος.

Ακόμα και σήμερα, παρά την εφαρμογή, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αρκετών προγραμμάτων αποστιγματισμού – παγκοσμίως αλλά και στη χώρα μας (Sartorius & Schulze, 2005; WPA, 2000) – με στόχο την κατάρριψη των στερεοτύπων και των μύθων για την ψυχική νόσο, η κοινωνία απέχει παρασάγγας από την κατανόηση, την αποδοχή και την κοινωνική ενσωμάτωση των ψυχικά πασχόντων. Παράλληλα με τον κυρίαρχο κατά το παρελθόν μύθο του “επικίνδυνου ψυχασθενή”, οι διάχυτες στερεοτυπικές πεποιθήσεις αναφορικά με τον κοινωνικό παρασιτισμό και τη λειτουργική ανικανότητα των ατόμων με ψυχική ασθένεια για μια παραγωγική ζωή, οδηγούν στην κοινωνική απαξίωσή τους, αποκλείοντάς τα από σημαντικότατους ρόλους, όπως η εργασία (Marwaha & Johnson, 2004).

Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης είναι να παρουσιάσει τα σημαντικότερα ερευνητικά δεδομένα που αφορούν στο στίγμα και τις διακρίσεις στον χώρο της εργασίας για τους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Συνδυάζοντας τα σχετικά ερευνητικά ευρήματα, η μελέτη αυτή επιχειρεί να αναδείξει την αναγκαιότητα παρεμβάσεων ευαισθητοποίησης στην κοινότητα και ειδικότερα σε εργασιακά περιβάλλοντα, με στόχο την προώθηση της εργασιακής ενσωμάτωσης των ψυχικά πασχόντων ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας προαγωγής της ψυχικής υγείας.

Ψυχική διαταραχή και εργασιακή απασχόληση

Η εργασία αποτελεί έναν από τους πρωταρχικούς παράγοντες προσωπικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης. Ο αποκλεισμός του ατόμου από αυτήν δεν έχει μόνο ως συνέπεια τη στέρηση υλικών μέσων επιβίωσης, αλλά και ψυχοκοινωνικές απώλειες: η ανεργία πλήττει σοβαρά την αυτοεκτίμηση, οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση και συχνά συντελεί στην εκδήλωση προβλημάτων ψυχικής υγείας. Η εργασία έχει μάλιστα ειδικότερη και βαρύνουσα σημασία για τα άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές. Η εργασιακή απασχόληση αποδεικνύεται πολύ σημαντικός παράγοντας στη διαδικασία της ανάρρωσης και της πορείας της υγείας τους (Stuart, 2006), καθώς τους παρέχει μια δομημένη καθημερινότητα σε ένα δημιουργικό πλαίσιο, όπου έχουν τη δυνατότητα να θέσουν και να φέρουν εις πέρας σημαντικούς στόχους, βελτιώνοντας την αυτοεικόνα τους· παράλληλα, αποτελεί πηγή εισοδήματος, πεδίο διαπροσωπικής συναναστροφής, σύναψης σχέσεων και πηγή κοινωνικής υποστήριξης, ενισχύοντας πολυπαραγοντικά την ποιότητα ζωής τους. Μέσα από αυτούς τους μηχανισμούς, όπως επισημαίνουν και άλλοι μελετητές (Marwaha & Johnson, 2004), η εργασιακή απασχόληση συνδέεται με μείωση των συμπτωμάτων και του αριθμού των νοσηλειών των ατόμων με ψυχικές διαταραχές.

Σε αντίθεση με το στερεότυπο της ανικανότητας των ανθρώπων με ψυχική διαταραχή προς εργασία, οι περισσότεροι από αυτούς είναι σε θέση να εργαστούν και, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, το επιθυμούν (Secker et al, 2001; Hatfield et al, 1992), δηλώνοντας μάλιστα ότι θα ήθελαν να απασχοληθούν σε επαγγέλματα που κάνουν και οι μη πάσχοντες (Shepherd et al, 1994). Εντούτοις, και παρά τα οικονομικά οφέλη της εργασίας και τη θετικότερη έκβαση στην οποία συμβάλλει για την υγεία τους, τα ποσοστά ανεργίας των ψυχικά πασχόντων παραμένουν πολύ υψηλά (Morgan, 2005). Συγκεκριμένα, σχετικές μελέτες παρουσιάζουν τα ποσοστά ανεργίας να κυμαίνονται μεταξύ 40-60% για ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, μεταξύ 20-35% για ασθενείς με διαταραχές άγχους, ενώ φτάνουν στο 80-90% για τους πάσχοντες από σοβαρότερες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια (Sanderson & Andrews, 2006). Στο ευρύτερο φάσμα των ψυχωσικών διαταραχών, επισημαίνεται ότι εργάζονται μόνο το 8-20% των ασθενών στην Αγγλία και το 15-25% στις ΗΠΑ (Lehman, 1995; Ridgeway & Rapp, 1998).

Εστιάζοντας στις ψυχωσικές διαταραχές, οι Marwaha και Johnson (2005) επεχείρησαν να συνοψίσουν τα στοιχεία που παρέχει η βιβλιογραφία αναφορικά με τις αιτίες στις οποίες οφείλονται τα τόσο χαμηλά ποσοστά εργασιακής απασχόλησης των πασχόντων. Από την πλευρά των τελευταίων, φάνηκε ότι η ανησυχία τους για τον ρόλο του εργασιακού στρες ως πιθανού παράγοντα υποτροπής (Van Dongen, 1996), αλλά και ο φόβος απώλειας του επιδόματος πρόνοιας, που δικαιούνται ως ψυχικά πάσχοντες (Polak & Warner 1996, Rinaldi & Hill, 2000), τους αποτρέπει από την εξεύρεση εργασίας. Παράλληλα όμως, σημαντικά δυσχεραίνουν την ένταξή τους στον χώρο της εργασίας οι αντιλήψεις και οι στάσεις του ευρύτερου πληθυσμού απέναντί τους: εκτεταμένες έρευνες καταδεικνύουν τη διάχυτη κοινωνικά πεποίθηση ότι οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια είναι επικίνδυνοι και απρόβλεπτοι (Crisp et al, 2000), άρα και ανεπιθύμητοι ως εργαζόμενοι ή συνεργάτες. Παρόμοια ευρήματα προκύπτουν και από τη χώρα μας, όπου έρευνα στον γενικό πληθυσμό έδειξε ότι ο ένας στους δύο ερωτηθέντες θα αναστατωνόταν και θα ανησυχούσε αν έπρεπε να εργάζεται μαζί με κάποιον που έχει διάγνωση σχιζοφρένειας (Economou et al, 2005) και ότι το 74,6% των συμμετεχόντων στην έρευνα θεωρούσαν τα άτομα με σχιζοφρένεια επικίνδυνα, ενώ το 83,2% αυτών ανίκανα για εργασία (Economou et al, 2009).

Παράλληλα, το στίγμα από τη μεριά των εργοδοτών και οι διακρίσεις στην προσφορά εργασίας σε άτομα με ψυχική νόσο καταδεικνύονται ως ένα σοβαρό εμπόδιο στην εργασιακή ενσωμάτωσή τους. Πολλοί εργοδότες είναι αρνητικοί ως προς το να προσλάβουν ανθρώπους με ψυχική νόσο, εκφράζοντας ανησυχίες για την απρόβλεπτη εμφάνισή τους, τις αδικαιολόγητες απουσίες, αλλά και την πιθανή διασπαστική συμπεριφορά ή την αναστάτωση που θεωρούν ότι μπορούν να προκαλέσουν στον χώρο εργασίας (Manning & White, 1995).

Ακόμα όμως και για τους εργαζόμενους χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τα περιστατικά διακρίσεων είναι συχνά. Σύμφωνα με τους Schulze και Angermeyer (2003), οι εργαζόμενοι με κάποια ψυχική διαταραχή βιώνουν τον στιγματισμό και τον αποκλεισμό και από τους συναδέλφους τους: όπως αναφέρουν οι ίδιοι, γίνονται αντικείμενο χλευασμού, δηκτικών σχολίων, ή ακόμα και εξιλαστήρια θύματα, μόλις γίνουν αντιληπτοί ως “διαφορετικοί”. Ο φόβος των διακρίσεων συχνά τους οδηγεί να αποκρύψουν το ψυχιατρικό ιστορικό τους (Mechanic et al, 2002). Προκειμένου να μην έρθουν αντιμέτωποι με την προκατάληψη, το στίγμα και τον αποκλεισμό, οι περισσότεροι ασθενείς καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να μην αποκαλυφθεί στο εργασιακό πλαίσιο η ασθένειά τους ή το γεγονός ότι λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή.

Οι διακρίσεις και η καταπάτηση των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικές διαταραχές στο εργασιακό πεδίο είναι πιθανό να οδηγήσουν σε αρνητική επαγγελματική έκβαση, όπως η απόλυση, η παραίτηση ή η μη ισότιμη λήψη προνομίων που δικαιούνται (Stuart, 2006). Παράλληλα, οι αρνητικές κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις, όπως το να αντιμετωπίζονται οι πάσχοντες με προκατάληψη, να μη χαίρουν εκτίμησης και σεβασμού από τους συναδέλφους τους, να υφίστανται στιγματισμό ή και εκφοβισμό, επιφέρουν συνέπειες όπως η ψυχική καταπόνησή τους και η επιδείνωση της ψυχικής τους υγείας.

Προώθηση της εργασιακής ένταξης των ψυχικά πασχόντων

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα όλων ανεξαιρέτως των ατόμων, ως παράγοντας οικονομικής, κοινωνικής και ψυχοσυναισθηματικής ολοκλήρωσης. Η προάσπιση του δικαιώματος των ψυχικά πασχόντων στην εργασία και η ανάγκη λήψης μέτρων για την εκπλήρωση του δικαιώματος αυτού αποτελεί μέρος των συστάσεων της Πράσινης Βίβλου για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2005), στο πλαίσιο της προαγωγής της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους. Ως βασική προϋπόθεση σε αυτή την κατεύθυνση αναγνωρίζεται η καταπολέμηση του στίγματος και των διακρίσεων, που επηρεάζουν τη ζωή των ατόμων με ψυχικές διαταραχές πολυδιάστατα και οδηγούν στον κοινωνικό αποκλεισμό τους, καθώς αποτελούν εμπόδιο στην πρόσβασή τους στη στέγαση και την απασχόληση. Μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στο άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ, όπου προβλέπεται νομική βάση για δράση σε κοινοτικό επίπεδο με σκοπό την καταπολέμηση των διακρίσεων, ενώ διαπιστώνεται επίσης η ανάγκη για αλλαγή στη νοοτροπία του κοινού, των κοινωνικών εταίρων, των δημόσιων αρχών και των κυβερνήσεων.

Η Stuart (2006) εφιστά την προσοχή στο ελλιπές και ευάλωτο, ακόμα και στις μέρες μας, νομικό πλαίσιο αναφορικά με πρακτικές προκατάληψης, ανισότητας και καταπάτησης των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικό νόσημα στο πεδίο της εργασίας. Η συγγραφέας συνιστά τη θέσπιση και υιοθέτηση πρακτικών όπως είναι το ευέλικτο ωράριο, η στήριξη από εργασιακό σύμβουλο κ.ά., καθώς και τη λήψη προστατευτικών μέτρων αναφορικά με την αποκάλυψη της διάγνωσης. Παράλληλα όμως με τη διασφάλιση ενός κατάλληλου και ισχυρού νομικού πλαισίου, είναι σαφής και επιτακτική η ανάγκη ανάληψης δράσεων απευθυνόμενων στον «υγιή» πληθυσμό, στην κατεύθυνση της εργασιακής ενσωμάτωσης των ψυχικά πασχόντων. Οι Harnois και Bagriel (2000) επισημαίνουν ότι ελάχιστοι είναι οι εργασιακοί φορείς που έχουν προσωπικό ευαισθητοποιημένο, με εξειδικευμένες γνώσεις ώστε να αναγνωρίσει ή να διαχειριστεί θέματα ψυχικής υγείας αποτελεσματικά στον χώρο της εργασίας, ενώ ελάχιστοι είναι και οι οργανισμοί με συγκροτημένο σχέδιο προώθησης της ενσωμάτωσης και της ισότητας των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας στα εργασιακά θέματα.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες που το στίγμα προδιαγράφει για τους ψυχικά πάσχοντες στον χώρο της εργασίας – και παρά την επιστημονικά αναγνωρισμένη σημασία της τελευταίας στο πλαίσιο της ψυχιατρικής αποκατάστασης –, από τη βιβλιογραφία δεν προκύπτουν ειδικά στοχευμένες προσπάθειες αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών και της νοοτροπίας στο πεδίο αυτό. Οι διαπιστώσεις αυτές καθιστούν επιτακτικό τον σχεδιασμό προγραμμάτων απευθυνόμενων σε διάφορες επαγγελματικές ομάδες που δύναται να ενσωματώσουν ως εργαζόμενους ανθρώπους με ψυχική διαταραχή, τα οποία θα δίνουν έμφαση στην ευαισθητοποίηση σε θέματα ψυχικής υγείας και εξάλειψης των ανισοτήτων στον χώρο της εργασίας.

Τέτοια προγράμματα χρειάζεται να αξιοποιήσουν τόσο το θεωρητικό υπόβαθρο αναφορικά με τη μείωση του στίγματος, στοχεύοντας στην παροχή κατάλληλης ενημέρωσης για την κατάρριψη των μύθων και των στερεοτύπων, όσο και σε πρακτικές μείωσης της κοινωνικής απόστασης από τα άτομα με ψυχικές διαταραχές. Μια βιωματική προσέγγιση της ψυχικής νόσου και η ανάπτυξη ενσυναίσθησης προς τους ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές, αλλά και δεξιοτήτων διαχείρισης και υποστήριξης, αποτελούν πρακτικές που μπορούν να συμβάλλουν σε ένα θετικό, συνεργατικό κλίμα. Η ευαισθητοποίηση αποτελεί τη βασική προϋπόθεση ενός εργασιακού πλαισίου που θα είναι σε θέση να αποδεχθεί και να ενσωματώσει άτομα με ψυχιατρική διάγνωση, χωρίς εξαιτίας αυτής να απειλούνται, να παραβιάζονται ή να τραυματίζονται συναισθηματικά.

Πέραν τούτων, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι μια σφαιρική προσπάθεια εργασιακής ένταξης των ατόμων με ψυχικές διαταραχές χρειάζεται να συμπεριλάβει στη στόχευσή της την ενίσχυση των δυνατοτήτων των ίδιων των πασχόντων, μέσα από ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης και απόκτησης εργασιακών δεξιοτήτων. Η εφαρμογή ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων αποκατάστασης, παρότι εμφανίζει βελτιωμένα αποτελέσματα ως προς την πορεία των συμπτωμάτων και τη συνολική κλινική εικόνα των ασθενών, δεν φαίνεται να συνοδεύεται από εξίσου θετικά αποτελέσματα στον τομέα της εργασίας και της ανεξαρτητοποίησής τους (Economou et al, 2011). Τα προγράμματα προώθησης της εργασιακής ένταξης, που απευθύνονται στους πάσχοντες, ως μέρος της ευρύτερης προσπάθειας διαχείρισης της ασθένειας και πρόληψης δευτερογενούς αρνητικής έκβασης, όπως η ανικανότητα για εργασία, χρειάζεται να εστιάζουν, εκτός από την απόκτηση γνώσεων, και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων που σχετίζονται με την επιτυχή λειτουργία σε εργασιακά πλαίσια. Ιδιαίτερη σημασία εδώ θα μπορούσε να έχει η μελέτη των περιπτώσεων αυτών στις οποίες άτομα με ψυχική διαταραχή διατηρούν την εργασία τους και εργάζονται ικανοποιητικά, ώστε να εντοπιστούν και να αξιοποιηθούν οι παράγοντες που δρουν θετικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Η πρόσβαση των ψυχικά πασχόντων, ως εργαζομένων, σε επαγγελματικούς χώρους κατάλληλους να στηρίξουν τυχόν ιδιαίτερες ανάγκες τους και να τους ενδυναμώσουν στον εργασιακό τους ρόλο, δεν άπτεται μόνο του θεμελιώδους δικαιώματός τους να απολαμβάνουν ίσης μεταχείρισης με τους «υγιείς»· ενέχει επίσης σημαντικό ρόλο στη συνολική διαχείριση της σοβαρής ψυχικής διαταραχής. Η εργασία αποτελεί έτσι σημαντικό παράγοντα ενδυνάμωσης, προβλεπτικό μιας καλύτερης έκβασης της ψυχικής υγείας. Παράλληλα, η ενθάρρυνση της ένταξης των ψυχικά ασθενών στον εργασιακό βίο μπορεί να απολέσει τη βάση για μεγαλύτερη αποδοχή τους από ολόκληρη την κοινωνία, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα που συγκροτούν το στίγμα και αποδεικνύοντας στην πράξη ότι, με την κατάλληλη θεραπεία και ψυχοικοινωνική στήριξη, τα άτομα με ψυχικές διαταραχές μπορούν να εργάζονται παραγωγικά και να ζουν μια πλήρη, δημιουργική ζωή.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. Πράσινη Βίβλος (2005): Βελτίωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού. Προς µια στρατηγική σχετικά µε την ψυχική υγεία για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανακτήθηκε από το διαδίκτυο στις 15/6/2013: http://www.mentalhealthpromotion.co.uk/mental_gp_el.pdf

Βιβλιογραφία

Crisp A, Gelder M, Rix S, Meltzer HI & Rowlands OJ (2000). Stigmatisation of people with mental illnesses. British Journal of Psychiatry; 177: 4-7.

Economou M, Gramandani C, Richardson C, Stefanis C (2005). Public Attitudes towards people with schizophrenia in Greece. World Psychiatry, 4: 45-49.

Economou M, Richardson C, Gramandani C, Stalikas A, & Stefanis C (2009). Knowledge about schizophrenia and attitudes towards people with schizophrenia in Greece. International Journal of Social Psychiatry; 55(4): 361-371.

Harnois G & Bagriel P (2000). Mental Health and Work: Impact, Issues and Good Practices. Geneva: World Health Organization, International Labour Organisation.

Hatfield B, Huxley P, & Mohamad H (1992). Accommodation and employment: a survey into the circumstances and expressed needs of users of mental health services in a northern town. British Journal of Social Work; 22: 61-73.

Manning C & White PD (1995). Attitudes of employers to the mentally ill. Psychiatric Bulletin; 19: 541-543.

Marwaha S & Johnson S (2004): Schizophrenia and employment. A review. Social Psychiatry & Psychiatric Epidemiology; 39: 337-349.

Marwaha S & Johnson S (2005). Views and experiences of employment among people with psychosis: A qualitative descriptive study. International Journal of Social Psychiatry; 51: 302-316.

Mechanic Μ, Bilder S, & McAlpine DD (2002). Employing persons with serious mental illness. Health Affairs, 21(5): 242-253.

Morgan G (2005). We want to be able to work. Mental Health Today. Oct: 32–35.

Polak P & Warner R (1996). The economic life of the seriously mentally ill people in the community. Psychiatric Services; 47: 270-274.

Economou M, Palli Α, Peppou L, Madianos M (2011). Recovery from schizophrenia: A four-year study of an inner city cohort. Community Mental Health Journal; 47(6): 660-667.

Lehman AF (1995). Vocational rehabilitation in schizophrenia. Schizophrenia Bulletin; 21: 645-656.

Rinaldi M & Hill R (2000). Insufficient Concern: The Experiences, Attitudes and Perceptions of Disabled People and Employers towards Open Employment in one London Borough. London: Merton MIND.

Ridgeway P & Rapp C (1998). The active ingredients in achieving competitive employment for people with psychiatric disabilities: a research synthesis. Commission on Mental Health and Developmental Disabilities (Critical Ingredients series).

Sanderson K & Andrews G (2006). Common mental disorders in the workplace: recent findings from descriptive and social epidemiology. Canadian Journal of Psychiatry; 51: 63-75.

Sartorius N & Schulze H (2005). Reducing the stigma of mental illness. New York: Cambridge University Press.

Secker J, Grove B, & Seebohm P (2001). Challenging barriers to employment, training and education for mental health service users: the service users’ perspective. Journal of Mental Health; 10(4): 395-404.

Shepherd G, Murray A, & Muijen M (1994). Relative values: the differing views of users, family carers and professionals on services for people with schizophrenia in the community. London: The Sainsbury Centre for Mental Health.

Schulze B, Angermeyer MC (2003). Subjective experiences of stigma. A focus group study of schizophrenia patients, their relatives and mental health professionals. Social Science & Medicine; 56: 299-312.

Stuart H (2006). Mental illness and employment discrimination. Current Opinion in Psychiatry; 19: 522-526.

Van Dongen CJ (1996). Quality of life and self-esteem in working and non-working persons with mental illness. Community Mental Health Journal; 32(6): 535-548.

World Psychiatric Association (2000). The WPA Programme to Reduce Stigma and Discrimination because of Schizophrenia. Geneva: WPA.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.