Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ανδρέας Κ. Παπανικολάου
Καθηγητής και Διευθυντής του
Τμήματος Κλινικών Νευροεπιστημών στο
Πανεπιστήμιο του Memphis,
Tennessee, USA

σύναψις 33 [2014 – τόμος 10]

Περί της αναγωγιμότητας του Ψυχισμού στον Εγκέφαλο

Το ζήτημα της αναγωγής ψυχικών φαινομένων σε εγκεφαλικά δρώμενα μάλλον παραμένει επίμαχο για να το επιλέξουν – όπως το επέλεξαν, οι οργανωτές του προγράμματος. Αλλά καίτοι επίμαχο, το ζήτημα αυτό δεν νομίζω πως είναι ιδιαίτερα δυσεπίλυτο, πράγμα για το οποίο προτίθεμαι να σας πείσω. Δεν είναι όμως δυσεπίλυτο εάν αντιμετωπισθεί ως καθαρά επιστημονικό πρόβλημα. εάν δηλαδή η εγκυρότητα των εναλλακτικών του λύσεων κριθεί βάσει μόνον της εμπειρικής τους ή της πειραματικής τους διαψευσιμότητας. Αντιθέτως, εάν το πρόβλημα αντιμετωπιστεί ως μεταφυσικό, στην οποία περίπτωση το κριτήριο της διαψευσιμότητας δεν είναι ανάγκη να εφαρμοσθεί, για μένα τουλάχιστον το θέμα δυσκολεύει. Δυσκολεύει δε γενικώς και υπέρ το δέον εάν αντιμετωπιστεί –όπως συνήθως αντιμετωπίζεται– ταυτόχρονα και ως επιστημονικό και ως μεταφυσικό πρόβλημα. Και αυτός είναι, πιστεύω, ο λόγος που συνεχίζει να περιίπταται στο στερέωμα των νευροεπιστημών, της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής, της νευρολογίας, ανερμάτιστα, σαν κάτι χαρταετούς που μας ξεφεύγουν και πάνε κι έρχονται στον αέρα.

Για να καταστήσουμε σαφή την απάντηση στο ερώτημα εάν και πώς ο ψυχισμός ανάγεται στον εγκέφαλο, δέον να αρχίσουμε με μια, έστω και σύντομη, «ονομάτων επίσκεψιν». Να ορίσουμε δηλαδή τι ακριβώς εννοούμε λέγοντας εκφάνσεις ψυχισμού ή ψυχικά φαινόμενα, τι εγκεφαλικά δρώμενα και προπάντων τι εννοούμε λέγοντας «αναγωγή». Ψυχικά λοιπόν φαινόμενα δεν είναι παρά οι εμπειρίες μας, οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη στον ρουν του συνειδέναι του καθενός μας – για να θυμηθούμε τη γνωστή φράση του William James, και τον γνωστότερο «ποταμό» του Ηράκλειτου.

Κάποιες εμπειρίες είναι σύνθετες. άλλες είναι απλές. Αλλά ακόμα και οι απλούστερες – ένα αίσθημα κόκκινου, φερ’ ειπείν ή μια γλυκιά γεύση, πάντα συνίσταται σε τρία διακριτά στοιχεία. Πρώτον, σε ό,τι τις προκάλεσε. Στην περίπτωση των αισθημάτων – της εμπειρίας του κόκκινου χρώματος φερ’ειπείν –, το στοιχείο αυτό συνίσταται στην αόριστη αίσθηση «κάτι είδα», που αντιστοιχεί στην κωδίκευση του ερεθίσματος πριν το είδος του αναγνωρισθεί και η αόριστη αίσθηση γίνει συγκεκριμένη εμπειρία. η εμπειρία μιας κόκκινης επιφάνειας. Στην περίπτωση ενδογενών βιωμάτων – μιας σκέψης επί παραδείγματι –, το στοιχείο αυτό συνίσταται στον συνειρμό που προηγείται και την ανακαλεί από τη μνήμη ή δρα ως κίνητρο για τη διαμόρφωσή της.

Το δεύτερο συστατικό μιας εμπειρίας είναι η έννοια με την οποία συγκρίνεται το άμορφο ακόμα αίσθημα ή στην οποία αυτό εντάσσεται κι έτσι η εμπειρία γίνεται γνωστή ή το άμορφο αίσθημα αναγνωρίζεται ως μια συγκεκριμένη περίπτωση του είδους «κόκκινη επιφάνεια», «γλυκιά γεύση», «τραπέζι» ή «τετραγωνική ρίζα του μείον δύο» και ούτω καθ’ εξής. Το τρίτο συστατικό των εμπειριών είναι το σύνολο των συνειδητών και μη συνειδητών παραγόντων που τις πλαισιώνουν τη στιγμή που προκύπτουν και τους προσδίδουν τη συγκεκριμένη και ανεπανάληπτη χροιά. το ανεπανάληπτο στίγμα της στιγμής, το οποίο απέδωσε τόσο επιτυχημένα ο Ηράκλειτος με τη μεταφορική φράση του ποταμού στου οποίου τα νερά κανείς δεν μπορεί να μπει για δεύτερη φορά. Τα ίδια βέβαια ισχύουν και για τις σύνθετες εμπειρίες.

Εν τω μεταξύ, σε κάθε ψυχικό φαινόμενο αντιστοιχεί και κάτι που θα ονομάσουμε σχηματισμό εγκεφαλικής ενεργοποίησης – μια δηλαδή σειρά ηλεκτροχημικών διεργασιών που συμβαίνουν στις διάφορες περιοχές του εγκεφάλου. Έτσι πιστεύουν τουλάχιστον τόσο αυτοί που θεωρούν ότι κάθε ψυχικό φαινόμενο ανάγεται στον αντίστοιχό του σχηματισμό όσο και αυτοί που δεν θεωρούν την αναγωγή αυτή δυνατή. Η αντιστοιχία δηλαδή είναι ένα βασικό και γενικώς αποδεκτό αξίωμα.

Πριν όμως επεκταθώ περισσότερο στην περιγραφή των σχηματισμών αυτών θα ήθελα να επισημάνω τι ακριβώς εννοούν οι αναγωγιστές με τον όρο «αναγωγή» – διότι αναγωγή σημαίνει άλλο πράγμα στα μαθηματικά και άλλο στις νευροεπιστήμες. Οι αναγωγιστές λοιπόν, μεταξύ των νευροεπιστημόνων, με αναγωγή εννοούν την εξήγηση των εμπειριών βάσει των αιτίων τους, των νευροφυσιολογικών συμβάντων, δηλαδή των σχηματισμών. Θεωρούν δηλαδή, ότι τα ψυχικά φαινόμενα είναι αποτελέσματα και οι εγκεφαλικές διεργασίες αίτια. πρώτον αυτό. Δεύτερον θεωρούν ότι οι εμπειρίες, τα ψυχικά φαινόμενα, είναι αιτιακώς αδρανή. Μια ιδέα δηλαδή είναι κατ’ αυτούς ανίκανη να προκαλέσει οτιδήποτε – είτε μία άλλη σκέψη είτε μία πράξη: Μια εμπειρία δεν μπορεί, σύμφωνα με το αναγωγιστικό πρότυπο, να δράσει ως αίτιο. Όσο για το πασίγνωστο και πασιφανές γεγονός ότι η μία σκέψη φέρνει την άλλη ή ότι μία απόφαση μπορεί και προκαλεί μία πράξη, μια κίνηση, αυτό εξηγείται ως εξής: Ένας εγκεφαλικός σχηματισμός Σ1 προκαλεί μια εμπειρία – Ε1. Ο ίδιος σχηματισμός, το ίδιο ηλεκτροχημικό συμβάν Σ1 επίσης προκαλεί συμβάν Σ2, το οποίο με τη σειρά του προκαλεί τη δεύτερη εμπειρία Ε2. Φαίνεται λοιπόν ότι η μία εμπειρία, η μία σκέψη, φέρνει την άλλη, ενώ στην ουσία το ένα νευροφυσιολογικό συμβάν προκαλεί εντελώς νομοτελώς το άλλο. σύμφωνα δηλαδή με τους γνωστούς νόμους της φυσικής και της χημείας.

Κατά τους αναγωγιστές λοιπόν οι εμπειρίες απλώς προκύπτουν από τους σχηματισμούς χωρίς να έχουν καμία πραγματική ισχύ. Γι’ αυτό και ονομάζονται και «επιφαινόμενα» για να ξεχωρίζονται από τα αληθινά φυσικά φαινόμενα τα οποία, όπως οι σχηματισμοί, μπορούν και δρουν ως αίτια. Τώρα γιατί οι σχηματισμοί να δημιουργούν εμπειρίες οι οποίες είναι παντελώς άχρηστες για τον άνθρωπο, εφόσον τίποτα δεν μπορούν να προκαλέσουν, ούτε μία σκέψη, ούτε μία κίνηση του μικρού δακτύλου, είναι θέμα άλλο, το οποίο δεν θα μας απασχολήσει.

Θα μας απασχολήσει όμως, γι’ αυτό και πρέπει να σημειωθεί εδώ, το εξής: Προκειμένου ένα φυσικό ή ένα νευροφυσιολογικό φαινόμενο, όπως ένας σχηματισμός, να θεωρηθεί ως αίτιο που προκαλεί κάτι άλλο, είτε αυτό το άλλο είναι φαινόμενο είτε είναι επιφαινόμενο, πρέπει το φυσικό αυτό φαινόμενο να προηγείται του άλλου: Το αίτιο πάντα προηγείται χρονικώς του αποτελέσματός του. Στην περίπτωση λοιπόν των σχηματισμών και των εμπειριών που και οι δύο έχουν κάποια χρονική διάρκεια, έστω ενός κλάσματος του δευτερολέπτου, ο σχηματισμός πρέπει να προηγείται, έστω κατά τι, της εμπειρίας. Έπεται λοιπόν ότι «αναγωγή» δεν νοείται εάν η χρονική αυτή σχέση δεν ισχύει. Αντιθέτως, εάν αποδειχθεί ότι τω όντι έτσι έχουν τα πράγματα, ότι υπάρχει η αιτιακή αυτή σχέση, τότε δέον ν’ αναγάγουμε τις εμπειρίες στα αίτιά τους, στους σχηματισμούς, διότι οι σχηματισμοί ως αληθινά, ως πραγματικά φυσικοχημικά φαινόμενα διέπονται από τους ήδη γνωστούς νόμους της φυσικής και της χημείας, οι οποίοι καθιστούν την κατανόηση και φυσικά την πρόβλεψη των ψυχικών επιφαινομένων εφικτή και εύκολη. Αυτά περί αναγωγής.

Δυο λόγια τώρα για τους σχηματισμούς. Σχηματισμός είναι ένας γενικός όρος, όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, που αναφέρεται στις παντοειδείς διεργασίες στον εγκέφαλο: φυσικές, δηλαδή ηλεκτρομαγνητικές και χημικές, οι οποίες απαρτίζουν ένα χωρο-χρονικό σύνολο. Δηλαδή λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένες, ο καθένας περιοχές ή δομές του εγκεφάλου και ανελίσσονται με συγκεκριμένη τάξη, ισχύ και διάρκεια. Θα μπορούσατε να τους φανταστείτε ως κινούμενα νέφη ιόντων εντός των νευρώνων, των οποίων το περίγραμμα απεικονίζεται με τις διάφορες μεθόδους λειτουργικής νευροαπεικόνισης.

Δεδομένου ότι κάθε σχηματισμός αντιστοιχεί σε μία εμπειρία έχει κι αυτός, όπως και η εμπειρία, τρία στοιχεία τα οποία αντιστοιχούν στα τρία συστατικά της εμπειρίας. Επί παραδείγματι, στην περίπτωση του αισθήματος «κόκκινο χρώμα», ο σχηματισμός θα συνίσταται πρώτον σε μία συγκεκριμένη μορφή ενεργοποίησης του οπτικού φλοιού, η οποία κωδικεύει το ερέθισμα και αντιστοιχεί στο αόριστο αίσθημα «κάτι είδα». Δεύτερον, στην ενεργοποίηση τμημάτων του συνειρμικού φλοιού – κατά πάσα πιθανότητα του βρεγματικού –, η οποία αντιστοιχεί στην έννοια «κόκκινο» κι εξ υποθέσεως συνίσταται στην ενεργοποίηση του νευρωνικού κυκλώματος ή των κυκλωμάτων που αντιπροσωπεύουν την γενική έννοια «κόκκινο χρώμα». Τρίτον, στις ταυτοχρόνως ανελισσόμενες μορφές ενεργοποίησης ανά τον εγκέφαλο που αντιστοιχούν, όπως είπαμε, σε οτιδήποτε άλλο διεκπεραιώνεται στον εγκέφαλο τη συγκεκριμένη στιγμή και αναμιγνύεται με τα άλλα δύο στοιχεία του σχηματισμού διαφοροποιώντας τον από την αρχή ως το τέλος και καθιστώντας τον τόσο μοναδικό κι ανεπανάληπτο όσο μοναδική κι ανεπανάληπτη είναι κι η αντίστοιχη εμπειρία.

Μία ακόμα διευκρίνιση: παρόλο ότι το ψυχικό φαινόμενο, η εμπειρία και ο σχηματισμός της είναι φαινόμενα μοναδικά και ανεπανάληπτα, το πρώτο από τα τρία συστατικά τους είναι κατά βάση σταθερό και επαναλαμβανόμενο και το δεύτερο είναι εξ υποθέσεως τουλάχιστον επίσης σταθερό και επαναλαμβανόμενο.

Το πρώτο στοιχείο που παραμένει σταθερό είναι η μορφή με την οποία κωδικεύεται το ερέθισμα που συνεπάγεται πάντα ενεργοποίηση του μηχανισμού της λειτουργίας που το κωδικεύει. Ενεργοποίηση του ινιακού φλοιού πάντα θα συμβαίνει όταν το ερέθισμα είναι οπτικό – όπως στο παράδειγμα με την «κόκκινη επιφάνεια». Το ίδιο βέβαια ισχύει στην περίπτωση ακουστικών, οπτικών, οσφρητικών, κιναισθητικών κ.λπ. ερεθισμάτων. Οι αντίστοιχες πρωτοταγείς αισθητικές περιοχές πάντα θα ενεργοποιούνται. Φυσικά, η εν λόγω ενεργοποίηση δεν θα έχει το ίδιο ακριβώς χωρο-χρονικό περίγραμμα για κάθε ερέθισμα, αλλά το γενικό περίγραμμα αυτού του πρώτου στοιχείου του σχηματισμού θα παραμένει σταθερό, όμοιο σε κάθε περίπτωση όπως και το αντίστοιχο στοιχείο της εμπειρίας «κάτι είδα», «κάτι άκουσα», το οποίο επίσης επαναλαμβάνεται.

Αυτό λοιπόν το γενικό περίγραμμα του πρώτου στοιχείου του σχηματισμού, που είναι εντελώς άλλο πράγμα από τον καθ’ όλου συγκεκριμένο σχηματισμό οποιασδήποτε συγκεκριμένης κι ολοκληρωμένης εμπειρίας, αναπαριστά τον εγκεφαλικό μηχανισμό ή το νευρωνικό δίκτυο μιας λειτουργίας – στην περίπτωση του παραδείγματος, το δίκτυο της λειτουργίας της οράσεως. Μέρος αυτού του πρώτου στοιχείου του σχηματισμού, πέραν του πρωτοταγούς οπτικού φλοιού, θα συμπεριλαμβάνει και την ενεργοποίηση των νευρωνικών μηχανισμών των λειτουργιών της ανάκλησης της αντίστοιχης έννοιας και της σύγκρισής της με το κωδικευμένο ερέθισμα. Αυτό βέβαια είναι υπόθεση. Υποθέτουμε ότι υπάρχει μία λειτουργία ανάκλησης και μια λειτουργία σύγκρισης των κυκλωμάτων που κωδικεύουν το κάθε ερέθισμα με κυκλώματα που αντιπροσωπεύουν έννοιες, όπως επίσης υποθέτουμε εγκεφαλικούς μηχανισμούς για κάθε ψυχονοητική ή θυμική λειτουργία. Εάν λοιπόν όντως υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί, η ενεργοποίησή τους θα δημιουργεί επαναλαμβανόμενα τμήματα ή συστατικά σχηματισμών.

Παρενθετικά, όντας επαναλαμβανόμενα, για λόγους που θα εξηγήσω αργότερα, αυτά τα συστατικά των σχηματισμών που αντιστοιχούν στις εκάστοτε λειτουργίες – όχι στις εμπειρίες –είναι δυνατό να απεικονιστούν, αλλά προτρέχω.

Το πρώτο λοιπόν τμήμα ή συστατικό των σχηματισμών το οποίο αντιστοιχεί στην επεξεργασία του ερεθίσματος και τις λειτουργίες που το επεξεργάζονται είναι σταθερό κι επαναλαμβανόμενο. Το δεύτερο τώρα στοιχείο των σχηματισμών, το οποίο αντιστοιχεί στην γενική έννοια, ίσως να είναι κι αυτό επαναλαμβανόμενο. Υποθέτουμε δηλαδή ότι υπάρχουν νευρωνικά κυκλώματα στον φλοιό κάθε ένα εκ των οποίων αναπαριστά και μια έννοια και ότι το ίδιο κύκλωμα ενεργοποιείται κάθε φορά που ανακαλείται η ίδια έννοια. Αυτή όμως η υπόθεση είναι παρακινδυνευμένη. Είναι αμφίβολο με άλλα λόγια εάν κάθε φορά που ακούω την λέξη «τραπέζι», το ίδιο κύκλωμα ενεργοποιείται πάντα στον εγκέφαλό μου. Ενδεχομένως υπάρχουν πολλά κυκλώματα, ένα για το κάθε είδος τραπεζιού που ξέρω. Ενδεχομένως να μην υπάρχει κανένα κύκλωμα, αλλά η έννοια «τραπέζι» να δομείται εκ νέου κάθε φορά που την ανακαλώ, από στοιχειώδη νοηματικά μόρια. Το πρόβλημα αυτό είναι πανάρχαιο. Είναι, παρεμπιπτόντως, ένα από τα προβλήματα με τα οποία καταπιάστηκε ο Πλάτων και δεν μπόρεσε να επιλύσει (Βλ. «Παρμενίδης»): Υπάρχει μία ιδέα τραπεζιού ή κρεβατιού ή πολλές; Υπάρχει επομένως ένα νευρωνικό κύκλωμα για κάθε ιδέα, πολλά ή κανένα; Αυτή δε η αβεβαιότητα καθιστά επίσης αβέβαιο εάν ποτέ μπορέσουμε να ανακαλύψουμε τα νευρωνικά κυκλώματα των διαφόρων εννοιών που απαρτίζουν το περιεχόμενο της γνώσης μας. Διότι βέβαια το να ψάχνεις να βρεις στον εγκέφαλο κάτι που μπορεί να μην υπάρχει, είναι εγχείρημα μάλλον δονκιχωτικό. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω στο τέλος αυτής εδώ της ομιλίας.

Προς το παρόν το ερώτημα είναι εάν η αναγωγή των εμπειριών στην ολότητά τους στους αντίστοιχους σχηματισμούς είναι εφικτή ή όχι. Και οι εμπειρίες, είπαμε, έχουν και ένα τρίτο συστατικό που τις καθιστά μοναδικές κι ανεπανάληπτες κι ότι αυτό το συστατικό έχει το αντίστοιχό του στους σχηματισμούς – δηλαδή το σύνολο των διεργασιών που συμβαίνουν την ίδια ώρα στον εγκέφαλο και καθιστούν ολόκληρο τον σχηματισμό επίσης μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Επίσης είπαμε ότι προϋπόθεση της αναγωγής είναι η γνώση των αιτίων των εμπειριών, δηλαδή η γνώση των σχηματισμών.

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: πώς ξέρουμε εάν οι γνώσεις μας των εγκεφαλικών σχηματισμών είναι επαρκείς για να αναγάγουμε σε αυτούς τα ψυχικά φαινόμενα, τις εμπειρίες. Η απάντηση εδώ είναι απλή: στις θετικές επιστήμες, εννοώ τις φυσικές και τις πειραματικές επιστήμες, το ερώτημα αυτό επιδέχεται απλούστατη, διαυγέστατη, αδέκαστη κι αναμφίβολη απάντηση. Για την περίπτωση που συζητάμε, το ερώτημα τίθεται ως εξής: Δεδομένου ενός σχηματισμού στον εγκέφαλο του κυρίου Χ όταν ο κύριος Χ διαβάζει μια λέξη, μπορούμε ν’ αποφανθούμε τι κατάλαβε ο κύριος Χ; Κατάλαβε μήπως Αφρόλουτρο ή Αφροδίτη; Και αν Αφροδίτη ποια απ’ όλες; Την Ουρανία Αφροδίτη, την Πάνδημον ή τη γειτόνισσά του Αφροδίτη;

Εάν μπορούμε ν’ απαντήσουμε σωστά, σημαίνει ότι έχουμε επαρκή γνώση του σχηματισμού που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη εμπειρία που αποκόμισε ο κύριος Χ διαβάζοντας μια λέξη που άρχιζε με Α κεφαλαίο. Εάν δε μπορούσαμε να πιστοποιήσουμε επιπλέον ότι ο σχηματισμός προηγήθηκε της εμπειρίας, τότε θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι βάσει επιστημονικών κριτηρίων, η εμπειρία ανάγεται στον σχηματισμό, κι ας μας βοήθησε κιόλας κάποιος απ’ τα παρασκήνια – αναγωγιστής πρέπει να ήταν – που μας το σφύριξε στ’ αυτί ότι ο σχηματισμός αντιστοιχεί σε γραπτή λέξη, όχι εικόνα κι ότι μάλιστα η λέξη αρχίζει με Α κεφαλαίο, κι ότι είναι στα ελληνικά, τη μητρική γλώσσα του κυρίου Χ – πράγματα που θα έπρεπε να συμπεράνουμε από τον σχηματισμό μόνοι μας. Αλλά εν πάση περιπτώσει.

Βέβαια, για να προβούμε σε μία τέτοια γνωμάτευση βάσει του σχηματισμού, προϋποθέτει ότι έχομε κατά νου ένα πρότυπο – μια θεωρία για τη φύση και τα επιμέρους χαρακτηριστικά των σχηματισμών. ένα πρότυπο που μας επιτρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ποια στοιχεία του σχηματισμού διαφοροποιούν συναφείς εμπειρίες, ούτως ώστε να μπορέσουμε να αποφανθούμε, βάσει του σχηματισμού, ότι στην προκειμένη περίπτωση, διαβάζοντας τη λέξη ο κύριος Χ κατάλαβε, όχι Αφρόλουτρο, όχι Πάνδημον Αφροδίτη, αλλά Αφροδίτη τη γειτόνισσά του.

Εδώ θα μου επιτρέψετε μία άλλην σύντομη παρένθεση. Θα χρειαστεί να πούμε δυο λόγια για το είδος του προτύπου που θα εξυπηρετούσε τη γνωμάτευση διότι τα πρότυπα εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: στην κατηγορία των περιγραφικών και στην κατηγορία των παραγωγικών προτύπων. Κι ένα οποιοδήποτε περιγραφικό πρότυπο δεν πληροί τις προϋποθέσεις για ασφαλή γνωμάτευση διότι συνίσταται από ένα, συνήθως περιορισμένο, σύνολο παραγόντων: είναι δηλαδή ατελές. Εδώ χρειάζεται ένα παραγωγικό πρότυπο που να μην παραθέτει απλώς αναγκαίες συνθήκες παραγωγής φαινομένων, αλλά και τη διαδικασία της παραγωγής τους.

Τι εννοώ: Βάσει ενός περιγραφικού προτύπου του ηλιακού μας συστήματος είναι δυνατόν να προβλέψει κανείς την αυξομείωση ωρών ηλιοφάνειας κατά τη διάρκεια του έτους κι ενδεχομένως κάποια έκλειψη ηλίου. Βάσει όμως ενός παραγωγικού προτύπου του ίδιου συστήματος, όχι μόνο προβλέπονται όλα αυτά τα φαινόμενα που προβλέπει το περιγραφικό πρότυπο, αλλά επιπλέον εξηγείται πώς και γιατί γίνονται εκλείψεις, αλλά και τα υπόλοιπα φαινόμενα που προκύπτουν από τις κινήσεις των πλανητών, επιταχύνσεις, αυξομειώσεις στα βαρυτικά πεδία και ούτω καθεξής, επίσης εξηγούνται και προβλέπονται.

Υπάρχει λοιπόν ένα τέτοιο πρότυπο σήμερα το οποίο επιτρέπει, στους ειδικούς βέβαια, παρακολουθώντας την ανέλιξη ενός σχηματισμού να αποφανθούν αν πρόκειται γι’ Αφρόλουτρα ή Αφροδίτες; Η απάντηση εδώ είναι όχι. Απολύτως όχι. Δεν υπάρχει στον κόσμο σήμερα ούτε τέτοιο πρότυπο ούτε τέτοιος ειδικός, εν μέρει διότι οι σχηματισμοί που καταγράφουμε όσο και αν φαίνονται εντυπωσιακοί και λεπτομερείς δεν είναι παρά στοιχειώδεις συντομογραφίες – απλά περιγράμματα των διεργασιών που συμβαίνουν στον εγκέφαλο. Αλλά, όπως θα δούμε στην συνέχεια, οι ατέλειες των δεδομένων μας δεν αποτελούν τους μόνους παράγοντες που ρυθμίζουν και ελέγχουν τις προβλεπτικές μας δυνατότητες. Οπότε λοιπόν σήμερα η αναγωγή των ψυχικών φαινομένων στις διεργασίες του εγκεφάλου δεν είναι εφικτή. Τελεία και παύλα.

Αυτό όμως το ξέρουν όλοι όσοι ασχολούνται με αυτά τα θέματα εκτός αυτών που πιστεύουν σε σενάρια επιστημονικής φαντασίας, τα οποία κάποιες φορές κυκλοφορούν όχι μόνο στις καφετέριες και στα σαλόνια, αλλά και σε αίθουσες όπως αυτή εδώ. Και το ζητούμενο δεν είναι, βέβαια, εάν η αναγωγή αυτή είναι ή δεν είναι εφικτή σήμερα. Το ζητούμενο είναι εάν τα ψυχικά φαινόμενα είναι δυνάμει αναγώγιμα κι ας μην είναι επί του παρόντος ανοιγμένα. Η δε απάντηση, η Πάνδημον Αφροδίτη με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στις νευροπεπιστήμες είναι νομίζω θετική – εμφατικά μάλιστα θετική.

Πόθεν όμως η πεποίθηση; Διότι δεν μπορεί να είναι απλώς και μόνο δείγμα μεταφυσικών προκαταλήψεων. Εν πολλοίς νομίζω πως είναι επίπτωση της εντυπωσιακής προόδου των νευροεπιστημών τις τελευταίες δεκαετίες. Δεν είναι βέβαια δυνατό ούτε, νομίζω, σκόπιμο να παραθέσω εδώ παραδείγματα αυτής της προόδου – πράγματα προσιτά στον καθένα που έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και στη σχετική γραμματεία. Θα αρκεστώ σ’ ένα μόνο παράδειγμα που δικαιολογεί – αιτιολογεί καλύτερα – την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και την ενθουσιώδη αποδοχή του αναγωγισμού.

Τις προάλλες, στο πλαίσιο προεγχειρητικού ελέγχου, ένας νεαρός με επιληψία εξετάστηκε με την επεμβατική μέθοδο ηλεκτρικού ερεθισμού του φλοιού και με τη μέθοδο της ηλεκτροφλοιογραφίας. Τοποθετήθηκε λοιπόν στον εκτεθειμένο φλοιό πλέγμα υποσκληρίδιων ηλεκτροδίων και δύο μέρες αργότερα ο ασθενής εξετάστηκε στο πλαίσιο δοκιμασιών εκφοράς και προσλήψεως λόγου: μία δοκιμασία κατονομασίας αντικειμένων, μία επανάληψης συλλαβών και μία αναγνώρισης λέξεων.

Παρατηρήσαμε λοιπόν επανειλημμένα ριζικές αλλαγές στο φάσμα των ηλεκτρικών δυναμικών σε ένα μόνον ηλεκτρόδιο, στο ηλεκτρόδιο με αριθμό 32. Συγκεκριμένα, κάθε φορά που ο ασθενής πρόφερε μία λέξη ή μια συλλαβή, η ισχύς των υψίσυχνων ταλαντώσεων πολλαπλασιάζονταν, ενώ ταυτόχρονα η ισχύς των αργών ταλαντώσεων, των ρυθμών θήτα, άλφα και βήτα, μειώνονταν στο ελάχιστο. Καμιά δε αλλαγή φάσματος δεν συνέβαινε στην εγκεφαλική περιοχή που εξετάζαμε (αριστερός μετωπιαίος φλοιός) όταν ο ασθενής άκουγε τις συλλαβές για να τις επαναλάβει ή τις λέξεις. Προφανώς, η περιοχή του φλοιού κάτω από το ηλεκτρόδιο 32 ενεργοποιούνταν μόνο κατά την εκφορά του λόγου.

Εν συνεχεία, ηλεκτρικός ερεθισμός του φλοιού κάτω από το ηλεκτρόδιο 32, και κανενός άλλου, προκαλούσε πάντα αναστολή της εκφοράς του λόγου, δηλαδή αντιστρέψιμη αφασία. Ο ασθενής αδυνατούσε να πει τ’ όνομα του αντικειμένου που του δείχναμε σε εικόνες – μιας καρέκλας, ενός αυτοκινήτου κ.λπ. – όχι επειδή έχανε τον μυϊκό έλεγχο των οργάνων της φώνησης ούτε γιατί δεν αναγνώριζε το αντικείμενο, αλλά επειδή το όνομα του, κατά τα άλλα, γνωστού αντικειμένου δεν του ερχόταν στο νου. Ήταν σα να έκλεινες τον διακόπτη και να σταμάταγε η μηχανή εκφοράς λόγου. Τον άνοιγες, ξανάρχιζε, κι όταν ξανάρχιζε, αφενός παρήγαγε σωρεία υψίσυχνων ταλαντώσεων και αφετέρου τα σωστά ονόματα των αντικειμένων.

Δεν είναι λοιπόν προφανές ότι η περιοχή του φλοιού κάτω από το εν λόγω ηλεκτρόδιο είναι το αίτιο και η εκφορά λόγου τ’ αποτέλεσμα; Δεν είναι κατ’ επέκταση δικαιολογημένη η άποψη ότι και τα επιμέρους ψυχικά φαινόμενα της επίγνωσης του ονόματος του κάθε αντικειμένου ανάγονται στους σχηματισμούς ενεργοποίησης; Ιδού λοιπόν γιατί η αναγωγή φαίνεται εύλογη και εφικτή!

Κατ’ ουσίαν βέβαια το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από αυτά τα δεδομένα είναι ότι η εν λόγω περιοχή του φλοιού μάλλον εμπεριέχει μέρος του δικτύου της λειτουργίας εκφοράς λόγου, που καλό θα ’ταν να μην θιγεί στην επικείμενη εγχείρηση – γι’ αυτό άλλωστε γίνεται κι ο προεγχειρητικός αυτός έλεγχος – και τίποτα παραπάνω. Αλλά όπως φαίνεται, εντυπωσιακά φαινόμενα όπως αυτό που σας περιέγραψα πολλές φορές συσκοτίζουν την κρίση μας.

Το δε γεγονός ότι έχουμε ανακαλύψει πλήθος τέτοιων φαινομένων, το γεγονός ότι το πλήθος αυτό αυξάνεται γεωμετρικά συν τω χρόνω και επομένως το γεγονός ότι τα περιγραφικά μας πρότυπα συνεχώς εμπλουτίζονται, ερμηνεύεται από πολλούς ως σημείο ευοίωνο πως αργά ή γρήγορα θα προκύψει και το παραγωγικό πρότυπο που λέγαμε, το οποίο θα επιτρέψει την αναγωγή των εμπειριών στα εγκεφαλικά δρώμενα. θα μας επιτρέψει να διαβάζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του άλλου γραμμένα στη γλώσσα των σχηματισμών της εγκεφαλικής ενεργοποίησης.

Το ίδιο αυτό γεγονός της προόδου στις νευροεπιστήμες συνέβαλλε στην άνθιση της λεγόμενης νευροφιλοσοφίας – γνωστής από τα best sellers του Dennett, της Churchland του Pinker και άλλων –, η οποία νευροφιλοσοφία είναι η σύγχρονη εκδοχή του υλισμού της εποχής του διαφωτισμού και του αρχαιότερου, της εποχής του Λεύκιππου και μετά του Λουκρίτιου. Βέβαια οι φιλόσοφοι με υλιστικές και αναγωγιστικές πεποιθήσεις δεν περίμεναν τους νευροεπιστήμονες να κομίσουν τις ενδείξεις στις οποίες αναφέρθηκα για να δομήσουν τις μεταφυσικές τους θέσεις, όπως άλλωστε οι ιδεαλιστές ανά τους αιώνες δεν υποστήριζαν τα αντίθετα λόγω άγνοιας τέτοιων ενδείξεων. Ο Πλάτων, επί παραδείγματι, είναι σαφώς ενήμερος ότι: ο εγκέφαλος εστί ο τας αισθήσεις παρέχων του ακούειν και οράν και οσφραίνεσθαι. Κι ότι Εκ τούτων γίγνοιτο μνήμη και δόξα (Φαίδων 96 Β).

Είναι λοιπόν προφανές ότι τα ίδια εμπειρικά δεδομένα ερμηνεύονται από τους μεν νευροφιλοσόφους ως ενδεικτικά της αναγωγιμότητας των εμπειριών σε νευροφυσιολογικές διεργασίες, από τους δε κλασικούς μας – με λίγες εξαιρέσεις – και από τους φιλοσόφους του κύρους του Berkeley, του Kant, του Russell και του Whitehead ως απλές ενδείξεις αντιστοιχίας ψυχικών και εγκεφαλικών φαινομένων, κι απ’ όλους ως ενδείξεις ότι ο εγκέφαλος είναι μια αναγκαία συνθήκη του ψυχισμού (που είναι εντελώς άλλο πράγμα από «αίτιο»).

Εν τω μεταξύ οι νευροεπιστήμονες, οι ήδη ενταγμένοι στον αναγωγισμό, δεν θορυβούνται ιδιαίτερα με τα αντιφατικά πορίσματα των φιλοσόφων. Αντιμετωπίζουν δε την αντίφαση με τον γνωστό τρόπο που προσέγγισε ο Αλέξανδρος το πρόβλημα του Γόρδιου δεσμού, καταλύοντάς το χωρίς καν ν’ αποπειραθούν να το επιλύσουν – μη όντες φιλόσοφοι.

«Ποιος τώρα νοιάζεται» είναι νομίζω η πλέον κοινή τους στάση, «τι μπορεί να πίστευε ο Αριστοτέλης κι ο Σωκράτης ή ο Whitehead όταν έχουμε τα συμπεράσματα επώνυμων επιστημόνων όπως του Gerald Edelman ή του Eric Kandel».

Εγώ αντιθέτως ομολογώ ότι νοιάζομαι. Έχω χρόνια τώρα που νοιάζομαι και θεωρώ ότι πρέπει να εκλαμβάνουμε τη διάσταση γνωμών ως πρόκληση για την ανεύρεση λύσης, η οποία όμως να ερείδεται σε επιστημονικά, σε πειραματικά εννοώ, δεδομένα παρά στις γνώμες των εγκρίτων αναγωγιστών ή αντι-αναγωγιστών φιλοσόφων ή φιλοσοφούντων. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, υπάρχει ποτέ περίπτωση να κατασκευαστεί ένα έγκυρο παραγωγικό πρότυπο που να επιτρέπει ή να αποτρέπει την αναγωγή έστω και αν αυτό προκύψει τον 25o αιώνα;

Υποθέτω λοιπόν ότι έχει πειραματικά εξακριβωθεί ότι οι σχέσεις σχηματισμών και εμπειριών είναι σχέσεις αιτίων και αποτελεσμάτων και ότι το περιπόθητο πρότυπο έχει δομηθεί. Στην πιο άρτια εκδοχή του το πρότυπο αυτό θα ήταν ένα είδος ανθρωπόμορφης μηχανής – ένα ρομπότ, από αυτά που ονειρεύονται κάποιοι συνάδελφοι στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Το ζητούμενο σ’ αυτήν την περίπτωση θα ήταν κατά πόσο το ρομπότ ή ο ηλεκτρονικός εγκέφαλός του θα παρήγαγε κάτι ανάλογο των ανθρωπίνων εμπειριών. εάν συγκεκριμένοι σχηματισμοί ενεργοποίησης κάποιων κυκλωμάτων του (που θα ’ταν επίσης ηλεκτροχημικής φύσεως – όπως αυτά του ανθρώπινου εγκεφάλου) παρήγαγαν εμπειρίες της ίδιας φύσεως με τις ανθρώπινες.

Στην καλλίτερη περίπτωση το ρομπότ αυτό θα συμπεριφερόταν ακριβώς όπως ένας άνθρωπος. Η εξωτερική ή η «αντικειμενική» του συμπεριφορά, όπως και τα φυσικοχημικά συμβάντα στα δίκτυά του, θα ήταν αντικειμενικά προσβάσιμη κι επομένως η εγκυρότητα της ομοιότητάς της με την ανθρώπινη συμπεριφορά θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί εμπειρικά και αντικειμενικά. Εάν όμως το ρομπότ βίωνε εμπειρίες ή όχι. εάν τα κυκλώματά του παρήγαγαν πέραν της αντικειμενικής του συμπεριφοράς υποκειμενικά βιώματα ή όχι είναι φύσει αδύνατο να τεκμηριωθεί αντικειμενικά, δηλαδή επιστημονικά.

Μα θα πείτε, το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει εάν ο δίπλα του βιώνει υποκειμενικές εμπειρίες. Συμφωνώ. Μόνον που το ζητούμενο δεν είναι να τεκμηριωθεί αντικειμενικά εάν ο άνθρωπος βιώνει εμπειρίες. Το ζητούμενο είναι εάν η μηχανή βιώνει κάτι παραπλήσιο. Κι αυτό είναι φύσει αδύνατο να τεκμηριωθεί επιστημονικά. Επομένως, και να προέκυπτε τέτοιο πρότυπο, η εγκυρότητά του θα παρέμενε εσαεί αστάθμητη. Όσο για το γιατί πιστεύουμε, βάσει των ίδιων ακριβώς αντικειμενικών ενδείξεων, ότι ο μεν άνθρωπος έχει εμπειρίες το δε τέλειο, υποθετικά, ρομπότ μάλλον όχι, είναι εντελώς άλλο θέμα, το οποίο αν θυμάμαι καλά το είχα συζητήσει σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα πριν δύο χρόνια.

Αλλά αμφιβάλλω αν ποτέ μπορέσουμε να δομήσουμε ένα τέτοιο παραγωγικό πρότυπο. Κι αμφιβάλλω για τον απλούστατο λόγο ότι είναι αδύνατο να αποκτήσουμε τις απαιτούμενες γνώσεις, να συλλέξουμε τις απαιτούμενες ενδείξεις σχετικά με το ποιοι συγκεκριμένοι σχηματισμοί εγκεφαλικής ενεργοποίησης στον άνθρωπο αντιστοιχούν σε ποιες συγκεκριμένες εμπειρίες. Γιατί αυτό είναι αδύνατο, το έχω συζητήσει επανειλημμένα. Θα επαναλάβω εδώ την ουσία του επιχειρήματος κι αυτή πολύ περιληπτικά.

Εν πρώτοις αποδεχόμεθα – εγώ τουλάχιστον αποδέχομαι και πιστεύω – ότι όντως υπάρχει τέλεια αντιστοιχία συγκεκριμένων κι ανεπανάληπτων σχηματισμών και συγκεκριμένων κι επίσης ανεπανάληπτων εμπειριών. Οι αντιρρήσεις μου δεν είναι εδώ. Την αντιστοιχία είπα την δέχομαι και την πιστεύω: είμαι βέβαιος ότι στην πιο φευγαλέα εμπειρία μας, στην πιο φευγαλέα όψη της πιο φευγαλέας εμπειρίας μας αντιστοιχεί μία επίσης φευγαλέα όψη ενός επίσης φευγαλέου συμβάντος στον εγκέφαλό μας. Το ζήτημα είναι εάν μπορούμε να τεκμηριώσουμε επιστημονικά αυτή την αντιστοιχία. Και πολύ φοβούμαι ότι δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε, διότι, όπως είπαμε, ο σχηματισμός της εκάστοτε εμπειρίας είναι αναμειγμένος με όλους τους άλλους που αντιστοιχούν σε όλες τις άλλες λειτουργίες που τελούνται ταυτοχρόνως στον εγκέφαλο και διότι ο μόνος τρόπος να τον ξεχωρίσουμε, να τον εξορύξουμε ούτως ειπείν από το σύνολο αυτών με τους οποίους συνυπάρχει είναι να τον κάνουμε να επαναληφθεί – που είναι πράγμα αδύνατο διότι όπως είπαμε είναι φύσει μοναδικός κι ανεπανάληπτος όπως μοναδική κι ανεπανάληπτη είναι κι η αντίστοιχή του εμπειρία. Γιατί, τώρα, είναι ανάγκη να επαναληφθεί ο σχηματισμός για να μπορέσουμε να τον απομονώσουμε και να τον ταυτοποιήσουμε, ή θα πρέπει να με πιστέψετε ή να δείτε μόνοι σας σε τεχνικά δημοσιεύματα τους λόγους που συντρέχουν.

Αλλά, ακόμα κι αν αποδεχθούμε ότι με κάποιο τρόπο ίσως μπορέσουμε στο μέλλον να προσδιορίσουμε τον κάθε ανεπανάληπτο σχηματισμό τη μια και μοναδική φορά που θα προκύψει, πάλι θα σταθεί αδύνατο να τεκμηριώσουμε επιστημονικά, δηλαδή αντικειμενικά ό,τι προηγείται της αντίστοιχης εμπειρίας. Και φαντάζομαι θυμάστε ότι για να αναγάγουμε τις εμπειρίες στους σχηματισμούς πρέπει να τεκμηριώσουμε ότι οι σχηματισμοί, ως αίτια, προηγούνται των αποτελεσμάτων τους, των ψυχικών φαινομένων.

Γιατί λοιπόν είναι η ταυτοποίηση της χρονικής σχέσης σχηματισμού και εμπειρίας επιστημονικά ανέφικτη; Ο λόγος μπορεί να γίνει κατανοητός ευκολότερα στο πλαίσιο ενός υποθετικού πειράματος ή νοητού περάματος, σαν αυτό που θα σας περιγράψω. Εν πρώτοις, το πείραμα είναι νοητό κι όχι συμβατικό διότι προϋποθέτει αυτό που μόλις είπαμε, είναι πρακτικά αδύνατο. Προϋποθέτει δηλαδή ότι μπορούμε και απομονώνουμε συγκεκριμένους κι ανεπανάληπτους σχηματισμούς που ανελίσσονται στον χρόνο. Στο πλαίσιο αυτού λοιπόν του πειράματος, ο πειραματιστής – εγώ ας υποθέσουμε – πρέπει είναι ο εξεταζόμενος κι ο απεικονιζόμενος.

Παρατηρώ λοιπόν στην οθόνη ενός τέλειου νευροαπεικονιστικού συστήματος (που ίσως κάποτε όντως προκύψει) τους σχηματισμούς ενεργοποίησης του εγκεφάλου μου που εμφανίζονται στην οθόνη κάθε φορά που ακούω και βέβαια εννοώ διάφορες λέξεις: τη λέξη «αύριο», τη λέξη «αμέσως», τη λέξη «αυτοκίνητο» και ούτω καθεξής. Θα μπορούσαμε βέβαια να κάνουμε το ίδιο κατ’ ουσίαν πείραμα αντικαθιστώντας τις λέξεις με φωτογραφίες προσώπων, αντικειμένων ή περιστατικών, αλλά οι λέξεις εξυπηρετούν επίσης θαυμάσια.

Ακούω λοιπόν λέξεις, τη μία μετά την άλλη και κάθε φορά που ακούω μία έχω ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα δύο διακριτές εμπειρίες: Η μία είναι η οπτική εμπειρία του σχηματισμού ενεργοποίησης του εγκεφάλου μου. Παρεμπιπτόντως, την ίδια ακριβώς εμπειρία μπορείτε κάλλιστα να την έχετε κι εσείς αν κοιτάξετε μαζί με μένα την ίδια οθόνη. Παράλληλα εγώ – αλλά όχι πλέον εσείς – έχω την εμπειρία του νοήματος της λέξης. Αυτή μου η εμπειρία, θα θυμάστε – όπως όλες οι εμπειρίες αυτού του είδους –, συνίσταται σε τρία συστατικά: στο ακουστικό στοιχείο «άκουσα», μετά στο νοηματικό στοιχείο «κατάλαβα αυτοκίνητο» και στο τρίτο, το οποίο προσδίδει στην εμπειρία την ιδιάζουσα χροιά της στιγμής, «άκουσα και εννόησα τώρα αυτού του είδους το αυτοκίνητο κάτω απ’ τις ανεπανάληπτες συνθήκες της παρούσας στιγμής στην προσωπική μου ιστορία».

Θα θυμάστε επίσης ότι το πρώτο στοιχείο της εμπειρίας θα αντιστοιχεί στο αρχικό τμήμα του σχηματισμού μου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση θα συνίσταται στην ενεργοποίηση του ακουστικού μου φλοιού και στην ενεργοποίηση άλλων περιοχών του εγκεφάλου μου, οι οποίες εμπεριέχουν τους μηχανισμούς ανάκλησης της έννοιας «αυτοκίνητο», ενώ το επόμενο τμήμα του σχηματισμού μου θα συνίσταται στην ενεργοποίηση του νευρωνικού μου κυκλώματος (ή κυκλωμάτων) που αντιπροσωπεύουν στον κώδικα ή την γλώσσα των νευρώνων την έννοια αυτοκίνητο. Διαπιστώνουμε λοιπόν, έπειτα από προσεκτική παρατήρηση, ότι όντως μπορούμε να διακρίνουμε αξιόπιστα ότι ο σχηματισμός ξεκινά να ανελίσσεται από τον πρωτοταγή ακουστικό μου φλοιό αμφοτερόπλευρα και σε κάποιο σημείο, διαφορετικό για την κάθε λέξη, εμφανίζεται το δεύτερο στοιχείο ή τμήμα του σχηματισμού. Αυτό όμως που ούτε εγώ ούτε εσείς μπορούμε να διακρίνουμε αξιόπιστα είναι πότε ακριβώς τελειώνει το πρώτο και πότε ακριβώς αρχίζει το δεύτερο τμήμα του σχηματισμού.

Εν τω μεταξύ, όπως είπαμε, εγώ βιώνω επιπλέον το νόημα της λέξης που αντιστοιχεί στο δεύτερο τμήμα του σχηματισμού και πρέπει να κάνω τις εξής παρατηρήσεις: (α) να παρατηρήσω πότε αρχίζει αυτό το δεύτερο τμήμα, (β) να βιώσω το νόημα της λέξης που μόλις άκουσα, (γ) να αποφανθώ εάν πρώτα βίωσα το νόημα της λέξης ή την απαρχή του δεύτερου τμήματος του σχηματισμού, το αντίστροφο ή και τα δύο ταυτόχρονα.

Λίγο δύσκολο, συμφωνείτε; Μόνον που δεν είναι απλώς δύσκολο αλλά φύσει αδύνατο. Πέραν της δυσκολίας να διακρίνουμε πότε ξεκινάει το δεύτερο τμήμα του σχηματισμού μου, εγώ καλούμαι επί πλέον να καταγράψω ως παρατηρητής τη διαφορά χρόνου ενάρξεως των δύο μου εμπειριών: της οπτικής, που συνίσταται στο δεύτερο τμήμα του σχηματισμού μου και της νοηματικής – της συνειδητοποίησης της έννοιας «αυτοκίνητο». Κι αυτό είναι ανέφικτο, έστω κι αν δεν υπάρχει αβεβαιότητα για το πότε αρχίζει και η οπτική και η νοηματική εμπειρία. έστω κι αν απλοποιήσουμε το πρόβλημα και μου ζητηθεί να ταυτοποιήσω τη χρονική σχέση ενάρξεως όλου του σχηματισμού – κι όχι κάποιου τμήματός του – και ολόκληρης της ακουστικο-νοητικής εμπειρίας.

Γιατί ανέφικτο: Έχει εξακριβωθεί ήδη από την εποχή του Wilhelm Wundt ότι είναι αδύνατο για οποιονδήποτε παρατηρητή να αντιληφθεί σωστά τον χρόνο ενάρξεως δύο παράλληλων εμπειριών ακόμα και όταν ο χρόνος ενάρξεως της κάθε μιας ξεχωριστά είναι σαφέστατος. Αυτό που συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι η εμπειρία που για οποιονδήποτε λόγο εμπίπτει πρώτη στην προσοχή του παρατηρητή ή στην οποία τυχαίνει να εστιάζεται η προσοχή του παρατηρητή τη στιγμή που το ζεύγος των σχεδόν ταυτόχρονων εμπειριών προκύπτει, είναι η εμπειρία που ο παρατηρητής θα θεωρήσει χρονικώς πρότερη. Στη δε περίπτωση που ο παρατηρητής καλείται να μοιράσει την προσοχή του και στις δύο, ακριβώς στη μέση, η προσοχή του ταλαντεύεται απ’ τη μια εμπειρία στην άλλη και η ταχύτητά της μετεστίασης της προσοχής δεν επαρκεί για να συλλάβει ο παρατηρητής τον ακριβή χρόνο ενάρξεως της μιας και της άλλης. Αντιθέτως, ο παρατηρητής διαπιστώνει ότι το μόνο που μπορεί να πει με βεβαιότητα είναι ότι οι εμπειρίες ανελίσσονται παράλληλα – τίποτα παραπάνω.

Έπεται λοιπόν ότι είναι αδύνατο για οποιονδήποτε παρατηρητή να προσκομίσει πειραματικά δεδομένα ενδεικτικά της αιτιακής σχέσης σχηματισμών κι εμπειριών και έτσι δεν υπάρχει επιστημονική βάση για την αναγωγή των εμπειριών στους σχηματισμούς ακόμα και στην περίπτωση που η αντιστοιχία τους ήταν πειραματικά τεκμηριωμένη.

Παρενθετικά εδώ θα κάνω μία παρατήρηση για να απαντήσω σε όποιον τυχαίνει να αναρωτιέται για την πιθανή σχέση αυτού του νοητού πειράματος με αυτά που έκανε ο Benjamin Libet τη δεκαετία του ’80 κι απ’ τα οποία ο Libet συμπέρανε ότι τα εγκεφαλικά δρώμενα προηγούνται για ένα σεβαστό κλάσμα του δευτερολέπτου της συνειδητής αποφάσεως των παρατηρουμένων να κάνουν μία κίνηση. Αυτό που θέλω να παρατηρήσω – πράγμα που έχουν διαπιστώσει κι άλλοι – είναι ότι ο Libet αγνόησε το φαινόμενο που περιέγραψα, το οποίο ονομάζεται «επίπτωση της προτέρας εισόδου» – prior entrance effect. Επομένως η εκτίμηση της χρονικής στιγμής που οι παρατηρούμενοι αποφάσιζαν πότε να πατήσουν ένα κουμπί και ταυτόχρονα παρακολουθούσαν ένα ρολόι για να αποφανθούν πότε ακριβώς βίωσαν την απόφαση είναι ασταθμήτου εγκυρότητας και τα συμπεράσματά του είναι συνεπώς λανθασμένα γι’ αυτόν αν όχι και για άλλους λόγους – κλείνω παρένθεση.

Στην καλύτερη λοιπόν περίπτωση, η επιστημονική προσέγγιση αδυνατεί να τεκμηριώσει ότι τα εγκεφαλικά δρώμενα προηγούνται των εμπειριών, ότι είναι επομένως αίτια και ότι ακολούθως οι εμπειρίες μπορεί ν’ αναχθούν στις εγκεφαλικές διεργασίες – στους σχηματισμούς. Επιστημονικά δεν τεκμηριώνεται καν η αντιστοιχία σχηματισμών και εμπειριών, απλώς εκλαμβάνεται ως αξίωμα, το οποίο όπως είπα στην αρχή αποδέχονται και οι αναγωγιστές και οι αντίθετοι το φρόνημα – το φιλοσοφικό, εννοώ, φρόνημα.

Και η αντιστοιχία, ως γνωστόν, είναι σχέση αμφίδρομη κι έχουμε άπειρα παραδείγματα τέτοιων αντιστοιχιών και αμφιδρόμων σχέσεων στις θετικές επιστήμες, όπως η σχέση μεταβλητών που εκφράζουν τη θερμότητα και αυτών που εκφράζουν τις κινήσεις μορίων. όπως η σχέση του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού. η σχέση μεταβλητών που μετρούν τη σκληρότητα των σωμάτων κι αυτών που μετρούν τους ηλεκτρικούς δεσμούς εντός των. η σχέση της ραδιενέργειας με τις πυρηνικές δυνάμεις.

Κι όπως ο ηλεκτρισμός δεν είναι αίτιο του μαγνητισμού ούτε ο μαγνητισμός του ηλεκτρισμού έτσι και τα εγκεφαλικά δρώμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν – βάσει εμπειρικών μετρήσεων – αίτια των εμπειριών, για ακριβώς τον ίδιο λόγο που οι εμπειρίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να θεωρηθούν αίτια των αντιστοίχων εγκεφαλικών διεργασιών.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο όρος αναγωγή έχει εντελώς διαφορετικό νόημα – έχει το νόημα της απλούστευσης, όπως στην αναγωγή κλασμάτων για να φανεί καθαρά η σχέση των ποσοτήτων αριστερά και δεξιά του συμβόλου της ισότητας κι όχι το νόημα της αιτιακής σχέσης και της επεξήγησης του αποτελέσματος βάσει των υποθετικά απλουστέρων αιτίων που έχει στις νευροεπιστήμες. Σχηματισμοί λοιπόν και εμπειρίες δεν είναι αναγώγιμες οντότητες – με την έννοια που ο όρος απαντά στις νευροεπιστήμες, οι μεν στους δε κι αντίστροφα.

Κι αν ανάγονται σε κάτι, αυτό το κάτι είναι εμπειρικά απροσπέλαστο. Είναι ίσως το κάτι που ο Κάντιος ονόμασε «πράγμα αυτό καθεαυτό», το οποίο σε σύμπραξη με το αισθητικό και νοητικό σύστημα του παρατηρητή παράγει όλα τα φαινόμενα. Εν δε τη προς άλληλα ομιλία πάντα γίγνεσθαι, όπως άλλωστε έλεγαν οι Μικρασιάτες και ο Ηράκλειτος εδώ κι εικοσιπέντε τόσους αιώνες. Αλλά, ποια είναι η φύση των γενεσιουργών παραγόντων των φαινομένων, ποια τα ειδικά, ποια τα ποιητικά και ιδιαίτερα, ποια τα τελικά τους αίτια, είναι ερωτήματα που απασχολούν τη μεταφυσική και όχι τις θετικές επιστήμες.

Θα πείτε ίσως πως ένα τέτοιο πέσιμο της αυλαίας της εναρκτήριας ομιλίας ενός μεταπτυχιακού προγράμματος κι ιδιαίτερα ενός προγράμματος με θέμα τον ψυχισμό και τον εγκέφαλο είναι μάλλον αποκαρδιωτικό.

Διαφωνώ. Η επιστημονική έρευνα ούτε μπορεί ούτε και πρέπει να ασχολείται με αναγωγές εμπειριών σε εγκεφαλικά δρώμενα για τον ίδιο λόγο που οι ερευνητές στις θετικές επιστήμες θεωρούν αντι-επιστημονική την αναγωγή των νευροφυσιολογικών συμβάντων σε εμπειρίες ή την αναγωγή πράξεων σε ασώματες και άυλες πνευματικές δυνάμεις: Για τον λόγο ότι δεν ερείδονται σε επιστημονικά δεδομένα.

Αντιθέτως, η επιστήμη ασχολείται – και πρέπει ν’ ασχολείται – με τη διερεύνηση της σχέσης αναγκαίων νευροφυσιολογικών συνθηκών (που για άλλη μια φορά δεν είναι όρος συνώνυμος με το αίτιο) και ψυχονοητικών λειτουργιών (που επίσης για άλλη μια φορά δεν είναι όρος συνώνυμος με ψυχικά φαινόμενα).

Και ακριβώς επειδή η επιστημονική έρευνα ασχολείται με την ταυτοποίηση τέτοιων σχέσεων πετυχαίνει τα θεαματικά αποτελέσματα, τα εντυπωσιακότερα, καθότι πραγματικά και όχι φαντασιακά.

Τι είδους αποτελέσματα: Νευρωνικά δίκτυα αναγκαία για τις βασικές κινητικές και αισθητικές λειτουργίες τεκμηριώνονται με ολοένα μεγαλύτερη ακρίβεια. Το ίδιο με τα νευρωνικά δίκτυα ανωτέρας τάξεως λειτουργιών, όπως της οπτικής αντίληψης ή της αντίληψης κινήσεων ή της αναγνώρισης αντικειμένων ή θυμικών λειτουργιών, όπως αυτά που απαιτούνται για την παραγωγή και σχηματισμών και εμπειριών φόβου ή άγχους. Το ίδιο με τα νευρωνικά δίκτυα επιλεκτικώς κωδίκευσης και παγίωσης λεκτικών και χωρο-οπτικών εμπειριών. Το ίδιο με αυτά εκφοράς λόγου. Το ίδιο με τμήματα δικτύων που εξυπηρετούν συναφείς λειτουργίες, όπως επί παραδείγματι του λόγου και της μουσικότητας. Το ίδιο με τα ακόμα εντυπωσιακότερα φαινόμενα της πλαστικότητας του εγκεφάλου και των εκπληκτικών δυνατοτήτων του να αναδιοργανώνεται λειτουργικά εν όψει κακώσεων, όπως στην περίπτωση νεοπλασιών, και το ακόμα εκπληκτικότερο φαινόμενο αναδιοργάνωσης στην πορεία εκμαθήσεως νοητικών ασκήσεων.

Εφόσον όμως θεωρούμε ότι αυτά τα δίκτυα, αυτοί οι εγκεφαλικοί μηχανισμοί παράγουν σχηματισμούς και συνάμα εμπειρίες, δεν δικαιούμεθα να πούμε ότι ναι μεν συγκεκριμένες εμπειρίες δεν είναι αναγώγιμες στους αντιστοίχους τους σχηματισμούς, αλλά είδη ή κατηγορίες εμπειριών είναι αναγώγιμες στους αντιστοίχους τους μηχανισμούς;

Ναι, εάν μας αρέσει να παίζουμε με τις λέξεις. Όχι αν χρησιμοποιούμε τον όρο «αναγωγή» με συνέπεια. Διότι, είπαμε, ένα λειτουργικό δίκτυο, ένας εγκεφαλικός μηχανισμός είναι αναγκαία συνθήκη και όχι αίτιο, και είπαμε επίσης ότι «αναγωγή», έτσι όπως ορίζεται από τους αναγωγιστές στις νευροεπιστήμες, προϋποθέτει αιτιότητα.

Δεν είναι – δεν πρέπει να είναι – λοιπόν στόχος της επιστήμης να αναγάγει είδη εμπειριών σε εγκεφαλικούς μηχανισμούς – άλλωστε οι περισσότεροι μηχανισμοί δεν αφορούν συγκεκριμένα είδη εμπειριών, αλλά είναι κοινοί για όλα τα είδη, όπως αυτοί της παγίωσης, ή της ανάκλησης, ή της ενεργού μνήμης, η της προσοχής και ούτω καθεξής. Σκοπός της είναι να ταυτοποιεί τις προϋποθέσεις του ψυχισμού, τις αναγκαίες συνθήκες που είναι εντελώς άλλο πράγμα απ’ την αναγωγή των διαφόρων του επί μέρους εκφάνσεων – των εμπειριών – σε συγκεκριμένους σχηματισμούς – την ανάγνωση δηλαδή της σκέψης και της διάθεσης του άλλου σε οθόνες νευροαπεικονιστικών συστημάτων.

Κι αν εδώ-εκεί ακούτε ότι κάποιος εξ ημών προσπαθεί να ανακαλύψει τα νευρωνικά κυκλώματα εννοιών, της έννοιας «τραπέζι» ή «αθανασία», οι οποίες έννοιες, θα θυμάστε, είναι επίσης άλλο πράγμα κι από τις λειτουργίες και από τις εμπειρίες και οι οποίες, είπαμε, δεν ξέρουμε καν αν αντιπροσωπεύονται στον εγκέφαλο από ένα, πολλά ή κανένα νευρωνικό κύκλωμα, αν λοιπόν ακούσετε πως κάποιος από εμάς ψάχνει να βρει τέτοια κυκλώματα να είσθε σίγουροι ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι θέμα νοσταλγίας. Ναι, νοσταλγίας! Διότι, βλέπετε, όλοι μας λίγο-πολύ ξεκινήσαμε με οράματα φιλοσοφικά, με μεταφυσικές ανησυχίες. Γιατί χωρίς τέτοια κίνητρα, σπάνια μπαίνει κανείς στην επίπονη και τις περισσότερες φορές άγονη και απογοητευτική διαδικασία της έρευνας. Πού και πού λοιπόν λησμονούμε την επιστημονική μας ταυτότητα και ξαναγινόμαστε, νοσταλγίας ένεκεν, εραστές αδέξιοι των εφηβικών μας ονείρων. Αδέξιοι διότι ως γνωστόν ο έρωτας συχνά τυφλώνει. Αλλά ίσως γι’ αυτό τον λόγο επίσης χαριτώνει. και χαριτώνει αδιάκριτα κι εξ ίσου γενναιόδωρα και τα αδέξια και τα επιδέξια θύματά του. Ας είμαστε λοιπόν όλοι μας καλά, αδέξιοι μαζί κι επιδέξιοι εραστές, για να συνεχίσουμε το δύσκολο κυνήγι του Ωραίου και του Αληθινού.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.