Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Bernard Golse
Παιδοψυχίατρος Ψυχαναλυτής (Μέλος της Association Psychanalytique de France) / Διευθυντής της παιδοψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Necker-Enfants Malades στο Παρίσι / Καθηγητής Ψυχιατρικής παίδων και Εφήβων στο πανεπιστήμιο René Descartes (Paris 5). 

σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]

Από την διυποκειμενικότητα στην υποκειμενοποίηση. Ένα παράδειγμα περάσματος από το διαπροσωπικό στο ενδοψυχικό

Μετάφραση:
Πέτρος Πετρίκης & Χαρά Τζουμάκα

Εισαγωγή

Ο προβληματισμός γύρω από τη σχέση (lien) και τη διυποκειμενικότητα αποτελεί σήμερα ένα παράδειγμα γύρω από το οποίο μπορούν να συναντηθούν γόνιμα ψυχαναλυτές, υποστηρικτές της θεωρίας του δεσμού (attachment) και νευροεπιστήμονες. Υποστηρίζουμε ότι ψυχοπαθολόγοι και νευροεπιστήμονες πραγματοποίησαν κατά κάποιον τρόπο το ίδιο εννοιολογικό εγχείρημα αν και όχι ταυτόχρονα. Η ψυχανάλυση ενδιαφέρθηκε αρχικά να διαμορφώσει τη μεταψυχολογία του υποκειμένου στις αρχές του 20ου αιώνα (με τη θεωρία των ενορμήσεων) πριν επικεντρωθεί περισσότερο στον ρόλο του αντικειμένου, χάρη στη συνδρομή της κλαϊνικής και μετακλαϊνικής σχολής από τη δεκαετία του ’50 (με τη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων), χωρίς βέβαια αυτοί οι δύο θεωρητικοί πυλώνες να αλληλοαποκλείονται, αν και ήταν δύσκολο να τους συνδυάσει κανείς σε μία ενιαία προσέγγιση.

Παράλληλα, και λίγο αργότερα, οι νευροεπιστήμονες πέρασαν σταδιακά από τη μελέτη του εγκεφάλου ως απομονωμένου οργάνου στη μελέτη της λειτουργίας του σε σχέση με το περιβάλλον. Έτσι, εδώ και τρεις ή τέσσερις δεκαετίες, αναπτύσσεται αυτό που ο J. D. Vincent (1986) αποκαλούσε αληθή «βιολογία των σχέσεων», της οποίας παραδείγματα αποτελούν η βιολογία του δεσμού, οι εργασίες για την ενσυναίσθηση και τους κατοπτρικούς νευρώνες, οι εργασίες για τη μίμηση κι ακόμα το γεγονός ότι ένας συγγραφέας, όπως ο M. Jeannerod (1983, 1993), πρότεινε τον όρο των «αναπαρα-πράξεων» (représent-actions) για να δείξει ότι κάθε νοητική αναπαράσταση υπέχει, εν τέλει, τη θέση μιας διαντιδραστικής αναπαράστασης (d’interaction).

Με το άρθρο αυτό θα επιχειρήσουμε να δείξουμε πώς η υποκειμενοποίηση (subjectivation) αποτελεί το ενδοψυχικό μέρος της διυποκειμενικότητας (intersubjectivité), η οποία διεξάγεται αρχικά σε διαπροσωπικό επίπεδο. Αφού θυμίσουμε τις βάσεις για την πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα, θα πούμε λίγα λόγια για τις σχέσεις μεταξύ διυποκειμενικότητας και υποκειμενοποίησης, πριν θέσουμε το τόσο επίμαχο σήμερα ζήτημα των ψυχοθεραπειών που απευθύνονται σε αυτιστικά παιδιά, των οποίων ο κύριος στόχος παραμένει, λίγο πολύ, μια μορφή βοήθειας στη διαδικασία της πρόσβασής τους στη διυποκειμενικότητα και την υποκειμενοποίηση, στόχος δηλαδή πολύ απομακρυσμένος από την αναζήτηση κάποιου ενόχου!


Ομιλία στην Ημερίδα με θέμα «Ψυχανάλυση και Νευροεπιστήμες: το παράδειγμα του Αυτισμού» που οργάνωσε η A´ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών & το Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγιεινής Βύρωνα-Καισαριανής Υπηρεσία Παιδιών και Εφήβων σε συνεργασία με την Παιδοψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Necker-Enfants Malades, Παρίσι & τη Παιδοψυχιατρική Υπηρεσία της Γ΄ Παν. Ψυχιατρικής Κλινικής Α.Π.Θ., Νοσ. ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη. Αθήνα 30 Μαΐου 2014.


Η διαδικασία πρόσβασης στη διυποκειμενικότητα

Η πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα μπορεί να εννοηθεί ως ένα αναγκαίο αναπτυξιακό πένθος απέναντι στο πρωταρχικό αντικείμενο.

Πριν αποκτήσουμε μια προσωπικότητα πρέπει να γίνουμε πρόσωπα και με τον όρο της διυποκειμενικότητας εννοούμε – τόσο απλά! – το βαθύ βίωμα που μας κάνει να αισθανθούμε ότι ο εαυτός και ο άλλος είναι δύο διαφορετικές οντότητες. Αυτή η έννοια είναι απλή στην έκφραση και την αναπαράστασή της, έστω κι αν οι ενδόμυχοι μηχανισμοί που την υποστηρίζουν είναι προφανώς πολυσύνθετοι και για την ώρα ατελώς μόνο κατανοητοί. Η διυποκειμενικότητα αποτελεί επί του παρόντος ένα κεντρικής σημασίας ζήτημα που συμπυκνώνει κατά τη γνώμη μας την αέναη διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών του διαπροσωπικού και εκείνων του ενδοψυχικού. Αλλά υπάρχει μία ακόμη διαμάχη, εξίσου επίκαιρη, σχετικά με την προοδευτική ή, αντιθέτως, ευθύς εξαρχής ανάδυση αυτής της διυποκειμενικότητας.

1. Σχηματοποιώντας, μπορούμε να πούμε ότι οι ευρωπαίοι συγγραφείς υποστηρίζουν περισσότερο την προοδευτική και κατ’ ανάγκη αργή διαμόρφωση της διυποκειμενικότητας, ενώ οι Αγγλοσάξωνες υποστηρίζουν την ύπαρξη μιας πρωταρχικής διυποκειμενικότητας, τρόπον τινά γενετικά προγραμματισμένης (Βλ. C. Trevarthen και K. J. Aitken, 2003 ή D. N. Stern, 1989 για παράδειγμα). O D. N. Stern επιμένει στο γεγονός ότι το νεογέννητο είναι αμέσως ικανό να αντιληφθεί, να αναπαραστήσει, να απομνημονεύσει και να αισθανθεί ότι είναι ο δράστης των πράξεών του και ότι εξ αυτού δεν χρειάζεται να προσφύγουμε στο δόγμα ενός πρωταρχικού ψυχικού αδιαφοροποίητου, που είναι πολύ προσφιλής έννοια στους ψυχαναλυτές (ανεξάρτητα ή σχεδόν από τις θεωρητικές τους αναφορές), δόγμα το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, παραπέμπει αναπόφευκτα σε ένα σημείο της φαινομενολογικής θεώρησης.

2. Οι ψυχαναλυτές αντίθετα – και όχι μόνο στην Ευρώπη – επιμένουν σε μία προοδευτική διαβάθμιση ενός διπλού δείκτη, έξωκαι ενδο-ψυχικής, διαφοροποίησης που συνηγορεί υπέρ της βραδύτητας, η οποία εδράζεται κυρίως στην κλινική παρατήρηση παιδιών που παραμένουν καθηλωμένα στους πρώτους χρόνους αυτής της οντογένεσης, ανήκοντας έτσι στο πεδίο των λεγόμενων αρχαϊκών παθολογιών (αυτισμοί και πρώιμες ψυχώσεις), ακόμη και αν αυτή η αντίληψη των πραγμάτων δεν συνεπάγεται βεβαίως μια αυστηρά αναπτυξιακή θεώρηση αυτών των ποικίλων παθολογιών.

3. Όπως πάντα, σ’ αυτό το είδος της πολεμικής υπάρχει και μία τρίτη θεώρηση, πιο διαλεκτική, και την οποία υποστηρίζουμε ένθερμα. Σύμφωνα με αυτήν, η πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα δεν αποτελεί ένα φαινόμενο του «όλου ή τίποτε», αλλά διεξάγεται με δυναμικό τρόπο μεταξύ φευγαλέων στιγμών πρωταρχικής διυποκειμενικότητας που υπάρχουν εξαρχής και άλλων πιθανών στιγμών μη-διαφοροποίησης. Τούτο σημαίνει ότι όλο το πρόβλημα του βρέφους και των διαδράσεων με το περιβάλλον του συνίσταται ακριβώς στη σταδιακή σταθεροποίηση αυτών των πρώτων στιγμών διυποκειμενικότητας, στο να γίνουν με τον καιρό πιο σταθερές και πιο συνεχείς, ώστε να επικρατήσουν έναντι της αρχικής έλλειψης διαφοροποίησης. Υποστηρίζω, για παράδειγμα, ότι η περιγραφή του θηλασμού από τον D. Meltzer και συν. (1980) ως χρόνου της «μέγιστης αμοιβαίας έλξης» περιγράφει αυτή τη διαδικασία διότι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, στη διάρκεια του θηλασμού, το βρέφος μπορεί να έχει παροδικά το συναίσθημα ότι οι διαφορετικές αισθητηριακές αντιλήψεις που εκκινούν από τη μητέρα (η μυρωδιά της, η εικόνα της, η γεύση του γάλακτός της, η ζεστασιά της, η αφή της, ο τρόπος που το κρατάει αγκαλιά…) δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, δηλαδή δεν είναι αποκομμένες οι μεν από τις δε, δηλαδή δεν είναι διαχωρισμένες ανάλογα με το προσλαμβάνον όργανο του βρέφους, αλλά «συναρθρώνονται» προσκαίρως στη διάρκεια του θηλασμού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το βρέφος έχει πρόσβαση σ’ ένα βίωμα συγκεκριμένο ότι υπάρχει ένας άλλος έξω απ’ το ίδιο, ένα είδος προ-αντικειμένου που σηματοδοτεί ήδη την ύπαρξη ενός πρωταρχικού διυποκειμενικού χρόνου. Οι γνωσιακοί επιστήμονες κατέδειξαν πράγματι ότι το βίωμα του αντικειμένου ως εξωτερικού από τον εαυτό εξαρτάται από τη συνάρθρωση των αισθητηριακών ερεθισμάτων (A. Streri, 1991, 2000). Ας σημειωθεί ότι η θεώρηση αυτή προσφέρει μία ενδιαφέρουσα σύγκλειση μεταξύ ψυχανάλυσης και νευροεπιστημών. Όπως και να έχει, μετά τον θηλασμό, αυτό το βίωμα των συγκεντρωμένων αισθήσεων χάνεται εκ νέου, ο κατακερματισμός και η αποσύνδεση επικρατούν. Όμως, από θηλασμό σε θηλασμό, το βρέφος επεξεργάζεται εκ νέου αυτή τη διακύμανση μεταξύ συνάρθρωσης και κατακερματισμού για να πετύχει στο τέλος την επικράτηση της συνάρθρωσης των διαφόρων αισθητηριακών ερεθισμάτων και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα πρόσβασης σε μια σταθεροποιημένη εφεξής διυποκειμενικότητα.

Στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής και προοδευτικής βαθμίδωσης, μεταξύ πρωταρχικής μη-διαφοροποίησης και διυποκειμενικότητας, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η κίνηση καθίσταται δυνατή μόνο χάρη στην ύπαρξη ενός πυρήνα πρωταρχικής διυποκειμενικότητας, που ενυπάρχει σε κάθε βρέφος, ακόμη και στα αυτιστικά ή ψυχωτικά παιδιά (ίσως πρόκειται εδώ για τις μη αυτιστικές πλευρές που η A. Alvarez,1992 περιγράφει στα αυτιστικά παιδιά, όσο βαρύς κι αν είναι ο αυτισμός τους, και που θα μπορούσαμε, κατ’ αναλογία με τις «αυτιστικές νησίδες» που περιγράφουν ο S. Klein, 1980 και ο F. Tustin,1989 στα νευρωτικά άτομα, να τις ονομάσουμε μη αυτιστικές νησίδες των αυτιστικών παιδιών).

Η πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα φαίνεται λοιπόν να αντιστοιχεί σε μία κίνηση προοδευτικής σύγκλεισης και συνένωσης στοιχείων πρωταρχικής διυποκειμενικότητας. Οι εργασίες του R. Roussillon (1997) κινούνται επίσης στην ίδια κατεύθυνση, καταδεικνύοντας ότι ο πρώτος άλλος δεν μπορεί παρά να είναι παρά ένας κατοπτρικός άλλος, αρκετά όμοιος και ελάχιστα ανόμοιος από τον εαυτό (για να χρησιμοποιήσουμε εδώ την ορολογία της G. Haag,1985), χαρακτηριστικά του πρώτου άλλου που μας καλούν να συλλάβουμε την πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα ως διαδικασία βραδέως αποχωρισμού, αλλά και πρωίμως εκδηλούμενη μέσα από στιγμές διαφοροποίησης που είναι προσιτές μέσα από τις διαντιδράσεις με το περιβάλλον. Γνωρίζουμε ότι στη θεωρητική του προσέγγιση ο R. Roussillon ενσωματώνει την εργασία του D. Winnicott (1969), σχετικά με τη μεταβατικότητα του αντικειμένου, και τις εργασίες της M. Milner (1976, 1990), σχετικά με τα χαρακτηριστικά της «ικανότητας αποχωρισμού» του αντικειμένου, προσεγγίσεις που δεν αποκλείουν καθόλου την υπόθεση ενός τρίτου δρόμου που παρουσιάζουμε εδώ.

Σε κάθε περίπτωση, με αυτό το τρίτο θεωρητικό μοντέλο διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο σύγκλεισης με τις εργασίες των γνωσιακών επιστημόνων που δείχνουν ότι ένα αντικείμενο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ως εξωτερικό παρά μόνο αν γίνει αισθητό από περισσότερες από μία αισθητηριακές οδούς ταυτόχρονα.

4. Με δεδομένο ότι η διυποκειμενικότητα δεν προκύπτει παρά μόνο σε δεύτερο χρόνο ή ότι αποκτάται διαδοχικά μέσα από μικρούς πυρήνες πρωταρχικής διυποκειμενικότητας, αυτή η δυναμική της εξωψυχικής διαφοροποίησης εμπεριέχει τον κίνδυνο μιας κάποιας βίας, στο μέτρο που μπορεί να γίνει πολύ γρήγορα ή πολύ απότομα, δηλαδή κατά τρόπο τραυματικό.

Μπορούμε επίσης να αναρωτηθούμε αν δεν υπάρχει και μια ελάχιστη βία ακόμη κι όταν η δυναμική αυτή πραγματοποιείται με ευτυχή τρόπο, πράγμα το οποίο συγγραφείς όπως ο J.-B. Pontalis (1986) και η J. Kristeva (1987) έδειξαν σχετικά με τη γέννηση του λόγου, ο πρώτος με αναφορά στον αποχωρισμό και η δεύτερη με αναφορά στο «πένθος» του πρωταρχικού αντικειμένου. Πρόκειται για κάτι το οποίο ο Ν. Abraham και η M. Torok (1972, 1978) τόνισαν εξίσου κάνοντας λόγο για το «πέρασμα από το στόμα που είναι άδειο από στήθος στο γεμάτο με λέξεις στόμα», κάτι που υπογραμμίζει και ο J-M. Quinodoz (1991) όταν διακρίνει το «άγχος διαφοροποίησης» από το καθαυτό «άγχος αποχωρισμού» και το οποίο η J. Haag μας καλεί να σκεφτούμε όταν επικαλείται το φαινόμενο της «εξόδου από την βωβότητα με την εκφορά ξεχωριστών φωνητικών ήχων» κάποιων αυτιστικών που αναζητούν παθητικά να εισέλθουν σε ένα λόγο που δεν είναι συνώνυμο μιας διυποκειμενικής απόσπασης.

Κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι η πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα, που κατά κάποιο τρόπο καθορίζει τη δυνατότητα πρόσβασης στην επικοινωνία, φαίνεται να συνοδεύεται από κάποια μορφή συμφυούς στην ανάπτυξη βίας. Άλλωστε ακόμα και στο πλαίσιο της υπόθεσης μιας δευτερογενώς αποκτημένης διυποκειμενικότητας, μέσα από ψήγματα μιας πρωταρχικής διυποκειμενικότητας, υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, προϊούσα απομάκρυνση από το πρωταρχικό αντικείμενο, επομένως απώλεια ενός συγκεκριμένου τύπου πρωταρχικής σχέσεως μαζί του – έστω κι αν αυτή είναι βαθμιαία και ελεγχόμενη.

Η διαψυχική απόσταση, η εγκατάσταση των προλεκτικών δεσμών και η μεταφορική χρήση της αράχνης

Η έννοια της διαψυχικής απόστασης

Στο πλαίσιο της διπλής κίνησης μιας ενδοκαι μιας διυποκειμενικής διαφοροποίησης, που επιτρέπει την ανάπτυξη και την ψυχική ωρίμανση του παιδιού, όπως και την προοδευτική του πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα, είναι σημαντικό να διακρίνουμε κατ’ αρχάς την εγκατάσταση των περιβλημάτων, των πρώιμων δεσμών (liens) και των καθαυτών σχέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θα προσδώσει στο παιδί το αίσθημα ότι αποτελεί ένα πλήρες υποκείμενο, που δεν περιέχεται εντός ενός άλλου, που δεν συμφύρεται με αυτόν, είναι η εγκατάσταση μιας διυποκειμενικής απόστασης. Πρόκειται για την απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να αποκτήσει τη δυνατότητα να μπορεί να σκέφτεται τον άλλο και να απευθύνεται στον άλλο, ένα προαπαιτούμενο δηλαδή που λείπει από τα αυτιστικά ή συμβιωτικά παιδιά.

Η εγκατάσταση των προλεκτικών δεσμών

Όσο διαμορφώνεται η ενδοψυχική απόσταση, το παιδί και οι ενήλικες που το φροντίζουν πρέπει να διαμορφώσουν οπωσδήποτε προλεκτικούς δεσμούς που θα επιτρέψουν στο παιδί να παραμείνει συνδεδεμένο με το ή τα αντικείμενα από τα οποία διαφοροποιείται.

Κάποια αυτιστικά παιδιά αποτυγχάνουν στη διαμόρφωση της διυποκειμενικής απόστασης και γι’ αυτά το αντικείμενο παραμένει κατά κάποιον τρόπο, ένας προβληματισμός χωρίς αντικείμενο (τυπικός αυτισμός), ενώ άλλα ή τα ίδια έπειτα από κάποιο καιρό ανάπτυξης, μπορεί μεν να λαμβάνουν υπόψη τους τη διυποκειμενική απόσταση, αλλά χωρίς να διαμορφώνουν καμιά προλεκτική σχέση, κάτι που τους εγκλωβίζει, κατά κάποιον τρόπο, σε μια μεγάλη μοναξιά, στην άλλη όχθη της διυποκειμενικής απόστασης.

Τα πρώτα προκαλούν στον συνομιλητή μια εξαιρετικά επώδυνη αντιμεταβίβαση, βασισμένη σε ένα αίσθημα άρνησης της ύπαρξης και σε ένα βίωμα κενού, ενώ τα δεύτερα προκαλούν μια παράδοξη αντιμεταβίβαση στον βαθμό που η απόσυρσή τους έχει αξία καλέσματος, κάτι που παρατηρούμε σε παιδιά που έχουν βιώσει βαριά αποστέρηση ή είναι καταθλιπτικά. Οι προλεκτικοί δεσμοί δεν θα εξαλειφθούν με την εμφάνιση του λόγου, αλλά θα αποτελέσουν τη σκιά του, θα τον ντουμπλάρουν σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Ξέρουμε καλά ότι δεν επικοινωνούμε μόνο με τις λέξεις, αλλά με όλο το σώμα και άρα η προλεκτική επικοινωνία δεν είναι ένας πρόδρομος – με τη γραμμική σημασία του όρου – της λεκτικής επικοινωνίας, αλλά μια απαραίτητη προϋπόθεσή της.

Το μεταφορικό παράδειγμα της αράχνης

Όταν η αράχνη θέλει να εγκαταλείψει το ταβάνι για να κατέβει στο πάτωμα, δεν πέφτει από εκεί αλλά δημιουργεί ιστούς χάρη στους οποίους κατεβαίνει με μεγάλη ηπιότητα στο έδαφος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όταν βρίσκεται στο έδαφος έχει αποχωριστεί από το ταβάνι που εγκατέλειψε, παραμένοντας όμως συνδεδεμένη με αυτό έτσι που, αν επιθυμήσει να ξανανέβει, μπορεί να το κάνει χρησιμοποιώντας τον ιστό που έχει η ίδια εκκρίνει. Πιστεύω ότι αυτή η μεταφορά εικονογραφεί πολύ καλά τις διαδικασίες που επιχειρούμε να περιγράψουμε σχετικά με την πρόσβαση του παιδιού στον λόγο. Η αναπτυξιακή ψυχολογία, η ψυχοπαθολογία και η ψυχιατρική του βρέφους μας έχουν διδάξει ότι μεταξύ των πρώιμων δεσμών που διαμορφώνονται παράλληλα με τη διυποκειμενικότητα μπορούμε να ταξινομήσουμε τον δεσμό (J. Bowlby, 1978 και 1984), τη συναισθηματική συνάφεια (D. N.Stern), την ενσυναίσθηση, τη μίμηση, τις φυσιολογικές προβλητικές ταυτίσεις (W. R. Bion,1962, 1963, 1965), όλα τα μεταβατικά φαινόμενα (D. Winnicott,1969) και, βέβαια, τον τονικο-συναισθηματικό διάλογο που έχει περιγραφεί από τον H. Wallon (1975) και τον J. De Ajuriaguerra (1970). όλοι μηχανισμοί που συμφωνούν λίγο πολύ με τη λειτουργία των διάσημων πλέον κατοπτρικών νευρώνων.

Όλες αυτές οι προλεκτικές σχέσεις λειτουργούν όπως στη μεταφορά των ιστών της αράχνης, επιτρέποντας δηλαδή στο παιδί να διαφοροποιηθεί χωρίς να χαθεί, να αποστασιοποιηθεί από τον άλλο, παραμένοντας σε σχέση μαζί του, δηλαδή να απομακρυνθεί χωρίς να αποκοπεί (όπως λένε οι έφηβοι!). Με αυτή την προϋπόθεση το βρέφος μπορεί να κατακτήσει τον λόγο αναγνωρίζοντας την ύπαρξη του εαυτού και του άλλου ως διαχωρισμένες αλλά όχι ριζικά αποκομμένες οντότητες.

Από το διαπροσωπικό στο ενδοψυχικό

Η διυποκειμενικότητα επιτρέπει την ανακάλυψη του άλλου σε επίπεδο διαπροσωπικό, ενώ η υποκειμενοποίηση επιτρέπει σε επίπεδο ενδοψυχικό την ανακάλυψη του ίδιου του εαυτού ως υποκειμένου, αλλά και την ανακάλυψη του άλλου ως αντικειμένου που, από τη δική του όμως πλευρά, αποτελεί ένα υποκείμενο, δηλαδή την ανακάλυψη ενός «αντικειμένου-άλλου υποκειμένου» (B. Golse και R. Roussillon, 2010).

Εδώ τίθεται το πρόβλημα που αφορά το πέρασμα από το διαπροσωπικό στο ενδοψυχικό. Έχουμε τη συνήθεια να σκεφτόμαστε και να διακηρύσσουμε ότι αυτό το πέρασμα μπορεί να γίνει μόνο κατά τρόπο ασυμπτωτικό, ότι θα παραμείνει πάντα αινιγματικό ως προς τη φύση και τους ιδιαίτερους μηχανισμούς του. Ένα κατ’ ουσία αγεφύρωτο χάσμα που θα αποτελούσε το πεδίο όλων των πολεμικών μεταξύ υποστηρικτών της θεωρίας τoυ δεσμού οι οποίοι ειδικεύονται στις διαπροσωπικές σχέσεις και ψυχαναλυτών που επικεντρώνονται στην ενδοψυχική λειτουργία. Προσωπικά πιστεύω ότι διαθέτουμε κλινικά, πειραματικά και θεωρητικά δεδομένα που μας επιτρέπουν να σκεφτούμε το πέρασμα από το διαπροσωπικό στο ενδοψυχικό, δηλαδή, σε ότι μας αφορά εδώ, το πέρασμα από τη διυποκειμενικότητα στην υποκειμενοποίηση:

• Η προβληματική των «εσωτερικών λειτουργικών μοντέλων» (Working internal models) της θεωρίας του δεσμού (J. Bowlby, 1978 και 1984).

• Η έννοια των «αναπαραστάσεων των γενικευμένων διαντιδράσεων» του D. N. Stern (1989).

• Οι εργασίες του R. Roussillon (1997), τέλος, σχετικά με τον πρώτο άλλο που οφείλει να είναι – και δεν μπορεί παρά να είναι – ένα κατοπτρικό αντικείμενο, ουσιαστικά «παρόμοιο» αλλά «όχι και τόσο παρόμοιο» (J. Haag, 1985), έτσι ώστε η ετερότητα να μπορεί να εγκατασταθεί χωρίς αλλοτρίωση αλλά και χωρίς ρήξη ή τραυματική βία.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η υποκειμενοποίηση αποτελεί την εσωτερίκευση των διυποκειμενικών αναπαραστάσεων στο βρέφος, δηλαδή μια διαδοχική εσωτερίκευση των αναπαραστάσεων των διαντιδράσεων (στο πεδίο του δεσμού ή της συναισθηματικής συνάφειας), αλλά με μια σταδιακή ενίσχυση του πρώιμου συστήματος διαντίδρασης από την ασυνείδητη γονεϊκή δυναμική, από όλη την παιδική ιστορία των γονέων, την οιδιποδιακή συγκρουσιακότητά τους, την ψυχοσεξουαλική τους ιστορία, την ενδοκαι διαγενεακή προβληματική τους και προφανώς όλα τα εκ των υστέρων αποτελέσματά τους. Άλλωστε, η υποκειμενοποίηση δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να περιοριστεί στην πρόσκτηση του «Εγώ» [je].

Η γραμματική υποκειμενοποίηση, όσο σύνθετη και κεντρικής σημασίας κι αν είναι,1 δεν συμπυκνώνει από μόνη της το ζήτημα της υποκειμενοποίησης, που διαδραματίζεται επίσης σε επίπεδο φαινομενολογικό, ανθρωπολογικό και ψυχαναλυτικό. Συνήθως, αυτά τα διαφορετικά επίπεδα της υποκειμενοποίησης διαμορφώνονται παράλληλα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, γεγονός που μας επιτρέπει να πούμε κλινικώς ότι ένα παιδί που αποκτά πρόσβαση στο «Εγώ» [je], είναι ένα παιδί του οποίου η συνολική υποκειμενοποίηση είναι γενικώς ενθαρρυντική.

Αυτό όμως που συμβαίνει συχνότερα δεν είναι και υποχρεωτικό, έτσι ώστε είμαστε σε θέση να αναρωτηθούμε σήμερα αν για παράδειγμα η γραμματική και φαινομενολογική υποκειμενοποίηση δεν μπορούν να έχουν, υπό ορισμένες συνθήκες, διαφορετική εξέλιξη και κατάληξη. Και οι δυο εννοείται ότι παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στην πλειοψηφία των αυτιστικών παιδιών, αλλά είναι ενδιαφέρον να σκεφτούμε ότι, αντιθέτως, τα παιδιά με σύνδρομο Asperger είναι εκείνα στα οποία οι διαδικασίες της υποκειμενοποίησης εξελίσσονται κατά τρόπο αποσυνδεδεμένο, στον βαθμό που φαίνεται να κατακτούν μία γραμματική υποκειμενοποίηση, ενώ η φαινομενολογική τους υποκειμενοποίηση παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελλειμματική.

Γι’ αυτό λοιπόν, αν ο αυτισμός είναι συνώνυμο του τρόμου, η φυσιολογική ανάπτυξη έρχεται ως θαύμα, αφού η πλειοψηφία των παιδιών επιτυγχάνουν αυτή τη διπλή κίνηση της εσωτερίκευσης και της «κατοπτρικοποίησης» (spécularisation), που δεν μπορεί παρά να μας κάνει να μένουμε έκθαμβοι δεδομένης της συνθετικότητας και της λεπτότητας των μηχανισμών και των διαδικασιών που συντελούν σ’ αυτήν. Με αυτό το δεδομένο, η διυποκειμενικότητα, όπως και η υποκειμενοποίηση δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά σαν μια κοινή κατασκευή ανάμεσα στο βρέφος και τους ενήλικες που το φροντίζουν. Κανένα παιδί δεν μπορεί να ανακαλύψει τον άλλο ως ένα «άλλο-υποκείμενο» (B. Golse et R. Roussillo, 2010) και να αισθανθεί ως ένα πρόσωπο που μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του σε πρώτο ενικό πρόσωπο, χωρίς προηγουμένως να το προβλέπει ως τέτοιο κάποιος άλλος.

Αυτή η δημιουργική προσδοκία από την πλευρά του άλλου είναι θεμελιώδης και θεμελιώνουσα. Θα δούμε παρακάτω ότι βρίσκεται στο ίδιο το κέντρο της θεραπευτικής διαδικασίας.

Η πρόσβαση στη διυποκειμενικότητα ως κεντρικός στόχος των ψυχοθεραπειών των αυτιστικών παιδιών

Όποια κι αν είναι η εφαρμοζόμενη μέθοδος, κάθε ψυχοθεραπεία αυτιστικού παιδιού επιδιώκει να το κάνει να αισθανθεί, όπως θα έλεγε η F.Tustin (1977, 1986, 1992), ότι υπάρχει ένας άλλος που δεν είναι απειλητικός, κάτι που κατά βάθος συναντά, δια της οδού των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, το πρόβλημα της πρόσβασης στη διυποκειμενικότητα και την υποκειμενοποίηση, η αποτυχία των οποίων αποτελεί το κεντρικό σημείο της αυτιστικής παθολογίας. Με δεδομένο το σύγχρονο πεδίο της θεωρητικής διαμάχης, οφείλουμε να πούμε μερικά λόγια για τις ψυχαναλυτικές ψυχοθεραπείες των αυτιστικών παιδιών, που είναι τόσο απαξιωμένες σήμερα. Το να είναι κάποιος αυτιστικός τον εκθέτει σε ακραία ψυχική οδύνη και η έξοδός του από τον αυτισμό δεν είναι βέβαια συνώνυμο της ευχαρίστησης, γιατί το αυτιστικό παιδί θα ανακαλύψει τον κόσμο και τα αντικείμενα που τον συνθέτουν (αντικείμενα άψυχα και έμψυχα), τα οποία μπορούν να εκληφθούν ως τρομακτικά αντικείμενα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τι μπορεί να προσφέρει η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία σε ένα αυτιστικό παιδί;

• Το ζήτημα δεν είναι να βρούμε και να αποδείξουμε τον ένοχο των δυσκολιών του αυτιστικού παιδιού (που δεν υπάρχει άλλωστε ως τέτοιος), αλλά να βοηθήσουμε το παιδί να παραμείνει σε σχέση με τον εσωτερικό του κόσμο, να του δώσει μορφή και νόημα, να ξεπεράσει τα συναισθηματικά του εμπόδια. Ο ψυχαναλυτής, μέσα σε ένα σταθερό και δομημένο πλαίσιο, θα περνάει πολύ χρόνο προσπαθώντας να βάλει σε λέξεις τα συναισθήματα του παιδιού (λεκτικοποίηση των συναισθημάτων), όπως πολύ καλά κατέδειξε ο A. Alvarez (1992).

• Θα πρέπει επίσης να «ερμηνεύσει» τα αρχαϊκά του άγχη, δηλαδή να προτείνει ένα νόημα στις σωματικές και συμπεριφορικές εκδηλώσεις του παιδιού έτσι όπως αυτές αναδεικνύονται κατά τη διάρκεια των συνεδριών. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αρχαϊκού άγχους (άγχος της εκκένωσης, της εξαέρωσης, της ρευστοποίησης…), αλλά σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να παραδεχθούμε ότι το παιδί, όσο αυτιστικό και να είναι, έχει μια ασυνείδητη τάση να επικοινωνήσει στον άλλο κάτι από το εσωτερικό του βίωμα και από τα συναισθήματά του, ενώ, από την άλλη, ο ψυχαναλυτής παιδιών, μέσα από την ενσυναίσθησή του, τη μεταβιβαστική και αντιμεταβιβαστική του εμπειρία είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα που του απευθύνει εν αγνοία του το παιδί.

• Τέλος, ο ψυχαναλυτής μπορεί επίσης να βοηθήσει το παιδί σε αυτό που η G. Hagg ονομάζει το «σωματικό του εγώ», δηλαδή να του επιτρέψει να ζήσει σαν ένα ενοποιημένο όλον, διαφοροποιημένο και προοδευτικά πιο ασφαλές. Είναι σημαντικό να το βοηθήσει να νιώσει το δέρμα του σαν ένα σωματικό περίβλημα (E. Bick. 1968), αρκετά περιέχον και αρκετά οριοθετόν (αυτό που επικαλείται η G. HAAG, λέγοντας ότι είναι σημαντικό να βοηθήσουμε το παιδί να αποκτήσει το «αίσθημα ότι περιβάλλεται», ένα διαφορετικό αίσθημα από εκείνο που προσφέρει το αυτιστικό κέλυφος, το δερματικό περίβλημα που παραπέμπει στην έννοια του «εγώ-δέρματος» του D. Anzieu (1985)).

Είναι επίσης σημαντικό να το βοηθήσουμε να διαφοροποιηθεί ενδο-σωματικά, να ζήσει το σώμα του ως αρκετά στεγανό (σφιγκτηροποίηση της εικόνας του σώματος) και τελικά να αποδειχθεί να υποκαταστήσει τα αισθητηριακά ερεθίσματα που το φυλακίζουν με σχεσιακά ερεθίσματα (D. Houzel, 2002). Όλα αυτά δεν καθίστανται δυνατά παρά μόνο χάρη στην ψυχαναλυτική εκπαίδευση που επιτρέπει στον ψυχαναλυτή να ταυτιστεί με τα σωματικά και αισθηματικά βιώματα του αυτιστικού παιδιού για να το βοηθήσει να δομηθεί και να υποκειμενοποιηθεί προοδευτικά. Όλα αυτά δείχνουν βέβαια τη σημασία αυτών των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων των αυτιστικών παιδιών που, χωρίς καμία σχέση αιτίου-αποτελέσματος, έρχονται να συμπληρώσουν αποτελεσματικά την παλέτα των υπόλοιπων μέτρων που περιλαμβάνονται σε ένα θεραπευτικό πλάνο πολλών διαστάσεων που θεωρούμε απαραίτητο.

Συμπέρασμα

Το πέρασμα από το διαπροσωπικό στο ενδοψυχικό παραμένει και σήμερα ακόμη μια προβληματική σύνθετη και με δυσκολίες. Το πέρασμα από τη διυποκειμενικότητα στην υποκειμενοποίηση μας προσφέρει έναν ιδιαίτερο τρόπο να προσεγγίσουμε αυτή την προβληματική, πράγμα που προσπαθήσαμε να δείξουμε σ’ αυτές τις σελίδες. Όπως και να ’χει, η ψυχοθεραπεία των αυτιστικών παιδιών δείχνει με γόνιμο τρόπο αυτή την ψυχική δυναμική που σήμερα κατέχει κεντρική θέση στο θεωρητικο-κλινικό πεδίο στην ψυχιατρική παιδιών και εφήβων.

1 Το να πεις «Εγώ» [je] όταν οι άλλοι απευθύνονται σε σένα λέγοντας σου «εσύ» [tu] ή κάνουν λόγο για σένα λέγοντας «αυτός» ή «αυτή» [il, elle], δεν είναι αυτονόητο. Εδώ αποτυγχάνουν τα αυτιστικά παιδιά, για τα οποία η έννοια του «σταδίου του καθρέφτη» (J. Lacan, 1949) κρατά όλη την ακμαιότητα της ανακάλυψής της ακόμα και σήμερα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

N. ABRAHAM et M. TOROK. Introjecter-Incorporer. Deuil ou mélancolie. Nouvelle Revue de Psychanalyse, 1972, 6, 111-122.

N. ABRAHAM et M. TOROK. « L’écorce et le noyau ». Aubier-Montaigne, Paris, 1978.

J. de AJURIAGUERRA. « Manuel de Psychiatrie de l’enfant ». Masson, Paris, 1970

A. ALVAREZ (1992). « Une présence bien vivante (le travail de psychothérapie psychanalytique avec les enfants autistes, borderline, abusés, en grande carence affective ». Editions du Hublot – Regards sur les Sciences Humaines,

Coll. « Tavistock clinic », Larmor-Plage, 1997. D. ANZIEU. « Le Moi-peau ». Dunod, Paris, 1985 (1ère éd.)

E. BICK (1968). The experience of the skin in early object-relations. Int. J. Psycho-Anal., 1968, 49, 484-486. Traduction française par G HAAG et coll., pages 240-244. In: « Explorations dans le monde de l’autisme » (D. MELTZER et Coll.), Payot, Paris, 1980.

W. R. BION (1962). « Aux sources de l’expérience ». P.U.F., Coll. « Bibliothèque de Psychanalyse », Paris, 1979 (1ère éd.).

W.R. BION (1963). « Eléments de Psychanalyse ». P.U.F., Coll. « Bibliothèque de Psychanalyse », Paris, 1979 (lère éd).

W.R. BION (1965). « Transformations – Passage de l’apprentissage à la croissance ». P.U.F., Coll. « Bibliothèque de Psychanalyse », Paris, 1982 (lère éd.).

J. BOWLBY. « Attachement et perte » (3 volumes). P.U.F., Coll. « Le fil rouge », Paris, 1978 et 1984 (1ères éd.).

B. GOLSE et R. ROUSSILLON. « La naissance de l’objet ». P.U.F., Coll. « Le fil rouge », Paris, 2010

G. HAAG. La mère et le bébé dans les deux moitiés du corps. Neuropsychiatrie de l’enfance et de l’adolescence, 1985, 33, 2-3, 107-114

D. HOUZEL. « L’aube de la vie psychique – Etudes psychanalytiques ». ESF, Coll. « La vie de l’enfant », Paris, 2002.

M. JEANNEROD. « Le cerveau machine ». Fayard, Paris, 1983

M. JEANNEROD. Intention, représentation, action. Revue Internationale de Psychopathologie, 1993, 10, 167-191.

S. KLEIN. Autistic phenomena in neurotic patients. International Journal of Psychoanalysis, 1980, 61, 395-401.

J. KRISTEVA. « Soleil noir – Dépression et mélancolie ». Gallimard, Paris, 1987

J. LACAN (1949). Le stade du miroir comme formateur de la fonction du « Je », 89-97. In : « Ecrits », tome I (J. LACAN). Le Seuil, Coll : « Points », Paris, 1966

D. MELTZER et coll. « Explorations dans le monde de l’autisme ». Payot, Paris, 1980.

M. MILNER. « L’inconscient et la peinture ». P.U.F., Coll. “Le fil rouge”, Paris, 1976 (lère éd.).

M. MILNER. Le rôle de l’illusion dans la formation du symbole – Les concepts psychanalytiques sur les deux fonctions du symbole. Journal de la psychanalyse de l’enfant, 1990, 8 (“Rêves, jeux, dessins”), 244-278.

J.-B. PONTALIS. « L’amour des commencements ». Gallimard, Coll. “nrf”, Paris, 1986

J.-M. QUINODOZ. « La solitude apprivoisée ». P.U.F., Coll. « Le fait psychanalytique », Paris, 1991 (1ère éd.).

R. ROUSSILLON. La fonction symbolisante de l’objet. Revue Française de Psychanalyse, 1997, LXI, 2, 399-415.

R. SPITZ. « De la naissance à la parole – La première année de la vie ». P.U.F., Coll. « Bibliothèque de Psychanalyse », Paris, 1979 (6ème éd.).

D.N. STERN. « Le monde interpersonnel du nourrisson – Une perspective psychanalytique et développementale ». P.U.F., Coll. « Le fil rouge », Paris, 1989 (1ère éd.)

A. STRERI. « Voir, atteindre, toucher ». P.U.F., Coll. « Le psychologue », Paris, 1991.

A. STRERI A. « Toucher pour connaître ». P.U.F., Coll. « Psychologie et sciences de la pensée », Paris, 2000

C. TREVARTHEN et K.J. AITKEN. Intersubjectivité chez le nourrisson : recherche, théorie et application clinique Devenir, 2003, 15, 4, 309-428.

F. TUSTIN. « Autisme et psychose de l’enfant ». Le Seuil, Coll. « Points », Paris, 1977 et 1982

F. TUSTIN. « Les états autistiques chez l’enfant ».Le Seuil, Paris, 1986.

F. TUSTIN. « Le trou noir de la psyché – Barrières autistiques chez les névrosés ». Le Seuil, Coll. « La couleur des idées », Paris, 1989.

F. TUSTIN. « Autisme et protection ». Le Seuil, Coll. « La couleur des idées », Paris, 1992.

J.-D. VINCENT. « Biologie des passions ». Editions Odile Jacob, Paris, 1986

H. WALLON. « Les origines de la pensée chez l’enfant ». P.U.F., Coll. « Psychologie d’aujourd’hui », Paris, 1975 (4ème éd.).

W. WINNICOTT (1969). « Jeu et réalité – L’espace potentiel » (D.W. WINNICOTT) Gallimard, Coll. « Connaissance de l’Inconscient », Paris, 1975 (lère éd.).

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.