Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αμαλία Ατσαλάκη
Κλινική ψυχολόγος
Δρ ψυχοπαθολογίας Πανεπιστημίου Paris VII Denis Diderot 

σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]

Εισαγωγή στη Θεσμική Ψυχιατρική

Για να επιχειρήσει κάποιος μια επισκόπηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη Γαλλία, θα πρέπει να ανατρέξει πριν από όλα στην εμπειρία του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και τις επιπτώσεις του στα ψυχιατρικά ιδρύματα της χώρας. Με δεδομένη την τύχη που επιφύλασσε η ναζιστική ιδεολογία στους «αποκλίνοντες» (Εβραίους, Ρομά, ομοφυλόφιλους, άτομα με ειδικές ανάγκες, ψυχικά ασθενείς, πολιτικούς διαφωνούντες κ.ά.) –μαζικές εκτελέσεις, εγκλεισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου έλαβαν χώρα διαφόρων μορφών «επιχειρήσεις ευθανασίας»–, οι συνθήκες που επικρατούσαν στα γαλλικά ψυχιατρεία κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν άθλιες. Ένας τεράστιος αριθμός ασθενών πέθανε από την πείνα, ενώ υπήρχε έλλειψη ακόμα και στα πλέον βασικά είδη διατροφής και υγιεινής. Συγχρόνως όμως, το γεγονός ότι κάποια από αυτά τα άσυλα βρίσκονταν στην επαρχία, όπου η εποπτεία των ναζιστικών στρατευμάτων ήταν εκ των πραγμάτων μικρότερη, και ιδιαίτερα στις περιοχές που γειτνίαζαν με τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, όπου δραστηριοποιείτο η γαλλική αντίσταση, είχε ως αποτέλεσμα οι χώροι αυτοί να χρησιμοποιηθούν ως θύλακες για την προστασία αντιφρονούντων γάλλων μαχητών που έβρισκαν καταφύγιο εκεί. Επομένως, οι λιγότερο ασφυκτικές συνθήκες επιτήρησης, σε συνδυασμό με τον συγχρωτισμό των γάλλων αγωνιστών με τους ασθενείς, οδήγησαν στη λειτουργία κάποιων από αυτά τα ιδρύματα ως εστίες όπου εκδηλώθηκαν κάποιες πρώτες αυθόρμητες μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης, άγνωστες μέχρι τότε σε χώρους που παραδοσιακά διοικούνταν με τρόπο αυταρχικό και συγκεντρωτικό. Λέγεται π.χ. ότι όταν δεν υπήρχαν πρώτες ύλες για παπούτσια, κάποιος ασθενής, που στο παρελθόν δούλευε ως τσαγκάρης, έφτιαξε παπούτσια από ράφφια, ένα φυτό με τραχείς ινώδεις θυσάνους, για όλους τους διαμένοντες στο ίδρυμα. Σε μια τέτοια πράξη θα μπορούσε να ανιχνεύσει κανείς την καταγωγή της εργοθεραπείας, αλλά και των θεραπευτικών συνεταιρισμών που επακολούθησαν!

Παρατηρούμε λοιπόν ότι, σε αντίθεση με τις αγγλοσαξωνικές χώρες, όπου οι πρώτες κινήσεις ψυχιατρικής μεταρρύθμισης συνδέονται με το κίνημα της αντιψυχιατρικής, που βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε θεωρητικές θέσεις ριζικής αμφισβήτησης και επηρεάστηκε τόσο από την ψυχαναλυτική όσο και από την υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική θεωρία, στη Γαλλία η μεταρρύθμιση του ψυχιατρείου είχε περισσότερο «αυτοσχέδιο» και εμπειρικό και λιγότερο θεωρητικά τεκμηριωμένο χαρακτήρα. Σ’ αυτό, ίσως διαδραμάτισε κάποιο ρόλο και το γεγονός ότι η ψυχαναλυτική θεωρία άργησε πολύ να διαδοθεί ευρύτερα στη γαλλική ψυχιατρική κοινότητα, καθώς τα φροϋδικά κείμενα καθυστέρησαν να μεταφραστούν στα γαλλικά σε σύγκριση με τον αγγλοσαξωνικό κόσμο. Ουσιαστικά, η ψυχαναλυτική σκέψη, αρχικά μέσω των έργων του Freud και αργότερα της Klein, του Abraham και άλλων, «διεισδύει» στις ψυχιατρικές πρακτικές της Γαλλίας μεταπολεμικά. Μέχρι τότε, αν και στο πεδίο της «μαχόμενης» ψυχιατρικής συναντάμε εξέχουσες μορφές, όπως τον Tosquelles και τον Bonnafé, ο κύριος «θεωρητικός» της γαλλικής ψυχιατρικής είναι ο Henri Ey, εκπρόσωπος των ρευμάτων του υπαρξισμού και της φαινομενολογίας στον χώρο της ψυχιατρικής. Αυτός είναι που επιδιώκει την καθιέρωση συναντήσεων μεταξύ ψυχιάτρων διαφόρων προελεύσεων, όπως οι Εθνικές Ψυχιατρικές Ημερίδες του Bonneval το 1945, 1947 και 1951, ενώ ο ρόλος του υπήρξε καθοριστικός στη διοργάνωση του Πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου Ψυχιατρικής στο Παρίσι το 1950, όπως και στην κυκλοφορία του διεθνώς αναγνωρισμένου γαλλικού ψυχιατρικού εντύπου «L’Evolution Psychiatrique». Ωστόσο, ο όρος «θεσμική ψυχοθεραπεία» (όπως επιλέξαμε να αποδώσουμε στα ελληνικά τον όρο psychothérapie institutionnelle), με την έννοια της ψυχιατρικής αλλά και ευρύτερα της ψυχοθεραπευτικής δράσης που ασκείται εντός των ιδρυμάτων, λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο ζωής που διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτά, εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1952 σε ένα άρθρο των Daumezon και Koechlin στα «Anais portugais de psichiatria» (Πορτογαλικά Ψυχιατρικά Χρονικά»).

Για τον Daumezon, η άσκηση της θεσμικής ψυχοθεραπείας προϋποθέτει την κοινωνιολογική ανάλυση του νοσοκομειακού θεσμού, εν προκειμένω του ψυχιατρικού, ώστε να καταστεί εμφανής η βασική δομή του, και στη συνέχεια ο,τιδήποτε οργανώνεται γύρω απ’ αυτήν, όπως οι ιεραρχίες, οι τυπικές λειτουργίες, αλλά και η διάρθρωση των υποομάδων, π.χ. των πτερύγων, των διαφόρων ειδικοτήτων του προσωπικού κ.ά. Από αυτήν την άποψη, συντάσσεται με τον Bonnafé που γράφει: «Πιστεύω ότι ο τρόπος που μπορούμε να προχωρήσουμε είναι μέσα από μια πολύ προσεκτική μελέτη της δομής του Συλλογικού, του τύπου σχέσεων που δημιουργούνται, με σκοπό την καλύτερη και ευρύτερη συνειδητοποίηση του ρόλου του καθενός κατ’ ιδίαν και του καθενός ως εκπροσώπου μιας ειδικής ικανότητας», αλλά και με τον Tosquelles, που προχωρεί ένα βήμα παραπέρα όταν επισημαίνει ότι «έπρεπε να εργαστούμε με τους νοσηλευτές, με αφετηρία μια ομαδική συνθήκη στην οποία οι σχέσεις ιεραρχικής διάταξης ιατρών νοσηλευτών είχαν αλλάξει».

Οι προαναφερθείσες θεωρητικές θέσεις, ωστόσο, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν χωρίς την ενεργό συμμετοχή του νοσηλευτικού προσωπικού, που ο ρόλος του στη θεσμική ψυχοθεραπεία είναι κεντρικός, όπως θα φανεί στη συνέχεια, κι αυτό ίσως συνιστά ένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της θεσμικής ψυχοθεραπείας, που τη διαφοροποιεί από τα προγενέστερα αμιγώς ιατροκεντρικά ψυχιατρικά μοντέλα. Ο Daumezon παρατηρεί επ’ αυτού ότι «ο φροντιστής δεν είναι μόνο ο ενδιάμεσος μεταξύ γιατρού και ασθενούς, αλλά ένας θεραπευτής που διαδραματίζει συγκεκριμένο ρόλο». Επίσης, οι πρακτικές που απορρέουν από τις παραπάνω θέσεις δεν θα μπορούσαν να έχουν συνέχεια αν δεν υφίσταντο στην πορεία την κριτική επεξεργασία της ψυχαναλυτικής σκέψης.

Βεβαίως, οι διάφορες «εκδοχές» με τις οποίες εμφανίστηκε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη Γαλλία, υπό την επίδραση της θεσμικής ψυχοθεραπείας, απέχουν πολύ από το να τις χαρακτηρίζει ομοιογένεια. Στην πράξη, τα χαρακτηριστικά των ιδρυμάτων, αλλά και η προσωπικότητα των εμπνευστών ή εισηγητών της μεταρρύθμισης διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των «εκδοχών». Αντίστοιχα, οι ψυχαναλυτικές «σχολές», ρεύματα και τάσεις που λειτούργησαν ως θεωρητικές αναφορές στους διάφορους χώρους, όπου άρχισε πειραματικά να ασκείται η θεσμική ψυχοθεραπεία, ποίκιλλαν επίσης. Ενδεικτικά αναφέρουμε: τους Diatkine, Lebovici, J. και E. Kestemberg, που μεταξύ άλλων εισήγαγαν το αναλυτικό ψυχόδραμα στους θεσμούς, τον Racamier που εστίασε στο πρόβλημα της «κοινωνιοπαθολογίας των σχιζοφρενών που νοσηλεύονται», αλλά και τη γόνιμη αξιοποίηση της σκέψης του Lacan από ψυχαναλυτές που εργάστηκαν σε θεσμικά πλαίσια, όπως π.χ. η Maud Mannoni, που ίδρυσε το πρότυπο κέντρο του Bonneuil για παιδιά με ειδικές ανάγκες, αυτισμό και ψύχωση. Θεμελιώδης σ’ αυτήν την κατεύθυνση εργασίας με ψυχωτικούς ασθενείς υπήρξε η συνεισφορά της Gisela Pankow, η οποία υπογράμμισε ότι «η πρόσβαση στην ψύχωση εγγράφεται στις χωρικές δομές» και τόνισε την ανάγκη να «είσαι με τον άλλον» (Miteinander-Sein) στην ψύχωση, μιλώντας για τη θεραπευτική σχέση γιατρού-ασθενούς.

Παράλληλα με την επιρροή που είχε η ψυχαναλυτική σκέψη στη θεώρηση της ψυχικής λειτουργίας και των αναγκών του ψυχωτικού ασθενούς από το σύνολο του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, στο πλαίσιο της θεσμικής ψυχοθεραπείας, οι εμπνευστές της προέβησαν και σε λεπτομερή ανάλυση της ίδιας της θεσμικής λειτουργίας και της εξέλιξής της. Η Ginette Michaud γράφει σχετικά: «Ο θεσμός είναι μια δομή που δημιουργείται από το Συλλογικό και τείνει να διατηρεί την ύπαρξή του, διασφαλίζοντας τη λειτουργία μιας ανταλλαγής οποιασδήποτε μορφής. Μερικές φορές παρατηρούμε ότι ο θεσμός δεν διασφαλίζει τη λειτουργία της ανταλλαγής, θα λέγαμε ότι μπορεί και να την παρεμποδίζει, εξαιτίας ενός φαινομένου που θα το ονομάσουμε αδράνεια. Η ομάδα, όταν δημιουργεί μια δομή, βρίσκεται σε συμφωνία μαζί της, καθώς όμως εξελίσσεται, το «αίτημά» της αλλάζει. Αν δεν μεταβάλει τους θεσμούς της, αυτοί κινδυνεύουν να μην μπορούν πια να επιτελέσουν τη λειτουργία τους και γίνονται αλλοτριωτικοί για την ομάδα». Αναλόγως, η Hélène Chaigneau κάνει τη διάκριση μεταξύ «θεσμού» και «θεσμοποίησης», παρατηρώντας: «Δεν μπορούμε να πάμε παραπέρα στη θεραπεία των ψυχωτικών με ένα σύστημα άκαμπτης λειτουργίας που δίνει προτεραιότητα στον θεσμό, αφήνοντας ελάχιστη ή και καθόλου θέση στην εκ νέου επινόησή του, άρα στη διαρκή επανάσταση στους κόλπους του, σ’ αυτό που προτιμούμε να αποκαλούμε θεσμοποίηση. Αυτή η θεσμοποίηση δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα χωρίς μια διαρκή ανάλυση αυτού που συμβαίνει μέσα στο θεσμό κι αυτού που συμβαίνει ακόμα κι όταν η πραγματική κλειστότητα του ασυλιακού κόσμου απέχει πολύ από το να διασφαλίζεται από μια αδρανή μεμβράνη χωρίς ανοίγματα, ανεξάρτητα αν επιφανειακά πρόκειται για ένα ψυχιατρείο ανοιχτό ή κλειστό, για ένα σύστημα που θεωρείται φιλελεύθερο ή αυταρχικό».

Μέσα στο πλαίσιο που σκιαγραφήθηκε παραπάνω, κέρδισε σιγά σιγά έδαφος η ιδέα του «τομέα», που προέβλεπε τη χαρτογράφηση της επικράτειας σε ζώνες που θα εξυπηρετούσαν τοπικά τις ανάγκες ψυχιατρικής περίθαλψης και ψυχικής υγείας του πληθυσμού τους (τομείς), ώστε να αποφεύγεται ο συνωστισμός των ασθενών σε τεράστια και απρόσωπα ψυχιατρικά ιδρύματα και η απομάκρυνσή τους από το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον τους. Η ιδέα αυτή είχε προβληθεί αρχικά από τον Bonnafé το 1945, επανήλθε το 1958-1959 στο Συνέδριο των Σεβρών και τελικά βρήκε νομοθετική κατοχύρωση με την εγκύκλιο της 15ης Μαρτίου 1960. Στον βαθμό που η φιλοσοφία της «τομεοποίησης» πρεσβεύει την ψυχιατρική στην κοινότητα με τη δημιουργία Κέντρων Ημέρας, Ξενώνων Βραχείας Παραμονής, Κινητών Μονάδων και άλλων δομών εξωτερικής νοσηλείας, επιχειρήθηκε από ορισμένους η αντιπαραβολή της με τη θεσμική ψυχιατρική (όπου η δεύτερη νοείται ως «ιδρυματική») και υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για δύο αντιθετικές μεταξύ τους μορφές ψυχιατρικής πρακτικής. Ως προς αυτό, η αντίδραση του Jean Oury υπήρξε σθεναρή. Λέει σχετικά: «Ας σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει καμιά αντίφαση ανάμεσα σε μια αληθινή θεσμική ψυχοθεραπεία και το βασικό αξίωμα του τομέα. Στην πραγματικότητα, η θεσμική ψυχοθεραπεία θέτει σε αμφισβήτηση τη δομή των ιδρυμάτων και δίνει διαρκώς μάχη ενάντια στις προκαταλήψεις όλου του πληθυσμού που προάγουν τις διακρίσεις. Η ψεύτικη αντινομία εσωτερικό εξωτερικό διαιωνίζει τα τείχη είτε αυτά είναι φτιαγμένα από πέτρες είτε από ιδέες. Θεωρούμε ότι είναι λόγω έλλειψης πληροφόρησης που ορισμένοι μας έχουν χαρακτηρίσει «νοσοκομειοκεντρικούς».

Διατυπώνοντας τα προαναφερθέντα, ο Jean Oury (1924 2014), ο γνωστότερος και σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος της γαλλικής θεσμικής ψυχοθεραπείας, αναφέρεται τόσο στις θεωρητικές του θέσεις όσο και στο έργο του ιδίου και των συνεργατών του στην Κλινική «La Borde», στην περιοχή του Blois. Η διάσημη πλέον «La Borde» ιδρύθηκε το 1953, ένα χρόνο μετά την πρώτη επίσημη χρήση του όρου «θεσμική ψυχοθεραπεία». «Ψυχή» της Κλινικής ήταν από τότε μέχρι τον πρόσφατο θάνατό του, Jean Oury τον Μάιο του 2014, που επιχείρησε μια ριζική κριτική αναδιατύπωση των ψυχαναλυτικών θέσεων, η οποία ενίοτε φτάνει μέχρι την ανατροπή τους, όσον αφορά τη φύση της ψυχωτικής εμπειρίας.

Θα αναφερθούμε σε κάποιες από τις βασικές θεωρητικές θέσεις του Oury όσον αφορά την άσκηση της θεσμικής ψυχοθεραπείας, μένοντας όσο πιο κοντά γίνεται στα δικά του λόγια, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να παρακολουθήσει την περιγραφή της λειτουργίας αυτών των ιδεών στην πράξη μέσα από το απόσπασμα της ομιλίας του που παρατίθεται στη συνέχεια.

Για τον Oury, αυτό που κατ’ αρχήν «εισβάλλει» στο ίδρυμα (του οποίου δεν παραλείπει να υπενθυμίσει την αρχική προστατευτική λειτουργία, όπως αυτή διαφαίνεται στην πρώτη χρήση της λέξης «άσυλο») μέσω της θεσμικής ψυχοθεραπείας είναι η επιθυμία. Η επιθυμία όλων των «πρωταγωνιστών του δράματος», όπως τους αποκαλεί, θεραπευτών και θεραπευόμενων, χωρίς την οποία κάθε πράξη μεταρρύθμισης γρήγορα καθίσταται κενή περιεχομένου, ανακλώντας έτσι την ψυχική ερήμωση που χαρακτηρίζει την ψυχωτική διεργασία. Σ’ αυτήν αναφέρονται οι ίδιοι οι σχιζοφρενείς όταν ανακαλούν τις συναντήσεις, τα γεγονότα που αποτέλεσαν σημεία καμπής στην πορεία τους, την ανάδυση κάποιων «κατά προσέγγιση αιτιοτήτων» που κινητοποίησαν εκ νέου, κάτι που ως τότε παρέμενε σε αδράνεια εντός τους, ανέγγιχτο από οποιαδήποτε «τεχνική» παρέμβαση του Συλλογικού. «Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργηθούν οι αρχιτεκτονικές συνθήκες που θα επιτρέπουν στο επονομαζόμενο «θεραπευτικό προσωπικό» να φτάσει σ’ αυτό το αδύνατο σημείο του πραγματικού. Οι καλούμενες τεχνικές «δραστηριότητας» δεν έχουν νόημα παρά μόνο αν επιτρέπουν στον καθένα να περάσει το κατώφλι της σημασίας, τα όρια των άκαμπτων θέσεων και των αγωνιστικών διεκδικήσεων. Πώς να οργανωθεί συλλογικά ένα σύστημα πράξεων που, από τη μία, δεν μπορούν να επιτελεστούν παρά ατομικά και, από την άλλη, δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές παρά μέσω της επιθυμητικής πρωτοβουλίας του καθενός. Τη λύση αυτής της απορίας είναι που επιχειρεί η θεσμική ψυχοθεραπεία. Κάτι που, κατά τη γνώμη μας, παραμερίζει τις συζητήσεις που αντιδιαστέλλουν κοινωνιοθεραπεία και ψυχανάλυση. Πιο κοντά στην πρακτική μας φαίνεται, στην πραγματικότητα, το να διακρίνουμε τους διάφορους παράγοντες ή δέσμες παραγόντων, που εμποδίζουν αυτή την αναγκαία συσχέτιση επιθυμίας και αποτελεσματικότητας.

Δεν μπορούμε παρά να υποδείξουμε αυτό που ορίζουμε ως θεσμικές δομές καταπίεσης. Δυστυχώς, κυριαρχούν ευρέως τόσο στις αξιωματικές θέσεις όσο και στην υλοποίησή τους μέσα στις ψυχιατρικές συλλογικότητες. Εδώ δεν προτιθέμεθα να προβούμε σε κριτική των προθέσεων που τις διακατέχουν, πόσο μάλλον καθώς εμφανίζονται τόσο στα συγκεντρωτικά συστήματα όσο και στα λίγο πολύ φιλελεύθερα. Αυτή η οργάνωση της εξάρτησης, πυραμιδοειδής ή μη, πνίγει τα διάφορα στρώματα του πληθυσμού. Οι υπερεγωτικές αρχές, με υλική ή μη μορφή ανάλογα με τις μορφές εκμετάλλευσης, κυριαρχούν σε όλα τα επίπεδα, αλλοιώνοντας τα μηνύματα, πραγματοποιώντας ιεραρχικές τομές σύμφωνα με μια λογική διττή: του κατώτερου και του ανώτερου. Ο καθένας ακινητοποιείται στον ρόλο του, καταστέλλοντας κάθε επιθυμία πίσω από μια αμυντική πανοπλία: θέση, διακριτικά, περιβολή, «επαγγελματική» στερεοτυπία κ.λπ.».

Ο Jean Oury διαβλέπει ότι ο αλλοτριωτικός μηχανισμός που προαναφέρθηκε είναι αυτό που θα πρέπει να αποτελέσει τον στόχο και το αντικείμενο μεταρρύθμισης για τη θεσμική ψυχοθεραπεία, η οποία, ωστόσο, καθώς εγγράφεται κι εκείνη στο ίδιο πεδίο αλλοτρίωσης μ’ αυτόν, θα πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση. Χωρίς να ενστερνίζεται μια «κοινωνιολογίζουσα» οπτική του αντικειμένου του, ο Oury επισημαίνει ότι η θεσμική ψυχιατρική και ψυχοθεραπεία δεν ασκείται σε κοινωνικό κενό, ούτε και καμία άλλη άλλωστε. Η «τοπολογία» της θεσμικής ψυχοθεραπείας εντοπίζεται στη διατομή των κοινωνικοπολιτισμικών διεργασιών και των ψυχωτικών φαινομένων. Στο σημείο επαφής αυτού που είναι της τάξεως της «ψυχής» κι αυτού που είναι της τάξεως του socius. Ο τρόπος που οι ανάγκες μετασχηματίζονται σε αιτήματα έχει ερείσματα τόσο στην οικονομική θεωρία του Marx όσο και στο ασυνείδητο του Freud και τις διατυπώσεις του Lacan για το πώς η ανάδυση του υποκειμένου εδράζεται στην άρθρωση της ενόρμησης μέσα από το αίτημα – στο τελευταίο αυτό σημείο, παρατηρεί ο Oury, δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την έννοια της Υποδοχής, της διαδικασίας μέσω της οποίας το υποκείμενο εισέρχεται και εγγράφεται σ’ έναν θεσμό.

«Η θεσμική ψυχοθεραπεία στοχεύει στη δημιουργία μιας Συλλογικότητας προσανατολισμένης έτσι ώστε όλα (οι βιολογικές και αναλυτικές θεραπευτικές, η αποτίναξη των κοινωνικοοικονομικών αλλοτριωτικών συστημάτων κ.ά.) να συμβάλλουν στο να έχει ο ψυχωτικός πρόσβαση σ’ ένα πεδίο όπου να μπορεί να βρει σημεία αναφοράς, να αναπροσδιορίσει το σώμα του σε μια διαλεκτική μεταξύ μέρους και όλου (G. Pankow), να συμμετέχει στο θεσμικό σώμα με τη διαμεσολάβηση μεταβατικών αντικειμένων, τα οποία μπορούν να είναι επινοήματα του Συλλογικού με το όνομα τεχνικές διαμεσολάβησης και μπορούμε να ονομάσουμε θεσμικά αντικείμενα. Αυτά τα θεσμικά αντικείμενα μπορούν να είναι εργαστήρια, συναντήσεις, κάποιοι ιδιαίτεροι χώροι, λειτουργίες κ.λπ., όπως και η συμμετοχή σε συγκεκριμένα συστήματα διαχείρισης και οργάνωσης». Συγχρόνως, ο Oury προειδοποιεί ότι ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος όλα τα προηγούμενα, αν λειτουργήσουν καταχρηστικά, μέσα σε συνθήκες φαντασιακής αλλοτρίωσης στον κατοπτρικό άλλο, και όχι εγγεγραμμένα στη συμβολική τάξη του Άλλου, που εγγυάται τη διάσωση του υποκειμένου από θανατηφόρες δυναμικές σαγήνευσης ή επιθετικής αλληλοεξόντωσης, να καταλήξουν σε νέες, πιο επικίνδυνες ίσως, καθότι συγκεκαλυμμένες, μορφές υποταγής. Ο εν λόγω κίνδυνος είναι πολύ πιο έντονος στην πράξη όταν η φαντασιακή πλαισίωση ταυτίζεται με κάποια εξουσία. Αυτό δεν δικαιολογεί, ωστόσο, με κανέναν τρόπο τη θεσμική παθητικότητα, που ενίοτε εμφανίζεται με το μανδύα της μη-κατευθυντικότητας, ενώ αυτό που συγκαλύπτει δεν είναι παρά μια μορφή σαδισμού «αναλυτικής» πρόθεσης. Για τον Jean Oury, ο θεραπευτής που ασκεί τη θεσμική ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να είναι «ουδέτερος», καθώς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πεδίου μέσα στο οποίο δρα και εργάζεται. Δεν είναι όμως, συγχρόνως, εκεί ως φύλακας ή σωτήρας των «ψυχών» που θεραπεύει, αλλά ως κάποιος που, ενώπιον του ψυχωτικού –για τον οποίο το να έχει κάποιο έρμα που να τον κρατά στην πραγματικότητα είναι από πολύ δύσκολο έως ανέφικτο– είναι σε θέση να απαγκιστρωθεί από τα δικά του συνήθη συστήματα αναφοράς, παραμένοντας ωστόσο ο ίδιος μια αναφορά φερέγγυα και συνεπής για τον άλλον, όταν εκείνος βρίσκεται σε σύγχυση. Τα «μεταβατικά αντικείμενα», υπό τη μορφή των «θεσμικών αντικειμένων» που περιγράφηκαν προηγουμένως, είναι αυτά που επιτρέπουν στον θεραπευτή να διαμεσολαβεί τη διαρκή ανακατανομή των επενδύσεων, έτσι ώστε να διασώζεται η θεραπευτική σχέση τόσο από την καταστροφικότητα των μαζικών αδιαφοροποίητων καθέξεων όσο και από τη συρρίκνωση και εν τέλει τη διάλυση κάθε λιβιδινικού δεσμού. Η ενεργός παρουσία της επιθυμίας μέσα σ’ έναν θεσμικό χώρο και η διευκόλυνση της κυκλοφορίας της μέσα από τη δημιουργία «μεταβατικών χώρων» και την αποκρυστάλλωση των λειτουργιών διαμεσολάβησης σε μια σειρά «μεταβατικών θεσμικών αντικειμένων» έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση ενός θεσμικού δικτύου που εδράζεται σε πραγματικές συνθήκες (διαχείριση, ψυχαγωγία κ.ά.) και συγχρόνως συνιστά έναν χώρο ζωής «ανοιχτό». Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες για συναντήσεις και πιθανότητες επένδυσης όχι απλώς των ίδιων των προσώπων, αλλά προσώπων που διαπλέκονται με τις δομές σε κόμβους. Αυτούς τους δομικούς «κόμβους» ο Jean Oury τους παρομοιάζει με «λέξεις» ή «συντάγματα» σ’ ένα σύστημα σημαινόντων. Αναφέρει πως «διαρθρώνονται μεταξύ τους σύμφωνα με μια αληθινή σύνταξη, που για κάθε αναγνώστη, ασθενή ή όχι, ποικίλλει, είναι ωστόσο επαρκώς σταθερή ώστε να δομεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει, κινείται, μιλάει κ.λπ. το άτομο που έχει πρόσβαση στη μία ή την άλλη δραστηριότητα. Το μοντέλο του ποιητικού πλαισίου, με τους συγκεκριμένους κανόνες γλωσσολογικής ανάλυσης που διαθέτει, μας φαίνεται ό,τι εγγύτερο σ’ αυτό για το οποίο μιλάμε (βλ. Jakobson, Fonagi). Το πρόβλημα τίθεται με τους παρακάτω όρους: ο ψυχωτικός θα πρέπει να μπορέσει να δημιουργήσει τη δική του διαδρομή μέσα σ’ αυτή την ποιητική τάξη. Με αφετηρία αυτή τη διαδρομή θα μπορέσει να ξαναβρεθεί ή όχι μια ιστορικότητα, η οποία δεν θα μπορέσει να επανεμφανιστεί παρά μόνο αν ξαναϋφανθεί ένα ελάχιστο ζωτικής επιφάνειας, επιφάνειας που εμπλέκει αυτό που έχει ονομαστεί διαμελισμένο σώμα: αυτό δεν μπορεί να ξαναφτιαχτεί αν δεν στηριχθεί σε απτά συμβολικά σημεία (ευθύνες σε κάποιο εργαστήρι της Λέσχης ή σε κάποια υπηρεσία του Ιδρύματος, λίγο πολύ συγκεκριμένα σχέδια να κάνει κάποιος κάτι… για κάποιον άλλον).

Σ’ ένα τέτοιο θεσμικό υπόβαθρο ασκούνται οι τεχνικές που αποκαλούνται εργοθεραπεία, κοινωνιοθεραπεία, θεραπείες έκφρασης, ομάδες ψυχοδράματος κ.λπ. Όλες αυτές οι τεχνικές – όπως και οι ατομικές ψυχοθεραπείες, οι ομάδες εποπτείας, οι βιολογικές και ψυχοφαρμακολογικές θεραπείες – δεν μπορούν να αναπτυχθούν, χωρίς να διατρέχουν τεράστιο κίνδυνο εκφυλισμού, αν αυτό το θεσμικό υπόβαθρο δεν παραμένει στη ζωή.

Ο Jean Oury επισημαίνει πως ο Freud κατέδειξε ότι το «σημείο» της τρέλας δεν βρίσκεται εντός του πεδίου όπου διαθέτουν ισχύ τα συνήθη κριτήρια των λόγων περί «κανονικότητα». Αν η επιθυμία βρίσκει την εγγραφή της υπό τη μορφή της φαντασίωσης, σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο είναι που θα πρέπει να κατευθύνουμε την αναζήτησή μας όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε την αλλοτρίωση στην περίπτωση της ψύχωσης, αλλοτρίωση που συνυφαίνεται με την κοινωνική αλλοτρίωση, χωρίς όμως να εξαντλείται σ’ αυτήν. Συνήθως αυτό που είναι παράξενο, που μας ξενίζει, τείνει να παραμένει κρυφό, μυστικό, κι αν αποκαλυφθεί θα είναι απροσδόκητα, στη διάρκεια π.χ. μιας συζήτησης, φανερώνοντας τότε αυτή τη ρωγμή που – παρά την λίγο πολύ επαρκή προσαρμογή σε μια πραγματικότητα σύμφωνη με τις πολιτισμικές επιταγές του καιρού και του τόπου – κάνει τον ψυχωτικό να μην μπορεί να ζήσει «όπως όλος ο κόσμος», καθώς το βίωμα του κενού και η επαπειλούμενη αίσθηση του κατακερματισμού είναι πάντα εκεί για κείνον. Από αυτήν την άποψη, μας υπενθυμίζει ο Oury, ο ψυχωτικός δεν ζει στην «πραγματικότητα», αλλά σε μια «επιφάνεια που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως το πραγματικό. Το πραγματικό: αυτό που απομένει όταν όλα τα φώτα έχουν σβήσει…». Με τα τελευταία του αυτά λόγια, ο ιδρυτής της La Borde και βασικός εκπρόσωπος της θεσμικής ψυχοθεραπείας στη Γαλλία αποσαφηνίζει την ίδια στιγμή τη σημασία της «μεθόδου» του αλλά και τα όριά της: η θεσμική ψυχοθεραπεία δημιουργεί πλέγματα και «μοσχεύματα» που επιτρέπουν στον ψυχωτικό να μη «γλιστρήσει» από το δίχτυ της πραγματικότητας, αυτό ωστόσο δεν αρκεί για να τον καταστήσει «σαν όλους τους άλλους». Η εμπειρία του δεν παύει να είναι ετερογενής, και το έργο της «μετάφρασης», που επιτελείται στην ψυχοθεραπεία, δεν τελειώνει ποτέ…

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.