Roy R. Grinker, Jr
σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]
Remembering Freud: My grandfather and my father. Academy Forum 2009, 53, 2, 7-9. [www.aapdp.org]
Εισαγωγικό σημείωμα του Γρηγόρη Βασλαματζή
O συγγραφέας Roy R. Grinker, Jr είναι ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, γιος του επίσης ψυχαναλυτή
Roy R. Grinker, Sr, στου οποίου τις αναμνήσεις στηρίζεται αυτό το κείμενο. Ο Roy R. Grinker, Sr, με
τη σειρά του, ήταν γιος νευρολόγου, γεννημένος στο Chicago. Από το 1951 έως το 1969 διετέλεσε
Καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Illinois. Το 1933 έχοντας πάρει υποτροφία μετέβη
με την οικογένειά του στη Βιέννη όπου αναλύθηκε από τον Σίγκμουντ Φρόιντ. Οι αναμνήσεις αυ-
τές περιγράφονται από τον νεότερο Grinker. Ο Φρόιντ σκιαγραφείται ως αναλυτής που είναι δοτι-
κός, άμεσος , γεμάτος ενέργεια, αν και, ως ένα σημείο, «αδιάφορος» για την αυστηρή τήρηση του
πλαισίου. Με τα μεταγενέστερα ψυχαναλυτικά δεδομένα θα θεωρείτο ότι στην ανάλυση αυτή συ-
νέβαιναν αρκετές διαδραματίσεις. Όμως πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το ιστορικό πλαίσιο, με τη
σημασία που είχε τότε η αυθεντία του γιατρού. Κάτι που ασφαλώς επηρέαζε και την αναλυτική δι-
αδικασία. Πέρασαν δυο δεκαετίες περίπου από τον θάνατο του Φρόιντ για να διατυπωθεί από τον
Heinrich Racker ότι η ψυχανάλυση δεν λαμβάνει χώρα ανάμεσα (μόνο) σε έναν ασθενή και έναν
γιατρό, αλλά ανάμεσα σε δυο υποκείμενα που το καθένα έχει τις δικές του ιδιαίτερες ασυνείδη-
τες συγκρούσεις. Η αναγνώριση της αντιμεταβίβασης στην αναλυτική διαδικασία έγινε μεν από
τον Φρόιντ το 1910, ενσωματώθηκε όμως στην ψυχαναλυτική τεχνική μετά τη δεκαετία του ’60.
*
Ήταν δύο δεκαετίες πριν γεννηθώ, όταν ο Ernest Jones έλαβε μέρος σε κοινή συνεδρίαση της Ιατρικής Εταιρείας και της Νευρολογικής Εταιρίας του Chicago, τον Ιανουάριο του 1911, και αναφέρθηκε στις κριτικές εναντίον της ψυχαναλυτικής μεθόδου. Παρευρίσκονταν εκεί γιατροί όλων των ειδικοτήτων, εκτός από ψυχιάτρους, άλλωστε κανείς τότε στο Chicago δεν είχε τέτοια εκπαίδευση, ούτε είχε εκδηλώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εκπαιδευτεί εκεί ή κάπου αλλού.
Πολλοί, ανάμεσα στους οποίους και ο παππούς μου, ο νευρολόγος Julius Grinker, συμμετείχαν στη συζήτηση που πυροδότησε αυτή η διάλεξη. Κάλεσε λοιπόν και τους υπόλοιπους να εκδηλώσουν τον ενθουσιασμό τους με ένα ευχαριστήριο χειροκρότημα. Ο ίδιος είχε ήδη επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση, πειραματιζόμενος με τη μέθοδο, γράφοντας μάλιστα και σχετικό άρθρο. Ήταν ήδη ένας διακεκριμένος νευρολόγος, γνωστός για την εισαγωγή της φαινοβαρβιτάλης στη χώρα του το 1903, για τη θεραπεία της επιληψίας. Προσέγγιζε θεραπευτικά τους νευρολογικούς του αρρώστους του με ύφος απόλυτης αυθεντίας, όντας αυταρχικός, αυστηρός και σκληρός. Οι ασθενείς του τον λάτρευαν, κάποιοι μάλιστα παρουσίασαν βελτίωση. Όμως, ένα χρόνο μετά, πλήρως αποθαρρυμένος, έκρινε πως η ψυχαναλυτική μέθοδος, όπως αυτός την αντιλαμβανόταν, ήταν άνευ αξίας. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που πριν από ένα χρόνο είχε γράψει: «Η ψυχανάλυση έχει ως υπόβαθρο μια βάσιμη ψυχολογία, την κοινή λογική και τη βαθιά εξοικείωση με τα τρίσβαθα της ανθρώπινης φύσης». Κατά τη διάρκεια της δικής μου εκπαίδευσης θυμάμαι να φαντασιώνω ότι ίσως ένας από τους ασθενείς του είχε εκφράσει σεξουαλικά αισθήματα γι’ αυτόν. Οι πραγματικές όμως δυσκολίες προέρχονταν από αλλού: Οι ασθενείς του παππού μου άρχισαν να γίνονται αμφιθυμικοί, να εκδηλώνουν απερίφραστη επιθετικότητα στο πλαίσιο μιας εξιδανικευμένης μεταβίβασης, οπότε εκείνος, τρομοκρατημένος και αγανακτισμένος, έπαυσε απότομα να χρησιμοποιεί την ψυχαναλυτική μέθοδο.
Τον επόμενο χρόνο ο παππούς μου έγραψε ότι η ψυχανάλυση «δεν έχει καμία χρησιμότητα». Ο πατέρας μου, που ήταν βοηθός του, επεχείρησε να υιοθετήσει το αυταρχικό του ύφος, χωρίς όμως ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Έτσι λοιπόν ένιωθε ευτυχής όταν ο πατέρας του βρισκόταν στην πόλη και το ιατρείο του, παρά όταν έλειπε μακριά, οπότε δεν αναγκαζόταν να βλέπει τους ασθενείς του και να νιώθει άσχημα ως βοηθός νευρολόγου.
Το 1912, ο Julius Grinker έγραφε σε άρθρο του: «Η σφοδρότητα με την οποία επιβάλλεται ένα επιστημονικό πρόγραμμα είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογη της άγνοιας που χαρακτηρίζει αυτούς που το δέχονται». Είναι προφανές ότι δεν συμπεριελάμβανε και τον εαυτό του μεταξύ αυτών. Σε μια άλλη δε δημόσια συζήτηση, που αφορούσε σε ένα άρθρο για το επονομαζόμενο κίνημα της «θρησκευτικής ψυχολογίας» (το «Emmanuel Movement» της εκκλησίας της Βοστώνης), σχολίασε εν τάχει λέγοντας: «Αυτή η θεραπεία δεν είναι αρκετά καλή ούτε για τα σκυλιά», κι ύστερα επέστρεψε απότομα στη θέση του. Όλοι γνώριζαν ότι δεν συνήθιζε να μασάει τα λόγια του.
Ο πατέρας μου παντρεύτηκε το 1924. Στο γαμήλιο ταξίδι του στην Ευρώπη μοίρασε τον χρόνο του ανάμεσα σε διακοπές και τομές του εγκεφάλου, πλάι σε διαπρεπείς επιστήμονες όπως ο Von Monakow. τηλεγράφησε όμως στον πατέρα του ζητώντας του κάποιο χρηματικό ποσό για να παραμείνει εκεί και να αναλυθεί. Ο Julius του απήντησε: «εάν δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις με τα λεφτά μου, επέστρεψε στο σπίτι ευθύς αμέσως, Ο αγαπημένος σου πατέρας, Julius».
Το 1927, ύστερα από αρκετά χρόνια κοπιωδών προσπαθειών, ο Franklin McLean ίδρυσε την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Chicago. Η σύζυγός του, η Helen McLean, έγινε μια από τις πιο επιφανείς εκπαιδεύτριες ψυχαναλύτριες του Chicago. Ο Franklin ζήτησε από τον πατέρα μου, 27 ετών τότε, να γίνει ο πρώτος Καθηγητής και Διευθυντής του τμήματος Νευρολογίας και Ψυχιατρικής. Έως εκείνη τη στιγμή, στο πανεπιστήμιο του Chicago δεν λειτουργούσε ψυχιατρικό τμήμα, ενώ οι περισσότεροι από τους 35 μόλις ψυχιάτρους που βρίσκονταν στην πολιτεία του Illinois ασκούσαν την Νευρολογία σχεδόν κατά αποκλειστικότητα. Ο Grinker πάλευε τόσο λόγω των ελάχιστων διαθέσιμων κλινών όσο και λόγω της ανεξάλειπτης εχθρότητας, από την πλευρά κυρίως των χειρούργων. Η εχθρότητα προς την ψυχιατρική συντηρήθηκε στο Chicago για πολλές δεκαετίες.
Ο Grinker, πάντως, μέσα από την ανάγνωση του Freud, κατέληξε στο παρακάτω συμπέρασμα: «Τουλάχιστον βρήκα μια δυναμική ψυχιατρική που έχει νόημα από τη στιγμή που είμαι εκπαιδευμένος με τις αρχές της δυναμικής νευρολογίας του Jackson». Γι’ αυτό και χάρηκε ιδιαίτερα όταν το 1931 ανέλαβε τη θέση του καθηγητή ψυχιατρικής της ιατρικής σχολής ο ψυχαναλυτής από τη Βοστώνη Franz Alexander – ας σημειωθεί ότι είχε δεχτεί τη θέση υπό τον όρο ότι θα ονομαζόταν καθηγητής στο τμήμα Ιατρικής. Ξεκινώντας τα καθήκοντά του ως καθηγητής, αποφάσισε να οργανώσει μια σειρά εβδομαδιαίων σεμιναρίων. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης περιστατικού, εμφανίστηκε ένας άνδρας του οποίου η γυναίκα, που υπέφερε από δυσκοιλιότητα, θεραπεύτηκε όταν της προσέφερε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Επικράτησε πανδαιμόνιο στην αίθουσα κι ο Alexander δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να δώσει εξηγήσεις, το δε ακροατήριο των εβδομαδιαίων σεμιναρίων έφθινε κι έτσι τα περισσότερα κλινικά παραδείγματα σκόνταφταν πάνω σε πλήρη σιωπή. Συνεπεία όλων αυτών, ο πρύτανης ανακοίνωσε: «Καμία συζήτηση δεν θα επιτραπεί παρά μόνο αφού ολοκληρωθούν τα σεμινάρια». Η συμμετοχή του κόσμου μειώθηκε ακόμη περισσότερο. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, ένας φοιτητής ιατρικής συνελήφθη να εργάζεται ως κηπουρός για να ανταπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις της ανάλυσής του. Το περιστατικό αυτό στάθηκε αφορμή για ένα ακόμη βίαιο ξέσπασμα: ο Alexander παραβίαζε την παράδοση που ήθελε τους γιατρούς να μην δέχονται αμοιβή από άλλους γιατρούς. Στο σημείο αυτό ο Alexander ένιωσε ότι ήταν τελείως ανώφελο να συνεχίσει, οπότε επέστρεψε στη Βοστώνη. Επανήλθε όμως αργότερα, το 1932, με τη βοήθεια του Alfred Stern, για να ιδρύσει το Ινστιτούτο Ψυχανάλυσης του Chicago.
Εκείνη την εποχή, τα έργα του Freud, λόγω των πολλαπλών αναφορών τους στη σεξουαλικότητα, βρίσκονταν κλειδαμπαρωμένα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Ο πατέρας μου επιτρεπόταν να τα διαβάζει με την προϋπόθεση να μην τα απομακρύνει από τον χώρο της βιβλιοθήκης. Το 1933, με παρότρυνση του Alexander, ο Grinker προσέγγισε τον Alan Gregg, τον ιατρικό διευθυντή του Ιδρύματος Rockfeller, διεκδικώντας μια υποτροφία που θα του έδινε τη δυνατότητα να πάει στην Ευρώπη (με την οικογένειά του) και να συνεχίσει την ψυχιατρική του εκπαίδευση, αλλά και για την προσωπική του ανάλυση. Ο Gregg συμφώνησε, ενθαρρύνοντάς τον παράλληλα να φέρει την ψυχανάλυση στο πανεπιστήμιο του Chicago. Είχε συμφωνηθεί να αρχίσει την ανάλυσή του με τον Sandor Ferenczi τo 1933, λίγο όμως πριν αναχωρήσουμε, η γραμματέας του μας τηλεγράφησε: «Μην έρθετε, ο Dr. Ferenczi μόλις πέθανε». Ο θάνατός του οφειλόταν σε κακοήθη αναιμία.
Ο Grinker συμβουλεύτηκε την ίδια και τον Alexander περί του πρακτέου. και οι δύο του είπαν πως έπρεπε να γράψει στον Freud. Η γραμματέας του Ferenczi έστειλε μάλιστα και δεύτερο τηλεγράφημα: «Ο Freud είναι διαθέσιμος!» κι έτσι ο Grinker τηλεγράφησε στον Freud από τον οποίο έλαβε τη μονολεκτική απάντηση: «Έλα».
Έτσι λοιπόν βάλαμε πλώρη, οι τέσσερις Grinker, η αδερφή μου 8 ετών κι εγώ μόλις 6, με μία ολοκαίνουρια Chevrolet, πάνω στο υπερωκεάνιο S.S. Champlain, όλα χορηγία των Gregg / Rockfeller. Φτάνοντας στη Βιέννη, εγκατασταθήκαμε σε ένα τεράστιο διαμέρισμα, με πολλά δωμάτια, και μια «Fraulein» –μια μαγείρισσα ονόματι Liesl. Και με έναν αναλυτή με τον οποίο ο πατέρας μου μιλούσε αγγλικά, τον Freud, με αμοιβή $25 την ώρα, έξι φορές την εβδομάδα. Παρότι ο πατέρας μου δεν το συνήθιζε, επιχείρησε να διαπραγματευτεί την αμοιβή του, αυτός όμως ήταν ανένδοτος, προβάλλοντας ως λόγο τη μεγάλη του ηλικία όσο και τον μειωμένο αριθμό των ασθενών που έβλεπε.
Ο Freud, αλλά και η κόρη του, η Άννα, ήτανε ιδιοκτήτες σκυλιών, ο Freud ενός κινέζικης καταγωγής σκύλου (chow chow) και η Άννα ενός γιγάντιου λυκόσκυλου. Και τα δυο γαύγιζαν στο άκουσμα του κουδουνιού, ενώ το λυκόσκυλο, αιφνιδιάζοντας, έχωνε τη μουσούδα του στα αχαμνά του Grinker και τότε η Anna Freud επιχειρούσε να μετριάσει τον φόβο του: «Dr. Grinker, είναι λιγότερο επικίνδυνος πια. Παλιότερα ξεκοίλιαζε πρόβατα, αλλά τώρα είναι ακίνδυνος. Μόνο τραβήξτε την ουρά του και αυτός θα σταματήσει να γαυγίζει». Ο πατέρας μου έλεγε από μέσα του: «Όχι σε μένα!!» Ο πατέρας μου ξάπλωνε στο ντιβάνι που βλέπουμε όλοι στις φωτογραφίες σκεπασμένο με ανατολίτικα κιλίμια. Είχα την τύχη να το δω και εγώ με τα μάτια μου αυτό το ντιβάνι όταν επισκέφτηκα το Hampstead Heath, την κατοικία της Anna Freud.
Για τη μητέρα μου, ο πατέρας μου δεν προόδευε, όχι τουλάχιστον όσο θα έπρεπε. Ήτανε πεπεισμένη ότι ο πατέρας μου απέφευγε να μοιραστεί με τον Freud αυτό που την απασχολούσε, ότι δηλαδή ο Grinker «δεν την μεταχειριζόταν όσο έπρεπε καλά» (προσωπική μαρτυρία). Επιθυμούσε να γράψει στον Freud, εκφράζοντάς του το παράπονό της. Αφού ζήτησε την άδεια του Freud, o πατέρας μου ενθάρρυνε τη μητέρα μου να το γράψει, συμβουλεύοντάς την παράλληλα να μην περιμένει απάντηση. Το γράμμα τελικά ενσωματώθηκε και αυτό στην ανάλυση, χωρίς να σταλεί βέβαια ποτέ καμία απάντηση. Σύμφωνα με τη μητέρα μου, η κριτική της πεθεράς της παρέμεινε αμείωτη.
Η μητέρα μου, ζηλεύοντας το σύζυγό της, θέλησε να αναλυθεί και αυτή. Η Anna Freud μεσολάβησε να αναλυθεί από τον Siegfried Bernfield, που θα γίνει αργότερα ο διαπρεπέστερος, μεταξύ των παλαιοτέρων, αναλυτής του San Franscisco. Κάποια στιγμή, σε ανύποπτο χρόνο, συνέβη μια τυχαία συνάντηση. Οι γονείς μου, ο Bernfield και μια άγνωστη γυναίκα προσέγγισαν όλοι την ίδια στιγμή τη ρεσεψιόν ενός spa. Η μητέρα μου, βλέποντας τον Bernfield μαζί με μια τόσο νεότερη κοκκινομάλλα, και υποθέτοντας ότι «προφανώς θα είναι η ερωμένη του», προχώρησε προς τον Bernfield, τον επέπληξε, ενώ αποφάσισε επιτόπου να διακόψει την ανάλυσή της μαζί του. Μέχρι που ο Bernfield της είπε «Κυρία Grinker, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη σύζυγό μου». Ένιωσαν τότε όλοι κάτι παραπάνω από αμηχανία και δυσφορία, σ’ εκείνη την αίθουσα υποδοχής!! (Grinker, προσωπική μαρτυρία).
Η συμφωνία του Bernfield με τη μητέρα μου προέβλεπε έξι μήνες δοκιμαστικής ανάλυσης. Έπειτα από πέντε μήνες, βέβαια, η μητέρα μου έλεγε ότι ήτανε καιρός να σταματήσει. Ο Barnfield επέμεινε: «Καλύτερα να συνεχίσετε». Κι αυτό έκανε, αν και το μόνο που θυμάται από εκείνον δεν ήταν άλλο από το ύψος του.
Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας μου διατηρούσε πολλές αναμνήσεις από την ανάλυσή του. Αρνήθηκε, όμως, κυρίως για λόγους διατήρησης της εχεμύθειας και παρά τις επίμονες παροτρύνσεις μου, να γράψει ένα βιβλίο για τις εκτεταμένες εμπειρίες του με τον Freud, όπως έκαναν άλλοι. Εκλογίκευσε πάντως τη στάση του με το ακόλουθο ανέκδοτο: Ο Freud είχε πει κάποτε ένα αστείο στον Grinker, ο οποίος το επανέλαβε στην Mrs. Sippy (σύζυγος του εφευρέτη της περίφημης “Sippy diet” για το πεπτικό έλκος), η οποία με τη σειρά της το ανέφερε στην αναλύτριά της, την Anna Freud, κι αυτή το μετέφερε στον πατέρα της, που τελικά απευθύνθηκε στον Grinker. Την επόμενη ημέρα ο Freud έγειρε λίγο μπροστά και είπε: «Dr. Grinker, μαθαίνω πως μιλάτε έξω από αυτό εδώ το γραφείο για όλα όσα λέμε εμείς εδώ». Ο Grinker, γεμάτος ενοχές ξεσπά σε λυγμούς! O Freud αντέδρασε: «Dr. Grinker, τώρα μάθατε τι είναι η μεταβίβαση». (Καμία αναφορά δεν γίνεται στην πανομοιότυπη παραβίαση της εχεμύθειας στην οποία υπέπεσε η Anna Freud). Παρόλο που ο Grinker έμεινε προσκολλημένος στην απόφασή του να μην γράψει το βιβλίο, φέρνοντας έτσι πολλές φορές στο προσκήνιο το νωπό ακόμη ζήτημα της εχεμύθειας, κατάφερε να διηγηθεί σε μένα και σε άλλους ένα σημαντικό αριθμό σημαδιακών γεγονότων, που καταγράφηκαν ως αναμνήσεις των εμπειριών του με τον Freud.
Ο Grinker ανέφερε ότι μιας και «είναι τόσο δύσκολο να εκφράσεις, στο πλαίσιο της μεταβίβασης, επιθετικότητα απέναντι σε μια ιδιοφυία – η λύση που βρήκα ήτανε να μεταφέρω τις αρνητικές απόψεις του Jake Finesinger, ενός ψυχαναλυτή από τη Βοστώνη, ή να μαλώνω το σκυλί του κάποιες φορές». Επιπλέον, ο Grinker συχνά αντέτεινε στον Freud ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε αναλυθεί από την Helen Deutsch, την οποία αγαπούσε και η οποία τον αγαπούσε, και, άρα, «δεν θα του συμπεριφερόταν τόσο άσχημα». (Υπήρχε στη Βιέννη μια μεγάλη ομάδα φίλων από τη Βοστώνη και το Σικάγο, οι οποίοι αφού περνούσαν τα πρωινά τους μαζί με τους αναλυτές του, στη συνέχεια συναντιόνταν για “καφέ με αφρόγαλα” συζητώντας γύρω από την ψυχανάλυση, τους ψυχαναλυτές τους και τις ώρες της ψυχανάλυσης. Ο Finesinger δεν αναλυόταν, σε αντίθεση με τους Bloom, τους Gerard, τους Mohrs και άλλους). Οι Grinkers έγιναν επίσης φίλοι με τους Bibrings, τους Deutsch, τους Waelders και την οικογένεια Kris, οργανώνοντας κάθε Σάββατο βράδυ δείπνο, που περιελάμβανε πολλή συζήτηση, εννοείται, για την ψυχανάλυση. Τα τελευταία τέσσερα ζευγάρια, μετανάστευσαν κάποια στιγμή αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά τη διάρκεια της ανάλυσης του πατέρα μου, ο Freud συχνά σηκωνόταν για να συμβουλευτεί ένα χάρτη, κάθε φορά που ο Grinker ανέφερε ένα συγκεκριμένο μέρος. Στο γραφείο υπήρχε μόλις μια πηγή ρεύματος και ένα μακρύ καλώδιο διέσχιζε το πάτωμα του γραφείου του. Μια φορά, ο Freud, στην προσπάθειά του να σηκωθεί, σκόνταψε και έπεσε φαρδύς πλατύς, μπρούμυτα, με αποτέλεσμα η μύτη του να αιμορραγεί ακατάσχετα. Ο Grinker έμεινε στήλη άλατος. Κάποιοι έχουν γράψει ότι ο σκύλος του Freud καθόταν πάντα ήσυχος στο πόδι του ντιβανιού. Ο Grinker όμως θυμόταν ότι το σκυλί κινούνταν ανήσυχο γύρω του, συχνά δε οσφραινόμενο τα αχαμνά του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο πατέρας μου να προσέρχεται κάθε μέρα στο δωμάτιο του Herr Professor Doktor με αυξημένο το άγχος ευνουχισμού. Ο Jofi, ο αγαπημένος σκύλος του Freud, στεκόταν συχνά στην πόρτα και τη γρατζουνούσε επίμονα για να βγει έξω. Πολύ συχνά επιτρεπόταν στο σκυλί να μπαινοβγαίνει ελεύθερα. Όταν ο Jofi ήθελε να βγει «έξω» ο Freud σηκωνόταν να του ανοίξει την πόρτα. Τότε το σκυλί γρατζουνούσε πάλι την πόρτα για να μπει μέσα, και η σκηνή αυτή επαναλαμβανόταν πολύ συχνά. Ο Freud, όταν ο Jofi ήθελε να βγει έξω, έλεγε: «Ο Jofi δεν εγκρίνει αυτό που λες τώρα». Όταν όμως ο Jofi γρατζουνούσε για να μπει μέσα έλεγε: «Ο Jofi θέλει να σου δώσει άλλη μια ευκαιρία. Μια φορά που ο Grinker εξέφραζε διάχυτα τα συναισθήματά του, ο Jofi όρμησε πάνω του. Τα πόδια του σκύλου άγγιζαν τα αχαμνά του και οι μύτες τους βρέθηκαν αντικριστά. O Freud είπε, “απ’ ότι βλέπεις, ο Jofi είναι κατενθουσιασμένος που μπόρεσες επιτέλους να ανακαλύψεις την πηγή του άγχους σου!». Ο πατέρας μου, καλά εκπαιδευμένος στη συμπεριφορά των άγριων ζώων, έκλεισε τα μάτια του και παρέμεινε ακίνητος, όπως κάποιος που έχει εκπαιδευτεί για αυτό που πρέπει να κάνει όταν βρίσκεται απέναντι σε καφέ αρκούδες, σε αγριόχοιρους και θηριώδεις, επιτιθέμενους ρινόκερους.
Παρά την άμεση θετική μεταβιβαστική δυναμική που αναπτύχθηκε ύστερα από αρκετές ώρες ανάλυσης, λειτούργησε τελικά ως εμπόδιο η ασθένεια του Freud, ο οποίος, παρ’ ότι προσωρινά ανέρρωσε, επέστρεψε στην εργασία του άρρωστος, αδύναμος και με μοιρολατρία, πολύ διαφορετικός από πριν. Είχε υποστεί οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονικό έμφρακτο και πνευμονία μαζί. Η απεριόριστη ενέργειά του είχε εξαφανιστεί, κάτι που εκδηλωνόταν ακόμη και στον πολύ αργό πλέον βηματισμό του. Αυτό έκανε πολύ δύσκολη την έκφραση ισχυρών αρνητικών πατρικών συναισθημάτων. O Freud δούλευε συνεχώς ατελείωτες ώρες, θεμελιώνοντας, με τα γραπτά του και την πρακτική του, όλους αυτούς τους άκαμπτους κανόνες για τους μελλοντικούς αναλυτές, που ήτανε σχεδόν απίθανο να μην παραβιαστούν. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Freud τους παραβίαζε όλους. Για παράδειγμα, όταν ο Grinker διαμαρτυρόταν ότι δεν μπορούσε να βρει κανείς ένα καλό πούρο σε ολόκληρη τη Βιέννη, ο Freud σηκωνόταν και του έδινε ένα από τα δικά του. Όταν γινόταν αναφορά σε ένα τοπωνύμιο, αυτός πάντα ευθύς αμέσως διέκοπτε για να το ψάξει στον χάρτη. Πάντοτε φορούσε παντόφλες όταν δούλευε. Το γραφείο του ήτανε πάντα παγωμένο. Δεν δεχόταν δικαιολογίες για καθυστέρηση ή απουσία ακόμη και για τις πολύ κρύες μέρες ή για το ότι έπρεπε κανείς να περάσει ένοπλες περιπολίες στρατιωτών για να φθάσει στο ιατρείο του. Αισθανόταν ότι όλοι οι αναλυτές έπρεπε να αναλυθούν και να επιστρέφουν μάλιστα για ένα «φρεσκάρισμα» κάθε πέντε χρόνια, όπως βέβαια ξέρουμε, αλλά δεν εφαρμόζουμε. Εξαιρούνταν από τον κανόνα αυτό μόνο ο Karl Abraham, τον οποίο και θεωρούσε «σπάνιο-κανονικό» άτομο, που δεν χρειαζόταν να αναλυθεί.
Μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις του Freud ήτανε να παίζει χαρτιά κάθε Σάββατο βράδυ. Είχε διαρκείς πονοκεφάλους, λιγότερο όμως έντονους το Σάββατο βράδυ και ακόμη λιγότερο την Κυριακή. Είναι και αυτό ένα σύμπτωμα που μπορεί να αναλυθεί; Ελάχιστα. Διαπιστώθηκε ότι η αιτία των πονοκεφάλων ήταν η διαρροή αερίου από ένα σωλήνα στο γραφείο του, επιβαρύνοντάς τον καθημερινά με μια δόση μονοξειδίου του άνθρακα.
Θεωρούσε ότι αυτός που θα διέδιδε την ψυχανάλυση σε ολόκληρο τον κόσμο, θα έπρεπε να το κάνει έτσι ώστε να μην την παρουσιάζει ιδιαίτερα άγρια, ιδιοσυγκρασιακή ή υποκειμενική. Οι μεταφορές που εκλαμβάναμε συχνά ως κανόνες ήταν μόνο μεταφορές – ο Freud όμως ανησυχούσε ιδιαίτερα για όσους εφάρμοζαν αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε “άγρια ανάλυση”. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις ερμηνείες που είχε καταλήξει του είχανε σχηματιστεί με τη μορφή μεταφορών. Αυτό που επιθυμούσε ήτανε λεγεώνες πιστών συνεχιστών να διαδίδουν το ψυχαναλυτικό έργο ως μια ανακάλυψη, μια επιστήμη, μια μέθοδο, μια θεωρία και ένα σώμα γνώσης. Επίσης, θεωρούσε ότι για να γίνει κανείς καλός αναλυτής θα έπρεπε να είναι απολύτως εμβαπτισμένος σε αυτήν, γι’ αυτό και συνιστούσε μια πλήρη [full-time-only] αναλυτική πρακτική. Από τους τρεις-τέσσερις χιλιάδες ψυχαναλυτές που εργάζονται αυτήν τη στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες, φαίνεται πως μόνο λίγοι είναι σε θέση να αφοσιωθούν ολοκληρωτικά σε τόσο πολλούς ασθενείς και να κερδίζουν παράλληλα και τα προς το ζην. Αυτήν τη στιγμή, ο μέσος αναλυτής στις Ηνωμένες Πολιτείες διατηρεί σε ανάλυση δύο έως τρεις ασθενείς παράλληλα. Βρισκόμαστε άλλωστε στην εποχή της διαχείρισης της παροχής φροντίδας και της αφθονίας των φαρμάκων.
Ο Freud ήταν πρωτοπόρος στην προώθηση της εκπαίδευσης και της πρακτικής των αναλυτών που δεν ήταν γιατροί lay analysts. Όπως έχει αποδειχτεί ήδη από εικοσαετίας, άλλωστε, ο Freud είχε απόλυτο δίκιο. Η κριτική που δέχτηκε, όταν ακόμη ζούσε, αφορούσε στην προσπάθειά του να κάνει την κόρη του, που δεν ήταν γιατρός, περισσότερο αποδεκτή ως θεραπεύτρια. Όπως και να ’χει, η Anna Freud, μετά τον θάνατο του πατέρα της έγινε μία από τους πρωτοπόρους στην ανάπτυξη της αναλυτικής θεωρίας και τεχνικής.
Ο Wortis, που έγραψε για την τετράμηνη ανάλυσή του με τον Freud, κάνει λόγο για «φλυαρία», εκπαίδευση, συμβουλές, αλλά και απαντήσεις στις περισσότερες ερωτήσεις του. O Freud ήταν αυτό-αποκαλυπτικός για άλλους γιατρούς και άλλους αναλυτές. Δεν λειτουργούσε καθόλου ανακλαστικά, σαν καθρέφτης. Την ίδια εποχή, o Freud επέτρεπε στον Ginker να παρακολουθεί συνέδρια, σεμινάρια, αλλά και τις συναντήσεις της Ψυχαναλυτικής εταιρίας της Βιέννης, κάτι που συνήθως δεν επιτρεπόταν. Όταν ο πατέρας μου ανέφερε ότι συχνά γινόταν μάρτυρας έκφρασης ακραίων συναισθημάτων, ακόμη και δημόσιας οργής αναλυόμενων ανθρώπων, ο Freud απαντούσε: «Ναι, αλλά τουλάχιστον τώρα είναι άνθρωποι – έπρεπε να τους έβλεπες πριν!».
Τον Freud τον απασχολούσε πάντα το ασυνείδητο, η μεταβίβαση, τα βιολογικά ένστικτα, η μετουσιωμένη σεξουαλικότητα, τα καθολικά σύμβολα των ονείρων, καθώς και οι επιθυμίες, όπως παρουσιάζονται στα όνειρα. Ο πατέρας μου ποτέ δεν ανέφερε τίποτα σχετικό με αυτά τα θέματα. Συνεπώς, δεν μπορώ να διακρίνω εάν αυτό εξηγούνταν από το ότι ο Wortis έμεινε εκεί μόνο για τέσσερις μήνες, ενώ ο Grinker έμεινε μέχρι το «τέλος». Βέβαια ακόμη και απέναντι στον Grinker, ο Freud ήτανε ισχυρογνώμων, δογματικός, κριτικός προς άλλους γιατρούς κατονομάζοντάς τους, και, σε μεγάλο βαθμό, αρκετά αυστηρός. Σύμφωνα με τον Grinker, o Freud ήταν ζεστός, ευγενικός, καλοσυνάτος στην προσωπική επαφή, αλλά παρουσίαζε παντελή έλλειψη ανοχής στη διανοητική μετριότητα. Θυμάμαι μία φορά που ο διευθυντής του ιδρύματος Rockfeller στην Ευρώπη θέλησε να δει τον Freud. O Grinker προσφέρθηκε να παραχωρήσει κάποια από τις δικές του ώρες ανάλυσης. Ο Freud με έμφαση αρνήθηκε. «Όταν χρειάστηκα βοήθεια για τον εκδοτικό μου οίκο, το Rockfeller με απέρριψε. Δεν πρόκειται να τον δω». Αυτό ήταν πράγματι ένα στοιχείο προσωπικότητας του Freud, σπάνια συγχωρούσε μια προσβολή και ποτέ δεν ξεχνούσε. Όταν ήρθε στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1909, για να παραδώσει μαθήματα στη Μασαχουσέτη, υπέφερε από κολικούς του εντέρου , που τον έριξαν μάλιστα στο έδαφος κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου του. Κάποιοι τον πλησίασαν, τον ρώτησαν τι συνέβη, αυτός απήντησε “πολύ άσχημα” και μετά συνέχισε να περπατάει. Αυτή είναι η ανάμνηση που έχουμε από τον Freud εκείνης της περιόδου. Έβλεπε τους Αμερικάνους ως ωμούς, εγωιστές που δρούσαν σαν να ήταν άγριοι.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.