Λήδα Ρίζου
Παιδοψυχίατρος
σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]
Το να δουλέψεις δέκα χρόνια για να αποκτήσεις ένα χαμόγελο από έναν σχιζοφρενή, δεν είναι μικρό πράγμα, έλεγε ο Jean Oury. Η ζωή και το θεωρητικό έργο του ξεχωριστού αυτού ψυχιάτρου αποτελούν μια αφήγηση για το τι χρειάστηκε να πράξει ώστε να μένει πιστός σ’ αυτό το θεραπευτικό πρόταγμα για πάνω από 60 χρόνια. Από τη θέση του διευθυντή μιας πρωτότυπης επαρχιακής ψυχιατρικής κλινικής στο κέντρο της Γαλλίας, συνδέθηκε με τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής του, καθώς και με τη γαλλική ψυχαναλυτική κοινότητα ιδίως υπό την επιρροή της δράσης και της διδασκαλίας του Ζακ Λακάν. Πρόκειται για μια ξεχωριστή προσωπική διαδρομή μέσα σε ταραχώδεις ιστορικές περιόδους. Οι απαρχές αυτής της διπλής στράτευσης εντοπίζονται από τον Oury στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Όταν σε μια συνέντευξη του ζητήθηκε να προσδιορίσει επακριβώς τη στιγμή της ένταξής του στο κίνημα της θεσμικής ψυχοθεραπείας, απάντησε ότι αυτό συνέβη στα πρώτα παιδικά του χρόνια. Είχε δυο αδερφούς, δύο και τέσσερα χρόνια μεγαλύτερους από εκείνον, που είχαν τη συνήθεια να στήνουν τρομερούς καυγάδες. Όταν εκείνος παρενέβαινε για να τους χωρίσει απειλώντας ότι θα τα πει όλα στη γιαγιά, εκείνοι ανταπειλούσαν ότι θα του σπάσουν το κεφάλι. Έπρεπε να βρω ένα είδος ομαδικής ψυχοθεραπείας ώστε να τα ’χω καλά και με τον ένα και με τον άλλο, που ήταν τόσο διαφορετικοί. Αυτό υπήρξε το πρώτο μου ψυχιατρικό διάβημα.[1]
Γιος ενός βιομηχανικού εργάτη και της ιδιοκτήτριας ενός τοπικού κτηματομεσιτικού γραφείου, μεγάλωσε σε ένα απομακρυσμένο παρισινό προάστιο. Η ζωή της μικρής κοινότητας του Bois-Colombe σημαδεύτηκε από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Στις δυναμικές απεργίες του ’36, ο δωδεκάχρονος Oury μεταφέρει το κολατσιό στον απεργό πατέρα του. Ακολουθώντας τον αδερφό του Fernand σε συνελεύσεις του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος γίνεται μάρτυρας βίαιων συγκρούσεων στο εσωτερικό της αριστεράς – Το να ακούς στα δώδεκά σου: “έξω από εδώ, χιτλερο-τροτσκιστές, γλοιώδεις οχιές”, είναι μεγάλη δοκιμασία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του η φιγούρα του Στάλιν και το απειλητικό φάσμα της γραφειοκρατίας επανέρχονται ως έμμονη ιδέα. Ακολουθεί η γερμανική κατοχή, η επίταξη του εργοστασίου στο οποίο δούλευε ο πατέρας του και οι βομβαρδισμοί με δεκάδες νεκρούς στο BoisColombe. Ο Oury είχε διάφορα επεισοδιακά συναπαντήματα με τις γερμανικές περιπόλους κατά τα οποία θα εμπεδώσει αυτό που αποκαλούσε τη χιουμοριστικο-υπαρξιακή διάσταση της ζωής.[1] Στην καθημερινή συναναστροφή της μητέρας του με τους πελάτες και γείτονές της, ο Oury αναγνωρίζει μια πηγαία ψυχοθεραπευτική λειτουργία, πρόδρομη ίσως της σημασίας που θα αποδώσει στην ισότιμη συμμετοχή του νοσηλευτικού προσωπικού κάθε βαθμίδας στη θεραπευτική ατμόσφαιρα ενός θεσμού. Ο κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος αδερφός του, Fernand, αρχικά εκπαιδευτικός στα παρισινά προάστια, υπήρξε συνιδρυτής του ρεύματος της θεσμικής παιδαγωγικής. Tο σχολείο γίνεται αντιληπτό ως μια κοοπερατίβα με τεχνικές που προάγουν την ελεύθερη έκφραση των παιδιών και η ψυχαναλυτική θεωρία χρησιμοποιείται για να διευκολύνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.
Ο Jean Oury και η ψυχιατρική
Tο παιδικό όνειρο του Oury ήταν να γίνει καθηγητής φυσικής. Η έλξη που του ασκούν οι θετικές επιστήμες υπήρξε σημαντική αλλά ίσως παραγνωρισμένη συνιστώσα της σχέσης του με την ψυχιατρική. Μπορεί να διάβαζε από τα 14 του τα έργα του Marx, μπορεί να θεωρούσε ότι ο Kierkegaard, ο Gide και ο Lacan είναι το περίβλημα όλων των υπολοίπων, ο ίδιος ωστόσο θα πει ότι αυτός που θεμελιωδώς τον προσανατόλισε ήταν ο J. De Ajuriaguerra. [1] Ο Ajuriaguerra υπήρξε αντιστασιακός στον ισπανικό εμφύλιο, νευροψυχίατρος και ψυχαναλυτής, μετέπειτα καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής. Ο Oury έλεγε ότι κάθε έντιμος άνθρωπος οφείλει να διαβάσει το βιβλίο του Ajuriaguerra Ο εγκεφαλικός φλοιός και του άρεσε να υπενθυμίζει την προτροπή του να ασκεί και να σκέφτεται κανείς τη νευρολογία με τον τρόπο των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ο Oury οραματίζονταν έναν διάλογο της νευροφυσιολογίας, της βιοχημείας και της θεσμικής ψυχοθεραπείας ξεκινώντας από μια κριτική κάθε γραμμικής αιτιότητας. Ένας τέτοιος διάλογος θα επέτρεπε να τεθούν ερωτήματα όπως ο ρόλος που παίζουν οι συνθήκες λήψης ενός ψυχοτρόπου στη δράση του και κατ’ επέκταση η επίδραση της ατμόσφαιρας που επικρατεί σε μια ψυχιατρική κλινική στην αποτελεσματικότητα των φαρμάκων, η σχέση ανάμεσα στα αποτελέσματα μιας έρευνας και στις συνθήκες άγχους εντός της κοινότητας στην οποία αυτή διεξάγεται, η αλληλεπίδραση μεταξύ φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας, το φαινόμενο placebo.
Για να κατανοηθεί το θεραπευτικό αποτέλεσμα ενός φαρμάκου, θα όφειλε να γίνει μια κριτική διάκριση ανάμεσα στη σωματική νόσο και την ψυχική «νόσο». Κατά τον Oury, η σημειολογία ψυχικής και σωματικής νόσου δεν είναι η ίδια και τα συμπτώματα-θεραπευτικοί στόχοι δεν είναι το ίδιο και το αυτό. Το ψυχικό σύμπτωμα αποτελεί ένα είδος υπαρξιακού αινίγματος για το υποκείμενο. Μια τέτοια ανάγνωση της σημειολογίας θα αναδείκνυε ότι η ειδική δράση των ψυχοτρόπων αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες πρωτογενών διαταραχών στη σχιζοφρένεια και τη μανιοκατάθλιψη, καθώς και την τροποποίηση της τονικο-στατικής κατάστασης του ασθενούς που δρα δευτερογενώς με τη σειρά της επί της σχέσης που αυτός διατηρεί με το σώμα του, καθώς και με το περιβάλλον [2]. Ο Oury συντάχθηκε στο πλευρό του Ajuriaguerra εναντίον του οργανοδυναμισμού του Ηenri Ey, σε μια αντίληψη συνέχειας του οργανικού και του ψυχικού. Στο άρθρο του Το σώμα και η ψύχωση θα πει: ο λόγος είναι κάτι που ’χει να κάνει με το σώμα, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αρκεί να μιλήσει κανείς για να μεταβληθεί κάτι στο επίπεδο του σώματος. Αν κάναμε τότε μια ιστολογική τομή θα βλέπαμε διάφορες μεταβολές κάθε είδους, ονομαζόμενες οργανικές. Μπορούμε να πούμε ότι ο λόγος των άλλων μπορεί να είναι εξαιρετικά επιβλαβής, όπως μπορεί να είναι και κάτι εξαιρετικό (…) Εδώ μπορούμε να επαναλάβουμε –σαν παπαγάλοι– αυτό που ονομάζει ο Lacan o μεγάλος Άλλος. Αλλά ο μεγάλος Άλλος είναι εδώ πριν τη γέννησή του (βρέφους). Δεν έχουμε παρά να ανέλθουμε τις γενιές για να ξαναβρούμε αυτό που συνέβη στους παππούδες, που τσακώθηκαν, κακοπαντρεύτηκαν, όλα αυτά θα δημιουργήσουν ένα συμβολικό χρέος (…) Μου φαίνεται ενδιαφέρον να αναφερθούμε στο πείραμα του παλιού νευρολόγου André Thomas με τα βρέφη μιας, δυο ή οκτώ ημερών (…) Το βρέφος είναι ικανό να αναγνωρίσει το όνομά του υπό τον όρο να ειπωθεί με το μητρικό ηχόχρωμα τόσο ειδικά που η αντίδραση είναι βίαιη και θα πρέπει να το συγκρατήσει κανείς εξαιτίας της ασυνέργειας που υπάρχει σε αυτή την ηλικία και που το οδηγεί να κάνει ένα είδος σπασμού συστροφής [5]. Το απόσπασμα αυτό απηχεί τόσο την έρευνα του Ajuriaguerra πάνω στον τονικοσυναισθηματικό διάλογο και την ψυχοσωματική ανάπτυξη του βρέφους κατά τις πρώτες ημέρες της ζωής όσο και τη διδασκαλία του J. Lacan γύρω από το σώμα, το πραγματικό και τη γλώσσα.
Ο Oury καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του θα αποπειραθεί έναν διάλογο με ιδέες προερχόμενες από άλλα πεδία, ιδίως από την τέχνη (μεταξύ άλλων A. Artaud, G. Bataille, A. Gide) και τη φιλοσοφία (μεταξύ άλλων S. Kierkegaard, K. Marx, M. Heidegger, H. Maldiney, C. Pierce, G. D’Ockham ) [6,7]. Ήδη στα 1950, η διατριβή του για την απόκτηση της ειδικότητας της ψυχιατρικής πραγματεύεται τη σχέση τρέλας και τέχνης. Η κεντρική ιδέα –κι αυτό ρητά σε μια προσπάθεια να επαναποδοθεί στην τρέλα η ανθρωπολογική της αξία– είναι ότι η τέχνη και η τρέλα κατασκευάζουν και επανακατασκευάζουν φαντασιακά τον κόσμο ακολουθώντας την ίδια διαδικασία με την οποία το βρέφος, μέσω μιας αισθητικού τύπου εμπειρίας, απαρτιώνεται βιοψυχολογικά [3]. Στη διατριβή αυτή –που γράφτηκε μέσα σε ένα μήνα, ύστερα από παρότρυνση του Tosquelles– είναι συχνότατες οι αναφορές στο έργο του Sartre. Εξάλλου ο Oury θεωρούσε ότι για να μπορεί κανείς να μιλήσει για το πνεύμα, την ψυχή κι άλλα τέτοια σαχλά όφειλε να έχει μια συγκεκριμένη πρακτική και για τον ίδιο, η ψυχιατρική ήταν, εκτός των άλλων, ένας τρόπος να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία. [1]
O J. Oury και η ψυχανάλυση
Είναι ο Ajuriaguerra που θα συστήσει στον Oury τον Lacan – έστω κι αν ο Ajuriaguerra και ο Lacan ουδέποτε συμπορεύτηκαν εκούσια στο θεωρητικό τους έργο. Ο Oury και ο Lacan θα διανύσουν μαζί 27 χρόνια ως αναλυτής και αναλυόμενος, ως μαθητής και δάσκαλος, ως σύμμαχοι σε ταραχώδεις περιόδους του ψυχαναλυτικού κινήματος. Ο Oury, σχολιάζοντας τον τερματισμό της ανάλυσής του με τον θάνατο του αναλυτή του, θα πει ότι είναι δια βίου αναλύσιμος, προσθέτοντας, προβοκατόρικα, ότι η ανάλυση δεν χρησιμεύει πουθενά. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια, αυτό που τον συνέδεε με τον Lacan ήταν ένα είδος πίστης, χωρίς να είναι λακανικός ούτε λακανοϊδής [1]. Υπήρξε μέλος της φροϋδικής σχολής του Παρισιού από το 1964 ως το 1980. Ο Οury αναπτύσσει τις συνέπειες που προκύπτουν από τη λακανική διδασκαλία περί ψύχωσης στην καθημερινότητα ενός ψυχιατρείου. Θεωρώντας ότι η τρέλα είναι στην καρδιά της ύπαρξης του ανθρώπου, το βίωμα του ψυχωτικού ασθενή δεν είναι απλώς η διαταραχή μιας ιδεατής ψυχικής υγείας, αλλά ξαναβρίσκει την αξία μιας ανθρώπινης εμπειρίας που πρέπει κανείς να ακούσει με σεβασμό. Ακόμα περισσότερο, οφείλει να επιστρατεύσει ένα ιδιαίτερο είδος θεραπευτικής εμπλοκής και επιθυμίας. Κατεξοχήν παράδειγμα μιας τέτοιας επιθυμίας για τον Oury υπήρξε ο ίδιος ο Lacan. Ανέφερε χαρακτηριστικά το επεισοδιακό τηλεφώνημα του Lacan στις 6:00 το πρωί στο σπίτι του Oury για να πληροφορηθεί το τι κάνει και το αν θα έρχονταν στη συνεδρία εκείνης της μέρας.
Ο Oury αξιοποίησε τη λακανική έννοια της επιθυμίας και την ψυχαναλυτική θεωρία της μεταβίβασης για να περιγράψει και να θεωρητικοποιήσει με τη σειρά του το είδος της θεραπευτικής εμπειρίας που μπορεί να προκύψει μέσα σε ένα ψυχιατρείο. Γινόταν έξαλλος με τους ψυχαναλυτές που αρνούνταν στον ψυχωτικό ασθενή τη δυνατότητα της μεταβίβασης, την παρουσία μιας ασυνείδητης επιθυμίας επί τω έργω. Μιλώντας για το χαμόγελο του σχιζοφρενούς, έλεγε πως στο ψυχικό επίπεδο είναι θεραπευτικό ό,τι κινητοποιεί αυτή την ασυνείδητη επιθυμία, η οποία ωστόσο, σύμφωνα με τον Oury, δεν είναι άμεσα προσβάσιμη, δεν προγραμματίζεται [6]. Μπορεί να προκύψει ένα πρωινό, φτιάχνοντας ένα ράφι στο ατελιέ του ψυχιατρείου και πάντως όχι σταθερά και προγραμματισμένα μία φορά τη βδομάδα στην εργοθεραπεία. Ένας πραγματικά θεραπευτικός θεσμός μπορεί να προγραμματίζει το τυχαίο [2]. Μια πραγματική συνάντηση με τον ψυχωτικό ασθενή θα συμβεί σε συνθήκες μεταβίβασης, μιας ειδικής μεταβίβασης που ο Oury ονομάζει κατακερματισμένη (dissociée).
Ο François Tosquelles και η κλινική του Saint-Alban
Ο φοιτητής ιατρικής J. Oury θα συναντήσει το 1947, στα σεμινάρια που οργάνωνε ο Ajuriaguerra, αυτόν που έκτοτε αποκαλούσε χαϊδευτικά ο κύριος Χουμ καθώς ο Tosquelles συνήθιζε να επαναλαμβάνει συχνότατα αυτό το επιφώνημα ανάμεσα στις φράσεις του για να σιγουρευτεί ότι έγινε αντιληπτός, αυτός και η βαριά καταλάνικη προφορά του. Με τον Tosquelles, ο Oury θα πει ότι τον δένει κάτι λιγότερο και κάτι πολύ περισσότερο από μια σχέση ταύτισης. Ο ίδιος ο Oury, που αρνούνταν να αναλάβει διάφορες άλλες ταυτότητες, έλεγε ότι ήταν πουμιστής. Το POUM ήταν η πολιτική οργάνωση που προέκυψε από διάσπαση του ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος, στην οποία ανήκε ο Tosquelles, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, διώχθηκε τόσο από τους καθεστωτικούς του Φράνκο όσο και από τους σταλινικούς πρώην συντρόφους. Τη χρονιά εκείνη, ο Oury δίσταζε ανάμεσα στην ψυχιατρική και σε μια θέση ερευνητή βιοχημείας στο Ινστιτούτο Παστέρ. Όταν φτάνει ως ειδικευόμενος στην κλινική του Saint-Alban, βρίσκει έκπληκτος τον ψυχίατρο/ψυχαναλυτή Tosquelles να διεξάγει κυτταρολογικά πειράματα μαζί με έναν καθηγητή του Ινστιτούτου Παστέρ που είχε καταφύγει εκεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Στον Tosquelles ο Oury αναγνωρίζει τον σημαντικότερο εκπρόσωπο της θεσμικής ψυχοθεραπείας που επεξεργάστηκε τα θεωρητικά και κλινικά εργαλεία-θεμέλιά της: τη θεσμική ανάλυση της πολυ-αναφορικής (multi-référentielle) μεταβίβασης του ψυχωτικού ασθενή, την οποία κατόπιν ο Οury ανέπτυξε ως κατακερματισμένη (dissociée), τις θεραπευτικές λέσχες, τους πολιτιστικούς συλλόγους του προσωπικού που ήταν επιφορτισμένοι να οργανώνουν την εκπαίδευσή του κ.ά. Για τον Tosquelles, η θεσμική ψυχοθεραπεία στηρίζεται πάνω σε δυο πόδια, στον φροϋδισμό και τον μαρξισμό. Ο Oury θα προσθέσει ότι είναι κρίμα που ο Marx κι ο Kierkegaard δεν έκαναν παρέα. Για την υπόλοιπη ψυχιατρική κοινότητα, ο Tosquelles θα παραμείνει αρκετά περιθωριοποιημένος και θα εγκαταλείψει τις απόπειρές του να εφαρμόσει τη θεσμική ψυχοθεραπεία στην ψυχιατρική του τομέα το 1975. Ήδη ως ειδικευόμενος, ο Oury υπερασπίστηκε αρκετές φορές τον Tosquelles, τον οποίο θεωρούσε κάπως αφελή απέναντι στις ίντριγκες των διαφόρων μηχανισμών εξουσίας. Όταν κάποτε ιδεολογικοί του αντίπαλοι και εν τη απουσία του θέλησαν να τον διώξουν από το Saint-Alban, κατηγορώντας τον ότι ήταν ένας επικίνδυνος αναρχικός που έκρυβε όπλα στις αποθήκες του νοσοκομείου, ο Oury ζήτησε από όλους τους νοσηλευτές να υπογράψουν ονομαστικά αν ζητούν ή όχι να απολυθεί ο Tosquelles. Με τη λίστα αυτή, η γενική συνέλευση αναγκάστηκε να άρει την απόλυση του Tosquelles. Στο Saint-Alban o Oury θα εμπεδώσει ότι το να θεραπεύεις τους ασθενείς χωρίς να θεραπεύεις το νοσοκομείο είναι σκέτη τρέλα.
La Borde, οι ηρωικοί χρόνοι
Στις 5 Μαρτίου 1953, ανήμερα των γενεθλίων του Oury, πεθαίνει ο Στάλιν, γεγονός που αποτέλεσε για τον Oury το πιο όμορφο δώρο γενεθλίων που του έκαναν ποτέ. Λίγες μέρες αργότερα, ο Oury έρχεται σε σύγκρουση με τη διοίκηση της κλινικής στην οποία εργαζόταν, εξαιτίας των συνθηκών ζωής των ασθενών, και αποφασίζει να αποχωρήσει, αλλά όχι μόνος του. Αφού ειδοποιήσει τον ιατρικό σύλλογο, παίρνει μαζί του αρκετούς νοσηλευτές και τους περισσότερους ασθενείς. Μετά από βδομάδες κωμικοτραγικών περιπλανήσεων στη γύρω περιοχή εγκαθίστανται στις 3 Απρίλη στον παλιό, εγκαταλελειμμένο πύργο της La Borde. Ο τρόπος ζωής στη La Borde ήταν ένα είδος πειράματος ριζοσπαστικοποίησης του παλαιού τρόπου συμβίωσης και κοινωνικής οργάνωσης των ασύλων του 19ου αιώνα. Κι εδώ ο διευθυντής της κλινικής ζει με την οικογένειά του εντός των τειχών. Μόνο που σε αυτή την κλινική υπάρχουν δυο « διευθυντές» –ο Oury και ο μη γιατρός Felix Guattari– που και οι δυο έχουν το σπίτι τους στη La Borde με τις συζύγους, τα παιδιά τους και τις εκάστοτε συντρόφους τους. Κι εδώ οι ασθενείς συμμετέχουν στην καθημερινή ζωή, αλλά αυτή τη φορά όχι ως υπηρετικό προσωπικό αλλά ως απόπειρα να φτιαχτεί μια νέα μη ιεραρχική κοινότητα στο πλαίσιο μιας θεραπευτικής διαδικασίας χειραφέτησης. Στη La Borde οι διευθυντές της κλινικής υπερασπίζονται το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των ασθενών στις δομές και τις θεραπευτικές λέσχες στις οποίες αυτοί συμμετείχαν. Το άρθρο της Αμαλίας Ατσαλάκη και το μεταφρασμένο άρθρο του Oury στο παρόν τεύχος περιγράφουν αυτό το ιδιαίτερο θεραπευτικό πείραμα. Για μια ιμπρεσιονιστική απεικόνιση του με τι έμοιαζε η La Borde στα 1977, υπάρχει σε ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο, αλλά χωρίς υπότιτλους, το ντοκιμαντέρ La Borde, le droit à la folie του I. Barrère.
Ο P. Delion χαρακτήριζε τον Oury ως έναν από τους ψυχιάτρους που γνώριζαν καλύτερα παγκοσμίως την προβληματική και ιδίως τη θεραπευτική των ψυχώσεων [2]. Εκτός από τη φαρμακοθεραπεία, ο Oury είχε ασχοληθεί με την ηλεκτροσπασμοθεραπεία και τις ειδικές συνθήκες σεβασμού του βιώματος του ασθενή πριν και μετά το ηλεκτροσόκ. Στον αντίποδα των σημερινών ενδονοσοκομειακών πρωτοκόλλων, υπήρξαν φορές που ο Oury πήρε τη φορητή συσκευή στη μηχανή του και πήγε στα σπίτια των αυτοκτονικών ασθενών του – πρακτική που θεωρούσε πιο πιστή στην ουσία του θεραπευτικού διαβήματος.
Για τον Oury, τα όρια της θεραπευτικής ικανότητας ενός θεσμού δεν είναι άλλα από τα όρια της κοινωνίας στην οποία αυτός εντάσσεται. Δεν θα οδηγήσουμε έναν ψυχωτικό στην πορεία του πιο μακριά από όσο βρίσκεται η συλλογική δομή, έλεγε, [8] γι’ αυτό και χρειάζεται μια συνεχής κριτική ανάλυση σε κάθε ατομικό και συλλογικό μόρφωμα που παρεμποδίζει τη θεραπευτική διαδικασία. Πρόκειται για μια ηθική της συλλογικής επιβίωσης και μάλιστα στρατευμένα αισιόδοξη. Ωστόσο ο Oury κατέκρινε την αλόγιστη πίστη στη θεραπευτική δύναμη της ελευθερίας θεωρώντας ότι κατά βάση οφείλεται σε ελλειπή γνώση της ψυχοπαθολογίας. Ήταν για παράδειγμα αρνητικός απέναντι σε εμπειρίες όπως αυτές του F. Deligny, ο οποίος επιχείρησε στα 1967 να φτιάξει μια απομονωμένη στη φύση κοινότητα αποτελούμενη από αυτιστικούς νέους και κάποιους θεραπευτές. Αντιθέτως, ο Oury ενδιαφέρθηκε για τη μεταψυχολογία ιδίως με βάση την κλινική της σχιζοφρένειας, όπως την παρατηρούσε μέσα από τις θεραπείες ασθενών στη La Borde. Από τα δυο σεμινάριά του, τα οποία συνέχισε ως τον θάνατό του, το ένα στη La Borde από το 1971 και το άλλο στη Sainte-Anne από το 1981, ανέπτυξε μια έντονη θεωρητική δραστηριότητα. Υπήρξε μέλος ενός φιλικού κύκλου που εργάζονταν προς την ίδια κατεύθυνση, μέλη του οποίου υπήρξαν επίσης ο φαινομενολόγος φιλόσοφος Η. Maldiney και ο εκπρόσωπος του ρεύματος της ανθρωποψυχιατρικής J. Schotte. Από τον διάλογο μεταξύ ψυχανάλυσης και φαινομενολογίας θα προκύψουν επεξεργασίες γύρω από έννοιες όπως η αλλοτρίωση (aliénation), το παθικό (pathique), η transpassibilité. Τo ενδιαφέρον στρέφεται στις αρχαϊκές εμπειρίες αισθητηριακού και συναισθηματικού τύπου που θα επιτρέψουν ή όχι να είναι κανείς εκεί, μέσα στο τοπίο του άλλου.[4] [9a] Παθικό είναι αυτό που σχετίζεται με αυτή την πρωτόλεια παρουσία όπου βλέποντας, ακούγοντας, μυρίζοντας, αγγίζοντας προσλαμβάνει κανείς και νιώθει τόσο τον άλλο όσο και τον εαυτό του. Η transpassibilité σχετίζεται με αυτή τη συναισθηματική εμπειρία υποδοχής του άλλου και συνδέεται μ’ αυτό που θεμελιωδώς δυσλειτουργεί στις ψυχώσεις. Γενικά πρόκειται για θεωρητικοποιήσεις εξαιρετικής περιπλοκότητας που και μια εισαγωγική παρουσίασή τους θα υπερέβαινε τις δυνατότητες αυτού του άρθρου.
Εν τέλη, ένας θεραπευτής όπως κι ένας θεραπευτικός θεσμός οφείλουν να δημιουργούν νέες δυνατότητες συνάντησης. Άρα ο θεραπευτής δεν πρέπει να συγχέει τη θέση του με μια θέση εξουσίας, να μην παριστάνει αυτό που είναι [2]. Εξού και η πρακτική εναλλαγής –μετά από μια λιγότερο ή περισσότερο μακρόχρονη περίοδο μαθητείας– νοσηλευτών και νοσηλευομένων σε διάφορα πόστα. Όλοι μπορούν εν δυνάμει να περάσουν από τη θέση του μάγειρα, του κηπουρού, της καθαρίστριας. Στη La Borde τα τηλέφωνα σήκωναν οι ασθενείς και το κυλικείο άνοιγε το απόγευμα ο ειδικευόμενος. Προωθώντας τη δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης για όλους και με δεδηλωμένη την πρόθεση της αντίστασης στην κεντρική εξουσία, η La Borde αποκτά προοδευτικά μια θέση συμβόλου για τη γαλλική κοινωνία που βρίσκεται σε αναβρασμό. Εξελίσσεται λοιπόν σε ένα χωνευτήρι νέων ιδεών, καλλιτεχνικών και πολιτικών ρευμάτων και πόλο έλξης για την προοδευτική διανόηση της εποχής. Σημαντικοί στοχαστές όπως ο M. Foucault κι ο G. Deleuze φιλοξενούνται εκεί για μικρά ή μεγάλα διαστήματα. Πρωτεργάτης αυτής της έντονης πνευματικής κίνησης ήταν ο Félix Guattari.
La Borde, οι πρώτοι επιδρομείς
O Oury γνώριζε τον Guattari ως παιδικό φίλο του αδερφού του Fernand. Νιώθοντας ο ίδιος λίγο αυτιστική προσωπικότητα και με μεγάλο φόρτο εργασίας, προβληματίζονταν για το πώς η La Borde θα αποκτούσε ένα άνοιγμα σε ότι συνέβαινε στον έξω κόσμο. Ως λύση σε αυτό ζήτησε το 1957 από τον Guattari να αναλάβει το διοικητικό σκέλος της διεύθυνσης της La Borde, σαν ένα είδος διπλωμάτη [1]. Αναλυόμενος του Lacan, κινηματική φιγούρα με ιδιαίτερη ευαισθησία για τις μειονότητες και ανήσυχο πνεύμα με ταλέντο στην επικοινωνία, o Guattari εκπλήρωσε σαφώς αυτό που αρχικά του είχε ζητηθεί. Ωστόσο όσο η φήμη της La Borde εξαπλώνεται τόσο προκύπτει μια ρήξη στη σχέση των δυο αντρών. Για τον Guattari, η La Borde είναι ένα επαναστατικό πείραμα, στη σχιζοφρένεια ως διαδικασία θα αναγνωρίσει μια επαναστατική δύναμη απελευθέρωσης της επιθυμίας. Για τον Oury, η La Borde είναι μια ψυχιατρική κλινική, η σχιζοφρένεια είναι μια υπαρξιακή καταστροφή. Το πολιτικό πρόταγμα του Guattari αρχίζει και επισκιάζει τις υπόλοιπες δραστηριότητες και στη La Borde συρρέουν πλήθη που, κατά τον Oury, δρουν καταστροφικά για την ατμόσφαιρα της κλινικής. Τους αποκαλεί βαρβάρους και θεωρεί ότι η απλοϊκότητα με την οποία αντιλαμβάνονται την κλινική οδηγεί σε εγκλήματα όπως π.χ. στην περίπτωση μιας νεαρής σχιζοφρενούς που αυτοακρωτηριάζεται επιστρέφοντας από μια βόλτα όπου είχαν αναλάβει να της δείξουν τι είναι η επιθυμία. Η τελική ρήξη θα έρθει το 1972 με την έκδοση του Αντι-Οιδίποδα, όπου μαζί με τον G. Deleuze o Guattari θα παρουσιάσει μια πυκνή καταγγελία της ψυχανάλυσης ως προς τις σχέσεις που εκείνη διατηρεί με το κυρίαρχο σύστημα. Παρόλα αυτά, ο Οury και ο Guattari, ο Δόκτωρ Oury και ο Félix όπως τους αποκαλούσαν στην La Borde, θα συνεχίσουν να μοιράζονται τη διεύθυνσή της έως τον θάνατο του Guattari το 1992. Όταν κάποτε σε φιλικό περιβάλλον είχαν ρωτήσει τον Oury σχετικά, η απάντησή του ήταν ότι ο Guattari του λείπει κι ότι η ουσία της σχέσης τους βρίσκεται πίσω στα κοινά τους παιδικά βιώματα στη La Garenne-Colombes [10].
La Borde, οι τελευταίοι επιδρομείς
Στον Oury άρεσε να λέει για τo εγχείρημα της La Borde ότι πάνε 60 χρόνια τώρα που διαρκεί κι όμως μόλις ξεκίνησε. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι εξωτερικές πιέσεις εντείνονται. Το 2012, η Ανώτατη Αρχή Υγείας του γαλλικού κράτους κηρύττει τη θεσμική ψυχοθεραπεία αδόκιμη θεραπευτική μέθοδο, αναγκάζοντας τη La Borde να επιστρέψει στο λαθραίο καθεστώς από το οποίο ξεκίνησε. Ο Oury ήταν έξαλλος με αυτό που θεωρούσε συντριπτική καταστροφή της ψυχιατρικής τις τελευταίες δεκαετίες. Θεωρούσε, παραδείγματος χάριν, τις αλλεπάλληλες βραχείες νοσηλείες των ασθενών με σχιζοφρένεια εγκληματικές, την αποσύνδεση του αυτισμού από την ψυχιατρική εντελώς αποθαρρυντική, τη δε στροφή προς τη λήψη μέτρων ασφαλείας και την ίδρυση ειδικών μονάδων για επικίνδυνους ασθενείς σαφές δείγμα εκφασισμού. Καταφερόταν εναντίον των δήθεν αθώων λέξεων όπως η πνευματική υγεία, η πνευματική υγιεινή, η πνευματική αναπηρία, που στην πραγματικότητα θέλουν να αποκρύψουν δομικές εσωτερικές αδυναμίες μετατρέποντας το άτομο σε επιχειρηματία μιας ψευδούς εσωτερικότητας [12]. Για τον Oury, η μανατζερίστικη λογική που κυριαρχεί πια κατά κράτος δεν καταλαβαίνει και δεν ανέχεται τα μεταβιβαστικά φαινόμενα στη θεραπευτική διαδικασία γιατί εκτός των άλλων αυτά δεν είναι ποσοτικοποιήσιμα, δεν μπαίνουν σε κριτήρια κι ας ξέρουμε όλοι καλά πως, για τον καθένα μας, αυτό που μετράει δεν είναι οι μεγάλες φράσεις, είναι ένα χαμόγελο, ένα τίποτα, μια μικρή χειρονομία [9]. Tου ήταν δε εντελώς αδύνατον να εξηγήσει στους απεσταλμένους της Ανώτατης Αρχής Υγείας περί τίνος πρόκειται. Μία εμπειρογνώμονας είχε πει κάποτε επιτιμητικά για τη La Borde είναι ένα μέρος για να ζεις, δεν είναι ένα μέρος για να νοσηλευτείς…
Πώς μεταδίδεται ο τρόπος να χαμογελάς;
Το πρωί της 16ης Μάη 2014, ο Oury επρόκειτο να μιλήσει σε ένα συνέδριο θεσμικής ψυχοθεραπείας που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια από το 1986. Όμως το προηγούμενο βράδυ ο Oury πέθανε στο σπίτι του στη La Borde. Η περίληψη που ο Oury είχε στείλει για τον λόγο που τελικά δεν εκφώνησε ήταν η ακόλουθη:1
Μεταδίδοντας!
Ποιος μεταδίδει σε ποιον; Τι να μεταδοθεί; Κατηγορία της μεταβίβασης, των «μεταβιβάσεων»; Αυτό εμπλέκει συνάντηση (τυγχάνον)2 και αποκρυπτογράφηση. Τίνος πράγματος; Μιας εμπειρίας: μοναδικής; Συλλογικής; Παρεμβαίνει λογικά πάντα, μια διαδικασία «ερμηνείας».
Κι εκεί βρίσκεται η δυσκολία! Ποιος ερμηνεύει; Τι; Σε ποιoν; Υπάρχει εκεί αναγκαστικά μια «διαλεκτική διαδικασία». Βαριά λέξη, επικίνδυνη, αλλά που πρέπει να διατηρηθεί γιατί το μεταδίδοντας είναι το «μεταβιβάζοντας».
Σε ένα λεωφορείο: αυτό που κυριαρχεί δεν είναι κατ’ ανάγκην ο στόχος που πρέπει να πετύχει κανείς, αλλά αυτό που εμφανίζεται, τυχαία, το τοπίο μέσα από τα τζάμια. Το αναπάντεχο; Ωστόσο χρειάζεται ένα λεωφορείο!
Απόφαση που πρέπει να παρθεί αποφεύγοντας κάθε ψευτο-παιδαγωγικό κορεσμό.
Πώς μεταδίδεται ο τρόπος να χαμογελάς; Και η Σιωπή; Και το παθικό (pathique); Πρόκειται για ένα transpassible ? Ν α αναπτυχθεί σε πλαίσιο συλλογικό, θεσμικό! Κ.λπ.
1 Το γαλλικό πρωτότυπο: Transmettre ! Qui transmet à qui ? Quoi transmettre ? Catégorie du transfert, des « transferts » ? Cela implique rencontre (tugkanon) et déchiffrement. À partir de quoi ? D’une expérience : singulier ? Collective ? Intervient logiquement toujours, un processus d’ « interprétation ». Et c’est là la difficulté ! Qui interprète ? Quoi ? À qui? Existe là forcement un « processus dialectique ». C’est un grand « mot », dangereux, mais qu’il faut maintenir car transmettre, c’est « transférer ». Dans un autobus : ce qui est dominant, ce n’est pas forcement le but à atteindre, mais ce qui apparaît, par hasard, du paysage à travers les vitres. De l’inattendu ? Encore faut-il un autobus ! Décision à prendre en évitant tout ressassement pseudo-pédagogique. Comment se transmet la façon de sourire ? Et le Silence ? Et le pathique ? S’agit-il d’un « transpassible » ? À développer sur le plan collectif, institutionnel ! Etc.
2 Πρόκειται για όρο που ο Oury χρησιμοποιούσε από τα Ελληνικά ως « tugkanon » και που προέρχεται από τον Αριστοτέλη. Ο Oury τον χρησιμοποιούσε για να περιγράψει τις αυθεντικές συναντήσεις στο πλαίσιο του Συλλογικού όπου συγκλίνουν το τυχαίο και το « πραγματικό » ( ενδεικτικά πβλ, J. Oury, « Transfert et espace du dire», L’information psychiatrique, 59, 3, 1983)
Βιβλιογραφία
1. Jean Oury και Patrick Faugeras, Préalables à toute clinique des psychoses, éd. Eres, Toulouse, 2012.
2. Jean Oury, Psychiatrie et psychothérapie institutionnelle, Les éditions du Champ social, Paris, 2001.
3. Jean Oury, Essai sur la création esthétique, éd. Hermann, Paris, 2008.
4. Jean Oury, « Analyse structurale et métapsychologie », Psychoanalytische Perspectieven, 2009, 27, 153-173.
5. Jean Oury, Le corps et la psychose, Séminaire tenu à la faculté de Jussieu, 15 janvier 1976. συγκλίνουν το τυχαίο και το « πραγματικό » ( ενδεικτικά πβλ, J. Oury, « Transfert et espace du dire», L’information psychiatrique, 59, 3, 1983)
6. Jean Oury, Le transfert II, Séminaire de Sainte Anne, 2012-2013.
7. Jean Oury, Le sérieux, Séminaire de Sainte Anne, 2013-2014.
8. Jean Oury, Il, Donc, Union Générale d’Éditions, Paris, 1978.
9. Pierre Delion et l’ASCM d’Angers, Créativité et inventivité en institution, éd. Eres, Toulouse, 2014.
10. Hommage au sérieux, Hommage collective à Jean Oury à Sainte-Anne, le 18 juin 2014.
12. Mathieu Bellahsen, La santé mentale : vers un bonheur sous contrôle, éd. La Fabrique, Paris, 2014.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.