Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αλέκα Καζάνα
Ψυχίατρος-Ψυχαναλύτρια
 

σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]

Η παρουσίαση του βιβλίου ως μια κλινική αφήγηση

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε από την Αλέκα Καζάνα στo πλαίσιo του τελευταίου σεμιναρίου του κύκλου «Από τη βρεφική ηλικία στην εφηβεία», κατά το ακαδημαϊκό έτος 2013-2014 – Θεσσαλονίκη 12/6/2014. Διατηρεί το ύφος και τη ροή της προφορικής παρουσίασης

Εκ προοιμίου θέλω να τονίσω ότι η πρόσκληση του Γρηγόρη Αμπατζόγλου να συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου «Από τη Βρεφική Ηλικία στην Εφηβεία» με τιμά. Είναι ο πρώτος τόμος μιας καινούργιας εκδοτικής σειράς, που θα διαπραγματεύεται κλινικά και θεωρητικά ζητήματα ψυχοπαθολογίας και ψυχοθεραπείας παιδιών και ενηλίκων. Η σημερινή παρουσίαση διοργανώνεται από τον επιστημονικό σύλλογο ΣΥ.ΜΕ.Π.Ε., ο οποίος φτιάχτηκε από το μεράκι μιας ομάδας ανθρώπων που δένονται με δεσμούς επαγγελματικούς, αλλά πρωτίστως δεσμούς εμπιστοσύνης και εκτίμησης, με τη φιλοδοξία να στηριχθεί, να διευρυνθεί, αλλά και να συνεχισθεί μια εκπαιδευτική και διεπιστημονική πρωτοβουλία με μεγάλη προϊστορία.

Έχω λοιπόν μπροστά μου ένα βιβλίο που εκφράζει από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα το πνεύμα του ΣΥ.ΜΕ.Π.Ε. Πρώτα απ’ όλα είναι ένα βιβλίο συλλογικό, γραμμένο από επαγγελματίες διασκορπισμένους σε διάφορες χώρες, αλλά ενωμένους στον σεβασμό που αποδίδει ο καθένας τους στον άνθρωπο και την οδύνη του. Σ’ όλα τα κείμενα θα βρείτε την υπενθύμιση του τάκτ που οφείλουμε να έχουμε σαν βασική θεραπευτική στάση. Το τάκτ δεν έχει να κάνει μόνο με τους ευγενικούς τρόπους, τον πληθυντικό ή τη χειραψία. Έχει να κάνει πρωτίστως με τον έλεγχο του τι θα πούμε, πώς και πότε θα το πούμε στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, που δεν είναι αλλά και είναι ίδιος με μας, που δεν έχει αλλά και μπορεί να έχει την ίδια ηλικία, αλλά σίγουρα έχει την ίδια αξία με μας.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι είναι σοβαρό και σύγχρονο. Όλοι οι συγγραφείς των επιμέρους κειμένων έχουν μια πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία, που αποτυπώνεται όχι μόνο στον πλούτο των γνώσεων που μας δίνουν, αλλά κυρίως σε μια κατασταλαγμένη ευαισθησία με την οποία περιγράφουν τη δουλειά τους.

Το τρίτο χαρακτηριστικό του βιβλίου, που μου έκανε εντύπωση, είναι ότι, ενώ λέει πολλά, δεν είναι φλύαρο. Λέει τόσα όσα πρέπει να ξέρει ένας άπειρος επαγγελματίας ψυχικής υγείας για αρχή και όσα θα πρέπει να θυμάται ένας έμπειρος για να μη ξεχνιέται. Ξέρετε, η διαφορά του έμπειρου από τον άπειρο ψυχοθεραπευτή είναι ότι ο πρώτος καταλαβαίνει τα λάθη του πιο γρήγορα. Τη συρραφή των κειμένων μπορούμε να την δούμε και σαν μια συνέχεια της υποδοχής του μωρού στον κόσμο των γονιών αρχικά και μετά στην κοινωνία με τους θεσμούς της από τη μεριά των ειδικών.

Δεν ξέρω αν ήταν στις προθέσεις του Γρηγόρη Αμπατζόγλου, που είναι και ο επιμελητής της έκδοσης, να κάνει ένα μίνι εγχειρίδιο παιδοψυχιατρικής, αλλά νομίζω ότι τα κατάφερε, γιατί έκανε ένα βιβλίο-εργαλείο, επαρκώς καλό για να σκεφτούμε τη συνέχεια και το δράμα της ασυνέχειας των παιδιών και των ενηλίκων. Να σκεφτούμε πώς οργανώνεται η ψυχοπαθολογία στο παιδί, αλλά και πώς πάσχει το παιδί μέσα στον ενήλικα. Και να σκεφτούμε επίσης τις συνέπειες και τις ασυνέπειες της θεραπευτικής μας πρακτικής. Το βιβλίο χωρίς να είναι αμιγώς ψυχαναλυτικό σύγγραμμα δείχνει, εκτός των άλλων, πώς φτιάχνεται ένας θεραπευτής, ο οποίος για να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα του ασυνειδήτου με αποτελεσματικότητα και ευρηματικότητα χρειάζεται εκτός από τη θεωρητική κατάρτιση, την προσωπική του δέσμευση, το ταμπεραμέντο του και επιπλέον την αποδοχή των τεχνικών και ηθικών κανόνων που ενέχει η ψυχοθεραπεία. Για μένα, που ασχολούμαι με ενήλικες, είναι εντυπωσιακό που ένα βιβλίο για παιδιά, προσδιορίζει με ακρίβεια αυτό που λείπει κατά κανόνα στις θεραπείες των μεγάλων. Λείπει η ευελιξία, η προσαρμοστικότητα, η συνδημιουργία, a priori συνθήκες στις θεραπείες των μικρών παιδιών, το ασυνείδητο των οποίων δεν έχει ακόμη οργανωθεί γύρω από άμυνες-«φράχτες». Βέβαια η σύγχρονη ψυχοπαθολογία των ενηλίκων φέρνει μαζικά το βρεφικό στην κλινική πράξη. Θα συμφωνήσω με τη Marie-Paule Durieux και τον Chistophe Du Bled στο άρθρο του βιβλίου «γονεϊκότητα και διαταραχές συμπεριφοράς στην κλινική πρακτική της νηπιακής ηλικίας» στο ότι οι τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες οδηγούν σε θεραπεία γονείς με δυσανεξία στις εκδηλώσεις αντίθεσης των παιδιών τους, αλλά και νέους ανθρώπους που βρίσκονται στριμωγμένοι σ’ έναν ρόλο «αξιοποίησης» των γονεϊκών ιδεωδών σε βάρος της ψυχικής εργασίας αποχωρισμού και εξατομίκευσης. Μ’ αυτούς τους ασθενείς, ο θεραπευτής δεν μπορεί να μείνει εξωτερικός παρατηρητής. Πρέπει ή να δεσμευτεί, όπως στο μοντέλο διάδρασης μητέρας-παιδιού, ή να κρατήσει δεσμευμένο το γονιό με το παιδί του (απόντος του παιδιού) μέχρι την αποδέσμευσή τους.

Δεν θα σχολιάσω το κάθε κείμενο χωριστά. Θα σας διηγηθώ την ιστορία μου με μια ασθενή, με αφορμή τη συναισθηματική εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο.

Δεν θυμάμαι γιατί ήρθε αυτή η ασθενής μου, που είναι λίγα χρόνια νεότερη από μένα. Δεν θυμάμαι γιατί τότε δεν καταλάβαινα τον λόγο και τώρα γιατί έχει αναπτυχθεί μεταξύ μας μια συναισθηματική οικειότητα που με κάνει να σκέφτομαι ότι είναι φυσικό και δυστυχώς ακόμη αναγκαίο να είμαστε μαζί. Ξέρω πότε ήρθε. Είχε μόλις χωρίσει από έναν άνδρα που ήθελε να την παντρευτεί. Η ασθενής είχε ήδη δύο διαζύγια, πολλές σχέσεις, αλλά δεν είχε βρει ακόμη τον κατάλληλο άνδρα να κάνει παιδί. Το πώς δεν έμεινε ποτέ έγκυος ήταν τότε ένα μεγάλο και αργότερα ένα οδυνηρό ερώτημα. Ξεκινήσαμε την ψυχοθεραπεία μ’ ένα σταθερό πλαίσιο, το οποίο όμως η περιπαικτικότητα και η πληθωριστική ενορμητικότητά της το έκαναν συνεχώς ασταθές. Το πολύ της περίσσευε, το λίγο δεν της έφτανε. Τον περισσότερο καιρό τον περάσαμε σαν ένα ζευγάρι σε συνεχή διέγερση. Ακόμη και στα καλά της ήταν, χωρίς υπερβολή, σαν τις μαινάδες στις Βάκχες του Ευριπίδη, υπό συνεχή τιμωρία και θεϊκή κατοχή. Μιλούσε αδιάκοπα. Από τη βιασύνη της να προλάβει να μου τα πει όλα, γιατί η ώρα πάντα τελείωνε, έτρωγε τις λέξεις. Έλεγε τα πάντα για τους πάντες μαζί. Το παραμικρό την αποσπούσε, δεν επανερχόταν ποτέ, δεν ονειροπολούσαμε ποτέ. Είμασταν γραπωμένες στο εδώ και τώρα, που έδινε την εντύπωση ότι ήταν πάντα το ίδιο και ποτέ με προϊστορία ή μέλλον. Μπορούσα να σκεφθώ γι’ αυτήν μόνη μου στο τέλος της μέρας, αλλά μέχρι την επόμενη συνεδρία είχαμε ξεχάσει το σημαντικό. Έτσι ξεκινούσαμε απ’ την αρχή, ακυρώνοντας κάθε αποχωρισμό. Ο Γρηγόρης Αμπατζόγλου, στο άρθρο του βιβλίου «Γενικές αρχές ψυχοθεραπείας και πώς μπορούμε να τις σκεφτούμε ως προς τα μικρά παιδιά», μου έδωσε το έναυσμα να σκεφτώ, ότι αυτή η γυναίκα, θεωρώντας την κάθε εγκατάλειψη σαν οριστική, δόμησε έτσι την ψυχική της ζωή που να αρνείται αδιάκοπα τον αποχωρισμό της από τον άλλον, αλλά και τον αποχωρισμό από τις ψευδαισθήσεις της, δηλαδή την παιδική παντοδυναμία και την ανδρόγυνη φαντασίωση.

Όσο ο καιρός περνούσε, η θεματολογία περιοριζόταν σε τρεις ενότητες: στην αδυναμία της να ξεφύγει από τον έλεγχο της μητέρας της (πώς όμως να απεξαρτηθεί κανείς από κάποιον, αν πρώτα δεν εξαρτηθεί απ’ αυτόν;), στην περιφρόνηση και ασημαντότητα των ανδρών και στην έλλειψη του παιδιού, μια έλλειψη που όσο πλησίαζε η κλιμακτήριος γινόταν σπαρακτική. «Εγώ θα κάνω παιδί, έτσι δεν είναι γιατρέ;» Η οργισμένη διεκδίκησή της, τις πιο πολλές φορές, μου δημιουργούσε αμηχανία, γιατί δεν μου αρκούσαν οι εξηγήσεις που έδινα σε μια οιδιπόδεια ή ναρκισσιστική βάση. Η αγωνία την έκανε να ψάχνει άνδρες με μόνο αίτημα την πατρότητα και όχι τη σχέση. «Πρώτα τον άνδρα μετά το παιδί» της έλεγα και μου απαντούσε «ό,τι έρθει πρώτο γιατρέ», μικραίνοντας την απόσταση μεταξύ μας, αφού σε κείνη τη φάση η δομική βία της σχέσης μας είχε αρχίσει να εξανθρωπίζεται και, όπως λέει και η Dominique Charlier στο άρθρο του βιβλίου: «Σιωπή! Χτυπώ… Πρόληψη και θεραπευτική αντιμετώπιση της βίας στα παιδιά», είχε αρχίσει να αποδέχεται την πατρική αυθεντία και εγώ να ελπίζω ότι κάποτε θα με ξεφορτωθεί.

Τελικά κάνει τον τρίτο της γάμο μ’ έναν άνδρα καθώς πρέπει, μεγάλης ηλικίας που δέχτηκε και την ίδια και το καημό της για παιδί. Χρειαζόταν κι αυτός επειγόντως ένα εξιτήριο από τη θλίψη προς την αθανασία, αφού πρόσφατα είχε χάσει την μητέρα του. Το ζευγάρι άρχισε να ζει με συγκλίνουσες κατά βάση ταυτίσεις. Για κείνον, η ασθενής μου ήταν φουρτούνα και γι’ αυτήν ήταν έρημος. Σύντομα μένει έγκυος. Ήταν σαν θαύμα. Η ασθενής μου ήταν σίγουρη ότι το παιδί είναι κορίτσι και σκέφτηκε να της δώσει το όνομά μου. Η Αίγλη Μπρούσκου, στο άρθρο της « Η σημασία της ονοματοδοσίας στις σχέσεις γονιών-παιδιού» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, λέει ότι η ονοματοδοσία είναι ένα εργαλείο διατήρησης του κληρονομικού συστήματος, το οποίο συγχρόνως κατασκευάζει και τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω από το παιδί. Επιβάλλει όμως και μια πολιτισμική αντίληψη ομοιότητας. Το παιδί της λοιπόν σε ποιο ψυχικό σύστημα καταγωγής έμελλε να εγγραφεί; Κι αυτή η προσφορά του ονόματός μου στο παιδί ήταν η σφραγίδα της ευγνωμοσύνης ή το σημάδι του μεταβιβαστικού έρωτα; Και έρωτα με τον πατέρα ή τη μητέρα; Απ’ άλλη πάλι το όνομά μου μπορεί να περιέξει μια ανδρόγυνη αυτάρκεια, αφού Αλεξάνδρα σημαίνει αυτή που διώχνει, απωθεί τους άνδρες-εχθρούς.

Δυστυχώς το παιδί πεθαίνει στον τρίτο μήνα. Ήταν παλίνδρομη κύηση. Έτσι είπαν οι γιατροί, βάζοντας σ’ αυτόν τον θάνατο μια από τις πιο ασαφείς, κατά τη γνώμη μου, ιατρικές διαγνώσεις. Είναι δηλαδή απ’ αυτές τις διαγνώσεις που κάνουν την ενοχή που κουβαλά κάθε θάνατος, όπως και κάθε γέννηση, απαρηγόρητη. Από τον γενετικό έλεγχο αποδείχτηκε ότι ήταν κορίτσι. Ακολουθεί ένα βαρύ περιγεννητικό πένθος και, όπως λέει η Marie-Jose Soubieux, στο άρθρο του βιβλίου για «το περιγεννητικό πένθος», ο θάνατος του μωρού είναι ένα βαθύ τραύμα που αγγίζει τη θηλυκή ταυτότητα και ακρωτηριάζει ένα ζωτικό μέρος του εαυτού της γυναίκας. Ποιο μέρος της ασθενούς μου άραγε χάθηκε μαζί με το παιδί της; Η ασθενής μου ένιωθε ντροπιασμένη, ένοχη και απελπισμένη. Μόλις η πραγματικότητα της απώλειας άρχισε να επιβάλλεται, η επιθυμία για ένα άλλο παιδί έγινε φρενίτιδα. Τελικά μένει έγκυος με εξωσωματική γονιμοποίηση με συνθήκες που δεν μου επιτρέπεται να αναφέρω.

Όλη η εγκυμοσύνη χρωματίστηκε από το μετατραυματικό στρες. Δεν γνωρίζω άλλη γυναίκα να έχει κάνει τόσα πολλά υπερηχογραφήματα. Λίγο πριν τον τοκετό είχαν περιληφθεί στην καθημερινότητά της. Η MarieJosé Soubieux, στο άλλο άρθρο της «Το διακύβευμα της σχέσης στο υπερηχογράφημα της κύησης», λέει, ότι το υπερηχογράφημα μπορεί να κινητοποιήσει έντονα αρχαϊκές και οιδιπόδειες φαντασιώσεις, γιατί καταλύει το όριο ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, αφού κάνει το μέσα έξω ένα. Στην ασθενή μου, το υπερηχογράφημα κατεύναζε τον φόβο της τιμωρίας για όλες τις φθονερές και σαδιστικές επιθέσεις προς τη μητέρα της νεότητάς της, η οποία με ευκολία απέκτησε τρία παιδιά.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ασθενής μου γέννησε το γιο της σε ημερομηνία τέτοια, που αν ζούσαν και τα δυο της παιδιά θα είχαν τόση χρονική απόσταση μεταξύ τους όση έχει εκείνη με τον πρώτο της αδελφό. Το ασυνείδητο αγνοεί τον χρόνο στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής, αλλά δεν του είναι άγνωστες οι κυκλικές τροχιές, γι’ αυτό και υπάρχει σε όλους μας ο καταναγκασμός της επανάληψης. Για τον γιο της διαλέγει δύο ονόματα. Το πρώτο –σε πλήρη αχρηστία– παραπέμπει στον πατρικό παππού και συμπτωματικά (;) είναι και το όνομα του μικρότερου κατά δέκα χρόνια αδελφού της. Το δεύτερο είναι το όνομα του Ιησού Χριστού. Το Χρίστος με γιώτα είναι ισοδύναμο με τον εβραϊκό όρο μεσίαχ, μεσσίας δηλαδή και σημαίνει ο χρισμένος.

Κρατώντας τα λόγια του Γρηγόρη Αμπατζόγλου στο βιβλίο, σκέφτομαι ότι αυτό το παιδί που συνελήφθη στην κυριολεξία με ένταλμα, καλείται να ζήσει μια ζωή σε διατεταγμένη υπηρεσία εκπληρώνοντας ένα διαγενεολογικό ένταλμα. Τι έλεγε όμως αυτό το ένταλμα που έβαζε εκ προοιμίου υποθήκη τη ζωή του, όπως έγινε και με τον Ιησού Χριστό;

Μέχρι τα δυόμισι χρόνια του το παιδί είναι εξιδανικευμένο και η ασθενής μου γοητευμένη, αλλά σε αγχώδη υπερπροστατευτικότητα. Ο Boris Vian χιουμοριστικά βάζει μια μαμά να λέει: «αγαπώ τόσο το παιδί μου, που δεν σκέφτομαι παρά το χειρότερο που μπορεί να του συμβεί». Και η ασθενής μου λέει: «δεν μπορώ να του δώσω μήλο να φάει, γιατί δεν έχω κάνει ακόμα μαθήματα πρώτων βοηθειών». Ξέρετε αυτές οι δύο συνθήκες, δηλαδή η εξιδανίκευση και η υπερπροστατευτικότητα, οφείλονται στον αποτελεσματικό αντιδραστικό μηχανισμό κατά των ευχών θανάτου, οι οποίες ευχές δεν αφορούν το παιδί, αλλά τις αναπαραστάσεις τις ασυνείδητες των οποίων το παιδί είναι φορέας. Δυστυχώς όμως τις υφίσταται το ίδιο παιδί.

Εγώ όλο αυτό τον καιρό καταλάμβανα άλλοτε τη θέση μιας καλής πρωταρχικής μητέρας, η οποία όπως στα παραμύθια ήταν καλή γιατί είχε πεθάνει ή είχε εξαφανισθεί και άλλοτε καταλάμβανα την άδεια θέση του συντρόφου της, που εξελισσόταν για την ασθενή μου στο απόλυτο μισητό και στερητικό αντικείμενο. Ζούσε παντρεμένη με το σαδιστικό γονεϊκό υπερεγώ της. Δεν ήταν άδικη εντελώς. Ο άνδρας της την απέρριπτε σαν γυναίκα και μητέρα κινητοποιώντας την αντιζηλία της. Είχε καταλάβει την ανάγκη της να μη μοιράζεται με κανέναν το παιδί της.

Τα πρώτα σύννεφα εμφανίστηκαν όταν ο μικρός μπήκε σε μια ομάδα με συνομήλικους για δημιουργική απασχόληση. Εκεί φάνηκε ότι δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τον ρυθμό της ομάδας. Ήταν ένας ταραξίας ή αμέτοχος. Δεν μ’ ανησύχησε αυτό. Ούτε η σιελόρροια, ούτε η γκρίνια, αλλά το γεγονός ότι το παιδί, ενώ είχε αρχίσει να μιλάει, σταμάτησε εντελώς ακόμα και να την προσφωνεί. Την παρέπεμψα σε παιδοψυχίατρο. Αρχικά της μίλησαν για συναισθηματική ανωριμότητα. Δεν είχε κλείσει ακόμη τα τρία του χρόνια και, όπως λέει και ο Pierre Delion στο βιβλίο, στο πολύ εμπεριστατωμένο άρθρο του «Πρώιμη κλινική ανίχνευση», έπρεπε να τηρηθεί μια επιφυλακτική στάση αναμονής. Μέχρι τότε προτάθηκε εργοθεραπεία. Αργότερα προστέθηκε και λογοθεραπεία και ευτυχώς αποκλείστηκε ο αυτισμός. Το παιδί λοιπόν τώρα κοντά στα τέσσερα μαθαίνει με τη βοήθεια των ειδικών να έχει πρόσβαση στον λόγο. Εγώ, χωρίς να είμαι παιδοψυχίατρος, καταλαβαίνω ότι το παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο παλινδρόμησης και η ασθενής, όπως φαντάζεσθε, βρίσκεται σε ναρκισσιστικό πένθος. Και αυτή τη φορά είναι οι ειδικοί που την ακρωτηριάζουν. Έχουμε λοιπόν καθήκον σαν ομάδα, όπως λέει και ο Didier Houzel στο άρθρο του βιβλίου για «Την προληπτική εφαρμογή της μεθόδου της Εsther Bick», να περιέξουμε τη γονεϊκή οδύνη, να ξαναδώσουμε αξία στους γονείς και ο καθένας απ’ τη μεριά του να δουλέψει μ’ αυτή την οικογένεια που έχει τελικά φτωχή ικανότητα για ψυχική επεξεργασία.

Ένα ισχυρό ερέθισμα γι’ αυτή την παρουσίαση ήταν προφανώς το βιβλίο και επιπλέον, ένα μικρό βιντεάκι που μου έδειξε η ασθενής για να καταλάβω πόσο ανυπόφορα γκρινιάρης είναι ο γιος της. Στο βίντεο είδα όλο σχεδόν το πρόγραμμα επίδειξης υπακοής δύο δελφινιών, ομολογώ πολύ χαριτωμένων. Μαμά και γιος δεν φαίνονται πουθενά. Ακούγεται μόνο η φωνή της μαμάς που εξηγεί και περιγράφει συνεχώς. Μου λέει πονεμένα: «βλέπεις βρε γιατρέ; Μιλάω εγώ συνέχεια, γιατί ο γιος μου δε λέει ακόμα τίποτα». Ο μικρός κάποια στιγμή βαριεστημένος της λέει: «δε θέλω άλλο». Αυτή συνεχίζει το εκπαιδευτικό καθήκον με διδασκαλική μανία, χωρίς να τον ακούει, γιατί έχει στο μυαλό της να του δείξει όλο το πρόγραμμα. Ο μικρός επαναλαμβάνει: «δε θέλω άλλο» και ξανά δεν τον ακούει και βέβαια μετά αρχίζει η γκρίνια και ο σαματάς. Της λέω: «σας είπε όμως ότι δεν θέλει άλλο». Με έκπληξη μου απαντάει: «είπε έτσι; Εγώ δεν τ’ ακούω».

Στο άρθρο του Laurent DαnοnBoileau «Σοβαρές διαταραχές της επικοινωνίας και της γλώσσας στα μικρά παιδιά» διαβάζω: το ζήτημα των δυσκολιών στον λόγο των παιδιών έχει μια εργαλειακή διάσταση, αλλά και μια άλλη διάσταση σχετική με την ψυχική διεργασία που υποστηρίζει τον λόγο. Αυτή η ψυχική διεργασία μέσω της μητέρας του παιδιού με αφορά. Αν θεωρήσουμε τα ασυνείδητά μας σαν συγκοινωνούντα δοχεία, αναρωτήθηκα, τι δεν ακούω εγώ που μου λέει η ασθενής μου, έτσι που να χρειάζεται το παιδί της τη σιωπή. Δεν εμφορούμαι από ερμηνευτικό μεγαλοϊδεατισμό. Ούτε ξεχνάω ότι το παιδί είναι ένας τόπος μαζικών προβολών από τη μεριά και των δυο γονιών. Το ασυνείδητο όμως των παιδιών όπως και των ενηλίκων ασθενών στην έναρξη και στην εξέλιξη της παλινδρόμησης έχει διαφάνεια. Κρατώ δύο ακόμη δεδομένα στο μυαλό μου. Με τα παιδιά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας κάποιου γονιού τους νιώθω ψυχική συγγένεια. Αυτό μου δημιουργεί μια ετοιμότητα, την οποία πρέπει να ελέγχω τις περισσότερες φορές. Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι η ψυχοθεραπεία είναι και μια ανθρώπινη σχέση, που εκτός από το μεταβιβαστικό έχει και ένα πραγματικό ανακάτεμα. Μιμούμαστε τους ασθενείς μας και μας μιμούνται. Τους μοιάζουμε και μας μοιάζουνε. Αναρωτήθηκα, τι έχει πάρει από μένα όλα αυτά τα χρόνια και τι έχω πάρει εγώ από κείνη. Αυθόρμητα απάντησα τίποτα. Τι ήταν αυτό το τίποτα; Μετά την αρχική έκπληξη, ντράπηκα. Γιατί, όπως λέει και ο Γρηγόρης Αμπατζόγλου, η ψυχοθεραπεία είναι μια ιδιαίτερη δράση με θεραπευτικό στόχο και διέπεται από κανόνες. Ένας από αυτούς είναι ότι δεν κρατάμε σε θεραπευτική ομηρία τους ασθενείς μας προς όφελός μας. Αυτό το θυμωμένο τίποτα με οδήγησε να καταλάβω το είδος του δεσμού που είχε εγκατασταθεί με τα χρόνια μεταξύ μας. Χρησιμοποιώντας τα λόγια της Miri Keren, στο άρθρο του βιβλίου «Η θεραπευτική χρήση της θεωρίας του δεσμού σε περιπτώσεις εγκατάλειψης του βρέφους», θα έλεγα ότι την πλησίαζα πάντα με ένα συναισθηματικό μούδιασμα. Ήταν μια στρατηγική αποφυγής, για να προφυλάξω τον πιο σταθερό ψυχικό δεσμό μαζί της, τον δεσμό που ο Bion ονομάζει Κ από knowledge = γνώση, που παραπέμπει στην ικανότητα του θεραπευτή να δίνει νόημα στα ψυχικά δρώμενα. Η διάσπαση των συνεδριών, τα περάσματα στην πράξη, η ακραία αμφιθυμία και κυρίως η προβλητική ταύτιση με οδήγησαν στη θέση που είχε και έχει σαν παιδί με τη μητέρα της. Αδιαφορούσε για τη μητέρα της, ενώ υπέφερε πολύ. Είναι το σχήμα εκείνου του δεσμού που λέει: «όποτε έχω ανάγκη να είμαι κοντά σε κάποιον άνθρωπο που με φροντίζει, αυτός πάντα με απορρίπτει». Εγώ λοιπόν έχοντας ένα ψυχαναλυτικό ιδεώδες στο μυαλό μου, απότοκο εκπαίδευσης από μια ψυχαναλυτική εταιρία, η οποία όπως και όλες οι άλλες ψυχαναλυτικές εταιρίες διδάσκουν αλλά και επιβάλουν για λόγους πολιτικής τη φόρμα, μετέθετα συνεχώς στο μέλλον την ελπίδα για μια καλή ψυχαναλυτική δουλειά, ενώ η ασθενής μου προσπαθούσε να μεγαλώσει ερήμην μου, όπως οι αμήτορες γυναίκες που είναι στερημένες από την καταγωγική μητρική αναφορά. Στερημένη από μια μάνα, απρόθυμη να αφήσει την κόρη της να τη μεγαλώσει και ανίκανη να χαρεί το μεγάλωμα του παιδιού της. Αυτή η μάνα απηυδισμένη γιατί η κόρη δεν χωρούσε στη φόρμα της, της έδωσε κατάρα να της μοιάσει το παιδί της. Και η ασθενής μου, σαν τον Οιδίποδα, για να αποφύγει τον χρησμό, θα πληρώσει με το πρώτο της παιδί το τίμημα αίματος για να γίνει μητέρα και προστατευμένη από την παρθενογενετική εξωσωματική σύλληψη, θα κρατήσει το δεύτερο. Η βιοτεχνολογία όμως ποτέ δεν αποτέλεσε φραγμό στην ψυχική κληρονομικότητα. Το αντίθετο θα έλεγα. Συμπλησιάζει το φανταστικό με το πραγματικό τόσο πολύ που κάνει την ανάδυση των ασυνείδητων αναπαραστάσεων ευκολότερη. Έτσι λοιπόν και η ασθενής μου αφήνεται στην ανδρόγυνη φαντασίωσή της, τη μόνη φαντασίωση που προστατεύει από τον πόνο της έλλειψης και της διαφορετικότητας και φτιάχνει τον γιο της καθ’ εικόνα και ομοίωση, με σκοπό όχι μόνο να μην τον αποχωριστεί ποτέ, αλλά και με τον κρυφό πόθο να άρει την κατάρα. Εκείνο λοιπόν που ζητάει από το παιδί της η ασθενής μου δεν είναι να αποδείξει με το μεγάλωμά του ότι έχει καλύτερη μητέρα απ’ τη γιαγιά του, αλλά του ζητάει να είναι τόσο καλός που επιτέλους η γιαγιά του να αναγνωρίσει τη μαμά σαν παιδί της. Να την συμπεριλάβει πάλι, αν την είχε ποτέ, στη μητρική γη. Γι’ αυτές τις δυο γυναίκες όμως η ευγνωμοσύνη είναι ανυπόφορη. Είναι και οι δύο τόσο γοητευμένες από την παντοδυναμία τους! Γι’ αυτό και το παιδί κινδυνεύει, όπως ο Ιησούς Χριστός, να μεταφέρει τον λόγο του γονιού του με τίμημα την ψυχική του ζωή.

Δεν σας μίλησα καθόλου για τον πατέρα της. Σχεδόν σ’ όλη της τη ζωή προσπαθούσε να καταργήσει την αγάπη της για κείνον. Να ακυρώσει την εικόνα του, όπως ένιωθε ότι την ακύρωνε εκείνος επειδή ήταν κορίτσι. Η προσπάθεια αυτή κλόνισε την ταύτιση μαζί του και ενίσχυσε την ψυχική αμφισεξουαλικότητά της. Η εκούσια διαγραφή της όμως απ’ την πατρική κληρονομιά της δημιουργεί αμηχανία. Δεν ξέρει σε ποιον άνδρα θα μοιάσει ο γιος της. Φοβάμαι ότι θα τον κάνω ομοφυλόφιλο, μου λέει τη μια φορά. Την άλλη πάλι μου λέει ότι θα έχει πολλές γυναίκες και σε κείνη δεν θα αρέσει καμιά. Υπήρχε και φορά που χρειάστηκε να της πω αυστηρά ότι ακόμη κι αν είναι ο μονάκριβος γιος δεν επιτρέπεται να τον αφήνουμε να αυνανίζεται πάνω μας. Βέβαια το γεγονός ότι παραμένει ακόμα παντρεμένη και δεν χρειάστηκε να καταφύγουμε στις νομικές γνώσεις που εκθέτει η Ασημίνα Φιλιοπούλου στο άρθρο του βιβλίου «Σε ποιόν ανήκει ένα παιδί» είναι καλό σημάδι. Μπορούμε μάλλον να ελπίζουμε.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι όλο το βιβλίο λειτούργησε για μένα σαν ένας σοβαρός και καλοπροαίρετος επιβλέπων, που καθοδηγεί και παροτρύνει με αυστηρότητα επαγγελματική χωρίς να επιβάλλει μια θεραπευτική φόρμα. Ένας επιβλέπων που ορίζει την πειθαρχία χωρίς να απαιτεί υποταγή, που πυροδοτεί τη δημιουργική σκέψη προς όφελος και του ασθενή και του θεραπευτή. Για τη βοήθεια που μου πρόσφεραν, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους παρόντες και απόντες συντελεστές και συνδημιουργούς του βιβλίου και να ευχαριστήσω και σας για την υπομονή σας να μ’ ακούσετε.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.