Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ελένη Λαζαράτου
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής, Α΄ Ψυχιατρική Κλινική, ΕΚΠΑ

σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]

Η ψυχαναλυτική θεώρηση του αυτισμού

Ομιλία στην Ημερίδα με θέμα «Ψυχανάλυση και Νευροεπιστήμες: το παράδειγμα του Αυτισμού» που οργάνωσε η A´ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών & το Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγιεινής Βύρωνα-Καισαριανής Υπηρεσία Παιδιών και Εφήβων σε συνεργασία με την Παιδοψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Necker-Enfants Malades, Παρίσι & τη Παιδοψυχιατρική Υπηρεσία της Γ΄ Παν. Ψυχιατρικής Κλινικής Α.Π.Θ., Νοσ. ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη. Αθήνα 30 Μαΐου 2014.

Ο αυτισμός είναι μια πολύπλοκη διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μειωμένες δεξιότητες και σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά την κοινωνική συναλλαγή και επικοινωνία, τη μειωμένη συναισθηματική επαφή και την επαναλαμβανόμενη στερεότυπη συμπεριφορά. Η αυτιστική διαταραχή εμποδίζει την ανάπτυξη ορισμένων ψυχολογικών δεξιοτήτων, που είναι απαραίτητες για την υποκειμενοποίηση και την απόκτηση ταυτότητας.

Ο αυτισμός στα σύγχρονα ταξινομητικά συστήματα εντάσσεται στις διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές. Οι αναπτυξιακές διαταραχές είναι μια ετερογενής κατηγορία διαταραχών, των οποίων η έναρξη τοποθετείται πάντοτε κατά τη διάρκεια της νηπιακής ή της παιδικής ηλικίας, και συνδέονται στενά με τη βιολογική ωρίμανση του κεντρικού νευρικού συστήματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στις προσβαλλόμενες λειτουργίες περιλαμβάνονται η γλώσσα, οι οπτικο-χωρικές δεξιότητες ή/και ο συντονισμός των κινήσεων. Εκτός από τις καθυστερήσεις σ’ αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται και οι αποκλίσεις από το φυσιολογικό, όπως είναι η περίπτωση των αυτιστικών διαταραχών.

Ο E. Bleuler εισήγαγε για πρώτη φορά τον όρο, αναφερόμενος στην κλινική εικόνα της σχιζοφρένειας ενηλίκων. Θεώρησε τον αυτισμό σαν υπερβολή ενός φυσιολογικού φαινομένου που οδηγεί στην απομόνωση. Ο σχιζοφρενής συνήθως υπό την επήρεια του παραληρήματος αποτραβιέται στον εαυτό του, χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και απομονώνεται σ’ έναν φανταστικό κόσμο.

Στην παιδοψυχιατρική, ο όρος αυτισμός εισήχθη από τον L. Kanner, ο οποίος το 1943 δημοσίευσε 11 περιπτώσεις παιδιών, που παρουσίαζαν «Αυτιστικές διαταραχές της συναισθηματικής επαφής». Η τυπική κλινική εικόνα που περιέγραψε ισχύει μέχρι σήμερα. Τα παιδιά αυτά ήταν κλεισμένα στον εαυτό τους, χωρίς ικανότητες επικοινωνίας και βλεμματική επαφή. Παρουσίαζαν διαταραχές στον λόγο, στερεοτυπίες των κινήσεων και επιθετικότητα όταν κάτι άλλαζε στο περιβάλλον τους. Η φυσική ανάπτυξη αυτών των παιδιών και η σωματική τους υγεία ήταν καλή. Οι οικογένειές τους ανήκαν στη μεσαία τάξη και ο Kanner διέκρινε μια συναισθηματική ψυχρότητα των μητέρων απέναντι στα παιδιά τους. Ενώ ο Kanner περιορίστηκε στην κλινική περιγραφή και δεν ασχολήθηκε με την αιτιοπαθογένεια του αυτισμού, αυτή του η παρατήρηση έστρεψε τα βλέμματα στη συμμετοχή του περιβάλλοντος στην δημιουργία του αυτισμού.

Η αιτιοπαθογένεια του αυτισμού έγινε στη συνέχεια αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των υποστηρικτών της οργανικής αιτιολογίας και εκείνων της ψυχολογικής προέλευσης. Σήμερα επανειλημμένες ερευνητικές μελέτες έχουν αποδείξει τη βιολογική διάσταση του αυτισμού που περιλαμβάνει και μια γενετική συνιστώσα. Η συμμετοχή του περιβάλλοντος εξακολουθεί να συζητείται, όχι ως γενεσιουργός αιτία. αλλά ως προς την αλληλεπίδρασή της με τις ήδη υπάρχουσες βιολογικές συνιστώσες.

Κλασικές ψυχαναλυτικές θέσεις για τον αυτισμό

Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες ασχολούνται λιγότερο με την αιτιοπαθογένεια της διαταραχής και περισσότερο με την κατανόηση των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται από ένα αυτιστικό παιδί, το οποίο στερείται μια φυσιολογική επικοινωνία και δεν περνάει από τα φυσιολογικά αναπτυξιακά στάδια για να οργανώσει την αναπαράσταση του κόσμου.

Είναι αδύνατον να περιγραφεί μία μοναδική θέση της ψυχανάλυσης για τον αυτισμό.

Κάθε αναλυτής ξεκινώντας από βασικές ψυχαναλυτικές αρχές αναπτύσσει διαφορετικά θεωρητικά μοντέλα. Η βασική ψυχαναλυτική θέση απορρέει από τη φροϋδική θεωρία που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη νευρωτική παθολογία ως καθήλωση ή παλινδρόμηση της libido. Στην καθήλωση, η libido προσκολλάται έντονα σε ορισμένα πρόσωπα ή εικόνες του παρελθόντος, αναπαράγει συγκεκριμένους τρόπους ικανοποίησης ή παραμένει οργανωμένη σύμφωνα με τη χαρακτηριστική δομή κάποιου από τα εξελικτικά στάδια της ανάπτυξης. Η παλινδρόμηση υποδηλώνει την επιστροφή του ατόμου σε προγενέστερες φάσεις της ανάπτυξής του. Σύμφωνα με τη γενετική άποψη, η παθολογία καθορίζεται από το συγκεκριμένο εξελικτικό στάδιο στο οποίο έχει συμβεί καθήλωση ή παλινδρόμηση της libido.

Στην αρχή της ψυχικής ανάπτυξης, στο στάδιο του πρώιμου ναρκισσισμού, η libido βρίσκεται συγκεντρωμένη στο Εγώ. Ο αυτισμός δηλώνει την καθήλωση ή παλινδρόμηση της libido σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο του πρώιμου ναρκισσισμού, που δεν έχει ακόμη συμβεί η διαφοροποίηση του εαυτού από το αντικείμενο.

Στην αρχή ο αυτισμός ήταν αδιαφοροποίητος από την παιδική ψύχωση και οι εργασίες των Anna Freud, Melanie Klein και Donald Winnicott δεν διαφοροποιούσαν τις ψυχικές διεργασίες που συναντώνται στις δύο κλινικές οντότητες. Αργότερα διατυπώθηκε η άποψη ότι ο αυτισμός διαφέρει από την παιδική ψύχωση στο ότι αναφέρεται σε μια πρωιμότερη διαταραχή από ότι η ψύχωση. Η ψύχωση αντανακλά την προβληματική της συμβίωσης, δηλώνει την αδυναμία αποχωρισμού από το αντικείμενο, ενώ ο αυτισμός είναι η καθήλωση σε μια κατάσταση πριν από την εξατομίκευση του εαυτού όταν δεν έχουν μπει ακόμη σε διεργασία οι μηχανισμοί προβλητικής ταύτισης. Αυτό που χαρακτηρίζει τον αυτισμό είναι η απουσία έκφρασης της ψυχικής ζωής, ενώ ακόμη και στις πρώιμες ψυχώσεις η ψυχική ζωή εκφράζεται. Η «ψυχωτικοποίηση» χρησιμοποιήθηκε από ορισμένους ψυχαναλυτές και σαν ένδειξη θεραπευτικής προόδου και σημάδι εξόδου από την αυτιστική απομόνωση του παιδιού.

Θεωρείται ότι η M. Klein ήταν η πρώτη που εφάρμοσε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία σ’ ένα αυτιστικό παιδί. Αν και η Klein δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «αυτισμός», περιγράφει στο άρθρο της «Η σημασία της δημιουργίας συμβόλων στην ανάπτυξη του ‘Εγώ’», που δημοσιεύτηκε το 1930, την θεραπεία ενός μικρού αγοριού 4 ετών, του οποίου η συμπτωματολογία αντιστοιχεί σε εκείνη των αυτιστικών παιδιών. Το παιδί που ονομαζόταν Dick δεν είχε συναισθηματικές αντιδράσεις, ήταν αδιάφορο στην παρουσία ή στην απουσία της μητέρας του. Εκτός από ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον που είχε για τα τρένα, δεν ενδιαφερόταν για τίποτε άλλο, δεν έπαιζε και δεν είχε καμία επαφή με ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Δεν είχε λόγο, αλλά επαναλάμβανε ήχους χωρίς σημασία. Ήταν αδιάφορος απέναντι στα αντικείμενα και στα παιχνίδια και δεν μπορούσε να καταλάβει τη λειτουργία και τη σημασία τους. Εκτός από τα τρένα ενδιαφερόταν για τα χερούλια από τις πόρτες, τις οποίες άνοιγε και έκλεινε με επαναληπτικό τρόπο.

Η M. Klein, υπογραμμίζει τη δυσκολία αυτών των παιδιών να επιτύχουν τη δημιουργία συμβόλων. Ο αυτισμός αντιπροσωπεύει την αποτυχία του τρόπου με τον οποίο ο ψυχισμός του παιδιού δομείται σε σχέση με το περιβάλλον του, την μητέρα ή το πρωταρχικό αντικείμενο. Δείχνει επίσης την αδυναμία να τεθούν οι βάσεις της ψυχικής οργάνωσης και τις μεγάλες ελλείψεις που προκύπτουν από τη μη δυνατότητα πρώιμης συμβολοποίησης.

Το περιβάλλον προκαλεί τον αυτισμό: B. Bettelheim

Ο Bruno Bettelheim, εκπαιδευτικός γεννημένος στην Αυστρία, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί και στην ψυχανάλυση, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έγινε γνωστός με τη δημιουργία το 1947, στο Σικάγο, της Ορθογενετικής Σχολής. Επρόκειτο για ένα οικοτροφείο με αυστηρά δομημένο περιβάλλον, όπου τα αυτιστικά παιδιά ζούσαν αποκομμένα από τους γονείς τους. Ο Bettelheim περιέγραψε τον αυτισμό στο βιβλίο του «Το άδειο κάστρο». Η προσωπική του εμπειρία από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, συνέβαλε στη διαμόρφωση της θεωρίας του. Είχε παρατηρήσει ότι ορισμένοι κρατούμενοι πιστεύοντας ότι οποιαδήποτε πράξη τους δεν μπορούσε παρά να χειροτερέψει την κατάστασή τους κλείνονταν στον εαυτό τους. Αυτή η πραγματικά κατατονική συμπεριφορά έδινε την εντύπωση ότι υιοθετούσαν τη θέληση των δημίων τους. Κατ’ αναλογία είναι η εικόνα ενός παιδιού που εκδηλώνει μια δραστηριότητα, αλλά δεν παίρνει απάντηση από το περιβάλλον. Βιώνει τα αρνητικά συναισθήματα που πιστεύει ότι προκαλεί στο περιβάλλον και ζει σε μια μεγάλη απελπισία. Για να προστατευθεί σταματά κάθε δραστηριότητα, αποσύρεται, αποεπενδύει τον έξω κόσμο και απομονώνεται στον εαυτό του. Επειδή όμως η ψυχική του ζωή δεν μπορεί να αναπτυχθεί λόγω έλλειψης αλληλεπιδράσεων με το περιβάλλον, φτωχαίνει και τελικά καταλήγει «άδειο κάστρο».

Ο Bettelheim χρησιμοποίησε την έννοια «ακραία κατάσταση» για να περιγράψει τον κόσμο έτσι όπως τον βιώνει ένα αυτιστικό παιδί, δηλαδή, σαν ένα ακατανόητο σύμπαν, στο οποίο δεν μπορεί να προσαρμοστεί παρά μόνο χρησιμοποιώντας στερεοτυπίες και τελετουργίες. Η υπόθεση ότι το περιβάλλον ήταν υπεύθυνο για την αυτιστική εξέλιξη τροφοδότησε την άποψη ότι γονείς που δεν επιθυμούν το παιδί τους ή ήταν συναισθηματικά αποσυρμένοι μπορούσαν να είναι άμεσα υπεύθυνοι για την εμφάνιση του αυτισμού. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία, ο Bettelheim απέκλειε τη συμμετοχή των γονέων στη θεραπευτική αντιμετώπιση των παιδιών και δεν επέτρεπε ούτε να τα επισκέπτονται στη Σχολή Ορθογενετικής.

Η σχολή του αποτελούσε κέντρο εκπαίδευσης και διέθετε πολυάριθμο και εξειδικευμένο προσωπικό. Ο ίδιος παρείχε την εποπτεία και εφάρμοζε ψυχαναλυτικές μεθόδους, αναλύοντας τη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση. Μελετούσε τα συμπτώματα του παιδιού και την επίδραση αυτών των συμπτωμάτων στα συναισθήματα των νοσηλευτών, που στη συνέχεια καθόριζαν τη στάση τους απέναντι στο παιδί. Βασιζόμενος σε αυτές τις συναισθηματικές αλληλεπιδράσεις, φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει μια διαπροσωπική σχέση με το αυτιστικό παιδί και να το τραβήξει από την απομόνωσή του.

Αν και ο Bettelheim προσπάθησε να κατανοήσει τον αυτισμό και να εφαρμόσει ψυχαναλυτικές αρχές στην αντιμετώπισή του, οι υποθέσεις για έλλειμμα επένδυσης ή αρνητική επένδυση του παιδιού από τους γονείς οδήγησαν στην αποδοχή της θεωρίας για την ψυχογένεση του αυτισμού.

Η υιοθέτηση αυτής της θεωρίας από τους συγχρόνους του ψυχαναλυτές οδήγησε σε λανθασμένη αντιμετώπιση των γονέων που κατηγορούντο για την αυτιστική εξέλιξη του παιδιού τους. Η άποψη ότι η μητρική κατάθλιψη ή η κακή γονεϊκή συμπεριφορά ευθύνονται για τον αυτισμό επικρατούσε μέχρι πρόσφατα στα θεραπευτικά περιβάλλοντα που λειτουργούσαν με ψυχοδυναμική κατεύθυνση.

Ο αυτισμός ασπίδα προστασίας: France Tustin

Η F. Tustin, αγγλίδα ψυχαναλύτρια, δημοσίευσε το 1972 το βιβλίο της «Αυτισμός και ψύχωση του παιδιού». Είναι ακόμη η εποχή που τα διαγνωστικά κριτήρια δεν είναι ακόμη σαφώς διακριτά ανάμεσα στον αυτισμό και την παιδική ψύχωση. Η Tustin διατυπώνει την άποψη ότι «ο παθολογικός αυτισμός είναι ένα σταμάτημα ή μια παλινδρόμηση σε ένα πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης». Επηρεασμένη από τις θεωρίες της M. Mahler, μιλάει για τον φυσιολογικό αυτισμό που αντιστοιχεί στα πρώιμα στάδια ανάπτυξης, περίοδο κατά την οποία το παιδί προστατεύεται από μια βίαιη συνάντηση με την πραγματικότητα.

Αυτός ο φυσιολογικός αυτισμός θεωρείται παροδικός. Όταν όμως υπάρχει απουσία κατάλληλων μητρικών φροντίδων ή αδυναμία του βρέφους να τις αποδεχθεί, τα αυτιστικά φαινόμενα έχουν τάση να εδραιωθούν.

Η F. Tustin ξεκινάει με την υπόθεση ότι στην αρχή το παιδί έχει την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι συνώνυμα ή προέκταση του σώματός του. Η πρώιμη ρήξη της συνέχειας στόμα του παιδιού-στήθος της μητέρας βιώνεται σαν χωρισμός, με απώλεια ενός τμήματος του ίδιου του σώματος του παιδιού. Η απουσία του στήθους φαίνεται σαν μια μαύρη τρύπα καταδιωκτική για το παιδί. Για να αντισταθεί προσπαθεί με τη χρησιμοποίηση άψυχων αντικειμένων (και την απουσία επαφής με έμψυχα αντικείμενα) να συμπληρώσει το ίδιο του το σώμα, να αρνηθεί τη μη-συνέχεια ανάμεσα στο σώμα του και το περιβάλλον. Ο παθολογικός αυτισμός προέρχεται και εδραιώνεται στην προσπάθεια προστασίας απέναντι στην ψυχωτική κατάθλιψη, «τη μαύρη τρύπα».

Τα «αυτιστικά αντικείμενα» τοποθετούνται στη συνέχεια της «αυτιστικής ψευδαίσθησης». Η προσφυγή σ’ αυτά δείχνει ότι το αυτιστικό παιδί αντί να ζει εσωτερικοποιημένες δημιουργικές εμπειρίες με τη μητέρα του, ζει παρόμοιες εμπειρίες με άψυχα αντικείμενα στην επιφάνεια του ίδιου του σώματός του. Κάθε παιδί χρησιμοποιεί τα αυτιστικά αντικείμενα με τον δικό του τρόπο που δεν αντιστοιχεί στην πραγματική λειτουργία του αντικειμένου. Αυτά τα αντικείμενα δεν συνδυάζονται με καμιά φαντασίωση κανενός είδους.

Για να διευκολύνει τη θεραπευτική προσέγγιση η F. Tustin διαχώρισε τρεις μεγάλες κατηγορίες αυτισμού:

• Πρώιμος παθολογικός αυτισμός: Θεωρείται προέκταση του πρώιμου φυσιολογικού αυτισμού. Η ανεπάρκεια ή η κακή ποιότητα των μητρικών φροντίδων στερούν το παιδί από αισθητηριακά ερεθίσματα και το εμποδίζουν να συνειδητοποιήσει τον εξωτερικό κόσμο. Το παιδί οδηγείται σε μια κατάσταση μαρασμού, παθητικό και χαλαρό. Η Tustin τα ονομάζει «παιδιά αμοιβάδες».

• Δευτερογενής αυτισμός: Αντιστοιχεί σε ένα σταμάτημα της ανάπτυξης και θεωρείται άμυνα ενάντια στον πανικό που προκαλείται από έναν αβάσταχτο χωρισμό. Η πρώιμη διακοπή των μητρικών φροντίδων δεν οδηγεί όπως στον πρώτο τύπο στη μη διαφοροποίηση του Εγώ από το μηΕγώ, αλλά σε μια ολοκληρωτική άρνηση. Το παιδί κατασκευάζει ένα προστατευτικό κέλυφος που το προστατεύει, αλλά και το απομονώνει από τον εξωτερικό κόσμο. Είναι τα «παιδιά οστρακόδερμα».

• Δευτερογενής αυτισμός με παλινδρόμηση και διανοητική σύγχυση: Αντιστοιχεί στην παιδική ψύχωση. Αυτά τα παιδιά έχουν αναπτυχθεί σχεδόν κανονικά μέχρι που ένα τραυματικό γεγονός θα δείξει την ευθραυστότητα της προσωπικότητάς τους. Είναι παιδιά πολύ ήσυχα, προσαρμοσμένα που έχουν αναπτύξει μια ψευδοσχέση με τη μητέρα τους. Ένα εξωτερικό στρες τα κάνει να παλινδρομούν προς τα αυτιστικά μέρη της προσωπικότητάς τους. Η ύπαρξη φαντασιωσικής ζωής τα διαχωρίζει από τις προηγούμενες κατηγορίες αυτισμού. Πρόκειται για φαντασιώσεις ιδιαίτερα συνυφασμένες με τις σωματικές ανάγκες.

Ανάλογα με τον τύπο του αυτισμού, η Tustin προτείνει τη θεραπευτική του αντιμετώπιση. Τα βρέφη που παρουσιάζουν έναν πρώιμο παθολογικό αυτισμό έχουν ανάγκη από αισθητηριακά ερεθίσματα, από κατάλληλες φροντίδες που να μπορούν να αντικαταστήσουν τις μητρικές. Για τα μεγαλύτερα παιδιά, η ψυχοθεραπεία περνάει από δύο φάσεις. Η πρώτη έχει στόχο την κατάργηση των αυτιστικών αντικειμένων, την αντικατάστασή τους από μεταβατικά αντικείμενα και κατόπιν από συμβολικές πραγματοποιήσεις. Η δεύτερη στοχεύει στην ανάπτυξη της πνευματικής λειτουργίας και στην απόκτηση του αισθήματος της ταυτότητας.

Σε μετέπειτα δημοσιεύσεις της, η F. Tustin αναθεώρησε τις απόψεις της σχετικά με τον πρώιμο αυτισμό. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από τις παρατηρήσεις βρεφών και την αλληλεπιδραστική σχέση που εγκαθιστούν με τη μητέρα τους, δέχεται ότι δεν υπάρχει μια φυσιολογική αυτιστική φάση και άρα ο αυτισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα σταμάτημα ή μια παλινδρόμηση σ’ αυτή τη φάση. Ο όρος αυτισμός πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για να περιγράψει παθολογικά φαινόμενα που αποτελούν ένα σύστημα προστατευτικών αλλά ταυτόχρονα παραμορφωτικών εμπειριών που αναπτύχθηκαν για να αντιμετωπισθεί το παιδικό τραύμα του χωρισμού από το σώμα της μητέρας.

Υπερβολή των αισθητηριακών αντιλήψεων: Donald Meltzer

O D. Meltzer, βρετανός ψυχαναλυτής, δημοσίευσε το 1975 τις «Εξερευνήσεις στον κόσμο του αυτισμού». Πρόκειται για ένα ομαδικό έργο με συνεργασία κλαϊνικών ψυχαναλυτών που είχαν σε θεραπεία αυτιστικά παιδιά. Κατά τον Meltzer, πρέπει να πρέπει να διαχωριστούν οι διαφορετικές καταστάσεις που καλύπτονται από τον γενικό όρο του αυτισμού. Οι μετ’ αυτιστικές καταστάσεις θεωρούνται υπολείμματα των καθαρά αυτιστικών καταστάσεων και η βαρύτητά τους είναι ανάλογη του χρόνου που το παιδί πέρασε μέσα στην αυτιστική απομόνωση.

Η καθαρά αυτιστική κατάσταση χαρακτηρίζεται από την απουσία πνευματικής ζωής. Η ικανότητα προσοχής, μηχανισμός ενεργητικός, επιτρέπει στο παιδί να συνδυάσει και να ενοποιήσει τις διάφορες αισθητηριακές αντιλήψεις και να φθάσει έτσι σε μια συνολική αντίληψη του αντικειμένου. Η αναστολή αυτής της διεργασίας στο αυτιστικό παιδί οδηγεί στο «κομμάτιασμα» (démantèlement), βασική έννοια του έργου του Meltzer. Πρόκειται για μια διεργασία που δημιουργεί διάσπαση. Η πνευματική οργάνωση «πέφτει παθητικά σε κομμάτια». Οι διαφορετικές αισθητηριακές αντιλήψεις υπάρχουν έτσι όπως είναι χωρίς να οργανώνονται γύρω από έναν άξονα, χωρίς να απαρτιώνονται στο Εγώ. Ο ψυχισμός του παιδιού παρομοιάζεται με έναν τοίχο από τούβλα που κάθε στιγμή μπορεί να πέσει γιατί δεν υπάρχει η συγκολλητική ύλη να τα συνδέσει μεταξύ τους.

Το Εγώ είναι έτσι κομματιασμένο σε διάφορα μέρη που αντιστοιχούν στις διαφορετικές αισθητηριακές του ικανότητες: όσφρηση, όραση, ακοή, άγγιγμα. Η αντίληψη του αντικειμένου είναι επίσης κομματιασμένη και κάθε κομμάτι χαρακτηρίζεται από την αισθητηριακή του ιδιότητα (χρώμα, ρυθμός, μυρωδιά). Τα άψυχα δεν μπορούν να διαχωριστούν από τα έμψυχα, δεν υπάρχει κανενός είδος επένδυση στα αντικείμενα έτσι που το αυτιστικό παιδί περνάει από το ένα στο άλλο χωρίς άγχος ούτε ενοχή.

Η κατάργηση της αναγνώρισης του χρόνου είναι μέρος του κομματιάσματος. Τα γεγονότα βιώνονται διαδοχικά, δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, δεν αποκτούν συνέχεια και άρα δεν μπορούν να εγγραφούν στη μνήμη.

Όπως όλοι οι ψυχαναλυτές που ασχολήθηκαν με αυτιστικά παιδιά έτσι και ο Meltzer υπογραμμίζει την ανικανότητα αυτών των παιδιών να διαχωρίσουν το εσωτερικό από το εξωτερικό, το Εγώ από το μη Εγώ και άρα να οργανώσουν τον ψυχικό τους κόσμο μέσω της προβλητικής ταύτισης.

Η E. Bick, χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις βρεφών, μιλάει για τη δημιουργία ενός «ψυχικού δέρματος», που συμβάλλει στην ενότητα του Εγώ και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προβλητική και ενδοβλητική ταύτιση. Στο ίδιο πλαίσιο, ο γάλλος ψυχαναλυτής D. Anzieu περιγράφει το Εγώ-δέρμα (le Moi-peau). Το δέρμα είναι το περιτύλιγμα του σώματος, όπως η συνείδηση αποτελεί το περιτύλιγμα του ψυχικού οργάνου. Το Εγώ-δέρμα είναι μια λειτουργική έννοια που επιτρέπει την αναλογία ανάμεσα στις λειτουργίες του Εγώ και εκείνες του δέρματος. Είναι το όριο, το διαχωριστικό, το σύνορο του εσωτερικού από το εξωτερικό, είναι το περιέχον των ψυχικών μορφωμάτων.

Ο Meltzer μιλάει για τη μη-δημιουργία αυτού του ψυχικού δέρματος στα αυτιστικά παιδιά και περιγράφει τον μηχανισμό της «προσκολλητικής ταύτισης» (Identification adhésive). Πρόκειται για μια σχέση προσκόλλησης στην επιφάνεια ενός αντικειμένου το οποίο δεν έχει εσωτερικό. Αυτός ο μηχανισμός παραπέμπει σε μια κατάσταση τελείως πρωταρχική όταν δεν έχει ακόμη δομηθεί ο εσωτερικός κόσμος και δεν υπάρχουν εσωτερικά αντικείμενα μερικά ή ολικά. Έδωσε την ευκαιρία στον Meltzer να ασχοληθεί με την αίσθηση του χώρου στα αυτιστικά παιδιά και να μιλήσει για τη «γεωγραφία της φαντασίωσης». Τα αυτιστικά παιδιά ζουν μέσα σ’ ένα δισδιάστατο χώρο. Αυτή η σχέση με την επιφάνεια τα κάνει ευαίσθητα και έξυπνα στα αισθητηριακά ερεθίσματα. Χωρίς όμως την εσωτερική διάσταση δεν μπορούν να αναπτυχθούν η σκέψη και οι φαντασιώσεις.

«Αυτή η ευαίσθητη επιφάνεια είναι καταπληκτική στην αντίληψη και την εκτίμηση των ιδιοτήτων της επιφάνειας των αντικειμένων, αλλά οι σκοποί της είναι κατ’ ανάγκη ακρωτηριασμένοι από μια φτωχευμένη φαντασία, γιατί δεν έχει τα μέσα να προσεγγίσει με σκέψη αντικείμενα ή γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που έχει στην πραγματικότητα εξερευνήσει» (Κεφ. ΙΧ: Οι δύο διαστάσεις σαν παράμετροι πνευματικής λειτουργίας). Στην μετ’ αυτιστική κατάσταση, το παιδί θα περάσει στον χώρο των τριών διαστάσεων όπου θα είναι ικανό να κάνει αντικειμενοτρόπες σχέσεις.

Για τον D. Meltzer, οι αυτιστικές καταστάσεις δεν είναι απλά παράγωγα των μηχανισμών άμυνας, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας σειράς μηχανισμών που έχουν σκοπό να αντιμετωπίσουν τον «αισθητηριακό βομβαρδισμό» τον οποίο υφίσταται ένα παιδί κατά τη γέννηση. Η γέννηση περιγράφεται ως ένας «απότομος βομβαρδισμός ερεθισμάτων» μπροστά στα οποία το ανώριμο ανθρώπινο όν οργανώνεται. Διαχωρίζει τα ερεθίσματα σε δυο ομάδες «τα μεν επώδυνα κατά τρόπο πρωτογενή», ενώ τα άλλα έχουν μια βασική αισθητική ποιότητα. Είναι «υπέροχα μαγευτικά» προάγγελοι του νέου κόσμου που ανοίγεται στο νεογέννητο. Τα αυτιστικά παιδιά είναι εκείνα που έχουν ανεπαρκή γενετικό εξοπλισμό και για τα οποία η «βιωμένη εμπειρία» της γέννησης είναι παθογόνα και φορτωμένη άγχος.

Μια άλλα πλευρά ιδιαίτερα σημαντική είναι η εμφάνιση ψυχαναγκαστικών αμυντικών μηχανισμών, που περιγράφηκαν από τον Meltzer, με το όνομα μετ’ αυτιστική ψυχαναγκαστικότητα. Φαίνεται να εγκαθίσταται μια αμυντική υπερκυριαρχία των αντικειμένων (αμυντική ενάντια στο άγχος αποχωρισμού και τα καταδιωκτικά άγχη), που εκφράζεται με την οργάνωση, τη διάταξη σε κατηγορίες βασιζόμενη συχνά στα στοιχεία του κομματιάσματος, δηλαδή στις ιδιότητες της επιφάνειας, οργανώνοντας σειρές συνδυασμών επ’ άπειρον. Αυτή η ιδιαίτερη ψυχαναγκαστική οργάνωση είναι μια από τις δυο εναλλακτικές λύσεις εξόδου από τον αυτισμό, η άλλη είναι η σχιζοφρενικού τύπου εξέλιξη.

Το έργο του θεραπευτή στρέφεται στη δημιουργία ενός αντικειμένου που διαθέτει έναν εσωτερικό χώρο. Για να δημιουργήσει μια αντικειμενοτρόπο σχέση το αυτιστικό παιδί πρέπει να ξεφύγει από τους μηχανισμούς της προσκολλητικής ταύτισης και του κομματιάσματος.

Αυτιστικά άγχη: Geneviève Haag

Η γαλλίδα ψυχαναλύτρια Geneviève Haag ασχολήθηκε με τις ειδικές ανωμαλίες της οργάνωσης του χώρου και της εικόνας του σώματος των αυτιστικών παιδιών. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, από τις παρατηρήσεις που προέρχονται από ψυχοθεραπείες αυτιστικών, αυτά τα παιδιά εκφράζουν τη φαντασίωση ότι είναι κομμένα στα δυο κατά τον εγκάρσιο άξονα, ότι έχουν χάσει το μισό του σώματός τους.

Η πιο εμφανής μορφή αυτής της φαντασίωσης είναι η εναπόθεση του χεριού ή του βραχίονα στο χέρι ή στον βραχίονα του άλλου. Η ένταση αυτού του φαινομένου φαίνεται να είναι ανάλογη του άγχους αποκόλλησης, όπου δημιουργείται ένα βάραθρο και το παιδί κινδυνεύει να πέφτει χωρίς τέλος.

Η G. Haag αναφέρεται στην άμεση παρατήρηση βρεφών ηλικίας 3-6 μηνών, διακρίνοντας έναν πιθανό αναπτυξιακό άξονα σε σχέση με αυτές τις συμπεριφορές στον οποίο ξαναγυρίζουν τα αυτιστικά παιδιά. Ο εγκάρσιος άξονας είναι ένα σύμβολο της ένωσης μητέρας-βρέφους που δείχνει την αλληλο-εισδοχή στη φυσιολογική συμβίωση.

Η αποφυγή του βλέμματος στα αυτιστικά παιδιά είναι συνδεδεμένη, κατά τη συγγραφέα, με δυο μεγάλες κατηγορίες άγχους που βρίσκονται πίσω από άλλα συμπτώματα:

• καταδιωκτικό άγχος συνδεδεμένο με τη στοματική ενόρμηση,
• άγχη περισσότερο αυτιστικού τύπου συνδεδεμένα με την απουσία οργάνωσης του βάθους, τόσο στον χώρο όσο και στην εικόνα του σώματος.

Το αυτιστικό βρέφος δεν αποκαθιστά μια βλεμματική επικοινωνία με τη μητέρα του. Αλλά και από την πλευρά της μητέρας, αντί να έχουμε ένα βλέμμα μητρικής εποικοδομητικής ονειροπόλησης, έχουμε συχνά ένα λυπημένο βλέμμα, απασχολημένο στη διεργασία του πένθους που δεν μπορεί να προσφερθεί στην επικοινωνία.

Η ιδιαίτερη δυσκολία στον σχηματισμό των συμβόλων είναι κοινή σε όλες τις ψυχώσεις, γιατί το σύμβολο απαιτεί μια ελάχιστη ατομικοποίηση, δηλαδή το ξεπέρασμα της καταθλιπτικής θέσης, κατά την M. Klein. Πρέπει να αρνηθούμε το χαμένο αντικείμενο για να μπορέσουμε να το αναπαραστήσουμε. Για το αυτιστικό παιδί, το χαμένο στήθος δεν είχε φτάσει στη θέση του αντικειμένου, είχε κυρίως βιωθεί σαν ένα σύνολο αισθητηριακών προσλήψεων. Έτσι με τη χρήση των αυτοαισθητηριακών παθολογικών δραστηριοτήτων, αναστέλλεται η συνειδητοποίηση της απώλειας.

Η όψιμη απόκτηση του λόγου παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά την τονικότητα ή τη μουσικότητα που εκφράζει τη συναισθηματική συμμετοχή. Ξέρουμε ότι η μουσικότητα του λόγου μεταφέρει τις συναισθηματικές ανταλλαγές και έχει τις ρίζες της στην έντονη αμοιβαία ανταλλαγή βλεμμάτων από τον δεύτερο ως τον όγδοο μήνα της ζωής. Στον αυτισμό, αυτή η φάση ωρίμανσης είναι ιδιαίτερα διαταραγμένη για λόγους που προέρχονται από το παιδί ή το περιβάλλον ανάλογα με την περίπτωση. Στην ηχολαλία, σύμπτωμα της προσκολλητικής ταύτισης στον χώρο του λόγου, η ηχώ δεν σέβεται τη μουσικότητα, την μεταβάλλει ή την ρηχαίνει, καταργώντας και αδειάζοντάς την συναισθηματικά.

Κατά την G. Haag, σε όλες τις περιπτώσεις του αυτισμού, εκείνο που διακρίνουμε πίσω από τους καθαρά αυτιστικούς μηχανισμούς (προσκολλητική ταύτιση, κομμάτιασμα) είναι μια σοβαρή αναστολή της λειτουργίας της στοματικής ενόρμησης και ιδιαίτερα μια μαζική αναστολή της ενόρμησης του δεσμού (attachement). Η δυσκολία του βρέφους να πιάσει το στήθος ή να θηλάσει εκδηλώνεται από τη γέννηση. Η αδυναμία να μασήσει είναι ένα άλλο παράδειγμα, όπως και η μη δυνατότητα σύλληψης ενός αντικειμένου και το σημείο του αντικειμένου που καίει.

Η ανάπτυξη χαρισμάτων στα αυτιστικά παιδιά όσον αφορά τις μουσικές και πλαστικές τέχνες δεν είναι περίεργη αν σκεφτούμε την προδιάθεσή τους για αισθητηριακότητα και αισθησιακότητα.

Ο παθολογικός αυτισμός είναι πέρα από τη συμβίωση, πέρα από την προβλητική ταύτιση με κατάργηση του εσωτερικού χώρου. «Ο αυτισμός γενικά, πρωτογενής ή δευτερογενής, φαίνεται σαν ένα μέσο επιβίωσης πέρα από την ανικανότητα σχηματισμού ή την κατάργηση ενός εσωτερικού κόσμου».

Σύγχρονες ψυχαναλυτικές απόψεις

Οι σύγχρονες ψυχαναλυτικές απόψεις διαφοροποιούν τα επίπεδα βαρύτητας του αυτισμού και αποδέχονται μια πολυπαραγοντική διάσταση της αιτιολογίας του. Οι βιολογικοί και γενετικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με το συγκεκριμένο οικογενειακό πλαίσιο. Η προσέγγιση των γονέων έχει πάψει προ πολλού να είναι αναζήτηση ενόχων. Αντίθετα, η ψυχανάλυση επικεντρώνεται στις διαταραχές της οικογένειας που απορρέουν από τις δυσκολίες της σχέσης με το παιδί. Το πρόβλημα του παιδιού φέρνει τους γονείς αντιμέτωπους με επώδυνα συναισθήματα, τα οποία πρέπει να διαχειριστούν, και τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε αδικαιολόγητες ενοχές, αμφισβήτηση του γονεϊκού τους ρόλου ή χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Η σύγχρονη ψυχανάλυση μελετά τη σημασία των συμπτωμάτων, έκδηλη ή υποδηλούμενη, και δεν τα απομονώνει από τη συναισθηματική και φαντασιωσική τους διάσταση. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει είναι η κατανόηση της πορείας προς τον αυτισμό και η περιγραφή του βιώματος των αυτιστικών παιδιών.

Μελετάται επίσης το άγχος που διακινείται και οι μηχανισμοί άμυνας που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπισή του.

Όπως αναφέρει ο B. Golse, ο αυτισμός δεν είναι μια αναπηρία, καθηλωμένη και αμετακίνητη. Πρόκειται για μια δυναμική πορεία, αποτέλεσμα μιας «αυτιστικοποιητικής» διεργασίας, που μπορεί, τουλάχιστον εν μέρει, να τροποποιηθεί από τη θεραπευτική παρέμβαση. Απαραίτητη είναι ως εκ τούτου η μελέτη των παραγόντων που είναι ικανοί να σταθεροποιήσουν ή να μεταβάλουν την αυτιστική λειτουργία. Η προσέγγιση πρέπει να ξεκινήσει από τη βρεφική ηλικία.

Η θεραπευτική παρέμβαση για βρέφη που βρίσκονται σε αυτιστικό κίνδυνο μπορεί να συμβάλλει ώστε να διακοπεί ο φαύλος κύκλος που ενδυναμώνει την αυτιστική απομόνωση του βρέφους και την απελπισία των γονέων.

Σήμερα αμφισβητείται από πολλούς η χρησιμότητα της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας για την αντιμετώπιση του αυτισμού. Οι πολέμιοί της πιστεύουν ότι πολύς χρόνος και ενέργεια δαπανώνται για πολύ μερικά αποτελέσματα και προβάλουν τις δυσκολίες στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των ψυχαναλυτικών θεραπειών.

Είναι σίγουρο ότι η αυτιστική παθολογία περιέχει βία, εκρήξεις, διέγερση, επίθεση στους δεσμούς και τους θεσμούς. Η απουσία λόγου και κατανόησης μεταφορικών εννοιών από το αυτιστικό παιδί θεωρείται το μεγαλύτερο εμπόδιο ακόμη και για ορισμένους ψυχοδυναμικούς θεραπευτές. Η απόσταση μεταξύ της ψυχικής λειτουργίας του παιδιού και εκείνης του θεραπευτή σηματοδοτεί τη μεγάλη δυσκολία ικανοποιητικού συναισθηματικού μοιράσματος και φαντασιωσικής αλληλεπίδρασης. Υπάρχουν όμως και θεαματικά αποτελέσματα στις ψυχαναλυτικές θεραπείες που επεκτείνονται πέρα από τη συμπτωματολογική βελτίωση.

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση προτείνει σειρά ανταλλαγών μεταξύ του θεραπευτή και του παιδιού που εξελίσσονται σε συγκεκριμένο πλαίσιο (χώρο και χρόνο) και έχουν σκοπό να βοηθήσουν το παιδί να επενδύσει θετικά την ψυχική του λειτουργία. Στόχος της θεραπείας είναι η κοινωνική ενσωμάτωση με λειτουργία όμως ιστορικοποίησης και διυποκειμενικότητας. Στενή είναι επίσης η σχέση θεραπείας-εκπαίδευσης. Σε κάθε θεραπεία μια παιδαγωγική διάσταση και ο Jacques Hochmann μιλάει για την Παιδαγωγική του Συμβολικού[?]. Επιτρέπει στον εκπαιδευτή να χρησιμοποιήσει τις δυνατότητες της συμβολικής τάξης που αναδύθηκε από τη θεραπεία. Στην εκπαίδευση αντίστοιχα μια θεραπευτική διάσταση βάζει τα πράγματα σε τάξη, θέτει όρια και βοηθάει το παιδί να βγει από τη σύγχυση.

Συμπερασματικά

Η ψυχανάλυση επικέντρωσε την έρευνά της, όχι τόσο στην αιτιοπαθογένεια του αυτισμού, αλλά στο βίωμα των αυτιστικών παιδιών έτσι όπως μπορούμε να το καταλάβουμε και να το ερμηνεύσουμε.

Οι ψυχαναλυτές δεν αρκούνται στον ορισμό του αυτισμού σαν συνέπεια κάποιων νευρο-βιολογικών ελλειμμάτων. Θεωρούν την αυτιστική οργάνωση απάντηση του συνόλου του ψυχισμού στις ενδοψυχικές και επικοινωνιακές δυσκολίες που προέρχονται από την αρχική δυσλειτουργία.

Ενδιαφέρονται για τους μηχανισμούς άμυνας που οδηγούν σε μια ομοιοστασία, μελετούν τους διάφορους παράγοντες που μπορούν να σταθεροποιήσουν ή να ανατρέψουν την αυτιστική λειτουργία.

Στην ψυχαναλυτική θεραπεία ενδιαφέρει η συμπτωματολογική βελτίωση και η απόκτηση αυτονομίας, αλλά αυτό θα πρέπει να αποκτηθεί μέσα από την ικανότητα του ατόμου να δώσει νόημα στη ζωή του και στην ιστορία του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anzieu D. Le Moi-peau. Edit. Dunod, Paris, 1985 (1ère éd.).

Berquez G. L’autisme infantile Introduction à une clinique relationnelle selon Kanner, PUF, Paris, 1983.

Bettelheim B. La forteresse vide (1967) Paris, Gallimard, 1969, 589.

Bick E. (1968) The experience of the skin in early object-relations, Int. J. Psycho-Anal., 1968, 49, 484-486.

Bleuler E. L’invention de l’autisme, «Analytica», 1988, Ed. Navarin, Paris.

Bonnat J-L. Autisme et psychose, Ed. PUF, 2008.

Delion P. Séminaire sur l’autisme et la psychose infantile, Erès, 1997.

Freud S. Introduction à la psychanalyse (1915-1917), Paris, Payot, 1982.

Haag G. La mère et le bébé dans les deux moitiés du corps. Neuropsychiatre de l’enfance et de l’adolescence, 1985, 33,107-114.

Haag G. Nature de quelques identifications dans l’image corps : hypothèses. Journal de la psychanalyse de l’enfant, 1991, 10,73-92

Haag G. Autisme infantile précoce et phénomènes autistiques. Psychiatrie de l’enfant, 27, 293-354.

Hochmann, J, Histoire de l’Autisme. Paris, Odile Jacob, 2009.

Golse B, Delion P. Autisme, état des lieux et horizons, Ed. ERES, 2005.

Klein M. L’importance de la formation du symbole dans développement du moi in Essais de psychanalyse, Paris, Payot, 1968.

Kanner L. Les troubles autistiques du contact affectif, Neuropsychique de l’enfant et de l’adolescent, 1992, 40, 317-322.

Mahler M. Psychose infantile Symbiose et individuation, Ed. Payot-Rivages, Coll. : PBP no 30, 2001.

Meltrez D. Explorations dans le monde de l’autisme, Paris, Payot, 1980, 226.

Tustin F. Les états autistiques de l’enfant, Paris, Le Seuil, 1986, 333.

Tustin F. Les trou noir de la psyché, Paris, Le Seuil, 1989, 274.

Tustin F. Autisme et psychose de l’enfant, Le Seuil, Paris, 1977.

Tustin F. Autisme et protection, Le Seuil, Paris, 1992.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.