Georges Lantéri-Laura (1930-2004)
Κλινικός Ψυχίατρος,
Ιστορικός και Επιστημολόγος της Ψυχιατρικής.
σύναψις 35 [2014 – τόμος 10]
Μετάφραση
Θανάσης Καράβατος
Georges Lanteri-Laura. Apragmatisme Origine et développement du terme
Synapse, octobre 2004, N° 208. To γαλλικό περιοδικό Synapse έχει διακόψει εδώ και καιρό την έκδοσή του.
Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα τεύχη μας 3, 4, 8, 22 και μια συνέντευξή του στο τχ 32
Η χρονολόγηση της εμφάνισης του όρου είναι αβέβαιη, παρουσιάστηκε πάντως στο πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα ως έννοια που σήμαινε «την ψυχική αδυναμία να πραγματοποιήσει κάποιος πράξεις ή συμπεριφορές που το υποκείμενο είναι σε θέση να τις συλλάβει και διαθέτει τα εργαλειακά μέσα για την πραγμάτωσή τους».
• Φαίνεται πως σχηματίστηκε κατ’ αναλογία των όρων αγνωσία, ασυμβολία, και κυρίως απραξία και παραμένει λίγο πολύ ως συνώνυμο της αβουλίας, της αναστολής, της ασθενείας κ.λπ. Χωρίς να χρησιμοποιεί τον όρο, ο P. Janet τον υπαινίσσεται.
• Είναι αξεχώριστος από τις αντιλήψεις των ολιστών που, εκκινώντας στη νευρολογία από το συνδεόμενο με τη θεωρία της μορφής (gestalt) έργο του Κ. Goldstein, αναπτύχθηκε στην ψυχιατρική από την ομάδα της Évolution Psychiatrique και τις εργασίες του H. Ey και του E. Minkowski.
• Αποτελεί, μαζί με την έννοια της παράλυσης, τον άλλο πόλο, εκεί όπου η κινητικότητα, αντί να εμφανίζεται πάντα ως μερικώς και περιορισμένα θιγόμενη σε προφανή σχέση με περιγεγραμμένες βλάβες του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, μοιάζει να βλάπτεται συνολικά, έτσι που μεταξύ των δύο πόλων να διατάσσονται όλες οι γνωστές ποικιλίες των απραξιών, ιδίως η μελο-κινητική, η ιδεο-κινητική, η ιδεϊκή…
• Μετά την υποχώρηση των ολιστικών αντιλήψεων, ο όρος απραγματισμός θα λάβει διάφορες σημασίες: στη σημειολογία, για να συνοψίσει την αδιαφορία για την πράξη, στην κλινική, μεταξύ καταναγκαστικής νεύρωσης, ψυχασθένειας και ηβηφρένειας, στην ψυχοπαθολογία, με την έννοια της αποεπένδυσης, στην ιατροδικαστική, με τις έννοιες της αναπηρίας και της μακρόχρονης άδειας, στη θεραπευτική, ίσως…
Ο εντοπισμός του όρου
Γι’ αυτή την εισαγωγή στην έννοια του απραγματισμού δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως πρόκειται για λέξη που προέρχεται περισσότερο από ένα εξειδικευμένο ιδίωμα παρά από το τρέχον λεξιλόγιο. Ανάγκη όμως να διαφωτίσουμε την καταγωγή του, να περιγράψουμε το πεδίο της σημαντικής στο οποίο ανήκει και κατόπιν να υπενθυμίσουμε το πλαίσιο όπου αναπτύχθηκε.
Η καταγωγή
Οι σύγχρονοι λεξικογράφοι δεν είναι ακριβείς εδώ, διότι, όπως ο P. Robert (1982, 1, 490), χρονολογούν τη λέξη «στα μέσα του 20ου αιώνα», κάτι που είναι ασαφές και κάπως αργοπορημένο. Μας περιγράφουν δηλαδή την κατασκευή της – για την οποία άλλωστε κανείς δεν θα μπορούσε να είναι μάρτυς εν τω γεννάσθαι – με κάποια ελληνικά, το διάσημο στερητικό «α-» και τη λέξη pragmatisme, που οι Γάλλοι ή μάλλον οι Βρετανοί έφτιαξαν, όπως θα δούμε παρακάτω.
Μοιάζει έτσι με την αβουλία και δίνει το παράγωγο απραγματικός. Τι θα πει όμως αφού μας ξεφεύγει η στιγμή κατά την οποία παρεμβαίνει η σημαντική; Το διάσημο Λεξικό που προαναφέραμε δίνει τον ακόλουθο ορισμό: «ψυχική αδυναμία πραγματοποίησης πράξεων και συμπεριφορών τις οποίες το υποκείμενο δύναται, εντούτοις, να κατανοεί και για τις οποίες κατέχει τα εργαλειακά μέσα για να τις πραγματοποιήσει, που σημαίνει πως δεν εκτυλίσσεται ούτε στο μυαλό ούτε στα χέρια».
Με τη γραφίδα των H. Loo και V. Caillard, στην επανέκδοση του λεξιλογίου του Porot, μπορούμε να διαβάσουμε κάτι πιο αυστηρό: «ο απραγματισμός είναι διαταραχή της βουλητικής δραστηριότητας που εμποδίζει την πραγματοποίηση συντονισμένων πράξεων που να αποσκοπούν πρακτικά στην προσαρμογή σε εξωτερικές απαιτήσεις. Δεν προκύπτει ούτε από διαταραχή των λειτουργιών για την εννοιολογική σύλληψη της πράξης, ούτε από εργαλειακή βλάβη. Δεν πρέπει να συγχέεται με την έλλειψη δραστηριότητας λόγω αναστολής ή ψυχοκινητικής επιβράδυνσης που παρατηρούμε σε μελαγχολικές καταστάσεις (1984, 66).
Αν κι αυτή η λέξη [απραγματισμός/apragmatisme] δεν εμφανίζεται καθόλου στη γλώσσα του É. Littré, θα βρούμε όμως εκεί τα στοιχεία που έπονται του στερητικού «α-» μέσα στις παραπλήσιες εκδοχές του επιθέτου pragmatique : «κανονισμός που προέρχεται από την κοσμική εξουσία και αφορά εκκλησιαστικά θέματα», «διάταξη ενός άρχοντα σχετικά με τις κτήσεις του και την οικογένειά του», «όταν κάποιος, μελετώντας καθεαυτά τα γεγονότα, συνάγει το πνεύμα τους, τη σειρά τους και την αναγκαία σύνδεσή τους (1982, 3, 4917). Για τους O. Bloch και W. von Wart Burg (1964, 505), ο πραγματισμός αποτελεί δάνειο από την αγγλική λέξη pragmatism, την οποία ο W. James είχε ο ίδιος λάβει, το 1898, από το γερμανικό pragmaticus, «είδος ιστορικού θετικισμού», που όμως είχε προκύψει με τη σειρά του από την ελληνική έκφραση του Πολύβιου “ιστορία των γεγονότων”». ο P. Robert (1982, 7, 680) επιβεβαιώνει τέτοιες πληροφορίες. Εξυπακούεται πως αν ο πραγματισμός είναι θεωρία, ο α-πραγματισμός δεν προσδιορίζει την απουσία της.
Η λέξη αυτή διατηρεί έτσι κάποια αρκετά ακριβή σημασιολογικά χαρακτηριστικά: ο ασθενής αντιλαμβάνεται αυτό που έχει να κάνει και τη διαδοχή των ορθών πράξεων που πρέπει να βάλει μπρος. Γνωρίζει τη δράση και τα μέσα που πρέπει να διαχειριστεί αποτελεσματικά. Επιπρόσθετα, τα «εργαλεία» [οστά, αρθρώσεις, μυς και νεύρα, κι ακόμα οι σύνδεσμοι και τα άλλα τους εξαρτήματα] είναι ανέπαφα και μπορούν να συντονιστούν.
Στις απαρχές
Έναν τέτοιον όρο άλλωστε δεν τον βρίσκουμε απομονωμένο στο ιστορικό λεξιλόγιο γιατί μια τέτοια επινόηση με αυτό το αρχικό στερητικό «α-» [κανείς δεν ξεκινούσε ιατρικές σπουδές χωρίς να μάθει ελληνικά στο λύκειο] επαναλαμβάνεται σε πολλές άλλες λέξεις που παραμένουν χρήσιμες ακόμα στα τέλη του 20ου αιώνα: η αγνωσία, σίγουρα και η ασυμβολία για τις οποίες πρέπει να ξαναπιάσουμε τα σχόλια που έκανε ο Freud το 1874 στο βιβλίο του για τις Αφασίες (1983, 94-105),1 κυρίως όμως την απραξία που δημιούργησε μεν το 1874 ο Steinthal, πλην όμως δεν απόκτησε την οριστική της σημασία παρά μόνο το 1900, με τον Liepmann, για να διαιρεθεί κατοπινότερα σε απραξίες μυελοκινητικές, ιδεοκινητικές, ιδεακές, κατασκευαστικές και της ένδυσης (η περιγραφή του Brain, το 1941): μ’ όλες αυτές τις ποικιλίες, έχουμε να κάνουμε πάντα με ένα υποκείμενο που δεν είναι παράλυτο, ούτε αφασικό, αλλά αποτυγχάνει κυρίως όταν βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση να πραγματοποιήσει με κινητικό τρόπο συνήθεις, απλές ή σύνθετες πράξεις (Βλ. H. Hecaen & G. Lantéri-Laura, 1983, 55).
Κοντά σε αυτές τις προσεγγίσεις, που επιχειρούν να τοποθετήσουν τον απραγματισμό σε σχέση με άλλες ανεπάρκειες στην κινητική επιτέλεση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ένας τέτοιος όρος βρίσκεται μαζί με άλλους σε ένα κοινό σημασιολογικό πεδίο: αβουλία, που βεβαιώνεται ήδη από το 1883, όχι ως μεταγραφή του αρχαιοελληνικού «αβουλία» [ελληνικά στο κείμενο], (“irréflexion, imprudence”) «έλλειψη σκέψεως, απερισκεψία» –όπως το βεβαιώνουμε ανατρέχοντας στο λεξικό Liddel & Scott–, αλλά ως πρόχειρη κατασκευή με το στερητικό «α-» και το ρήμα «βούλομαι», λέξη αγαπητή στον Pierre Janet για να ορίσει τη δυσκολία να περάσει κανείς από την ιδέα στην πράξη και την απώλεια της ζωτικότητας, μια κινητική όπως και διανοητική αβουλία. Πολύ κοντινή έννοια στην asthénie, κατ’ αρχάς έλλειψη σθένους, δύναμης (1790), ιατρικώς, κατόπιν δυσκολία κατά την προσπάθεια, με μια υποκειμενική εντύπωση ατονίας και εξάντλησης. έννοια γειτνιάζουσα στην αναστολή (inhibition), για νομική χρήση αρχικά (όπως, για παράδειγμα, και η λέξη αποκλεισμός (forclusion), για να γίνει παρεμπόδιση στην ανάληψη μιας δράσης, και να εγκλιματιστεί κατόπιν στη φυσιολογία –από τον Brown-Séquard στα γαλλικά και τον Ch. Sherrington στα αγγλικά– περνώντας έτσι και προς την ψυχιατρική, όχι χωρίς κάποια οφειλή στον I.P. Pavlov.
Όπως επίσης και με την αθυμορμία (athymhormie), που δημιούργησαν το 1022 οι P. Guiraud et M. Dide (Βλ. 1956, 345346), για να ορίσουν τον συνδυασμό μιας ανορμίας και μιας αθυμίας – «κάμψη του πρωταρχικού ψυχικού ζωικού δυναμισμού στον τομέα του ενστίκτου» η πρώτη, «έλλειψη ζωντάνιας στην υποκειμενική αίσθηση του ζωτικού», η δεύτερη–, ένα σύνολο δηλαδή σημείων το σημαινόμενο των οποίων βρίσκεται πολύ κοντά στα τοιχώματα της τρίτης εγκεφαλικής κοιλίας και συνάπτει κάποιους δεσμούς με την ηβηφρένεια.
Στο πλαίσιο του κινήματος των ολιστών (globalists)
Όταν μια έννοια όπως ο απραγματισμός επανατοποθετηθεί στο τεχνικό, αλλά και το διανοητικό κλίμα όπου είναι προφανές ότι εμφανίστηκε, τότε θα συνδεθεί άμεσα με τις θέσεις των ολιστών, οι οποίοι θα ανανεώσουν στη νευρολογία τη θεωρία της μορφής (gestalt) –με προδρόμους πριν το 1914 τον P. Marie και τον C. von Monakow– θριαμβεύοντας στον μεσοπόλεμο με πολυποίκιλες εργασίες, από τις οποίες ας συγκρατήσουμε εκείνες του J. Lhermitte στη Γαλλία, και εκείνες του K. Goldstein στη Γερμανία, πριν την καταστροφική νύχτα των ετών 1933-1945.
Για τον K. Goldstein, φωτισμένο αντίπαλο των εντοπιστών, ο εγκέφαλος λειτουργεί ως όλον (Ganzheit, whole), «ως ένα σύνολο», την ολότητα όμως του οποίου μπορούμε, μέσα από την ολιστική έννοια της μορφής πάνω σε ένα φόντο, να ορίσουμε επακριβώς, αφαιρώντας τη ρομαντική ασάφεια που είχε προηγουμένως. Η μελέτη του διάσημου ασθενούς Schneider, τον οποίο θα παρατηρήσουν λεπτομερώς πρώτα ο M. MerleauPonty, το 1945, και τον επόμενο χρόνο ο J. Lacan, θα επιτρέψει στον K. Goldstein (1951, 173-309) να καταδείξει σε έναν τραυματία πολέμου ότι τα αποτελέσματα μιας περιγεγραμμένης ινιακής βλάβης επιφέρουν μαζί με τα καλώς προβλεπόμενα οπτικά ελλείμματα, την απώλεια της ικανότητας να κατηγοριοποιεί, που τον προσκολλούν στο άμεσο και συγκεκριμένο, και την απώλεια πρωτοβουλιών είτε πρόκειται για στοιχειώδεις, εκτός μιας σταθερής κατάστασης, δράσεις, είτε πρόκειται για τη σεξουαλική του ζωή. Ο κινητικός απραγματισμός θα τοποθετηθεί έτσι σε μια τέτοια θέση που εκ προοιμίου εκθέτει κάθε αναγωγιστική μηχανορραφία.
Γι’ αυτό λοιπόν, οι ολιστικές θέσεις στη νευρολογία θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση της ψυχιατρικής στα χρόνια του 1930. Η ομάδα της Évolution Psychiatrique, η εισαγωγή της σκέψης του S. Freud στο Παρίσι, το έργο του E. Minkowski και του H. Ey, βρίσκονται ευθέως μέσα σε αυτόν τον τρόπο σκέψης που ανανέωσε εκ βάθρων τη μελέτη της ψυχικής παθολογίας.
Τα αποτελέσματα των σημασιών
Μέσα σε μια τέτοια προοπτική, η έννοια του απραγματισμού θα καταλάβει τον ένα πόλο σε ένα ευθύγραμμο τμήμα, με τον άλλο πόλο του να καταλαμβάνει η έννοια της παράλυσης. Σε περίπτωση περιφερικής ή κεντρικής παράλυσης, που εντοπίζεται στον πρώτο ή τον δεύτερο κινητικό νευρώνα, η εκούσια κινητικότητα προσβάλλεται κατά τρόπο περιορισμένο ή μερικό, σε προφανή σχέση με καλώς περιγεγραμμένες βλάβες είτε στα πρόσθια κέρατα του νωτιαίου μυελού είτε της κυρίαρχης μετωπιαίας έλικας: οι καθορισμένες τοπογραφικά στην έδρα της βλάβης συνέπειες αντιστοιχούν σε ό,τι παρατηρούμε στην κλινική και από το οποίο υποφέρει ο ασθενής. Ο απραγματισμός νοείται έτσι ως αυτό που αντιστοιχεί –αν όχι στις βλάβες, που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει, τουλάχιστον μέχρι σήμερα– τουλάχιστον σε μια συνολική λειτουργική διαταραχή αυτής της κινητικότητας, που μπορεί έτσι να προσβάλλεται κατά τρόπο απολύτως διαφορετικό ως προς ό,τι συμβαίνει στις παραλύσεις. διάφορο απολύτως πλην όμως αναφερόμενο στην ίδια κινητική λειτουργία, η φυσιολογική ενότητα της οποίας στερείται μιας κάποιας βεβαιότητας και της οποίας το νευρο-ανατομικό υπόστρωμα απουσιάζει πράγματι. Ανάμεσα στον ένα και τον άλλο πόλο, απλώνονται σε έναν ή και περισσότερους άξονες όλες οι γνωστές ή που πρόκειται να γνωστούν ποικιλίες των απραξιών.
Σύγχρονες τοποθετήσεις
Αργότερα, πιο κοντά στις μέρες μας, ο όρος απραγματισμός θα αποκτήσει λίγο λίγο ποικίλες παραδοχές. Στο σημειωτικό επίπεδο, θα ορίσει μια αδιαφορία για δράση, με όλους τους βαθμούς που μια τέτοια λέξη μπορεί να κατέχει. Στην καθαυτό κλινική μπορεί να χαρακτηρίζει ορισμένες ιδιαίτερα ασθενικές μορφές της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης ή της ψυχασθένειας, να αποτελέσει την ουσία ορισμένων ηβηφρενιών με λίαν πτωχό αυτισμό, αλλά και να βρεθεί σε κάποιες μορφές μελαγχολίας.
Στο πλαίσιο της ψυχοπαθολογίας, θα ερμηνευθεί, εν μέρει τουλάχιστον, με το πέρασμα από την επένδυση του αντικειμένου στην επένδυση του εγώ, με την παλινδρόμηση σε κάποιον ναρκισσισμό, που δεν γνωρίζαμε εξ αρχής αν αφορά στη ζωή ή τον θάνατο (Βλ. A. Green, 1983). Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιατρο-δικαστικές πλευρές του επαγγέλματός μας, θα έχουμε να κάνουμε με όλα αυτά τα προβλήματα που σχετίζονται με τις μακροχρόνιες άδειες των υπαλλήλων, τα αναπηρικά επιδόματα, γα να μη μιλήσουμε για χορηγίες σε ενήλικους αναπήρους.
Συμπληρωματική παρέμβαση του Jean Oury [1924-2014][2]
Όπως το έχετε υπογραμμίσει, όντως μου φαίνεται ότι οι δύσκολοι ορισμοί του καθιστούν τον απραγματισμό όχι απλώς μια ενδιάμεση έννοια αλλά έννοια «σταυροδρόμι», εξίσου στο πεδίο της νευρολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. Τη θεωρώ μάλιστα έννοια που συναντάει και αρθρώνεται και με άλλες έννοιες τις οποίες αναφέρατε. Για παράδειγμα, το τεράστιο θέμα της αναστολής, με όλες της τις συνέπειες, τόσο ψυχολογικές όσο και κοινωνικές. Για να μείνουμε όμως στο νευρολογικό επίπεδο, θα μπορούσαμε νομίζω, αντί να συναρθρώσουμε τις διάφορες μορφές του απραγματισμού με την αγνωσία και την απραξία, να τις συναρθρώσουμε με ό,τι ο Gagnepain ομαδοποιεί σε 4 ευρείες περιοχές: τη γλωσσολογία, την τεχνολογία, την αξιολογία και την εθνολογία. Για παράδειγμα, ιδιαίτερα στο επίπεδο των «α-τεχνιών» [atechnies]. μια εξαιρετικά πλούσια έννοια που μας επιτρέπει να διερευνήσουμε ασθενείς που δεν ταξινομούνται με τον παραδοσιακό τρόπο ούτε στη νευρολογία ούτε στην ψυχιατρική. Το διαπιστώνουμε κλινικώς π.χ. σε ασθενείς έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο: την αδυναμία κάποιων να εργαστούν πάνω σε ξύλο, αλλά και τη δυνατότητά τους να εργαστούν με χαρτί. Δηλαδή σε σχέση με το υλικό. Μήπως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή του απραγματισμού ως δυσκολία πρόσβασης που οφείλεται σε μια «α-τεχνία»;
Σε ένα άλλο επίπεδο, μου φαίνεται πως μπορούμε να επικαλεστούμε πιο παραδοσιακές επεξεργασίες, ιδίως εκείνες των Dide και Guiraud πάνω στις «αθυμορμίες». Οι «αθυμορμίες», που δεν ανήκουν σε καθαρά ψυχαναλυτικές περιοχές, εντάσσονται στον χώρο της αναστολής κατά ένα γενικότερο τρόπο, η οποία μπορεί να υποδυθεί μέχρι και κατατονικές μορφές.
1 ΣτΜ.: Βλ την ελληνική έκδοση : S. Freud. Για την ερμηνεία των αφασιών. Μετάφραση Άννας Πόταγα & Κώστα Πόταγα. Εισαγωγικά κείμενα των Κώστα Πόταγα, Θανάση Καράβατου, Θανάση Τζαβάρα. Εξάντας 2002.
2 ΣτΜ. Βλ. την παρουσίαση του έργου του στο προηγούμενο τεύχος μας Νο 34.
Βιβλιογραφία
Bloch O., Wartburg W. von. Dictionnaire étymologique de la langue française. Paris, PUF, 4e éd. 1964.
Freud S. Contribution à la conception des aphasés. Trad. C. von Reet, Paris, PUF, 1983.
Goldstein K. La Structure de l’organisme. Trad. E. Burckardt, Paris, Gallimard, 1951.
Green A. Narcissisme de vie, narcissisme de mort. Paris, Édition de Minuit, 1983.
Guiraud P. Psychiatrie clinique. Paris, Le Français, 4e éd., 1956.
Hecaen H., Lantéri-Laura G. Les Fonctions du cerveau. Paris, Masson, 1983.
Lacan J. “Propos sur la causalité psychique”. In Bonnafé L., Ey H., Follin S., Lacan J. & Rouart J. Le Problème de la psychogenèse des névroses et des psychoses. Paris, Derclée de Brouwer, 1950, [1956].
Littré É. Dictionnaire de la langue française. Chicago, Encyclopædia britannica, 1982, 4 vol.
Merleau-Ponty M. Phénoménologie de la perception. Paris, Gallimard, 1945.
Porot A. éd. Manuel alphabétique de psychiatrie. Paris PUF, 6e éd., 1984.
Robert P. Dictionnaire de la langue française. Paris, Dictionnaires Le Robert, 1985 9 vol.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.