Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητης Ψυχιατρικής του ΑΠΘ 

σύναψις 35 [2014 – τόμος 10]

«Γέφυρες πάνω από ταραγμένα νερά».1
Χρήση και κατάχρηση των νευροεπιστημών στην εκπαίδευση

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αφετηρία των προβληματισμών γύρω από την χρήση και την κατάχρηση των νευροεπιστημών στην εκπαίδευση βρίσκεται σε όσα σύγχρονα –θετικά και αρνητικά– μας πρόσφερε η «δεκαετία του εγκεφάλου». Έναυσμα, όμως, ήταν ένα βιβλίο του 19ου αιώνα, το Μπουβάρ και Πεκισέ του Flaubert, στο τελευταίο και ανολοκλήρωτο (λόγω του αιφνίδιου θανάτου του) δέκατο κεφάλαιο του οποίου οι δύο αυτοί γραφικοί ήρωες ασχολούνται με τη «φρενολογία» για να ανιχνεύσουν τις ικανότητες των μαθητών ώστε να εκπαιδευτούν καταλλήλως. Το βιβλίο δεν διακηρύττει την χρεωκοπία της επιστήμης. Είναι, κυρίως, μια ειρωνική αμφιβολία, μια συμβουλή σκεπτικιστικής φρόνησης και ταπεινοφροσύνης έναντι της ανθρώπινης έπαρσης. Θετικό παράδειγμα ο Mark Cohen που, σε κύριο άρθρο του στο Journal of Magnetic Resonance Imaging, ελπίζει να μη μετατραπεί η νευρο-απεικόνιση σε φρενολογία, όπως από τον τίτλο του άρθρου του διακηρύττει (Functional MRI: A Phrenology for the 1990’s?). Έτσι, ο προβληματισμός επανέρχεται στη σύγχρονη εποχή και τις νευρο-μυθολογίες που «χρησιμοποιούνται» στην εκπαίδευση, ανάμεσα στις οποίες είναι: (α) Η «διχοτομανία», η απλουστευτική δηλαδή κι απλοϊκή εντοπιστική αντίληψη, «κατά τον τρόπο των παλαιών φρενολόγων», που θεωρεί απόλυτη τη λειτουργική εξειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, είτε υπό το σχήμα της διχοτομίας μεταξύ λεκτικού/χωρικού χαρακτήρα του ερεθίσματος είτε μεταξύ αναλυτικού/ολικού τρόπου επεξεργασίας των ερεθισμάτων. Ακρότατη επέκταση της αντίληψης αυτής ήταν η απόδοση δύο ξεχωριστών «ψυχισμών» στο κάθε ένα ημισφαίριο που επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί στην εκπαίδευση. (β) Η αντίληψη πως χρησιμοποιούμε μόνο το 10% των νευρώνων του εγκεφάλου, κάτι που μπορεί να αυξηθεί με κατάλληλη «γυμναστική του εγκεφάλου» στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σήμερα, υπάρχουν εξελίξεις που προωθούν, πέρα από τους μύθους, τον σύγχρονο προβληματισμό γύρω από τον εγκέφαλο και τις λειτουργίες του, την πλαστικότητά του ιδίως, στα σύνορα της οποίας τοποθετείται σήμερα και η εκπαίδευση. Αυτονόητη εδώ η ανάγκη της διεπιστημονικότητας.

Λέξεις-κλειδιά: Εκπαίδευση, Ημισφαιρική εξειδίκευση ή πλαγίωση, Ημισφαιρικότητα, Νευρομανία, Νευρομύθοι, Νευροψυχολογία, Υπερδιχοτόμηση (των εγκεφαλικών ημισφαιρίων) ή διχοτομανία, Φ ρενολογία.

1. Εισαγωγή

Για όσα ακολουθούν, νιώθω την ανάγκη να δώσω το ακόλουθο αφετηριακό μου στίγμα: H ωρίμανση και η ακεραιότητα του ΚΝΣ είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη του ανθρώπινου ψυχισμού. Εκ της βιολογίας όμως, και πάλι, προκύπτει ότι η ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου ψυχισμού υπερβαίνει τις σωματικές του ρίζες: αν το ηπατικό κύτταρο είναι εξ αρχής έτοιμο να λειτουργήσει, παράγοντας π.χ. χολερυθρίνη, το νευρικό κύτταρο που προορίζεται, ως εκ της θέσεώς του, να παράξει λόγο, δεν θα το κάνει από μόνο του σε ένα περιβάλλον χωρίς γλώσσα, χωρίς κοινωνία. Αν δεν ακούσει λόγο, το βρέφος δεν θα μιλήσει. H εγκεφαλική δομή του νεογέννητου ανθρώπου ολοκληρώνεται μετά τη γέννηση: Η ωρίμανση του νευρικού συστήματος θα γίνει μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία που διαθέτει λόγο, απέναντι σε έναν άλλον. Ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν είναι ούτε ανεγκέφαλος, ούτε άψυχος, ούτε ακοινώνητος.

Ανάγκη να εξηγήσω και τον τίτλο που επέλεξα. Δάνειος είναι και πολυχρησιμοποιημένος. Αρκεί να βάλετε τον στίχο από το γνωστό τραγούδι των Simon και Garfunkel στο «ψαχτήρι» του Sciencedirect (τον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Elsevier με τα πολυάριθμα επιστημονικά περιοδικά) για να διαπιστώσετε το πλήθος των τίτλων που τον χρησιμοποιούν και το εύρος των επιστημών που καταφεύγουν σε αυτόν για να περιγράψουν ποικίλα φαινόμενα. Παράδειγμα το άρθρο Bridges over Troubled Waters: Education and Cognitive Neuroscience των Daniel Ansari και Donna Coch (2006), που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Trends in Cognitive Sciences και υπήρξε η αφετηρία μου για όσα ακολουθούν. Οι συγγραφείς αναφέρονται στη διαμάχη μεταξύ αυτών που πιστεύουν στη δυνατότητα να γεφυρωθούν η εκπαίδευση και οι γνωσιακές επιστήμες, πάνω από τα ταραγμένα νερά της σχέσης τους, και εκείνων που θεωρούν πως κάτι τέτοιο αποτελεί μια χιμαιρική ελπίδα. Οι ίδιοι πιστεύουν ότι μπορούν να χτιστούν πολλαπλές τέτοιες γέφυρες ενώ ο Breur (1997) τοποθετούσε «πολύ μακριά» αυτές τις δυνατότητες. Εγώ θα εστιάσω τον προβληματισμό μου κυρίως στα «ταραγμένα νερά» των ίδιων των νευροεπιστημών. κάποιων τουλάχιστον «δεδομένων» τους που (δεν πρέπει να) μεταφέρονται ως «πανάκεια» (Coch & Ansari, 2009) στους εκπαιδευτικούς προβληματισμούς. Όπως δηλαδή αρμόζει σε κάθε επιστημονικό κλάδο που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, όπου η χρήση και η κατάχρηση των «πορισμάτων» είναι δυσδιάκριτες μέχρι να κατασταλάξουν τα δεδομένα και να συγκροτηθεί το θεωρητικό τους πλαίσιο. Μέχρι να στηθούν, δηλαδή, οι γέφυρες πάνω από τα «φουρτουνιασμένα νερά» των νέων «κατακτήσεων» και να προχωρήσουν ήρεμα οι εξελίξεις, διαχωρίζοντας τις υπερβολές των πρώτων ενθουσιασμών, τους γνωστούς μας «νευρο-μύθους».

Τέτοια προέλευση, «επαυξημένη» συνήθως με τη συμβολή των ΜΜΕ και μιας διάχυτης «λαϊκής ψυχολογίας», έχουν οι μύθοι που εμπλέκονται στη λεγόμενη «βασισμένη στον εγκέφαλο μάθηση» (brain-based learning), την οποία ειρωνεύτηκε ο Spitzer (2012), λέγοντας πως είναι σαν να λες «τρέξιμο βασισμένο στα πόδια» (leg-based running). Κι ας τονίσω ότι ο Kurt Fischer, πρόεδρος της International Mind, Brain & Education Society, παρουσιάζοντας την πρόσφατη βράβευση του David Daniel για τη συμβολή του στη «γεφύρωση» νευροεπιστημών και εκπαίδευσης, τον χαρακτήρισε ως «θερμό υπερασπιστή της προσεκτικής μεταφοράς των κατάλληλων επιστημονικών δεδομένων στην εκπαιδευτική πράξη» (δική μου η πλαγιογράφηση) (Fischer, 2013).

«Χρήση και κατάχρηση των νευροεπιστημών στην εκπαίδευση», λοιπόν, ο υπότιτλος της εργασίας μου. Κι όπως ελπίζω να φανεί, η δημιουργία μύθων και η συνακόλουθη «χρήση και κατάχρησή» τους είναι πρώτα πρώτα ενδογενής υπόθεση των νευροπεπιστημών κι όχι πάντα παρεπόμενο μιας κακής αφομοίωσής τους από ανεπαρκώς ενημερωμένους επιστήμονες άλλων πεδίων, τους εκπαιδευτικούς για παράδειγμα. Ακριβώς, κάποιους από αυτούς τους «νευρο-μύθους» πρόκειται να εξετάσω, χρησιμοποιώντας ως γέφυρα τη λογοτεχνία που έχει το πλεονέκτημα να βλέπει τα πράγματα από απόσταση και να καθιστά έτσι εναργέστερους τους σύγχρονους προβληματισμούς μας. Γιατί, όπως θα δούμε, έτσι συνέβαινε πάντα.

2. Χρήση και κατάχρηση νευροψυχολογικών δεδομένων

2.1. Ο «εντοπισμός» των ψυχονοητικών λειτουργιών

Η τέχνη δανειζόταν πάντα από τη μεγάλη δεξαμενή των επιστημονικών γνώσεων κάθε εποχής. Συνηγορούσε από παλιά ο Ροΐδης που πρώτο-πρώτο έβαζε τον επιστήμονα στον κατάλογο των «διηνεκών του συγγραφέως συνεργατών» (1952: 258-259). Έτσι κι αλλιώς, κοινός τόπος και της επιστήμης και της τέχνης είναι η κοινωνία, γι’ αυτό και πορεύονται παράλληλα, αλλά και εν δια-πλοκή: ο επιστημονικός λόγος μεταφέρεται στο ευρύτερο κοινό μέσω της λογοτεχνίας, κι αυτή με τη σειρά της τροφοδοτεί τους επιστημονικούς προβληματισμούς. Αφθονούν τα παραδείγματα. Μα δεν είναι της ώρας. Εδώ μας αρκεί ένα, το τελευταίο βιβλίο του Φλωμπέρ, το Μπουβάρ και Πεκισέ (Flaubert, 1982), που προετοίμαζε από το 1872 ως τον Μάιο του 1880 (η δράση του τοποθετείται μεταξύ 1840-1850), καταφεύγοντας σε 1500 τόμους επιστημονικών συγγραμμάτων για να δημιουργήσει ένα «είδος κριτικής εγκυκλοπαίδειας σε φάρσα», όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος. Οι δύο ήρωες του βιβλίου επιδίδονται στο κυνήγι της επιστημονικής γνώσης, περιπλανώμενοι ανάμεσα σε ποικίλους τομείς της ανθρώπινης γνώσης, μεταξύ αυτών και η εκπαίδευση των παιδιών. Για τις ανάγκες της θα καταφύγουν στη φρενολογία. Ο Flaubert το καταγράφει στο τελευταίο και ανολοκλήρωτο (λόγω του αιφνίδιου θανάτου του) δέκατο κεφάλαιο.

Στην ιστορία των εγκεφαλικών εντοπίσεων, η φρενολογία του Gall (1757-1828) αποτελεί μια σημαντική ρήξη με ό,τι είχε προηγηθεί, καθώς επέσυρε για πρώτη φορά, εκεί στην αυγή του 19ου αιώνα, την προσοχή των επιστημόνων στον φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων που ως τότε δεν απασχολούσαν κανένα. Οι φρενολογικές απόψεις μπορούν να συνοψιστούν σχηματικά στα εξής: οι ψυχονοητικές λειτουργίες εκδηλώνονται με βάση 27 στοιχειώδεις έμφυτες ιδιότητες ή «κλίσεις», τις οποίες ο Gall καθόριζε και εντόπιζε με πολλή φαντασία στον εγκεφαλικό φλοιό. Για παράδειγμα, το ένστικτο αναπαραγωγής, την αγάπη των τέκνων, την περηφάνια, την αλαζονεία, τη ματαιοδοξία, τη μνήμη, το μεταφυσικό πνεύμα, τον ορθολογισμό, τη θρησκευτικότητα, την κλίση στην κλοπή και την τάση για φόνο και, φυσικά, τη γλώσσα. Τα μορφώματα του κρανίου, ως πιστά εκμαγεία της εξωτερικής επιφάνειας του εγκεφάλου, αντιστοιχούν σε αυτές τις εντοπίσεις. Η κρανιοσκοπία και η ψηλάφηση των κρανιακών μορφωμάτων παρέχει, επομένως, τη δυνατότητα να διαπιστώνεται η μικρή ή μεγάλη ανάπτυξη των «κλίσεων» και να αποκαλύπτεται η «ψυχοσύνθεση» του εξεταζόμενου. Μια εσφαλμένη αντίληψη που άνοιξε όμως τον δρόμο για τις επόμενες επιστημονικές νευροψυχολογικές κατακτήσεις με τον Broca και τον Wernicke, επειδή επέσυρε για πρώτη φορά την προσοχή των επιστημόνων στον φλοιό.

Αυτής της γνώσης θα γίνουν ένθερμοι οπαδοί οι δύο ήρωες του Flaubert.

• «Όμως προτού αναλάβει κανείς να μορφώσει ένα παιδί, θα ’πρεπε να γνωρίζει τις ικανότητές του. Τις μαντεύουμε με τη φρενολογία. Ρίχτηκαν στη μελέτη της. ύστερα γύρεψαν να επαληθέψουν τους ισχυρισμούς της στους εαυτούς τους. Ο Μπουβάρ είχε το εξόγκωμα της αγαθοθέλειας, της φαντασίας, της ευλάβειας και της ερωτικής ενεργητικότητας: vulgo – ερωτισμός. Αισθανόταν κανείς στα κροταφικά οστά του Πεκυσέ τη φιλοσοφία και τον ενθουσιασμό, συνδυασμένα με την πανουργία […]. Τις μέρες της αγοράς, τρύπωναν ανάμεσα στους χωρικούς […], κι όταν έβρισκαν κανένα παιδί με τον πατέρα του, ζητούσαν να του ψηλαφήσουν το κρανίο, για επιστημονικό σκοπό […]. [Tο κρανίο] της Βικτωρίνας ήταν γενικά ομαλό, σημάδι ισορροπίας. αλλά ο αδελφός της είχε ένα κρανίο αξιοθρήνητο. μια προεξοχή εξαιρετικά έντονη, στη μαστοειδική γωνία των βρεγματικών, υποδήλωνε τ’ όργανο της καταστροφής, του εγκλήματος και χαμηλότερα ένα φούσκωμα ήταν το σημείο της πλεονεξίας, της κλεψιάς […]. Eκείνο που ονομάζουμε μαχητικότητα εμπεριέχει την περιφρόνηση του θανάτου […]. Πάντα ένα ένστικτο διχοτομείται σε μια καλή και σε μια κακή πλευρά. Θα καταστρέψουμε τη πρώτη και θα καλλιεργήσουμε τη δεύτερη, και μ’ αυτό το τρόπο, ένα παράτολμο παιδί, αντί να καταλήξει κακούργος, θα γίνει στρατηγός […]. Τους πλημμύρισε ένα υπέροχο όνειρο, αν πετύχαιναν στην αγωγή των μαθητών τους θα δημιουργούσαν αργότερα ένα ίδρυμα που θα ’χε σκοπό να επανορθώνει τη νόηση, να δαμάζει τους χαρακτήρες, να εξευμενίζει την καρδιά», (Flaubert, 1982: 318-321).

Δεν πρόκειται για «διακήρυξη χρεωκοπίας της επιστήμης και γενικά της ανθρώπινης σκέψης», όπως γράφει εισαγωγικά ο Edouard Maynial (1982: 17) στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του Φλωμπέρ. είναι «μια ειρωνική αμφιβολία, μια συμβουλή σκεπτικιστικής φρόνησης και ταπεινοφροσύνης που απευθύνεται στην έπαρση του ανθρώπου». Θα πουν ακόμα πως η ιστορία των Μπουβάρ και Πεκυσέ μας υποδεικνύει την ανάγκη κριτικού πνεύματος όχι μόνο έναντι των αποτυχιών της επιστημονικής δράσης μας, αλλά και των επιτυχιών της (Clervoy & Corces, 1996). Όπως για παράδειγμα είναι οι κατακτήσεις της σύγχρονης νευροαπεικόνισης.

Κι όμως, εν πλήρει «δεκαετία του εγκεφάλου», το New Scientist δημοσίευε το 1997 ένα άρθρο περί των «νέων φρενολόγων»: «Αναδεικνύεται ήδη μια νέα γενιά φρενολόγων, που τούτη τη φορά θέλουν να μπουν μέσα στο κρανίο και να δουν τα εξογκώματα στην επιφάνεια του εγκεφάλου» (οι πλαγιογραφήσεις δικές μου). Την ίδια χρονιά, ένας ειδικός, ο Μ. Cohen, αρθρογραφούσε στο κατ’ εξοχήν αρμόδιο περιοδικό, το Journal of Magnetic Resonance Imaging, ζητώντας μια προσεκτικότερη ερμηνεία των δεδομένων, ελπίζοντας να προλάβει τη μετατροπή μιας χρήσιμης απεικονιστικής μεθόδου του ΚΝΣ σε φρενολογία του τέλους του 20ου αιώνα. Tο τόνιζε ρωτώντας (απορώντας μάλλον) ήδη από τον τίτλο του άρθρου του: Functional MRI: A Phrenology for the 1990’s? (Cohen, 1997).

Ο κίνδυνος ήταν ορατός: Κάποιοι ανίχνευαν τη βία επειδή «διαπιστωνόταν» μειωμένος προμετωπιαίος μεταβολισμός σακχάρου σε εκείνους μόνο τους βίαιους παραβάτες που στο ιστορικό τους δεν διαπιστωνόταν πρώιμη ψυχοκοινωνική αποστέρηση (Raine, Phil et al., 1998). Ταυτόχρονα, άλλοι «καταμετρούσαν» αυξημένη δεξιά υποφλοιώδη δραστηριότητα σε δολοφόνους, είτε αυτοί είχαν προσχεδιάσει το έγκλημα είτε το είχαν διαπράξει κάτω από συγκινησιακή φόρτιση, ενώ ταυτόχρονα, η μετωπιαία δραστηριότητα ήταν φυσιολογική στους πρώτους, αλλά μειωμένη στους δεύτερους, κάτι που υποδηλώνει, κατά τους συγγραφείς, ότι έλλειπε από τους τελευταίους η λειτουργία που θα ρύθμιζε την επιθετικότητα (Raine, Meloy, et al., 1998).

2.1.1. Σκεπτικισμός για τις νευροαπεικονίσεις

Πού είναι η σοφία που τη χάσαμε μέσα στη γνώση;
Πού είναι η γνώση που τη χάσαμε στις πληροφορίες;
Τ. S. Eliot. Δέκα Χορικά από το βράχο, 1934.
(Μτφρ. Ε. Ν. Μόσχος, Ίκαρος, 2005)

Ο Έλιοτ μου θύμισε μια ανάλογη διατύπωση του Jules Henri Poincaré (1854-1912) (Pinhas, 1999). Δεν αρκούν πληροφορίες για να υπάρξει επιστημονική γνώση. Η επιστήμη οικοδομείται με γεγονότα κατά τον ίδιο τρόπο που ένα σπίτι οικοδομείται με τούβλα. Μια συσσώρευση, όμως, γεγονότων δεν είναι επιστήμη όπως άλλωστε και ένας σωρός τούβλων δεν είναι σπίτι.

Σπεύδω να πω ότι οι εικόνες της λειτουργικής νευροψυχολογίας δεν είναι «αεροφωτογραφίες της νευρωνικής λειτουργίας» και ότι είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό πως οι εικόνες που παίρνουμε με τις σύγχρονες τεχνικές της λειτουργικής απεικόνισης του εγκεφάλου προκύπτουν από μια διπλή επεξεργασία, πρώτα τη διαδικασία συλλογής φυσικών στοιχείων, κατόπιν δε τη στατιστική τους ανάλυση (Platel, Faure & Eustache, 1996). Μπορούμε ασφαλώς να διαβάσουμε στην οθόνη των απεικονιστικών συστημάτων σε ποια λειτουργία αντιστοιχεί τούτος ή εκείνος ο σχηματισμός, «αλλά ΟΧΙ να διαβάσουμε τι ακριβώς βιώνει, ποιες εμπειρίες έχει από τη μια στιγμή στην άλλη, το άτομο του οποίου τον εν δράσει εγκέφαλο απεικονίζουμε». Η ανάγνωση μιας τέτοιας νευρωνικής αλφαβήτας θα παραμένει εσαεί ανέφικτη, μας λέει ο φίλος Ανδρέας Παπανικολάου (Papanicolaou, 2012: 1-36), που εργάζεται για πολλά χρόνια στις ΗΠΑ πάνω στη μαγνητο-εγκεφαλογραφία. Να σημειώσω ακόμα ότι η υποδοχή των λειτουργικών νευροαπεικονίσεων παρουσίασε –στο κλασικό γράφημα του Gartner Hype Cycle– την τυπική εικόνα που δείχνει μια αρχική υψηλή πληθωρική αιχμή (βλ. π.χ. και την ολόθερμη στρεβλή υποδοχή τους από τα ΜΜΕ) που ακολουθείται από απότομη σημαντική βύθιση (εκδήλωση νευροσκεπτικισμού), η οποία, ακολούθως, μεταπίπτει σε λογική άνοδο προς ένα σταθερό πλατό παραγωγικότητας (Rachul & Zarzeczny, 2012).

2.2. Ημισφαιρική εξειδίκευση και νευρο-μυθολογίες

Η ραγδαία συσσώρευση γνώσεων στον τομέα των νευροεπιστημών δεν περίμενε τη δεκαετία του εγκεφάλου (1990-1999) για να γίνει αισθητή και σε μη επαΐοντες. Εδώ και 40 τόσα χρόνια, με ολοένα και ταχύτερο ρυθμό, προστίθενται νέες γνώσεις που δικαίως –όπως και εκείνες του ευρύτερου βιολογικού πεδίου– κινητοποιούν την ελπίδα, συνάμα δε και την ανησυχία. Η προμηθεϊκή ανάταση δεν παύει να σκιάζεται από τις φαουστικές εκδοχές της ανθρώπινης περιπέτειας, αλλά και από όσα ο Δρ Φρανκενστάϊν συμβολίζει. Πέραν αυτού, κοντά στον σκεπτικισμό, που παράγεται όταν κανείς προσεγγίζει τη «στεγνή» και κάποτε «στυγνή» τεχνοκρατική χρήση αυτών των γνώσεων, ελλοχεύει πάντοτε και ο κίνδυνος μιας απλουστευτικής, αποσπασματικής και εντυπωσιοθηρικής προβολής τους, ανοίγοντας έτσι δρόμους πλασματικής υπεραισιοδοξίας που απογοητεύει και αφοπλίζει εν τέλει. Στις χώρες μάλιστα που (κυρίως) εισάγουν γνώση, είναι συνηθέστερη η απροβλημάτιστη, απλουστευτική, αποσπασματική και εντυπωσιοθηρική προβολή των νέων γνώσεων, παρά ο γόνιμος προβληματισμός. Η επικέντρωση της προσοχής σ’ αυτό το περίεργο αμάλγαμα ανορθολογισμού και (νεο)θετικισμού δεν μετριάζει φυσικά την εμβέλεια των νέων γνώσεων.

Απτό παράδειγμα στα ελληνικά, ένα άρθρο με τίτλο Τα Μυστήρια του Εγκεφάλου και της Αντίληψης στο περιοδικό Τρίτο Μάτι (Γιαννουλάκης & Μαδεντζίδης, 1997). Μεταξύ «ακοίμητων δράκων, πυλών της αντίληψης, εντροπίας, χάους, εγκεφαλικών χαρτών, κοσμικής μνήμης και ματιάσματος», παρουσιάζονται οι διχοτομίες Ανατολή/Δύση, Ελληνισμός/Σιωνισμός να στηρίζονται στην παρωχημένη πλέον απόλυτη λειτουργική διχοτομία μεταξύ των εγκεφαλικών ημισφαιρίων που έθελξε επιστήμονες και μη κατά το παρελθόν: Το δεξί ημισφαίριο, γράφει, είναι «της φαντασίας, των καλλιτεχνών, των φιλοσόφων, των σαλταρισμένων», το αριστερό ημισφαίριο είναι «της λογικής, των μαθηματικών, των χειρωνακτών, των συμβιβασμένων». Πρόκειται για την πιο ακραία σχετική αντίληψη την οποία οι Bogen et al. (1972) ονόμαζαν ημισφαιρικότητα (hemisphericity), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιούν κατά κυρίαρχο τρόπο ένα ημισφαίριο, είτε το δεξί είτε το αριστερό, το οποίο και τους χαρακτηρίζει.

Τα παραδείγματα αφθονούν. Ιδού μερικοί τίτλοι άρθρων:
(α) Hemisphericity and Personality (Vingiano, 1982),
(β) Hemisphericity Style and Belief in Extrasensory Perception (Roig & Neaman, 1992), (γ) Greater Right Hemisphericity Is Associated with Lower Self-esteem in Adults (Persinger & Makarec, 1991), (δ) Differences in Academic Achievement as a Function of Scores on Hemisphericity (Gadzella, 1995).

Αυτή η αντίληψη από καιρό ανήκει πλέον στις «νευρομυθολογίες», όπως τονίστηκε σε ειδικό αφιέρωμα για την «ημισφαιρική εξειδίκευση» του έγκυρου Neuropsychology Review (Beaumont, 1997). Άλλωστε, ο Beaumont ήταν απολύτως αρνητικός, ήδη από το 1983, στη σημασία που απέδιδαν, από την εποχή του Bogen (Bogen, 1975), στη σχέση της «ημισφαιρικότητας» με την εκπαίδευση. Ακόμα δε κι αν υπήρχε κάποια σχέση, δεν ήταν προφανές πως θα μπορούσε να τροποποιηθεί ή να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας στην εκπαίδευση. Κάτι σημαντικότερο, θεωρούσε παραπλανητική και μη έγκυρη την έννοια της «ημισφαιρικότητας» που δεν είχε βάση στην επιστημονική έρευνα και θεωρία, γι’ αυτό άλλωστε, ακόμα και επικίνδυνη. Δεν θα παραλείψει να αναφερθεί στις απόπειρες να ενισχυθεί παντοιοτρόπως το δεξιό ημισφαίριο, π.χ. την «κραυγαλέα» μέθοδο του Prince (1978) να καλύπτει με μουσική υπόκρουση, που κατά διαστήματα γινόταν εντονότερη, τις λεκτικές παρουσιάσεις ή να απαγορεύει τη χρήση της λέξης «όχι» γιατί το δεξιό ημισφαίριο δεν διαθέτει ισοδύναμη έννοια (Beaumont, 1983). Τέτοια ιδιόμορφα «brain-gym» θα τα δούμε παρακάτω να εφαρμόζονται στην εκπαίδευση.

2.2.1. Λειτουργική εξειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και κριτικές

Κυρίαρχη για πολλά χρόνια ήταν η αντίληψη ότι το αριστερό ημισφαίριο είναι το μόνο που συνεισφέρει στις ανώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες, όπως η γλώσσα, ενώ, αντίθετα, το δεξιό δεν όριζε παρά μόνο τις αισθητικές και κινητικές λειτουργίες του αντίπλευρου μέρους του σώματος, κάτι που έκανε βέβαια και το αριστερό για τη δική του, αντίπλευρη επίσης, περιοχή ευθύνης. Το πρώτο ήταν το μείζον, το κυρίαρχο ημισφαίριο, το δεύτερο ήταν το έλασσον ημισφαίριο. Μόλις μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο άρχισε η «αποκατάσταση» του δεξιού ημισφαιρίου, καθώς του αναγνωρίστηκε η δυνατότητα να επεξεργάζεται μη γλωσσικά ερεθίσματα. Αυτή η διάκριση μεταξύ γλωσσικού / μη γλωσσικού θα τονιστεί ιδιαίτερα στη συνέχεια. Οι ανεπάρκειες του μοντέλου θα οδηγήσουν τελικώς στη γενικότερη διάκριση που αναφέρεται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο έκαστο ημισφαίριο επεξεργάζεται τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες. Ο τρόπος του αριστερού ημισφαιρίου είναι αναλυτικός, ψηφιακός (ενεργοποιεί την κατηγοριοποίηση, τις διαδοχικές και ασυνεχείς διαδικασίες), ο τρόπος του δεξιού είναι ολιστικός, αναλογικός (ενεργοποιεί τη σύνθεση, τις ολικές και συνεχείς διαδικασίες). Να σημειώσω εδώ ότι η ημισφαιρική εξειδίκευση για τη γλώσσα και η κατά προτίμηση χρήση ενός χεριού είναι μοναδική στο είδος μας, ενώ η εξειδίκευση καθαυτή δεν είναι, άλλωστε η ευρισκόμενη στα ζώα πλαγίωση λειτουργιών αποτελεί τον πρόδρομό της στον άνθρωπο (Corballis, 2003a, 2006).

Η απόλυτη λειτουργική εξειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, είτε υπό το σχήμα της διχοτομίας μεταξύ λεκτικού / χωρικού χαρακτήρα του ερεθίσματος είτε μεταξύ αναλυτικού/ ολικού τρόπου επεξεργασίας των ερεθισμάτων, ήταν αποτέλεσμα της γοητευτικής επιρροής που άσκησαν οι εργασίες του Sperry (1913-1994 / βραβείο Nobel 1981) στη δεκαετία του ’60 με split-brain άτομα (που είχαν υποστεί, για θεραπευτικούς σκοπούς –μη ελεγχόμενες φαρμακευτικά σοβαρές επιληπτικές κρίσεις–, διατομή του μεσολόβιου το οποίο συνδέει τα εγκεφαλικά ημισφαίρια). Από τις σχετικές έρευνες της απόλυτης λειτουργικής εξειδίκευσης των εγκεφαλικών ημισφαιρίων διαπιστώθηκε ότι η οπτική οδός είναι έτσι κατασκευασμένη ώστε το δεξιό μας ημισφαίριο να δέχεται πληροφορίες μόνο από το αριστερό οπτικό ημιπεδίο, ενώ το αριστερό ημισφαίριο μόνο από το δεξιό ημιπεδίο. Γνωστό είναι, ακόμα, ότι χιαστές είναι και οι οδοί που εξυπηρετούν την κίνηση και την αίσθηση στα δύο μισά του σώματός μας (π.χ. δεξιό ημισφαίριο αριστερό χέρι). Προβάλλουμε στο αριστερό ημιπεδίο ενός split-brain ατόμου, που προσηλώνει το βλέμμα του στο κέντρο, την εικόνα ενός κλειδιού. Το άτομο αδυνατεί να πει τι βλέπει διότι το μεν δεξιό ημισφαίριο (που βλέπει κάτι) στερείται λόγου, το δε αριστερό του ημισφαίριο (που μιλά) δεν βλέπει τίποτε και δεν επικοινωνεί με το άλλο. Όταν το ίδιο άτομο κληθεί να επιλέξει –με το αριστερό του χέρι, που «αντιστοιχεί» στο δεξιό ημισφαίριο – το αντικείμενο που είδε μεταξύ άλλων αντικειμένων που βρίσκονται εκτός του οπτικού του πεδίο, θα διαλέξει σωστά, δηλαδή ένα κλειδί, ακόμα κι αν δεν είναι του ιδίου σχήματος. Το δεξιό ημισφαίριο μπορεί να μην είναι φλύαρο, αλλά δεν είναι α-νόητο.

Η απολυτότητα αυτή οδήγησε: (α) στην «υπερδιχοτόμιση» –κατά την έκφραση του Corballis, που αντιτάχθηκε στις υπερβολές και απομυθοποίησε τη λειτουργική εξειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων (Corballis, 1983: 8), και (β) στη «διχοτομανία» (McKeever, 1981), την απλουστευτική δηλαδή κι απλοϊκή εντοπιστική αντίληψη, «κατά τον τρόπο των παλαιών φρενολόγων» (Galin, 1988: 165-190).

Ακρότατη συνέπεια ήταν η απόδοση δύο ξεχωριστών ψυχισμών, ενός για κάθε ημισφαίριο. Έτσι, το μεν αριστερό λειτουργεί με τρόπο ορθολογικό, καρτεσιανό, «δυτικό», ενώ το δεξιό, με τρόπο καλλιτεχνικό, ενορατικό, «ανατολικό». Αυτή η «διχοτόμηση» έγινε ταχέως προϊόν έτοιμο για εξαγωγή προς άλλες, διάφορες των νευροεπιστημών, ποικίλες κατευθύνσεις (Sergent, 1987, 1990: 121-151), μεταξύ αυτών και την εκπαίδευση, όπως θα δούμε παρακάτω.

Έτσι, από τη δεκαετία του ’70 και μετά, τα πάντα σχεδόν μπορούσαν να ερμηνευθούν μέσω της λειτουργικής διχοτομίας των εγκεφαλικών ημισφαιρίων: τα επιστημονικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα του ανθρώπου, η ψυχοσύνθεσή του, οι διαφορετικοί πολιτισμοί των λαών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο δυτικός πολιτισμός κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για μια (δήθεν) υπερανάπτυξη του αριστερού ημισφαιρίου, αναλώμασι του δεξιού, αυτού δηλαδή που είχε αναπτυχθεί καλύτερα στους ανατολικούς πολιτισμούς. έφτασε μάλιστα να αποδοθεί η «ουσία του εθνικοσοσιαλισμού» στην παραγνώριση του «ολιστικού» δεξιού ημισφαιρίου και στην καλλιέργεια των «αξιών» του αριστερού (Ηarrington, 1995: 3-27· Ten Houten, 1980· Thompson et al, 1979).

Την ίδια εκείνη εποχή, ο πολύ γνωστός από το απόφθεγμα «το μέσον είναι το μήνυμα» Marshall McLuhan (1978) απέδιδε τον διαχωρισμό του ατόμου από την ομάδα, τον «λεγόμενο δημοκρατικό ατομικισμό», στη γνώση της γραφής και της ανάγνωσης. Προηγουμένως είχε, βέβαια, αναφερθεί σε όσα τότε γίνονταν αποδεκτά για τη σύνδεση του φωνητικού αλφαβήτου με τη χρήση του αριστερού ημισφαιρίου και την ανάπτυξη του ορθολογικού δυτικού πολιτισμού που, μέσω των λογικών, νομικών, διοικητικών δραστηριοτήτων του, ενίσχυε, με τη σειρά του, την κυριαρχία του αριστερού ημισφαιρίου. Μόνο που, τώρα, παρουσιαζόταν (τάχα) το ακόλουθο, επικίνδυνο για το αριστερό ημισφαίριο, «παράδοξο»: οι νέες δυτικές ηλεκτρονικές τεχνολογίες χαρακτηρίζονται, έλεγε, από το στοιχείο του ταυτόχρονου και επομένως απευθύνονται στα δομικά χαρακτηριστικά του δεξιού ημισφαιρίου, είναι άρα ανατολικές ως προς τη φύση και τα αποτελέσματά τους.

Στην παρατήρηση της Ann Harrington, (1985) ότι οι σχετικές με τη «δυαδικότητα του νου» ανακαλύψεις του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν σε ένα ιδιαίτερο ιδεολογικό πλαίσιο και ερμηνεύτηκαν υπό το φως (ή το σκότος) των κοινωνικών συνθηκών που τότε επικρατούσαν, ο John Marshall (1985) θα προσθέσει: οι κοινωνικές ανάγκες καθορίζουν κατά μεγάλο μέρος τη μεταφορική ερμηνεία των αποτελεσμάτων. είναι άλλο πράγμα να εντοπίζεις μια καλά προσδιορισμένη ψυχολογική λειτουργία, την αντίληψη του χρώματος για παράδειγμα, κι άλλο το yin και το yang.

Το μανιχαϊκό απόλυτο διχοτομικό σχήμα της ημισφαιρικής εξειδίκευσης ή πλαγίωσης δεν άργησε να χρησιμοποιηθεί και σε μια «ψυχοθεραπεία» που αποσκοπούσε στην «απελευθέρωση» του δεξιού ημισφαιρίου από τη «δυνάστευση» του αριστερού. Μια σχεδόν κατά κυριολεξία split-brain ψυχοθεραπεία! Την παρουσίασε ο καθηγητής Watzlawick στο βιβλίο του Η Γλώσσα της Αλλαγής: Στοιχεία Θεραπευτικής Επικοινωνίας (1986).

2.3. Η «διχοτομανία» στην εκπαίδευση

Οι πρώτες συστηματοποιημένες αντιλήψεις για τον «διπλό εγκέφαλο» είναι του 1844 –βρίσκονται στο βιβλίο του Wigan A New View of Insanity: Duality of Mind (Clarke, 1978)– και το πρώτο εγχείρημα «χειραγώγησης» των εγκεφαλικών ημισφαιρίων ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα, στην εποχή του Charcot και του Dumontpallier, ιδιαίτερα οι προτεινόμενες τεχνικές ύπνωσης του καθ’ ενός ημισφαιρίου χωριστά (Harrington, 1989). Την ίδια εκείνη εποχή, ο Brawn-Sequard (1817-1894) ήταν μεταξύ εκείνων που απέδιδαν την κατωτερότητα του δεξιού ημισφαιρίου στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος. Πρότεινε λοιπόν την ιδιαίτερη χρήση του αριστερού ημίσεως του σώματος με την πεποίθηση ότι αυτό θα αρκούσε για να αναπτυχθεί το δεξιό ημισφαίριο σε μέγεθος, αλλά και στις λειτουργίες του. Σε μερικά σχολεία των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας άρχισαν τότε να εφαρμόζονται πρακτικές εμπνευσμένες από τις ιδέες του, να εκπαιδεύονται π.χ. και τα δύο χέρια ταυτόχρονα (το ένα να γράφει, το άλλο να παίζει πιάνο) με σκοπό να προφυλαχθούν, αργότερα ως ενήλικες, από τις αφασίες ή να έχουν ταχύτερη ανάρρωση μετά από μονόπλευρες εγκεφαλικές βλάβες (Finger, 1994: 386-399· Harris, 1985).

«Μεταξύ των εκπαιδευτικών υπάρχει ένας λαϊκός μύθος που λέει ότι η παραδοσιακή εκπαίδευση ευνοεί το αριστερό ημισφαίριο (τον “ακαδημαϊκό” εγκέφαλο) και αδιαφορεί για το δεξιό ημισφαίριο (τον “δημιουργικό” εγκέφαλο), που σημαίνει πως αφήνεται ανεκπαίδευτος ο μισός εγκέφαλος των μαθητών». Είναι απόσπασμα από κείμενο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD/ΟΟΣΑ, 2007) με το οποίο άρχιζαν το προ 3ετίας άρθρο τους οι Linden και Kidd (2011) για να αντιταχθούν στις προτεινόμενες, ακόμα και τώρα, «τεχνικές» του συρμού που αποσκοπούν στην «ανανέωση των μεθόδων μάθησης του δεξιού ημισφαιρίου» και, φυσικά για να καταγγείλουν το σχετικό μάρκετινγκ που τις συνόδευε. Τόνιζαν έτσι πως δεν είναι προφανές: (α) ότι η παραδοσιακή εκπαίδευση αδιαφορεί για το δεξιό ημισφαίριο, (β) ότι τα άτομα ευνοούν τη μια πλευρά του εγκεφάλου τους και (γ) ότι οποιοδήποτε εκπαιδευτικό εργαλείο ή στρατηγική μπορεί να δραστηριοποιήσει εκλεκτικά ένα ημισφαίριο». Στόχος τους, ο υπερενθουσιασμός και η υπεραπλούστευση που παραγνώριζαν την αντιεπιστημονικότητα των… «νέων» μεθόδων μάθησης και εκπαίδευσης.

Τα ερωτήματα είχαν ήδη αρχίσει να τίθενται από παλιά. Όπως, για παράδειγμα, οι Hardyck και Haapanen (1979), στο περιοδικό Journal of School Psychology, που έθεταν το ερώτημα, από τον τίτλο του άρθρου τους κιόλας, αν «είναι επίτευγμα η εκπαίδευση και των δύο ημίσεων του εγκεφάλου ή μήπως είναι νευρομυθολογία;». Η απάντησή τους ήταν πως δεν είναι επίτευγμα: αναφέρονται πρώτα στα media που προωθούν ακραίες, απλουστευτικές και απόλυτες «διχοτομήσεις» της λειτουργίας του εγκεφάλου [π.χ. τον τίτλο «είμαστε αριστερό-μυαλοι ή δεξιό-μυαλοι» (κατά το αριστερόχειρες δεξιόχειρες) του New York Times Magazine (9-9-1973)] και κατόπιν εκφράζουν την αντίθεσή τους στις τάσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας να προωθήσει προγράμματα και δοκιμασίες για να αναπτυχθεί και το «παραμελημένο» από τη συνήθη εκπαίδευση δεξιό ημισφαίριο. Τα επιχειρήματά τους αντλούν από τις σοβαρές επιστημονικές εργασίες της εποχής που αναφέρονται στην ημισφαιρική εξειδίκευση, χωρίς να παρασύρονται από την κρατούσα τότε «λαϊκή ψυχολογία» του συρμού.

Να σημειώσω ότι υπήρχαν και κατοπινότερα δημοσιεύματα (Zalewski et al, 1992) που καλούσαν τους παιδαγωγούς να μην κατηγοροποιούν τους μαθητές ως προς την ημισφαιρικότητα (hemisphericity), καθώς η σύνδεση ημισφαιρικής εξειδίκευσης και εκπαίδευσης ήταν έντονα προβληματική.

2.3.1. Από την απόλυτη αντίθεση των ημισφαιρίων στην πολύτροπη τους διαφοροποίηση και συνεργασία

Εδώ και μερικά χρόνια, οι σύγχρονες έρευνες περιορίζουν τη λειτουργική εξειδίκευση των ημισφαιρίων στις πραγματικές της διαστάσεις. Το δεξιό ημισφαίριο, συμβάλλει και αυτό σε ορισμένες λειτουργίες της γλώσσας και μάλιστα περισσότερο από το αριστερό, όπως για παράδειγμα στην προσωδία, όντας συνάμα ικανότερο στην αντίληψη του χιούμορ, της ειρωνείας, της συγκίνησης, της μουσικής στους μη επαγγελματίες μουσικούς, που αυτοί την αντιλαμβάνονται περισσότερο ως γλωσσολογικό τρόπο, άρα με το αριστερό ημισφαίριο. Χαρακτηριστικά που, μαζί με κάποια άλλα, είχαν μεγαλοποιηθεί στις προηγούμενες απόλυτα διχοτομικές απόψεις, όπως παρατηρούσε ο Corballis (2003b), ο οποίος σημείωνε και τη δυνατότητα του δεξιού ημισφαιρίου να αναλάβει τις λειτουργίες της γλώσσας σε περίπτωση πρώιμων βλαβών του αριστερού ημισφαιρίου.

Αναγνωρίζεται, επίσης, η εγκεφαλική βάση της εξειδίκευσης των ημισφαιρίων –π.χ. η ανατομική ασυμμετρία του planum temporale, μιας περιοχής του κροταφικού λοβού που σχετίζεται με τον λόγο και τη δεξιοχειρία [ευρύτερη αριστερά, στο έμβρυο των 31 εβδομάδων, στο νεογνό και τον ενήλικα (Habib & Galaburda, 1994: 324-325· Hellinge, 2002)], ή άλλων δομών προς την ίδια κατεύθυνση (π.χ. χοριοειδές πλέγμα) στο πρώτο 3μηνο (Corballis, 2013)–, αλλά και η συμμετοχή εξωτερικών επιδράσεων χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία των ημισφαιρικών συνδέσεων με το υποφλοιώδες νευρικό σύστημα (Beaumont, 1997).

Σε συνθήκη split-brain δεν είναι απόλυτος ο διαχωρισμός των δύο ημισφαιρίων: ένα ερέθισμα που προσφέρεται σε ένα ημισφαίριο διατίθεται «σιωπηρώς» («ασυνειδήτως», λέει ο Liederman, 1995: 451-490) και στο άλλο, μέσω υποφλοιωδών συνδέσεων. Επισημαίνεται επίσης ότι κατά την εξέταση splitbrain ατόμων, το κάθε ημισφαίριο «ενθαρρύνεται» σε ανεξάρτητη του άλλου επεξεργασία, έτσι ώστε το συμπέρασμα της μεταξύ τους ανεξαρτησίας να εμπεριέχεται ήδη στο πειραματικό πρωτόκολλο. Από δεκαετίας ήδη, στη θέση της απόλυτης αντίθεσης των ημισφαιρίων ή έστω της «συγκατοίκησης», διαπιστώνεται να επικρατεί η πολύτροπη ημισφαιρική διαφοροποίηση και συνεργασία: η έννοια της ημισφαιρικής ασυμμετρίας δεν είναι ομοιογενής και η συμμετοχή του κάθε ημισφαιρίου στις διάφορες λειτουργίες ποικίλλει σύμφωνα με περισσότερα του ενός κριτήρια (Corballis, 2006· Sergent, 1987). Για να προσεγγίσουμε τη λειτουργία του εγκεφάλου δεν αρκεί να λάβουμε υπ’ όψιν μόνο την υπαρκτή λειτουργική εξειδίκευση των ημισφαιρίων, αλλά, όπως δείχνει η έρευνα, και τη μεταξύ τους συνεργασία, τη διαντίδραση ακόμα και την αναστολή (Banich & Belger, 1990· Chiarello & Maxfield, 1996· Luh & Levy, 1995). Είναι προφανές ότι η έρευνα της ημισφαιρικής εξειδίκευσης φαίνεται να ξαναβρίσκει σήμερα «τον δρόμο της που για μια περίοδο είχε χάσει» (Beaumont, 1997).

2.3.2. Η «ημισφαιρικότητα» ως έννοια της «λαϊκής ψυχολογίας»

Ανάγκη λοιπόν να σταθώ σε κάποιες σημαντικές πρόσφατες έρευνες και ανασκοπήσεις που καταπιάνονται με τα θέματα που μας απασχόλησαν ως εδώ. Η «ημισφαιρικότητα» είναι πλέον μια παρωχημένη έννοια: «κατέρρευσε» τη δεκαετία του ’80 και η εμφάνισή της σε τίτλο άρθρου έχει ελαχιστοποιηθεί στο Medline τα τελευταία 20 χρόνια (Morton, 2013). είναι πλέον μια έννοια της «λαϊκής ψυχολογίας» που προωθήθηκε κυρίως από τα media, καθώς δεν αποδεικνύεται ότι ο ορθολογισμός, η δημιουργικότητα και η τέχνη αποτελούν το αποκλειστικό προϊόν ενός ημισφαιρίου, αφού και τα δύο συμβάλλουν σε οτιδήποτε κάνουμε (Hellinge, 2002· Zaidel, 2013). Κι ακόμα, οι βιολογικές δυνατότητες δεν εγγυώνται ότι ένα ταλέντο θα εκφραστεί, όπως και κάθε σύνδεση που αποκαλύπτουμε μεταξύ εγκεφάλου και κάποιων ιδιαίτερων πτυχών της δημιουργικότητας, η οποία έτσι κι αλλιώς απαιτεί ταυτόχρονα και τη λογική και τη φαντασία, και τη συνήθη και την αποκλίνουσα σκέψη (Runco, 2002). Η έρευνα των Badzakova-Traikov et al. (2011) έδειξε πως η συσχέτιση μεταξύ μαγικού ιδεασμού, δημιουργικότητας και της κατά προτίμηση χρήσης ενός χεριού δεν στηρίζεται νευροψυχολογικά σε περιορισμό της εγκεφαλικής πλαγίωσης. Σε σχετική με το θέμα μετα-ανάλυση δεν αποκαλύπτονται διαφορές υπέρ του δεξιού ημισφαιρίου σε δραστηριότητες ολιστικής vs αναλυτικής στόχευσης ή όταν αυτή γίνεται μεταξύ δραστηριοτήτων που εξαρτώνται και άλλων που είναι ανεξάρτητες ενός πλαισίου (Mihov et al, 2010: 442-448). Η πλέον πρόσφατη έρευνα των Nielsen et al., (2013) έδειξε επίσης ότι η πλαγίωση των εγκεφαλικών συνδέσεων φαίνεται να είναι περισσότερο τοπική παρά γενικευμένη ιδιότητα των εγκεφαλικών δικτύων και ότι τα δεδομένα τους δεν αποκαλύπτουν ένα συνολικό εγκεφαλικό φαινότυπο, είτε ενός μεγαλύτερου «left-brained» είτε ενός μεγαλύτερου «right-brained» σταθερού δικτύου μεταξύ των ατόμων. Μικρές αυξήσεις της πλαγίωσης με την ηλικία έχουν μόνο παρατηρηθεί, άλλα όχι διαφορές με το φύλο. Πρόσφατη είναι και η μελέτη των Vlachos et al. (2013), από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, που διαπίστωσαν σε ομάδα δυσλεξικών παιδιών της δευτεροβάθμιας παιδείας μια μεγαλύτερη συμμετοχή του δεξιού τους ημισφαιρίου στον τρόπο της σκέψης τους, με τη χρήση ειδικού ερωτηματολογίου.

2.3.3. Η νευροεπιστήμη στην εκπαίδευση: ο καλός, ο κακός και ο άσχημος

Το 2012 κυκλοφόρησε ένας σημαντικός συλλογικός τόμος, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Η Νευροεπιστήμη στην Εκπαίδευση: Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος, που εξέδωσαν ο Sergio Della Sala και ο Mike Anderson, οι οποίοι, στο δικό τους κείμενο, χαρακτηρίζουν λίαν εύγλωττα την επικρατούσα κατάσταση με τον γνωστό από τα γουέστερν-σπαγγέτι τίτλο. Στην περίπτωσή μας, γράφουν: Ο καλός σχεδόν πάντα απηχούσε την έρευνα στη γνωσιοεπιστήμη, που εμπλεκόταν ξεκάθαρα στην εκπαιδευτική πρακτική. Ο κακός βρίσκεται στην εκμετάλλευση του ενθουσιασμού των εκπαιδευτικών για τις νευροεπιστήμες, που άνοιγε την πόρτα στην υιοθέτηση προγραμμάτων και διδακτικών βοηθημάτων τα οποία φαινόταν πως τάχα βασίζονταν στη νευροεπιστήμη, πλην όμως δεν τα έχουν σε υπόληψη οι νευροεπιστήμονες. Ο άσχημος είναι η απλουστευτική ερμηνεία των γνωσιακών θεωριών που οδηγεί σε λάθη κατά την εφαρμογή τους» (Anderson & Della Sala, 2012: 3-12). Οι εν λόγω συγγραφείς προτιμούν να αναφερθούν σε «γνωσιοεπιστήμη» (cognition) στην εκπαίδευση, παρά σε νευροεκπαίδευση (neuroeducation) –τη νέα «ετικέτα» των Carew και Magsamen (2010), που έβρισκαν «ατυχή ονομασία» το brain-based learning– για να αποφύγουν μάλλον την πληθωριστική χρήση του νευροόπως προέκυψε κατά τα τελευταία χρόνια σε πλειάδα τομέων (π.χ. neuro-economics, neuro-aestethics, neuro-marketing, neurotheology, neuro-anthropology, neuro-politics) –Βλ. το βιβλίο Neuromania των Legrenzi και Umiltà (2011), που μετέφρασε στα αγγλικά o Μ. Anderson.

2.4. Χρησιμοποιούμε, άραγε, μόνο το 10% του εγκεφάλου μας;

Πρόκειται για μύθο με ασαφή καταγωγή. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για λανθασμένη ερμηνεία των εργασιών του Karl Lashley το 1930, ο οποίος παρατηρούσε πειραματόζωα τα οποία, παρά την καταστροφή μεγάλου μέρους του εγκεφάλου τους, εξακολουθούσαν να μαθαίνουν (E. N., 2007). Μύθος που ανθίσταται, στο ευρύ κοινό κυρίως, παρά τις προόδους των νευροεπιστημών που τον έχουν καταρρίψει. Η νευροαπεικόνιση έχει δείξει από καιρό πως όλος ο εγκέφαλος χρησιμοποιείται αλλά όχι ταυτόχρονα. κι ακόμα, καμιά εγκεφαλική περιοχή δεν παραμένει αδρανής, έστω κι αν δεν εμπλέκεται σε κάποια λειτουργία, συντηρώντας έτσι ένα είδος εσωτερικής γνωστικής εγρήγορσης που εξασφαλίζει τη συνέχεια της ψυχικής ζωής.

Κι ενώ το 1980 ο μύθος καλά κρατούσε, όπως άλλωστε και τώρα, διαβάσαμε στο Science τον προκλητικό τίτλο Χρειάζεστε πράγματι τον Εγκέφαλό σας; (Lewin, 1980). Τι είχε συμβεί; Ο βρετανός νευρολόγος John Lorber είχε εξετάσει έναν φοιτητή των μαθηματικών με IQ 126, στον οποίο μια ιατρική εξέταση ρουτίνας έδειξε αύξηση της κρανιακής περιμέτρου ελαφρώς ανώτερη του κανονικού. Προς μεγάλη έκπληξη, η τομογραφία αποκάλυψε πως ο εγκεφαλικός φλοιός είχε περιοριστεί στο 1 χιλιοστό, αντί να έχει τα αναμενόμενα 4-5, εξ αιτίας ενός υδροκέφαλου της παιδικής ηλικίας. Το σχόλιο ήταν σαφές: «Έτσι κι αλλιώς, το περιστατικό εικονογραφεί τις εκπληκτικές ικανότητες του εγκεφάλου να λειτουργεί αποτελεσματικά κάτω από τόσο προβληματικές συνθήκες. Και, φυσικά, όχι μόνο δεν σημαίνει ότι ένα μέρος του παραμένει ανεκμετάλλευτο σε κανονικές συνθήκες, αλλά, αντίθετα, ότι ο εγκέφαλος διαθέτει ευρύτατες δυνατότητες προσαρμογής και αναδιοργάνωσης».

Χάρη στην πλαστικότητά του, ο εγκέφαλος δεν είναι όργανο παγιωμένο, ούτε απολύτως προσδιορισμένο στη λειτουργία του (βλ. το κεφάλαιο «Η πλαστικότητα του εγκεφάλου και το σύστημα γραφής και ανάγνωσης Braille», στο Καράβατος, 2013: 210-232). Δεν είναι ούτε ο αριθμός των νευρώνων του, ούτε το βάρος του εγκεφάλου από τα οποία εξαρτώνται οι νοητικές του ικανότητες, αλλά «από την πυκνότητα και αποτελεσματικότητα των συναπτικών συνδέσεων μεταξύ των νευρώνων. Αυτό το “συναπτικό βάρος” είναι δυνητικό και όχι σταθερό: κάθε κανονικά συγκροτημένο άτομο μπορεί να το αυξήσει προς όφελός του και να αποκτήσει έτσι νέες ικανότητες» (Jeannerod, 2007). Η δυναμική του εγκεφάλου εκδηλώνεται μέσω της πλαστικότητας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, τους μηχανισμούς της οποίας έχω αναπτύξει αλλού (βλ. το κεφάλαιο «Η πλαστικότητα του εγκεφάλου και το σύστημα γραφής και ανάγνωσης Braille», στο Καράβατος, 2013: 210-232). Παράδειγμα πλαστικότητας, η προ 12ετίας αποκάλυψη ότι οι αυξημένες εμπειρίες πλοήγησης των λονδρέζων οδηγών ταξί είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του εύρους του οπίσθιου ιππόκαμπου –μεγαλύτερη σ’ αυτούς με άνω των 20 ετών θητεία στα ταξί–, η οποία γίνεται αναλώμασι του πρόσθιου ιππόκαμπου (Maguire et al., 2000). Υπενθυμίζω ότι στον οπίσθιο ιππόκαμπο αποθηκεύεται η χωρική αναπαράσταση του περιβάλλοντος, που φαίνεται πλέον ότι μπορεί να επεκταθεί τοπικά ώστε να προσαρμοστεί καλύτερα η επεξεργασία αυτής της αναπαράστασης σε άτομα που εξαρτώνται κατά πολύ από την επιδεξιότητά τους να κινούνται άνετα μέσα στον χώρο μιας πόλης. Οφείλω, όμως, να τονίσω ότι αυτή η ικανότητα τοπικής δομικής πλαστικότητας του εγκεφάλου υγιών ατόμων ως απάντηση στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος δεν έχει καμιά σχέση με τις νεο-φρενολογικές ερμηνείες που επιχειρούνταν (Καράβατος, 1999: 11-25). Το τονίζουν και οι Terrazas και McNaughton (2000) που σχολιάζουν θετικά την εργασία με τους οδηγούς ταξί, χωρίς να παραλείπουν να αναφερθούν αρνητικά στη νεο-φρενολογική συσχέτιση της ιδιοφυίας του Einstein με τη «μεγαλύτερη έκταση» των βρεγματικών του λοβών που επιχειρήθηκε (Witelson, Kigar & Harvey, 1999), κινητοποιώντας την αντίδραση του Galaburda (1999), ο οποίος αμφισβήτησε και το εύρημα και την ερμηνεία.

3. Επίλογος

Πρόσφατη μελέτη για το ποιοι από τους σύγχρονους επιστημονικούς μύθους γίνονται σήμερα πιστευτοί (Swami et al., 2012) έδειξε ότι όσοι μύθοι σχετίζονται με τον ίδιο τον άνθρωπο γίνονται ευκολότερα πιστευτοί από ό,τι μύθοι άσχετοι με αυτόν. Η υπέρ των «εγωιστικών» μύθων στάση συσχετίζεται με ανάλογη αντι-επιστημονική στάση (αντι-ορθολογισμός) και εξωστρέφεια (ενδεχομένως λόγω της κοινωνικής, προφορικής ή διαδικτυακής τους διάδοσης, που διευκολύνει η εξωστρέφεια). Στα καθ’ ημάς, κάπως σχετική είναι και η πρόσφατη δημοσκοπική διαπίστωση (Metron Analysis, 2013) ότι το ένα τρίτο της κοινωνίας μας προτιμά να πιστεύει πως μας …ψεκάζουν, γι’ αυτό άλλωστε χρεοκοπήσαμε και γι’ αυτό δεν αντιδρούμε.

Δεν θα μείνουμε, φυσικά, σε τέτοιες απαισιόδοξες διαπιστώσεις. Υπάρχουν εξελίξεις που προωθούν, πέρα από τους μύθους, τον σύγχρονο προβληματισμό γύρω από τον εγκέφαλο και τις λειτουργίες του, την πλαστικότητά του ιδίως. Στην εκπαίδευση και στα πολιτισμικά φαινόμενα βλέπει σήμερα ο Daniel Ansari (2012) να τοποθετούνται «τα νέα σύνορα στην πλαστικότητα του εγκεφάλου», όπου αυτονόητα πλέον προβάλλει η ανάγκη της διεπιστημονικότητας. Όπως η μελέτη του λεγόμενου «κοινωνικού εγκεφάλου» (social brain), που προσφέρει νέες ευκαιρίες στον εμπλουτισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας (Lieberman, 2012). Είναι αλήθεια πως λίγα είναι ακόμα τα βέβαια δεδομένα σε αυτόν τον τομέα. Λίγα ήταν και σε άλλους τομείς, γράφει ο Manfred Spitzer (2012), αλλά προχώρησαν. Η «εφαρμογή», λέει, «μιας γενικής γνώσης σε μια και μόνο περίπτωση δεν είναι επιστήμη αλλά τέχνη», το ίδιο όπως και η ιατρική. «Ο γιατρός δεν αρκεί μόνο να κατέχει ένα μέρος της βιολογίας, αλλά πρέπει να εφαρμόσει μια τέτοια γνώση σε μια περίπτωση που βρίσκεται μπροστά του. Η εκπαίδευση απαιτεί να εφαρμόσουμε αυτό που γνωρίζουμε σχετικά με την ανάπτυξη του παιδιού γενικώς και την ανάπτυξη και λειτουργία του εγκεφάλου ειδικώς, σε ένα μόνο παιδί ή μια μόνο τάξη». Χρειάζεται μια «έρευνα με μεταγλώττιση», δηλαδή ένας «διάλογος μεταξύ βασικών επιστημών και εφαρμοσμένης έρευνας». Αυτό ακριβώς που κάνει εδώ και τρία χρόνια το νέο περιοδικό Trends in Neurosciences and Education, όπου και το editorial του Spitzer, καθώς και το άρθρο του Thomas (2012), όπου:

• αναπτύσσεται λεπτομερέστερα η «ιατρική αναλογία» του Spitzer, χωρίς να παραγνωρίζονται οι περιορισμοί που επιβάλλει το γεγονός ότι η σχέση του δασκάλου στην τάξη δεν είναι δυαδική όπως του γιατρού με τον ασθενή του και

• μεταφέρεται το πόρισμα της βρετανικής Royal Society: «Η εκπαίδευση μπορεί στο μέλλον να μεταμορφωθεί μέσω της επιστήμης όπως ακριβώς έγινε με την ιατρική πριν από έναν αιώνα». Με την επισήμανση του Thomas ότι «η κατανόηση των μηχανισμών μάθησης δεν θα μας πει τι να διδάξουμε στη σχολική τάξη», αφού είναι δουλειά της κοινωνίας να αποφασίσει γι’ αυτό.

1 «Bridge over Troubled Water» τραγούδι των Simon και Garfunkel, 1970.

Βιβλιογραφία

Anderson, M., & Della Sala, S. (2012). Neuroscience in Education: An (Opinionated) Introduction. In M. Anderson & S. Della Sala (Eds.), Neuroscience in Education: The good, the bad, and the ugly (pp. 3-12). New York: Oxford University Press.

Ansari, D. (2012). Culture and Education: New Frontiers in Brain Plasticity. Trends in Cognitive Sciences, 16, 2, 93-95.

Ansari, D., & Coch, D. (2006). Bridges Over Troubled Waters: Education and Cognitive Neuroscience. Trends in Cognitive Sciences, 10, 4, 146-151.

Badzakova-Trajkov, G., Häberling, I. S., & Corballis, M. C. (2011). Magical Ideation, Creativity, Handedness, and Cerebral Asymmetries: A Combined Behavioural and fMRI Study. Neuropsychologia, 49, 2896-2903.

Banich, M. T., & Belger, A. (1990). Interhemispheric Interaction: How Do the Hemispheres Divide and Conquer a Task? Cortex, 26, 77-94.

Baumont, J. G. (1983). How Many Brains for How Many Minds? Hemisphericity and Education. Educational Psychology, 3, 213-226.

Beaumont, J. G. (1997). Future Research Directions in Laterality. Neuropsychology Review, 7, 3, 107-126.

Bogen, J. E. (1975). The Other Side of the Brain, VII: Some Educational Aspects of Hemispheric Specialization. UCLA Educator, 17, 24-32.

Bogen, J., De Zure, R., Ten Hounten, W., & Marsh, J. (1972). The Other Side of the Brain. Bulletin of the Los Angeles Neurological Society, 34, 49-61.

Breur, J. (1997). Education and the Brain: A Bridge too Far. Educational Researcher, 26, 8, 4-16.

Carew, T., J, & Magsamen, S., H. (2010). Neuroscience and Education: An Ideal Partnership for Producing Evidence-based Solutions. Neuron, 67, 9, 685-688.

Γιαννουλάκης, Π., & Μαδεντζίδης, Μ. (1997). Τα Μυστήρια του Εγκεφάλου και της Αντίληψης. Τρίτο Μάτι, 60, 26-36.

Chiarello, Ch., & Maxfield, L. (1996). Varieties of Interhemispheric Inhibition, or How to Keep a Good Hemisphere Down. Brain and Cognition, 30, 81-108.

Clarke, B. (1978). Arthur Wigan and the Duality of the Mind. Psychological Medicine, Monogr Suppl, 11, 1-52.

Clervoy, P., & Corcos, M. (1996). Ηenri, Ey et l’Encyclopédie Médico-Chirurgi cale. Synapse, 122, 43-47.

Coch, D., & Ansari, D. (2009). Thinking About Mechanisms Is Crucial to Connecting Neuroscience and Education. Cortex, 45, 546-547.

Cohen, M. (1997). Functional MRI: A Phrenology for the 1990’s? Journal of Magnetic Resonance Imaging, 6, 2, 273-274.

Corballis, M. C. (1983). Human Laterality. New York: Academic Press.

Corballis M. C. (3003a). From mouth to hand: Gesture, speech, and the evolution of right-handedness. Behavioral and Brain Sciences, 26, 198-208.

Corballis, M. C. (2003b). Cerebral Hemispheric Interactions. Encyclopedia of the Neurological Sciences, 606-609.

Corballis, M. C. (2006). Cerebral Asymmetry: A Question of Balance. Cortex, 42, 117-118.

Corballis, M. C. (2013). Early Signs of Brain Asymmetry. Trends in Cognitive Sciences, 17, 11, 554-555.

Della Sala, S., & Anderson, M. (2012). Neuroscience in Education: The Good, the Bad and the Ugly. New York: Oxford University Press.

E., N. (2007). On Utilise Seulement 10% de Notre Cerveau. Science & Vie No 1076, 140.

Finger, S. (1994). Origins of Neuroscience: A History of Explorations into Brain Function (The Emergence of the Concept of Cerebral Dominance, pp: 386399). New York: Oxford University Press.

Fischer, K. (2013). Award: Transforming Education Through Neuroscience. Mind, Brain & Education, 8, 1, 1-2.

Flaubert, G. (1982). Μπουβάρ και Πεκυσέ (μτφρ. Αντώνη Μοσχοβάκη). Αθήνα: Ηριδανός.

Gadzella, B. M. (1995). Differences in Academic Achievement as a Function of Scores on Hemisphericity. Perceptual and Motor Skills, 81, 1, 153 -154.

Galaburda, A. M. (1999). Albert Einstein’s Brain. Lancet, 354, 1821-1823

Galin, D. (1988). Conceptual and Methodological Issues in Neuropsychological Studies. In M. Kinsbourne (Ed.), Cerebral Hemispheric Function in Depression (pp. 165-190). Washington, DC: American Psychiatric Press.

Habib, M., & Galaburda, A. M. (1994). Fondements Neuroanatomiques et Neurobiologiques du Langage. In X. Seron, & M. Jeannerod (Eds.), Neuropsychologie Humaine (pp. 321-335). Liège: Mardaga.

Hardyck, C., & Haapanen, R. (1979). Educating both Halves of the Brain Educational Breakthrough or Neuromythology. Journal of School Psychology, 17, 3, 219-220.

Harrington, A. (1985). Nineteenth-century Ideas on Hemisphere Differences and Duality of Mid. The Behavioral and Brain Sciences, 8, 4, 617-659.

Harrington, A. (1989). Medicine, Mind, and the Double Brain: A Study in NineteenthCentury Thought. Princeton, New York: Princeton University Press.

Ηarrington, A. (1995). Unfinished Business: Models of Laterality in the Nineteenth Century. In R. J. Davidson, & K. Hugdahl (Eds.), Brain Asymmetry (pp. 3-27). A Bradford Book, The MIT Press.

Harris, L. J. (1985). The Ambidextral Culture Society and the “Duality of Mind”. Behavioral and Brain Sciences, 8, 639-640.

Hellinge, J. B. (2002). Laterality. Encyclopedia of the Human Brain, 2, 671-683. Jeannerod, M. (2007). Idée Reçue: Nous n’utilisons que 10% de Notre Cerveau. La Recherche, 412, 48-50.

Καράβατος, Αθ. (1999). Περί Φρενολογίας Σήμερα: Προοίμιο στο Ζωρζ Λαντερί-Λορά. Ιστορία της Φ ρενολογίας (μτφρ. Κ. Πόταγας). Εξάντας, 11-25.

Καράβατος, Αθ. (2013). Η Πλαστικότητα του Εγκεφάλου και το Σύστημα Γραφής και Ανάγνωσης Braille. Στο Θ. Καράβατος (2013), Για μια Μη-αθεωρητική Ψυχιατρική. Συνάψεις, 210-232.

Legrenzi, P., & Umiltà, C. (2011). Neuromania: On the Limits of Brain Science (trans. by M. Anderson). Oxford: Oxford University Press.

Lewin, R. (1980). Is Your Brain Really Necessary? Science, 210, 1232-1234.

Lieberman, M., D. (2012). Education and the Social Brain. Trends in Neurosciences and Education, 1, 3-9.

Liederman, J. (1995). A Reinterpretation of the Split-brain Syndrome: Implications for the Function of Corticocortical Fibers. In R. J. Davidson & K. Hugdahl (Eds.), Brain Asymmetry (pp. 451-490). A Bradford Book, The MIT Press.

Linden, A., K., & Kidd, E. (2011). Why Right-brain Teaching Is Half-witted: A Critique of the Missapplication of Neuroscience to Education. Mind, Brain & Education, 5, 3, 121-127.

Luh, K. E., & Levy, J. (1995). Interhemispheric Cooperation: Left Is Left and Right is Right, but Sometimes the Twain Shall Meet. Journal of Experimental Psychology: Human Perception and Performance, 21, 6, 1243-1258.

Maguire, E., A., Gadian, D., G., Jonsrude, I., S., Good, C., D., Ashburner, J., Frackowiak, R., S., J., & Frith, Ch., D. (2000). Navigation-related Structural Change in the Hippocampi of Taxis Drivers. Proceedings of National Academy of Science USA, 97, 9, 4398-4403.

Marshall, J. C. (1985). The Many-mind Problem: Neuroscience or Neurotheology? The Behavioral and Brain Sciences, 8, 4, 642-643.

Maynial, Ε. (1990). Εισαγωγή στο Φλωμπέρ, Μπουβάρ και Πεκυσέ (μτφρ. Αντώνη Μοσχοβάκη). Αθήνα: Ηριδανός.

McKeever, W. P. (1981). On Laterality Research and Dichotomania. Behavioral and Brain Sciences, 4, 73-74.

ΜcLuhan, M. (1978). The Brain and the Media: The “Western” Hemisphere. Journal of Communication, 28, 4, 54-60. Metron Analysis (2013). Δημοσκόπηση για το Έθνος της Κυριακής (13/10/2013).

Mihov, K., M., Denzler, M., & Foster, J. (2010). Hemispheric Specialization and Creative Thinking: A Meta-analytic Review of Lateralization of Creativity. Brain & Cognition, 72, 442-448.

Morton, B. E. (2013). Behavioral Laterality of the Brain: Support for the Binary Construct of Hemicity. Frontiers in Psychology, 4, article 683, 1-12.

Nielsen, J. A., Zielinski, B. A., Ferguson, M. A., Lainhart J. E., & Anderson J. S. (2013). An Evaluation of the Left-brain vs Right-brain Hypothesis with Resting Functional Connectivity Magnetic Resonance Imaging PLoS-ONE, 8. 8. e71275, 1-11.

OECD / ΟΑΣΑ (2007). Understanding the Brain: The Birth of a Learning Science.

Papanicolaou, A. C. (2012). Consciousness Revealed? Cognitive Critic, 5, 1-36.

Persinger, M. A., & Makarec, K. (1991). Greater Right Hemisphericity Is Associated with Lower Self-esteem in Adults. Perceptual and Motor Skills, 73, 3, 1244-1246.

Pinhas, Ν. (1999). Histoires des Outils, Systèmes, Produits et Usages d’Informations dans l’Élaboration des Disciplines Scientifiques: Biomédecine et Santé. Solaris, 4.

Platel, H., Faure, S., & Eustache, F. (1996). Neuropsychologie et Imagerie Cérébrale Fonctionnelle. L’Année Psychologique, 96, 4, 641-675. Prince, G. (1978). Putting the Other Half of the Brain to Work. Training, 15, 57- 61.

Rachul, Ch., & Zarzeczny, A. (2012). The Rise of Neuroskepticism. International Journal of Law and Psychiatry, 35, 77-81.

Raine, A., Meloy, J. R., Stoddard, J., LaCasse, L., & Buchsbaum, M. S. (1998). Reduced Prefrontal and Increased Subcortical Brain Functioning Assessed Using Positron Emission Tomography in Predatory and Affective Murderers. Neuropsychiatry, Neuropsychology and Behavior, 16, 3, 319-332.

Raine, A., Phil, D., Stoddard, J., Bihrle, S., & Buchsbaum, M. (1998). Prefrontal Glucose. Deficits in Murderers Lacking Psychosocial Deprivation. Neuropsychiatry, Neuropsychology and Behavior Neurology, 11, 1, 1-7.

Ροΐδης, Ε. (1952). Πάρεργα. (Πρόλογος). Στο Εμμανουήλ Ροΐδης (Επιμ. Κ. Παρά- σχου) (σσ. 258-259). Βασική Βιβλιοθήκη, Αθήναι: Αετός ΑΕ.

Roig, M., & Neaman, M. A. (1992). Hemisphericity Style and Belief in ESP (Extrasensory Perception). Psychological Report, 71, 3, 1, 995-1000.

Runco, M. A. (2002). Creativity. Encyclopedia of the Human Brain, 83-87.

Sergent, J. (1987). A New Look at the Human Split-brain. Brain, 110, 1375- 1392.

Sergent, J. (1990). Les Dilemmes de la Gauche et de la Droite. Opposition, Cohabitation ou Cooperation? In X. Seron (Ed.), Psychologie et Cerveau (pp. 121-151). Paris.

Spitzer, M. (2012). Education and Neuroscience. Trends in Neurosciences and Education, 1, 1-2.

Swami, V., Stieger, S., Pietsching, J., Nade, I. W., & Voracek, M. (2012). Using More than 10% of Our Brain: Examining Belief in Science-related Myths from an Individual Differences Perspective. Learning and Individual Differences, 22, 404-408.

Ten Houten, W. D. (1980). Social Dominance and Cerebral Hemisphericity: Discriminating Race, Socioeconomic Status and Sex Groups by Performance on Two Lateralized Tests. International Journal of Neurosciences, 10, 4, 223-32.

Terrazas, A., & McNaughton, B. L. (2000). Brain Growth and Cognition Map. Proceedings of National Academy of Sciences USA, 97, 9, 4414-4416.

Thomas, M., S. C. (2012). Educational Neuroscience in the Near and Far Future: Predictions from the Analogy with the History of Medicine. Trends in Neurosciences and Education, 2, 23-26.

Thompson, A. L., et al. (1979). Cultural Hemisphericity: Evidence from Cognitive Tests. International Journal of Neurosciences, 9, 1, 37-43.

Vingiano, W. (1982). Hemisphericity and Personality. International Journal of Neurosciences, 44, 3-4, 263-74.

Vlachos, F., Andreou, E., & Dellioy, A. (2013). Research in Developmental Disabilities, 34, 1536-1540.

Watzlawick, P. (1986). Η Γλώσσα της Αλλαγής: Στοιχεία Θεραπευτικής Επικοινωνί- ας (μτφρ. Α. Νίκας). Αθήνα: Κέδρος.

Witelson, S. F., Kigar, D. L., & Harvey, T. (1999). The Exceptional Brain of Albert Einstein. Lancet, 353, 2149-2153.

Zaidel, D. W. (2013). Split-brain, the Right Hemisphere, and Art: Fact and Fiction. Progress in Brain Research, 204, 3-17.

Zalewski, L. J., et al. (1992). Using Cerebral Dominance for Education Programs. Journal of General Psychology, 119, 1, 45-57.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.