Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αρχοντούλα Διαβάτη
(φιλόλογος, συγγραφέας)
 

σύναψις 35 [2014 – τόμος 10]

Το γήρας

Αναδημοσίευση από την Παρέμβαση, Πνευματική Επιθεώρηση Κοζάνης (2006, 135, 44-45), ευχαριστώντας τη συγγραφέα και τον φίλο διευθυντή του περιοδικού Βασίλη Καραγιάννη.

Στο κρεβάτι, το απόγευμα πριν σηκωθεί, άρχισε –για άσκηση– να ανακαλεί ονόματα φρούτων. Παράξενο πόσο λίγα έβρισκε. Παλιά, στα επιτραπέζια με τις κόρες της έβρισκε ένα σωρό φρούτα όλων των εποχών. Τα χειμωνιάτικα πρώτα. Μήλα ένα, πορτοκάλια δύο, γκρέιπφρουτ τρία, μάνγκο τέσσερα, μανταρίνια πέντε, μπανάνες έξι. Μετά τα καλοκαιρινά: μούρα – επτά, πού τα θυμήθηκε τα μούρα – παλιά λέκιαζαν την αυλή τους στο εξοχικό στο Λιτόχωρο, άσπρα και μαύρα, όπως λέει και το παλιό ρεμπέτικο, λίγο υπαινικτικό έως χυδαίο. Συνεχίζει: βατόμουρα οκτώ, σταφύλια εννιά, κεράσια δέκα. Μικρές τα φορούσαν για σκουλαρίκια, όπως και τα κόκκινα, βαθυκόκκινα ή ροζ φύλλα της μολόχας –μπες μολόχα βγες τσουκνίδα – ,τα κολλούσαν στο μέτωπο, στο σαγόνι, στα μήλα του προσώπου – κι άλλα μήλα έπρεπε να τα μετρήσει κι αυτά – και μεταμφιέζονταν. Επίσης με τα πέταλα του τριαντάφυλλου – εκείνες τις τριανταφυλλιές τις άγριες στους φράκτες –, αυτά δεν ήταν τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα που μοσχοβολούσαν άγρια; Με τα πέταλα για χείλη γίνονταν μοιραίες όμορφες ποθητές γυναίκες στα κοριτσίστικα παιχνίδια τους. Δεν ήταν παιχνίδια. Ήταν ο τρόπος τους να υπάρχουν. Σκέφτονταν όλο τι γυναίκες θα γίνονταν, πώς θα άρεσαν σε κάποιον άντρα, κάποτε. Λοιπόν, πού είχαμε μείνει; Κεράσια τέλος.

Σύκα έντεκα. Το αγαπημένο της φρούτο. «Κρύα, κρύα σύκα», στις γειτονιές της παιδικής της ηλικίας ο Θωμάς με την καμπουρίτσα, στο γάιδαρο άνω άρχιζε τις μέρες του Αυγούστου. Δυσεύρετα σχεδόν, αγαπημένα φρούτα. Έντεκα είπαμε, συνεχίζει. Ροδάκινα δώδεκα, ακτινίδια δεκατρία. Αλλά ποιας εποχής ήταν αυτά; Μάλλον μπέρδεψε κι ένα χειμωνιάτικο. Ανανάδες δεκατέσσερα –στου Αρμένη, στη γωνιά, πριν τον Έσπερο, ήταν η προτίμησή της όταν κάμναν προμήθειες ξηρών καρπών πριν το σινεμά το χειμώνα.

Βύσσινα, δεκαπέντε. Τα λάτρευε τα βύσσινα, όπως τα καθάριζε με τη φουρκέτα η μάνα της φωνάζοντάς της να μη τα τρώει –δεν έβλεπε που τα ετοίμαζε για γλυκό;

Καρπούζια δεκάξι, πεπόνια δεκαεφτά, νεκταρίνια δεκαοχτώ, μούσμουλα δεκαεννιά –αναρωτιέται αν ξέρουν οι κόρες της τι είναι τα μούσμουλα. Πάλι δεν τα βγάζει είκοσι. Να τα πάρει απ’ την αρχή.

Αλλά και πάλι τα ποιήματα του Καβάφη. Τα αγαπημένα των αγαπημένων που ήξερε απέξω και διάνθιζε μ’ αυτά το λόγο της, έτσι, για ν’ ακούγεται πιο φιλοσοφημένη, τι έγιναν; Ήξερε από στήθους στρογγυλά είκοσι, και τώρα ούτε τους τίτλους δεν βρίσκει να απαριθμήσει.

Εκείνος σηκώθηκε από δίπλα της και τη φώναξε –η ιεροτελεστία του καφέ θα την περίμενε σε λίγο στο μπαλκόνι. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Η πόλις ένα, η σατραπεία (αγαπημένο) δύο, απολείπειν ο θεός Αντώνιον (αγαπημένο, ξεχωριστό) τρία, οι Θερμοπύλες τέσσερα, Ιθάκη πέντε, Νέοι της Σιδώνος (αγαπημένο, ξεχωριστό) έξι, ο ήλιος του απογεύματος (το δικό της ποίημα) επτά. Μετά τα μικρά ποιήματα. Φωνές (αγαπημένο –τόσο δικό της) οκτώ, όσο μπορείς (θησαυρισμένο στα μαθητικά της λευκώματα) εννιά, τείχη δέκα, τα παράθυρα (δικό της) ένδεκα, che fece… il gran rifiuto δώδεκα, μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου δεκατρία (δικό της αγαπημένο). Τέρμα. Δε βρίσκει άλλα. Σηκώθηκε κι έτρεξε ξυπόλυτη με το νυχτικό στη βιβλιοθήκη. Ορίστε τι είχε ξεχάσει. Όλοι οι τίτλοι των ερωτικών δεν την υπάκουαν πια. Κάτι πρέπει να σημαίνει αυτό ψυχαναλυτικά. Επήγα, δεκατέσσερα, επέστρεφε, με ’κείνο το λάθος της αύξησης στην προστακτική, που τόσο αγωνιζόταν στο σχολείο να το μάθει στα παιδιά –σήμαινε αγραμματοσύνη. Επέστρεφε λοιπόν δεκαπέντε, ομνύει (αγαπημένο), δεκάξι, μια νύχτα δεκαεπτά, ηδονή δεκαοχτώ, επήγα, δεκαεννιά, πολύ σπανίως, ουφ.

Ώστε αυτό το πράγμα ήταν τα γεράματα. Παλιά έρχονταν ακάλεστες οι λέξεις χωρίς να τις φωνάξει σαν παιδιά, άτακτα παιδιά που παίζουν στην αυλή. Τώρα και τις φωνές τους βάζει και αργούν να έρθουν. Κι όχι μόνο οι λέξεις. Κι οι επιθυμίες; Η επιθυμία για έρωτα που απουσιάζει μονίμως.

Η επιθυμία για ταξίδια, για εκδρομές, για χορούς και πανηγύρια. Όλες οι παλιές επιθυμίες αγγαρείες σχεδόν σήμερα, καταδικασμένη να κάνει νήμα και μεσοδόντια μετά το φαγητό, να παίρνει τα χάπια της και να περπατάει στην παραλία, έχοντας αφήσει το αυτοκίνητο στο Μέγαρο Μουσικής συνήθως, ως το Λευκό Πύργο, βίοι παράλληλοι με ένα σωρό άλλους ομοιοπαθείς πολύ νέους και πολύ γέρους συνήθως, υποψήφιους εμφραγματίες, παχύσαρκους και υπερτασικούς.

Παραμένει η όρεξη να γνωρίσει ανθρώπους, ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί αυτό δεν τελειώνει φαίνεται. Ένα πιθάρι θα γίνει, ένα αντι-Κείμενο, όπως πικροστοχάζεται κι η Αξιώτη στην Κάδμω της.

Γεράματα τι είναι; Όχι ένας γέροντας με βαρύ παλτό στη χιονισμένη αυλή με το μπαστούνι ανάμεσα στα λυγισμένα γόνατά του, αλλά κάτι πιο καθημερινό και οικείο. Έρχεται σα συννεφιά και περνάει πάλι. Αν δε λάβεις την προειδοποίησή σου, θα ξαφνιαστείς οικτρά μετά. Έρχομαι –φώναξε. Ο καφές μοσχοβολούσε κιόλα, στοιχειώνοντας το καλοκαιρινό απόγευμα. Τράβηξε κατά το μπαλκόνι.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.