Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ
σύναψις 36 [2015 – τόμος 11]
Οι θεωρίες για την προοδευτική ανέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών από την άγρια κατάσταση στον πολιτισμό, με ενδιάμεση κατάσταση τη βαρβαρότητα, είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, με τη δημιουργία, κιόλας, του όρου πολιτισμός.[1] Από τότε κρατούσε και η αντίληψη, που υποστήριξε και ο ιδεολόγος Volney στο βιβλίο του La loi naturelle (1793),[2] ότι ο άνθρωπος, σε πρωτόγονη κατάσταση, είναι ζώο άγριο, σαν τον ουρακοτάγκο, η δε ποικιλία των φυλών είναι αποτέλεσμα της επίδρασης εξωτερικών παραγόντων, όπως του κλίματος. Ο Buffon, για παράδειγμα, υποστήριζε το 1766 ότι ο νέγρος θα επανακτούσε το φυσικό του, άσπρο χρώμα αν μεταφερόταν εκτός Αφρικής. Με τον J. C. Prichard (1813) θα δοθεί μεγαλύτερη σημασία στις causae perfectionis, τον τρόπο ζωής και τις κοινωνικές συνθήκες, για να επιβεβαιωθεί η αρχή της βελτιωτικής εξέλιξης των φυλών.[3] Έτσι, καθιερώθηκε η πίστη σε μια ιεραρχημένη κατά επίπεδα διανοητικότητα, σε μια κλίμακα των ανθρώπινων φυλών, που επέτρεπε την κατά στάδια ανάπτυξη από τις κατώτερες στην κορωνίδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, τον λευκό ευρωπαίο άνθρωπο. Ο «πρωτόγονος άνθρωπος», κατώτερος και ανώριμος, αντιπροσώπευε την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας, αλλά και υπενθύμιζε στο παρόν τη δυνατότητα έκπτωσης του ανθρώπου.[4]
Η αισιοδοξία του εξελικτικισμού του Spenser, που προωθούσε την ιδέα ότι ο πολιτισμός είναι η επιτυχέστερη μορφή προσαρμογής, η δε ανάπτυξή του είτε εξαφανίζει το άτομο είτε το οδηγεί στην ανωτερότητα, δεν άντεξε στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Το οικοδόμημα του πολιτισμού θεωρήθηκε εύθραυστο, με τον κίνδυνο της παρακμής να ελλοχεύει, όπως εξειδικεύτηκε στον χώρο της ψυχιατρικής με τη θεωρία του εκφυλισμού – «εκφυλισμού» ως προς τον ιδεατό τύπο ανθρώπου που κατασκεύασε ο Θεός (Morel 1857) ή σε σχέση προς τους γεννήτορες (Magnan 1874). Η θεωρία αυτή συνδύαζε τις τότε επικρατούσες σχετικά με την κληρονομικότητα ιδέες με τις γενικότερες κοινωνικο-πολιτισμικές αντιλήψεις, για να ερμηνεύσει την ψυχική νόσο, την οποία αναζητούσε και μέσω «εμφανών» ψυχικών και σωματικών στιγμάτων. Κι όλα αυτά, όταν ο Tylor, ο γενάρχης της πολιτισμικής ανθρωπολογίας, θεωρούσε πως η ανάπτυξη του πολιτισμού εξαλείφει τις ηθικές ιδιότητες, ενώ, ταυτόχρονα, το χάσμα μεταξύ πολιτισμένου και πρωτόγονου δεν είναι τεράστιο. Έτσι, τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας ομοιάζουν με τους πρωτόγονους και τη ζωώδη κατάσταση. Μέσα απ’ αυτό το γενικό κλίμα θα προκύψουν, αργότερα, η εγκληματολογική ανθρωπολογία του Lombroso με την αναζήτηση σωματικών και ψυχικών στιγμάτων και η ευγονική του Galton,[5] που οδήγησε στον ευγονισμό, την ιδεολογική και κοινωνικο-πολιτική εκτροπή της στα χρόνια του ναζισμού με τις στειρώσεις ή/και την εξόντωση ιδιαίτερων («εκφυλισμένων») ομάδων του πληθυσμού. Παράλληλα, προς το τέλος του αιώνα, ο «πρωτόγονος», ο «άγριος» ανακαλεί εικόνες δύναμης, αμεσότητας και αυθεντικότητας, απολεσθείσες ή απειλούμενες, που γίνονται εικόνες αναγέννησης, μέσα στις κοινωνικές αναπαραστάσεις. Όλα αυτά σημαδεύουν την είσοδο της προϊστορίας στο μυθιστόρημα, την έλξη για την πρωτόγονη τέχνη, τον φιλοσοφικό στοχασμό για την élan vitale του Bergson και προετοιμάζουν το πέρασμα από το ασυνείδητο του Hartmann στο ασυνείδητο του Freud και του Jung.[6]
*
Στο τελευταίο αυτό πλαίσιο θα βρούμε τον Freud να ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία και την πολιτισμική ιστορία: η ανθρώπινη ψυχή φέρει άφθονα ίχνη από όσα συνέβησαν στους προϊστορικούς προγόνους μας. Λέξεις, όπως αρχαϊκό, προϊστορικό, πρωτόγονο, θα τις συναντήσουμε στην Ερμηνεία των ονείρων (1900) και στα Τρία δοκίμια για τη σεξουαλικότητα (1905). Το σημαντικότερο έργο του στον τομέα αυτό είναι βέβαια το Τοτέμ και ταμπού (1913). Εδώ θα βρούμε τη διάσημη θέση του για την «πρωταρχική σκηνή». Ο πολιτισμός αρχίζει με την απαγόρευση των πιο πρωτόγονων επιθυμιών, της αιμομιξίας, του κανιβαλισμού και του φόνου. Μέσα από αυτές τις διαδικασίες θα περάσει η ορδή στα πρώτα κοινωνικά μορφώματα, καθώς αναδύονται η κοινωνική τάξη, ο νόμος και η συμβολική τάξη. Ανάγκη όμως να συμφιλιωθεί το άτομο και η ομάδα με τις «θυσίες» αυτές, μειώνοντας το σχετικό φορτίο που δημιουργούν ή αναπτύσσοντας επαρκείς αντισταθμίσεις. Η βιογενετική θεωρία του Haeckel [η οντογένεση συμπυκνώνει τη φυλογένεση] κι ο λαμαρκισμός της εποχής του επέτρεπαν στον Freud να θεωρεί πως οι σύγχρονοί του πρωτόγονοι ήταν πρόγονοι που αντιπροσώπευαν τις πρώτες φάσεις της ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Κατ’ αναλογία οι «πρωτόγονοι» μπορούσαν να συγκριθούν με τα παιδιά, αλλά και με τους νευρωσικούς, οι οποίοι παρέπεμπαν σε μια διακοπή της εξελικτικής ανάπτυξης.
Ενδιαφέρουσα είναι εδώ η αναφορά του Raymnd Corbey σε άγνωστο κείμενο του Freud, που βρέθηκε μέσα στα «χαρτιά» του Ferenczi, και το οποίο αναφέρεται σε προσχέδιο με τίτλο Πανόραμα των μεταβιβαστικών νευρώσεων που είχε γράψει το 1915, δυο χρόνια δηλαδή μετά το Τοτέμ και ταμπού. Ο Corbey συμπυκνώνει το δεύτερο –και μη προοριζόμενο για δημοσίευση– μέρος του κειμένου αυτού, γράφοντας πως «ο Freud συνηγορεί υπέρ της άποψης πως υπάρχουν ειδικές αιτιακές συσχετίσεις μεταξύ, αφενός του άγχους που προκαλείται από τις δυσκολίες τις οποίες γνώρισε η ανθρωπότητα την εποχή των παγετώνων, που τερμάτισε την έως τότε παραδοσιακή ζωή της και αφετέρου του άγχους σε πολλούς τύπους σύγχρονων νευρώσεων. Τα προβλήματα που αναφύονταν στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του ατόμου είχαν την αντανάκλασή τους σε αυτό που είχε διατρέξει η προϊστορική ανθρωπότητα στις αντίστοιχες εξελικτικές φάσεις. Αρκετές χαρακτηριστικές συγκινησιακές αντιδράσεις που εκδηλώνουν οι νευρωσικοί υπήρξαν από το παρελθόν πραγματικοί τρόποι προσαρμογής στις τραυματικές συνθήκες της ζωής, τόσο φυσικές όσο και κοινωνικές σε κείνους τους πρώτους χρόνους: το κρύο και την έλλειψη τροφής, τον διωγμό και τον ευνουχισμό που υφίσταντο από τον πατέρα, αλλά και τον φόνο του».[7] Άλλωστε, συνεχίζει ο Corbey, ο λαμαρκισμός του Freud καταγράφεται και στην Εισαγωγή της ψυχανάλυσης (1916-1917), όπου παρατηρούσε πως «κάτι που αναφέρεται ως φαντασίωση στη διάρκειά μιας σύγχρονης συνεδρίας, π.χ. η σαγήνη, η παρακολούθηση των γονιών να κάνουν έρωτα, η απειλή του ευνουχισμού ή και ο ευνουχισμός, υπήρξαν πραγματικότητες σε κείνη τη μακρινή αυγή της ανθρωπότητας».[8]
Κλείνοντας όμως το Τοτέμ και ταμπού, ο Freud θα αναφερθεί και σε κάποιες διαφορές: «Ας μη μας επηρεάζουν έντονα στις κρίσεις μας για τους πρωτόγονους, η αναλογία τους με τους νευρωσικούς. Οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψη μας και τις πραγματικές διαφορές. Ούτε βέβαια ο πρωτόγονος ούτε ο νευρωσικός έχουν γνώση της καθαρής και απόλυτης διάκρισης που εγείρουμε μεταξύ σκέψης και πράξης. Στον νευρωσικό η πράξη είναι πλήρως ανεσταλμένη, έχοντας απολύτως αντικατασταθεί από την ιδέα. Ο πρωτόγονος, αντιθέτως, δεν γνωρίζει εμπόδια στην πράξη του. οι ιδέες του μετατρέπονται αμέσως σε πράξεις. Θα μπορούσαμε ακόμα και να πούμε ότι σε αυτόν η πράξη αντικαθιστά την ιδέα. Γι’ αυτό άλλωστε μπορούμε να διακινδυνέψουμε λέγοντας: «εν αρχή ην η πράξη», χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι πως έτσι κλείνω τη συζήτηση που μόλις σκιαγραφήσαμε στις βασικές της γραμμές».[9]
Ο Jacques Galinier θα εκτρέψει προς άλλη κατεύθυνση τη ρήση αυτή του Goethe που χρησιμοποιεί εδώ ο Freud, βεβαιώνοντας πως για τον εθνολόγο «εν αρχή ην ο πολιτισμός», όπως άλλωστε τιτλοφορεί το άρθρο του,[10] προβάλλοντας στον υπότιτλο την ανάγκη για μια «ανθρωπολογική στροφή της ψυχανάλυσης». Δύο τα δεδομένα από τα οποία εκκινεί: (α) την «πράξη θανάτου» του πρωτόγονου που «υπέγραψαν» οι ανθρωπολόγοι, εγκαταλείποντας τον εξωτισμό και (β) τις σχέσεις «πολέμου-ειρήνης» που διατηρούν ψυχανάλυση και ανθρωπολογία. Τώρα όμως προσβλέπει «στο μέλλον του αρχαϊκού», σε αυτό το «πρωταρχικά (ur)[11] επίμονο, ακατάλυτο στοιχείο της ψυχικής και πολιτισμικής διαδικασίας», που βρίσκεται χωμένο μέσα σε πολιτισμικές κατασκευές, στη θέαση του κόσμου, στις αναπαραστάσεις του σώματος και του ψυχικού οργάνου.
Από τη μεριά του ο Ιάκωβος Κλεώπας,[12] αναζητώντας απάντηση στο ερώτημα εάν υπάρχει ο πολιτισμός στην ψυχανάλυση, μέσα στο σύγχρονο κλίμα μιας αυξανόμενης διάθεσης των ψυχαναλυτών και των Εταιρειών τους να συνομιλήσουν για πολιτισμικά θέματα, όχι πάντα χωρίς αντιρρήσεις, θα ανατρέξει στον Le Gouen, που θεωρούσε πως, εφόσον η ενόρμηση τοποθετείται μεταξύ σωματικού και ψυχικού, μπορούμε εξίσου να τη θεωρήσουμε ως «οριακή έννοια» μεταξύ ψυχικού και κοινωνικού. Ακολουθώντας και τη Μαρίλια Αϊζενστάιν,[13] θα προσθέσει πως η πολιτισμική αξία της ψυχανάλυσης στηρίζεται στην έννοια της ενόρμησης καθώς αυτή «σημαίνει το ρίζωμα της σκέψης στο σώμα». Εν τέλει, ο Κλεώπας θα αναζητήσει την επανεξέταση της αναλογικής συσχέτισης μεταξύ ψυχισμού και πολιτισμού. Συμπυκνώνω την άποψή του χωρίς, ελπίζω, να την σχηματοποιώ:
• Ο πολιτισμός είναι ένα ζωντανό και ανοιχτό σύστημα και ως τέτοιο διαθέτει λειτουργίες που συναντούμε και στο Εγώ, π.χ. το ασυνείδητο, άλλωστε και το βιολογικό μας σύστημα διαθέτει ασυνείδητο. Δεν είναι όμως ούτε ταυτόσημα ούτε αναλογικά. Πρόκειται για ασυνείδητα και λειτουργίες (ψυχικές, κοινωνικές, εγκεφαλικές) επικοινωνίας. Στο πεδίο του πολιτισμού συναντούμε πολιτισμικές κυρίως διαδικασίες, καθώς είναι πεδίο έκφρασης και υποδοχής στοιχείων της ψυχικής πραγματικότητας. Υπ’ αυτή την έννοια μπορεί να γίνει καταλύτης, επιταχυντής, όπως μπορεί να καταπιέσει ή να αντισταθμίσει όταν οι ενορμητικές πιέσεις ξεπεράσουν τις δυνατότητες επεξεργασίας [perlaboration[14]] σε ατομικό επίπεδο. Γι’ αυτό λοιπόν ο πολιτισμός σχετίζεται «δυναμικά με το ενδοψυχικό» ή, «μπορούμε να πούμε», με τη μεταψυχολογία. «Ενδεχομένως η ερμηνεία, η κατανόηση και η συνειδητοποίηση των τρόπων και των λόγων της οργάνωσης ενός πολιτισμού, σύμφωνα με μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, θα μπορούσε να του είναι ωφέλιμες, να τον βοηθήσουν να εξελιχθεί, να βελτιωθεί. Εντούτοις, η ψυχανάλυση δεν είναι μια απλή συνειδητοποίηση. Η ψυχανάλυση χωρίς ντιβάνι προφανώς και υπάρχει. Αλλά ψυχανάλυση χωρίς μεταβίβαση δεν υπάρχει» (σελ. 96). Η επέκταση της προβληματικής αυτής θα με απομάκρυναν όμως από το θέμα της ομιλίας μου.
Ας μείνουμε στην κατακλείδα του προλόγου του Freud στο Τοτέμ και ταμπού: «Πρόθεσή μου είναι να δημιουργήσω ένα δεσμό μεταξύ εθνολόγων, γλωσσολόγων και ψυχαναλυτών, χωρίς εντούτοις να μπορώ να προσφέρω αυτό που τους λείπει: στους πρώτους, μια επαρκής εισαγωγή στη νέα ψυχολογική τεχνική. στους δεύτερους μια ικανοποιητική εποπτεία στα υλικά που αναμένουν την επεξεργασία τους. Γι’ αυτό θα με ικανοποιούσε να ερεθίσω την προσοχή και των μεν και των δε και θα ήμουν ευτυχής αν η προσπάθειά μου είχε ως αποτέλεσμα να συμπλησιάσει όλους αυτούς με στόχο τη συνεργασία που δεν μπορεί παρά να είναι γόνιμη» [η μετάφραση δική μου από τα γαλλικά].
*
Έχω αντιταχθεί από πολύ παλιά στην επιβολή του στενού και στυγνού κορσέ της λεγόμενης «αντικειμενικότητας» των κατά DSMδιαταραχών, ως σειράς διακριτών κατηγορικών οντοτήτων, που μπορούν να οριστούν κατά έναν ανεξάρτητο του πλαισίου τρόπο. Όσο κι αν, κατά τον Levi-Strauss, η «ταξινόμηση είναι ανώτερη του χάους», όσο κι αν η ταξινόμηση είναι ένα επιστημονικό εργαλείο, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Κλινική Ψυχιατρική. Το είχαν κιόλας επισημάνει από το 1985 οι Kaplan & Sadock στην Εισαγωγή του συγγράμματός τους: «Ένα ταξινομικό εγχειρίδιο είναι αυτό: δεν είναι σύγγραμμα».[15] Με την ευκαιρία μάλιστα της νέας έκδοσης του DSM-5, επανήλθα με πιο πρόσφατες παρεμβάσεις μου μέσα από τις στήλες του περιοδικού Σύναψις[16] και του Athens Review of Books.[17] Γι’ αυτό επιμένω πως κατά την κλινική του πράξη ο ψυχίατρος (οφείλει να) έχει επίγνωση της υλικότητας του ανθρώπινου ψυχισμού, αμείωτο το μέλημα για τις ασύνειδες διεργασίες και ακέραιο το ενδιαφέρον για την ιστορία και το κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον του κάθε υποκειμένου που προσθέτουν μορφή και οργάνωση στον ψυχισμό του. Σχηματικά ειπωμένο, όπως το λέω χρόνια τώρα: ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν είναι ούτε ανεγκέφαλος, ούτε άψυχος, ούτε ακοινώνητος.
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, το βιβλίο που προέκυψε μέσα από τις Ψυχαναλυτικές Συναντήσεις με τον Οριακό Ασθενή στο Κέντρο Ψυχοθεραπειών που διευθύνει ο φίλος και συνάδελφος Γρηγόρης Βασλαματζής στην Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του ΕΚΠΑ, δεν είναι απλώς ένα εξειδικευμένο σε μια ορισμένη περιοχή της ψυχοπαθολογίας βιβλίο, όπως ο τίτλος του Το Κενό, Το Αρχαϊκό, το Ψυχικό Τραύμα ορίζει. Ο τρόπος της οργάνωσης της ύλης, με τον θεωρητικό εξοπλισμό και την κλινική πράξη των συγγραφέων, καταφέρνει να μας πάει παραπέρα. Να αναστοχαστούμε συνολικά πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό, όπως αυτός αναδύεται μέσα από σύγχρονες πολύπλευρες επεξεργασίες που εκκινούν από τη μεταψυχολογία και επεκτείνονται στη διεπιστημονικότητα.
1 Daniel Becquemont. Primitif, civilisé, dégénéré. Revue des Sciences Humaines.1992-93, 227, 37-53. Τη λέξη “civilisation” δημιούργησε ο Riqueti de Mirabeau, πατέρας του γνωστού ηγέτη της γαλλικής επαναστάτης στο βιβλίο του L’Ami des Hommes, part. I chap. 8, 1758, σελ. 192, στην έκδοση του 1767, που είναι διαθέσιμη στο Google books. Ο Κοραής απέδωσε τον όρο στα ελληνικά το 1804 ως «πολιτισμό», λέξη που είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως μία φορά –από τον Διογένη τον Λαέρτιο, 1ος αι. μ.Χ.–, προσδιορίζοντας απλώς έναν τρόπο συμπεριφοράς. Βλ. Όλγα Ι. Βαρτζιώτη. Η λέξη πολιτισμός και η σημασία της. Ελληνικά 2005, 55, 2, 261-273.
2 Εκδόθηκε και στα ελληνικά· Ο φυσικός νόμος (….) εξελληνισθείς υπό Λεωνίδα Ζ. Δαπόντε. Εν Καΐρω Τύποις Μιχαήλ Κ. Νομικού 1875.
3 Claude Blanckaert. Une anthropologie de Transition. Lacépède et l’histoire naturelle de l’homme, 1795-1830. Annales Benjamin Constant 1992, 13, 95-111.
4 Jean-Yves Pautrat. L’homme primitif et l’imaginaire de la préhistoire au XIXe siècle. Revue des Sciences Humaines 199293, 227, 11-35.
5 Daniel Becquemont. Primitif, civilisé, dégénéré, Ό.π.
6 Pierre Citti. La figure du primitif dans les années 1890, Revue des Sciences Humaines, 1992-93, 227, 67-78.
7 Raymond Corbey. Freud et le sauvage. Des sciences contre l’homme, Vol. II:
Au nom du Bien. Autrement, 1993, 9, 83-103.
8 Στο ίδιο.
9 Freud S. (1912) Totem et tabou. Interprétation de la psychanalyse de la vie sociale des peuples primitifs. Traduit de l’Allemand avec l’autorisation de l’auteur en 1923 par le Dr S. Jankélévitch. Impression 1951 [www.uqac.ca/jmt-sociologue] – δική μου η μετάφραση του αποσπάσματος.
10 Jacques Galinier. Au commencement était la culture. Un tournant anthropologique pour la psychanalyse. L’Homme 2003, 16, 201-216.
11 Όπως μας θυμίζει στο κείμενό του [σελ 55-72] ο Γρηγόρης Μανιαδάκης, «το εν λόγω πρόθεμα χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό σύνθετων λέξεων με την έννοια του πρωτογενούς, του πρωταρχικού ή του πρωτοτύπου. Οι πρωτογενείς φαντασιώσεις (Urphantasien), η πρωταρχική σκηνή (Urszene), η πρωταρχική απώθηση (Urverdrängung), ο πρωτόγονος πατέρας (Urvater) αποτελούν, λοιπόν, θα λέγαμε, όψεις της έννοιας του αρχαϊκού στο έργο του Φρόυντ» – Βλ. Paul-Laurent Assoun. L’archaïque chez Freud: entre Logos et Anankè. Nouvelle revue de Psychanalyse, 1982, 26, 11-44.
12 Iacovos Cléopas. Civilisation dans la psychanalyse ? Recherches en Psychanalyse 2010, 9, 89-95.
13 Aisenstein M. & Savvopoulos S. Les exigences de la représentation. 70e Congrès des Psychanalystes de Langue Française. Athènes. Bulletin de la Société Psychanalytique de Paris 2009, 94, 127-185.
14 Ο René Angelergues, αναφερόμενος στη συνήθη και πληθωριστικώς χρησιμοποιούμενη έκφραση ψυχική λειτουργία έγραφε: «ψυχικώς ομιλούντες, ο άνθρωπος δεν λειτουργεί: δημιουργεί ή, μιλώντας πιο πεζά, επεξεργάζεται (ή “perlabore” –εργάζεται δια μέσου–, όπως λένε για να αποδώσουν τον γερμανικό όρο Durcharbeitung που χρησιμοποιούσε ο Freud) [L’homme psychique. Calman Levy, Paris 1993, 97]. Il désigne une élaboration fondant le travail psychanalytique et visant la suppression du symptôme névrotique.
15 Kaplan HI & Sadock BJ. Comprehensive textbook of Psychiatry. Williams & Wilkins, 1985.
16 Θανάσης Καράβατος. Η υποδοχή του DSM-5 – «Το πρόβλημα με το DSM-5 δεν βρίσκεται στo 5 αλλά στο DSM». Σύναψις 2014, 32, 4-8.
17 Θανάσης Καράβατος. Βίβλος των ψυχιάτρων ή Βίβλος κλαυθμών και οδυρμών – Παρουσίαση του βιβλίου: Allen Frances. DSM-5: το δριμύ κατηγορώ ενός ψυχιάτρου. Τραυλός 2014. Στο Athens Review of Books, 20014, τεύχος Οκτωβρίου, 6-9.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.