Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιώργος Δημητριάδης
Ψυχίατρος/Ψυχαναλυτής. Maître de conférences
UFR d’études psychanalytiques, université Paris Diderot 

σύναψις 36 [2015 – τόμος 11]

Jules Cotard: Ιστορία και περιγραφή του παραληρήματος των αρνήσεων

Η σύγχρονη ψυχιατρική έχει πάψει σχεδόν να ασχολείται με τη λεπτομερή ανάλυση των παραληρημάτων που τα θεωρεί συνήθως ως εκδήλωση ενός ελλειμματικού εγκέφαλου και χωρίς ενδιαφέρον όσον αφορά το ειδικό περιεχόμενό τους. Στο τέλος του 19ου αιώνα τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Οι aliénistes (κατά λέξη «αλλοτριολόγοι» ή, όπως έχει αποδοθεί παλιότερα, «φρενολόγοι») ήταν γιατροί που ασχολούνταν στις γαλλόφωνες χώρες με τις ψυχικές παθήσεις και είχαν συνείδηση των λιγοστών θεραπευτικών μέσων που διέθεταν. Οι ασθενείς τους βρίσκονταν συνήθως έγκλειστοι σε ιδρύματα, ειδικά διαμορφωμένα στην περιφέρεια των πόλεων, κατά το πρότυπο των αντιλήψεων περί ψυχικής υγιεινής του Pinel και του Esquirol, των πρωτεργατών δηλαδή της ψυχιατρικής στη Γαλλία. Ανάμεσά τους ο Jules Cotard που εργαζόταν στο παρισινό προάστιο Vanves. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που έζησε, γιατί πέθανε το 1889 σε ηλικία 49 ετών, έγραψε πέντε άρθρα σχετικά με ένα σπάνιο τύπο παραληρήματος που απαντάται κυρίως σε χρόνιες μορφές αγχώδους μελαγχολίας. Το πρώτο απ’ αυτά τα άρθρα δημοσιεύτηκε το 1880 με τίτλο «Υποχονδριακό παραλήρημα σ’ ένα τύπο βαριάς αγχώδους μελαγχολίας».[1] Το 1882, στο δεύτερο άρθρο του, θα το ονομάσει «παραλήρημα των αρνήσεων»,[2] καθότι οι εν λόγω ασθενείς –μεσήλικες γυναίκες κυρίως– εκτός των κλασικών σημείων της αγχώδους μελαγχολίας [έντονες ενοχές συχνά με φόβο επικείμενης τιμωρίας, ιδέες αναξιότητας και ολέθρου, μεγάλο άγχος και ψυχοκινητική διέγερση], παρουσίαζαν κάποιες άλλες ιδιαίτερες εκδηλώσεις. Αυτές ήταν οι ιδέες κατάρας και κατοχής από μία ξένη δύναμη (τον διάβολο, συχνότερα), αυτοκτονική τάση, αυτοακρωτηριασμοί και υποχονδριακές ιδέες ανυπαρξίας ή καταστροφής διάφορων οργάνων και στομίων του σώματος ή ακόμη και καταστροφής της ψυχής και του Θεού. Συχνά, η ιδέα καταστροφής διάφορων οργάνων επεκτεινόταν σε ολική καταστροφή του σώματος, ακόμα και στην ιδέα του θανάτου αλλά, παραδόξως πώς, οι ίδιοι άρρωστοι, πρόσθεταν συχνά και την ιδέα ότι δεν μπορούν να πεθάνουν, όντας καταδικασμένοι να ζουν αιώνια, όπως και άλλες ιδέες υπερβολής, όπως ότι οι διαστάσεις του σώματός τους αυξήθηκαν υπερβολικά και ότι διάφορα μέλη τους ή και ολόκληροι έχουν αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ν’ αποκτήσουν κοσμικές διαστάσεις, καταλαμβάνοντας έτσι το σύμπαν ολόκληρο.

Αυτό ήταν και είναι η βασική κλινική εικόνα του παραληρήματος των αρνήσεων, με κάποιες διαφοροποιήσεις βέβαια από άρρωστο σε άρρωστο. Φερ’ ειπείν ο Cotard λέει για την άρρωστη του πρώτου άρθρου του: «Η δεσποινίς Χ. βεβαιώνει ότι δεν έχει εγκέφαλο, ούτε νεύρα, ούτε στήθος, ούτε στομάχι, ούτε έντερα· δεν της απομένουν παρά τα κόκαλα του αποδιοργανωμένου σώματος (πρόκειται για τις δικές της εκφράσεις). Αυτό το παραλήρημα άρνησης επεκτείνεται και στις μεταφυσικές ιδέες που ήταν κάποτε για εκείνη το αντικείμενο της πιο ακράδαντης πίστης· δεν έχει ψυχή, ο Θεός δεν υπάρχει, ούτε ο διάβολος. Η δεσποινίς Χ. με το να είναι ένα αποδιοργανωμένο σώμα, δεν χρειάζεται να φάει για να ζήσει, δεν θα μπορέσει να πεθάνει από φυσικό θάνατο, θα ζήσει αιώνια, εκτός και αν καεί – η φωτιά δηλαδή είναι το μόνο εφικτό τέλος για εκείνη».

Μία άλλη ηλικιωμένη ασθενής 77 ετών της Monique Grignard,[3] που εκδήλωσε το σύνδρομο το 1980, έπειτα από χειρουργική επέμβαση για πρόπτωση σπλάχνων, δηλώνει ότι ο πρωκτός της είναι φραγμένος, ότι δεν μπορεί να ουρήσει, ότι τίποτα δεν περνά πια και προσπαθεί μάλιστα η ίδια να ξεφράξει τα στόμιά της εισάγοντας διάφορα αντικείμενα. Η καρδιά της δεν χτυπά πια. Δεν αναπνέει, δεν έχει πνεύμονες. Αρνείται να σιτιστεί γιατί μετά την επέμβαση τίποτα δεν περνά. Τα έντερα της έχουν στενέψει, έχουν ανέβει, έχουν σαπίσει, είναι φραγμένα. Παραπονιέται ότι δεν κοιμάται ποτέ. Όλα της τα στόμια είναι φραγμένα: ο κόλπος, η μύτη ακόμη και τα αφτιά και γι’ αυτό δεν μπορεί ν’ ακούσει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω το ότι είναι συχνό το θέμα αυτό του φραξίματος των σπλάχνων στους ηλικιωμένους με κατάθλιψη γενικότερα. Κάποιοι άλλοι άρρωστοι με παραλήρημα των αρνήσεων λένε ότι δεν μπορούν πλέον να αναπαραστήσουν τα πράγματα με τη φαντασία τους.

Ο διάσημος Charcot είχε αναφέρει πριν από τον Cotard, του οποίου υπήρξε δάσκαλος, περιστατικά στα οποία ασθενείς έλεγαν ότι είχαν χάσει την ψυχική τους όραση. Το τρίτο μάλιστα χρονολογικά άρθρο του Cotard (1884) πάνω στο σύνδρομο είχε τίτλο «Η απώλεια της ψυχικής όρασης».[4] Γράφει δηλαδή ότι κάποιοι από τους αρρώστους «δεν μπορούσαν να φέρουν στη μνήμη τους τα μνημεία, τα τοπία, τα αντικείμενα που τους ήταν οικεία». Ένας ασθενής του Marcel Czermak[5] έλεγε ότι δεν αισθάνεται τίποτα βλέποντας τα αντικείμενα. Αυτό είναι εξάλλου σχετικό με την αναλγησία που θεωρούσε ο Cotard ως βασικό στοιχείο αυτής της κατάστασης, ότι δηλαδή δεν μπορούν ούτε να πονέσουν γιατί δεν αισθάνονται τίποτα. Και ότι υποφέρουν ακριβώς απ’ αυτή την αδυναμία να αισθανθούν ακόμη και πόνο, ότι τίποτα δηλαδή δεν μπορεί να τους αγγίξει. Μία άλλη ασθενής του Jean Paul Baumont[6] το έλεγε το 1983: «Ο εγκέφαλός μου δεν καταγράφει πια, έχω ένα κενό, μία μαύρη τρύπα μέσα στο κεφάλι μου, αισθάνομαι αδειασμένη. Δεν έχω συναισθήματα […] δεν έχω προσωπικότητα, δεν έχω τίποτα για να σκεφτώ ή να μιλήσω, δεν έχω σκέψη για να καταλάβω αυτό που λένε οι άλλοι, δεν μπορώ να μιλήσω, δεν ξέρω να μιλήσω».

Οι άρρωστοι με σύνδρομο του Cotard, όπως έμεινε στην ιστορία το παραλήρημα των αρνήσεων, δηλώνουν ότι έχουν πεθάνει αλλά παραδόξως, όπως έλεγα, συχνά οι ίδιοι άρρωστοι δηλώνουν ότι είναι καταδικασμένοι να ζουν στην κατάσταση αυτή αιώνια. Αυτή η κατάσταση παραπέμπει αναλογικά στους μύθους των θρησκειών γύρω από τη μετά θάνατο ζωή και ιδιαίτερα σ’ αυτόν που επικαλέστηκε ο ίδιος ο Cotard, τον μύθο του περιπλανώμενου Ιουδαίου. Όπως, επίσης, παραπέμπει στο καθαρτήριο του καθολικού δόγματος, στο ’Α’rāf του Κορανίου. Ή, ακόμη, στην άβυσσο της Εκάτης όπου, κατά τον Πλούταρχο, η ψυχή χάνει το θυμικό της.

Για να επανέλθω στα λόγια των αρρώστων, ένας άλλος ασθενής του Jean Paul Baumont,[7] που εκδήλωσε το σύνδρομο έπειτα από χειρουργική θεραπεία και χημειοθεραπεία για μελάνωμα στο δέρμα, περιέγραφε την κατάστασή του ως μεταξύ ζωής και θανάτου. Έλεγε ότι περπατάει δίπλα στη ζωή, σε μία ζωή που δεν είναι ζωή. Ότι δεν είναι στην ίδια ζωή με τους υπόλοιπους. Ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, ότι είναι ένας άπειρος χρόνος που δεν θα τελειώσει ποτέ. Ότι δεν υπάρχει όριο μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος και ότι έχει ξεμείνει σε ένα αόριστο παρόν όπου όλες οι διαφορές έχουν καταργηθεί. Ότι κάθε ημέρα είναι η ίδια, μία παγκόσμια ημέρα που αντιπροσωπεύει εκατομμύρια χρόνια, η ημέρα και η νύχτα έχουν γίνει ένα, ότι δεν υπάρχει μονάδα χρόνου και είναι συνέχεια η ίδια στιγμή που επαναλαμβάνεται. Δεν υπάρχουν κύκλοι, ούτε στο ημερολόγιο ημερομηνίες, ούτε Δευτέρες, Τρίτες, Τετάρτες, Παρασκευές, ούτε χρονολογίες, ούτε εναλλαγές μεταξύ ημέρας και νύχτας. Παρομοίως για τον άρρωστο αυτό δεν υπήρχε απόσταση. Είμαι πάντα έλεγε «στο ίδιο μέρος, στη ίδια θέση. Όλα είναι ίδια με το να είμαι μπροστά στα ίδια πρόσωπα που δεν κινούνται. Είμαι στην κόλαση».

Το σύνδρομο του Cotard είχε σχεδόν ξεχαστεί λόγω της σπανιότητάς του ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη αποτελεσματικών θεραπειών για τις καταστάσεις μελαγχολίας. Δηλαδή με θεραπείες, αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά ή ηλεκτροσόκ, οι ασθενείς δεν χρονίζουν αρκετά συνήθως ώστε να παρουσιάσουν το σύνδρομο, γιατί όπως έλεγε εξαρχής ο Cotard, εκδηλώνεται κυρίως σε περιπτώσεις χρόνιας αγχώδους μελαγχολίας. Οι συγγραφείς ανέφεραν ότι μπορεί το σύνδρομο να εκδηλωθεί επίσης, με αρκετές διαφοροποιήσεις στην κλινική εικόνα, σε περιπτώσεις παράνοιας και προϊούσας γενικής παράλυσης. Η μορφή, ως γνωστό, με την οποία απαντάται στις μέρες μας είναι κυρίως οι υποχονδριακές ιδέες άρνησης.

Ψυχαναλυτική σημασία των ιδεών αθανασίας του συνδρόμου του Cotard

Μετά τον Cotard και τις λίγο μεταγενέστερες εργασίες του Séglas[8] και άλλων ψυχιάτρων της εποχής, το παραλήρημα των αρνήσεων παρέμεινε σχεδόν σε λήθη για περίπου ένα αιώνα. Αν εξαιρέσουμε το άρθρο του Salomon Resnik,[9] με τίτλο «Σύνδρομο Cotard και αποπροσωποποίηση» του 1954, και μία αναφορά του Jacques Lacan[10] το 1955, η ψυχαναλυτική βιβλιογραφία έμεινε απ’ όσο γνωρίζω σιωπηλή πάνω στο θέμα μέχρι το 1983. Κατά την ημερομηνία αυτή η ψυχαναλυτική σχολή Association Lacanienne (και κυρίως ο Marcel Czermak [11]) επανέφεραν σ’ επικαιρότητα το θέμα. Το 1992 έγινε ένα συνέδριο[12] της Association Lacanienne πάνω στο θέμα και το 1993 ο Jorge Cacho,[13] μέλος της ίδιας σχολής, δημοσίευσε τη διατριβή του πάνω στο παραλήρημα των αρνήσεων, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του κυρίως στην ιστορία του συνδρόμου. Ο Lacan έλεγε το 1955: «Oι ηλικιωμένες γυναίκες με το σύνδρομο, που λένε ότι δεν έχουν στόμα και στομάχι και ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ, έχουν μεγάλη σχέση με τον κόσμο των φεγγαριών. Αυτό στο οποίο έχουν ταυτιστεί είναι μία εικόνα στην οποία λείπει κάθε άνοιγμα, κάθε προσμονή, κάθε κενό της επιθυμίας, δηλαδή αυτό που συνιστά κυρίως η ιδιότητα του στοματικού στομίου». Να σημειώσω εδώ ότι ετυμολογικά η γαλλική λέξη béance, που σημαίνει «άνοιγμα», γύρω στο 1200 σήμαινε την επιθυμία. Λέει λοιπόν στη συνέχεια ο Lacan: «Στον βαθμό που επιχειρείται η ταύτιση του είναι στην αμιγή και απλή εικόνα του, δεν υπάρχει πλέον θέση για την αλλαγή, δηλαδή για τον θάνατο. Στο θέμα τους πρόκειται ακριβώς –για το ότι είναι πεθαμένες και ότι δεν μπορούν επίσης να πεθάνουν – για το ότι είναι αθάνατες όπως η επιθυμία. Στον βαθμό που το υποκείμενο ταυτίζεται συμβολικά με το εικονοφαντασιακό, πραγματοποιεί, με κάποιο τρόπο, την επιθυμία».

Θα προσπαθήσω να σχολιάσω αυτά τα πυκνά λεγόμενα του Lacan τα οποία ανακινούν το θέμα της φάσης του καθρέπτη και τη σημασία της στην ψύχωση. Το ότι επιχειρεί δηλαδή ο ψυχωτικός, κατά τον Lacan, να ταυτίσει το «είναι» του με την εικόνα του. Δεν θα επεκταθώ πάνω στο θέμα αυτό. Όσον αφορά δε το θέμα της επιθυμίας θα επανέλθω λίγο αργότερα για να μιλήσω προς το παρόν για την έλλειψη. Αυτή η έλλειψη ανοίγματος, δηλαδή η έλλειψη έλλειψης στους αρρώστους με Cotard, δημιουργεί με κάποιο τρόπο μία ασυνείδητη εικόνα σώματος σαν συμπαγή σφαίρα, που είναι δηλαδή γεμάτη με τα πάντα ή τουλάχιστον μ’ αυτά που μπορεί να λείψουν στα εν λόγω υποκείμενα για να επιθυμήσουν, δηλαδή αυτά που συνιστούν την ψυχική τους πραγματικότητα. Συνεπώς οι άρρωστοι αυτοί δεν είναι απόντες από τον φαντασιακό κόσμο, αλλά από τον συμβολικό κόσμο τους, αυτόν που συνιστά γι’ αυτούς τους ίδιους ως συγκεκριμένα υποκείμενα τον κόσμο. Είναι από την αλυσίδα των σημαινόντων τους που αποσυνδέονται, γι’ αυτό και ο κόσμος παύει να έχει σημασία γι’ αυτούς. Έχουν πεθάνει για την αλυσίδα των σημαινόντων τους (ως υποκείμενα της αλυσίδας αυτής), ενώ ο κόσμος τους παραμένει κάτι σαν αμιγές φαντασιακό απαλλαγμένο από κάθε συμβολική πρόσφυση που θα τους επέτρεπε να σκεφτούν και ν’ αλλάξουν κάτι. Εδώ αναφέρομαι όχι τόσο στη συνειδητή σκέψη, αν και αυτή πάσχει, αλλά στις μεταφορικές και μετωνυμικές διαδικασίες που γίνονται στο ασυνείδητο και των οποίων έχουμε μία πιο άμεση έποψη στα όνειρα. Εξ ού και η εντύπωσή τους ότι ο κόσμος θα παραμένει αμετάβλητος για πάντα. Οι άρρωστοι εξ άλλου, όπως έλεγα παραπάνω, κατακρατούν τα αντικείμενα του σώματός τους, ούρα και κόπρανα, δεν σιτίζονται, δεν μπορούν να θυμηθούν τις εικόνες και όταν κοιτούν τα αντικείμενα δεν τους προκαλείται κάποιο αίσθημα και δεν τους κάνει να σκεφτούν κάτι. Όταν ακούνε τους άλλους, το περιεχόμενο της ομιλίας των άλλων τους διαφεύγει. Τα αντικείμενα μικρά α, κατά τον Lacan, το σκύβαλο, ο μαστός, το βλέμμα, και η φωνή, έχουν επανέλθει στο συμπαγές πλέον σώμα αντί να είναι χωρισμένα από αυτό, από την τομή που τα σημαίνοντα κάνουν στο σώμα. Η αναλγησία, η απουσία δηλαδή πόνου, είναι, όπως λέει ο Marcel Czermak,[14] στο ίδιο πλαίσιο της έλλειψης της έλλειψης. Η αϋπνία για την οποία παραπονιούνται δεν είναι μία αντικειμενική αϋπνία. Ένας άρρωστος του Marcel Czermak[15] έλεγε ότι στην κανονική του κατάσταση αισθανόταν τον ύπνο να έρχεται. Βάρος στα βλέφαρα, ανάγκη να κλείσει τα μάτια. Όταν ήταν άρρωστος για να κοιμηθεί βυθιζότανε μονομιάς και όταν ξύπναγε δεν αισθάνονταν ότι ξύπναγε. Ζώντας στον κόσμο αυτό που τίποτα δεν λείπει οι ασθενείς ταυτίζονται, λέει ο Marcel Czermak,[16] με το αντικείμενο που μπορεί να λείψει, το αντικείμενο μικρό α αίτιο της επιθυμίας κατά τον Lacan, και ενίοτε αυτοκτονούν ή ζητούν να τους σκοτώσουν προκειμένου να μπορέσει να λείψει το αντικείμενο – που έχουν γίνει οι ίδιοι– από τον κόσμο.

Οι ασθενείς αυτοί θυμίζουν, δεδομένης της σχέσης που έχουν όσον αφορά την έλλειψη και τον θάνατο, άλλου τύπου ασθενείς. Καταρχήν ο θάνατος του υποκειμένου που γνωρίζουν, οι ψυχωτικοί εκφράζουν συνήθως τον θάνατο του υποκειμένου ως εμπειρία του τέλους του κόσμου και όχι προσωπικού θανάτου όπως στο Cotard. Το σημείο αυτό της εμπειρίας θανάτου του υποκειμένου στην παρανοειδή σχιζοφρένεια ή την παράνοια προηγείται της απόπειρας δημιουργίας μίας νέας σχέσης με τον κόσμο διαμέσου του παραληρήματος. Το σημείο θανάτου του υποκειμένου, ο Γερμανός δικαστής Schreber (το διάσημο περιστατικό του οποίου την παραληρηματική αυτοβιογραφία ανέλυσε ο Freud) ως παρανοϊκός το βίωνε τη στιγμή που διάβαζε ότι πέρασε σ’ άλλη στήλη της εφημερίδας και συγκεκριμένα στη νεκρολογική. Τελικά ύστερα από πολλά ψυχωτικά δεινά, όπως οι κατατονικές του κρίσεις, σταθεροποιείται έπειτα από χρόνια διαμέσου της παραληρηματικής μεταφοράς της ταύτισής του με τη γυναίκα του Θεού. Η οποία ταύτιση εντοπίζει με κάποιο τρόπο το πραγματικό, το καδράρει. Αποφεύγει έτσι τα αποτελέσματα των διακυμάνσεων του πραγματικού, του οποίου διαφορετικά θα υφίστατο διαρκώς τις μεταμορφώσεις. Μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε γυναίκα παύει να αντιστέκεται στη δίωξη που δεχότανε από την απόλαυση του Άλλου, αποδεχόμενος αυτή την απόλαυση –διαμέσου της μεγαλομανιακής ταύτισής του με τη γυναίκα του Θεού–, την οποία και αναπαριστά στην πράξη μεταμφιέζοντας τον εαυτό του σε γυναίκα μπροστά στον καθρέπτη του δωματίου του.

Μίλησα προηγουμένως για τους ηλικιωμένους με κατάθλιψη και τις υποχονδριακές τους ιδέες γύρω από το πεπτικό και το ουροποιητικό σύστημα, καθώς και την υποχονδριακή αϋπνία. Ο Γάλλος ψυχογηρίατρος G. Ferrey[17] σημειώνει επίσης ότι οι αρνήσεις στους ηλικιωμένους με κατάθλιψη ή και σύνδρομο Cotard αφορούν όχι τόσο τα όργανα όσο τη λειτουργία τους και ότι οι ασθενείς αυτοί δεν έχουν νοσοφοβία, αλλά παραπονιούνται για το ότι η τροφή και οι απεκκρίσεις του σώματός τους δεν περνάνε.

Ο αλκοολόγος Jean Paul Descombey[18] τονίζει το πόσο οι αλκοολικοί τείνουν να θέλουν ν’ αγνοούν τον θάνατο, να είναι «θανατοαγνωσικοί», να τείνουν να πιστεύουν δηλαδή ότι ο θάνατος δεν μπορεί να τους ακουμπήσει παρά μόνο από ατύχημα. Και επιπλέον ότι αν πάθουν έπειτα από χρόνια κατανάλωσης το σύνδρομο Korsakoff (προϊούσα δηλαδή αμνησία), ζουν πλέον μέσα στην αχρονικότητα. Η τοξικομανία δεν είναι βέβαια μακριά όσον αφορά τη θανατοαγνωσία, την τάση δηλαδή των τοξικομανών να έχουν μία συνεχή πρόκληση με τον θάνατο, αλλά και να δημιουργούν επίσης νέο-ανάγκες, κάτι δηλαδή σαν τεχνητά στόμια του σώματος. Όταν τρυπιούνται δε, δημιουργούν όχι μόνο μεταφορικά αλλά και πραγματικά στόμια στο σώμα τους. Θ’ αναφέρω επίσης τη μανία του piercing, την τάση δηλαδή κάποιων να δημιουργούν τρύπες στο σώμα τους, ή την ακόμη πιο εντυπωσιακή τάση κάποιων άλλων να αυτοακρωτηριάζονται με χειρουργικές επεμβάσεις ή και μόνοι τους. Τέλος επιγραμματικά αναφέρω την υποχονδρία του φαλλού των τρανσέξουαλ, όπως ονομάζει ο Marcel Czermak[19] το αίτημα για την αλλαγή του φύλου. Όλες αυτές οι καταστάσεις είναι ίσως εγχειρήματα δημιουργίας έλλειψης στο πραγματικό του σώματος, εκεί που η συμβολική λειτουργία αδυνατεί να δημιουργήσει τομή, δηλαδή τρύπα στο σώμα. Καταστάσεις πολύ διαφορετικές από αυτές του ψυχαναγκαστικού που ζει σε μία διαρκεί αναβολή όσον αφορά την επιθυμία του, παριστάνοντας δηλαδή τον πεθαμένο όσον αφορά την επιθυμία του.

Τέλος μιλώντας για τη ζωή μεταξύ δύο θανάτων των αρρώστων με Cotard, θ’ αναφέρω τη σχέση της ζώνης «μεταξύ δύο θανάτων»,[20] στην οποία αναφέρθηκε ο Lacan,[21] ως ζώνη της επιθυμίας όταν κανείς βρίσκεται να είναι κάτι σαν τραγικός ήρωας, στη θέση ας πούμε της Αντιγόνης του Σοφοκλή, που δεν μπορεί παρά να εκπληρώσει αυτό που συνιστά την επιθυμία, να τιμήσει δηλαδή τον νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, έστω και αν αυτό συνεπάγεται τον θάνατό της. Ή της Ηλέκτρας του Σοφοκλή, που λέει ότι είναι πεθαμένη μέσα στη ζωή. Ή σ’ αυτή του Οιδίποδα, για τον οποίον ο χορός αναφωνεί το «μη φύναι», δηλαδή καλύτερα να μην έχεις γεννηθεί αν είναι να βρεθείς στη δεινή θέση που βρέθηκε ο Οιδίποδας. Ή σ’ αυτήν ακόμη του Άμλετ, που πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με τον θάνατο της Οφηλίας και ακόμη περισσότερο να χτυπηθεί θανάσιμα προκειμένου να υποστηρίξει την πράξη που ανέβαλε συνέχεια: να εκδικηθεί δηλαδή τον φόνο του πατέρα του σκοτώνοντας τον Κλαύδιο. Ο τραγικός ήρωας βρίσκεται στη ζώνη αυτή που, αν και καταδικασμένος όσον αφορά τη ναρκισσιστική του αγάπη ή ακόμη και καταδικασμένος να πεθάνει –δηλαδή πέραν της αρχής της ευχαρίστησης όπως και να ’χει–, είναι ακόμη υπόχρεος στην επιθυμία. Ή ακόμη περισσότερο μπορεί να είναι σε θέση να στηρίξει την επιθυμία του μόνο από αυτή τη θέση. Κατά κάποιο τρόπο αυτή μάλλον είναι η κοινή μοίρα. Δηλαδή το να μπορούμε να επιθυμούμε παρά μόνο ως θνητοί. Ο τραγικός ήρωας το δείχνει αυτό από μία πλευρά που οδηγεί συχνά βραχυπρόθεσμα στον θάνατο όπως στην περίπτωση της Αντιγόνης. Ενώ το να αναλάβει κανείς την επιθυμία του, συνήθως αφού τη βιώσει στο επίπεδο της μοναξιάς, δηλαδή ως επιθυμία που αφορά εκείνον και μόνο, μπορεί βέβαια, τουναντίον, να ωθεί προς τη ζωή.

1 Jules Cotard, Du délire hypocondriaque dans une forme grave de la mélancolie anxieuse, Annales médico-psychologiques, Σεπτέμβριος 1880, 4oς τόμος.

2 Jules Cotard, Du délire de négations, Archives de Neurologie, 1982, no 11 σ.152 -170 και nο 12 σ.282-296.

3 Monique Grignard, Mme F., un Cotard méconnu, in Yves Baumstimler, Jorge Cacho, Marcel Czermak, (dir.), Délire des Négations, Actes du Colloque des 12 et 13 décembre 1992, Paris: Le discours psychanalytique Éditions de l’Association Freudienne Internationale, 2001, σ. 57-65, σ.59.

4 Jules Cotard, Perte de la vision mentale dans la mélancolie anxieuse, Archives de neurologie, 1884, no 21.

5 Marcel Czermak, Signification psychanalytique du syndrome de Cotard, in Yves Baumstimler, Jorge Cacho, Marcel Czermak, (dir.), Délire des Négations, σ.191-219, σ.195.

6 Jean Paul Baumont, Un trou noir, in Yves Baumstimler, Jorge Cacho, Marcel Czermak, (dir.), Délire des Négations, σ.33-57, σ.34-35.

7 ομοίως, σ.37.

8 Βλ. Les observations de Jules Seglas, in J. Cotard, M. Camusset, J. Seglas, Du délire des négations aux idées d’énormité, préface J.-P. Tacho, Paris, L’Harmattan, 1997, σ.169-224.

9 Salomon Resnick, Syndrome de Cotard et dépersonnalisation, Information psychiatrique, 1970,46, σ.461-474.

10 Jacques Lacan, Le séminaire, livre II (1954-55) : Le Moi dans la théorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse. Paris: Seuil, 1978.

11 Με την ομιλία «Η ψυχαναλυτική σημασία του συνδρόμου του Cotard» στο συνέδριο «οι Ψυχώσεις» της ψυχαναλυτικής σχολής Association Freudienne βλ. Marcel Czermak, Passions de l’objet, Paris: Joseph Clims, 1986, σ.205-234.

12 Yves Baumstimler, Jorge Cacho, Marcel Czermak, (dir.), Délire des Négations, Actes du Colloque des 12 et 13 décembre, ο.π.

13 Jorge Cacho, Le délire de négations, ο.π.

14 Czermak, Passions de l’objet, ο.π. σ.214.

15 ομοίως, σ.214 και 215.

16 ομοίως, σ.223.

17 G. Ferrey, Le syndrome de Cotard et les négations fonctionnelles chez le sujet âgé, in Yves Baumstimler, Jorge Cacho, Marcel Czermak, (dir.), Délire des Négations, Actes du Colloque des 12 et 13 décembre, ο.π., σ.89-105.

18 J.-P. Descombey, Introduction, ομοίως, σ.15-21.

19 Marcel Czermak, Patronymies, Considérations cliniques sur les psychoses, Paris: Masson, 1998, σ.39.

20 Βλ. Fabienne Hulak, Le syndrome de Cotard ou la clinique de l’entre deux morts, Information Psychiatrique, 79, 5, σ.415-421.

21 Jacques Lacan, Le séminaire livre VII, L’éthique de la psychanalyse, Paris: Seuil, 1986, σελ. 315-336.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Baumstimler Yves, Cacho Jorge, Czermak Marcel (dir.), Délire des Négations, Actes du Colloque des 12 et 13 décembre 1992, Paris : Le discours psychanalytique Éditions de l’Association Freudienne Internationale, 2001.

2. Cacho Jorge. Le délire de négations, Paris: Le discours psychanalytique Éditions de l’Association Freudienne Internationale, 1993.

3. Cotard Jules, Du délire hypocondriaque dans une forme grave de la mélancolie anxieuse, Annales médico-psychologiques, Σεπτέμβριος 1880, 4oς τόμος.

4. Cotard Jules, Du délire de négations, Archives de Neurologie, 1982, no 11 σ.152 -170 και nο 12 σ.282-296.

5. Cotard Jules, Du délire d’énormité, Annales médico-psychologiques, 1888, σ.465-469.

6. Cotard J., Camusset M., Seglas J., Du délire des négations aux idées d’énormité, préface J.-P.Tacho, Paris : L’Harmattan, 1997, σ.169-224.

7. Lacan Jacques, Le séminaire, livre II (1954-55) : Le Moi dans la théorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse. Paris : Seuil, 1978.

8. Lacan Jacques, Le séminaire livre VII, L’éthique de la psychanalyse, Paris : Seuil, 1986.

9. Czermak Marcel, Passions de l’objet, Paris : Joseph Clims, 1986.

10. Czermak Marcel, Patronymies, Considérations cliniques sur les psychoses, Paris : Masson, 1998.

11. Hulak Fabienne, Le syndrome de Cotard ou la clinique de l’entre deux morts, Information Psychiatrique, 79, 5, σ.415-421.

12. Resnick Salomom, Syndrοme de Cotard et dépersonnalisation, Information psychiatrique, 1970, 46, σ. 461-474.

13. Séglas Jules, Sémiologie et pathogénie des idées de négation, les altérations de la personnalité dans les délires mélancoliques, Annales médico-psychologiques, 1889, 10ος τόμος, σ.5-26.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.