Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αίγλη Μπρούσκου

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

«Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου»

Η διακίνηση των παιδιών στην ελληνική κοινωνία του 20ού αιώνα.
Το παράδειγμα του Δημοτικού Βρεφοκομείου Θεσσαλονίκης “Άγιος Στυλιανός”

Εκδόσεις ΕνΤΟΜΩ / ΣΥΜΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 332.

Αλέκα Καζάνα [Ψυχίατρος-Ψυχαναλύτρια]

Το 2010, μεσούσης της κρίσης, με την κοινωνία να αποδομείται, την αβεβαιότητα να θεσμοθετείται, την εμπιστοσύνη προς εκείνους που όφειλαν να διαφυλάττουν το κοινωνικό πλαίσιο να χάνεται, λίγοι άνθρωποι, που ασχολούμαστε με το παιδί και τον έφηβο από διαφορετικό χώρο ο καθένας, συγγενέψαμε και φτιάξαμε το ΣΥΜΕΠΕ.[1] Φτιάξαμε δηλαδή έναν επιστημονικό σύλλογο με σκοπό να κρατήσουμε ζωντανό, αλλά και να διευρύνουμε ένα κλινικό, εκπαιδευτικό, διεπιστημονικό, πολιτιστικό και εκδοτικό έργο που είχε ήδη τη δική του ιστορία. Το έργο αυτό που έχει ξεκάθαρη καταγωγή και ταυτότητα αλλάζει χέρια. Το ΣΥΜΕΠΕ γίνεται ένας καινούργιος τόπος υποδοχής για αυτό το έργο, ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, που πρωτοτυπεί, γιατί αυτοχρηματοδοτείται και συν-δημιουργείται και, σε αντίθεση με την εσωστρέφεια της εποχής και της πόλης μας, είναι ανοιχτό σε συνεργασίες, ιδέες και αμφισβητήσεις. Το ΣΥΜΕΠΕ ήταν η αντικαταθλιπτική μας αντίδραση απέναντι στην πρωτογενή επιθετικότητα που ξετυλιγόταν μέσα μας και γύρω μας, σε αυτήν δηλαδή την εγγενή καταστροφικότητα, η οποία, όπως είπε ο Φρόυντ στο βιβλίο του Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, κάνει τον άνθρωπο για τον άλλον άνθρωπο, λύκο.

Με συγκρατημένη έπαρση και με πλήρη επίγνωση και σεβασμό στις αναλογίες συγκρίνω αυτήν την προσπάθεια με τα δρώμενα στην περίοδο του μεσοπολέμου, μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία γιάτρευε το πένθος της για όλα αυτά που είχαν χαθεί με μια ξέφρενη δημιουργικότητα. Από άποψη ατομικής και κοινωνικής ψυχοπαθολογίας, η περίοδος αυτή με απασχόλησε πολύ και με βοήθησε να καταλάβω το παρόν. Όχι μόνο το κοινωνικό παρόν, αλλά και αυτό που διαμορφώνεται μέσα στο ιατρείο, που τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, φτιάχνεται από ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια για τις συνέπειες του μαζικού τραύματος που υπέστησαν από την κρίση, το οποίο τραύμα έχει εσωτερικευθεί και έχει ενεργοποιήσει άλλα, πιο πρώιμα. Από τη συγκριτική μελέτη έχω καταλάβει ότι η τραυματισμένη ανθρωπότητα πονάει με τον ίδιο τρόπο. Διαφορετική είναι η αφήγηση αυτού του πόνου, γιατί κάθε εποχή, κάθε κοινωνία φτιάχνει τη δική της κουλτούρα. Κοινή είναι και η αγωνία των θεραπευτών να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους και την επάρκειά τους για να αντιμετωπίσουν όχι μόνο δύσκολους, αλλά τραγικούς ασθενείς.

Ο Φρόυντ, στην περίοδο του μεσοπολέμου, αναθεώρησε το θεωρητικό corpus της ψυχανάλυσης και την έσωσε. Και οι μαθητές του προχώρησαν τη θεωρία του και έγιναν πιο αποτελεσματικοί στην κλινική πράξη. Νομίζω ότι και σήμερα, για να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες ψυχοτραυματικές διαταραχές, είναι αναγκαίο για μια ακόμα φορά, όπως τότε στον μεσοπόλεμο, να ανοιχτούμε σε όμορα θεωρητικά πεδία, όπως είναι η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, η γλωσσολογία, οι νευροεπιστήμες, γιατί τα θεωρητικά μας εφόδια δεν επαρκούν, τα στέρεα συστήματα αξιών δεν υπάρχουν και μας λείπουν και οι ηγέτες. Χρειαζόμαστε διεπιστημονικούς δεσμούς που να λειτουργούν σαν αναχώματα στις εκδηλώσεις της ενόρμησης του θανάτου.

Σ’ αυτό το πνεύμα κινείται o ΣΥΜΕΠΕ και τα βιβλία που εκδίδονται από τον εκδοτικό του οίκο ΕνΤΟΜΩ. Ένα από τα βιβλία του, Από τη βρεφική ηλικία στην εφηβεία, σε επιμέλεια του Γρηγόρη Αμπατζόγλου, είναι ένα βιβλίο αναφοράς για όλους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Περιλαμβάνει κείμενα γραμμένα από ειδικούς που έχουν δουλέψει με την ψυχή τους και έχουν σκεφτεί πολύ για το τι είναι φυσιολογικό και παθολογικό στο παιδί και τον ενήλικα, για το πώς φτιάχνεται αυτό το παθολογικό ακόμη και πριν τη γέννηση του παιδιού στο μυαλό των γονιών, αλλά και πώς μπορούμε να το αποφύγουμε ή να το γιατρέψουμε. Θα σταθώ όμως σήμερα στο πρόσφατο βιβλίο του ΣΥΜΕΠΕ, το βιβλίο της Αίγλης Μπρούσκου «Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου».

Εκ προοιμίου θεωρώ το βιβλίο της Αίγλης όχι μόνο μια ανθρωπολογική, κοινωνιολογική και ιστορική μελέτη, αλλά και έναν ψυχικό δικό της τόπο και θα μιλήσω για αυτό μέσα από μια διαδικασία ταύτισης με αυθεντικότητα, όπως του αξίζει. Το βιβλίο μιλάει με ιστορίες ζωής, ντοκουμέντα, στατιστικά και θεωρητικά δεδομένα για 10.000 περίπου παιδιά που υποχρεώθηκαν στη διάρκεια του εικοστού αιώνα να υποστούν για λιγότερο ή περισσότερο, αλλά έτσι και αλλιώς για μεγάλο χρονικό διάστημα, τον αποχωρισμό από τους γεννήτορές τους, τη ρήξη δηλαδή της βιολογικής τους καταγωγής. Στη συνέχεια, να υποστούν την παραμονή τους σε έναν χώρο περιθωρίου, όπως είναι το βρεφοκομείο, και να ζήσουν σε μια συνθήκη κοινωνικού και συναισθηματικού αποκλεισμού χωρίς ταυτότητα και στη συνέχεια, να υποστούν την εγκατάστασή τους σε έναν άλλον τόπο υποδοχής, στην παλιά τους οικογένεια δηλαδή, που δεν ήταν πια ίδια ή σε μια καινούργια οικογένεια. Το ένα τρίτο των παιδιών αυτών πέθαναν πριν καλά καλά αρχίσουν τη ζωή τους. Το βιβλίο μιλάει από ανθρωπολογική σκοπιά για ένα μαζικό τραύμα. H θεσμοθετημένη εγκατάλειψη των βρεφών στο βρεφοκομείο, εκτός από ένα μαζικό κοινωνικό φαινόμενο είναι ένας ακραίος τραυματισμός, που ως τέτοιο ο Π.Ο.Υ. ορίζει την ειδική συνθήκη η οποία δημιουργείται από πράξεις που σχεδιάζονται και εκτελούνται από πρόσωπα, οργανισμούς και κράτη με σκοπό να προκληθεί βλάβη στα άτομα ή στον κοινωνικό ιστό μέσω του φόβου, της ανημποριάς και της ψυχικής αποδιοργάνωσης. Ο ορισμός προκαλεί την εναντίωσή μας και κινητοποιεί την άρνηση. Δεν μπορεί εύκολα να χωρέσει ο νους πώς γίνεται ένας γονιός να φερθεί έτσι στο παιδί του. Με διάθεση αυτοπροστασίας γρήγορα ψάχνουμε για δικαιολογίες. Και πραγματικά πολλοί γονείς τις έχουν, γιατί χρειάστηκε να κάνουν κάτι τέτοιο από απόγνωση, απελπισία ή για να γλυτώσουν το παιδί τους από το χειρότερο, δηλαδή τον θάνατο ή τη βρεφοκτονία. Ακόμη κι έτσι να είναι, δεν γνωρίζω κανέναν ενήλικα που σαν παιδί έζησε την εμπειρία του βρεφοκομείου, ο οποίος να μπορεί να πει: «ευχαριστώ τους γονείς μου γιατί διάλεξαν το κακό από τα χειρότερα που θα μπορούσα να πάθω». Η προσήλωση των κακοποιημένων παιδιών στον γονιό τους και η προσπάθειά τους να τον γιατρέψουν, μας δείχνει ότι είναι προτιμότερο για το παιδί ένας κακός γονιός από έναν ανύπαρκτο γονιό. Έχω δει στο ιατρείο τέτοιους τραυματισμένους ανθρώπους που κάνανε τον θυμό τους συμπόνια παρηγορώντας εκείνους που έπρεπε να τους παρηγορούν. Και ακόμα κι αν τύχη τους οδήγησε σε μια καλύτερη συνθήκη ζωής, η πρώιμη ακραία εμπειρία τούς άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι διαφορετικότητας και μια αγιάτρευτη, άδικη ενοχή, την ενοχή του επιζώντος που μολύνει τις σχέσεις τους και μεταβιβάζεται στα παιδιά τους.

Εκείνο που τρομάζει όμως δεν είναι μόνο το γεγονός της εγκατάλειψης. Το εγκαταλειμμένο, κυρίως όμως το έκθετο παιδί, είναι μια εξαιρετικά φορτισμένη ανθρώπινη κατάσταση, γιατί θεμελιώνει την παραδοχή ότι κάθε ανθρώπινο ον από τη γέννησή του είναι ένα έκθετο βρέφος, α-ιστορικό, εκτός πολιτισμού, εκτός κοινωνικών σχέσεων, μέχρι να συντρέξουν εκείνες οι προϋποθέσεις που θα του επιτρέψουν να γίνει άνθρωπος. Η Αίγλη λέει, το ποιος άνθρωπος θα γίνουμε εξαρτάται, εν μέρει τουλάχιστον, από τις διαθέσεις των γεννητόρων μας, που ή θα μας επιλέξουν σαν δικό τους παιδί ή θα μας απορρίψουν και θα δώσουν σε άλλους τη δυνατότητα της επιλογής ή θα μας σκοτώσουν. Εκείνο που μας τρομάζει είναι η ανημποριά μας στα χέρια των γονιών. Αυτή η ανημποριά κινητοποιεί τη διάθεση του γονιού να μας μεγαλώσει, αλλά είναι η ίδια ανημποριά που μπορεί να κάνει έναν γονιό εγκληματία. Η Αίγλη λοιπόν στο βιβλίο της μας μιλάει με νηφαλιότητα για τη σκοτεινή και τη φωτεινή πλευρά της γονεϊκότητας.

Το φαινόμενο της εγκατάλειψης, εκτός από αβάσταχτο, είναι και σύνθετο και ως εκ τούτου απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση. Η Αίγλη μελέτησε τη διακίνηση των παιδιών, το πώς δηλαδή τα παιδιά άλλαξαν χέρια φροντίδας μέσα από έναν θεσμό κοινωνικής πρόνοιας, όπως είναι το βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης “Άγιος Στυλιανός”. Θα προσπαθήσω να ακολουθήσω την ερευνητική της διαδρομή για να δω πώς καταφέρνει τελικά να ισορροπήσει την αμφιθυμία της σε έναν χώρο με τόση αμφισημία και να μιλήσει δίκαια για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Και αυτό με ενδιαφέρει, γιατί η δουλειά της συγγενεύει με την ψυχοθεραπευτική διαδρομή που πρέπει και ένας θεραπευτής να ακολουθήσει με τους πιο δύσκολους ασθενείς του, δηλαδή με αυτούς που έχουν υποστεί την τρομοκρατία της οδύνης. Η δουλειά σε ένα ιδιωτικό ιατρείο δεν κάνει τα πράγματα πολύ αλλιώτικα, γιατί και ένα ιατρείο, ακόμη κι αν είναι ψυχαναλυτικός χώρος, από θεσμός μπορεί να γίνει ίδρυμα. Και μια σχέση θεραπευτική, που αποβλέπει στην ώριμη διαχείριση των αποχωρισμών, μπορεί να καταλήξει σε αιχμαλωσία και φιλάνθρωπη τυραννία.

Η Αίγλη αναλαμβάνει ένα ερευνητικό θέμα: «ο αποχωρισμός των παιδιών από τους γεννήτορές τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία» και επισκέπτεται ένα κλειστό ίδρυμα περίθαλψης για επιτόπια έρευνα. Το βρεφοκομείο αποδεικνύεται ένας χώρος-περίβλημα που χωρίζει την κοινωνία και τους γεννήτορες από τα ανεπιθύμητα βρέφη τους. Ένας προσωρινός τόπος υποδοχής των απόκληρων που αναλαμβάνει να τακτοποιήσει την εγκατάστασή τους σε άλλο τόπο υποδοχής. Γίνεται δηλαδή το βρεφοκομείο ένας διαβατήριος θεσμός, που αποδεσμεύει τις δύο όψεις της συγγένειας: τη βιολογική και την κοινωνική, και κατασκευάζει καινούργιες συγγένειες συμβάλλοντας στον εξανθρωπισμό του νεογέννητου. Μας τον περιγράφει σαν ένα θεσμικό περίβλημα που χωρίζει τον διαφοροποιημένο έξω χώρο από έναν εσωτερικό χώρο με περίεργη διαστρωμάτωση. Αυτός ο εσωτερικός χώρος χαρακτηρίζεται από μια δομημένη ιεραρχία με άκαμπτη οργάνωση, παρέα με μια αδιαφοροποίητη συνθήκη όπου όλοι μπορούν να τα κάνουν όλα. Ένας χώρος γεμάτος ενορμητική διεκδίκηση αλλά και στασιμότητα, γεμάτος πένθος και ζωή, σε μόνιμη ετοιμότητα αλλά και ακινησία. Ένας χώρος όπου δοκιμάζεται η παντοδυναμία και κυριαρχεί η αδυναμία, όπου επιβάλλεται μια εξισωτική διαδικασία ταυτοποίησης και αποταυτοποίησης, όχι μόνο στα βρέφη αλλά και στους ενήλικες. Ένας χώρος ασφυκτικός, γεμάτος ένταση, που προστατεύει με τη σταθερότητά του αλλά και συγχωνεύει. Που έχει ένα στοιχείο μητρικό, αφού περιέχει και συγκρατεί, αλλά και ένα πατρικό, αφού ρυθμίζει, περιορίζει και επιβάλλει το νόμο ή την παρανομία. Το βρεφοκομείο παραπέμπει στην αρχαϊκή φαλλική μητέρα ή στην κλαϊνική φαντασίωση του οιδιπόδειου ζευγαριού.

Σε ένα τέτοιο μέρος, με τόσο εύθραυστα όρια, με τη σκέψη να βραχυκυκλώνεται και την ψυχή έτοιμη για δράση, η Αίγλη φτιάχνει αρχικά δεσμούς με αυτούς που της μοιάζουν περισσότερο και που θα μπορούσαν να την φέρουν πιο κοντά σε αυτό που φοβάται περισσότερο. Κι όταν απέκτησε μια ταυτότητα στον χώρο και έγινε κάτι λίγο από τους ενήλικες τροφίμους, πλησίασε τους ανήλικους τροφίμους, αρχικά μέσα από το είδωλό τους. Αναρωτήθηκα τι δεν μπορούσε να δει κατάματα, αν και την καταλαβαίνω, γιατί πολλές φορές, ειδικά τα τελευταία χρόνια της κρίσης, ένιωσα ευγνώμων με τους ασθενείς μου που με προστάτευσαν με τη σιωπή τους. Όλοι οι ασθενείς που έχουν υποστεί σωματική και συναισθηματική κακοποίηση από θεσμική βία, όπως και τα βρέφη του βρεφοκομείου που την έχουν ζήσει τρεις φορές, πριν το βρεφοκομείο, κατά την παραμονή τους εκεί και μετά με την έξοδό τους από εκεί, μας ωθούν σε μια διπλή ψυχική δράση: να τους προστατεύσουμε, αλλά και να τους απορρίψουμε τραυματίζοντάς τους ξανά, γιατί αυτό που κουβαλάνε δεν θέλουμε να το κάνουμε δικό μας. Νομίζω ότι η Αίγλη τακτοποίησε αυτήν την ψυχική στάση με τον εξής τρόπο: προσπάθησε, με τις ελάχιστες πληροφορίες που της διέθετε το μητρώο του βρεφοκομείου –κυρίως το όνομα, τη χρονολογία εισαγωγής και τα λίγα σημάδια που άφησε ο γονιός πάνω στο παιδί του όταν το αποχωριζόταν–, να κάνει αυτά τα παιδιά πρόσωπα, να τα τοποθετήσει στην πρώτη τους οικογένεια και μετά και σε μια δική της οικογένεια και συγκράτησε την ταύτισή της μαζί τους ενισχύοντας τους δεσμούς της με μια μεγάλη επιστημονική κοινότητα, που φαίνεται ότι της πρόσφερε την ασφάλεια ενός απορροφητικού χώρου. Αναρωτήθηκα γιατί έπρεπε τόσο πολύ καιρό να κρατήσει μέσα της όλες αυτές τις ιστορίες των ζωντανών και νεκρών παιδιών. Σκέφτηκα λοιπόν ότι η συμβίωση μαζί τους ήταν ο μόνος ασφαλής τόπος υποδοχής. Νομίζω ότι είχε γίνει η ίδια ένα θεσμικό περίβλημα στον αντίποδα του “Αγίου Στυλιανού”. Και τολμώ να πω πως χρειαζόταν το ΣΥΜΕΠΕ σαν έναν μεταβατικό χώρο για να τελειώσει την κύηση και να μας χαρίσει το βιβλίο, όχι γιατί της περίσσευε αλλά γιατί το είχε χορτάσει, όπως γίνεται με όλες τις όμορφες εγκυμοσύνες. Έπρεπε να φροντίσει τη συνέχεια για να μη γίνει ο αποχωρισμός τραυματικός.

Είναι ένα βιβλίο πολύ φροντισμένο και από την Αίγλη και από την Έλενα Φωτιάδου, που έκανε την επιμέλεια και από τον Άρι Γεωργίου που το σχεδίασε. Είναι ένα βιβλίο πολύ πλούσιο που εγκυμονεί άλλα δέκα. Και επίσης είναι ένα βιβλίο που μας αφορά όλους, άσχετα με το επάγγελμά μας ή τον τόπο καταγωγής μας, άσχετα με το αν είμαστε γονείς ή όχι. Κι αυτό γιατί όλοι μας υπήρξαμε παιδιά και, όπως απέδειξε η Αίγλη με την έρευνά της, το αν δεν είχαμε την τύχη των παιδιών του βρεφοκομείου, ήταν γιατί κάποιος από τους γονείς μας μας ήθελε περισσότερο ή γιατί οι γονείς μας τον πρώτο δύσκολο καιρό της ζωής μας υποστηρίχτηκαν από την κοινωνία και τους δικούς τους γεννήτορες.

Πάνω από όλα όμως θεωρώ το βιβλίο της Αίγλης σαν ένα διαβατήριο για επανόρθωση του κακού που συνειδητά ή με την άγνοιά μας κάναμε και συνεχίζουμε να κάνουμε σε αυτά τα παιδιά, που τώρα είναι ενήλικες ή δεν υπάρχουν πια. Είναι μια κοινωνική χειρονομία, γιατί με την προσεκτική καταγραφή των δεδομένων που περιέχει, κρατάει ζωντανή τη συγκινησιακή μνήμη για το κάθε ένα από τα παιδιά της έρευνας και φτιάχνει έτσι κοινωνική μνήμη και ενεργοποιεί τη συλλογική ευθύνη. Το βιβλίο γίνεται έτσι ένας αξιόπιστος μάρτυρας των τραυματικών εμπειριών που υπέστησαν αυτά τα παιδιά ερήμην τους και ανοίγει έναν δρόμο για να αποδοθεί η ντροπή και η ενοχή σε κείνους που τους ανήκει.

Θα πω το ευχαριστώ μου στην Αίγλη μέσα από έναν ασθενή μου, που ξέρω ότι τον γνώρισε από τα μητρώα του βρεφοκομείου. Η ιστορία του επιβεβαιώνει όλη την έρευνά της και θα προσπαθήσω να μιλήσω για αυτόν υιοθετώντας πολλές από τις κουβέντες της. Είναι ένα εξώγαμο παιδί που ο μητρικός παππούς αρνήθηκε να το αναγνωρίσει σαν νόμιμο εγγόνι του, οπότε το παρέδωσε στο βρεφοκομείο τη χρονιά που καταργήθηκε η βρεφοδόχος, προτάσσοντας την τιμή της κόρης του και της οικογένειάς του. Παρέμεινε στο βρεφοκομείο για δυόμισι χρόνια, οπότε και υιοθετήθηκε. Μεγάλωσε με ό,τι ήθελε κι ακόμη περισσότερα, με τους θετούς του γονείς που φαίνεται ότι είχαν την κρυφή αγωνία μην κάνουν κάτι που θα μπορούσε να τον έφερνε στο σημείο να σκεφτεί ότι δεν θα τους ήθελε για γονείς του. Η υπερπροσφορά τους όμως τον έκανε τόσο διαφορετικό από τα υπόλοιπα παιδιά, που όταν οι φίλοι του παραπονιόνταν στους γονείς τους γιατί δεν έχουν ό,τι έχει ο ασθενής μου, εκείνοι απαντούσαν παρηγορώντας τους ότι ο φίλος τους είναι υιοθετημένος. Και έτσι ενίσχυαν το οικογενειακό ρομάντζο που έχουμε όλοι μας στο μεγάλωμά μας, που μας κάνει να φαντασιώνουμε ότι είμαστε υιοθετημένοι και ότι οι πραγματικοί μας γονείς είναι καλύτεροι. Για την υιοθεσία του ασθενούς μου λοιπόν ήξεραν όλοι εκτός από τον ίδιο. Έμαθε για αυτό το μυστικό, που κατά βάση πάντα ήξερε, όταν κάποια μέρα έπιασε στα πράσα τη γυναίκα του να στέλνει ένα τηλεφωνικό μήνυμα, κρυφά στο μπάνιο. Η γυναίκα του για να βγει από τη δύσκολη θέση κάνει την πονηριά βία και του λέει: «Έμαθα ότι είσαι υιοθετημένος κι απ’ την ταραχή μου ήρθα στο μπάνιο να το πω». Είναι από κείνες τις στιγμές που το ακατανόητο, το μη ικανό να συμβολοποιηθεί, φέρνει το ψυχικό χάος. Σε δεύτερο χρόνο οργανώνεται και αρχίζει να κολλά τον θρυμματισμένο του εαυτό με κόστος επαναλαμβανόμενα επεισόδια ανακλιτικής κατάθλιψης. Αραιά στην αρχή, πυκνότερα αργότερα, τόσο που χρειάστηκε να έρθει για βοήθεια. Με την έρευνά του στο μητρώο του “Αγίου Στυλιανού” συναντά τη μητέρα του και με έκπληξη βλέπουν και οι δύο, ότι ήταν φτυστός εκείνη. Με δική του πίεση ξεκινά μια επιλεκτική συγγένεια, μια περίεργη γονεϊκή σχέση. Εκείνος την έβαζε στη ζωή του παντού και εκείνη τον περιόριζε στο γραφείο της. Αυτός ζητούσε να τον εντάξει στην αιματοσυγγένεια και εκείνη τον απέκρουε αποκρύπτοντας τον βιολογικό του πατέρα και προστατεύοντας τα άλλα δύο παιδιά της. Φαίνεται ότι η δίκαιη απαίτησή του για επανόρθωση είχε γίνει απειλητική για τη βιολογική του μητέρα και έτσι από κάποια μέρα και ύστερα, διέκοψε κάθε επικοινωνία. Ο ασθενής μου ήξερε πάρα πολλά πράγματα για εκείνη και τις κόρες της και θα μπορούσε εύκολα να την βρει. Στην αρχή περίμενε, όπως τότε που τον άφησε, ελπίζοντας. Και σιγά σιγά, όσο η απουσία της βάραινε, άρχισε να φοβάται και συγχρόνως να εύχεται να έχει πεθάνει. Θα μπορούσε να λύσει το μυστήριο με μια βόλτα στη δουλειά της. Προτίμησε να αφεθεί στην απελπισία. Έτσι τον γνώρισα. Τα χρόνια του βρεφοκομείου ήταν ένα άδετο κομμάτι ζωής, εγκαταλειμμένο στο ασυνείδητό του. Με το ενδιαφέρον μου ξέθαψε τρεις αναμνήσεις: τα άσπρα σιδερένια κάγκελα του κρεβατιού του στο βρεφοκομείο, τη θετή μητέρα του να τον βάζει στο στήθος της να θηλάσει όταν τον έφερε στο σπίτι και τη φωτογραφία της βάπτισής του, που ήταν κοντά στους πνευματικούς του γονείς και μακριά από τους θετούς του, που έστεκαν σοβαροί και θλιμμένοι. Τον είδα τρεις φορές μόνο. Την τελευταία φορά ήρθε με ραμμένα τα χείλια. Μια απροσεξία του πατέρα του, του προκάλεσε ατύχημα. Έτσι λοιπόν το άρρητο έγινε ξανά απόρρητο. Το ενδιαφέρον είναι, ότι αυτά που ακούσαμε και οι δυο για το βρεφοκομείο, τα είπε όρθιος στο τέλος της ώρας, την ώρα του αποχαιρετισμού, στον χρόνο και στον χώρο του περιθωρίου.

[1] Επιστημονικός Σύλλογος Μέριμνας Παιδιού και Εφήβου, Ερμού 1, Θεσσαλονίκη, www.symepe.gr

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.