C. Lasègue & J. Falret
σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]
Υπεύθυνος: Γ. Δημητριάδης
O Jules Falret, γιος του Jean-Pierre Falret, ενός από τους σπουδαιότερους ψυχιάτρους και ερευνητές στα μέσα του 19ου αιώνα, έγινε γνωστός από τις προσωπικές, ιδιαίτερα ξεχωριστές, έρευνές του. Γεννήθηκε στις 17 Απριλίου του 1824 στην κλινική που είχε ιδρύσει ο πατέρας του στη Vanves, κοντά στο Παρίσι, και πέθανε στις 28 Μαΐου του 1902 στην ίδια κλινική, την οποία και διεύθυνε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος από αυτήν τη σχεδόν συνεχή συμβίωση με τους φρενοβλαβείς (aliénés), αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος του έργου του στους ψυχιατρικούς θεσμούς, στα θεσμικά και ιατροδικαστικά προβλήματα. Το σημαντικότερο μέρος αυτών των μελετών συγκεντρώθηκε από τον ίδιο το 1890 σε δύο τόμους: Études cliniques sur les maladies mentales et nerveuses (Κλινικές μελέτες πάνω στις ψυχικές και νευρικές ασθένειες), και Les Aliénés et les asiles d’aliénés (Οι φρενοβλαβείς και τα άσυλα των φρενοβλαβών).
Σύμφωνα με τον Jules Falret, η διατήρηση της ατομικής και κοινωνικής ασφάλειας ήταν το καθήκον και ο ρόλος του φρενολόγου (alièniste) σε εκείνη την περίοδο που την χαρακτήριζε η αταξία και η αναζήτηση ευχαρίστησης και η οποία αργότερα ονομάστηκε Μπελ Επόκ (Belle Époque).
Είναι αρχή ότι ο φρενοβλαβής (aliéné), όποια κι αν είναι η μορφή της ασθένειάς του, αντιστέκεται με μια επιμονή, νοσηρή και αυτή, σε όποιο επιχείρημα κι αν αντιτάξουμε στο παραλήρημά του. Η αντίφαση τον σταματάει ή τον αφήνει αδιάφορο, αλλά δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικά από τις ιδέες του. Φοβισμένος ή στον δρόμο ήδη της ίασης, συναινεί λίγο ή πολύ στο να σωπάσει, αλλά η ευφυΐα του δεν επωφελείται από αυτούς τους μελετημένους δισταγμούς. Μπορεί, από αυτήν την άποψη, να συγκριθεί, ως ένα βαθμό, με τα παιδιά που μπροστά στην απειλή παραιτούνται από την έκφραση των συναισθημάτων τους, ενώ μηχανεύονται να δείξουν ότι δεν δεσμεύονται, πέρα από μια φαινομενική παραχώρηση. Αν η τρέλα (folie) δεν απέκλειε την πειθώ, δεν θα ήταν παρά ένα λάθος αντί να είναι μια ασθένεια.
Ως αντιστάθμιση, ο φρενοβλαβής (aliéné) δεν επενεργεί περισσότερο στους ψυχικά υγιείς ανθρώπους από όσο εκείνοι επενεργούν πάνω του. Ειπώθηκε πως η φρενοβλάβεια (aliénation) είναι μεταδοτική και πως η συναναστροφή με ασθενείς δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί απαλλαγμένη από κινδύνους για εκείνους που ζουν σε επαφή μαζί τους. Υπόθεση που μπορεί να ισχύει για εκείνους που έχουν προδιάθεση και ψάχνουν μια ευκαιρία· είναι απόλυτα λανθασμένη για την τεράστια πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων. Οι νοσοκόμοι των ασύλων δεν είναι πιο εκτεθειμένοι από εκείνους των νοσοκομείων, και η συγκατοίκηση με τους ασθενείς δεν συνεπάγεται, για την οικογένεια, περισσότερους κινδύνους. Όπως δεν καταφέρνουμε να τους πείσουμε, έτσι και οι τρελοί δεν καταφέρνουν να πείσουν· για να συνέβαινε αυτό θα έπρεπε να διαθέτουν ηθικές και διανοητικές ικανότητες ασύμβατες με την παθολογική τους κατάσταση· ο προσηλυτισμός, όταν πρόκειται για ξένες ιδέες τις οποίες αποστρέφεται η λογική, δεν είναι εύκολο έργο και θα είχε πιθανότητες επιτυχίας μόνον αν αφοσιωνόταν σε μια ακατάπαυστη πάλη. Το λοιπόν, ο φρενοβλαβής (aliéné) ζει ξένος ως προς τη γνώμη των άλλων· αρκείται στον εαυτό του και οι πεποιθήσεις του τού επιβάλλονται με τέτοια ακατανίκητη εξουσία, που δεν τον απασχολεί αν θέλουμε ή όχι να τον ακολουθήσουμε στο πεδίο από το οποίο δεν θα τον αποτραβήξουμε. Εγκαθιδρύεται έτσι μια απόλυτη οριοθέτηση που δεν επιδέχεται συμβιβασμούς.
Αν η συνύπαρξη με τους φρενοβλαβείς (aliénés) είναι ζημιογόνα, και συχνά είναι, δεν είναι εξαιτίας μιας μετάδοσης του παραληρήματος. Ο ειδικευόμενος δεν αποδέχεται με την πρώτη να υποστεί το τετελεσμένο γεγονός· ελπίζει πως ένα φωτεινό άνοιγμα θα επιτρέψει στη λογική να επανακτήσει τη δύναμή της, και, με μεγάλη εμπιστοσύνη, επιχειρεί την εκπαίδευση του ασθενούς. Η αποτυχία τον αγανακτεί ή τον αποθαρρύνει· εξαντλεί τη δύναμη αντίστασής του και τον καταπονεί. Όταν αυτές οι απόπειρες παρατείνονται, μαζί με την αμηχανία που προκαλούν, οι μόνοι που δεν υφίστανται την ενοχλητική επιρροή είναι οι πιο σκληραγωγημένοι χαρακτήρες. Όσο περισσότερο οι δεσμοί που συνέδεαν τον ειδικευόμενο με τον φρενοβλαβή (aliéné) είναι στενοί, τόσο περισσότερο ο ζήλος είναι φλογερός και η κούραση μεγάλη. Αντίθετα, οι αδιάφοροι γλιτώνουν ταυτόχρονα από αυτήν τη μάταια επίπονη δουλειά και από τις επιπτώσεις της.
Έτσι έχουν τα πράγματα στην περίπτωση ενός απόλυτου παραληρήματος απέναντι σε έναν ψυχικά υγιή νου. Είναι ευτυχώς η πιο συχνή κατάσταση, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διαχωριστική τομή ανάμεσα στον φρενοβλαβή (aliéné) και σε εκείνους που ζουν στο οικείο περιβάλλον του δεν είναι τόσο σαφής. Με αυτά τα ξεχωριστά φαινόμενα ασχολείται η παρούσα μελέτη.
Το πρόβλημα περιλαμβάνει λοιπόν δύο όρους μεταξύ των οποίων χρειάζεται να οριστεί μια εξίσωση: από τη μια, ο ενεργός ασθενής, από την άλλη, το δεκτικό άτομο που υφίσταται, με διαφορετικές μορφές και βαθμούς, την επιρροή του. Μόνον ο φρενοβλαβής (aliéné), ο οποίος είναι παραδομένος στα παθολογικά του ένστικτα, είναι σχετικά εύκολο να μελετηθεί· έχει τη διάθεση, την όρεξη μάλιστα, να εκφράσει τις ιδέες που τον βασανίζουν ή αποφασίζει να παραμείνει σε μια βουβαμάρα συστηματική, η οποία έχει τη σημασία της. Από τη στιγμή που εισχωρήσαμε στη θέση, γίνεται ακόμα πιο εύκολη στην εξερεύνηση, μιας και είναι λιγότερο ανοικτή στον εξωτερικό κόσμο.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά για τον ακούσιο και ασυνείδητο συνεργό του. Λογικός κατά το ήμισυ, εκλογικεύοντας πολύ, έτοιμος προσωρινά να θυσιάσει αντιρρήσεις, ικανός να βρει στήριγμα έξω από τις παραληρηματικές ιδέες που δεν δημιούργησε, και στις οποίες συχνά αντιστάθηκε κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης χρονικής περιόδου, αυτός ο τελευταίος ξεφεύγει. Οι ημι-νοσηρές, ημι-αιτιολογημένες πεποιθήσεις του, απέχουν πολύ από το να έχουν το ακλόνητο βάθρο των παραληρηματικών ιδεών. Είναι μια μεγάλη, πράγματι, δουλειά ψυχολογικής έρευνας να διακρίνει κανείς, ανάμεσα σε όλα αυτά τα αρκετά μπερδεμένα στοιχεία, το μερίδιο που αντιστοιχεί στη μετάδοση της νόσου (contagium) και εκείνο που ανήκει στη διανοητική φύση του συνομιλητή μας.
Από μια άλλη άποψη, ο φρενοβλαβής (aliéné) υφίσταται την πίεση εκείνου που συνεργάζεται με τις φαντασιοπληξίες του, που τις ενθαρρύνει, τις συντονίζει και τις προσαρμόζει λίγο ή πολύ στην αληθοφάνεια. Για να δημιουργηθεί αυτή η αλληλεγγύη, όπου ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είναι συνειδητοί, χρειάζεται μια συγκυρία γεγονότων που δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή.
Η απότομη φρενοβλάβεια (aliénation), εκτός των δυνατοτήτων, δεν παρακαλεί ούτε και ποτέ αποκτά τη συγκατάθεση των ειδικευόμενων. Απεναντίας, τα παραληρήματα που συναναστρέφονται την αλήθεια έχουν μεγαλύτερες ευκαιρίες συναίνεσης όταν προσαρμόζονται καλύτερα σε ένα συναίσθημα ή, όπως θα έλεγαν οι θεολόγοι, δάσκαλοι στην ηθική σοφιστεία, όταν ακόμα περισσότερο κολακεύουν μια ανθρώπινη φιληδονία.
Όταν ο φρενοβλαβής (aliéné) επιβεβαιώνει ένα γεγονός πασιφανώς λανθασμένο είναι την ίδια ακριβώς στιγμή που πείθει για την απατηλή διάσταση αυτού που λέει. Το αντικείμενο που κοιτάζει δεν είναι ορατό από εκείνους που δεν μπορεί να παρασύρει στη σφαίρα του παραληρήματός του· η φωνή που ακούει δεν γίνεται αντιληπτή, η οργανωμένη καταδίωξη, που δημοσιοποιείται από εφημερίδες ή γραπτά κείμενα, δεν έχει στη διάθεσή της ούτε βιβλία ούτε περιοδικά. Δεν γίνεται να πούμε πως ένας άλλος τρελός θα μπορούσε να γοητευτεί. Οι δεινοί φρενοβλαβείς (aliénés) δεν είναι ποτέ πειθήνιοι και παραμένουν απόλυτοι κύριοι του παραληρήματός τους.
Εάν, αντίθετα, ο ασθενής παραμένει στον κόσμο των εικασιών και των ερμηνειών, εάν τα γεγονότα που επικαλείται ανήκουν στο παρελθόν ή δεν είναι παρά φόβοι για το μέλλον, ο άμεσος έλεγχος γίνεται αδύνατος. Πώς να αποδείξει κανείς σε κάποιον άλλον και στον εαυτό του ότι το γεγονός, τις λεπτομέρειες του οποίου ο φρενοβλαβής (aliéné) διηγείται με μια πειστική πολυλογία, δεν έλαβε χώρα; Το κείμενο που έμαθε στον εαυτό του δεν επιδέχεται μήτε παραλλαγές μήτε ελλείψεις· η μνήμη του είναι τοπική διότι εξαιρεί τα πάντα, με εξαίρεση τις παθολογικές ιδέες του. Δεν θα τον πιάσουμε ποτέ να κάνει λάθος, σε όποια εποχή κι αν αναφέρεται η περιπέτεια, και η πειθώ του, καθώς γίνεται ολοένα και πιο μονότονη και περιγεγραμμένη, γίνεται μεταδοτική.
Ο ειδικευόμενος ωστόσο δεν συναινεί στο να αφεθεί να πειστεί παρά μόνον αν η ιστορία τον ενδιαφέρει προσωπικά. Τα δύο, λοιπόν, συναισθήματα που προσφέρονται καλύτερα σε αυτόν τον τρόπο εξέλιξης είναι, αναμφίβολα, ο φόβος και η ελπίδα. Τόσο το ένα όσο και το άλλο δανείζονται από τις παρούσες πραγματικότητες ένα μόνο σημείο αφετηρίας, το αληθινό τους πεδίο είναι στο μέλλον και με πορεία προς το άγνωστο. Όσο εύκολο είναι σε έναν άνθρωπο να αποκτήσει τη βεβαιότητα πως δεν είσαστε πλούσιοι, τόσο δύσκολο του είναι να εγγυηθεί ότι δεν θα γίνετε. Ο νομοθέτης, ορίζοντας την αισχροκέρδεια, επιβάλλει μια ποινή σε «όποιον, είτε κάνοντας χρήση ψεύτικων ονομάτων και δόλιων ικανοτήτων, είτε ακολουθώντας δόλια τεχνάσματα για να πείσει για την ύπαρξη απατηλών επιχειρήσεων, φανταστικής δύναμης ή κύρους, με σκοπό να γεννηθεί η ελπίδα ή ο φόβος μιας επιτυχίας, ενός ατυχήματος ή κάθε άλλου χιμαιρικού γεγονότος, … θα έχει εξαπατήσει ή θα έχει αποπειραθεί να εξαπατήσει όλη ή μέρος της περιουσίας του άλλου». Ας παραλείψουμε όλα τα επίθετα που εμπλέκουν την ευθύνη από την πλευρά του παραβάτη και θα έχουμε τη διατύπωση των παραληρημάτων που αποκτούν οπαδούς.
Η συμμορφία ιδεών απαντάει σε μια συμμορφία συναισθημάτων, κάθε φορά που πρόκειται για ένα εν δυνάμει ενδεχόμενο και που η λογική δεν εξεγείρεται. Οι φρενοβλαβείς (aliénés), λοιπόν, των οποίων οι παραληρηματικές συλλήψεις δαπανούνται σε ανησυχητικές ή παρηγορητικές προβλέψεις, είναι, εν συντομία, εκείνοι που πλησιάζουν περισσότερο στη φυσιολογική κατάσταση. Θα μπορούσαμε, με ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις, να καταγράψουμε το πέρασμα από την απλή προδιάθεση στην τρέλα (folie), αρχίζοντας από ανθρώπους δειλούς ή επιρρεπείς σε ακούραστες προσδοκίες, για να καταλήξουμε στους τρομοκρατημένους φρενοβλαβείς (aliénés), στους απορροφημένους από μια αδιάλειπτη δειλία μελαγχολικούς ή στους με συνεχώς άμεσες ικανοποιήσεις φιλόδοξους. Αυτή η μορφή παραληρηματικής λαχτάρας δεν προκαλεί λοιπόν μια απώθηση και, σε μέτριο βαθμό, επικαλείται περισσότερο την αμφιβολία παρά την άρνηση. Πόσες φορές ο ιατρός, ακόμα και ο έμπειρος, δεν αναρωτιέται αν η αρχή προκλήθηκε από ένα πραγματικό ατύχημα και δεν είναι ένα χιμαιρικό γεγονός και διστάζει ανάμεσα σε μια υπερβολή και σε μια συναισθηματική παρεκτροπή!
Στη δυαδική τρέλα (folie à deux), ο φρενοβλαβής (aliéné), ο υποκινητής, απαντάει, πράγματι, στον τύπο του οποίου μόλις περιγράψαμε τα βασικά χαρακτηριστικά. Ο συνεργός του ορίζεται πιο δύσκολα, ωστόσο με μια επίμονη έρευνα καταφέρνουμε να κατανοήσουμε τους νόμους στους οποίους υπακούει αυτός ο δεύτερος παράγοντας της μεταδόσιμης τρέλας (folie communiquée). Η πρώτη συνθήκη είναι ότι πρόκειται για κάποιον με χαμηλή νοημοσύνη, περισσότερο διαθέσιμο στην παθητική υπακοή παρά στη χειραφέτηση· η δεύτερη, ότι ζει σε σταθερή σχέση με τον ασθενή· η τρίτη ότι εμπλέκεται μέσω του δολώματος ενός προσωπικού κινήτρου. Δεν υποκύπτουμε στην αισχροκέρδεια παρά μόνον γοητευμένοι από ένα κέρδος, όποιο κι αν είναι· δεν παραδινόμαστε στην πίεση της τρέλας (folie) παρά μόνον αν μας κάνει να διακρίνουμε την πραγματοποίηση ενός ελπιδοφόρου ονείρου. Θα παραθέσουμε διαδοχικά καθένα από αυτά τα δεδομένα σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχει η παρατήρηση.
1º Τα παιδιά, δειλά από τη φύση τους, περιορισμένα σε ένα περιβάλλον χωρίς ανάπτυξη, έχουν την τάση πρώτα απ’ όλα να γίνονται η ηχώ ενός παραληρήματος το οποίο μοιραζόμαστε μαζί τους. Η αναποφάσιστη λογική τους δεν δημιουργεί αντιδράσεις και μόλις ο φρενοβλαβής (aliéné) καταφέρνει έστω και λίγο να τα πάρει με το μέρος του, αυτά ελπίζουν ή φοβούνται για λογαριασμό τους με τον συμφυή για την ηλικία τους εγωισμό. Η πίστη τους, σε μερικές περιπτώσεις, φτάνει τόσο μακριά, που ο ίδιος ο φρενοβλαβής (aliéné) διστάζει να τα ακολουθήσει και σε πρώτο χρόνο θα πιστεύαμε πως τα παιδιά δημιούργησαν τα παραληρήματα των οποίων είναι η αντανάκλαση. Γενικά, και εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, οι ιδέες που έτσι μεταδίδονται είναι περισσότερο τρομακτικές παρά ευχάριστες. Γνωρίζουμε πόσο ευάλωτα στον φόβο είναι τα παιδιά που έχουν μια προδιάθεση στις διανοητικές διαταραχές. Οι αυθόρμητες εκδηλώσεις συνίστανται σε τρόμο στη διάρκεια του ύπνου, φόβους στο σκοτάδι, εφιαλτικά όνειρα, φόβους για φανταστικούς κινδύνους ή απειλητικά πρόσωπα· οι εκδηλώσεις που προκαλούνται τεχνητά κινούνται στην ίδια σφαίρα· οι χαρές του μέλλοντος τα αγγίζουν λίγο· είναι αργότερα μόνο, όταν με την αναπτυσσόμενη λογική η πρόβλεψη εγκαθίστανται καλύτερα, που εμφανίζονται οι επίζηλες λαχτάρες για ευχαρίστηση, περιουσία, κ.λπ., οι οποίες δεν αναπτύσσονται παρά αρκετά χρόνια μετά την εκκόλαψη της εφηβείας, όταν το παιδί είναι πολύ κοντά στο να γίνει ενήλικας. […]
2º Τα πράγματα δεν συμβαίνουν με τον ίδιο τρόπο όταν η μετάδοση γίνεται αντίστροφα, από ένα νεαρό άτομο προς έναν γηραιότερο ή απλά πιο ηλικιωμένο και διανοητικά αδύναμο. Ο ενήλικας αντανακλά με τρόπο πιο παθητικό· είναι φαινομενικά το ίδιο πεπεισμένος, το ίδιο καταφατικός, αλλά δεν υπερβάλλει ούτε αναπτύσσει τις παραληρηματικές ιδέες, ελλείψει μιας προσπάθειας της φαντασίας που θα του στοίχιζε. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται περισσότερο για μια συναίνεση παρά για πραγματική πειθώ, και η οποία εκδηλώνεται με φράσεις επιφωνηματικές: Α! είναι πράγματι αλήθεια, δεν υπάρχει αμφιβολία, δεν λέει ψέματα, κ.λπ. Όταν η παραληρηματική συνένωση συμβαίνει μεταξύ ενηλίκων, η διανοητική κατάσταση του δέκτη είναι πιο σύνθετη. Το παιδί υπάκουε στα ένστικτα της ηλικίας του, ενώ ο ενήλικας αντικατέστησε τα ενστικτώδη κίνητρά του με συνήθειες, υπολογισμούς, συνδυασμούς όπου προβλέπει το δυνατό και το αδύναμο. Γίνεται ο δικηγόρος του εαυτού του και δεν εμπιστεύεται παρά μόνο στον βαθμό που του φαίνεται πως η κατάσταση είναι σύμφωνη με τα συμφέροντά του. Το παιδί ωστόσο λέει ψέματα και η επιμονή του ψέματός του οδηγεί τελικά στην αλήθεια. Ο ενήλικας ξεγελάει και ξέρει να χειρίζεται τους προσωπικούς λόγους που τον κινητοποιούν. Ωστόσο, και καθώς πρόκειται για αδύναμα διανοητικά άτομα, εν μέρει μέσω εκφοβισμού, εν μέρει μέσω πειθούς, καταφέρνουμε να κλαδέψουμε το ψεύτικο και να ανακαλύψουμε την πραγματικότητα που κρύβεται κάτω από αρκετά κοινά τεχνάσματα. Παρατηρούμε λοιπόν πως οι ενήλικοι και τα παιδιά παρουσιάζουν σημαντικές αναλογίες, και είναι ο λόγος για τον οποίο επιμείναμε στα αντανακλαστικά παιδικά παραληρήματα.
Υπάρχουν ωστόσο διαφορές που προέρχονται περισσότερο από την απόκτηση εμπειρίας παρά από διανοητικές διαδικασίες. Κάθε άτομο, καθώς ωριμάζει από την εμπειρία της ζωής, όσο αδύναμο και αν το θεωρούμε, διατηρεί τις έννοιες του πόνου από τις οποίες υπέφερε ή που άκουσε να μιλάνε γι’ αυτές. Παράλληλα έχει όρεξη για τις χαρές που δοκίμασε ή που δεν γνωρίζει παρά μόνο από διαδόσεις. Κάθε άνθρωπος έχει, όπως είπαμε, το μυθιστόρημά του έτοιμο στο μυαλό του. Θα πρέπει λοιπόν, για να τον γοητεύσει κανείς, η σύλληψη της φαντασίας να αντιστοιχεί με τις ενασχολήσεις του εκείνη την περίοδο, και αυτή η αναγκαιότητα μιας κοινότητας συναισθημάτων ανάμεσα στον φρενοβλαβή (aliéné) και στον συνέταιρό του πραγματοποιείται εύκολα στη ζωή.
Από την πλευρά των αγνώστων, πολλές εκδηλώσεις, ακόμα και κοινές, μας εκπλήσσουν. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνηθίσαμε να έχουμε μια καθημερινή σχέση μπορούν αντίθετα να επιτρέπουν στον εαυτό τους παραξενιές που δεν μας θλίβουν ούτε μας εκπλήσσουν, έτσι συνηθισμένοι όπως είμαστε στη διάθεσή τους. Υπάρχει για τις κοινωνικές σχέσεις ένα είδος εγκλιματισμού που, όταν δεν το καταργεί, απαλύνει το απρόβλεπτο.
Η συνύπαρξη ενός αδύναμου ατόμου με έναν φρενοβλαβή (aliéné), σταθερή, χωρίς παραχωρήσεις όπως και χωρίς επιφυλάξεις, η συμμετοχή στις ίδιες προσδοκίες και στους ίδιους φόβους, υποστηριζόμενη από γεγονότα των οποίων ένα μέρος δεν είναι χωρίς δεσμούς με την πραγματικότητα, οργανώνουν τη μετάβαση ανάμεσα στη διαταραγμένη λογική και το παραλήρημα. Η τρέλα (folie) εξάλλου, στο πεδίο που αντιπροσωπεύουμε, δεν είναι γεγονός μιας ξαφνικής εισβολής. Η προδρομική περίοδος προετοίμασε παρεμπιπτόντως τον δρόμο. Οι δυο έμπιστοι φίλοι μοιράστηκαν από κοινού τις προσδοκίες τους και τους πόνους τους και όταν ο ένας από τους δύο έρχεται ναυπερβεί το όριο του λογικού, ο άλλος δεν το ξεπερνάει απότομα, αλλά εισχωρεί μέσω ενός προοδευτικού υπαινιγμού. Έτσι σιγά σιγά πραγματοποιείται αυτή η αλληλεγγύη.
Όταν επανέρχεται στον εαυτό του, ακόμα κι αν πρόκειται για μερικές ώρες κάθε μέρα ή κάποιες μέρες την εβδομάδα, ο νεόφυτος του παραληρήματος σκέφτεται. Οι αμφιβολίες τον πνίγουν, η λογική συνέρχεται. Για να είναι ο προσηλυτισμός ολοκληρωτικός, χρειάζεται μια εξάσκηση χωρίς σταματημό, που δεν αφήνει χρόνο για να συνέλθει κανείς. Τέτοια είναι πράγματι η περίπτωση εκείνων που παραληρούν μαζί. Πάντοτε οι σχέσεις ήταν στενές και με μεγάλη διάρκεια· πάντοτε ο δεύτερος ασθενής αναμείχθηκε από την αρχή της ασθένειας και διέσχισε τις διαδοχικές φάσεις. Στην αρχή παλεύοντας, έπειτα αμυνόμενος ολοένα και λιγότερο, και καταλήγοντας τελικά να αποδεχτεί τις ιδέες που αργά αφομοίωσε. Αυτή η επιδείνωση είναι φανερή σε κάθε παρατήρηση και είναι ακόμα πιο έκδηλη όταν καταφέρνουμε να εισχωρήσουμε πιο νωρίς στην εσωτερική εξέλιξη της ασθένειας.
Θα πρέπει λοιπόν να τοποθετήσουμε στην πρώτη γραμμή τα ουσιαστικά στοιχεία που μόλις συνοψίσαμε: καταρχάς, τη σχετική εγκράτεια του παραληρήματος, τις συναισθηματικές πλευρές του, το συνταίριασμα με τις προθέσεις εκείνου που προσαρμόζεται σε αυτό· σε δεύτερο χρόνο, την ασταμάτητη επανάληψη των ίδιων λόγων, που ανανεώνονται χωρίς ελάττωση· τέλος, την ηθική και διανοητική καθυστέρηση του συμμετέχοντος.
Από τη στιγμή που το σιωπηρό συμβόλαιο που θα ενώσει τους δυο ασθενείς συμφωνήθηκε λίγο ή πολύ, δεν αρκεί μόνο να εξετάσουμε την επιρροή του φρενοβλαβή (aliéné) πάνω στον υποτιθέμενο ψυχικά υγιή άνθρωπο, αλλά είναι σημαντικό να ερευνήσουμε την αντίστροφη δράση του λογικού ανθρώπου πάνω στον παραληρηματικό, και να δείξουμε διαμέσου ποιων αμοιβαίων συμβιβασμών εξαλείφονται οι αποκλίσεις.
Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να φέρουμε σε επαφή έναν τρελό (fou), που διακατέχεται από μανία καταδίωξης, που έχει φτάσει στα όρια, με ψευδαισθήσεις, εγωιστή ως τα άκρα, άτεγκτο στις επίμονες διαβεβαιώσεις του, αναίσθητο στην επιδοκιμασία όπως και στην αμφιβολία, με οποιοδήποτε άνθρωπο που διέπεται από την πιο καλή θέληση, τίποτα δεν θα βγει από αυτήν την επαφή εκτός από κόπωση. Ο πάσχων εν μέρει από μανία καταδίωξης, ο οποίος απλώνει τη νοσηρή παράκλησή του προς εκείνους που τον περιβάλλουν, συγχέοντάς τους με τον ίδιο στους φόβους του, χαρίζοντας λίγη προσδοκία στις λίγο πολύ μπερδεμένες ανησυχίες του, δεν μένει αδιάφορος στην αντίσταση ή στην ενθάρρυνση του ακροατή του. Αυτός εδώ επαναλαμβάνει, με παραλλαγές, το μάθημα που έλαβε· ξεχνουδιάζει, για να το πούμε έτσι, τους πολύ απότομους παραλογισμούς· συμπληρώνει με δεδομένα σχεδόν λογικά τα υπερβολικά κενά. Σιγά σιγά, η ιστορία συγκεκριμενοποιείται και συστηματοποιείται, αναθεωρημένη και σημαντικά βελτιωμένη. Ο φρενοβλαβής (aliéné) επωφελήθηκε, όχι μιας διαπαιδαγώγησης στην οποία παραμένει μοιραία αδιάφορος, αλλά συνήθισε μια διήγηση που επανέλαβε τόσες φορές που δεν απαιτεί πλέον προσπάθεια.
Όλοι οι ιατροί γνωρίζουν με πόσο παράξενη σταθερότητα μνήμης μερικοί πάσχοντες από μανία καταδίωξης αφηγούνται τις φανταστικές τους περιπέτειες, χωρίς να ξεχνούν ούτε μια λεπτομέρεια, ούτε μια ημερομηνία, ούτε ένα συμβάν. Η ιστορία που αφηγούνται δεν είναι εκείνη που εφευρέθηκε, αλλά αυτή που διατυπώθηκε και από τους δυο τους.
Επακόλουθο αυτής της επίμονης συνεργασίας είναι μια τέτοια ομοιογένεια στα λεγόμενα των ασθενών, που συχνά χρειάζεται μεγάλο χρονικό διάστημα, με πρόσθετη ενεργή έρευνα, για να διακρίνουμε τον πρωταρχικό παραληρηματικό από τον δεύτερο. Και μόνον όταν χωρίζουμε τον έναν από τον άλλο για πολλές μέρες, όταν όχι μόνο η κοινή ζωή διακόπτεται αλλά μεταβάλλεται και το περιβάλλον, αποκτούμε μια βεβαιότητα. Το πιο παράξενο ψυχολογικό δεδομένο δεν είναι αυτό που μας παρέχεται από την επιρροή του φρενοβλαβή (aliéné) πάνω στο ψυχικά υγιές άτομο, αλλά αντίθετα η δράση που εξασκεί ο λογικός συνεργάτης πάνω στον φρενοβλαβή (aliéné). Η αληθινή εμπειρία που παρουσιάζει τον φρενοβλαβή (aliéné) ως κλειστό σε κάθε πειθώ, τόσο ανίκανο να αλλάξει γνώμη από μια παρατήρηση όσο και δεχτεί να προσθέσει κάτι στις αγαπημένες του ιδέες, δεν διαψεύδεται.
Μελετώντας την επίβουλη διεργασία που εκτελείται στο μυαλό του ασθενούς, αντιλαμβανόμαστε γρήγορα πως δεν υποχώρησε ούτε ένα εκατοστό από το πεδίο του. Οι φαινομενικές παραχωρήσεις του περιορίζονται στο να αποσιωπήσουν προσωρινά ή να αφήσουν στη σκιά μερικές από τις παθολογικές ιδέες του. Οι τρελοί (fous), που βρίσκονται στον δρόμο της ίασης ή κατά την πρώτη ακόμη αβέβαιη περίοδο της ασθένειας, υπόκεινται πρόθυμα σε παρόμοιες αποσιωπήσεις. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γνωστή δυσκολία της μελέτης.
Αν απομονώσουμε τον πρωταρχικό ασθενή και προσπαθήσουμε να τον μελετήσουμε προσεκτικά, καταφέρνουμε τελικά να σπάσουμε τον πάγο και να ξαναβρούμε από κάτω το είδος και την επιμονή των παραληρηματικών συλλήψεων έτσι όπως τις παρατηρούμε στους απομονωμένους ασθενείς. Αυτή η συστηματική έρευνα είναι συχνά δύσκολη, αλλά με σταθερή επιμονή είναι σπάνιο να μην τα καταφέρουμε.
Αν απομονώσουμε τους δύο ασθενείς, αντί να τους αντιπαραθέσουμε δίπλα δίπλα και να τους αφήσουμε να μιλάνε σχεδόν πάντα μαζί, να επαναλαμβάνουν λίγο ή πολύ τις ίδιες ιδέες με τις ίδιες φράσεις, να συμφωνούν χωρίς τη βοήθεια του βλέμματος, όπως τα παιδιά που απαγγέλλουν μαζί ένα παραμύθι που το έμαθαν απέξω, σε ποιο βαθμό καταφέρνουμε να διαλύσουμε τον παραλληλισμό;
Είναι μέσω αυτής της συγκριτικής μελέτης που μπορούμε να εκτιμήσουμε τον βαθμό διείσδυσης της επίκτητης ασθένειας, και να πειστούμε εύκολα πως η ονομασία που ταιριάζει καλύτερα στην αντίστοιχη για τους δύο ασθενείς κατάσταση δεν είναι εκείνη της μόλυνσης. Ο πραγματικός ασθενής παρέμεινε ο ασθενής. Ο φρενοβλαβής (aliéné) μέσω αντανάκλασης δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα όρια του παραλόγου. Έτσι, το παράλογο, όσο μακριά κι αν έχει οδηγηθεί, δεν έχει τίποτα κοινό με την τρέλα (folie) πέρα από τα χονδροειδή φαινόμενα. Είναι κινητικό, εκκεντρικό, συμβατό με κάποιες δυνάμεις της λογικής, και δεν υπακούει στους νόμους που επιβάλλονται σε κάθε φρενοβλάβεια (aliénation). Με σταθερή υπομονή κλονίζουμε τις λανθασμένες πεποιθήσεις που έμοιαζαν ως οι πιο βαθιά θεμελιωμένες· το λάθος έχει στιγμές αναποφασιστικότητας και αν δεν παραδεχτούμε την ήττα μας, άραγε πόσες φορές δεν διακρίνουμε το ίχνος της φιλαυτίας ή του ανθρώπινου σεβασμού που μας διαπερνά!
Ο φρενοβλαβής (aliéné) που αποδέχεται να δηλώσει πως απαρνείται τις παραληρηματικές σκέψεις του, κάνει ένα λάθος που του στοιχίζει. Το κυριευμένο από παράλογες αντιλήψεις άτομο, και το οποίο διαβεβαιώνει ότι εμμένει πεισματικά, διαπράττει πιο συχνά ένα ψέμα, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η αντίθεση αρκεί για να ορισθεί ανάμεσα στους δύο η ανυπέρβλητη γραμμή οριοθέτησης. Ο ένας είναι τρελός (fou), με την κοινωνική και ιατρική έννοια της λέξης, ο άλλος δεν είναι.
Για τον προσποιητό ασθενή, η συγκατάθεση του περιβάλλοντος είναι ένας σημαντικός βοηθός. Όπως είχε δεχτεί τις ιδέες στις οποίες υποβλήθηκε, δεχόμαστε εκείνες που εκφράζει με μερικές επιφυλάξεις, και αντλεί από αυτό το σιωπηρό ή ρητό στήριγμα νέες δυνάμεις. Μπροστά σε μια επίμονη αντίφαση, κυριευμένος από τη θέληση ενός συνομιλητή που έχει ρόλο σχεδόν δικαστή, χάνει σιγά σιγά τη σιγουριά του. Ο αληθινός ασθενής δεν είναι πια εκεί για να τον στηρίξει, και αν φροντίσουμε να μετριάσουμε τις αντιφάσεις του, αντί εκείνος να τις τονίσει, αισθάνεται ένα είδος ανακούφισης που λυτρώνεται από αυτές τις παρασιτικές αντιλήψεις.
Υποδείξαμε τα κυριότερα σημεία πάνω στα οποία θα πρέπει να στηρίζεται η μελέτη των ασθενών που παραληρούν μαζί. Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μια από τις μορφές της αλλοτρίωσης (aliénaton), ενδιάμεσα στάδια ανάμεσα στη λογική και στην επιβεβαιωμένη τρέλα (folie), και που, απαλλαγμένες από καθαρές φυσιολογικές διαταραχές, δεν υπόκεινται παρά μόνο σε μια ψυχολογική ανάλυση. Οι παρατηρήσεις που θα διαβάσουμε, και που επιλέξαμε με σκοπό να δείξουν τους διάφορους τύπους, δανείζονται από τη φύση της ασθένειας ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και μοιάζουν περισσότερο με μελέτες ηθών παρά με ιατρικές παρατηρήσεις. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν η έρευνα εμπλέκει μια διπλή εξέταση: εκείνη του ασθενούς και εκείνη του υγιούς ατόμου που εισέρχεται στο ρεύμα των φαντασιοπληξιών. Οι πραγματικές περιπέτειες της ζωής, η οργάνωση του περιβάλλοντος όπου αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν, παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των εξασθενημένων παραληρημάτων και η αφήγηση που συντίθεται από πραγματικά δεδομένα, ιδιοτελείς πεποιθήσεις, παραληρηματικές επινοήσεις, ειλικρινείς προσπάθειες στην υπηρεσία των φαντασιοπληξιών, δεν προσαρμόζεται στις επιστημονικές διατυπώσεις.
Το πρώτο παράδειγμα στο οποίο θα αναφερθούμε συνοψίζει τόσο καλά τις συνθήκες που έχουν ως αποτέλεσμα τη γέννηση και την ανάπτυξη του δυαδικού παραληρήματος (folie à deux) που μπορούμε να το θεωρήσουμε ως ένα τυπικό δείγμα.
Η ονομαζόμενη Χ…, 66 ετών, εξασκεί το επάγγελμα της μαίας σε μια πόλη της επαρχίας. Η νοημοσύνη της εξασθένησε πριν τα γεράματα και παράλληλα μειώθηκε και η πελατεία της. Τα έσοδα μόλις που αρκούσαν για τις ανάγκες της γυναίκας Χ…. και της κόρης της. Ο σύζυγος είχε εξαφανιστεί από καιρό.
Ένα τελευταίο πλήγμα έρχεται να αποτελειώσει τη μιζέρια. Η μερική απασχόλησή της ως μαία στο γραφείο ευεργεσίας ή σε μια φιλανθρωπική εταιρεία της αφαιρέθηκε. Για πέντε χρόνια ζει από τις οικονομίες της και συσφίγγοντας ακόμα περισσότερο τη στενή σχέση που τη συνδέει με την κόρη της.
Αυτή η τελευταία είναι 28 ετών, μεσαίου μεγέθους, με πνεύμα αρκετά ζωηρό, αλλά κατά βάθος περιορισμένο. Έκανε κάποιες σπουδές και μάλιστα πήρε και το δίπλωμα παιδαγωγικής του τελευταίου βαθμού, χωρίς να καταφέρει να χρησιμοποιήσει τις κάποιες γνώσεις της. Κατ’ επανάληψιν, διορίστηκε στη Γαλλία ή στο εξωτερικό, αλλά για λόγους που διατυπώνει με αρκετή σύγχυση, καμία από αυτές τις απόπειρες δεν απέδωσε.
Η φτώχεια που ολοένα και αυξάνεται φτάνει έτσι στο απόγειό της. Οι δυο γυναίκες διώχνονται με έξωση από το φτωχικό τους, δίχως πόρους, περισσότερο ενοχλητικές, καθώς φαίνεται, παρά συμπαθείς στα μάτια των πολύ λίγων σχέσεων που είχαν. Γίνεται ένας έρανος για χάρη τους, στον οποίο συμμετέχει και η τοπική δημοτική αρχή, και συγκεντρώνονται 40 γαλλικά φράγκα. Με αυτό το ποσό, τις στέλνουν στο Παρίσι όπου, όπως ελέχθη, θα είχαν όλες τις ευκαιρίες να βγάλουν το ψωμί τους. Έτσι, δίχως να γνωρίζουν απολύτως τίποτα από την πόλη, φτάνουν σε ένα μικρό ξενοδοχείο όπου τις δέχονται με καλοσύνη.
Για να δεχτούν αυτές οι δυο επαρχιώτισσες ένα τέτοιο ταξίδι, για να σκεφτούν κάποιοι να τους το προτείνουν, θα έπρεπε αυτό το παράλογο ταξίδι να απαντούσε σε κάτι περισσότερο από την κοινή εμπιστοσύνη στη φιλοξενία μιας μεγάλης πόλης.
Η κόρη Χ… έχει, πράγματι, μια βλέψη στην οποία έβαλε και τη μητέρα της. Υπάρχει κάπου μια κληρονομιά των Dubois ή όπως λέει η μητέρα (μεταφράζοντας στη γλώσσα της τις διαβεβαιώσεις της κόρης της), μια περιουσία που προέρχεται από τους Dubois. Όσον αφορά αυτήν την κληρονομιά, αγνοείται η προέλευσή της και το ποσό, αλλά ξέρουμε πως είναι υψηλό. Ένας συγγενής, αδελφός της μίας, θείος της άλλης, έπρεπε να κληρονομήσει, χωρίς να μπορούμε να μάθουμε για ποιο λόγο διότι δεν φέρει το επίθετο του υποτιθέμενου κληροδότη, αλλά είχε, όπως λέγεται, συγκεντρώσει τα έγγραφα και είχε διευθετήσει τις συμφωνίες που διακόπηκαν με το θάνατό του.
Η επινόηση είναι, όπως βλέπουμε, καθόλα λαϊκή. Ανά καιρούς κυκλοφορούν ιστορίες για μυθικές περιουσίες και οι οποίες περιμένουν έναν τυχερό άγνωστο που προορίζεται να τις κληρονομήσει, αφού πρώτα αποδείξει το δικαίωμά του. Ο μακαρίτης φέρει συνήθως ένα κοινό όνομα αρκετά διαδεδομένο για να προκαλέσει την προσοχή πολλών υποψηφίων.
Για να πειστεί κάποιος να επιθυμήσει μια κατάσταση τόσο επίζηλη και να μετατρέψει ένα όνειρο σε πάγια πεποίθηση, χρειάζεται μια διανοητική εργασία που μόνο οι φρενοβλαβείς (aliénés) είναι ικανοί να την κάνουν.
Εδώ, έπειτα από εκτεταμένη εξέταση, καταφέρνουμε να παρακολουθήσουμε τη διαδοχή των παραληρηματικών συλλήψεων που η κόρη φαντασιώθηκε και που αντανάκλασε η μητέρα, και η οποία τους προσδίδει την τελική επικύρωσή της, το κύρος της ηλικίας της, την εγκράτεια της δήλωσης και αυτή τη φαινομενικότητα ειλικρίνειας που έχουν οι ρομαντικές αφηγήσεις που αναπαράγονται από δεύτερο πρόσωπο.
Ο συγγενής, ένας συνταξιούχος χωροφύλακας, είχε, όπως έλεγαν, συντάξει μια διαθήκη. Γιατί όμως είχε κάνει διαθήκη αφού δεν είχε τίποτα να κληροδοτήσει; Χρειάστηκε να μπει δικαστική σφραγίδα και ποτέ δεν κοινοποιήθηκαν έγγραφα. Αυτό έγινε γιατί κάποιος είχε συμφέρον την υπεξαίρεσή τους.
Το παραλήρημα, από τη στιγμή που πήρε αυτή τη μορφή, και η πρώτη σύλληψη έλαβε χώρα πριν δυο χρόνια από σήμερα (ο αδελφός πέθανε πριν πέντε χρόνια), μοιράζεται και ακολουθεί δυο κατευθύνσεις: από τη μια, ως επιβεβαίωση στο δικαίωμα στην κληρονομιά, και από την άλλη, ως αναζήτηση των υπόγειων ραδιουργιών μέσω των οποίων οι αληθινοί παραλήπτες την στερήθηκαν. Φαίνεται πως, μέσα από μια σιωπηρή συμφωνία, το πρώτο βήμα προορίζονταν κυρίως στη μητέρα. Το δεύτερο, εκείνο που συνίσταται στο να εντοπιστεί η καταδίωξη, στην, πιο ευφάνταστη, κόρη.
Κάποιος ονομαζόμενος Ρ…, του οποίου η οντότητα παραμένει αρκετά αμφίβολη, αλλά που σύμφωνα με εκείνες είναι ιεροσπουδαστής, τους είπε μέσω μιας γυναίκας που δεν θα μπορούσε να είναι ο εντολοδόχος κάποιου άλλου ατόμου: πηγαίνετε να μάθετε. Αυτή η αινιγματική φράση, η τόσο συνεπής με εκείνες που επαναλαμβάνουν οι ψευδαισθήσεις της ακοής, ήταν η πρώτη προφορική αποκάλυψη. Συζητήθηκε, ερμηνεύθηκε και από τις δυο μαζί και ύστερα από ένα χρόνο έντονης περίσκεψης, αποφασίστηκε να την ακολουθήσουν.
Ένας κ. Γ…, επιχειρηματίας, που ο υποτιθέμενος κληρονόμος συγγενής γνώρισε, θα πρέπει να έχει αναλάβει την υπόθεση κληρονομιάς που μοιράζονται δια του τρία, οι δυο ασθενείς, μια συγγενής τους ακόμα εν ζωή και ο ονομαζόμενος Ρ…
Η μητέρα, με προτροπή της κόρης, πηγαίνει στο σπίτι του κ. Γ. Του ζητάει να της δανείσει χρήματα ή να της εμπιστευτεί ένα τίτλο μέσω του οποίου θα μπορέσει προσωρινά να δανειστεί. Εκείνος αρνείται, πετάει τη γυναίκα έξω από το σπίτι, λέγοντας πως δεν ξέρει για ποια υπόθεση πρόκειται. Παρόλα αυτά, είπε σε μια γυναίκα: είναι αλήθεια, και σε μια άλλη: να μην ανακατεύονται.
Η κόρη έγραψε στον κ. Γ… το ένα γράμμα μετά το άλλο, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση και αυτή η σιωπή, που δεν τολμάει να σπάσει με μια νέα επίσκεψη, γίνεται ένα επιχείρημα ακόμα υπέρ της αξιοπιστίας των διεκδικήσεών της.
Μεταξύ όλων αυτών λαμβάνει χώρα το ταξίδι στο Παρίσι. Οι δυο γυναίκες έφτασαν, όπως είπαμε, σε ένα επιπλωμένο διαμέρισμα που το ενοικίαζε η κυρία Χ… Ψάχνουν για δουλειά, αλλά δεν τα καταφέρνουν. Προσφέρεται στην κόρη μια θέση δασκάλας στην Πολωνία. Την αρνείται διότι η απουσία της θα ζημίωνε την επιτυχία του εγχειρήματος.
Φαίνεται πως η οικοδέσποινα του σπιτιού υπέστη, ως ένα βαθμό, την επιρροή αυτού του παραληρήματος, που θα είχε μετατραπεί ίσως σε μια φρενοβλάβεια (aliénation) μεταξύ τριών, αν οι σχέσεις ήταν πιο στενές και με μεγαλύτερη διάρκεια. Στο μεταξύ τα χρήματα λιγοστεύουν ολοένα και πιο πολύ. Πουλούν και τα λίγα που είχαν, ένα δακτυλίδι, ασπρόρουχα, μέχρι που δεν τους απέμειναν παρά μερικά παλιόρουχα.
Λίγο από οίκτο, λίγο από εμπιστοσύνη σε ένα καλύτερο μέλλον, η κυρία Χ… τους δανείζει μερικά γαλλικά φράγκα. Σιγά σιγά το χρέος μεγαλώνει, αφού κανένα από τα έξοδα ενοικίου ή διατροφής δεν ξεχρεώνεται και φτάνει σχεδόν τα 100 γαλλικά φράγκα.
Γιατί η οικοδέσποινα του ξενοδοχείου έδειξε τέτοια εύνοια, γιατί έδωσε από τα χρήματα της; Δεν παίρνουμε τέτοια ρίσκα όταν δεν έχουμε λόγους να το κάνουμε. Είναι γιατί είχε τις πληροφορίες της, γιατί ήξερε για την κληρονομιά που σύντομα θα τους ερχόταν. Το άφησε εξάλλου να εννοηθεί με διάφορα διφορούμενα. Ποιος θα πιστέψει πως στο Παρίσι κάνουν δώρα έτσι, δίχως λόγο;
Καθώς παρατεινόταν η σιωπή του κ. Γ…, έγραψαν στον συμβολαιογράφο που ούτε και αυτός απάντησε, μιας και δεν υπάρχει τίποτα να απαντήσει κανείς σε μια φανταστική κληρονομιά που τη διεκδικούν φανταστικοί κληρονόμοι. Η κακή θέληση πήρε διαστάσεις συνωμοσίας, και εκεί αρχίζει ο κύριος ρόλος της κόρης.
Ο Ρ… είναι ιεροσπουδαστής, ή υποτιθέμενος ως τέτοιος, διότι ούτε η μια ούτε η άλλη δεν τον έχουν δει. Το μόνο που ξέρουν είναι πως γνώριζε τον συγγενή τους, τον συλλέκτη των αυθεντικών εγγράφων. Το λοιπόν, χτίστηκε στην πόλη μια εκκλησία όπου εγκαταστάθηκε η ιερατική σχολή. Αυτή η εκκλησία στοίχισε, είπαν, 5000 γαλλικά φράγκα. Ποιος έκανε δωρεά ένα τέτοιο σημαντικό ποσό; Φυσικά ο Ρ… που θα πρέπει να κληρονόμησε πρώτος, αφού είναι εκείνος που άφησε να εννοηθεί η ύπαρξη της κληρονομιάς. Ο συμβολαιογράφος είπε σε κάποιον: «Αυτή η γυναίκα που μου γράφει είναι άρρωστη.» Κι αυτό γιατί είχε ορκιστεί να μην αποκαλύψει τίποτα.
«Το ιερατείο είναι αναμεμιγμένο στην υπόθεση, η κληρονομιά υπάρχει, αλλά εμένα με έχουν βγάλει απ’ έξω, λέει η κόρη, από λάθος των ιερέων. Λένε παντού πως ο αρχιεπίσκοπος θέλει να τα εγκαταλείψουμε. Η μαμά δεν πρόσεξε, αλλά εγώ είμαι σίγουρη πως το άκουσα. Εξάλλου δεν επινοούνται αυτά τα πράγματα».
Από τη στιγμή που η καταδίωξη γίνεται αποδεκτή, επιβεβαιώνεται σε κάθε βήμα, και καταλαβαίνουμε πόσο εύκολο είναι να υποκύψει κανείς στην ιδέα μιας καταδίωξης, όταν κάθε προσπάθεια είναι αδύναμη, κάθε πόρος εξαντλημένος, και δεν έχει κανείς παρά, σύμφωνα με την έκφραση της μάνας, να πεθάνει από την πείνα.
Το μέρος που αναλογεί σε κάθε μια από τις δυο ασθενείς διακρίνεται δύσκολα σε μια συνοπτική αφήγηση. Είναι ξεκάθαρο για εκείνον που κατευθύνει την έρευνα και επιβλέπει την εξέταση. Η μητέρα, που δεν έχει παρά τον δευτερεύοντα ρόλο, δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα μέσα στο δίκτυο των λογικών συμπερασμάτων με τη βοήθεια των οποίων η καταδίωξη επιβεβαιώνεται και εξηγείται. Η θεματική, χωρίς τις παραλλαγές, αρκεί και πέρα από την εμβέλεια της νοημοσύνης της. Αντίθετα η κόρη αρέσκεται στην αφήγηση της συνωμοσίας, της οποίας ωστόσο συνδέει τα νήματα με λιγότερη επιδεξιότητα από πολλούς άλλους πάσχοντες από μανία καταδίωξης. Κάπου κάπου επικαλείται κάποιον από εκείνους τους αφορισμούς που τα μυαλά δεύτερης κατηγορίας μετατρέπουν τόσο εύκολα σε συλλογισμούς των επιχειρημάτων τους: «Έψαξα για δουλειά και μου την αρνήθηκαν. Γιατί; Παρουσίασα μοντέλα και δεν τα κοίταξαν. Μόνο η οργανωμένη μοχθηρία μπορεί να είναι η αιτία όλων αυτών».
Όσο για την ύπαρξη μιας αληθινής φρενοβλάβειας (aliénation), κανένας έμπειρος ιατρός δεν θα την αμφισβητήσει. Επιβεβαιώνεται λιγότερο από τον παραλογισμό του πρωταρχικού δεδομένου και περισσότερο από το διανοητικό μηχανισμό με τη βοήθεια του οποίου πραγματοποιείται. Συνοπτικά, όλα στηρίζονται σε ένα μη-νόημα. Δεν υπάρχει ούτε διαδοχή κληρονομιάς, ούτε αντιστοιχία ονομάτων με τον κληροδότη Dubois, ούτε στοιχεία, ούτε έγγραφα υποστηρικτικά. Όπως σε κάθε τρέλα (folie), είναι η νοσηρή πίστη που διατάσσει, χωρίς να δέχεται μήτε ένσταση μήτε έλεγχο.
Η συνένωση των δυο ασθενών, όπου η μία δεν παραληρεί παρά μόνο μέσω εντάλματος, έσβησε απλά τις γωνίες, περιόρισε το παραλήρημα σε μια συμβατική συστηματοποίηση, και μπόρεσε να το επιβάλει σε κάποια αδύναμα μυαλά.
[…]
Τα δεδομένα που μόλις εκθέσαμε δεν συνοψίζονται. Όπως κάθε ψυχολογική έρευνα, η αξία τους βρίσκεται στις λεπτομέρειες και μόνο σε σύντομα συμπεράσματα καταλήγουν. Το να συμπτύξει κανείς αυτές τις αφηγήσεις θα ήταν σαν να έκανε το λάθος ενός παρατηρητή που πιστεύει πως κάνει γνωστές τις περιπέτειες μιας εξερεύνησης άγνωστων τόπων με το να ανακοινώνει τα σημεία αφετηρίας και τελικού προορισμού και τα ενδιάμεσα στάδια. Παρόλα αυτά πιστεύουμε πως μπορούμε να τελειώσουμε αυτή την παρουσίαση με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
1º Κάτω από τις συνηθισμένες συνθήκες, η μετάδοση της τρέλας (folie) δεν λαμβάνει χώρα από έναν φρενοβλαβή (aliéné) προς ένα ψυχικά υγιές άτομο, όπως και η μετάδοση παραληρηματικών ιδεών είναι πολύ σπάνια από έναν φρενοβλαβή (aliéné) προς έναν άλλον φρενοβλαβή (aliéné).
2º Η μετάδοση της τρέλας (folie) είναι δυνατή μόνον κάτω από τις εξαιρετικά ιδιαίτερες συνθήκες που μελετήσαμε με το όνομα δυαδική τρέλα (folie à deux).
3º Αυτές οι ιδιαίτερες συνθήκες μπορούν περιληπτικά να περιγραφούν ως ακολούθως:
• Στη δυαδική τρέλα (folie à deux), το ενεργό στοιχείο είναι ένα από τα δύο άτομα. Πιο έξυπνο από το άλλο, δημιουργεί το παραλήρημα και το επιβάλλει προοδευτικά στο άλλο, το οποίο αποτελεί το παθητικό στοιχείο. Αυτό το τελευταίο στην αρχή αντιστέκεται, έπειτα υφίσταται σιγά σιγά την πίεση του συγγενή του, ενώ αντενεργεί με τη σειρά του σε εκείνον, σε κάποιο βαθμό, για να διορθώσει, τροποποιήσει και συντονίσει το παραλήρημα, το οποίο τους γίνεται πλέον κοινό και το επαναλαμβάνουν στον πρώτο τυχόντα με τις ίδιες λέξεις και με τρόπο σχεδόν απαράλλαχτο.
• Για να μπορέσει αυτή η διανοητική διεργασία να πραγματοποιηθεί παράλληλα σε δύο διαφορετικά μυαλά, θα πρέπει τα δύο αυτά άτομα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να ζουν απαραίτητα μαζί, στο ίδιο περιβάλλον, να μοιράζονται τον ίδιο τρόπο ύπαρξης, τα ίδια συναισθήματα, τα ίδια ενδιαφέροντα, τους ίδιους φόβους και τις ίδιες προσμονές και έξω από κάθε άλλη εξωτερική επιρροή.
• Η τρίτη συνθήκη, για να είναι δυνατή η μετάδοση του παραληρήματος, είναι το παραλήρημα αυτό να έχει ένα χαρακτήρα αληθοφάνειας, να παραμένει στα όρια του εφικτού, να στηρίζεται πάνω σε γεγονότα του παρελθόντος ή σε φόβους και προσμονές του μέλλοντος. Αυτή και μόνο η συνθήκη της αληθοφάνειας το καθιστά μεταδόσιμο από ένα άτομο σε ένα άλλο και επιτρέπει στην πεποίθηση του ενός να ριζοβολήσει στο μυαλό του άλλου.
4º Η δυαδική τρέλα (folie à deux) δημιουργείται πάντα κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν. Όλες οι παρατηρήσεις παρουσιάζουν χαρακτηριστικά πολύ ανάλογα, αν όχι σχεδόν ολόιδια, στον άνδρα και στη γυναίκα, καθώς και στο παιδί, στον ενήλικο και στον ηλικιωμένο.
5º Αυτή η παραλλαγή της τρέλας (folie) είναι πιο συχνή στη γυναίκα, ωστόσο παρατηρείται και στον άνδρα.
6º Θα μπορούσαμε να παρεμβάλλουμε για τη δημιουργία της την κληρονομικότητα, σαν αίτιο προδιάθεσης, όταν αφορά δύο πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια οικογένεια, όπως μητέρα και κόρη, δύο αδελφές, αδελφό και αδελφή, θεία και ανιψιά, κ.λπ. Αλλά δεν μπορούμε να επικαλεσθούμε αυτό το αίτιο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει μεταξύ των δύο ασθενών καμία συγγένεια, όπως για παράδειγμα όταν η ασθένεια δημιουργείται ανάμεσα σε συζύγους.
7º Η κύρια θεραπευτική ένδειξη έγκειται στο να χωριστούν οι δύο ασθενείς ο ένας από τον άλλο. Συμβαίνει τότε λοιπόν ο ένας από τους δύο να μπορεί να θεραπευτεί, κυρίως ο δεύτερος, όταν στερηθεί του υποστηρίγματος εκείνου που του μετέδωσε το παραλήρημα.
8º Στις περισσότερες των περιπτώσεων, ο δεύτερος ασθενής είναι λιγότερο άρρωστος από τον πρώτο. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να θεωρήσει πως υπέστη μια απλή ηθική παροδική πίεση, και πως δεν είναι φρενοβλαβής (aliéné), με την κοινωνική και νομική έννοια της λέξης. Δεν είναι αναγκαίος λοιπόν ο εγκλεισμός του, ενώ το αντίθετο ισχύει για τον πρώτο ασθενή.
9º Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις, η ηθική πίεση που ασκείται από έναν φρενοβλαβή (aliéné) πάνω σε ένα άλλο άτομο πιο αδύναμο από εκείνον μπορεί να εξαπλωθεί σε ένα τρίτο πρόσωπο ή ακόμα, πιο σπάνια, σε κάποια πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Αλλά αρκεί σχεδόν πάντα η απομάκρυνση του ενεργού φρενοβλαβή (aliéné) από αυτό το περιβάλλον, το οποίο επηρέασε σε διάφορους βαθμούς, για να εγκαταλείψει το περιβάλλον σιγά σιγά τις λάθος ιδέες που του είχαν μεταδοθεί.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.