Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιάννης Μήτρου
Ερευνητής του Εργαστηρίου Φιλοσοφικής Έρευνας πάνω στο Φαντασιακό του Α.Π.Θ,
Ψυχαναλυτής, μέλος της Φροϋδικής Εταιρίας Βορείου Ελλάδος

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

«Είμαι-αυτό-που-Είμαι»
Για μια κλινική του πραγματικού

Ανακοίνωση στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Φροϋδικής Εταιρίας Βορείου Ελλάδος και του Εργαστηρίου Φιλοσοφικής Έρευνας πάνω στο Φαντασιακό του Α.Π.Θ, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2013. Υπό την αιγίδα του Εργαστηρίου Φιλοσοφικής Έρευνας πάνω στο Φαντασιακό του ΑΠΘ και του περιοδικού Φιλοσοφείν.

Η ψυχανάλυση είναι πρωτίστως μια κλινική πράξη. Της κλινικής του «συμπτώματος»,1 του οποίου η καταγωγή εντοπίζεται στη φροϋδική αναλυτική πράξη. Η αναλυτική πράξη αφορά τον ψυχαναλυτικό λόγο, ο οποίος διαφοροποιείται από τους άλλους επίσημους λόγους2 (discours établi). Ο Lacan επισημαίνει στο «Encore, III»:3 «Πρόκειται να διασαφηνίσουμε ποια είναι η θέση του αναλυτικού λόγου και να τον καταστήσουμε, αν όχι επίσημο, τουλάχιστον λειτουργικό». Η δραστικότητα του ψυχαναλυτικού λόγου αφορά το “καλώς λέγειν – le bien dire”, που προϋποθέτει όμως αυτό που απαιτούσε ο Lacan “τη γνώση του αναγιγνώσκειν – savoir lire”.

Το υποκείμενο δημιουργείται από την ομιλία του Άλλου και ο διχασμός του αποτελεί παράγωγο της έλλειψής του στον τόπο του Άλλου. Η σημερινή εποχή, ίσως του ύστερου καπιταλισμού, χαρακτηρίζεται από την καταστροφή των νόμων της ομιλίας και της γλώσσας (π.χ. geek generation4) και η κοινωνική αλλοτρίωση του ατόμου υποκαθιστά τη συμβολική αλλοτρίωση. Τα υποκείμενα είναι, θα λέγαμε, χωρίς Άλλον ή, χρησιμοποιώντας τη φράση του Deleuze, «χωρίς πλησίον». Το γεγονός αυτό, που αφορά τη διάλυση των πιο πάνω νόμων, είναι το πέρασμα από την επίκληση στο αίτημα.5 Τι σημαίνει όμως αυτό το πέρασμα; Σημαίνει ότι η απάντηση γίνεται ολοένα και περισσότερο δύσκολο να υπάρξει: πρόκειται για την απάντηση που παίρνει το υποκείμενο από τον Άλλο και η οποία αποτελεί προϋπόθεση για να μιλήσει το υποκείμενο, ώστε να επιθυμήσει να είναι, προκειμένου το αίτημα (demande) και η επιθυμία (désir) να καταστήσουν προφανή τη θεμελιώδη απώλεια του αντικειμένου.6 Οπότε, η αποτυχία της συμβολοποίησης και της απώθησης, η έλλειψη της φαντασιωτικής λειτουργίας (fonction fantasmatique) δημιουργούν εν δυνάμει μια μη-δυνατότητα ως προς τη συνάντηση με τον Άλλο, με συνέπεια η ορμή7 να μη βρίσκει άλλη διέξοδο από το passage à l’acte, το πέρασμα στην πράξη. Πρόκειται για μια απορρύθμιση της απόλαυσης (jouissance) εξαιτίας της κοινωνικής αλλοτρίωσης που εμποδίζει το υποκείμενο να βρει μια πρόσβαση στο συμβολικό, ώστε να αντέξει τις αναταράξεις του πραγματικού8 που το συγκλονίζουν και κάνουν ανυπόφορο τον βίο του. Πώς εισέρχεται εδώ η κλινική της ψυχανάλυσης; Η αναγκαιότητα αυτή διαφαίνεται ήδη μέσα από μια σύντομη περιγραφή της παρακάτω κατάστασης. Από αυτή την, εγγεγραμμένη στην αποδοχή της ύπαρξης της επιθυμίας,9 κατάσταση και μέσω της μεταβίβασης10 (transfert) θα αναδυθεί η σχέση με τον Άλλον. Η ψυχανάλυση είναι η μόνη «θεραπευτική»11 οδός που δύναται να αναλάβει την ευθύνη μιας εξουσιοδότησης του Άλλου μέσω της μεταβιβαστικής διαδικασίας, ώστε το υποκείμενο να οικειοποιηθεί τα στοιχεία της οδύνης του, χωρίς να το απορροφά η δίνη της απόλαυσής του.

Ο Lacan έλεγε: «Η απόλαυση ως τέτοια απαγορεύεται σε αυτόν που μιλά». Η ομιλία, λοιπόν, αντιτίθεται στην οδύνη της σιωπής και καθιστά τον τόπο της αναλυτικής πράξης, στιγμή της συνάντησης με τον Άλλο. Η είσοδος στην ανάλυση είναι η είσοδος στην ομιλία που, μέσω της μεταβίβασης, γίνεται είσοδος στο σύμπτωμα του οποίου η κλινική αναδεικνύει τη «διάνοιξη στο συμβολικό» (forçage symbolique12), άρα παράγει τις συνθήκες μιας εκφοράς.

Η είσοδος σε μια ανάλυση χαρακτηρίζεται από μια δομική κατάσταση άγνοιας. Αφορά εκ πρώτης την ερώτηση «ποιος είμαι;», αποτελεί δηλαδή μια παθολογία του Είναι (Être), παράγωγη της έλλειψης-του- Είναι (manque-à-être), η οποία (άγνοια), όταν συναντά κάποια στιγμή αυτό το κάτι από το Πραγματικό της απόλαυσης, διανοίγει τον δρόμο της επιθυμίας του αναλυτή. Η σχέση απόλαυσης και αλήθειας αλλάζει. Η άγνοια en soi απευθύνεται στον αναλυτή, λόγω της μεταβιβαστικής σχέσης. Το υποκείμενο αναζητά την αλήθεια και εισάγεται στην ανάλυση.

Ποια είναι η θέση του αναλυτή; Αρχικά θα λέγαμε ότι είναι ο υποκινητής (agent) και ακολούθως ο εγγυητής της αναλυτικής διαδικασίας. Τι εγγυάται ο αναλυτής; Πως ό,τι κι αν ειπωθεί, παραδίνοντας τον εαυτό του στον ελεύθερο συνειρμό, είναι άξιο λόγου. Ουσιαστικά τα “απόβλητά” του, αυτά που δεν θα έλεγε πουθενά αλλού γιατί θα τα θεωρούσε ασήμαντα. Και είναι άξια λόγου γιατί έχουν μια αιτία. Ο αναλυτής κάνει τον ασθενή να πιστεύει ότι κάθε ειπωμένο ενέχει και μια αιτία. Άλλωστε η αιτία είναι εκεί ήδη τη στιγμή που το υποκείμενο εισέρχεται στην ανάλυση. Ήδη έχει το υποκείμενο υποθέσει πως κάτι υπάρχει εκεί, στο σύμπτωμά του, που πρέπει να το μάθει. Κάτι που είναι της τάξης του « je ne sais pas », της άγνοιας. Κάτι που μόνο η ομιλία θα του γνωστοποιήσει. Άρα στην ψυχανάλυση μιλάμε για ό,τι δεν ξέρουμε.

Το λακανικό υποκείμενο είναι θεμελιωδώς διχασμένο. Αναδύεται στο πεδίο της γλώσσας και στη λειτουργία της ομιλίας,13 ως συνάρτηση της γλώσσας και της ομιλίας. Λόγω αυτής της θέσης, η ερμηνεία έχει θεραπευτικό χαρακτήρα στην ανάλυση. Στην ψυχανάλυση λοιπόν είμαστε προσανατολισμένοι στον λόγο. Η αναφορά στο υποκείμενο της ψυχανάλυσης είναι διάφορη του προσώπου ή του ατόμου, όπως δεν συμβαίνει στις διάφορες ψυχοθεραπείες, ψυχαναλυτικά υποκατάστατα ή στις συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις και στα πρόσφατα κινήματα θετικής σκέψης του ego (παραλλαγές της Αμερικάνικης ψυχολογίας του Εγώ) που σαρώνουν και την ελληνική πραγματικότητα. Ασφαλώς το εν λόγω υποκείμενο διαφοροποιείται από εκείνο που είναι το μη-κανονικό, το διαταραγμένο της επικρατούσας ψυχιατρικής και το οποίο, ανάλογα με την διαταραχή του, ταξινομείται στις στήλες του DSM.

Το υποκείμενο, λοιπόν, της ανάλυσης είναι το υποκείμενο- του-σημαίνοντος.14 Δηλαδή του ασυνειδήτου, του οποίου την ανακάλυψη οφείλουμε στον Φρόυντ. Γι’ αυτό και η ψυχανάλυση είναι φροϋδική. Το ασυνείδητο είναι εν γένει ετερότητα, οπότε και ανοίκειο. Πού αποσκοπεί όλο αυτό; Στο να αναδυθεί ό,τι είναι απωθημένο κατά τον Φρόυντ ή, με λακανικούς όρους, να δώσει ένα ον στο ασυνείδητο το υποκείμενο του οποίου έχει ως ον μια έλλειψη-του-είναι [manque-à-être]. Εδώ εγγράφεται και η επιθυμία του «θέλω να είμαι» ή «εύχομαι να είμαι», η οποία εμφανίζεται στην ψυχαναλυτική πράξη. Η λειτουργία της ομιλίας κάνει υπαρκτό το ασυνείδητο, το καθιστά ον. Η γλώσσα ως τέτοια το δημιουργεί, είναι ένα γλωσσικό ον. Το ον αυτό, προς δυσαρέσκεια της Οντολογίας, δεν διαφέρει από αυτό που εμφανίζεται, ενώ θα έπρεπε να είναι ακριβώς το αντίθετό του. Στην ψυχανάλυση υπάρχει ο όρος semblant (το προσποιητό ή το προσομοιάζον) και είναι η διαδικασία της ένωσης των δύο παραπάνω. Τότε πού είναι το πραγματικό στην ανάλυση; Σίγουρα δεν είναι το ασυνείδητο, το οποίο αναδύεται εντός της πρακτικής διαδικασίας από τις αναμνήσεις του αναλύοντα που έξαφνα προκύπτουν και που υποθέτουμε ότι βρίσκονταν σε έναν άγνωστο τόπο, μη-προσβάσιμο στη γνώση. «Το ασυνείδητο “δεν εξ-ίσταται” [ex-istence15], παρά μόνο διαμέσου ενός λόγου», αναφέρει ο Lacan στο Télévision. Το ασυνείδητο καθίσταται ον μόνο μέσω της μεταβίβασης, δηλαδή παράγεται εντός της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, την κάθε στιγμή που απευθύνεται στον ψυχαναλυτή και ερμηνεύεται από αυτόν ως τέτοιο. Το καθεστώς του όντος αυτού είναι φευγαλέο, όπως αναδεικνύεται μέσα από τα μορφώματά του. Μεταξύ των μορφωμάτων του ασυνειδήτου υπάρχει το σύμπτωμα. Και το προσμετράμε σε αυτά γιατί του αποδίδουμε ένα νόημα αλήθειας, το ερμηνεύουμε. Όμως διαφοροποιείται από τα άλλα μορφώματα εξαιτίας της μονιμότητάς του. Το φροϋδικό σύμπτωμα ενέχει κάποιο νόημα, μπορεί και πρέπει να ερμηνευτεί. Αυτή είναι και η διαφορά του από την αναστολή (inhibition), η οποία περιορίζει τη λειτουργία και δεν έχει νόημα αλήθειας. Άρα το σύμπτωμα είναι ένα φαινόμενο διαρκείας και είναι ό,τι πιο πραγματικό υφίσταται στην ψυχανάλυση. Η πρακτική της ανάλυσης, από τον Φρόυντ ακόμη, μας έδειξε ότι το σύμπτωμα ερμηνεύεται όπως και το όνειρο σε συνάρτηση με μια επιθυμία και είναι η πραγμάτωση μίας αλήθειας. Από την άλλη, διαπιστώνουμε ότι κάτι από αυτό επιμένει να υπάρχει πέρα από την ερμηνεία. Άρα το σύμπτωμα δεν είναι μόνο ένα γλωσσικό ον διότι, αν ήταν μόνο αυτό, θα έπρεπε να συρρικνωθεί μέσω της ερμηνείας και να καταστεί ανύπαρκτο. Όμως παραμένει ένα υπόλειμμα που διαφεύγει της φροϋδικής ερμηνείας. Ο Φρόυντ αντιμετώπισε το φαινόμενο αυτό τελικά με την παραδοχή ότι το τέλος της ανάλυσης αφήνει συμπτωματικά υπολείμματα. Η σημερινή πρακτική της ανάλυσης, στην οποία εγγραφόμαστε και θα μπορούσαμε να ονομάσουμε λακανικής προσέγγισης, κινείται πέρα από το τέλος της ανάλυσης. Το υποκείμενο που έρχεται αντιμέτωπο με αυτά δεν υποχωρεί. Το ίδιο και ο αναλυτής. Μα ποιο είναι το καθεστώς αυτών των υπολειμμάτων; Είναι το καθεστώς του πραγματικού στο σύμπτωμα το οποίο είναι εκτός ερμηνείας, εκτός νοήματος.

Στο βιβλίο του «Αναστολή, Σύμπτωμα, Άγχος», ο Φρόυντ χαρακτηρίζει το σύμπτωμα ως «Anzeichen und Ersatz», δηλαδή σήμα και υποκατάστατο μιας αποτυχημένης ικανοποίησης μιας ορμής. Το σύμπτωμα ήταν αποτέλεσμα της απώθησης και στο τρίτο κεφάλαιο, μιλώντας για την ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και την παράνοια, επισημαίνει ότι, ενώ στην αρχή το σύμπτωμα είναι ανοίκειο στο εγώ, σταδιακά τείνει να ενσωματωθεί σε αυτό. Ουσιαστικά πρόκειται για την απόλαυση που εμπλέκεται στο σύμπτωμα και αφορά στο σώμα ως τέτοιο. Το σώμα απολαμβάνει τον εαυτό του κι αυτό φροϋδικά ονομάζεται αυτοερωτισμός. Και ισχύει για όλα τα έμβια όντα ως καθεστώς. Η διαφορά στο ομιλ-όν (parl-être) οφείλεται στο γεγονός ότι η απόλαυση είναι υπό την επιρροή της ομιλίας. Άρα πρόκειται για μία απόλαυση που εγκαθιδρύεται στο σύμπτωμα και παράγεται από το σημαίνον οπότε δεν είναι πρωτογενής. Πρόκειται για ένα συμβάν που μας αποκαλύπτει το σύμπτωμα και την απόλαυση που αναδύεται από αυτό, ένα συμβάν μη- κατονομάσιμο και που τελικά ορίζει τη μοίρα του υποκειμένου. Στο σεμινάριο R.S.I. [Πραγματικό, Συμβολικό, Φαντασιακό], o Lacan δίνει τον τελευταίο ορισμό του για το σύμπτωμα ως την υποκειμενική απάντηση στο κενό της μη-ύπαρξης της διάφυλης σχέσης (rapport sexuelle). Για τον Lacan, το σύμπτωμα δεν παύει να εγγράφεται. Αυτό οφείλεται στο συμβάν που δεν παύει να επαναλαμβάνεται. Είναι ένα σωματοσυμβάν (événement de corps). Εδώ αποκαλύπτεται η ριζική διαφορά της ψυχανάλυσης από την ψυχοθεραπεία, ότι δηλαδή κινείται και πέρα από το νόημα και δεν εγκλωβίζεται στον κύκλο της απόλαυσης του νοήματος. Στην ψυχοθεραπεία, η ακρόαση θα καταλήξει στο ότι ο ασθενής πρέπει να ακούει τον θεραπευτή.

«Εδώ τάχα δεν βρίσκεται αυτό που η ψυχαναλυτική εμπειρία προϋποθέτει;» – η υπόσταση του σώματος, εφόσον την ορίσουμε απλώς ως αυτό που απολαμβάνεται» ( Lacan, Encore II). Η ψυχανάλυση δεν αφορά μόνο την ακριβής ακρόαση, αλλά και αυτό που ο Lacan ονόμαζε “savoir lire” (η αναφορά στο γραπτό Radiophonie και στο ‘’L’étourdit’’, Autres Ecrits) και ανήκει στον τόπο αυτού που δεν παύει να εγγράφεται, του συμπτώματος ως γράμμα. Το γράμμα που δημιουργεί το συμβάν-της-απόλαυσης και αποτελεί τη ρίζα των συμπτωμάτων. Το φροϋδικό υπόλειμμα, λοιπόν, είναι ταυτόσημο με το πρωταρχικό συμβάν και δεν παύει να επαναλαμβάνεται.

Πριν 3 χρόνια περίπου, σε μία διημερίδα για το σύμπτωμα, πίστευα ότι το συμβάν16 είναι ταυτόσημο με το σύμπτωμα. Τώρα και μέσα από την προσωπική αναλυτική εμπειρία, συλλαμβάνω το συμβάν ως αυτό που είναι η ρίζα του συμπτώματος, είναι πέρα από την ερμηνεία και αφορά ένα σημαίνον που διαφεύγει του νοήματος.

Η ανάλυση στη βαθμίδα του πραγματικού ανάγει το σύμπτωμα στην πρώτη του καταστατική μορφή, όπου το σώμα προσβάλλεται για πρώτη φορά από τη γλώσσα (από το σημαίνον). Το σώμα πλέον δεν εγγράφεται στο οργανικό και μετασχηματίζεται, λόγω της επίδρασης αυτής, σε σώμα-της- απόλαυσης. «Πάσχει από την επίδραση της αλήθειας».17

Η θεραπεία εντός της ανάλυσης είναι η θεραπεία του συμπτώματος, περνώντας από τη διαλεκτική της επιθυμίας και την ανατροπή του υποκειμένου, διαχωρίζοντας την αλήθεια από την απόλαυση με το τόξο στραμμένο προς το πραγματικό που μένει εκεί ως το αδιαπέραστο από την ερμηνεία συμβάν. Εκεί όπου όλα σταματούν να μιλιούνται, να ερμηνεύονται. Η εμπειρία του πραγματικού συμβαίνει ως ενδεχόμενο μόνο με αυτή την ψυχανάλυση. Ένα πραγματικό που πάντα «επιστρέφει στη θέση του».18

1 Αναφορά στην έννοια του συμπτώματος όπως ορίζεται από την ψυχανάλυση του λακανικού προσανατολισμού, πάντα έχοντας ως καταγωγή το φροϋδικό ασυνείδητο.

2 Ο Lacan ορίζει τη συγκρότηση του κοινωνικού δεσμού μέσα από τους τέσσερις λόγους. Πρόκειται για τετραδομές με πρώτη τον «λόγο του κυρίου». Οι υπόλοιποι είναι ο λόγος της υστερίας, ο λόγος του αναλυτή και ο λόγος της πανεπιστημιακής γνώσης – Βλ. Radiophonie, Ecrits, vol. II et Sem. XVII L’envers de la psychanalyse.

3 Sem. XX, Encore.

4 Η γενιά που την χαρακτηρίζουν ο ατομικισμός, η ανυπομονησία, η αλληλεπίδραση και η διασύνδεση.

5 Demande (αίτημα) του υποκειμένου-του-ασυνειδήτου.

6 Πρόκειται για το φροϋδικό χαμένο αντικείμενο.

7 Trieb. Η φροϋδική ορμή που στη λακανική ψυχανάλυση σχετίζεται με την απόλαυση (jouissance) και τα ορμικά της αντικείμενα (στοματικό, πρωκτικό, φωνή, βλέμμα).

8 Το πραγματικό στη λακανική λογική είναι διαφοροποιημένο από την πραγματικότητα που στη βάση της είναι φαντασιακή.

9 Δεν αφορά στη συνείδηση μίας επιθυμίας, αλλά στην απωθημένη επιθυμία του ασυνειδήτου.

10 Η μεταβίβαση ως φαινόμενο ανιχνεύθηκε από τον Φρόυντ και παρουσιάστηκε ως μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχές της ψυχανάλυσης στο 11ο σεμινάριο του Lacan (Sem. XI) με τον ομώνυμο τίτλο.

11 Με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου της θεραπείας.

12 Πρόκειται για μαθηματικό όρο που χρησιμοποιεί και ο A. Badiou και ο οποίος αφορά τοπολογικά το άνοιγμα με βίαιο τρόπο μίας «τρύπας» στο συμβολικό.

13 Αναφορά στην «Ομιλία της Ρώμης» που χαρακτηρίζει την έναρξη της διδασκαλίας του Lacan.

14 Είναι ταυτόσημο με το υποκείμενο-του-ασυνειδήτου.

15 Νεολογισμός του Lacan.

16 Το συμβάν όπως ορίζεται από τον Badiou. Είναι μη-κατανομάσιμο, μη- αποφάνσιμο και αφορά στο πραγματικό.

17 J. A. Miller. Biologie lacanienne et événement de corps. La cause freudienne, 2000, 44, 7-59.

18 Πρόκειται για αυτό που πάντα αντιστέκεται στο αίτημα με άρρητο τρόπο και που πάντα επιστρέφει στην αρχική του θέση, στην τρύπα που δημιουργεί το συμβολικό στο πραγματικό και σχετίζεται με το «χαμένο αντικείμενο».

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.