Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Φίλιππος Β. Καργόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Ψυχολογίας, Α.Π.Θ.

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

Επιστημονικές και ανθρωπιστικές προσεγγίσεις στη συνείδηση

Στην εργασία αυτή θα υποστηρίξω, από επιστημολογική σκοπιά, δύο θέσεις, φαινομενικά σε αντίθεση μεταξύ τους, για τη σχέση ψυχολογίας και ανθρωπιστικών σπουδών. Η πρώτη θέση είναι ότι με κανέναν τρόπο η ψυχολογία, είτε ολόκληρη είτε οποιοδήποτε μέρος της, δεν θα έπρεπε να ταξινομηθεί με τις ανθρωπιστικές σπουδές παρά τη φιλοσοφικότητα του αντικειμένου της και τη συνύπαρξη πολλών σχολών και προσεγγίσεων στους κόλπους της. Η δεύτερη θέση επιμένει ότι πρέπει να υπάρξουν ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ ψυχολογίας και ανθρωπιστικών σπουδών, και ειδικότερα της τέχνης / λογοτεχνίας, γιατί έτσι μόνο μπορούμε να προσεγγίσουμε ένα σημαντικό στοιχείο της έρευνας που αφορά στη συνείδηση και βρίσκεται εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον στο προσκήνιο της γνωσιοεπιστημονικής έρευνας. Η δεύτερη αυτή θέση δεν περιορίζεται σε θεωρητικά ζητήματα αρχής, αλλά επεκτείνεται σε θέματα εφαρμογών όπως αυτό της κλινικής ψυχολογίας. Σ’ όσο αφορά την ιδιαίτερη σχέση που προτείνω, μπορεί να νοηθεί κατ’ αναλογία προς την παλιά πλέον εμπλοκή της ψυχολογίας στη διεπιστημονική προσπάθεια της γνωσιοεπιστήμης, με τη διαφορά ότι τώρα στο επίκεντρο της νεότερης διεπιστημονικής έρευνας δεν είναι η νοητική αναπαράσταση, αλλά η συνείδηση και ειδικότερα, το υποκειμενικό στοιχείο της συνείδησης.

*

Το πρώτο επιχείρημα υπέρ της πρώτης θέσης είναι ότι η επιμονή των ψυχολόγων, από το 1879 και μετά, στην άσκηση επιστήμης μπορεί να μην αίρει τη φιλοσοφικότητα του αντικειμένου της σπουδής τους, αλλά επιτρέπει και επιβάλλει ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ ψυχολόγων, παρά το ότι μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές σχολές. Υπάρχει στην ψυχολογία κοινός λόγος, ο λόγος της πειραματικής επιστήμης, στοιχείο που δημιουργεί υποχρέωση στους ψυχολόγους σ’ αυτήν τη γλώσσα να μιλήσουν. Αυτό επιτρέπει, μεταξύ άλλων, να μπορούμε να κάνουμε χρήση αληθειών που προκύπτουν από έρευνες που προέκυψαν από σχολές των οποίων τις αρχές αμφισβητούμε ή ακόμη και απορρίπτουμε. Γενικά, όσο πιο κοντά στην πειραματική μέθοδο είναι μια έρευνα τόσο πιο εύκολα χρησιμοποιείται από ψυχολόγους άλλων σχολών, αντίθετα όσο περισσότερο μια έρευνα βασίζεται σε θεωρητικές κατασκευές, τόσο δυσκολότερο είναι να την επικαλεστούν ψυχολόγοι άλλων σχολών, ενώ γίνεται επιτακτικότερη η ανάγκη για προσεκτικότερη μεθοδολογική της στήριξη.1

Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι ο σεβασμός στο επιστημονικό ιδεώδες υποχρεώνει τους ψυχολόγους να προσέξουν και να σεβαστούν την πραγματικότητα αποφεύγοντας αυτάρεσκες απλουστευτικές ιδεολογίες ή/και μεταφυσικές προτιμήσεις. Ό,τι και αν πιστεύει ο ψυχολόγος, έχει την υποχρέωση να το στηρίξει σε κάποιες μαρτυρίες, που επειδή θα μπορούσαν να είναι αλλιώς, δεν χαρίζονται εύκολα στον ναρκισσισμό μας και σε προκαταλήψεις επιβεβαίωσης. Από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα εδώ είναι ότι η ανεπάρκεια των μοντέλων του συμπεριφορισμού προέκυψε από συμπεριφορικές μελέτες.2

Ως το πιο σημαντικό επιχείρημα θεωρώ το ότι αν η ψυχολογία εντασσόταν είτε στις ανθρωπιστικές σπουδές είτε στις κοινωνικές επιστήμες, τότε θα έχανε την προνομιούχο θέση που κατέχει σε σχέση προς όλες τις επιστήμες του ανθρώπου: δηλαδή, το να λειτουργεί ως εξηγητική βάση όλων αυτών των επιστημών και σπουδών, στον βαθμό που αυτές επιδιώκουν εξήγηση των βασικών τους αρχών. Μόνη από τις επιστήμες του ανθρώπου3 η ψυχολογία έχει την υποχρέωση να τηρεί τριπλά λογιστικά βιβλία, κατά τη μεταφορά του Erikson: το βιολογικό βιβλίο (γιατί δεν υπάρχει ψυχική κατάσταση, λειτουργία ή ασθένεια που δεν είναι ταυτόχρονα σωματική), το κοινωνικό (ιστορικό-οικονομικό-πολιτικό-πολιτισμικό) βιβλίο (γιατί η συμπεριφορά δεν συμβαίνει και δεν ερμηνεύεται στο κενό ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν άλλοι στους οποίους απευθύνεται) και τέλος, το τρίτο βιβλίο, εκεί όπου η ψυχολογία διαχωρίζει τη θέση της από την υπόλοιπη επιστήμη,4 που αφορά στη μοναδική τροχιά που έχει διαγράψει ο υπό μελέτη οργανισμός στον περιβάλλοντα κόσμο, ας το ονομάσουμε λοιπόν «προσωπικό» βιβλίο.

Ανάλογα και η έννοια της «εξήγησης» στην ψυχολογία περιλαμβάνει τρία επίπεδα: το συμπεριφορικό, το γνωστικό και το νευροβιολογικό. Για παράδειγμα το να ενταχθεί ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού συνεπάγεται, όπως μας έμαθε η F. Happe,5 ότι εκδηλώνει κάποιες ανάλογες συμπεριφορές που δηλώνουν, κατά μια θεωρία (U. Frith, L. Baron-Cohen), απουσία θεωρίας του νου, και αντιστοιχούν, κατά άλλη θεωρία (Ramazandran), σε υπολειτουργία των κατοπτρικών νευρώνων, που ίσως προέρχεται από τη γενετική καταβολή ή την κατάσταση κατά την κύηση.

Αυτό συνεπώς που δίνει στην ψυχολογία την προνομιούχο θέση μεταξύ των επιστημών του ανθρώπου είναι ότι είναι η μόνη από αυτές που συνορεύει και έχει ένα σημαντικό πάτημα στις βιολογικές επιστήμες και έτσι αποτελεί τον κρίκο μέσα από τον οποίο αυτές θα ενταχθούν (όσες ενταχθούν, αν ποτέ ενταχθούν) στις υπόλοιπες επιστήμες της φύσης. Ήδη κάτι τέτοιο γίνεται όταν βασικές έννοιες όπως της συμμόρφωσης, της επιθετικότητας, της ορθολογικότητας που παίρνουν ως δεδομένες οι κοινωνικές επιστήμες, όπως η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη και η οικονομολογία αντίστοιχα, μελετούνται από ψυχολόγους.6

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό βρίσκεται σε ένα από τα σημαντικά ζητούμενα της επιστημονικής γνώσης. Ακόμη και αν απαρνηθούν οι επιστήμες του ανθρώπου τα πρακτικά ζητούμενα της πρόβλεψης και του έλεγχου της πραγματικότητας,7 οπωσδήποτε δεν μπορούν να αρνηθούν το ιδεώδες της εξήγησης. Αν κάποια γνώση δεν παρέχει εξήγηση (το «διότι» και όχι μόνο το «ότι»), δεν είναι επιστήμη, μας είπε ο Σταγειρίτης πατέρας της επιστήμης και της επιστημολογίας.8 Η εξήγηση, με τη σειρά της, είναι, από τυπική άποψη, λογική παραγωγή του εξηγητέου από νόμους (κανονικότητες) και αρχικές συνθήκες, που εντάσσουν το εξηγητέο στις περιπτώσεις που καλύπτει ο νόμος. Από ουσιαστική άποψη (δηλαδή, περιεχομένου), η εξήγηση είναι αναγωγή του εξηγητέου σε υποκείμενες οντότητες και μηχανισμούς που αποκαλύπτουν τη φύση του.9

Για να στηρίξουμε τη δεύτερη θέση τώρα, θα ξεκινήσουμε από μια οντολογική αρχή σχετική με την προνομιούχο θέση της ψυχολογίας στις επιστήμες του ανθρώπου. Μια τελική κοσμοθεωρία απαιτεί να εξηγήσουμε πώς σχετίζονται οι παρακάτω θεμελιώδεις έννοιες που απαρτίζουν τον κόσμο: Χώρος, χρόνος, αριθμός, ύλη, μεταβολή, δύναμη, ζωή, συμπεριφορά, νοημοσύνη, συνειδητότητα και αξία.10 Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι οι εφτά πρώτες έννοιες καλύπτονται από τις επιστήμες (μαθηματικές, φυσικές και βιολογικές) και έχουν ξεκαθαρισμένες αναγωγικές σχέσεις μεταξύ τους. Αντίθετα οι τέσσερεις τελευταίες, από τις οποίες οι τρείς έχουν κατά καιρούς προταθεί ως «το αντικείμενο» της ψυχολογίας, ενώ η τέταρτη δεν νοείται ερήμην της ψυχολογίας, δεν παρουσιάζουν ξεκάθαρη αναγωγική σχέση. Για παράδειγμα, ενώ κοσμολογικά μπορούμε να πούμε ότι συμπεριφορά και μάθηση προηγούνται χρονικά και εξηγητικά της νοημοσύνης και της συνείδησης, και αυτές με τη σειρά τους, της αξίας, παρά ταύτα, η ίδια η μάθηση σύμφωνα με το νεότερο μοντέλο της (S-S Learning του MacIntosh) κάνει χρήση νοημοσύνης (ο ερεθισμός ως βάση πρόβλεψης άλλου ερεθισμού), αλλά ακόμη και η αξία (λ.χ. ευχάριστοδυσάρεστο) εμπλέκεται στον μόνο σίγουρο θεμελιώδη νόμο της επιστημονικής ψυχολογίας, τον Νόμο του Αποτελέσματος. Η νοημοσύνη με τη σειρά της, ενώ φαίνεται να προηγείται χρονικά, εξελικτικά, άρα και εξηγητικά, της συνειδητότητας, σύμφωνα με βάσιμα επιχειρήματα του Searle, χαρακτηρίζεται από τη βασική ιδιότητα της προοπτικότητας που είναι χαρακτηριστικό ανώτερης τάξης συνείδησης, της αναστοχαστικής. Οι αξίες θεωρούνται τελευταίες στη μακρά εξέλιξη του είδους, αλλά και πάλι, η εξελικτική σημασία της συνείδησης συνίσταται στην αναγνώριση και επιδίωξη αξίας, αν δεν εξαντλείται σε αυτήν.

Ένα μέρος από την παραπάνω σύγχυση βασίζεται σε πολυσημία όλων αυτών των λέξεων-εννοιών και θα μπορούσε να ξεκαθαριστεί με περισσότερη έρευνα σε συνδυασμό με περισσότερη φιλοσοφική ανάλυση. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία είδη μάθησης, ακόμη περισσότερα είδη μνήμης, τόσα είδη νοημοσύνης όσα και τα είδη ζώων που θεωρούνται νοήμονα, ένας μεγάλος αριθμός από νοημοσύνες ανθρώπινες που αναδείχθηκαν από εξέλιξη και ιστορία, και ανάλογα υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη συνειδητότητας: η πρωτογενής φαινομενική εμπειρία και η δευτερογενής αναστοχαστική γνώση που ταυτίζεται με την αυτοσυνείδηση.11 Όλα τούτα συνδέονται με πολλαπλούς τρόπους που εξιχνιάζει η γνωσιοεπιστημονική έρευνα σταδιακά.

Από τις τέσσερεις έννοιες, η συνειδητότητα αναγνωρίζεται ως η πιο πολλά υποσχόμενη, αλλά και ως η πιο προβληματική. Από τη μια μεριά, είναι αναμφισβήτητα βιολογική: τα φαινόμενα του ύπνου και των ονείρων (στους οργανισμούς που διαθέτουν νεοφλοιό), αλλά και των αλλοιωμένων συνειδησιακών καταστάσεων, συνηγορούν, όπως άλλωστε μαρτυρεί και η ύπαρξη ενός ολόκληρου κλάδου ιατρικής, της αναισθησιολογίας, που διαχειρίζεται την ελεγχόμενη απώλεια και επανάκτηση συνειδητότητας. Από την άλλη μεριά, παρά τη νοημοσύνη πολλών ζώων, η αυτοσυνείδηση και η γλώσσα αποτελούν το αναγνωρισμένο σύνορο ανάμεσα στον άνθρωπο και στην υπόλοιπη φύση. Τα ζώα που έχουν Κεντρικό Νευρικό Σύστημα έχουν αναπαράσταση του κόσμου μέσα τους, ο άνθρωπος όμως έχει μετά-αναπαράσταση, δηλαδή ξέρει ότι έχει αναπαράσταση του κόσμου. Αυτή η επίγνωση, την οποία έχει το αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο μας αλλά δεν έχει το δεξί, αλλάζει εντελώς τις συνθήκες ύπαρξης του ανθρώπου σε αντίθεση με τις συνθήκες ύπαρξης των ζώων.

Για τη συνειδητότητα όμως, παρά την αναγνωρισμένη (τώρα πια) σημασία της, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι αποκλεισμού από τον επιστημονικό λόγο. Ειδικότερα, τέσσερα, κλασικά πλέον, επιχειρήματα των Nagel,12 Kripke,13 Chalmers,14 Jackson, 15 που ανάγονται στο επιχείρημα του εξηγητικού χάσματος του Levine,16 συνηγορούν υπέρ της ιδέας ότι υπάρχει και θα υπάρχει πάντα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στη φαινομενολογική εμπειρία του βιώματος (πρώτο πρόσωπο) και στην αντικειμενική περιγραφή της νευροβιολογικής λειτουργίας (τρίτο πρόσωπο). Κατά συνέπεια, το πιο σημαντικό μέρος της συνείδησης (το ποιοτικό περιεχόμενο ή αλλιώς quale-ποιόν, πληθυντικός: qualia-ποιόντα17) προβλέπεται να παραμείνει ες αεί εκτός επιστημονικής εξήγησης. Πριν βιαστούμε να συμφωνήσουμε με τον Colin McGinn, ότι φτάσαμε εδώ στο αδιαπέραστο όριο της ανθρώπινης κατανόησης, καλό είναι να αναρωτηθούμε τι θα πρόσθετε στην κατανόηση των νοητικών φαινομένων αυτή η άπιαστη εξήγηση του πώς οι ηλεκτροχημικές διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται οι νευρώνες παράγουν ακριβώς (γιατί το ότι τα επηρεάζουν το ξέρουμε και το χρησιμοποιούμε) τα υποκειμενικά βιώματα. Η απάντηση είναι ότι ακριβώς επειδή το υποκειμενικό βίωμα έρχεται στο τέλος μιας αιτιακής αλυσίδας χωρίς περεταίρω κρίκο, η γνώση του πώς ακριβώς παράγεται ούτε μπορεί να ελεγχθεί ούτε και αξίζει να ελεγχθεί. Είναι ανάλογη περίπτωση με την εξήγηση του ουράνιου τόξου όπου ότι υπάρχει προς εξήγηση ανήκει στη φυσική (διάθλαση και ακτινοβολίες), ενώ το υποτιθέμενο αντικείμενο, μολονότι τόσο εντυπωσιακό, δεν παράγει τίποτε για έλεγχο γιατί δεν έχει αδράνεια, βάρος ή φορτίο, παρά μόνο μια φευγαλέα υπέροχη όψη που καταγράφουμε σε φωτογραφία.18

Η παραπάνω θέση μπορεί μέσα από επιφαινομεναλιστικές διαδρομές να «λύνει», ή μάλλον να ξεπερνά, το πρόβλημα της αναγωγικής εξήγησης της συνείδησης, όμως παραμένουν δύο σημαντικά αλληλένδετα στοιχεία που αξίζουν (αν τίποτε αξίζει ποτέ) την προσοχή μας. Το ένα είναι το θέμα της επικοινωνίας του βιώματος της πρωτογενούς συνείδησης, από το απλό «πώς είσαι;» της καθημερινής συνάντησης δύο ανθρώπων μέχρι τις σημαντικές σχέσεις φιλίας, έρωτα, οικογένειας, που στήνουμε στην απόπειρα να πλησιάσουμε μιαν άλλη συνείδηση, βγαίνοντας από τη μοναχικότητα του κέντρου του κόσμου που είναι η δική μας συνείδηση. Το άλλο ζήτημα είναι η σχέση της πρωτογενούς βιωματικής εμπειρίας με τη δευτερογενή αναστοχαστική συνείδηση, την αυτοσυνείδηση. Η πρωτογενής μπορεί να είναι βιολογικά ο τελευταίος κρίκος της αιτιακής αλυσίδας, όμως εμπλέκεται σε σημαντική σχέση αλληλεπίδρασης με τη δευτερογενή (αυτοσυνείδηση) και στη σχέση αυτή, η πρωτογενής ταυτόχρονα και οδηγεί και άγεται. Είναι προφανές ότι το βίωμα, ενώ αφορά στην πρωτογενή συνείδηση, εμπλέκει ουσιαστικά τη δευτερογενή. Έχει νόημα να πας κάποιον γνωστό σου να βιώσει το Παρίσι, ενώ δεν έχει νόημα να πας το μικρό παιδί σου ή τον σκύλο σου, μολονότι αγαπάς το παιδί σου ή τον σκύλο σου περισσότερο από τον γνωστό, ακριβώς επειδή λείπει από το νήπιο και το ζώο η απαραίτητη δευτερογενής συνείδηση που δίνει νόημα στο να έχεις το πρωτογενές βίωμα του Παρισιού παγιώνοντάς το ως μέρος της δευτερογενούς. Ενώ δηλαδή την τελική αξία την έχουν τα βιώματα, αν το βίωμα δεν περνά ή δεν μπορεί να περάσει σε δευτερογενή συνείδηση μοιάζει να είναι (ή μάλλον να πάει) χαμένο.

Πριν εξηγήσω πώς η τέχνη είναι αυτό που κανονικά εμπλέκεται στα δύο αυτά ζητήματα (επικοινωνίας και επίγνωσης του βιώματος), θα ήθελα να υποδείξω τη σημασία που έχουν αυτά σε μια περιοχή της ψυχολογίας/ψυχιατρικής, δηλαδή στην ψυχοπαθολογία και στην ψυχοθεραπεία. Κατ’ αρχήν μια ασθένεια δεν είναι ψυχική, αν δεν είναι και σωματική. Μπορείς να έχεις κάθε λόγο να είσαι σε κατάθλιψη, αλλά αν δεν είναι το σώμα σου σε κατάθλιψη, σε κατάθλιψη δεν είσαι. Και αντίστροφα, μπορείς να είσαι σε κατάθλιψη, ενώ δεν έχεις κανένα λόγο να είσαι, ακριβώς επειδή βιώνεις την αντίστοιχη, «ανεξήγητη για σένα» κατάσταση του σώματός σου. Πέρα από τις πιθανές φαρμακευτικές παρεμβάσεις, η απόπειρα του θεραπευτή είναι κατ’ αρχήν να κατανοήσει το βίωμα που θα μπορούσες να περιγράψεις, αν υπάρχει η δυνατότητα να επικοινωνήσεις μαζί του. Η ανηδονία, ενώ φαίνεται να αφορά κατ’ εξοχήν την πρωτογενή συνείδηση, μια και είναι αδυναμία να νιώσει κάποιος το βίωμα της ευχαρίστησης, γίνεται παθολογικό σύμπτωμα μόνο όταν γίνεται η σύγκριση που κάνει η δευτερογενής συνείδηση («αυτό που πάντα με ευχαριστούσε τόσο, τώρα δεν μου κάνει καν αίσθηση, άρα δεν είμαι καλά»).

Με ανάλογο τρόπο, η ψυχοθεραπεία απευθύνεται στη δευτερογενή συνείδηση του πάσχοντος για να μπορέσει με τη σειρά της να επιδράσει πάνω στην πρωτογενή, και η αλληλεπίδραση αυτή πρέπει να στηριχθεί και σε ό,τι προκύπτει ως βίωμα στην πρωτογενή. Για αυτούς άλλωστε τους λόγους, η ψυχασθένεια και η ψυχοθεραπεία βιώνονται και περιγράφονται ως απώλεια και επανάκτηση ελέγχου αντίστοιχα. Αυτή η αλληλεπίδραση που εμείς οι μη πάσχοντες έχουμε συγχρονίσει επαρκώς (λίγο ή πολύ) στην καθημερινή μας ζωή, ο πάσχων την βιώνει ως απορρυθμισμένη και επιζητά τρόπους επαναρρύθμισης, δηλαδή επανάκτησης ελέγχου.

Για να κατανοήσουμε το πώς η τέχνη πρέπει να συνεργαστεί με την ψυχολογία στα θέματα της συνείδησης, ας παραπέμψουμε αρχικά στο ότι στα θέματα της άλλης θεμελιώδους έννοιας, της νοημοσύνης, η ψυχολογία τελικά μπήκε σε συνεταιρισμό με άλλες επιστήμες, τέχνες και σπουδές για να συναποτελέσει τη Γνωσιοεπιστήμη, αναγνωρίζοντας έτσι τον διεπιστημονικό (interdisciplinary) ως τον μόνο τρόπο προσέγγισης του νου. Με ανάλογο τρόπο, στην περίπτωση της συνειδητότητας αναγνωρίζουμε την ανάγκη για μια νέα διεπιστημονική προσέγγιση με μερικούς από τους παλιούς εταίρους, όπως τη φιλοσοφία, τη ψυχιατρική, τη γνωστική νευροεπιστήμη, αλλά και με έναν νεώτερο, αυτόν της τέχνης. Τι ουσιαστικό όμως έχει η τέχνη ειδικά και οι ανθρωπιστικές σπουδές γενικότερα, να προσφέρουν σε μια θεωρητική εξερεύνηση του νου στην περιοχή της συνειδητότητας, όπου ακόμη και αναισθησιολόγοι έχουν λόγο να μιλήσουν.

Όταν μιλούμε για ανθρωπιστικές σπουδές (φιλοσοφία, ιστορία, τέχνη) σε αντιδιαστολή με τις επιστήμες εννοούμε κατ’ αρχήν ότι ακριβώς επειδή δεν στοχεύουν, όπως οι δεύτερες, στη συστηματική ανακάλυψη κανονικοτήτων, τις οποίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να προβλέψουμε και να ελέγξουμε, κατά το δυνατόν, τις μεταβολές του κόσμου μας, το κέρδος που μας προσφέρουν οι πρώτες είναι σοφία διαφορετική από την πρακτική χρησιμότητα. Ένα μέρος αυτής της σοφίας είναι προφανές. Οι επιστήμες σου επιτρέπουν με βάση τους ακριβείς και ακριβούς νόμους τους να στήσεις δομές, που επιτρέπουν, προωθούν, αποτρέπουν ή γενικά εξυπηρετούν τυχόν σκοπούς που έχεις, αλλά δεν είναι η θέση τους να αποφανθούν για την επιλογή αυτών των στόχων, όπου τίθενται ζητήματα αξίας, ορθολογικότητας και κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης. Σε αντίθεση με την επιστήμη που αποφεύγει ζητήματα αξίας, οι ανθρωπιστικές σπουδές όχι μόνο ασχολούνται με αξίες, αλλά και σεμνύνονται για αυτό και σχεδόν πάντα προτείνουν αξίες ως βασικό λόγο ύπαρξής τους. Δεν είναι μόνο το μήνυμα ή η χρησιμότητα ενός έργου τέχνης που μετρά, αλλά και η ομορφιά του, η τόλμη του, η ειλικρίνειά του, η συγκίνηση ή η ευχαρίστηση που προκαλεί, η δικαιοσύνη ή η καλοσύνη που προβάλλει ή αγνοεί ή αμφισβητεί. Μολονότι, κατά κανόνα συμβολικό, οποιοδήποτε έργο τέχνης ή τεχνητό αντικείμενο δημιουργείται και ταξιδεύει αυθύπαρκτο στον κόσμο μας και ως φορέας αξίας για να συναντηθεί με τα άλλα δημιουργήματα ή πλάσματα του κόσμου μερικά από τα οποία αναζητούν, κρίνουν και επιδιώκουν αξίες.

Επίσης σε αντίθεση με τις επιστήμες, όπου με προεξάρχοντα τα μαθηματικά, στόχος είναι να εξαλείψουμε το υποκειμενικό στοιχείο του δημιουργού γιατί στοχεύουμε μόνο και μόνο στην αλήθεια ή στην εγκυρότητα της απόδειξης, στις ανθρωπιστικές επιστήμες περήφανα αποδεχόμαστε την προοπτικότητα του έργου και για τον δημιουργό και για αυτούς που το εξετάζουν. Ό,τι και αν αποδειχτεί για την πραγματική έκβαση των γεγονότων του Πελοποννησιακού Πολέμου, η συγγραφή του Θουκυδίδη δεν θα πάψει να έχει την αξία της που την κάνει κτήμα ες αεί. Μας ενδιαφέρουν όχι μόνο τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου αλλά και, αν όχι κυρίως, η ματιά του Θουκυδίδη πάνω σ’ αυτά τα γεγονότα.

Αυτή η προοπτικότητα / υποκειμενικότητα των ανθρωπιστικών σπουδών τις κάνει επίσης ερμηνευτικές. Στις ανθρωπιστικές σπουδές πάντα ξεκινάμε και καταλήγουμε στο (αντι) «κείμενο», που είναι κατά κανόνα συμβολική αναπαράσταση και αναγκαστικά κάνουμε ερμηνεία του. Τι αναπαρίσταται και για ποιο λόγο αναπαρίσταται έτσι και όχι διαφορετικά; Οι ερμηνείες με τη σειρά τους μπορούν να βασιστούν στο κείμενο ή στο αντικείμενο: αυτό είναι η πραγματικότητά μας και όχι η φύση.

Επίσης, ενώ δεν έχουν σχέσεις αναγωγικές μεταξύ τους οι ανθρωπιστικές σπουδές εμπλέκουν πάντοτε η μία τις άλλες δύο. Δεν υπάρχουν έργα ιστορικά ή φιλοσοφικά που δεν είναι ταυτόχρονα και «ποιητικά»19 έργα λόγου, και δεν υπάρχουν ποιητικά έργα που δεν παρουσιάζουν κάποια κοσμοθεωρία ή που δεν ανήκουν προφανώς σε ιστορική περίοδο και αποτελούν μέρος από την ιστορία έτσι ώστε μελετώντας τα να μάθεις για την εποχή τους.

Η τέχνη φυσικά μοιράζεται με τις υπόλοιπες ανθρωπιστικές σπουδές τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μοναδικότητας, της προοπτικότητας, της αξιολογίας, της ιστορικότητας, της ερμηνευτικότητας, καθώς επίσης τον κοινό στόχο της κατανόησης και, ειδικότερα, της αυτο-κατανόησης που ονομάζουμε «γνώθι σαυτόν» ή «αυτογνωσία». Αυτό όμως που κυρίως την συνδέει με την προσέγγιση στη συνείδηση, ξεχωριστά από όλες τις άλλες σπουδές, είναι η αμεσότητά της. Η σημασία αυτής της ιδιότητας φαίνεται ιδιαίτερα στα δύο ζητήματα που θέσαμε σε σχέση προς τη συνείδηση.

Σε ό, τι αφορά στην επικοινωνία συνειδήσεων, ο κάθε άνθρωπος, με την ιστορία που κουβαλάει μέσα του, είναι μια διήγηση, ένα κείμενο που μάλλον παραμένει κλειστό στην ολότητά του, ακόμη και όταν νομίζουμε ότι το ανοίξαμε εν μέρει. Από την άλλη μεριά, το κάθε βιβλίο, το κάθε έργο τέχνης, είναι η σύνοψη της ματιάς ενός ανθρώπου και αυτό είναι που προσπαθούμε να μοιραστούμε, γιατί αυτό είναι που αξίζει. Διαβάζουμε βιβλία (όπως και συνάπτουμε φιλίες και σχέσεις) για να δούμε τον κόσμο από άλλες οπτικές σκοπιές, δηλαδή, μέσα από άλλες συνειδήσεις. Ο David Lodge στο Consciousness and the Novel δηλώνει εμφατικά αυτήν την ιδέα: «[…] Η λογοτεχνία είναι καταγραφή της ανθρώπινης συνείδησης, η πλουσιότερη και πληρέστερη που έχουμε. Η λυρική ποίηση θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι η πιο επιτυχημένη προσπάθεια να περιγραφούν τα ποιόντα της εμπειρίας. Η νουβέλα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι η πιο επιτυχημένη προσπάθεια να περιγραφεί η εμπειρία των ανθρώπων καθώς κινούνται στον χώρο και στον χρόνο».20

Η δυνατότητα της τέχνης να επιτρέψει προσέγγιση συνειδήσεων είναι σημαντικό κλειδί για την κλινική ψυχολογία και την ψυχιατρική. Φυσικά και η παρατήρηση της συμπεριφοράς, οι εργαστηριακές εξετάσεις και οι νευροψυχολογικές αξιολογήσεις είναι σημαντικά στοιχεία για την ψυχοπαθολογική διάγνωση, ωστόσο απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχοθεραπεία είναι η επικοινωνία και μέρος της επικοινωνίας είναι η δυνατότητα να κατανοήσεις τα βιώματα του άλλου και να μπορείς να παρακολουθήσεις τις αλλαγές που παρουσιάζονται σ’ αυτά. Μολονότι είναι πιθανόν η ψυχασθένεια να είναι σε μεγάλο βαθμό συνέχεια της φυσιολογικής εμπειρίας, η κατανόηση του μη φυσιολογικού απαιτεί άλμα φαντασίας. Ο ανορεξικός δεν κάνει απλά πιο αυστηρή δίαιτα από ό,τι οι υπόλοιποι, ούτε ο φοβικός είναι απλά κάποιος που φοβάται περισσότερο από μας. Μας ενδιαφέρει να αποκτήσουμε όχι μόνο το νόημα ενός όρου, αλλά και την αναφορά, και τούτο δεν γίνεται εύκολα με συνθήκες κανονικές όταν τα αντικείμενα είναι προθετικά. Η τέχνη εδώ είναι σε θέση να βοηθήσει. Η περιγραφή της κατάθλιψης από μέσα από τον Στάϊρον, η περιγραφή του τραυματισμού από τον Όργουελ, μπορούν εύκολα να συγκριθούν με εμπειρίες ανθρώπων που έχουν υποστεί ανάλογα και είναι σε θέση να μας πληροφορήσουν για το αν τα νοήματα που παρέχονται στην τέχνη επαρκούν ως οδοί προς την αναφορά στο υποκειμενικό βίωμα.

Ο λόγος που η Τέχνη είναι σε θέση να προσφέρει αυτήν την όψη, είναι γιατί κινείται υποχρεωτικά στο διάστημα μεταξύ της πρωτογενούς και της δευτερογενούς συνείδησης. Χρησιμοποιεί τη (συμβολική) δευτερογενή για να ξεσηκώσει τη (βιωματική) πρωτογενή, που με τη σειρά της θα επηρεάσει τη δευτερογενή και πιθανώς (ελπίζουμε ότι) θα την μεταβάλει. Στην τέχνη, το κριτήριο της επιτυχίας δεν είναι η περιγραφή ή η εξήγηση ή ακόμη και η συμβατικά εννοούμενη αλήθεια, αλλά, υποχρεωτικά και τελικά, η συγκίνηση (ένταση) που λειτουργεί όπως το γέλιο για το αστείο. Αυτό εννοούμε με την έννοια της αμεσότητας. Ένα ερωτικό ποίημα του Καβάφη σε συγκινεί ερωτικά, ακόμη και αν είσαι ετεροφυλόφιλος τη στιγμή που η αντίστοιχη πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται, το πιθανότερο είναι ότι θα σε απωθούσε. Από την πιο υψηλή τέχνη του Κατά Ματθαίο Πάθους του Bach ως το ταπεινό γλαστράκι της αυλής ή ακόμη και ως το φτηνό πορνογράφημα, κριτήριο της επιτυχίας της τέχνης είναι η «συγκίνηση» που μπορεί να προκαλέσει, γεφυρώνοντας έτσι συνειδήσεις και μειώνοντας τις πολλαπλές (χρονικές, φυλετικές, ηλικιακές, κοινωνικές, θρησκευτικές, πολιτικές, πολιτιστικές) ηθικές αποστάσεις μεταξύ ανθρώπων.

1 Τα ευρήματα στη θεωρία της μάθησης γίνονται αποδεκτά από όλους, ακόμη και όταν αμφισβητείται η σπουδαιότητά τους, ενώ, για
παράδειγμα, πειράματα που στηρίζονται στην ψυχαναλυτική θεωρία, όπως τα πειράματα του F. Dixon πάνω στην υποκατόφλιο οπτι-
κή άμυνα, απαιτούν ιδιαίτερα προσεκτική στήριξη και τα πορίσματά τους δεν είναι καθολικά αποδεκτά.

2 Των Tolman, Seligman, Bandura, Rescorla, Kamin.

3 Με εξαίρεση την ψυχιατρική που, εξ αντικειμένου, θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της ψυχολογίας, γιατί συνορεύει περισσότερο με την κλινική ψυχολογία παρά με την υπόλοιπη ιατρική, αλλά σε οποιαδήποτε περίπτωση αναγνωρίζεται ως η λιγότερο ώριμη από τους ιατρικούς κλάδους, σε βαθμό που μια σημαντική σχολή της αρνείται να πάρει θεωρητική θέση, αλλά περιορίζεται, τουλάχιστον προσωρινά, να καταγράφει με επαγωγικό στατιστικό τρόπο συμπτώματα για διάγνωση.

4 Με εξαίρεση ίσως την ιστορία νοούμενη ως ανθρωπιστική σπουδή και όχι ως κοινωνική επιστήμη), οι υπόλοιπες επιστήμες του ανθρώπου ακολουθούν το Αριστοτελικό ότι η επιστήμη είναι μόνο του «καθόλου» και όχι του ατομικού. Η ψυχολογία φυσικά επιδιώκει γνώση του «καθόλου», αλλά θεωρεί το ατομικό ως σημαντικό συστατικό που απαιτεί ιδιαίτερη προσέγγιση. Τόσο οι ατομικές διαφορές όσο και οι θεωρίες προσωπικότητας προσπαθούν να εντάξουν το ατομικό σε επιστημονικό πλαίσιο.

5 Happe F. Autism: Cognitive deficit or Cognitive Style? Trends in Cognitive Sciences 1999, 3, 216-222.

6 Οι οποίες οδήγησαν σε Νόμπελ οικονομολογίας ψυχολόγους όπως τους Kahneman και Tversky.

7 Αλήθεια, πόσο θα μας ενδιέφερε η οικονομολογία χωρίς τη δυνατότητα της πρόβλεψης και τη δυνατότητα κάποιου ελέγχου;

8 Εδώ οι μαθηματικές επιστήμες διαχωρίζουν τη θέση τους, απαιτώντας απόδειξη αντί για εξήγηση, ενώ οι ανθρωπιστικές σπουδές επίσης διαχωρίζουν τη θέση τους αντικαθιστώντας την εξήγηση με την ερμηνευτική «κατανόηση» ως μέρος του γενικού «γνώθι σαυτόν» που επιδιώκουν.

9 Επειδή η αναγωγή είναι βασική για τη δεύτερη θέση που θα υποστηρίξω, την ορίζουμε εδώ ως εξής: Μια Θεωρία Θ2 (ή μια Επιστήμη Ε2) ανάγεται σε άλλη θεωρία Θ1 (ή Επιστήμη Ε1) αν και μόνο αν: Οι βασικοί όροι της Θ2 ορίζονται με βάση όρους της Θ1, και οι βασικές αρχές της Θ2 παράγονται λογικά από αλήθειες της Θ1.

10 Με τον όρο «αξία» εννοούμε τις διακρίσεις που εμπλέκονται σε εξήγηση συμπεριφοράς και κυμαίνονται από το απόλυτα φυσιοκρατικό ως το μη φυσιοκρατικό, δηλαδή τις διακρίσεις: ευχάριστο-δυσάρεστο, ωφέλιμο-βλαβερό, ωραίο-άσχημο, καλό-κακό, δίκαιο-άδικο.

11 Ωστόσο προσεκτικότερη ανάλυση των δραστηριοτήτων στις οποίες αναφέ- ρονται τα ρήματα δείχνουν ότι δεν πρόκειται για διχοτόμηση σε δύο είδη συνεί- δησης, αλλά για φάσμα συνειδητότητας, το οποίο δεν πρέπει να νοηθεί ως μονο- διάστατο αλλά τουλάχιστον δισδιάστατο.

12 Καμιά επιστημονική γνώση δεν θα μας πει ποτέ πώς βιώνει τον κόσμο μια νυχτερίδα.

13 Οι ίδιες συμπεριφορές που γίνονται με συνειδητότητα είναι λογικά δυνατές και για ζόμπι που στερούνται συνείδησης.

14 Η τωρινή επιστήμη αφήνει υποχρεωτικά αναπάντητο το «δύσκολο πρόβλη- μα» του πώς ακριβώς από νευρωνικές διαδικασίες προκύπτει υποκειμενικό βί- ωμα.

15 Για την αχρωματοψία της Μαίρης που μπορεί να γνωρίζει τα πάντα επιστημο- νικά για το χρώμα, ενώ δεν έχει δει ποτέ της χρώμα.

16 Σύμφωνα με τη λογική της εξήγησης, δεν μπορεί να προκύψει στο εξηγητέο όρος (όπως τα αναφερόμενα στο υποκειμενικό βίωμα) που δεν έχει εισαχθεί στο εξηγούν (απαιτούνται δηλαδή νόμοι γεφύρωσης που συνδέουν βιώματα με νευροβιολογικές διαδικασίες, οι οποίοι πρέπει φυσικά να στηριχθούν σε ανάλο- γους τέτοιους νόμους, πράγμα που οδηγεί σε επ’ άπειρον αναδρομή).

17 Στον Θανάση Πρωτόπαπα, από ό,τι γνωρίζω, πρέπει να αποδοθεί η επιτυχέ- στατη απόδοση ‘ποιόν-ποιόντα’ ως μετάφραση των «quale-qualia.

18 Βλ Καργόπουλος Φ. Η συνείδηση μεταξύ γνωσιοεπιστήμης και νευροεπιστή- μης, Νόησις 2009, 5, 1-8. επιχειρήματα

19 Με την ευρεία έννοια του όρου.

20 D. Lodge. Consciousness and the Novel Harvard U. P. Cambridge MA 2002, 10

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.