Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

David Allen,
Σταυρούλα Καμπουγιέρη,
Chantal Tanguy

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

Ψυχωτική λογική και ιδεολογική παραφροσύνη. Για την «Ψευδή συνείδηση»
Τιμώντας τον Joseph Gabel (1912-2004)

O David Allen είναι Ψυχαναλυτής, Maitre des Conférances

Η Σταυρούλα Καμπουγιέρη είναι Ψυχολόγος, Υποψήφια Διδάκτωρ Ψυχολογίας

H Chantal Tanguy είναι Δρ Ψυχολογίας και Συνεργάτις στο Τμήμα Ψυχοπαθολογίας Πανεπιστήμιο Rennes-2

Μετάφραση από τα γαλλικά Θανάσης Καράβατος

«Στις κλινικές εικόνες της σχιζοφρένειας, γράφει ο Gabel, η παρακμή της
διαλεκτικής της ολότητας [με ακραία της μορφή τη διάσπαση] και η πα-
ρακμή της διαλεκτικής του γίγνεσθαι [με ακραία της μορφή την κατατο-
νία] φαίνονται πως είναι αλληλένδετες». Η συνείδηση του θεάματος, αιχ-
μάλωτη εντός ενός επιπεδωμένου σύμπαντος, οριοθετημένη από την
οθόνη του θεάματος πίσω από την οποία έχει εκτοπίσει τη ζωή της, δεν
γνωρίζει πλέον παρά μόνο τους εικονικούς συνομιλητές που την συντη-
ρούν μονόπλευρα με το εμπόρευμά τους και την πολιτική του εμπορεύ-
ματός τους. Το θέαμα, σε όλη του την έκταση αποτελεί το «σημείο του
καθρέπτη» του. Εδώ σκηνοθετείται η ψευδής έξοδος ενός γενικευμένου
αυτισμού.
Guy Debord [1]


Έχω εργαστεί, αλλά μακράν του να προχωρήσω, έχω περισσότερο μπερ-
δευτεί. Δεν στάθηκε δυνατό, όσο κι αν προσπάθησα, να ξεχωρίσω, από τη
φύση της μόνο, μια τρελή από μια λογική ιδέα. Αναζήτησα την πιο τρελή
ιδέα στο Charanton, στη Bicêtre και τη Salpêtrière κι όταν τη συνέκρινα
με αρκετές από αυτές που κυκλοφορούν στον κόσμο, ξαφνιάστηκα και
ντράπηκα μη βρίσκοντας διαφορά.1
F. Leuret [2]

Περίληψη: Το άρθρο βασίζεται στο πρόβλημα που είχε θέσει το 1834 ο φρενολόγος Francois Leuret που δεν κατόρθωνε «να ξεχωρίσει από τη φύση της μόνο μια τρελή από μια λογική ιδέα». Παρουσιάζουμε τον ψυχίατρο και κοινωνιολόγο Joseph Gabel και συσχετίζουμε την πείρα του στην ολοκληρωτική παραφροσύνη, τη θέση του ως μαθητή του Minkowski, τη χρησιμοποίηση της έννοιας «νοσηρός ορθολογισμός» και την απάντησή του στο πρόβλημα που έθετε ο Leuret – δηλαδή τη διαλεκτική ενότητα της ασυλικής ψύχωσης και της ιδεολογικής παραφροσύνης.

Λέξεις κλειδιά: Ψύχωση, Ψευδής Συνείδηση, Αλλοτρίωση, Σταλινισμός.

Ο Joseph Gabel [3], γόνος εβραϊκής οικογένειας, γεννημένος το 1912 στη Βουδαπέστη της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας, είναι o συγγραφέας ενός πολύ σημαντικού σύνθετου έργου που ξεχώρισε για τη συνοχή και την πυκνότητά του. Ο Gabel ήταν πολύγλωσσος, με άμεση πρόσβαση σε όλες τις δημοσιεύσεις που κυκλοφορούσαν στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ενσάρκωνε έτσι την ιδεώδη μορφή ενός αδέσμευτου διανοούμενου, όπως τον είχε ορίσει ο συμπατριώτης του Karl Meinheim. Το βιβλίο του, Η ψευδής συνείδηση, είναι από τα πιο κατασταλαγμένα, μα δύσκολα προσβάσιμο σε κάποιον που δεν γνωρίζει κατ’ ανάγκη την κεντροευρωπαϊκή κουλτούρα και δεν διαθέτει μια αρκετά ευρεία ψυχοπαθολογική γνώση όσο ο Gabel.

Πρόκειται για τη διδακτορική του διατριβή, την οποία υποστήριξε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, στη Σχολή «Γραμμάτων και ανθρωπιστικών επιστημών». Η προτελευταία σελίδα της φέρει την ακόλουθη μνεία: «Θεωρήθηκε την 30η Σεπτεμβρίου 1959, ο Κοσμήτορας της Σχολής André Aymard». Στην ίδια σελίδα, πιο κάτω, διαβάζουμε: «Θεωρήθηκε. Τυπωθήτω. Ο Πρύτανης της Ακαδημίας του Παρισιού, Jean Sarrailh» 1ο τρίμηνο του 1962, αριθ. 6726. Ο τίτλος της πρώτης έκδοσης είναι Πραγμοποίηση και το εξώφυλλο είναι όπως σε όλες τις πανεπιστημιακές διατριβές, αριστερά όμως στη πρώτη σελίδα γράφει: « © 1962, Les éditions de Minuit ».

Ο Gabel, που είχε στο μεταξύ τελειώσει την ειδίκευσή του στην ψυχιατρική και κατείχε μια θέση ερευνητή στο CNRS, θα είχε προφανώς δεχτεί κάποια βοήθεια για την έκδοση της διατριβής του. «Όπως και άλλες διατριβές, δεν θα μπορούσε –γράφει ο Gabel– να ολοκληρωθεί [ούτε βέβαια να ξεκινήσει] χωρίς τη βοήθεια του CNRS» [4]. Πέραν όλων αυτών, μια επόμενη έκδοση είδε πολύ γρήγορα το φως της δημοσιότητας στην πολύτιμη σειρά «Επιχειρήματα» (« Arguments »), που διηύθυνε ο Κώστας Αξελός,2 στις εκδόσεις Minuit, όπου θα συνυπάρξει με τον G. Lucacs [Ιστορία και ταξική συνείδηση], τον Clausewitz [Περί πολέμου], τον Bataille [Ο ερωτισμός], τον Marcuse [Ο μονοδιάστατος άνθρωπος], χωρίς να παραλείψουμε τον Novalis, τον Hegel, τον Jakobson, τον Korasch, τον Wittfogel, τον Lefebvre, τον Deleuze, κ.ά.

Στη σελίδα των αφιερώσεων της πανεπιστημιακής διατριβής διαβάζουμε: «Στη μνήμη της μητέρας μου, Στον πάτερα μου». Στην εμπορική έκδοση [Επιχειρήματα/Minuit, 1969] θα βρούμε μια σπάνια ένδειξη η οποία θα ερμήνευε ενδεχομένως την υποκειμενική και υική εμπλοκή του Gabel στο έργο που θα τον απασχολήσει σε όλη του τη ζωή: «Στη μνήμη της μητέρας μου που χάθηκε στο Άουσβιτς το 1945 και του πατέρα μου που πέθανε απαρηγόρητος στη Νέα Υόρκη το 1968, αφιερώνω τούτο το έργο μου που έγραψα εναντίον όλων των φανατισμών».

Με άλλα λόγια, η ιδεολογική παραφροσύνη δεν ήταν τόσο ένα αόριστο φιλοσοφικό ή ακαδημαϊκό πρόβλημα όσο μια ψυχική πραγματικότητα, εγγεγραμμένη βαθειά στο ίδιο το ανθρώπινο ον, μια πραγματικότητα την οποία ο Gabel επέλεξε να μελετήσει επιστημονικά – ομαδοποιώντας πολλούς τύπους ολοκληρωτικών φαινομένων για να κατασκευάσει το κοινό έδαφος, όπου συνένωσε αποτελεσματικά την ψυχωτική λογική με τις ιδεολογικές διαστρεβλώσεις. Ως ούγγρος εβραίος και αντισταλινικός μαρξιστής, ο Gabel βρέθηκε στο περιθώριο ενός περιθωρίου, στο μέτρο που αντιτάχθηκε στους σταλινικούς οι οποίοι είχαν ήδη εγκαταστήσει τα δίκτυά τους τόσο στο Πανεπιστήμιο όσο και στο Νοσοκομείο. Πράγματι, ποιος σταλινικός θα μπορούσε να υποστηρίξει την υποψηφιότητα ενός ψυχιάτρου και κοινωνιολόγου που εργαζόταν πάνω στον σταλινισμό ως ιδεώδες πρότυπο της ψευδούς συνείδησης; Ο Gabel δεν μπορούσε βέβαια ούτε καν να παρουσιαστεί ως συνοδοιπόρος του Sartre [5], καθώς αυτός τον είχε δημοσίως προσβάλλει.3 Είναι δύσκολο σήμερα να προσμετρηθεί η θεσμική επιρροή των σαρτρικών και των σταλινικών [6], που είχαν υπό τον έλεγχό τους τόσο πανεπιστημιακά τμήματα όσο και νοσοκομειακές κλινικές, στη Γαλλία μεταξύ 1949 και 1981.

Σύμφωνα με τον Gabel, η ψυχιατρική του καριέρα διακόπηκε επειδή ήταν ούγγρος πολίτης. Δεν είχε ούτε καν το δικαίωμα να εξεταστεί ως υποψήφιος για την κατάληψη μιας θέσης. Γι’ αυτό και άφηνε να εννοηθεί πως πολιτικοί του αντίπαλοι είχαν μπλοκάρει την ψυχιατρική του σταδιοδρομία. Είναι πιθανόν ακόμα και ο εντυπωσιακός αριθμός των δημοσιεύσεων, που είχε στο ενεργητικό του στα χρόνια του ’50, να έπαιξε ρόλο εναντίον του, πολύ περισσότερο που δεν διέθετε τη γλοιώδη διπλωματία που είχαν οι συνήθεις αριβίστες. Ακόμα και τη διατριβή του αρνήθηκαν να την βαθμολογήσουν ως «λίαν αξιέπαινη με τα συγχαρητήρια των κριτών». Είναι προφανές πως τούτο οφειλόταν στην ιδέα και μόνο ότι μια ψυχοπαθολογική ανάλυση των ιδεολογικών φαινομένων φάνταζε επικίνδυνη και απαράδεκτη για τους κριτές της Σορβόννης.4 Παρά την αμφιθυμία του πανεπιστημιακού ιδρύματος, ο Gabel επεξηγούσε πως είναι «σήμερα ευκολότερο ή, αν θέλετε, λιγότερο ριψοκίνδυνο, να υποστηρίξεις μια μαρξιστική διατριβή στη Σορβόννη παρά στη Μόσχα, για να μη μιλήσουμε για το Πεκίνο» [22, VII].

Είναι πανεπιστημιακή παράδοση να ευχαριστεί κανείς τα μέλη της κριτικής επιτροπής για την τιμή που του έκαναν να παραβρεθούν στη συνεδρίαση κ.λπ. Έτσι και ο Gabel εξέφρασε στην πανεπιστημιακή έκδοση της Πραγμοποίησης «την ολόθερμη ευγνωμοσύνη του» προς τον Minkowski, κύριο επιβλέποντα της διατριβής του, όπως και προς τον «Καθηγητή της Σορβόννης» Daniel Lagache. Στην ίδια φράση ο συγγραφέας ευχαριστούσε και τον Igor Caruso [7] «για την ευμενή υποδοχή που επεφύλαξε στις θεωρητικές του αντιλήψεις μετέχοντας στον βιενέζικο κύκλο της ψυχολογίας του βάθους τον οποίο διηύθυνε. Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ ότι ο Minkowski δεν κατείχε ποτέ οποιαδήποτε θέση στο γαλλικό πανεπιστήμιο. Περιθωριακός εβραίος κι αυτός δεν είχε παρά μια μικρή μόνο επιρροή στους θεσμούς, έτσι εξηγείται και η συμμετοχή του Lagache, ο οποίος έχοντας τον τίτλο του καθηγητή, μπορούσε να αναλάβει μια διατριβή. Να σημειώσουμε επίσης ότι οι θεματικές που διερευνούσε ο Lagache δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τις εργασίες του Gabel και νομίζουμε πως βρέθηκε στη διατριβή μόνο και μόνο για να υπογράψει τα επίσημα πρακτικά. Τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής δεν κατονομάζονται. Εντούτοις δεν διαπιστώσαμε ποτέ την παραμικρή πικρία στον Gabel που έλεγε: «Η Γαλλία μπορεί να μην είναι καθαρή, ποτέ όμως δεν είναι συστηματικά απεχθής». Χωρίς το «λίαν καλώς» βρήκε μια θέση στο Ραμπά του Μαρόκου, όπου φαίνεται να αντικατέστησε τον Georges Lapassade. Η διατριβή του όμως, στην οποία ο Αξελός άλλαξε τον τίτλο και έγινε Η ψευδής συνείδηση – Δοκίμιο πάνω στην πραγμοποίηση, θα γνωρίσει τέσσερες εκδόσεις στον ίδιο εκδοτικό οίκο και πολλές μεταφράσεις σε ΗΠΑ, Γερμανία και αλλού.

Πολύγλωσσος και ικανός χειριστής του λόγου, θεωρούσε τον εαυτό του ως αντισταλινικό μαρξιστή πολύ πριν το 1939. Υπ’ αυτήν την έννοια συγγενεύει με τον Orwell. πρέπει να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε το κεφάλαιο Althusser & Orwell: «Ο κοινός παρανομαστής [ανάμεσα στους δύο] είναι η κεντρική θέση που κατέχει και στους δύο το πρόβλημα του ιστορικισμού. Ο Althusser διατείνεται ότι έχει κατασκευάσει έναν αντιιστορικιστικό και αντι-ουμανιστιστικό μαρξισμό, ενώ ο Orwell θεωρώ πως είναι ένας από τους μεγάλους σύγχρονους αντιπροσώπους του ουμανιστικού ιστορικισμού. Ο Althusser είναι ο αντι-Orwell». [8, 72], Μιλούσε άλλωστε για οργουελοποίηση του κόσμου πολύ πριν την υπόθεση Snowden.5 Ο Gabel υποστήριζε επίσης πως η φιλοσοφία του Althusser ήταν οργανωμένη σαν ένα ψυχωτικό παραλήρημα. ερμήνευε μάλιστα τον αντι-ιστορικισμό του σαν διαταραχή της χρονικότητας που ανιχνεύεται σε ασυλικές ψυχώσεις. Ακόμα και εδώ παραμένει απόλυτα πιστός στον Minkowski [βλ 9].

Ένα τελευταίο σημείο θα κάνει πιο σύνθετη την παρουσίασή μας: Ο Gabel υπήρξε κατ’ αρχάς ψυχίατρος πριν στραφεί στην κοινωνιολογία της γνώσης. Αυτό το «κατ’ αρχάς» χρήζει διευκρίνησης: Μπορεί να σημαίνει «κατ’ αρχάς και πάνω απ’ όλα», διότι η ψύχωση θα του παράσχει το τυπικό μοντέλο της ψευδούς συνείδησης. Αλλά δεν ξεχνούμε επίσης ότι ως ψυχίατρος – και κατά συνέπεια ως θεωρητικός της ιδεολογικής αλλοτρίωσης – θα παραμείνει πιστός στον διευθυντή της διατριβής του, τον Eugène Minkowski. Τον Minkowski ως ουσιώδη μορφή της φαινομενολογικής ψυχιατρικής, πραγματικό εμπνευστή της έννοιας της δομής στην ψυχοπαθολογία και έναν από τους μεγαλύτερους ψυχιάτρους της γενιάς του, σύμφωνα με τον R. D Laing και τον G. Lanteri-Laura. Επιπρόσθετα υπήρξε και παράνομος πρόεδρος του OSE [OEuvre de secours aux enfants Δράση για τη Σωτηρία των παιδιών], που διέσωσε από τον αφανισμό πολλά εβραιόπουλα στη διάρκεια του Β΄ παγκόσμιου πολέμου.

*

Ο Gabel, επειδή ήταν Εβραίος και η εφαρμογή του numerous clauses (κλειστού αριθμού) του απαγόρευε να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, ήρθε στο Παρίσι «να κάνει ιατρική». Ο Minkowski είχε υπηρετήσει στον γαλλικό στρατό γύρω στα 1915 και είχε υποστηρίξει την 3η του διατριβή το 1926. Και οι δυο τους κρύφτηκαν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής: ο Minkowski στο νοσοκομείο Sainte-Anne και ο Gabel στην Τουλούζη και την Ισπανία. Είχαν κοινή την εμπειρία του ολοκληρωτισμού και παράλληλα το πάθος τους για την ψυχωτική λογική. Ο πρώτος θα παραμείνει στο πεδίο της ψυχοπαθολογίας και της φαινομενολογίας, ο δεύτερος – ο μαθητής Gabel – θα συνδυάσει τις δύο θεματικές – ψυχωτική λογική και ολοκληρωτική λογική – επεξεργαζόμενος ένα από τα πιο σημαντικά έργα του 20ου αιώνα. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η επίδραση του Minkowski στον Gabel:
Ο νοσηρός ορθολογισμός

Η κατεύθυνση την οποία υιοθέτησε ο Minkowski εμφανίζεται ήδη από το 1923 σε μια μελέτη που συνέταξε σε συνεργασία με τον Rogues de Fursac [10]. Για τους δύο συγγραφείς, η αυτιστική συμπεριφορά προσδιορίζει «τη γενική στάση του ατόμου έναντι του περιβάλλοντος». Με άλλα λόγια, η αυτιστική σκέψη που δεν προσαρμόζεται στον κόσμο αντιπαρατίθεται στη ρεαλιστική σκέψη. Ο Minkowski προσθέτει: «πρόκειται για αλλοίωση της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα που είναι το ουσιώδες στοιχείο της σχιζοφρένειας». Ο Minkowski και ο Fursac προσανατολίζονται έτσι προς την κατεύθυνση που υπενθυμίζει την έννοια του Kierkegaard [11] για μια επιτυχή ή όχι σχέση του εαυτού με τον εαυτό του που ονόμασαν «αίσθημα αρμονίας με τη ζωή»: «Δεν αναζητούμε να είμαστε σε συμφωνία με τη λογική, αλλά αποκλειστικά να είμαστε σε συμφωνία με εμάς τους ίδιους, να βρεθούμε σε αρμονία με τη ζωή».

Αντίθετα, για τον Minkowski, η σχιζοφρενική κατάσταση προκύπτει από μια υπέρμετρη απόπειρα ορθολογικοποίησης της ζωής. Αναφέρει προς τούτο την περίπτωση ενός εκπαιδευτικού που επιχείρησε να καταστρώσει λογικά συστήματα τα οποία θα του επέτρεπαν να διαχειριστεί την επαγγελματική του ζωή. Δοκίμασε έτσι πολλά τέτοια συστήματα, βασιζόμενος διαδοχικά στην αρχή της απόλυτης συγκατάβασης [«δοκιμάζει να απευθυνθεί στη λογική τους και υποφέρει να τους βλέπει [τους μαθητές] να χαμογελούν και να μη καταλαβαίνουν», κατόπιν στην αυστηρότητα [ένα είδος στρατιωτικής μεθόδου] και, τέλος στη φιλελεύθερη αρχή της ηρεμίας.

Για τον Minkowski, μια τέτοια συμπεριφορά κάνει ανάγλυφα δύο χαρακτηριστικά που φωτίζουν την έννοια της σχιζοφρένειας. Το πρώτο, η αντιθετική στάση συνίσταται στη θέαση της ζωής με όρους ορθολογικής αντίθεσης [ναι ή όχι, καλό η κακό, επιτρεπτό ή απαγορευμένο, ωφέλιμο ή ενοχλητικό] που προκύπτει «από έλλειμμα του ανορθολογικού αισθήματος αρμονίας με τον εαυτό και τη ζωή» [10, 225]. Εδώ δεν υπάρχει αμφιθυμία, αλλά κίνηση του ψυχισμού προς παγιωμένα συστήματα που έχουν χτιστεί πάνω στα ερείπια της διαλεκτικής. Γι’ αυτό, «το άτομο διαχειρίζεται τη ζωή του αποκλειστικά και μόνο με ιδέες και γίνεται έτσι δογματικός καθ’ υπερβολή [10, 211]. Το δεύτερο, ο ενεργητικός εγωκεντρισμός επιβάλλει «το εγώ και όχι το περιβάλλον» ως «σημείο προσήλωσης» κι έτσι «γίνεται αποκλειστικά το πεδίο δράσης» του σχιζοφρενούς.

Ξαναπιάνοντας αυτό το περιστατικό το 1927 [12, 116], ο Minkowski θα προσθέσει: «Οι συναισθηματικοί παράγοντες και περισσότερο από αυτούς η βιωμένη διάρκεια, μοιάζουν να έχουν χαθεί […]. Γι’ αυτό [ο εκπαιδευτικός] βρίσκεται διαρκώς σε ανακολουθία με τη ζωή». Κι έτσι ο Minkowski θα θέσει τέρμα στην ιδέα της ψύχωσης που γίνεται αντιληπτή ως νοητικό έλλειμμα. η θεωρητικοποίηση του νοσηρού ορθολογισμού εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου του Jaspers, μακράν της έννοιας της νόσου. Θα φαινόταν όμως ότι η καταγωγή αυτής της φαινομενολογικο-ψυχιατρικής έννοιας θα λησμονούνταν τάχιστα: «Ποιος γνωρίζει ακόμα ότι οφείλουμε την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό του νοσηρού ορθολογισμού στον δάσκαλό μας E. Minkowski [13, 86].

Με την έννοια του νοσηρού γεωμετρισμού, ο Minkowski θα κάνει το επόμενο βήμα προς μια ανεξάρτητη αντίληψη: αν ο νοσηρός ορθολογισμός εκδηλώνεται με την υιοθέτηση άκαμπτων συστημάτων, ο νοσηρός γεωμετρισμός ξεχωρίζει με την επικράτηση παραγόντων χωρικής, ποσοτικής και μαθηματικής τάξης. Ο Minkowski εικονογράφησε την έννοια αυτή με την περίπτωση ενός ασθενούς του οποίου η προσοχή ήταν «πλήρως απορροφημένη από ένα σχέδιο επέκτασης του Gare de l’Est [ανατολικού σιδηροδρομικού σταθμού]» [12]. Εδώ δεν πρόκειται για παραλήρημα με την αυστηρή έννοια, αλλά για παραληρητική επένδυση ενός αντικειμένου, όπως έλεγε ο Henri Faure [14].

Πράγματι, ο Minkowski επιβεβαίωνε τις ήδη εκπεφρασμένες στη διατριβή του ιδέες που κατέληγαν στην ακόλουθη παρατήρηση: «Σε ορισμένες περιπτώσεις σχιζοφρένειας, η αποτυχία των δυναμικών παραγόντων συνοδεύεται από μια αληθή υπερτροφία των ορθολογικών και χωρικών παραγόντων της σκέψης. Με τη σειρά της, αυτή η υπερτροφία κατευθύνει πλήρως τη συμπεριφορά των ασθενών, παράγοντας ιδιαίτερες κλινικές εικόνες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, φαίνεται δικαιολογημένη η αναφορά σε νοσηρό ορθολογισμό και γεωμετρισμό» [15, 76]. Ο νοσηρός ορθολογισμός επιφέρει λοιπόν την πραγμοποίηση της αξιολογικής και συμβολικής σφαίρας. Η ψυχοπαθολογική αυτή κατάσταση, αποτέλεσμα μια ψυχωτικής δομής, μπορεί να δημιουργήσει μια λογική ταυτότητας (Α = Α) [7], καθώς και μια αυθαίρετη επαγωγή [16]. Ο Gabel θα αντλήσει από όλα αυτά μια σειρά αξιωμάτων που θα παρουσιάσουμε εδώ, επεξηγώντας τις έννοιες που χρησιμοποίησε.

Ο νοσηρός ορθολογισμός σύμφωνα με τον Gabel

Ο νοσηρός ορθολογισμός προϋποθέτει τη διακοπή της [ψυχολογικής και κοινωνικής] επικοινωνίας μεταξύ του υποκειμένου και του κόσμου ή ενός δεδομένου περιβάλλοντος [μια βραδιά με φίλους, το ταχυδρομείο κ.λπ.]. Το ψυχωτικό υποκείμενο αναζητά μέσα του μια λογική, να φέρει σε πέρας κάτι, ένα σύστημα. Ένα σύστημα που υπέχει αξία βεβαιότητας – κάθε κριτική που του αντιτίθεται είναι επικίνδυνη ή τουλάχιστον ανεπίτρεπτη κι έτσι οι άνθρωποι γίνονται αντιληπτοί κατά τρόπο λογικό, μαθηματικό, ποσοτικοποιημένο.

Η ποσοτικοποίηση καταστρέφει, δια μέσου του αντιδιαλεκτικού και ανιστορικού της τρόπου, την ίδια την ιδέα του «υποκειμένου». Ο χωρικός υπερπροσδιορισμός προϋποθέτει την ακύρωση ή ακόμα και την καταστροφή [ή την απαγόρευση!] μιας ιστορικής συνείδησης ή και την καταδίκη μιας κίνησης προς την ιστορική συνείδηση. Η καταστροφή της ιστορικής συνείδησης διευκολύνει την επανεγγραφή του παρελθόντος σε σχέση με τις [ιδεολογικές] ανάγκες του παρόντος. Η καταστροφή της διαλεκτικής ικανότητας επικαλείται ή παρασύρει σε μια ταυτοτική λογική, με ακραία της μορφή το σχήμα «4 = 4, κίτρινο = κίτρινο, ηλίθιος = ηλίθιος, κατά συνέπεια είναι ηλίθιο να πεις ότι κάτι είναι ηλίθιο» [7, 16]. Η ταυτοτική λογική επιφέρει μια αυθαίρετη επαγωγή που, κατά τον Gabel, συγκροτεί ένα πεδίο κοινό στους ψυχωτικούς και ιδεολογικούς χώρους. Έτσι, το επιστημολογικό πεδίο της ψευδούς συνείδησης συγκροτείται από το σύνολο των εκλογικεύσεων που βρίσκουμε εξ ίσου στους ψυχωτικούς και τους ιδεολόγους. Η ψύχωση δεν εμποδίζει σε τίποτε να αναλάβει κάποιος μια ιδεολογική θέση – αντίθετα μάλιστα… «Η διαβολική αιτιότητα» [Gabel] είναι ένα καλό παράδειγμα ψευδούς συνείδησης: το παρατηρούμε στη Γαλλία μεταξύ εκείνων που δίνουν την εξήγηση πως τα προβλήματα της Γαλλίας οφείλονται στους άνεργους. Οι άνεργοι θεωρούνται αιτία και όχι αποτέλεσμα κάποιων συνειδητών οικονομικών επιλογών. Η αναστροφή της αιτιότητας αποτελεί στον Gabel σταθερή προβληματική.

Για την ψευδή συνείδηση [23]

Η ψευδής συνείδηση εκδηλώνεται μέσα από την πράξη της. Η μάχη του Ντιεμ Μπιέμ Φου6 αποτελεί ένα λαμπρό τέτοιο παράδειγμα που εκδηλώνεται σε πολλά επίπεδα, δηλαδή:

• Οι γάλλοι στρατιωτικοί δεν εύχονταν την ήττα στο ρεύμα αδιαφορίας του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

• Η αποικιακή ιδεολογία, που συνίστατο στη θεώρηση μιας πραγματικής κατάστασης ως κατάσταση δικαίου, είχε παράγει ένα είδος τύφλωσης, ένα σκότωμα στο οπτικό πεδίο της πραγματικότητας – κάποιος υπεύθυνος του γαλλικού πυροβολικού δήλωνε πως το πυροβολικό των Βιετμίνχ ήταν της πλάκας. Αργότερα αυτοκτόνησε.

• Ούτε ο στρατηγός Γκιαπ ούτε ο Χο Τσι Μίνχ δεν είχαν τελειώσει τη Σχολή Saint-Cyr7 – ο Γκιαπ είχε μάλλον κάποιο γαλλικό δίπλωμα ιστορίας και γεωγραφίας.

• Οι Βιετμίνχ είχαν χρησιμοποιήσει ποδήλατα Πεζώ, ενισχυμένα με κλαδιά μπαμπού, για τη μεταφορά ρυζιού και οπλισμού κατά μήκος του δρόμου που πήρε το όνομα του Χο Τσι Μινχ. Οι απόφοιτοι του Saint-Cyr γάλλοι αξιωματικοί περιφρονούσαν τους ασπούδαχτους σε Στρατιωτικές Σχολές βιετναμέζους συναδέλφους τους. Η περιφρόνηση της κάστας αποτελεί μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει η ψευδής συνείδηση. Η ψύχωση παράγει παραληρήματα, η νεύρωση προκαταλήψεις. Και στις δύο περιπτώσεις η πραγμοποίηση της συνείδησης [η περιφρόνηση του εχθρού] παράγει καταστροφικές συνέπειες σε στρατιωτικό περιβάλλον και όχι μόνο [24].

Η ψευδής συνείδηση εκδηλώνεται επίσης όταν διαστρέφει το σημαίνον και το σημαινόμενο, π.χ. το ρήμα «εκσυγχρονίζω» σημαίνει «απολύω». Όπως συνέβη με τους πρώτους φωτογράφους, η ψευδής συνείδηση παρουσιάζει τον κόσμο ανάποδα. «Και, βέβαια, σε κάθε ιδεολογία οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους μας φαίνονται με το κεφάλι προς τα κάτω, όπως στον σκοτεινό θάλαμο» [17].

Όταν το αύριο ισούται με το χθες

Ένα καλό παράδειγμα ψευδούς συνείδησης αποτελεί η έννοια «έλεγχος και χρονικό πάγωμα» που είχε προταθεί από τον Owen Lattimore [αναφέρεται από τον Gabel] σχετικά με τη λογική του γερουσιαστή McCarthy, ο οποίος διαμόρφωνε μια καταδίκη στο παρόν για μια υποθετική πράξη κατά το παρελθόν, μέσα από έναν μηχανισμό χρονικής σύγχυσης.

Ο Owen Lattimore, παλιός συνεργάτης του Προέδρου Ρούζβελτ, ήταν ειδικός στα θέματα της Άπω Ανατολής όπου είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του. Μιλούσε κινεζικά καθώς και μογγολικά. «Αποσπασμένος σαν σύμβουλος του Τσανγκ Κάι Σεκ […] δεν θα αργήσει να διαγνώσει τη βαθιά διαφθορά του πολιτικού οικοδομήματος της Κίνας του Κούο Μιν-Τανγκ8 […]. Ο McCarthy δεν δίστασε στιγμή να χαρακτηρίσει τον Lattimore […] ως τον κυριότερο πράκτορα της σοβιετικής κατασκοπίας στις ΗΠΑ […]. Ο Lattimore υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών […] Δεν υπέστη διώξεις, παρέμεινε όμως ύποπτος» [18, 207]. Ιδού η μακαρθική λογική: πριν την κινεζική επανάσταση, ο Lattimore βρισκόταν σε επαφή με τις κινεζικές αρχές. Κατόπιν η Κίνα έγινε κομμουνιστική. Η Σοβιετική Ένωση είναι κομμουνιστική, επομένως… ο Lattimore είναι κομμουνιστής πράκτορας! Η αν-ιστορική λογική – η διαχείριση του χρόνου ως να είναι ένας παγιωμένος χώρος – επιτρέπει όλες τις ισοδυναμίες, όλες τις φανταστικές ψευδείς ταυτοποιήσεις. Η αυθαίρετη επαγωγή είναι πράγματι ένα σημείο συγχώνευσης της ψυχωτικής λογικής με την ιδεολογική παραφροσύνη.

Στον σταλινισμό, ο Gabel εντοπίζει αυτό που θα ονομάσει ιδεολογική διαστροφή [συνώνυμο κατ’ αυτόν της ψευδούς συνείδησης], πολλαπλασιάζοντας τα παραδείγματα ψευδών εξισώσεων [ταυτοτική λογική], για παράδειγμα το γεγονός ότι το σταλινικό κράτος εξισώνει τα ψεύτικα διαβατήρια με τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα. Εδώ η ψευδής συνείδηση αντιστοιχεί στην άρνηση [ιδεολογικά αιτιολογημένη] να αναγνωρίσει τη διαφορά στην προθετικότητα εκείνου που χρησιμοποιεί ψεύτικά χαρτιά για να ξεφύγει από μια κατάσταση που κρίνει ανυπόφορη και εκείνου που κατασκευάζει ψεύτικα χαρτονομίσματα για να απολαύσει μια δεδομένη κατάσταση. Μερικές φορές η ψευδής συνείδηση περιορίζει τις αντιθέσεις στο ταυτόσημο ή και το αντίθετο.

Ψευδής συνείδηση και ιδεολογία

Η έννοια της ψευδούς συνείδησης διαθέτει τρεις πηγές: τον Lukás και τη θεωρία του περί πραγμοποίησης στο Ιστορία και ταξική συνείδηση, τον Manheim και την αντίληψή του για την ιδεολογία όπως την εξέφρασε στο Ιδεολογία και ουτοπία, καθώς και τις εργασίες του Minkowski. Σχηματικά: Η ψευδής συνείδηση βρίσκεται στη βάση της ιδεολογίας, οριζόμενη ως μία των ιδιοτελών σκέψεων, άρα εξ αυτού διαστρεβλωμένη. Η ιδεολογία είναι η θεωρητική κρυστάλλωση μιας μορφής ψευδούς συνείδησης. Η ψευδής συνείδηση αποτελεί συνέπεια της πραγμοποίησης που τείνει να απαλείψει τα όρια μεταξύ Φύσης και Κουλτούρας, επιβάλλοντας μια τύφλωση απέναντι στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.

Η ιδεολογία και η ψευδής συνείδηση που εκκρίνει είναι αν-ιστορική και αντι-ιστορικιστική [19]. «Η ιστορία της φύσης, οι αποκαλούμενες φυσικές επιστήμες, δεν μας απασχολεί εδώ. Οφείλουμε όμως να μας απασχολήσει η ιστορία των ανθρώπων καθώς σχεδόν όλη η ιδεολογία ανάγεται είτε σε μια εσφαλμένη αντίληψη αυτής της ιστορίας είτε σε μια πλήρη αφαίρεση αυτής της ιστορίας», γράφει ο νεαρός Marx σε μια μεγαλοφυή σύνοψη που προβλέπει όσα θα αναπτύξει στον καιρό του ο Orwell.

Το πρόβλημα της ψευδούς συνείδησης συνδέεται στενά με την αλλοτρίωση, κοινωνική ή ατομική [κλινική]. Ο νοσηρός ορθολογισμός και γεωμετρισμός μπορούν να ερμηνευτούν με μαρξιστικούς όρους ως εκδήλωση μιας πραγμοποιημένης συνείδησης, έτσι ώστε η μαρξιστική έννοια της αλλοτρίωσης συναντά τον ψυχιατρικό της ορισμό. Η ψευδής συνείδηση δεν θεμελιώνεται πάνω σε έναν απλό αναλογικό συλλογισμό, αλλά καθώς ανακύπτουν παράλληλες διαδικασίες αποδιαλεκτικοποίησης, διαφορετικής φυσικά προέλευσης, αλλά που καταλήγουν σε παρόμοιες λογικές δομές.

Ένας από τους πρώτους διανοούμενους που συνέλαβαν την πραγματική σημασία των εργασιών του Gabel είναι ο Guy Ernest Debord: «Ο παραλληλισμός μεταξύ ιδεολογίας και σχιζοφρένειας που πρότεινε ο Gabel στο βιβλίο του πρέπει να τοποθετηθεί στην οικονομική διαδικασία υλοποίησης της ιδεολογίας. Αυτό που ήταν κιόλας η ιδεολογία έγινε η κοινωνία. Απομάκρυνση της πράξης και αντιδιαλεκτική ψευδής συνείδηση που την συνοδεύει, να τι επιβάλλεται κάθε ώρα της καθημερινότητας που υποτάσσεται στο θέαμα. Κι ότι πρέπει να γίνει κατανοητή ως συστηματική οργάνωση της “αποτυχίας της ικανότητας για συνάντηση” και ως η αντικατάστασή της μέσα από ένα ψευδαισθητικό κοινωνικό γεγονός. Η ψευδής συνείδηση της συνάντησης, “η παραίσθηση της συνάντησης”. Σε μια κοινωνία όπου κανείς δεν αναγνωρίζεται από τους άλλους, το κάθε άτομο γίνεται ανίκανο να αναγνωρίσει τη δική του πραγματικότητα. Η ιδεολογία βρίσκεται σα στο «σπίτι» της, ο διαχωρισμός έχτισε τον κόσμο του» [1Διατριβή, 217, 168].

Οι ψυχοπαθολογικές έννοιες που χρησιμοποίησε ο Joseph Gabel

Η ομάδα των ψυχώσεων

Το ενδιαφέρον του Gabel εστιάστηκε περισσότερο στο θέμα των οργανωμένων παραληρημάτων, το νοσηρό ορθολογισμό, όπως είδαμε πιο πάνω. Η βασική του διαπίστωση ήταν πως και οι ιδεολογίες οργανώνονται συχνά μέσα από μια αντιδιαλεκτική ψυχωτική λογική ή δομή. Ο πυρήνας της εργασίας του βρίσκεται στην κατασκευή μιας στερεής γέφυρας ανάμεσα στην ασυλική ψύχωση [ατομική ψευδή συνείδηση] και τις ομαδικές ιδεολογίες.

Κάθε οργάνωση είναι πιθανή στις ψυχώσεις. Η απουσία ιστορικής συνείδησης [διαταραχή της χρονικότητας] παράγει ασταθείς πραγματικότητες κι αυτό που ο Gabel ονόμασε «παροντο-κεντρισμό»: ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Θα ξαναβρούμε τέτοια φαινόμενα στις κλασικές δυστοπίες, όπως είναι η Φάρμα των ζώων και το 1984 του Orwell. «Όταν οι Γάλλοι διαβάζουν Orwell, γράφει ο Simon Leys, το κάνουν γενικώς μέσα από μια οπτική τύπου Reader’s Digest:9 το έργο του περιορίζεται έτσι μόνο στο 1984, χωρίς αναφορά στο πλαίσιό του και στις διαστάσεις μιας αντικομμουνιστικής πολεμικής μηχανής, ενώ αγνοείται συνήθως ότι η αντίθεσή του στον ολοκληρωτισμό γινόταν στο όνομα του σοσιαλισμού» [26].

Η παράνοια: το αίσθημα ότι καταδιώκεσαι από μια κακοποιό δύναμη ή πρόσωπο. Ο παρανοιακός, όπως και ο πολιτικός, ξεχωρίζει από την ακαταμάχητη βεβαιότητά του. Η ταινία του Stanley Kubrick Dr. Strangelove (1964) αντιπροσωπεύει ένα είδος συγχώνευσης της παράνοιας και του ψυχρού πολέμου, σύμφωνα με τον Gabel [18, 205-54].

Το σημείο του καθρέφτη [20]: Στον μύθο του Νάρκισσου, ο θαυμασμός της εικόνας του τον οδηγεί στην αυτοκτονία. Σε ορισμένες ψυχώσεις, ο ασθενής αντιλαμβάνεται «μια μικρή φίλη» στον καθρέπτη και αρχίζει να συνομιλεί μαζί της χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικές φωνές. Σε άλλες περιπτώσεις, ο καθρέφτης του επιστρέφει την εικόνα μιας κεφαλής χήνας ή ακόμα έναν θάμνο και φυτά να εξέρχονται από το κεφάλι του. Κάποιος άλλος ασθενής αντιλαμβάνεται το κεφάλι ενός λύκου που τον απειλεί μέσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου του. Αυτό το κλινικό σημείο δείχνει την ευθραυστότητα ή τον θάνατο της υποκειμενικότητας. Μερικοί ψυχωτικοί φτάνουν μέχρι του σημείου να σκεπάζουν τους καθρέφτες με εφημερίδες, κι άλλοι κρατούν απάνω τους ένα καθρεφτάκι για να έχουν συντροφιά. Στο βιβλίο του Debord το σημείο του καθρέφτη μας παραπέμπει σε μια γενικευμένη αποπροσωποποίηση, με το εμπόρευμα ως μόνη μορφή και μέτρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Gabel θεωρούσε πως δεν επρόκειτο για μια απλή τυπική αναφορά, αλλά ως μια «καλή περίληψη» της δικής του θέσης.

Ο αυτισμός: Ο Gabel χρησιμοποιεί τον όρο με την έννοια που είχε από το 1911 [Bleuler]. Το άτομο σαν να παίρνει διαζύγιο από τον κόσμο και το περιβάλλον. Ο Minkowski αντιπαραθέτει έναν πλούσιο αυτισμό, όπου το άτομο απασχολείται με τον πλούτο της σκέψης του, σε ένα φτωχό αυτισμό που χαρακτηρίζεται από απουσία σκέψης. Ο όρος άλλαξε σημασία μετά το τέλος των ετών του ’40 με τις εργασίες του Kanner και του Asperger. O Gabel θα παραμείνει πιστός στην κλασική χρησιμοποίηση του όρου, και θα του κοστίσει κάποιες τριβές με ορισμένους κριτές επιστημονικών περιοδικών οι οποίοι, αγνοώντας οφθαλμοφανώς την κλασική ψυχιατρική βιβλιογραφία, θεωρούσαν πως η αναφορά σε «αυτιστική διάσταση της ιδεολογίας» ήταν λάθος για παιδιά με αυτισμό του Kanner! Για τον Gabel, το πολιτικώς ορθό ήταν «απολύτως ανόητο».

Η μελαγχολία: κλασικώς η απλή μελαγχολία διακρίνεται από την αγχώδη ή παραληρητική μελαγχολία. Στην απλή μορφή βρίσκουμε μια εξεσημασμένη απελπισία, μια αβεβαιότητα ως προς το είναι και μια δυσανάλογη ενοχή. Παράδειγμα: μια νέα μελαγχολική ψάχνει κάποια μάρκα σαμπουάν και μη βρίσκοντάς την αγοράζει μια άλλη που όμως δεν τον βολεύει. Η κατάσταση τον κάνει να υποφέρει και παραπονιέται πως με τα έξοδά του θα καταστρέψει την οικογένειά του. Πράγματι το συναίσθημα στη μελαγχολία «χαρακτηρίζεται από τη σταθερότητα και την ένταση της ψυχικής οδύνης» [21, 484], που παραπέμπει στην αδιανόητη οδύνη τού είναι – μια εμπειρία κόλασης και καταδίκης. «Δεν είναι σπάνιο να ακούς μελαγχολικούς να βεβαιώνουν πως ο κόσμος δεν υπάρχει πια ή πως τα όντα και τα πράγματα που τον συνθέτουν έχουν πλήρως αλλάξει μορφή […]. Μερικές φορές αλλάζουν φύλο ή παίρνουν τη μορφή ζώου. […] Ο μελαγχολικός καταφεύγει στην αθανασία για να είναι αιωνίως καταδικασμένος» [23, 166-7].

*

Το ουσιώδες για τον Gabel είναι οι ακραίες τροποποιήσεις της σχέσης με τον χρόνο και τον χώρο που βρίσκουμε στη μελαγχολία, για τις οποίες θα στηριχθεί τόσο στις εργασίες του Telenbach όσο και του Minkowski. Η μελαγχολία, όπως και η μανία ή η μανιοκατάθλιψη παρουσιάζουν διάφορες μορφές ψευδούς συνείδησης – διαφορετικές μορφές ερειπίων της διαλεκτικής που είναι οι ψυχώσεις κατά τον Gabel: «Ο μελαγχολικός αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του ως επίπεδη επιφάνεια […] “το κάθε τι βρίσκεται στην ίδια γραμμή και τα πράγματα είναι σαν μια ακίνητη επιφάνεια” […]. Συνεπώς, η διάρθρωση του χώρου από τον εγγύς και τον απώτερο χώρο σβήνει σταδιακά. Τα αντικείμενα εγκαταλείπουν το προσκήνιο: η επίπεδη επιφάνεια, που θυμίζει κινηματογραφική οθόνη, υποκαθίσταται από έναν κυκλικό ορίζοντα. Σε αυτόν τον αποδιαρθρωμένο χώρο, οι βιωμένες και δρώσες διαστάσεις χάνουν το ανάγλυφό τους, ο κόσμος καθετοποιείται» [23, 152].

Ο σαφήνεια της Ψευδούς συνείδησης δεν εξασφαλίζει στον Joseph Gabel μόνο μια πρωτότυπη θέση στην ιστορία του αντισταλινικού μαρξισμού, αλλά και μια θέση πρωτοπόρου στην ιστορία της ψυχοπαθολογίας. Πριν τον Gabel βέβαια, είχαν φανεί μελέτες πάνω στην ομαδική παραφροσύνη10 [25], τις οποίες συμπεριελάμβανε μερικές φορές. Υπήρξε όμως ο πρώτος που πέτυχε να φέρει σε πέρας μια ανάλυση των ιδεολογιών εντάσσοντας μαρξιστικές έννοιες στον διαλεκτικό στρουκτουραλισμό του Minkowski. Στο ερώτημα που είχε θέσει ο Leuret το 1848, η απάντηση δόθηκε το 1962. Στη συνέχεια, ο Gabel θα δημοσιεύσει κι άλλα σημαντικά έργα ως στέρεες αναπτύξεις πάνω στο βασικό του έργο.

Τροποποιώντας ελαφρώς μια παράγραφο του αείμνηστου Simon Leys, θα συμπεράνουμε πως αν το να ζεις σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς είναι μια οργουελική εμπειρία, το να ζεις είναι εμπειρία γκαμπελική. Σήμερα, δεν νομίζουμε πως υπάρχει κάποιο έργο που θα μπορούσε να έχει πιο επείγουσα και άμεση πρακτική σημασία από το έργο του Dr. Joseph Gabel.

1 Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του Leuret. Ο προβληματισμός πάνω στην ιδεολογία και την σχιζοφρένεια καθίσταται μια επιστημολογική και κλινική αναγκαιότητα, ξεκινώντας από αυτή τη δήλωσή του.

2 Ο Κώστας Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και πέθανε στο Παρίσι το 2010. Πήρε μέρος στην Αντίσταση κατά την Κατοχή και στα Δεκεμβριανά κατά την Απελευθέρωση. Μετέβη στο Παρίσι με το πλοίο Ματαρόα, μαζί με άλλους διωκόμενους, κάτω από τις φροντίδες του Octave Merlier, διευθυντή τότε του Γαλλικού Ινστιτούτου. Αποστασιομένος από την πρότερη πολιτική δράση του, έγινε καθηγητής φιλοσοφίας στη Σορβόννη. Ίδρυσε το περιοδικό Arguments (Επιχειρήματα) (1956-1962) και κατόπιν έγινε υπεύθυνος της ομώνυμης σειράς στις εκδόσεις Minuit.

3 «Να σε αποκαλέσει μαλάκα ο Sartre, είναι κάτι σοβαρό!» δήλωσε ένα βράδυ του 1996 ο Gabel.

4 Κάποιο βράδυ, ένας από μας τον ρώτησε γιατί ο Minkowski δεν μπόρεσε να πετύχει τη διάκριση «λίαν καλώς» για μια διατριβή που έκανε σχεδόν τον γύρο του κόσμου. «Του έλλειπε η απαραίτητη επιρροή», απάντησε ο Gabel αδιάφορα. Είχε επίγνωση της δικής του οντολογικής ασφάλειας και γελούσε πολύ εύκολα με παρόμοιους πανεπιστημιακούς. «Η σάρκα είναι αδύναμη!», έλεγε. Άλλωστε πλεόναζαν οι βιβλιογραφικές του αναφορές σε όσους τον κακολογούσαν για να τους γελοιοποιεί καλύτερα.

5 [ΣτΜ] Η υπόθεση Σνόουντεν άρχισε όταν ο Έντουαρτ Σνόουντεν, πρώην σύμβουλος της υπηρεσίας εθνικής ασφαλείας δημοσιοποίησε απόρρητα έγραφα της υπηρεσίας, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα και την ύπαρξη δικτύου παρακολούθησης πολιτών και ξένων κυβερνήσεων.

6 [ΣτΜ] Η πολιορκία του Ντιεν Μπιεν Φου από τους Βιετμίνχ, υπό τον Χο Τσι Μινχ [13 Μαρτίου-6 Μαΐου 1954], επέφερε την κατάρρευση της γαλλικής κατοχής και την ανεξαρτησία της Ινδοκίνας. Ακολούθησε η αμερικανική επέμβαση και ο αιματηρός πόλεμος του Βιετνάμ που κατέληξε σε πλήρη νίκη του Χο Τσι Μινχ.

7 [ΣτΜ] Στρατιωτική Σχολή της Γαλλίας.

8 [ΣτΜ] Το κόμμα Κουο Μιν Τανγκ ιδρύθηκε από τον Σουν Γιατ-Σεν, πρώτο Πρόεδρο της Κινεζικής Δημοκρατίας, που δημιούργησε η επανάσταση του 1911. Έγινε το εθνικιστικό κόμμα του Τσανγκ-Και-Σεκ που αποσύρθηκε στη Φορμόζα μετά την επικράτηση του Μάο.

9 [ΣτΜ] Γνωστό «ελαφρό» αμερικανικό περιοδικό ποικίλης ύλης – ένα δείγμα: προειδοποιούσε για την «ένοπλη εξέγερση» που προετοίμαζε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

10 O Maurice Dide δημοσίευσε το 1913 μια μελέτη [Les idéalistes passionnés] που αναφερόταν στις πιθανές σχέσεις μεταξύ ψυχωτικού υποκειμένου και ιδεολογίας. Επρόκειτο για πνεύμα λεπτό τον οποίο οι συνάδελφοί του είδαν και διάβασαν με άσχημο τρόπο. Βγήκε στην αντίσταση και πέθανε σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης πριν τον Gabel.

Βιβλιογραφία

1 Debord G. La Société du spectacle, Paris, Champ Libre, 1983 [1967], thèse 218, σ. 68. thèse 219, σ. 169.

2 Leuret F. (1834). Fragments psychologiques sur la folie, Paris, FrisonRoche, 2007.

3 Βλ. Gachnochi G. Joseph Gabel (1912-2004), Perspectives Psychiatriques, 2005, 44, l, 78.

4 Gabel J., (thèse d’état), La Réification, Paris, Minuit, 1962, σ.11.

5 Judt T. Un passe imparfait : Les intellectuels en France : 1944-1956, Paris, Fayard, 1992.

6 Βλ. Dreyfus M. L’antisémitisme à Gauche : Histoire d’un paradoxe, de 1830 à nos jours, Paris, La Découverte, 2009.

7 Βλ. Caruso I. Psychanalyse et Synthase personnelle : Rapports entre 1’analyse psychologique et les valeurs existentielles, Paris, Desclée de Brouwer, 1959. Caruso insiste sur 1’importance des travaux de Gabel, σ. 80-6.

8 Gabel J. Etudes Dialectiques, ed. Klincksieck, 1990.

9 Βλ Minkowski E. Le Temps vécu, Paris, J.L.L. D’Artrey, 193j p. 271. (Les éditions françaises ont toutes la même pagination).

10 De Fursac R. & Minkowski Ε. Contribution à l’étude de la pensée et de 1’attitude autistes, L’Encéphale, 1923, XVIII, 4.

11 Kierkegaard S., Traité du désespoir, Paris, Gallimard, 1990 [1949], σ. 351.

12 Minkowski E. La Schizophrénie, Payot, 1927.

13 Lanteri-Laura G. & Gros Μ. Essai sur la discordance dans la psychiatrie contemporaine, Paris, EPEL, 1992.

14 Faure H., L’Investissement délirant des objets. Entretiens psychiatriques, Paris, L’Arche, 1953. σ.17-39.

15 Minkowski Ε. La Notion de perte de contact vital avec la réalité et ses applications en psychopathologie, thèse, Paris, Jouve et Cie.

16 Klein F. [1937], Une folie psychiatrique, Paris, Les Empêcheurs de penser en ronds, 1998.

17 Marx K. & Engels F. 1846/1959, L’idéologie Allemande, Paris, Editions Sociales, 1976.

18 Gabel J. Idéologies t.1, Paris, Anthropos, 1974 σ. 214-225.

19 Gabel J. Etudes dialectiques, Paris, Meridiens Klincksieck, 1990.

20 Meaulle D. Le signe du miroir: reflets cliniques et théoriques », L’Evolution Psychiatrique, 2007, 72, 1, 81-97.

21 Fursac RD. Manuel de psychiatrie, Paris, Alcan, 1923 (6e éd.), σ. 483.

22 Sergent E. Traité de Psychiatrie, Tome 1, Maloine et fils, Paris, 1921, σ. 166-7.

23 Gabel J. La Fausse Conscience, Paris, Minuit, 1962, 1969

24 Roy J. La Bataille de Dien Bien Phu, Paris, Julliard, 1963.

25 Βλ. Mackay Ch. Extraordinary Popular Delusions and the Madness of Crowds, National Illustrated Library, London, 1852 (second edition).

26 Leys S. Orwell ou l’horreur de la politique, Paris, Plon, 2006, σ. 10

27 Leys S. Orwell ou l’horreur de la politique, Paris, Hermann, 1984, σ. 56.

Βιβλιογραφικές αναφορές

La Réification (thèse principale), Paris, Minuit, 1962. La Fausse Conscience essai sur la réification, Paris, Editions de Minuit, « Arguments », 1962, rééd, 1969 & 1977. Sociologie de 1’alienation, Paris, PUF, «Bibliothèque de sociologie contemporaine», 1971.

Avec Bernard Rousset, Trinh Van Thao et al., L’Aliénation aujourd’hui, Paris, Anthropos, 1974.

Idéologies 1 (Articles, 1948-1972), Paris, Editions Anthropos, 1974.

Idéologies. 2, Althussérisme et stalinisme, Paris, Editions Anthropos, 1978.

Avec Bernard Rousset, Trinh Van Thao et al., Actualité de la dialectique, Colloque du Centre universitaire de recherche sociologique d’Amiens, Chantilly, septembre 1977; Paris, Editions Anthropos, 1980.

Mannheim et le marxisme hongrois, Paris, Meridiens-Klincksieck, «Sociétés», 1987.

Réflexions sur l’avenir des juifs, racisme et aliénation, Paris, Meridiens-Klincksieck, 1987.

Etudes dialectiques, Paris, Meridiens-Klincksieck, 1990.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.