Γιώργος Χ. Παπαδόπουλος
Καθηγητής Ανατομικής, Ιστολογίας και Εμβρυολογίας
στο Τμήμα Κτηνιατρικής της Σχολής Υγείας του Α.Π.Θ.
σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]
Όλα τα πράγματα έχουν τη θέση τους. Θέση που εξαρτάται από το οντολογικό τους μέγεθος (είναι) και τη σημασία που τους δίνουμε (αξία). Τα ζαρζαβατικά είναι στα καφάσια, τα νέα στις εφημερίδες, τα κρίσιμα στα σχολεία, τα σπουδαία στη μνήμη. Τα πρόσωπα όμως είναι κρεμασμένα διαρκώς μπροστά μας. Για να τα δείχνουμε, να τα βλέπουμε, να τα θαυμάζουμε, να τα πιστεύουμε, να τα ακολουθούμε, να τα αμφισβητούμε. Αρχαία και μοντέρνα τέχνη, τηλεοπτικές κάμερες, φωτογραφικοί φακοί και έντυπα περιοδικά μαζικής κυκλοφορίας υπενθυμίζουν διαρκώς το έντονο ενδιαφέρον μας στα πρόσωπα, στις πολλές πληροφορίες (π.χ. ταυτότητα, φύλο, ηλικία, φυλή, διάθεση, προσανατολισμό προσοχής κ.ά.) και μηνύματα που περιέχουν και εκπέμπουν. Το ενδιαφέρον μας αυτό είναι κατά τα φαινόμενα έμφυτο, αφού λίγα μόνο λεπτά μετά τη γέννησή μας προτιμάμε να παρακολουθούμε πρόσωπα παρά οποιαδήποτε άλλα, εξίσου σύνθετα, αντικείμενα.1 Ίσως γιατί το πρόσωπο είναι ο κύριος παράγοντας για την ανάπτυξη της αντίληψης εαυτών και αλλήλων ως επικοινωνούντων πνευματικών όντων. Με τα λόγια του τυφλού εκ γενετής Peter White: «Το πρόσωπο δεν κάνει κάτι πολύ συνειδητό. Δεν κάνει κάτι που είναι ζωτικό για την ύπαρξή μου, αλλά κάνει κάτι το οποίο θέλω να γνωστοποιήσω. Έχεις κάποια επίγνωση ότι για να αλληλεπιδράσεις και να μιλήσεις με τους ανθρώπους τους παρουσιάζεις το πρόσωπό σου. Δεν είναι απλώς το μέρος από το οποίο βγαίνει η φωνή σου. Νομίζω ότι καθρεφτίζει την ανάγκη σου να έρθεις σε επαφή μαζί τους… Είναι σα να λέμε ότι ενδιαφέρομαι για σένα. Είσαι εσύ προς τον οποίο στρέφομαι. Δεν νομίζω ότι κάποιος με δίδαξε να το κάνω αυτό».2
[συστήματα ελέγχου] Ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να αναγνωρίζει, με ένα μόνο βλέμμα, εκατοντάδες πρόσωπα, ακόμη και εκεί που δεν υπάρχουν (παρειδωλία). Πώς το κατορθώνει αυτό; Το σύστημα αναγνώρισης προσώπων αποτελεί πλέον πεδίο έντονης ερευνητικής δραστηριότητας στον χώρο των νευροεπιστημών, αλλά και της τεχνητής όρασης. Οι αλγόριθμοι της υπολογιστικής όρασης για την αναγνώριση προσώπου (μορφής απλού Τ με μάτι, μάτι, μύτη, στόμα) διακρίνουν στη διαδικασία τρία διαδοχικά στάδια. Το στάδιο της ανίχνευσης ύπαρξης προσώπου, το στάδιο της μέτρησης των χαρακτηριστικών του προσώπου και το στάδιο της ταυτοποίησης του προσώπου (στο οποίο τα μετρούμενα χαρακτηριστικά συγκρίνονται με τα αποθηκευμένα πρότυπα προσώπου). Το κύριο μάθημα που προκύπτει από τα τεχνητά συστήματα επεξεργασίας προσώπων είναι ότι η ανίχνευση και η αναγνώριση προσώπου είναι δύο ξεχωριστές διαδικασίες με διακριτή στόχευση και υπολογιστική αρχιτεκτονική.3 Το κατά πόσο τα παραπάνω ισχύουν και στα βιολογικά συστήματα είναι ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί και εμπειρικά.
Ο μεγάλος όγκος συμπεριφορικών μελετών σχετικών με την αντίληψη προσώπων δείχνει ότι ο εγκέφαλος του ανθρώπου, και μάλλον και των πιθήκων, χρησιμοποιεί ένα ειδικό νευρωνικό κύκλωμα για να επεξεργαστεί πρόσωπα και ότι η ροή των σχετικών πληροφοριών στους επιμέρους κόμβους του κυκλώματος αυτού ελέγχεται/εξαρτάται ίσως από το (πρώτο) στάδιο ανίχνευσης προσώπου.4 Δηλαδή, πρώτα αποφασίζει ο εγκέφαλος εάν έχει να αντιμετωπίσει κάποια μορφή προσώπου και μετά ψάχνει να το κατηγοριοποιήσει και ενδεχομένως να το ταυτοποιήσει / αναγνωρίσει. Η εγκεφαλική επεξεργασία του προσώπου, όπως και των λέξεων, είναι σχετικά ολιστική, υπό την έννοια ότι η αντίληψη όλου του προσώπου επικρατεί και επηρεάζει πιθανή επεξεργασία των επιμέρους τμημάτων αυτού (ωστόσο, βλέπε παρακάτω τα αποτελέσματα από την καταγραφή της δραστηριότητας συγκεκριμένων νευρικών “κυττάρων προσώπου” σε πιθήκους).
[φυσικά και άλλα πειράματα] Οι πρώτες ισχυρές ενδείξεις για τον τρόπο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και αντιλαμβάνεται τα πρόσωπα προέρχονται από ασθενείς που εμφανίζουν, εκ γενετής ή όχι, κάποιας μορφής δυσκολία αναγνώρισης αντικειμένων ή προσώπων. Για παράδειγμα, ο ασθενής CK, μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις της νευροψυχολογικής βιβλιογραφίας,5 εμφάνιζε σοβαρότατη αδυναμία αναγνώρισης αντικειμένων, αλλά απόλυτα φυσιολογική ικανότητα αναγνώρισης προσώπων (δημόσιων ή του περιβάλλοντός του). Αυτή η δηλωτική αντινομία αποκτά την πιο εντυπωσιακή διάστασή της στην ικανότητα του CK να αναγνωρίζει σε έναν από τους γνωστούς πίνακες του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντo (Giuseppe Arcimboldo) το αποτελούμενο από λαχανικά πρόσωπο, αλλά όχι τα επιμέρους λαχανικά που το συγκροτούν! Αυτό σημαίνει ότι η εγκεφαλική επεξεργασία των προσώπων πραγματοποιείται ανεξάρτητα, όχι στο τελευταίο στάδιο της νευρικής οδού που διεκπεραιώνει το έργο της αναγνώρισης αντικειμένων. Σε αυτό συγκλίνουν περιγραφές και ευρήματα από ασθενείς με προσωποαγνωσία ή, αλλιώς, τυφλότητα προσώπου, μία συγγενή ή επίκτητη πάθηση που αφορά περίπου το 2,5 % του πληθυσμού.
Ο πρώτος που περιέγραψε περιπτώσεις ασθενών που αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν αποκλειστικά πρόσωπα ήταν ο γερμανός νευρολόγος, Γιοακίμ Μποντάμερ (Joachim Bodamer), ο οποίος απέδωσε την αδυναμία αυτή σε βλάβη κάποιας περιοχής του εγκεφάλου, και εισηγήθηκε τη δημιουργία του όρου “prosopagnosia”. Το 1955 ο άγγλος νευρολόγος, Κρίστοφερ Πάλις (Cristopher Pallis), παρουσίασε την περίπτωση του ασθενή Α.Η., ο οποίος ένα πρωί διαπίστωσε, έπειτα από ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί, ότι δεν μπορούσε να διακρίνει με βάση το πρόσωπό τους τη γυναίκα του από την κόρη του ή τη μητέρα του. Όπως ο ίδιος ο A.H. περιέγραφε: «Μπορώ να δω τα μάτια, τη μύτη και το στόμα αρκετά καθαρά, αλλά όλα αυτά δεν κάνουν ένα σύνολο. Όλα μοιάζουν σχεδιασμένα με κιμωλία σε μαυροπίνακα». Ανάλογα, ο δόκτωρ P., την περίπτωση του οποίου περιέγραψε το 1985 ο νευρολόγος Όλιβερ Σακς (Oliver Sacks), αδυνατούσε να αναγνωρίσει το πρόσωπο της γυναίκας ή του αδελφού του, αλλά αναγνώριζε τη φωνή της ή το τετράγωνο πηγούνι και τα μεγάλα δόντια του αντίστοιχα. Ο Όλιβερ Σακς και ο επίσης γιατρός Ντέιβιντ Φάιν (David Fine), οι οποίοι στη μέση της ζωής τους διαπίστωσαν ότι πάσχουν εκ γενετής από προσωποαγνωσία, έχουν περιγράψει εύγλωττα τις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, αλλά και τις εναλλακτικές στρατηγικές που ακολουθούν οι προσωποαγνωσιακοί για την αναγνώριση των προσώπων (π.χ. απομνημόνευση χώρων δραστηριότητας, ενδυμασίας, φωνής και άλλων φυσικών χαρακτηριστικών).6
Σε όσες από τις διαγνωσμένες περιπτώσεις προσωποαγνωσιακών πραγματοποιήθηκε νεκροτομή διαπιστώθηκε βλάβη στην ατρακτοειδή έλικα των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, στην περιοχή που σήμερα ονομάζουμε ατρακτοειδή περιοχή προσώπου. Η εντόπιση αυτή επιβεβαιώθηκε με αξονική ή μαγνητική τομογραφία σε πολλές περιπτώσεις προσωποαγνωσιακών όταν μετά το 1980-90 υπήρχε η δυνατότητα για τομογραφική απεικόνιση του λειτουργούντος εγκεφάλου. Ηλεκτρική διέγερση συγκεκριμένων σημείων της ατρακτοειδούς έλικας, κατά τη διάρκεια νευροχειρουργικής επέμβασης εν εγρηγόρσει ασθενούς, προκαλούσε, σύμφωνα με την περιγραφή του ιδίου του ασθενούς, αλλοίωση των προσώπων (νευροχειρουργών) που έβλεπε.7 Η “μεταμόρφωση” στην αντίληψη αποκλειστικά των προσώπων και όχι άλλων αντικειμένων του περιβάλλοντος μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της αιτιώδους σχέσης ανάμεσα στη λειτουργία των νευρικών κυττάρων της περιοχής αυτής και της αντίληψης των προσώπων. Εξάλλου, πρόσφατα πειράματα λειτουργικής αδρανοποίησης της ομόλογης περιοχής των εγκεφαλικών ημισφαιρίων πιθήκων είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορούν οι κατάλληλα εκπαιδευμένοι πίθηκοι να διακρίνουν ανδρικά από γυναικεία πρόσωπα.8
Σειρά μελετών απεικόνισης της εγκεφαλικής δραστηριότητας, αρχικά με τη βοήθεια τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) και στη συνέχεια με λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), έδειξε ότι κάποιες αλληλοσυνδεόμενες “βασικές περιοχές” του οπίσθιου φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ατρακτοειδής περιοχή προσώπου, η ινιακή περιοχή προσώπου, και η άνω κροταφική αύλακα, διεγείρονται εκλεκτικά, αλλά όχι αποκλειστικά, στη θέα προσώπων. Σύμφωνα με ένα υποθετικό μοντέλο εγκεφαλικής επεξεργασίας πληροφοριών προσώπων, οι σχετικές οφθαλμικές πληροφορίες μεταβιβάζονται από τον οπτικό φλοιό των ημισφαιρίων στις οπίσθιες αυτές “βασικές περιοχές” και εν συνεχεία διασπείρονται σε ένα προσθιότερο “εκτεταμένο δίκτυο” εγκεφαλικών περιοχών (αμυγδαλή, πρόσθιο κροταφικό φλοιό, προσφηνοειδές λόβιο, ραβδωτό σώμα κ.ά.) για τη σύνδεσή τους με συναισθηματικές, μνημονικές, κοινωνικές και άλλες εγκεφαλικές πληροφορίες και αντιδράσεις.9
Η ύπαρξη ενός εξειδικευμένου νευρωνικού κυκλώματος για την εξυπηρέτηση μίας κοινωνικά σπουδαίας λειτουργίας εντυπωσιάζει, αλλά δεν είναι η μοναδική. Ας μη ξεχνάμε ότι όπως τα ωδικά πτηνά έχουν αναπτύξει ένα εξειδικευμένο σύστημα εγκεφαλικών περιοχών για την αντίληψη και παραγωγή του κελαϊδήματος, έτσι και ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει αποδώσει ένα τμήμα του ακουστικού και του κινητικού του συστήματος στην κοινωνικά πολύτιμη γλώσσα. Είναι επιπλέον ενδιαφέρον ότι και το σύστημα επεξεργασίας πληροφοριών προσώπων μάλλον παρουσιάζει, όπως και το σύστημα της γλώσσας, λειτουργική πλαγίωση. Πειράματα ηλεκτρικής διέγερσης των οπίσθιων “βασικών περιοχών” προσώπου στο δεξιό και στο αριστερό ημισφαίριο απέδειξαν ότι μόνο το σύστημα του δεξιού ημισφαιρίου είναι σημαντικό για την αλλαγή της συνειδητής αντίληψης των προσώπων.10 Το σύστημα της αριστερής πλευράς ίσως είναι σημαντικό για την ανάκληση του ονόματος των προσώπων ή για κάποια σχετική γλωσσική διαδικασία.
Η διαπίστωση ύπαρξης εγκεφαλικών περιοχών αποκλειστικά αφιερωμένων στη διαχείριση πληροφοριών προσώπου, αν και όχι ομόφωνα δεκτή από όλους τους ερευνητές,11 και επομένως η ύπαρξη εξειδικευμένων νευρικών “κυττάρων προσώπου” ανακαλεί παλαιότερους νευροβιολογικούς προβληματισμούς και κινητοποιεί νέα ερευνητικά ερωτήματα. Ήδη από τη δεκαετία του ’60 του προηγούμενου αιώνα υπήρχαν προβλέψεις και εν συνεχεία ενδείξεις για την ύπαρξη ειδικών νευρικών (“γνωστικών”) κυττάρων που διεγείρονται από σύνθετα βιολογικά χαρακτηριστικά, όπως χέρια και πρόσωπα. Ακραία μορφή υποθετικού “γνωστικού” νευρικού κυττάρου αποτέλεσε το επονομαζόμενο “κύτταρο της γιαγιάς”, το οποίο θεωρητικά διεγείρεται όταν κάποιος βλέπει, ακούει ή αισθάνεται με κάποιο τρόπο μία συγκεκριμένη οντότητα, για παράδειγμα τη γιαγιά του. Τα “κύτταρα προσώπου”, βέβαια, δεν είναι “κύτταρα γιαγιάς”, αφού δεν διεγείρονται από ένα μόνο συγκεκριμένο πρόσωπο, και ίσως εμφανίζουν διαφορετική απόκριση σε διαφορετικά στοιχεία του προσώπου. Πειράματα καταγραφής της δραστηριότητας νευρικών “κυττάρων προσώπου” του συστήματος επεξεργασίας πληροφοριών προσώπων σε πίθηκους αποκάλυψαν ότι τα κύτταρα αυτά, παρόλο που η δραστηριότητά τους εξαρτάται από την ύπαρξη ολόκληρου προσώπου, εμφανίζουν διαφοροποιημένη ευαισθησία σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως μάτια, μαλλιά και γεωμετρία του προσώπου (π.χ. ωοειδές σχήμα προσώπου, μέγεθος κόρης ματιών, διάστημα μεταξύ των ματιών).
[το πρόσωπο είναι σπαθί] “Δεν έχω πρόσωπο να σε αντικρίσω”. “Με τι πρόσωπο θα βγω στον κόσμο;” “Θα αλλάξω πρόσωπο”. Μικρές καθημερινές υπενθυμίσεις του νοήματος και της σημασίας που αποδίδει στο πρόσωπο ο κοινωνικός άνθρωπος.
Οι πληροφορίες που θεωρούμε ότι αποτυπώνονται και μεταφέρονται με το πρόσωπο είναι μάλλον σύνθετες. Άλλες είναι καθαρά κοινωνικού ενδιαφέροντος (π.χ. αξιοπιστία, γοητεία, φιλικότητα) και άλλες συναισθηματικού (π.χ. ευτυχία) ή γνωστικού (π.χ. ηλικία) χαρακτήρα. Η αξιοπιστία και η ομορφιά-γοητεία είναι δύο βασικές, και από τις πλέον μελετημένες, παραμέτρους που εξετάζει ενστικτωδώς καθημερινά ο άνθρωπος στο πρόσωπο αυτών με τους οποίους συναναστρέφεται. Το αξιόπιστο του προσώπου είναι βέβαια αναμενόμενο να εξετάζεται καθημερινά κατά τις οικονομικές συναλλαγές και την επιλογή συνεργατών, ξαφνιάζει όμως, λίγο ή πολύ, η διαπίστωση ότι τα όμορφα-γοητευτικά πρόσωπα λαμβάνουν ψηλότερους μισθούς από τους εργοδότες και μικρότερες ποινές από τα δικαστήρια, και αιχμαλωτίζουν το βλέμμα ακόμη και των βρεφών.12
Η αρχαιοελληνική ταύτιση κάλλους και αγαθού («Όψιν είδες, περί της γνώμης μη εξέταζε») μπορεί να έχει να αντιμετωπίσει την εμμένουσα λαϊκή σοφία που θεωρεί την ομορφιά ως επιδερμικό χαρακτηριστικό, περιτύλιγμα ουσίας, ευρισκόμενη μόνο “στα μάτια αυτού που βλέπει”, υποστηρίζεται, όμως, από σύγχρονες έρευνες σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι αποδίδουν θετικές ποιότητες στους όμορφους και αρνητικές ποιότητες στους άσχημους συνανθρώπους τους.13 Πέρα από τον Σωκράτη, που είχε μάλλον και προσωπικούς λόγους να υπενθυμίζει ότι η ομορφιά είναι “βραχύβια τυραννίδα”, και τον Αριστοτέλη, που παραδεχόταν ρεαλιστικά ότι η ομορφιά αποτελεί την καλύτερη συστατική επιστολή, ο Ανούιγ δίνει και μία μεταφυσική ερμηνεία της διαχρονικής και βραχύβιας τυραννίδας: “η ομορφιά είναι ένα από τα λίγα πράγματα που δεν οδηγεί σε αμφισβήτηση του Θεού”.
Το γεγονός ότι οι άνθρωποι φαίνεται στην πλειοψηφία τους να συμφωνούν για το ποια πρόσωπα, ακόμη και διαφορετικής εθνικής προέλευσης, είναι γοητευτικά, σημαίνει ότι χρησιμοποιούν ίδια ή παρεμφερή κριτήρια αξιολόγησης. Η συμμετρία του προσώπου, η ομοιότητά του με τον μέσο όρο του πληθυσμού, η ένταση των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου (αρρενωπότητα, θηλυκότητα), η υγεία και το χρώμα του δέρματος, θεωρούνται ως αντικειμενικά στοιχεία του αξιολογούμενου προσώπου, ενώ ως υποκειμενικά-συγκυριακά στοιχεία των αξιολογητών που επηρεάζουν την κρίση τους έχουν προταθεί διάφοροι εσωτερικοί παράγοντες (π.χ. επίπεδο ορμονών και γονιμότητας, εκτίμηση της δικής τους γοητείας), το πλαίσιο αξιολόγησης και οι προηγούμενες εμπειρίες τους. Το σύνολο των κριτηρίων αυτών αναδεικνύει ένα πολύπλοκο σύστημα στην υπηρεσία της διασφάλισης του μέγιστου δυνατού οφέλους από την επιλογή συντρόφων και άλλων κοινωνικών συνεργατών.14
Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι εάν το σύνολο των πληροφοριών που αυθόρμητα αντλούμε από το πρόσωπο των συνανθρώπων μας το επεξεργαζόμαστε με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια νευρωνικά κυκλώματα. Μελέτες με τη μέθοδο της λειτουργικής απεικόνισης μαγνητικού συντονισμού (fMRI) έδειξαν ότι τα επιμέρους στοιχεία των αυθόρμητων κοινωνικών κρίσεων επί των προσώπων εξυπηρετούνται από μερικώς αλληλο-επικαλυπτόμενα, άλλα όχι ταυτόσημα εγκεφαλικά δίκτυα.15 Δηλαδή, στην ενστικτώδη κοινωνική αξιολόγηση και εκτίμηση του προσώπου συμβάλλουν πολλά νευρωνικά συστήματα του εγκεφάλου μας. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά “αξιοπιστία” και “γοητεία”, αν και το καθένα από αυτά διεκπεραιώνεται από διαφορετικά νευρωνικά στοιχεία των φλοιϊκών “βασικών περιοχών” διαχείρισης πληροφοριών προσώπου, διεγείρουν ένα κύριο νευρωνικό κύκλωμα, το οποίο οδηγεί και σε εντονότερη διέγερση της υπεύθυνης για τις συγκινήσεις εγκεφαλικής περιοχής (αμυγδαλή), ακόμη και σε σύγκριση με τη διέγερση του προκαλούν τα συναισθηματικά στοιχεία (ευτυχία) του αξιολογούμενου προσώπου. Γεγονός που ίσως σημαίνει ότι οι κρίσεις για την αξιοπιστία και τη γοητεία των προσώπων, αντίθετα με ό,τι θέλουμε συνήθως να πιστεύουμε, συγκλίνουν επειδή αποτελούν προϊόντα εγκεφαλικών επεξεργασιών με αφετηρία κοινούς κοινωνικούς μηχανισμούς.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η επίδειξη της εικόνας ενός προσώπου για μόλις πενήντα χιλιοστά του δευτερολέπτου μας είναι αρκετή για να προχωρήσουμε σε υποθέσεις για τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του, γεννάται το ερώτημα εάν αυτή η κοινωνική αξιολόγηση/εκτίμηση του προσώπου γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα. Η έρευνα για την εγκεφαλική επεξεργασία των προσώπων έχει προσφέρει αντικρουόμενα αποτελέσματα. Πλήθος συμπεριφορικών και νευροφυσιολογικών μελετών διαπιστώνει ότι η εγκεφαλική επεξεργασία των προσώπων δεν περιορίζεται στον χώρο του συνειδητού, ενώ άλλες έρευνες αμφισβητούν τη μη συνειδητή επεξεργασία των κοινωνικών χαρακτηριστικών υψηλού επιπέδου (π.χ. αξιοπιστία, επιβλητικότητα) των προσώπων.16 Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα μίας πρόσφατης μελέτης στην οποία εξετάστηκε η διέγερση της αμυγδαλής, μίας περιοχής του εγκεφάλου που όπως είναι γνωστό παίζει κεντρικό ρόλο σε μία σειρά κοινωνικές και συναισθηματικές συμπεριφορές και η οποία αποδεδειγμένα δραστηριοποιείται κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ευκρινών προσώπων. Διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι η αμυγδαλή διεγείρεται αυτόματα από τις υψηλού επιπέδου κοινωνικές πληροφορίες του προσώπου ακόμη και όταν αποκλείεται πειραματικά η συνειδητή αντίληψη της εικόνας του προσώπου.
[το πρόσωπο των ειδώλων] Κοιτάζοντας το πρόσωπο των ανθρώπων περιμένεις να δεις πολλά και ίσως βλέπεις περισσότερα. Μεταξύ αυτών, λένε κάποιες μελέτες, και την πολιτική προτίμηση αυτού που βλέπεις. Είναι το πρόσωπο δηλωτικό των πεποιθήσεων του φέροντος; Μπορούμε να συμπεράνουμε (και) για την πολιτκή τοποθέτηση του άλλου κοιτάζοντας φωτογραφίες του; Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το οποίο φλερτάρει συνειρμικά με τις απόψεις της κρανιοσκοπίας, της φρενολογίας και του Λομπρόζο, θα σήμαινε ότι μπορούμε να διαβάσουμε το μυαλό των ανθρώπων από τις φωτογραφίες τους ή ότι υπάρχει απόλυτη σχέση μεταξύ ιδεολογίας και εξωτερικής εμφάνισης. Σύμφωνα βέβαια με τον Τόμκινς (Tomkins), η ιδεολογία επηρεάζει κάθε πτυχή της προσωπικότητας,17 ενώ συγκεκριμένες πολιτικές τοποθετήσεις στον άξονα(;) δεξιάς-αριστεράς έχουν ήδη συνδεθεί με διαφορετικά στυλ εμφάνισης (ρούχων, αξεσουάρ, μαλλιών κ.ά.), αλλά και με προσωπικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, ο πολιτικός συντηρητισμός έχει συνδεθεί, όχι μόνο στη λαϊκή συνείδηση αλλά και από κοινωνικούς ψυχολόγους, με πρόσωπα που υποστηρίζουν μορφές ιεραρχικής κοινωνικής οργάνωσης, και άρα υιοθετούν συμπεριφορά κυριαρχίας, η οποία με τη σειρά της έχει συνδεθεί με την ανδρική ορμόνη τεστοστερόνη, που επηρεάζει την ανδρική φυσιογνωμία.18 Ακόμη και το χαμόγελο έχει καταχωρηθεί ως προνομιακό εργαλείο έκφρασης των αυτο-προσδιοριζόμενων ως φιλελευθέρων παρά των αυτοπροσδιοριζόμενων ως συντηρητικών… Το χαμόγελο, δηλαδή, και οι άλλες επιπόλαια αυθόρμητες προσωπικές επιλογές της σχόλης ή των τηλεοπτικών πάνελ μπορεί και να κρύβουν τον βαθύτερο πολιτικό υπαινιγμό ή τον πλέον έγκυρο συμβολισμό αυτού που λατρεύουμε ή φοβόμαστε. Άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων και των μελετητών τους.
Ωστόσο, σειρά ερευνών σε διάφορες χώρες (π.χ. Η.Π.Α., Γερμανία, Αυστρία) διαβεβαιώνουν ότι οι πολίτες μπορούν κοιτάζοντας φωτογραφίες άγνωστων πολιτικών να εκτιμούν με σχετική ακρίβεια την πολιτική τοποθέτησή τους.18 Η πιθανότητα μάλιστα για σωστή εκτίμηση αυξάνεται σημαντικά όταν οι πολιτικοί ανήκουν(!) σε διαφορετικό πολιτικό χώρο από αυτό των κρινόντων. Πράγμα που επιβεβαιώνει την ιστορικο-κοινωνική παρατήρηση ότι μπορείς ευκολότερα να ξεγελάσεις τους ομοϊδεάτες σου παρά τους αντιπάλους σου.19 Τέλος, και αυτό φαντάζει ακόμη πιο απειλητικό για την πολυτίμητη όσο και επικίνδυνη αφέλεια των ιδεαλιστών, οι πολιτικοί των οποίων το πολιτικό στίγμα είναι ευκολότερο να εκτιμηθεί με βάση μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους έχουν περισσότερες πιθανότητες να επανεκλεγούν στο μέλλον. Όπως βεβαιώνει η σχετική έρευνα, οι ψηφοφόροι θέλουν να (ξανα)ψηφίζουν τους πολιτικούς που επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες τους για αυθεντική δεξιά ή αριστερή έκφραση και συμπεριφορά, και οι πολιτικοί έχουν περισσότερες πιθανότητες να επανεκλεγούν εάν καθιστούν εμφανέστερα τα χαρακτηριστικά της δεξιάς ή αριστερής προσωπικής τους παρέκκλισης. Και αυτό δεν πρέπει να ξαφνιάζει, γιατί, όπως είναι καλά γνωστό, η δεξιά και η αριστερά έχουν πολλές διαφορές στον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο, αλλά και κρίσιμες ομοιότητες. Μία από αυτές είναι προδήλως και ο τρόπος που θέλουν, ή ενδεχομένως απαιτούν, να τις βλέπει ο κόσμος.
Μερικοί, όχι όλοι, έχουν την καρδιά τους στο πρόσωπό τους. Διαβάζοντας το πρόσωπό τους, σε φωτογραφίες και από απόσταση, διαβάζεις το μυαλό τους, τις αγωνίες τους, τις επιλογές τους και την ιδεολογία τους. Η πραγματικότητα αυτή μπορεί να ελέγχεται ως προς την πολιτική της ορθότητα και την παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά κριτές και κρινόμενοι έχουν μάλλον άλλη άποψη. Ωστόσο, για να μη καταλήξουμε ρίχνοντας όλο το βάρος της διαχρονικής ρηχότητας των πολιτικών και άλλων κρίσεών μας σε εαυτούς και αλλήλους καλό είναι να θυμόμαστε πάντα και την απαλλακτική κρίση του Όσκαρ Ουάϊλντ: «Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι δεν κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση. Το πραγματικό μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το μη ορατό».
1 Βλ. M.H. Johnson, S. Dziurawiec, H. Ellis, J. Morton, 1991, Newborns’ preferential tracking of face-like stimuli and its subsequent decline. Cognition vol. 40, 1-19 και C. C. Goren, M. Sarty, P. Y. Wu, 1975, Visual Following and Pattern Discrimination of Face-like Stimuli by Newborn Infants. Pediatrics vol. 56(4), 544-549.
2 Μαρτυρίες ανθρώπων που για διάφορους λόγους στερούνται της δυνατότητας να αξιοποιούν το πρόσωπο ως μέσο επικοινωνίας περιλαμβάνονται στο ενδιαφέρον βιβλίο του J. Cole, 1998, About Face. MIT Press.
3 Βλ. D. Y. Tsao, M. S. Livingston, 2008, Mechanisms of face perception. Annual Review of Neuroscience vol. 31, 411-437.
4 Η πιθανότητα να ελέγχεται και το βιολογικό (εγκεφαλικό) σύστημα αναγνώρισης προσώπων από ένα υποχρεωτικό (πρώτο) στάδιο ανίχνευσης ύπαρξης προσώπου εξηγεί τη σημαντική δυσκολία ταυτοποίησης προσώπων όταν αυτά εμφανίζονται ανεστραμμένα ή με αρνητικό κοντράστ, αλλά και αρκετά από τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του συστήματος αυτού π.χ. την ύπαρξη “κυττάρων προσώπου” και “περιοχών προσώπου” στον εγκέφαλο, τη σχετικά ολιστική εγκεφαλική επεξεργασία του προσώπου, αλλά και την προσωποαγνωσία.
5 Βλ. M. Moscovitch, G. Winocur, M. Behrmann, 1997, What is special about face recognition? Nineteen experiments on a person with visual object agnosia and dyslexia but normal face recognition. Journal of Cognitive Neuroscience vol. 9 (5), 555-604.
6 Βλ. O. Sacks, 2010, Face-Blind. Why are some of us terrible at recognizing faces? The New Yorker, August 30, 36-43, και D. R. Fine, 2012, A life with prosopagnosia. Cognitive Neuropsychology vol. 29 (5-6), 354-359.
7 Βλ. J. Parvizi, C. Jacques, B. L. Foster, N. Withoft, V. Rangarajan, K. S. Weiner, K. Grill-Spector, 2012, Electrical stimulation of human fusiform face-selective regions distorts face perception. The Journal of Neuroscience vol. 32(43), 14915-14920.
8 Βλ. A. Afraz, E. S. Boyden, J. J. DiCarlo, 2012, Optogenetic and pharmacologicals suppression of face-selective neurons reveal their causal role in face discrimination behavior. Journal of Vision, 14, article 600.
9 Είναι ενδιαφέρον ότι άνθρωποι με συγγενή προσωποαγνωσία εμφανίζουν ελαττωματική σύνδεση των εγκεφαλικών “βασικών περιοχών” προσώπου με το “εκτεταμένο δίκτυο” διαχείρισης πληροφοριών προσώπου. Βλ. C. Thomas, G. Avidan, K. Humphreys, K. Jung, F. Gao, M. Behrmann, 2008, Reduced structural connectivity in ventral visual cortex in congenital prosopagnosia. Nature Neuroscience vol. 12, 29-31, και G.Avidan, M.Tanzer, F.Hadj-Bouziane, N. Liu, L. G. Ungerleider, M.Behrmann, 2014, Selective Dissociation Between Core and Extended Regions of the Face Processing. Cerebral Cortex vol. 24(6), 1565-1578.
10 Βλ. V. Rangarajan, D. Hermes, B. L. Foster1, K. S. Weiner, C. Jacques, K. Grill-Spector, J. Parvizi1, 2014, Electrical stimulation of the left and right human fusiform gyrus causes different effects in conscious face perception. The Journal of Neuroscience vol. 34(38), 12828-12836.
11 Η σαφώς μικρότερη, αλλά πάντως υπαρκτή, απόκριση των εγκεφαλικών “περιοχών προσώπου” στη θέα και άλλων αντικειμένων εκτός των προσώπων οδήγησε στη διατύπωση εναλλακτικών απόψεων, μεταξύ των οποίων και αυτή που υποστηρίζει ότι οι εγκεφαλικές “βασικές περιοχές” για την επεξεργασία πληροφοριών προσώπου δεν είναι ειδικές για τα πρόσωπα, αλλά απλώς αποτελούν παρακολούθημα της επιδεξιότητάς μας στην αναγνώριση προσώπων. Βλ. I. Gauthier, P. Skudlarski, J. C. Gore, A.W. Anderson, 2000, Expertise for cars and birds recruits brain areas involved in face recognition. Nature Neuroscience vol. 3(2), 191-197.
12 Βλ. I.H. Frieze, J.E. Olson, J. Russell, 1991, Attractiveness and income for men and women in management. Journal of Applied Social Psychology vol. 21, 1039-1057, J.H. Stewart, 1980, Defendant’s Attractiveness as a Factor in the Outcome of Criminal Trials: An Observational Study. Journal of Applied Social Psychology vol. 10, 348-361, και J.H. Langlois, J. M. Ritter, L. A. Roggman, L. S. Vaughn, 1991, Facial diversity and infant preferences for attractive faces. Developmental Psychology vol. 27, 79-84.
13 Ο προσδιορισμός των χαρακτηριστικών της ομορφιάς και της γοητείας είναι ένα μεγάλο και αμφιλεγόμενο θέμα. Στις επιστημονικές έρευνες, ωστόσο, ως όμορφα πρόσωπα θεωρούνται αυτά που αξιολογούνται ως τέτοια από τους συμμετέχοντες κριτές. Είναι ενδιαφέρον, όμως, ότι, όπως οι κρίσεις για την αξιοπιστία, έτσι και οι κρίσεις για την ομορφιά-γοητεία εμφανίζουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές στις διάφορες κουλτούρες, ηλικιακές και σεξουαλικές ομάδες (βλ. J. H. Langlois, L. Kalakanis, A. J. Rubenstein, A. Larson, M. Hallam, M. Smoot, 2000, Maxims and myths of beauty? A meta-analytic and theoretical review. Psyclological Bulletin vol. 126, 390-423.
14 Βλ. A. C. Little, B. C. Jones, L. M. DeBruine, 2011, Facial attractiveness: evolutionary based research. Philosophical Transactions of the Royal Society B, vol. 1638-1659.
15 Βλ. D. Bzdok, R. Langner, F. Hoffstaedte, B. I. Turetsky, K. Zilles, S. B. Eickhoff,, 2012, The modular neuroarchitecture of social judgments on faces. Cerebral Cortex vol. 22, 951-961.
16 Βλ. L. H. Stewart, S. Ajina, S. Getov, B. Bahrami, A. Todorov, G. Rees, 2012, Unconscious evaluation of faces on social dimensions. Journal of Experimental Psychology: General, 141 (4), 715-727 και J. B. Freeman, R. M. Stolier, Z. A. Ingbretsen, E. A. Hehman, 2014, Amygdala responsivity to high-level social information from unseen faces. The Journal of Neuroscience vol. 34(32), 10573-1058.
17 Βλ. S. S.Tomkins, 1963, Left and right: A basic dimension of ideology and personality. σελ. 388-411 στο The study of lives (ed. R.W. White), Atherton, Chicago.
18 Βλ. J. Samochowiek, M. Wӓnke, K. Fiedler, 2010, Political ideology at face value. Social Psychology and Personality Science vol. 1(3), 106-2013.
19 Εάν οι άνθρωποι έχουν πράγματι την τάση να σχηματίζουν σχετικά ομοιογενείς ομάδες (βλ. Byrne, E.,1971, The attraction paradigm. Academic Press, NewYork), είναι δυστυχώς απολύτως αναμενόμενο να έχουν ασκήσει εξελικτικά τη δεξιότητα να διακρίνουν τους εχθρούς, τους αντιπάλους και τους φορείς των διαφορετικών αξιών και γονιδίων οι οποίοι θέτουν σε κίνδυνο τον αξιακό τους πυρήνα και τις κεντρικές επιλογές τους. Γι’ αυτό η διάκριση ανάμεσα στο “εμείς” και στο “αυτοί” αποκτά καταλυτική σημασία στην κοινωνική αξιολόγηση και κρίση, έχει κυριολεκτικά υπαρξιακή αξία.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.