Ρηνιώ Σκαλιόρα
Ερευνήτρια στο Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, Εργαστήριο Νευροφυσιολογίας
σύναψις 38 [2015 – τόμος ΙΙ]
Στη σύγχρονη εποχή των ολοένα και πιο εξειδικευμένων γνωστικών πεδίων που στοχεύουν σε όλο και μεγαλύτερο βάθος και αναλυτική τεκμηρίωση της επιμέρους «γνώσης», υπάρχει –θεωρώ– μεγάλη ανάγκη και της αντίθετης ή, σωστότερα, συμπληρωματικής προσέγγισης: της προσπάθειας για σύνθεση, για ανασυγκρότηση του δάσους από τα δέντρα. για να ξαναθυμηθούμε τις αρχικές κοινές έννοιες απ’ όπου ξεκινήσαμε πριν τραβήξει, ο καθένας στον δικό του κλάδο, τον επιμέρους δρόμο του. αν μη τι άλλο, για να αναλογιστούμε πόσο και πώς οι αρχικές αυτές έννοιες μεταλλάχθηκαν στην πορεία σε κάτι κοντύτερα στα μέτρα της κάθε επιστήμης, αλλά με ουσιαστικές πλέον διαφορές μεταξύ αυτών. Και, εφόσον κριθεί απαραίτητο, να τις ξαναορίσουμε ανάλογα έτσι ώστε να μην συνεχίσουμε να θεωρούμε πως μιλάμε για το ίδιο πράγμα όταν αυτό έχει πάψει να ισχύει.
Ένας τρόπος να γίνει αυτό είναι και τέτοιου είδους εκδηλώσεις / αφιερώματα, όπου άνθρωποι από διαφορετικά πεδία και με τη δική του ιστορία ο καθένας συνεισφέρουν την προσωπική τους ματιά πάνω σε ένα (στο ίδιο;) θέμα. Το εγχείρημα εξ ορισμού ατελές, αλλά ενδιαφέρον και χρήσιμο, παρακαταθήκη για τις επόμενες απόπειρες. Σε αυτό το πλαίσιο, εγώ έχω αναλάβει να αναφερθώ στα συναισθήματα από τη σκοπιά της Νευροεπιστήμης και, ειδικότερα, στην αντίληψη των συναισθημάτων, στο πώς δηλαδή αντιλαμβανόμαστε, και (επομένως) κατανοούμε τα συναισθήματα ή –πιο σωστά– τη συγκινησιακή κατάσταση των άλλων.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη τεκμηρίωση προκειμένου να αναδειχθεί πόσο σημαντική είναι αυτή η ικανότητα, αυτή η νοητική λειτουργία, για τη ζωή των ανθρώπων, αλλά και γενικότερα των οργανισμών που ζουν σε κοινωνίες. Είναι βασική προϋπόθεση, αναγκαία (αν και όχι ικανή) συνθήκη, προκειμένου να έχει κανείς ομαλές και ουσιαστικές σχέσεις με τους άλλους. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να κατανοούμε και να προβλέπουμε τη συμπεριφορά των άλλων και ως εκ τούτου να αντιδρούμε ανάλογα.
Και είναι κάτι που γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτόματα ή τουλάχιστον ασυνείδητα. Αλλά δεν γίνεται πάντα, ή στον ίδιο βαθμό σε όλους. Είναι μια ικανότητα / λειτουργία που εξαρτάται και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: αφενός παράγοντες που έχουν να κάνουν με το άτομο – όπως η προσωπικότητα του καθενός, οι προηγούμενες εμπειρίες, το φύλο (οι γυναίκες είναι, κατά κανόνα, πιο επιδέξιες σε αυτό). και αφετέρου παράγοντες που έχουν να κάνουν με το πλαίσιο – όπως τα αποθέματα προσοχής, το τι άλλο συμβαίνει εκείνη την ώρα, και τη σχέση του ατόμου με το πρόσωπο που εκφράζει το συναίσθημα. Επιπλέον υπάρχουν και αποκλίνουσες περιπτώσεις που θα τις κατατάσσαμε στην παθολογία, λ.χ. τα άτομα στο φάσμα διαταραχών του αυτισμού έχουν σοβαρή δυσκολία να αντιληφθούν τις συναισθηματικές καταστάσεις των άλλων. Ένας βασικός λόγος άλλωστε που ασχολείται η Nευροεπιστήμη με το ζήτημα της ενσυναίσθησης και ένας στόχος αυτού του ερευνητικού προγράμματος είναι η κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν σε τέτοιου είδους ελλείμματα με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση και, κυρίως, την πρόληψή τους.
Η συγκεκριμένη διατύπωση του τίτλου εμπεριέχει μια αμφισημία και μου δίνει την ευκαιρία να σχολιάσω και να διαφοροποιήσω ορισμένες έννοιες σχετικά με το πώς αντιμετωπίζει η γνωσιακή Νευροεπιστήμη το γενικότερο ζήτημα της «αντίληψης των συναισθημάτων του άλλου». Στην σχετική βιβλιογραφία ο όρος ενσυναίσθηση (empathy) απαντάται με δύο σημασίες. Η πρώτη είναι αυτή που διαφαίνεται από τον τίτλο: η ικανότητα να καταλαβαίνει κανείς τι νοιώθει, τι βιώνει ο άλλος, αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη (χωρίς απαραίτητα να κυριολεκτούμε) «η ικανότητα να μπαίνω στη θέση του άλλου». Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. είτε (1) μέσω γνωσιακής επεξεργασίας είτε (2) μέσω απ’ ευθείας «αναγνώρισης» και «μοιράσματος» της συγκινησιακής κατάστασης ενός άλλου ατόμου. Στην πρώτη περίπτωση, η παρατήρηση του άλλου –των εκφράσεων του προσώπου του, της στάσης του σώματός του, αλλά και των λεκτικών του αναφορών– πυροδοτεί σειρά γνωσιακών διεργασιών στον παρατηρητή, μέσω των οποίων συνάγεται η συγκινησιακή κατάσταση του παρατηρούμενου.
Στη βιβλιογραφία αυτό ονομάζεται «θεωρία του νου» (theory of mind / mentalizing) και με λίγα λόγια σημαίνει ότι: υποθέτουμε πως ο άλλος έχει νοητικό σύστημα παρόμοιο με το δικό μας και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις αντιδράσεις του και να προβλέψουμε τις πράξεις του βάσει των επιθυμιών του και των πεποιθήσεών του (και όχι των δικών μας). Ο δεύτερος τρόπος είναι μέσω απ’ ευθείας «αναγνώρισης», χωρίς δηλαδή τη διαμεσολάβηση συλλογισμών, και αυτό στη βιβλιογραφία ονομάζεται ενσυναίσθηση (empathy) με τη στενότερη πια έννοια του όρου.
Εννοείται πως ένας τέτοιος διαχωρισμός δεν είναι, δεν θα μπορούσε να είναι, απόλυτος. Επιπλέον ενδέχεται να είναι, όπως όλα στην επιστήμη, προσωρινός. Αλλά, για την ώρα τουλάχιστον, τεκμηριώνεται αφενός ανατομικά και αφετέρου βάσει κλινικών παρατηρήσεων. Όσον αφορά την ανατομία, φαίνεται ότι υπάρχουν διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου, διαφορετικά νευρωνικά κυκλώματα, που ενεργοποιούνται επιλεκτικά σε κάθε περίπτωση. Όσον αφορά την κλινική εικόνα, φαίνεται ότι διαφορετικές παθολογικές καταστάσεις συσχετίζονται με αλλοιώσεις σε διαφορετικά τμήματα του δικτύου. Λ.χ. ασθενείς με αυτισμό, που δυσκολεύονται να συνάγουν τις πεποιθήσεις και τις επιθυμίες των άλλων, παρουσιάζουν συχνά αλλοιώσεις στην περιοχή της άνω κροταφικής αύλακας (superior temporal sulcus), που φαίνεται να εμπλέκεται στη θεωρία του νου. Ενώ μελέτες σε ψυχικά πάσχοντες δείχνουν ότι δεν έχουν ανατομικές διαφοροποιήσεις στην περιοχή αυτή, αλλά εμφανίζουν αλλοιώσεις στην περιοχή της πρόσθιας νήσου (anterior insula) που αφορά αυτό το «καθρέφτισμα», το μοίρασμα των συναισθημάτων με τον άλλο.
Έχοντας κάνει αυτούς τους απαραίτητους διαχωρισμούς και αποσαφηνίσεις, θα αναφερθώ τώρα στην καθαρή «ενσυναίσθηση» με τη δεύτερη και πιο στενή έννοια του όρου και όχι τόσο στην αντίληψη των συναισθημάτων μέσω γνωσιακής επεξεργασίας. Έτσι λοιπόν, ως ενσυναίσθηση ορίζουμε την ικανότητα να μοιράζεται κανείς τη συγκινησιακή κατάσταση κάποιου άλλου, διατηρώντας όμως την επίγνωση ότι η αιτία, η πηγή της συγκινησιακής κατάστασης είναι ο άλλος. Δεν είναι επομένως το ίδιο με τη συγκινησιακή μετάδοση (emotional contagion), όπου λείπει αυτή η επίγνωση. Αν και στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου δεν θα σταθώ σε αυτή τη διάκριση.
Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, σε (αναγκαστικά) αδρές γραμμές, το τι μας λέει η Νευροεπιστήμη για την ενσυναίσθηση. Πρόκειται για θέμα που μελετάται κυρίως σε ανθρώπους και κυρίως με απεικονιστικές μεθόδους – αν και υπάρχουν ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις και στα δύο. Οι συνθήκες που έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότερο είναι ο πόνος, το αίσθημα αηδίας, αλλά και η χαρά ή το άγγιγμα. Ας πάρουμε το παράδειγμα του πόνου, που έχει μελετηθεί ενδελεχέστερα.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι: ποιες είναι οι εγκεφαλικές περιοχές – ή σωστότερα τα δίκτυα του εγκεφάλου – που εμπλέκονται στο φαινόμενο της ενσυναίσθησης του πόνου. Γνωρίζουμε ήδη από προηγούμενες μελέτες ότι υπάρχει ένα σύμπλεγμα περιοχών που ενεργοποιείται όταν πονάμε, και που εμπεριέχει δύο ξεχωριστά αλλά συνεργαζόμενα τμήματα: αφενός το τμήμα που αφορά στην επεξεργασία της αίσθησης του πόνου, με άλλα λόγια υποδεικνύει την περιοχή και την ποιότητα του πόνου (sensory-discriminatory component). και αφετέρου το τμήμα που κωδικοποιεί το συγκινησιακό φορτίο του πόνου, δηλαδή το πόσο δυσάρεστη είναι η εμπειρία του πόνου (affective component). Αυτό το σύμπλεγμα περιοχών συνιστά το λεγόμενο «δίκτυο πόνου» (pain matrix). Αντίστοιχα δίκτυα έχουν αποκαλυφθεί και για τα άλλα παραδείγματα που ανέφερα προηγουμένως. Αυτό που ενδιαφέρει τώρα είναι να συγκρίνουμε την αντίδραση στο βίωμα του πόνου με την αντίδραση στην παρατήρηση κάποιου που πονάει. Καταγράφεται η εγκεφαλική δραστηριότητα κάτω από τις 2 διαφορετικές συνθήκες και εξετάζεται η ένταση και η έκταση της ενεργοποίησης κάθε φορά. Το ενδιαφέρον, και αυτό αποτελεί το πρώτο σημαντικό εύρημα, είναι ότι υπάρχει σημαντική επικάλυψη μεταξύ των δικτύων πρωτογενούς αίσθησης και ενσυναίσθησης. Συμπεραίνουμε επομένως ότι ο εγκέφαλος εμπεριέχει μηχανισμούς προσομοίωσης των συναισθημάτων του άλλου, μηχανισμούς που είναι καλωδιωμένοι (hardwired) και μας επιτρέπουν να μετέχουμε απ’ ευθείας σε αυτό που νοιώθει ο άλλος, χωρίς τη διαμεσολάβηση ιδιαίτερης γνωσιακής επεξεργασίας. Με άλλα λόγια, τα ίδια εγκεφαλικά συστήματα που μας επιτρέπουν να επεξεργαζόμαστε συγκινησιακές καταστάσεις του εαυτού μας, ενεργοποιούνται για να αντιληφθούμε τις αντίστοιχες καταστάσεις στους άλλους.
Το δεύτερο σημαντικό εύρημα είναι ότι η ενεργοποίηση αυτών των εγκεφαλικών δικτύων δεν είναι αυτόνομη, αλλά επηρεάζεται από τους παράγοντες που ανέφερα παραπάνω, το φύλο, τις εμπειρίες κ.λπ. Επομένως, η ένταση και η έκταση των εγκεφαλικών ενεργοποιήσεων μεταβάλλονται από τους ίδιους ρυθμιστικούς παράγοντες που μεταβάλλουν και τη συμπεριφορά. Και αυτό είναι σημαντικό, αφενός γιατί είναι συμβατό με τις παρατηρήσεις της ψυχολογίας, οπότε επιβεβαιώνει ότι αυτό που μετράμε απεικονιστικά αντιστοιχεί, σε αρκετό βαθμό, σε αυτό που συμβαίνει συμπεριφορικά. αφετέρου σημαίνει ότι αυτή η εγγενής καλωδίωση, αυτά τα hardwired νευρωνικά κυκλώματα στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως (όπως άλλωστε τα περισσότερα νευρωνικά κυκλώματα, hardwired ή μη) είναι εύπλαστα. Και άρα μπορούν να ενδυναμωθούν ή να αποδυναμωθούν, όπως συμβαίνει και για κυκλώματα που εξυπηρετούν άλλες δεξιότητες.
Έχοντας ως βάση αυτές τις ενθαρρυντικές ενδείξεις μπορούμε να δούμε και έναν εκ των πιθανών υποκείμενων νευροβιολογικών μηχανισμών, που αφορά το καθ’ όλα εντυπωσιακό φαινόμενο των κατοπτρικών νευρώνων (mirror neurons).
Οι κατοπτρικοί νευρώνες (ΚΝ) αποτελούν ειδική κατηγορία νευρικών κυττάρων, οι οποίοι πρωτοανακαλύφθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 στον προμετωπιαίο φλοιό του πιθήκου και έχουν την εξής θαυμαστή ιδιότητα: διεγείρονται όταν ο πίθηκος επιτελεί μία συγκεκριμένη πράξη, αλλά και όταν ο πίθηκος βλέπει τον πειραματιστή να κάνει την ίδια πράξη. Και προσέξτε πως μιλώ για πράξη, με πρόθεση και σκοπό, και όχι απλά για κίνηση ενός ή και περισσότερων μυών.
Καθώς σε αυτούς που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον χώρο της νευροβιολογίας ενδέχεται αυτή η ιδιότητα να μην φαίνεται ιδιαίτερα θαυμαστή, οφείλω να αναδείξω την εξαιρετική σημασία αυτής της ανακάλυψης. Μέχρι τότε οι ερευνητές είχαν εντοπίσει κύτταρα, η διέγερση των οποίων προσδιόριζε την κίνηση κάποιου μυός ή που ενεργοποιούνταν από ψήγματα αισθητηριακής πληροφορίας, π.χ. από φωτεινά ερεθίσματα, ή από ευθείες γραμμές, ή από το κόκκινο χρώμα, ή από κάποια συχνότητα ήχου, κ.ο.κ. Και από τίποτα άλλο. Και αυτά τα ψήγματα πληροφορίας έπρεπε να συντεθούν σε ενιαίο αντίλημμα. Γιατί τέτοια αντιλαμβανόμαστε: ενιαία αντικείμενα. Βλέπουμε εικόνες, όχι γραμμές και χρώματα. Ακούμε μουσική, όχι νότες. Εδώ λοιπόν έχουμε μεμονωμένα κύτταρα που κωδικοποιούν ολόκληρο νόημα!
Να εξηγήσω, αν δεν είναι σαφές, ποιο είναι το νόημα που κωδικοποιείται. Δεν σηματοδοτεί ο νευρώνας την απλή κίνηση που αναφέρεται σε μετατόπιση κάποιου τμήματος του σώματος αλλά δεν εμπεριέχει την ιδέα του στόχου. Κωδικοποιεί μια σύνθετη και στοχευμένη πράξη του ατόμου, που ενέχει το εξής νόημα: κινώ διαφορετικές ομάδες μυών με σκοπό να πιάσω τη μπανάνα. Επιπλέον –κι εδώ είναι το ζήτημα που μας ενδιαφέρει σήμερα– εφόσον το κύτταρο αντιδρά με τον ίδιο τρόπο και στην παρατήρηση της κίνησης, της ίδιας κίνησης και όχι κάποιας άλλης, κωδικοποιεί και το νόημα που εμπεριέχεται στη συνδιαλλαγή μεταξύ δύο ατόμων, στην αυτόματη κατανόηση ότι η πράξη που γίνεται από τον έναν είναι η ίδια με αυτή που γίνεται από τον άλλο.
Και το επίσης εντυπωσιακό, που είναι δύσκολο να αναδειχθεί σε κείμενο, είναι ότι οι νευρώνες αυτοί αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο όχι μόνο όταν ο πίθηκος βλέπει την πράξη, αλλά και όταν την ακούει! Ή όταν η κίνηση είναι μερικώς καλυμμένη, λ.χ. γίνεται πίσω από ένα παραβάν. Επομένως αυτό που κωδικοποιείται είναι τελικά το νόημα, η ιδέα της συγκεκριμένης πράξης, ανεξάρτητα με το ποιος είναι ο πράττων. Οι νευρώνες αυτοί ονομάστηκαν κατοπτρικοί γιατί «καθρεφτίζουν» την πράξη που βλέπουν, και την μεταφράζουν –υπό μία έννοια– σε δική τους πράξη. Με άλλα λόγια μεταφράζουν αυτό που βλέπουμε –σε εγωκεντρικές συντεταγμένες– ώστε να μπορούμε να συνδιαλεγόμαστε με τον κόσμο γύρω μας.
Κατόπιν αυτών μπορούμε τώρα να δούμε τι σχέση έχουν οι κατοπτρικοί νευρώνες με την ενσυναίσθηση. Θυμίζω ότι έχουμε ορίσει την ενσυναίσθηση ως την άμεση / αυτόματη αναγνώριση των συγκινησιακών καταστάσεων του άλλου. Τέτοια κύτταρα (ΚΝ) ανακαλύφθηκαν έκτοτε και σε άλλες περιοχές, μεταξύ των οποίων και η εγκεφαλική περιοχή της νήσου (insula), στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως και η οποία είδαμε ότι εμπλέκεται στο φαινόμενο της ενσυναίσθησης. Πιστεύουμε λοιπόν ότι ο συγκεκριμένος ρόλος, η συγκεκριμένη λειτουργία των ΚΝ εξαρτάται από την περιοχή που βρίσκονται: στον προκινητικό φλοιό διαμεσολαβούν την κατανόηση των πράξεων – και μέσω αυτής τη μίμηση και τη μάθηση. ενώ στην περιοχή της νήσου διαμεσολαβούν την αντίληψη των συγκινήσεων – και μέσω αυτής την ενσυναίσθηση.
Το σημαντικό είναι ότι αυτά τα κύτταρα, μέσω αυτής της «μετατροπής» της αντιληπτικής αναπαράστασης (είτε πρόκειται για παρατήρηση πράξης είτε για παρατήρηση συγκίνησης / συναισθήματος) σε πράξη ή συγκίνηση, δίνουν μια αυτόματη, μη γνωσιακά διαμεσολαβούμενη κατανόηση της παρατηρούμενης κινητικής πράξης ή συγκινησιακής κατάστασης. Με άλλα λόγια: με την αυτόματη ενεργοποίηση των κατοπτρικών νευρώνων, όταν παρατηρούμε τις κινήσεις των άλλων, κατά κάποιο τρόπο «ευθυγραμμιζόμαστε» μαζί τους όσον αφορά τους στόχους τους και τις πράξεις τους. Με τον ίδιο τρόπο πιστεύουμε ότι μπορεί να κατανοούμε και τα συναισθήματα των άλλων. Να έχουμε δηλαδή μια απευθείας αίσθηση του πώς νοιώθει ο άλλος. Σε συμφωνία με αυτή την υπόθεση, μελέτες σε ασθενείς του φάσματος του αυτισμού έχουν δείξει μειωμένο πάχος φαιάς ουσίας επιλεκτικά σε περιοχές που περιέχουν κατοπτρικούς νευρώνες.
Συνοψίζοντας λοιπόν, η ματιά της Νευροεπιστήμης σχετικά με την αντίληψη των συναισθημάτων που προσπάθησα να μεταφέρω εδώ, λέει:
• ότι η ενσυναίσθηση, με την ευρεία έννοια, ορίζεται ως η ικανότητα να «μπαίνουμε στη θέση του άλλου», και ότι αυτό γίνεται με τουλάχιστον δύο μηχανισμούς, που παρόλο που είναι διακριτοί δεν είναι ανεξάρτητοι,
• ότι φαίνεται πως είμαστε προγραμματισμένοι / καλωδιωμένοι / σχεδιασμένοι (όλοι είναι φορτισμένοι όροι, διαλέγετε και παίρνετε) από τη φύση μας να διαθέτουμε αυτή την ικανότητα, όχι μόνο με έναν αλλά με περισσότερους τρόπους. και ότι ο ένας εξ αυτών ενδέχεται να γίνεται μέσω κατοπτρικών νευρώνων. Και τέλος,
• ότι όπως οι περισσότερες ικανότητες έτσι και η ενσυναίσθηση υπόκειται σε ρυθμίσεις (άλλος φορτισμένος όρος στην Ελλάδα του 2015) και ως εκ τούτου μπορεί είτε να καλλιεργηθεί και να ενισχυθεί είτε να παραμεληθεί και να ατονήσει. Και πως εν τέλει εμείς αποφασίζουμε για το προς τα πού θα θέλαμε να πάμε – ως άτομα, και βέβαια ως κοινωνία.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.