Βασίλης Καψαμπέλης
Ψυχίατρος και Ψυχαναλυτής,
μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισιού
και της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας στο 13 διαμέρισμα του Παρισιού
σύναψις 38 [2015 – τόμος ΙΙ]
LA DÉPRESSION A POSTERIORI, Vassilis Kapsambelis, Le Carnet Psy 2008, 128, 44-48
Μετάφραση:
Ειρήνη Μαρκίδου & Θανάσης Καράβατος
Η κλινική περίπτωση που ακολουθεί διαφωτίζει, με κάπως ιδιαίτερο τρόπο, το ερώτημα για τη μακροπρόθεσμη έκβαση μιας κατάθλιψης στην εφηβεία. Η ιδιαιτερότητά της είναι η ακόλουθη. O ασθενής, που θα παρουσιάσω εδώ εν συντομία την ιστορία του, μου αναφέρει μια σοβαρή καταθλιπτική κατάσταση κατά την εφηβεία, την οποία περιγράφει κλινικώς κατά τον πιο κλασικό τρόπο, από τη πρώτη στιγμή της συνάντησής μας, αλλά και στη συνέχεια. Η εργασία μας κατά τις θεραπευτικές συναντήσεις, που κράτησαν τέσσερα χρόνια, εμπεριείχε αυτό ακριβώς το στοιχείο: ένα αναμφισβήτητο δεδομένο στο αναμνηστικό επίπεδο και ταυτόχρονα πρόσφορο για την κοινή μας επεξεργασία. Εντούτοις, λίγο πριν λήξουν οι συναντήσεις, παρουσιάστηκαν κάποια νέα στοιχεία τα οποία έδειχναν ότι το επεισόδιο που παρουσίασε ο ασθενής στην εφηβεία του δεν ήταν καθόλου μια καταθλιπτική κατάσταση. Αντικείμενο του άρθρου μας είναι αυτή ακριβώς η κλινική του κατάσταση κατά την έναρξη των επισκέψεών του, όπως αυτή έγινε κατανοητή ως συνέχεια ενός αρχικού υποτιθέμενου καταθλιπτικού επεισοδίου, καθώς και η ασυμφωνία μεταξύ της ανάμνησής του και αυτού που είχε πραγματικά συμβεί κατά την εφηβεία του από ιατρικής απόψεως.
Ο ασθενής παρουσιάστηκε στο ψυχιατρικό τμήμα του Τομέα του σε ηλικία 56 ετών. Μοναδικό τέκνο των γονέων του που απεβίωσαν εδώ και πολλά χρόνια. Πρόσφατα διαζευγμένος, μετακόμισε στο Παρίσι, μια πόλη παντελώς άγνωστη σ’ αυτόν πλην του πόστου εργασίας του, και ζει μόνος. Εργάζεται ως φύλακας για πολλά χρόνια σε μια δημόσια υπηρεσία. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση και στερείται απολυτηρίου μέσης εκπαίδευσης. Προσήλθε στην υπηρεσία επειδή, κατά τα λεγόμενά του, φοβάται το σοκ αυτής της νέας του ζωής, πολύ περισσότερο επειδή νιώθει κάποιες ασαφείς διαταραχές: άγχος ή μάλλον «στρες», αϋπνίες και είναι επίσης «ίσως, λίγο καταθλιπτικός». Γίνεται βεβαίως προσπάθεια να συσχετισθεί η έναρξη καταθλιπτικών αντιδράσεων και τον πρόσφατο χωρισμό, αλλά αυτός δεν το δέχεται: Αντίθετα, λέει, εδώ και χρόνια η ζωή του με τη γυναίκα του δεν του πρόσφερε τίποτε κι ο χωρισμός ήταν γι’ αυτόν μια ανακούφιση. Το μόνο που τον ξαφνιάζει κάπως στο διαζύγιό του είναι πως η ανακοίνωσή του δεν ήρθε από τη γυναίκα του, αλλά από την αδελφή της. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν του το είπε η ίδια, αν και, προσθέτει, «είναι αλήθεια πως δεν μιλούσαμε και πολύ μεταξύ μας». Το ζεύγος είχε αποκτήσει ένα γιο που τέλειωνε τις εγκύκλιες σπουδές του τον καιρό του χωρισμού τους. Παρέμεινε με τη μητέρα του και, όπως ο ασθενής αναφέρει, διατηρεί «ασφαλώς» επαφή μαζί του, όμως οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ πολύ οικείες. «ίσως λίγο στην αρχή, επισημαίνει, αλλά πιστεύω πως η πρώην γυναίκα μου τον πήρε πολύ γρήγορα με το μέρος της, κι εγώ από τη μεριά μου δεν επέμενα». Βρίσκει ανιαρή τη δουλειά του και περιμένει με ανυπομονησία τη σύνταξή του. Αντιθέτως έχει ένα πάθος: την κλασική ποπ και ροκ μουσική (Beatles, Rolling Stones, Pink Floyd), δηλαδή τη μουσική της εφηβείας του, ενώ παίζει πού και πού ερασιτεχνικά κιθάρα μ’ έναν ή δύο φίλους. Το καλοκαίρι, τυχαίνει ενίοτε να χρησιμοποιήσει τις διακοπές του για να περιοδεύσει μαζί τους σε θέρετρα της ακτής του Ατλαντικού και σπανιότερα στην Κυανή Ακτή, παίζοντας για 2-3 βράδια σε μικρά μπαρ ή καφέ: «έχουμε έτσι στέγαση και λίγο χαρτζιλίκι, έτσι κι αλλιώς δεν θα πήγαινα μόνο με το μεροκάματό μου διακοπές στη θάλασσα».
Η πρώτη εντύπωση είναι αρκετά απροσδιόριστη. Έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ενώπιον κάποιου λίγο πολύ ξένου προς τον εαυτόν του, σάμπως να μην έχει επικοινωνία με τον εσωτερικό του κόσμο. Αν και πολλά στοιχεία παραπέμπουν σε καταθλιπτική κατάσταση (ο πρόσφατος χωρισμός, η μετακόμιση, η απομόνωση και φυσικά ορισμένα κλινικά σημεία), η κατάστασή του μοιάζει πιο παλιά και ίσως πιο «ιδιοσυστασιακή» κατά κάποιο τρόπο. Ο νους πάει στη «θεμελιώδη κατάθλιψη», με την ψυχοσωματική έννοια, σκέψη που ενισχύεται από το γεγονός ότι αναφέρει κάποιες πρόσφατες διαταραχές του θυρεοειδούς – αντιθέτως όμως, η μιμική και η ζωντάνια που δείχνει, μιλώντας για την αγάπη του στη μουσική ροκ, αντιτίθεται σ’ αυτή την υπόθεση. Εν τέλει κερδίζει η πρώτη μας εντύπωση: Να κάποιος που είναι «ξένος στον εαυτό του», όρος που, αν και δεν αποτελεί διάγνωση, μοιάζει επαρκέστερος για να μας επιτρέψει να στοχαστούμε και να ανοίξουμε διάλογο μαζί του.
Στις συνεδρίες που θα ακολουθήσουν, η κλινική του κατάσταση θα γίνει εμφανέστερα καταθλιπτική, δικαιολογώντας έτσι μια ελαφρά αντικαταθλιπτική αγωγή που θα έχει ευνοϊκά αποτελέσματα. Ο ασθενής λέει: «Δεν μπορώ να πω πως πάω άσχημα, δεν μπορώ να παραπονεθώ για κάτι, εκτός από τα χρήματα που πάντα μου λείπουν και τη δουλειά μου που είναι βαρετή, μα αυτό δεν είναι δα κάτι καινούργιο. Σα να είμαι ζωντανόςνεκρός. Δεν ασχολούμαι πια με τη μουσική, δε μου λέει τίποτε. Γυρνάω από τη δουλειά και μένω στο σπίτι χωρίς να κάνω κάτι, κι έπειτα είναι ακριβό το Παρίσι, πού να βγεις όταν έχεις μικρό μισθό και μια διατροφή να πληρώσεις».
Αρχίζει λοιπόν να μιλά με περισσότερες λεπτομέρειες, απαντώντας πάντα σε ερωτήσεις, σχετικά με την «κατάθλιψη» που είχε εκδηλώσει όταν ήταν νέος, μεταξύ 17 και 22 ετών, και που είχε αναφέρει κατά την πρώτη εξέταση. Στη διάρκεια των συνεδριών, το πρώτο αυτό καταθλιπτικό επεισόδιο θα παίρνει σημαντική έκταση όσο η παρούσα κατάστασή του και η ψυχική εργασία που μοιράζεται μαζί μου ανακαλούν την ανάμνησή του. Το επεισόδιο είχε αρχίσει στο τέλος της εφηβείας και θα μπορούσε να εξηγήσει, εν μέρει τουλάχιστον, την αποτυχία των σπουδών του. Η ζωή που περιγράφει πριν την περίοδο αυτή μοιάζει αρκετά συνηθισμένη. Ο πατέρας του, στέλεχος επιχειρήσεως, παρουσιάζεται σκληρός και απόμακρος, δείχνοντας περιφρόνηση για τα μουσικά γούστα και τις κακές σχολικές επιδόσεις του γιου του. «Έτσι κι αλλιώς, λέει, δεν αγαπούσε τα παιδιά και ο ίδιος είχε μεγαλώσει με φροντίδες της πρόνοιας». Αντιθέτως, ο ασθενής διατηρούσε μια πολύ ζεστή σχέση με τη μητέρα του που έμενε στο σπίτι. «Αυτό, είπε, γινόταν επειδή οφειλόταν στο ότι είχε χάσει ένα πρώτο αγόρι στην ηλικία των δύο ετών από μια άγρια γρίπη, λίγους μήνες πριν τη γέννησή μου». Η κατάθλιψη στην εφηβεία φαίνεται να άρχισε με την αρρώστια της μητέρας του, που θα υποφέρει τρία-τέσσερα χρόνια από καρκίνο, πριν πεθάνει, όταν εκείνος ήταν 22 χρονών. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου θα γνωρίσει τη μόνη ψυχιατρική του νοσηλεία, από την οποία δεν διατηρεί καμιά ακριβή ανάμνηση, πέραν της περιγραφής της κατάθλιψης. «Θυμάμαι πως ένιωθα πέρα για πέρα μπλοκαρισμένος … Τίποτε δεν με ενδιέφερε, δεν σκεφτόμουν τίποτε… Αλλά ήμουν πολύ θλιμμένος, η ζωή δεν είχε πια κανένα νόημα για μένα. Ήταν μια βαθιά θλίψη». Παρόλη την προφανή σύμπτωση της καταθλιπτικής του κατάστασης και της νόσου, κατόπιν δε και του θανάτου της μητέρας του, μοιάζει σα να ανακαλύπτει τη σύνδεση αυτών των δύο γεγονότων στη διάρκεια των συνεδριών. «Μα φυσικά, έτσι πρέπει να ’ναι… πράγματι δεν ήμουν και τόσο χαζός στα νιάτα μου. Ύστερα όμως από την κατάθλιψή μου κι ύστερα από τον θάνατο της μητέρας μου, δεν είχα ούτε δίπλωμα ούτε τίποτε, πήρα τη πρώτη δουλειά που βρήκα μπροστά μου (αυτή που εξακολουθεί να έχει, τριάντα χρόνια αργότερα) κι είμαι ακόμη εκεί». Την ίδια αυτή περίοδο της εισόδου του στην ενήλικο ζωή, διέκοψε τις σχέσεις με τον πατέρα του και, μερικά χρόνια αργότερα, σε ηλικία 30 ετών συνάντησε στον τόπο εργασίας του αυτή που θα γινόταν γυναίκα του, από την οποία μόλις είχε χωρίσει.
Έπειτα από παρακολούθηση δύο ετών, άρχισε να σχηματοποιείται μια ορισμένη ψυχοπαθολογική ιστορία καθώς προχωρούσαν οι συνεδρίες. Μπορούσε ή θα μπορούσε να διαφωτίσει κάποιες όψεις της συζήτησης για το πεπρωμένο των καταθλιπτικών καταστάσεων στην εφηβεία. Είναι προφανές πως στην περίπτωσή του, η εξέλιξη ήταν από τις πιο εμφανείς διότι, κατά κάποιο τρόπο, αυτός ο ασθενής δεν βγήκε ποτέ από την αρχική αυτή κατάθλιψη. Κάτι είχε παραμείνει οριστικά νεκρό μέσα του: σαν μια ταύτιση με τον νεκρό αδελφό, άγνωστο και χωρίς πρόσωπο, που όμως δρούσε στην αντιζηλία, ικανό να προσελκύσει οριστικά τη μητέρα προς το μέρος του. Ή, ακόμα, σα μια μορφή όψιμης ενδοβολής της νεκρής μητέρας [Green], μα πάντα παρούσας εντός του και πάντα σιωπηλής. Όχι μια ναρκισσιστική ταύτιση κατά την έννοια της μελαγχολίας: αυτός ο ασθενής δεν οργάνωσε παθολογία μανιο-κατάθλιψης, το αντικείμενο δεν κατέλαβε το εγώ. Αλλά ως κάποιο είδος μόνιμης και προειλημμένης έναντι του αντικειμένου απογοήτευσης, επομένως και έναντι κάθε νέου αντικειμένου, ως μια κάποια βεβαιότητα πως το αντικείμενο δεν μπορεί παρά να απογοητεύει ή να ξεφεύγει και πως πρέπει επομένως η επένδυσή μας σ’ αυτό να μετριάζεται: ούτε μεγάλη χαρά, ούτε μεγάλος πόνος. Ένα μόνο αντικείμενο – που γλίτωσε την καταστροφή επειδή διέθετε πρότερη ύπαρξη– επιζεί και του επιτρέπεται να δεχτεί μια πραγματικά λιβιδινική επένδυση χωρίς κίνδυνο απώλειας: η μουσική ροκ. Και να πώς ένας άνδρας ώριμης πλέον ηλικίας, θεμελιωδώς μοναχικός και συνολικά απογοητευμένος από τη ζωή, ξαναβρίσκει σε κομμάτια ροκ της εποχής του ’60 κάτι από μια εφηβεία πριν την απογοήτευση, κατευθείαν βγαλμένη από το προσωπικό του μουσείο, όπως ακριβώς και το ροκ που λατρεύει.
Αυτό το είδος πεπρωμένου/εξέλιξης του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου της εφηβείας, αν «μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο» υπήρξε πραγματικά, είναι αναμφίβολα αρκετά τυπικό. Φαίνεται πως γενικώς υπάρχει κάτι στην εφηβεία που αντιτίθεται στην κατάθλιψη. Όχι στις καταθλιπτικές εναλλαγές ή τα περάσματα, που παρατηρούνται πράγματι συχνά σ’ αυτή την ηλικία και οφείλονται στις απώλειες των αντικειμένων της παιδικής ηλικίας που οι εφηβικές αλλαγές επιβάλλουν στον ψυχισμό μας. Αλλά το γεγονός και μόνο ότι αυτές οι καταθλιπτικές εναλλαγές επιβάλλονται από μια ενορμητική και εξελικτική δυναμική, τις εμποδίζει στην πλειοψηφία των περιπτώσεων να συγκροτήσουν ένα κλινικά οργανωμένο και σταθερό σύνδρομο. Εκδηλώνονται ως κακοκεφιά, αντίθεση, θυμός, εναλλαγή επιθετικότητας και ενοχής, διακυμάνσεις λίγο ή πολύ θυελλώδεις του θυμικού, αστάθεια στις επενδύσεις περάσματα στην πράξη: Μεταφράζουν σταθερά τη διπλή τους φύση απώλειας και κατάκτησης, επώδυνης απάλειψης της παλιάς τάξης και γεμάτης με άγχος προσμονής (και με κρυφή ελπίδα) της νέας τάξης. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, όταν εγκατασταθεί μια πραγματική καταθλιπτική κατάσταση, σοβαρή, διαρκής και «μονόχρωμη» (δηλαδή χωρίς στοιχεία άλλα από εκείνα μιας καταθλιπτικής κατάστασης), συνδηλώνει περισσότερο μια διακοπή αυτής της ειδικής στην εφηβεία δυναμικής, έτσι που να συνεπιφέρει χωρίς αμφιβολία τον κίνδυνο να αφήσει αργότερα, όταν οι έφηβοι ενηλικιωθούν, αυτές τις ζώνες «νέκρωσης», τόσο χαρακτηριστικές στον συγκεκριμένο ασθενή, ακόμα κι όταν τα υποκείμενα αυτά διάγουν τον βίο τους χωρίς εμφανή μείζονα ψυχοπαθολογία.
Η εξέλιξη του ασθενούς επιβεβαίωσε την άποψη αυτή. Ήταν βεβαίως ευνοϊκή χάρη στη συνδυαστική επίδραση των φαρμάκων, των συζητήσεών μας και κυρίως, αναμφίβολα της επουλωτικής αξίας χρόνου που περνάει. Τρία χρόνια αργότερα, βρίσκεται κοντά στη σύνταξη. Έχει χάσει το επιπλέον βάρος που είχε πάρει απ’ όταν χώρισε και νιώθει πιο θαλερός και δυναμικός. Έχει ελέγξει την τάση του για υπερκατανάλωση οινοπνευματωδών που είχε αρχίσει να απειλεί την καθημερινότητά του. Ξανάρχισε τις καλοκαιρινές του περιοδείες παίζοντας ροκ. Λίγους μήνες πριν τη σύνταξή του, στην πρώτη μας συνεδρία μετά τις διακοπές, ανακοινώνει πως έχει μια καινούργια φίλη, μια γυναίκα που μοιράζεται τις μουσικές του προτιμήσεις, η οποία τον συνόδευσε στις καλοκαιρινές συναυλίες του. Είναι ικανοποιημένος. Ταυτόχρονα όμως, κάτι μένει αναλλοίωτο, που το εκφράζει ο ίδιος πολύ χαρακτηριστικά: Για παράδειγμα, μιλώντας για τη φίλη του, για την ικανοποίησή του να έχει και πάλι κοντά του μια γυναίκα, διευκρινίζει πως δεν ξέρει ποιο θα είναι το μέλλον της σχέσης τους κι έπειτα προσθέτει το εξής σχόλιο: «Θαρρώ πως δεν ξέρω ν’ αγαπώ, τις γυναίκες τουλάχιστον… Δεν έχω συναισθήματα για αυτές». Επίσης, μου λέει ότι βλέπει σπανίως τον γιο του και σκέφτεται πως είναι ευχαριστημένος για την επιλογή του να γίνει τεχνίτης, προσθέτοντας χωρίς ιδιαίτερη συγκίνηση: «Δεν ήταν περισσότερο προικισμένος από μένα για σπουδές». Η συνταξιοδότησή του προγραμματιζόταν τότε για την αρχή του επόμενου έτους. Είχε κιόλας βρει μια μικρή επαρχιακή πόλη για να εγκατασταθεί μετά το πέρας των δραστηριοτήτων του, μακριά από το Παρίσι και την ακριβή ζωή του, και κοντά στη θάλασσα. Μερικούς μήνες αργότερα εγκαταλείπει την περιοχή του Παρισιού, ευχαριστημένος με την καινούργια του ζωή. Δεν θα έχω ξανά νέα του.
Θα μπορούσαμε να κλείσουμε εδώ την έκθεση αυτών των λίγων σκέψεων που αφορούν στην εξέλιξη της κατάθλιψης στην εφηβεία, φυσικά με όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις, πως δηλαδή δεν πρόκειται για τις συχνές και χαρακτηριστικές αυτής της ηλικίας «καταθλιπτικές εναλλαγές», αλλά για σοβαρά και διαρκή καταθλιπτικά επεισόδια. Εντούτοις, περίπου εκείνη την εποχή, λίγους μήνες πριν τη συνταξιοδότησή του, πριν το πέρας των συναντήσεών μας, έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης που σημείωσα στην αρχή του κειμένου. Ο ασθενής ετοιμάζει τα πράγματά του για τη μετακόμιση, ανοίγει τα παλιά κουτιά που είχε καταχωνιάσει όπως όπως στο υπόγειό του μετά τον χωρισμό και πέφτει πάνω σε παλιά χαρτιά. Ανάμεσά τους, η γνωμάτευση για τη νοσηλεία του όταν ήταν έφηβος που η μητέρα του είχε φροντίσει να πάρει μετά την έξοδό του. Θυμάται πως είχαμε αναφερθεί πολύ σ’ εκείνη την περίοδο της ζωής του, στην αρχή της παρακολούθησής του, πριν από δυο-τρία χρόνια και το προσκομίζει στη συνεδρία: «Ορίστε, αυτό μιλάει για τη νοσηλεία μου όταν ήμουν νέος… Δεν τα καταλαβαίνω όλα, σας το έφερα, είπα πως μπορεί να σας ενδιαφέρει, εγώ δεν το χρειάζομαι». Η γνωμάτευση προερχόταν από ένα μεγάλο παρισινό πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Μαθαίνουμε ότι ο ασθενής παρέμεινε εκεί όχι λιγότερο από δέκα μήνες, με διάγνωση ηβηφρενο-κατατονικής σχιζοφρένειας, βραδέως εξελισσόμενη από τα μέσα της εφηβείας του, με κάποια πτωχά και μη συστηματοποιημένα παρανοειδή στοιχεία. Οι νευροληπτικές θεραπείες του καιρού εκείνου είχαν αποδειχτεί λίγο αποτελεσματικές ή είχαν αργήσει να δράσουν και είχε τεθεί ο προβληματισμός για ηλεκτροσπασμοθεραπεία, τελικώς όμως ο ασθενής έφυγε από την κλινική με μερική βελτίωση και με τη σύσταση να παρακολουθείται, η οποία όμως δεν τηρήθηκε. Δεν θα ξαναμιλήσουμε ούτε θα επανέλθουμε σ’ αυτό μέχρι τον αποχωρισμό μας.
Μπορούμε φυσικά να συζητήσουμε επ’ αόριστον τον προβληματισμό εάν ο ασθενής είχε όντως παρουσιάσει σχιζοφρένεια κατά την εφηβεία. Εντούτοις, δεν θα ξαφνιάζονταν από αυτή την εξέλιξη όσοι γνωρίζουν τη σχιζοφρένεια, το οποίο προϋποθέτει τη μακρόχρονη παρακολούθηση των νεαρών ασθενών για περιόδους που φτάνουν τις δύο ή τρεις δεκαετίες, ίσως και περισσότερο.
Συνήθως, γνωρίζουμε τη σχιζοφρένεια από τα υπολείμματά της. Στην ψυχιατρική των εφήβων και των νεαρών ενηλίκων, παριστάμεθα στην καταστροφή που αντιπροσωπεύει, στην πολυτάραχη και χαοτική εξέλιξη των πρώτων χρόνων, με το ξέσπασμα της καταστροφικότητας και των αυτοκτονικών αποπειρών που κάποιες φορές είναι μοιραίες. Στην ψυχιατρική των ενηλίκων και του Τομέα, συνοδεύουμε περισσότερο τις πιο αθεράπευτες φθορές και καταστάσεις της, ανακουφίζουμε μάλλον παρά γιατρεύουμε. Η παρακολούθηση για τριάντα χρόνια επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός ευνοϊκών εξελίξεων, με ή χωρίς θεραπεία, που καταλήγουν σε ποικίλους τύπους ύπαρξης, από τους όλο και πιο αθέατους μέσα σε κοινωνίες που κι αυτές έχουν διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν. Γνωρίζουμε επίσης πως, εάν για τις νέες γενιές η διάγνωση της σχιζοφρένειας είναι συνώνυμη με την ανεργία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την απομόνωση, η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική, ακόμη και για τους σχιζοφρενείς, σε μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης, όπως εκείνη του ασθενούς μου όταν ήταν νέος.
Έτσι λοιπόν, δεν είναι τόσο η μετέπειτα εξέλιξή του, υπό το φως αυτών που μαθαίνουμε από το ιστορικό του, που θα τραβήξει την προσοχή μας, αλλά η ασυμφωνία ανάμεσα σε όσα ο ίδιος λέει και στην ιατρική γνωμάτευση, πριν από περίπου σαράντα χρόνια. Υπάρχει όμως πράγματι μια τόσο σημαντική ασυμφωνία; Είναι αλήθεια πως, από τις πρώτες συνεντεύξεις μας, το ιστορικό μια σοβαρής κατάθλιψης στην εφηβεία έγινε δεκτό ως δεδομένο του ιατρικού αναμνηστικού και η εργασία ξεκίνησε από αυτό το γεγονός, χωρίς να επιχειρήσουμε την ανασύνθεση –όσο ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν δυνατό– της συμπτωματολογίας εκείνης της εποχής. Ξαναπιάνοντας τις σημειώσεις των συνεντεύξεων, οι διατυπώσεις με τις οποίες είχε καταχωρηθεί, στις πρώτες συναντήσεις, η μαρτυρία του για την παρελθούσα παθολογία του, μπορούν να προσλάβουν διπλό νόημα: «Θυμάμαι πως ήμουν απολύτως μπλοκαρισμένος… Δεν με ενδιέφερε τίποτε, δεν σκεφτόμουν τίποτε… ήμουν όμως πολύ θλιμμένος, η ζωή δεν είχε νόημα για μένα. Ήταν βαθιά η θλίψη». Τίθεται το ερώτημα για μια έκδηλη κινητική αναστολή («ήμουν μπλοκαρισμένος»), συμβατή με την κατατονία· για ανακοπή της σκέψης («δεν σκεφτόμουν τίποτε») και απώλεια του νοήματος της ζωής, συμβατά επίσης με την έναρξη μιας σχιζοφρένειας.
Εν τέλει, εάν υπάρχει κάποια ασυμφωνία, αυτή δεν συνίσταται τόσο στη διαφορά ανάμεσα στον ιατρικό λόγο της γνωμάτευσης και τον αναμνηστικό λόγο του ασθενούς μου, αλλά περισσότερο ανάμεσα στην ιατρική ετυμηγορία και τη συναισθηματική του ανάμνηση: εκεί που η ιατρική διαγιγνώσκει μια ηβηφρενο-κατατονία, ο ασθενής, όσο τέλος πάντων τα καταφέρνει, διατηρεί την ανάμνηση μιας «βαθιάς θλίψης». Έχουμε εδώ την εντύπωση πως ένα σοβαρό ψυχοπαθολογικό επεισόδιο της εφηβείας, έστω ψυχωτικό, όσο κι αν το υποκείμενο ξεφεύγει από την παθολογία στην οποία θα μπορούσε να καταλήξει, βιώνεται a posteriori με τους όρους και τη συναισθηματική χροιά της κατάθλιψης, ακόμα κι αν το επεισόδιο δεν ήταν καθόλου καταθλιπτικό με τη νοσογραφική έννοια του όρου. Με άλλα λόγια: Στην ανάμνηση που διατηρούν τα άτομα, φαίνεται πως κάτι της τάξεως της απώλειας, και ενδεχομένως της ανεπανόρθωτης απώλειας, υπεισέρχεται στη σοβαρή ψυχοπαθολογία της εφηβείας και οι κλινικές εικόνες συγχέονται. Πρόκειται για μια ιδέα που επιβεβαιώνεται από τον τρόπο με τον οποίο πολλοί ψυχωτικοί ασθενείς μιλούν για την έναρξη της νόσου τους, είκοσι με τριάντα χρόνια αργότερα, όπου η έννοια της κατάθλιψης και τα συναισθήματα θλίψης κατέχουν μια πολύ πιο σημαντική θέση, μέσα στη διήγηση της ανάμνησής τους, από ό,τι η κλινική της εποχής τους θα άφηνε να διαφανεί.
Έτσι λοιπόν με τον καιρό, μιλούμε συχνά με όρους κατάθλιψης και απώλειας για κάθε σοβαρή ψυχοπαθολογική ρήξη της εφηβείας, όποια κι αν είναι η φύση της από διαγνωστικής απόψεως. Απώλεια όμως τίνος; Αν η εφηβεία χαρακτηρίζεται γενικώς ως εκείνη η στιγμή απώλειας του παλαιού κόσμου και επώδυνης γέννας του καινούργιου, η απώλεια για την οποία γίνεται εδώ λόγος δεν μπορεί να είναι η παιδικότητα που χάνεται, δηλαδή η απώλεια του παρελθόντος. Γι’ αυτήν την απώλεια ομιλούν επαρκώς, και κάποιες φορές θορυβωδώς, οι άλλες κλινικές εκδηλώσεις της εφηβείας, αυτές ακριβώς που δεν είναι ούτε μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, ούτε ψυχωτικές παθολογίες, κι ακόμα οι πολυάριθμες μη κλινικές εκδηλώσεις αυτής της ηλικίας. Φαίνεται λοιπόν ότι αυτή η επώδυνη επίγευση κατάθλιψης και απώλειας που αφήνουν πίσω τους, a posteriori, ορισμένες μείζονες ψυχοπαθολογικές ρήξεις της εφηβείας, μαρτυράει την απώλεια όχι ενός παρελθόντος, αλλά ενός μέλλοντος: την απώλεια, παραδείγματος χάρη, αυτού που θα είχε επιτρέψει στον ασθενή μας να ξέρει να αγαπά τις γυναίκες ή να μπορεί να ανησυχεί, να συγκινείται ή να ενδιαφέρεται για τον γιο του. Την απώλεια, όχι αυτού που είχαν, αλλά αυτού που δεν θα έχουν ποτέ. Και ότι, κατά κάποιο τρόπο, το πεπρωμένο της κατάθλιψης στην εφηβεία φαίνεται σαν να είναι το «καταθλιπτικό πεπρωμένο» κάθε σοβαρής ρήξης εκείνης της ηλικίας, μια γενική μορφή του ‘εκ των υστέρων’ κάθε εφηβικής ρήξης που κατέληξε σε μια εκτροπή της κανονικής διαδρομής.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.