Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Τίτος Πατρίκιος
Ποιητής

σύναψις 38 [2015 – τόμος ΙΙ]

Τα συναισθήματα στη λογοτεχνία

ΣΥΜΠΟΣΙΟ

Το συναίσθημα από τη λογοτεχνία
στη νευροβιολογία και την εξάρτηση

Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο αφιέρωμα « το συναίσθημα, από τη λογοτεχνία στη νευροβιολογία και την εξάρτηση» προέρχονται από τις ομιλίες σε εκδήλωση, με τον ίδιο τίτλο, που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 13 Μαρτίου 2015 στο πλαίσιο της εβδομάδας για τον εγκέφαλο που οργανώνει η Dana Alliance for Brain. H εκδήλωση είχε ενταχθεί στη σειρά «η επιστήμη στη ζωή μας» του προγράμματος “Megaron-plus” και πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία για τις Νευροεπιστήμες.

Ηλίας Κούβελας

Για το συναίσθημα μιλάμε συνεχώς. Είτε το αισθανόμαστε είτε το περιγράφουμε είτε αντιδρούμε σε αυτό. Αλλά καθώς δεν ήξερα και πολλά πράγματα για το θέμα, είπα να ανοίξω ένα λεξικό που δίνει ωραίους ορισμούς, το γαλλικό λεξικό Ρομπέρ (Robert), να δω πώς ένα λεξικό χρηστικό ορίζει το συναίσθημα. Και είδα ότι δίνει τους εξής ορισμούς: πρώτα πρώτα, συνείδηση λίγο ή πολύ καθαρή. Κατόπιν, γνώση που περιέχει συγκινησιακά ή διαισθητικά στοιχεία. Και κατόπιν, ικανότητα να αισθάνεσαι, να εκτιμάς μια τάξη πραγμάτων ή μια τάξη αξιών. Δηλαδή και στους τρεις ορισμούς το στοιχείο που είναι καθοριστικό είναι το συγκινησιακό, το διαισθητικό, το αισθαντικό. Σε κανέναν απ᾽ αυτούς τους ορισμούς δεν υπάρχει το στοιχείο του λόγου. Και για τη λέξη συναισθηματικός — γιατί και αυτό μας απασχολεί πολύ, από το συναίσθημα βγαίνει — πάλι δίνει τους ορισμούς: κάτι που αφορά τον έρωτα, κάτι που προέρχεται από αιτίες συγκινησιακές, που δεν είναι ορθολογισμένο ούτε ιδιοτελές, κάτι το ονειροπαρμένο, που δίνει σημασία στα τρυφερά συναισθήματα.

Όλα αυτά μαζί τα βλέπουμε συνεχώς να λειτουργούν στη λογοτεχνία. Δεν ά λειτουργούν όμως αυθαίρετα. Λειτουργούν στη λογοτεχνία, γιατί λειτουργούν μέσα στον καθένα μας. Και το ερώτημα πια που τίθεται και για μένα, αλλά πιστεύω και για όλους μας, είναι το εξής: σε τι βαθμό το συναίσθημα συνδυάζεται, αντιμάχεται, αντιπαλεύει ή τελικά επικρατεί ή δεν επικρατεί απέναντι στο λογικό.

Ειδικά στη λογοτεχνία θεωρούμε ότι το συναίσθημα είναι κυρίαρχο, κυρίως από την εποχή του ρομαντισμού και μέχρι τις μέρες μας. Στην κλασσική λογοτεχνία, βέβαια, το συναίσθημα λειτουργούσε, αλλά ούτε πρακτικά ούτε θεωρητικά είχε μεγάλη σημασία. Όμως στον ρομαντισμό το συναίσθημα έπαιξε κυρίαρχο ρόλο.


Ένας από τους πολύ μεγάλους ρομαντικούς, ο Ζεράρ Ντε Νερβάλ (Gerard de Nerval), ο οποίος πέθανε σχετικά νέος, σαράντα επτά ετών, το 1855 ήταν, θα λέγαμε σήμερα, ψυχικά διαταραγμένος. Έμπαινε κι έβγαινε σε κέντρα θεραπείας, όπως ήσαν εκείνο τον καιρό. Τα τελευταία του χρόνια ζούσε εντελώς περιθωριακά ώσπου τελικά αυτοκτόνησε, κρεμάστηκε από ένα κιγκλίδωμα σε κεντρικό δρόμο του Παρισιού. Ο Νερβάλ είχε γράψει πολύ ωραία έργα, ποιήματα και πεζά. Σε όλα κυριαρχεί το δίχως ελέγχους συναίσθημα σε τέτοιο βαθμό που είναι σαν να προοιωνίζεται τους πρώτους σουρεαλιστές. Μάλιστα στο τελευταίο του έργο, τη συλλογή πεζών Ωρελιά ή το όνειρο και η ζωή (Aurelia, ou le Reve et la vie, 1855) που εκδόθηκε δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, αναδύεται ένα συναισθηματικό παραλήρημα. Ωστόσο η γλώσσα του παραμένει διαυγής, συνεκτική, θα έλεγε κανείς λογική, Έτσι σχολιάζοντας αυτό το βιβλίο , ο φίλος του Τεοφίλ Γκωτιέ (Theophile Gautier), κι αυτός ακραίος ρομαντικός, είπε ότι σε αυτό «είναι σαν ο Λόγος (Le Raison) να γράφει τις αναμνήσεις της τρέλας καθ΄ υπαγόρευσιν της». Αυτή η σκέψη τελικά τι δείχνει; Δείχνει κάτι που νομίζω ότι λειτουργεί σε όλη τη λογοτεχνία: τον Λόγο. Όσο κι αν τον παραμερίζουμε, όσο κι αν τον βάζουμε στην άκρη για χάρη του συναισθήματος, όσο κι αν κάποτε τον αγνοούμε, τελικά είναι ο λόγος που έρχεται να υπαγορεύσει την τελική δομή και μορφή του λογοτεχνικού έργου. Και αυτό δεν συνέβη μόνον στους ρομαντικούς. Συμβαίνει και με όλες τις επαναστατικές λογοτεχνικές πρωτοπορίες στα κατοπινά χρόνια, ως τις μέρες μας.

Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η λαθεμένη αντίληψη για τον λόγο έχει αρνητικά αποτελέσματα. Εδώ, για να μιλήσω λίγο πιο προσωπικά, θα ήθελα να πω ότι στα πρώτα νεανικά μου χρόνια, κι εγώ και όλοι οι άλλοι που σκεφτόμασταν το ίδιο, είχαμε μεταβάλει τον λόγο σε ένα δογματικό μαρξοειδή ορθολογισμό, οπότε απορρίπταμε ριζικά το συναίσθημα και θεωρούσαμε τους ρομαντικούς βαθύτατα αντιδραστικούς. Εγώ μάλιστα είχα φτάσει να θεωρώ τον συναισθηματισμό δημιούργημα της αστικής τάξης που αποσκοπεί στην αδρανοποίηση όσων αγωνίζονται για την ανατροπή της, να βλέπω την ποίηση σαν έκφραση του μικροαστικού συναισθηματισμού και να διακηρύσσω τον λογικό έρωτα. Βέβαια αυτές τις νεανικές δογματικές βεβαιότητες δεν άργησα να τις ξεπεράσω και σε αυτό με βοήθησε πολύ ο Γιάννης Ρίτσος στο στρατόπεδο του Αη Στράτη, το 1952. Αλλά απέναντι σ΄ αυτές τις βεβαιότητες ο Ζεράρ ντε Νερβάλ και ο Τεοφίλ Γκωτιέ είχαν δίκιο εκατό χρόνια νωρίτερα.

Μιλώντας όμως για τον Τεοφίλ Γκωτιέ το μυαλό μου πήγε στην περίφημη φράση « Η τέχνη για την τέχνη» που συχνά του αποδίδεται. Αυτή τη φράση δεν την πρωτοδιατύπωσε εκείνος αλλά ο Μπενζαμίν Κονστάν (Benjamin Constant) το 1804. Όμως ο Γκωτιέ ήταν εκείνος που την υιοθέτησε, της έδωσε τη σημασία της βασικής αξίας της αισθητικής, στην τέχνη. Κατόπιν την ενστερνίστηκαν ο Μπωντλαίρ, ο Φλωμπέρ και άλλοι στον αγώνα τους για την ελευθερία στην τέχνη. Όπως είναι γνωστό αυτή την αντίληψη την καταδικάζαμε σαν εντελώς αντιδραστική, που οδηγεί στην αποκοπή της τέχνης από τη ζωή και επί χρόνια τής αντιπαραθέταμε την αντίληψη «η τέχνη για τον λαό». Ομολογώ ότι χρειάστηκα πολύ περισσότερο καιρό για να καταλάβω τι πραγματικά εννοούσαν εκείνοι οι συγγραφείς μ΄ αυτή τη φράση. Τα τελευταία χρόνια είχε έρθει στην Ελλάδα ένας σημαντικός στοχαστής και κοινωνιολόγος, ο Πιερ Μπουρντιέ (Pierre Bourdieu) που δυστυχώς δεν ζει πια. Τον γνώρισα από κοντά, κουβεντιάσαμε πολύ, του πήρα μάλιστα μια συνέντευξη για την τηλεόραση που δεν προβλήθηκε ποτέ. Σε μια ομιλία του ο Μπουρντιέ τόνισε ότι η αντίληψη «η τέχνη για την τέχνη» είναι η πιο προοδευτική αντίληψη που υπάρχει. Διότι κατά τον Μπουρντιέ δεν σημαίνει – κι έτσι μου το φώτισε κι εμένατην αποκοπή της τέχνης από την πραγματική ζωή και το κλείσιμο της μέσα σ΄ έναν χρυσελεφάντινο πύργο, όπως θεωρούσαμε, αλλά την αποδέσμευση της από τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, την άρνηση της υποταγής της σε εξωκαλλιτεχνικές εξουσιαστικές προσταγές. Χάρη στον Μπουρντιέ ξανασκέφτηκα αυτή τη φράση και η εκτίμηση που είχα για τον Γκωτιέ, τον Μπωντλαίρ, τον Φλωμπέρ, που εδώ και πάλι προηγήθηκαν, μεγάλωσε.

Βέβαια οι Γάλλοι είχαν μεγάλους ρομαντικούς συγγραφείς αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο ρομαντισμός ξεκίνησε από τη Γερμανία. Και ανάμεσα στους ρομαντικούς συγγραφείς ξεχωρίζει ο μεγάλος ρομαντικός, ο γενάρχης ίσως του ρομαντισμού, Γκαίτε (Goethe) που με Τα βάσανα του νεαρού Βέρθερου (Die Leiden des jungen Werther, 1774), επιστολικό μυθιστόρημα που το έγραψε εικοσιπέντε μόλις ετών, σφράγισε την εποχή του. Αλλά ενώ το μυθιστόρημα αυτό ξεχειλίζει από άκρατο συναισθηματισμό – λένε πώς οδήγησε μερικούς στην αυτοκτονία – ο Γκαίτε δεν άφησε το συναίσθημα να κυριαρχήσει στη γραφή του. Χωρίς να το εγκαταλείπει παρέμεινε ο πιο στοχαστικός και ορθολογικός συγγραφέας, συνδυάζοντας σε όλο το τεράστιο έργο του την ρομαντική με την κλασική αντίληψη. Είχα την ευχαρίστηση αυτό τον καιρό να διαβάσω τη μετάφραση, γιατί δεν ξέρω γερμανικά, του Ταξιδιού στην Ιταλία (Italienische Reise, 18161829). Με έχει αφήσει έκθαμβο η διεισδυτικότητα των παρατηρήσεων του και μαζί η ένταση των συναισθημάτων που νιώθει ανακαλύπτοντας τις ομορφιές της τέχνης αλλά και της ζωής στην Ιταλία. Και μαζί, η λογική κριτική που κάνει στα ίδια τα συναισθήματα, τις ίδιες τις αισθήσεις που του δημιουργεί η απόλαυση του ταξιδιού. Βέβαια το ότι αυτός ο μεγάλος ρομαντικός είναι ταυτοχρόνως ένας μεγάλος ορθολογικός, ένας μεγάλος στοχαστής που παρακολουθεί τα πάντα το βλέπει κανείς πολύ πιο έντονα αν διαβάσει τις Συνομιλίες με τον Έκερμαν (Johann Peter Eckermann, Gespärche mit Goethe, 1836-1848).

Εδώ επιτρέψτε μου μια άλλη παρένθεση. Μένει κανείς εμβρόντητος αν δει τι εκτεταμένη ενημέρωση είχε ο Γκαίτε. Το ότι είχε διαβάσει τη γαλλική μετάφραση του Φάουστ που είχε κάνει ο Ζεράρ ντε Νερβάλ και είχε πει «πάρα πολύ καλή αυτή η μετάφραση», είναι φυσικό. Είναι όμως εκπληκτικό το ότι είχε διαβάσει το βιβλίο ενός αγνώστου ακόμα συγγραφέα ονόματι Σταντάλ (Stendhal) με τον τίτλο Ρώμη, Νεάπολη και Φλωρεντία το 1817 (Rome, Naples et Florence en 1817) που εκδόθηκε σε λίγα αντίτυπα. Το βιβλίο αυτό του άρεσε και σε μια επιστολή του στον Έκερμαν λέει, αν θυμάμαι καλά, ότι είναι ένα αξιόλογο βιβλίο και του συστήνει να το διαβάσει. Κάτι που δεν το έμαθε ποτέ του στη ζωή του ο Σταντάλ, που έμεινε παραγνωρισμένος ως συγγραφέας, μέχρι που τον αναγνώρισε ο ίδιος ο Μπαλζάκ. Που να το ήξερε ο καημένος ότι είχε εκτιμήσει εκείνο το πρώτο του βιβλίο μ΄ αυτό το ψευδώνυμο ο Γκαίτε. Γιατί το Σταντάλ ήταν το ψευδώνυμο του Γάλλου συγγραφέα Ανρί Μπέλ (Henri Beyle). Ο οποίος στο βιβλίο αυτό εξέφραζε πολύ δημοκρατικές ιδέες και για να μη βρει τον μπελά του μέσα στην ατμόσφαιρα της Ιεράς Συμμαχίας, που κυριαρχούσε τότε στην Ευρώπη, διάλεξε αυτό, το γερμανικής όψης όνομα, εμφανιζόμενος ως Γερμανός αξιωματικός που υπηρέτησε στο στρατό του Ναπολέοντα και γράφει γαλλικά. Παρ’ όλα αυτά η αστυνομία του Μέττερνιχ ανακάλυψε ποιος ήταν πράγματι ο συγγραφέας. Και όταν ο Ανρί Μπέλ το 1831, δηλαδή ύστερα από 14 χρόνια, διορίστηκε από την τότε φιλελεύθερη κυβέρνηση της Γαλλίας πρόξενος στην Τεργέστη, που ήταν τότε στην αυστριακή επικράτεια, δεν έγινε δεκτός. Διότι η αστυνομία ήξερε πώς αυτός ήταν ο συγγραφέας εκείνου του δημοκρατικού, ανατρεπτικού βιβλίου. Για να δει κανείς πώς λειτουργούσαν από τότε οι μυστικές υπηρεσίες.

Σας τα λέω όλα αυτά, γιατί κι εγώ κάθε τόσο βλέπω πόσο η λειτουργία του λόγου πάει παράλληλα με τη λειτουργία του συναισθήματος, όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και στην ίδια τη ζωή μας. Αλλά ας έρθουμε στον προηγούμενο αιώνα , που δεν μας είναι και τόσο μακρινός. Αν διαβάσει κανείς τα φουτουριστικά μανιφέστα του Μαρινέτι (Filippo Tommaso Emilio Marinetti), κυρίως το πρώτο που δημοσιεύτηκε το 1908 στην πρώτη σελίδα της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro, αλλά κι εκείνο του 1913, βλέπει ότι ενώ από τη μια μεριά διακηρύσσει την απόλυτη ελευθερία του συναισθήματος, την κατάρριψη του λογικού φραγμού, μαζί με την κυριαρχία της τεχνολογίας και την απόρριψη των κλασικών παραδόσεων, από την άλλη μεριά βλέπει μια εντελώς ορθολογική διατύπωση που καταλήγει στη διακήρυξη φασιστικών ιδεών συνδυασμένων με ένα σοσιαλιστικού τύπου πρόγραμμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέσα στα φουτουριστικά μανιφέστα βλέπουμε τα πρώτα σπέρματα του εθνικοσοσιαλισμού, ότι ο Μαρινέτι ήταν ταυτόχρονα ένας φανατικός φασίστας κι ένας άκρατος σοσιαλιστής. Όπως ήταν ο Μουσολίνι, ο Χίτλερ και πολλοί άλλοι μέχρι σήμερα. Όταν όμως διαβάζεις αυτά τα μανιφέστα αναρωτιέσαι : «τι είναι αυτό που επικρατεί, το συναίσθημα ή ο λόγος;». Πάντως ο λογικός ειρμός των φουτουριστικών μανιφέστων είναι απόλυτος, θα έλεγα, καρτεσιανός.

Ως προς το λογικό του ειρμό το ίδιο συμβαίνει και με τα δύο σουρεαλιστικά μανιφέστα, του 1924 και του 1929, του Μπρετόν. Ενώ ο συγγραφέας τους διακηρύσσει την αποδέσμευση της γραφής από όλους τους λογικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς, η γραφή τους έχει μια πλήρη λογική συνοχή και ακολουθία.

Δεν έχω και πολλές γνώσεις για το χώρο της ψυχανάλυσης, αλλά κάτι που έχω διαβάσει μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Όπως ξέρουμε ο Φρόυντ ήταν πολύ αυστηρός απέναντι σ’ εκείνους που αμφισβητούσαν τις ιδέες του. Και όποιος τις αμφισβητούσε λίγο παραπάνω τον διέγραφε από την Ψυχαναλυτική Ένωση. Έτσι διέγραψε τον Άντλερ, τον Γιουνγκ και άλλους. Από έναν μόνο άνθρωπο δεχόταν την οποιαδήποτε κριτική, ακόμα και την αμφισβήτηση. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν η πανέμορφη Λου Σαλομέ. Μπροστά της το συναίσθημα κυριάρχησε απέναντι στον λόγο.

Φτάνω στο τέλος με μια άλλη αναφορά, όχι πια στη λογοτεχνία αλλά στην τέχνη, στη ζωγραφική. Υπάρχει μια θαυμάσια χαλκογραφία του Γκόγια που έχει την επιγραφή «Ο ύπνος του λογικού γεννάει τέρατα». Δηλαδή ο ίδιος ο Γκόγια που έχει εκφράσει στη ζωγραφική του έντονα συναισθήματα αλλά και που έχει ζήσει επίσης έντονα συναισθήματα στη ζωή του, βλέπει ότι αν το λογικό κοιμηθεί τα τέρατα γεννήθηκαν, οπότε χαθήκαμε.

Και τελειώνω με έναν πολύ σημαντικό στίχο. Γράφτηκε εδώ και διακόσια χρόνια και είναι σα να γράφτηκε σήμερα και μάλιστα για την αποψινή μας βραδιά. Είναι του Κάλβου, από την Ωδή στη Χίο:

Τι ακαίρως τα βασίλεια σκοτεινά κατοικείτε του ύπνου;
Να αποσπάσετε τα δεσμά των ονείρων τι αργοπορείτε;

Καλά τα δεσμά των ονείρων, καλά τα δεσμά του συναισθήματος, αλλά ας μην αργοπορούμε να τα αποσπάσουμε.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.