Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]

Από τη Θεωρία των Κοιλιών και τη Φρενολογία στις απαρχές της Νευροψυχολογίας.
Συνέχεια και Ασυνέχεια

Εισαγωγή

Ένας προβληματισμός παραμένει πάντα ο ίδιος και πάντα επίκαιρος για πάμπολλους αιώνες και αφορά στη σχέση εγκεφάλου και συμπεριφέρεσθαι. Πρόκειται, δηλαδή, για τη λεγόμενη εντοπιστική αντίληψη, στο πλαίσιο της οποίας είτε διαχωρίζονται περισσότερες «ψυχές» (φυτική, ζωική) είτε διακρίνονται περισσότερες από μία λειτουργίες και, ταυτόχρονα, αναζητείται/αναζητιέται η εντόπισή τους σε διάφορα τμήματα του εγκεφάλου. Κατά τον G. Lanteri-Laura, η πρακτική αυτή είναι διάφορη της αναζήτησης της έδρας της ψυχής, που είναι άλλη προβληματική, όπως π.χ. αυτή του Descartes (1596-1650), ο οποίος τοποθέτησε στο κωνάριο –ένα κεντρικό μόρφωμα του εγκεφάλου που είναι «μονό» κι όχι, όπως τα περισσότερα, δεξιό και αριστερό– το σημείο όπου το σώμα και η αδιαίρετη, μοναδική επίσης, ψυχή έρχονται σε συνάφεια, παρά την ετερογένειά τους. Ανάλογη ήταν και η επιλογή του Peyronie (1678-1747) να τοποθετήσει την ψυχή στο «μοναδικό», επίσης, μεσολόβιο.1 [Οι αριθμητικοί εκθέτες παραπέμπουν στη βιβλιογραφία του τέλους του κειμένου]

Οι δύο αυτοί προβληματισμοί πορεύονταν παράλληλα, μέχρις ότου ο Kant (1724-1804) κλόνισε οριστικά την ως τότε συνύπαρξή τους: αντιτιθέμενος στην «υπερβατική φυσιολογία» του Sömmerring (1755-1830) [θα αναφερθώ πιο κάτω, εξετάζοντας τη φρενολογία], θα απορρίψει μια επιστήμη που θέλει να ασχολείται με το σώμα και την ψυχή ταυτόχρονα και θα υποδείξει την αυστηρή διαίρεση του προβλήματος: η ψυχή υπόκειται μόνο σε φιλοσοφική ανάλυση, ενώ η φυσιολογία ερευνά τη λειτουργία του εγκεφάλου. Η αναζήτηση του οργάνου της ψυχής θα επιζήσει για λίγο αλλά δεν θα έχει συνέχεια.2 Να προσθέσω ότι ο καρτεσιανός Λόγος περί της Μεθόδου και ο διαχωρισμός σε res cogitans και res extensa, δηλαδή ο δυϊσμός σώματος και ψυχής, είχαν ήδη από καιρό διασπάσει έναν ενιαίο αδιαφοροποίητο χώρο ιδεών, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τις σύγχρονες επιστήμες.

Οι «εντοπίσεις» στην αρχαιότητα

Η αρχαιότερη γραπτή «εντοπιστική» παρατήρηση βρίσκεται, κατά τον Jean-Pierre Changeux, στον πάπυρο του Smith, όπου παρατίθενται 48 κλινικές περιγραφές τραυμάτων της κεφαλής και του τραχήλου. Στην περίπτωση 8, αν και το τραύμα είναι στον εγκέφαλο, το ιατρικό βλέμμα παρατηρεί και περιγράφει μια διαταραχή σε άλλο, απομακρυσμένο σημείο του σώματος: ο άνθρωπος «περπατά σέρνοντας το πόδι»· στην περίπτωση 22 παρατηρείται και περιγράφεται το αποτέλεσμα της βλάβης μιας ορισμένης περιοχής του εγκεφάλου: «όταν εξετάσεις έναν άνθρωπο που ο κρόταφός του έχει βυθιστεί μέσα στο κρανίο […] δεν θα σου απαντήσει εάν τον φωνάξεις, έχει χάσει τη λαλιά του.3 Ο Changeux εφιστά, βέβαια, την προσοχή μας στον πειρασμό να δούμε το κείμενο αυτό μόνο με βάση τις σημερινές γνώσεις μας και υπενθυμίζει ότι η θέση των αρχαίων Αιγυπτίων ήταν καρδιοκεντρική. Ανάλογο σκεπτικισμό εκφράζει κι ο Lanteri-Laura μπροστά στις μεταφραστικές απόπειρες των αιγυπτιολόγων να αποδώσουν ορισμένους όρους εκείνης της εποχής με τα (ιατρικά) αγγλικά του 20ου αιώνα.4 Ο Thierry Bardinet επισημαίνει, επίσης, τον κίνδυνο να αποδώσουμε στον αρχαίο γιατρό τις σημερινές μας γνώσεις, κάτι που είχε γίνει το 1930 με την πρώτη παρουσίαση του παπύρου από τον Breasted ως κειμένου ορθολογικής ιατρικής. Δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Ο πάπυρος αυτός δεν είναι τίποτε περισσότερο από συλλογή ιατρικών παρατηρήσεων για τη βαρύτητα των κλινικών σημείων σε τραυματίες. Τα κείμενα αυτά είτε δεν παραπέμπουν σε θεωρία είτε βρίσκονται σε συμφωνία με τις αντιλήψεις των αρχαίων Αιγυπτίων για τη βλαπτική επίδραση εξωτερικών όντων που βρίσκουν, με τον τραυματισμό, την ευκαιρία να διαταράξουν το πνεύμα της ζωής στο σώμα. Ο ίδιος χρονολογεί τον πάπυρο αυτόν στα 1550 π.Χ., μαζί με τον πάπυρο του Ebers.5 Ο Changeux αναφέρει τον 17ο π.Χ. αιώνα και αναπαράγει την πρόσθετη πληροφορία ότι αντιγράφει άλλον που συντάχθηκε γύρω στα 3000 χρόνια.6

Θα βρούμε σαφέστερα τις ρίζες του εντοπιστικού προβληματισμού στους προσωκρατικούς «φυσιολογούντες» φιλοσόφους, στην αριστοτελική ψυχολογία και στην εγκεφαλοκεντρική ιπποκρατική και πλατωνική θέση. Δεν θα αργήσει βέβαια να προσελκύσουν την προσοχή οι εγκεφαλικές κοιλίες, που περιέγραψαν ο Ηρόφιλος (335-280 π.Χ.) και ο Ερατοσθένης (276-196 π.Χ.). Το ενδιαφέρον γι’ αυτές θα φθάσει στους πρώτους μ.Χ. αιώνες μέσω του Γαληνού (129-199 π.Χ.) και του Ρούφου της Εφέσου (98-117 μ.Χ.).7 Ο τελευταίος θεωρούσε ότι το «ζωτικό πνεύμα» (το «ψυχικό πνεύμα» του Πλάτωνα), που παράγεται στην καρδιά, μεταφέρεται στον εγκέφαλο για να μετατραπεί εκεί σε «ζωικό πνεύμα», κι ύστερα αποθηκεύεται στις κοιλίες του εγκεφάλου, ώστε να κατανεμηθεί κατόπιν σε όλα τα μέρη του σώματος δια των κοίλων νεύρων. Η αντίληψή του για την παραγωγή του ζωικού πνεύματος στο θαυμάσιο αγγειώδες σπείραμα (rete mirabilis)8 είχε το «μειονέκτημα» ότι η ανατομία του Γαληνού βασιζόταν μόνο στα ζώα, στα οποία και μόνο υπήρχε ο σχηματισμός αυτός. Την ανατομική αυτή διαφορά θα επισημάνει για πρώτη φορά ο Ιταλός Mondino de Luzzi (1275-1326) κι αργότερα, τον 17ο αιώνα, ο Vesalius και ο Willis.9

Ο Γαληνός όμως τοποθετούσε το αριστοτελικό τρίπτυχο (φαντασία, κρίση, μνήμη) εντός της εγκεφαλικής ουσίας. Έτσι, το όργανο της ψυχής (το πνεύμα των κοιλιών) διαχωριζόταν από την ίδια την ψυχή.10 Κάποιες φορές όμως υποστήριξε πως η παραγωγή των «ζωικών πνευμάτων» γινόταν στις ίδιες τις κοιλίες.11 Την εποχή αυτή και σ’ όλο τον Μεσαίωνα, οι εγκεφαλικές κοιλότητες ονομάζονταν cellulae, αλλά η πρώτη ακριβής περιγραφή τους θα έρθει τον καιρό της Αναγέννησης με τον Leonardo Da Vinci (1472-1519), που είχε την έμπνευση να δοκιμάσει την πρώτη «κοιλιογραφία» εγχέοντας λειωμένο κερί στις κοιλίες του εγκεφάλου ενός νεκρού ζώου.12

Η θεωρία των κοιλιών

Στους Μέσους Χρόνους θα εντοπίσουμε την αρχαιότερη απεικόνιση της εντοπιστικής αντίληψης, που βρίσκεται σε χειρόγραφο του 11ου μ.Χ. αιώνα, εμφανώς ρητή αυτή τη φορά. Πρόκειται για σχέδιο κελτικού σταυρού, που περιβάλλεται από δύο ομόκεντρους κύκλους. Στο διάστημα που αφορίζουν οι δύο περίμετροι αναγράφεται: «ο άνθρωπος έχει τέσσερα κύρια μέρη». Είναι το ήπαρ, η καρδιά, οι όρχεις και ο εγκέφαλος που παριστάνονται στους 4 χώρους οι οποίοι απομονώνονται από την τομή του σταυρού με τους κύκλους. Σε κάθε όργανο προστίθεται διπλός χαρακτηρισμός, συνδυασμός των αριστοτελικών «ποιοτήτων» frigidum, calidum, siccum, humidum, που η αρχή τους ανάγεται στον Εμπεδοκλή· ο εγκέφαλος π.χ. είναι ψυχρός και υγρός. Στο ωοειδές σχήμα που παριστάνει μια εγκάρσια τομή του εγκεφάλου διαχωρίζονται τρεις περιοχές –πρόσθια, μέση, οπίσθια–, όπου τοποθετούνται οι λειτουργίες fantasia, intellectus, memoria. Οι τρεις περιοχές είναι οι κοιλίες του εγκεφάλου και ο εντός αυτών εντοπισμός των λειτουργιών αναπαριστά τη θεωρία των κοιλιών, που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Νεμέσιο, Επίσκοπο Εμέσης της Συρίας, στο βιβλίο του Περί φύσεως ανθρώπου (390-400 μ.Χ.)13 (I) [οι λατινικοί δείκτες παραπέμπουν σε υποσέλιδες σημειώσεις] και καθιερώθηκε, έκτοτε, με κάποιες παραλλαγές: στην πρώτη κοιλία τοποθετείται το sensus communis και η φαντασία, στη δεύτερη κοιλία βρίσκεται το λογικό και στην τρίτη η μνήμη. Κατά τον 10ο αιώνα θα εκτεθεί και ένα πιο λειτουργικό σχήμα: οι εικόνες που παράγονται από τις αισθήσεις στο sensus communis της πρώτης κοιλίας, υπόκεινται εντός της δεύτερης κοιλίας στην επεξεργασία της λογικής, πριν αποθηκευτούν στη μνήμη της τρίτης κοιλίας. Από τον 11ο αιώνα και μέχρι την Αναγέννηση, το θέμα αυτό θα αναπτυχθεί και θα παρασταθεί σε πάμπολλα χειρόγραφα και γκραβούρες.

Η φρενολογία

Η παρατήρηση του Ερασίστρατου (310-250 π.Χ.) ότι η πολυπλοκότητα της εξωτερικής επιφάνειας του εγκεφάλου βαίνει ευθέως ανάλογα με την αυξανόμενη ευφυΐα των ειδών του ζωικού βασιλείου δεν είχε συνέχεια. Αργότερα, μάλιστα, ο Γαληνός (130-200 μ.Χ.) θα βεβαιώσει ότι η περιοχή αυτή στερείται κάθε ιδιαίτερης λειτουργίας.14 Η βεβαιότητα αυτή ξεπέρασε τα χρόνια της Αναγέννησης. Άλλωστε, μέχρι τότε οι έλικες του εγκεφαλικού φλοιού δεν προσέλκυαν το ενδιαφέρον παρά μόνο περιγραφικά: είναι «σαν τις ρυτίδες που σχηματίζονται πάνω στον χαλκό όταν αρχίζει να λειώνει» (πάπυρος του Smith), «σαν τις περιελίξεις του εντέρου» (Rabelais, Malpighi, Vieussens), «σαν ένα πιάτο μακαρονάδα» ( Ιταλοί ανατόμοι της Αναγέννησης), «σαν τα συννεφάκια που ζωγραφίζουν τα παιδιά» (Vesale), «σαν ένας σωρός σκουλήκια» (Pare).15 Είναι όμως άξιο παρατήρησης ότι σε ένα σχέδιο (1503 μ. Χ.) του Gregor Reisch, που παριστάνει τον εντοπισμό των λειτουργιών στο κοιλιακό σύστημα, θα σκιαγραφηθούν για πρώτη φορά και οι εγκεφαλικές έλικες,16,17 αλλά θα περάσει καιρός μέχρι να προσελκύσει το επιστημονικό ενδιαφέρον.

Ο Vesalius (1514-1564) θεωρούσε τον φλοιό ως τροφικό σύστημα του εγκεφάλου· το ίδιο και ο Thomas Bartholini (1660-1680), έναν αιώνα αργότερα, προσθέτοντας πως οι εγκεφαλικές έλικες υπάρχουν για να προστατεύουν τα αγγεία από υπερβολικές κινήσεις, ιδίως κατά την πανσέληνο, οπότε ο εγκέφαλος εξοιδαίνεται. Ταυτόχρονα, κάποια σπέρματα των μελλοντικών ανακαλύψεων αρχίζουν να εμφανίζονται. Ο Stenon (1638-1686), αναγνωρίζοντας δύο διακριτές εγκεφαλικές ουσίες, παρατηρούσε «ότι η λευκή ουσία είναι συνεχής μέσα στα νεύρα που διανέμονται σε όλο το σώμα· ότι η φαιά ουσία χρησιμεύει σε ορισμένα σημεία σαν φλοιός για τη λευκή ουσία». Θεωρούσε, ακόμη, ότι έπρεπε να διαπιστωθεί η πορεία των νεύρων δια μέσου του εγκεφάλου, να βρεθεί «από που περνούν και που καταλήγουν». Αναγνώριζε ότι ήταν ένας δρόμος δύσκολος κι αμφέβαλε εάν θα μπορούσε να ελπίζει πως κάτι τέτοιο θα ήταν κατορθωτό χωρίς ιδιαίτερης φροντίδας παρασκευάσματα, καθώς είχε να κάνει με «τόσο μαλθακή ουσία και τόσο εύθραυστες ίνες που δεν μπορείς να τα αγγίξεις χωρίς να τα κόψεις» [Discours sur l’anatomie du cerveau. 1669].18

Tην ίδια εποχή, ο Marcello Malpighi (1628-1694) περιέγραφε σωρό από «αδενίδια», μικρά «σφαιρίδια» εντός των εγκεφαλικών ελίκων όπου τερματίζονται τα νεύρα, μικροσκοπώντας για πρώτη φορά τον φλοιό.19 Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι artefacts, όμοια των «σφαιριδίων» του Malpighi, (ανα) παρήγαγαν, με τη χρήση των δικών του μεθόδων και εργαλείων, ο Mayer20 και οι Clark και Bearn,21 τους οποίους ο Charles Gross22 ονομάζει «πειραματικούς ιστορικούς». Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο Sylvius (1614-1672) προώθησε την ιδέα ότι τα «ζωικά πνεύματα» εκκρίνονται από τη φαιά εγκεφαλική και παρεγκεφαλιδική ουσία, ο δε Willis θεώρησε πως τα «ζωικά πνεύματα» σχηματίζονται από το αίμα –όταν αυτό διηθείται στα αρτηρίδια του φλοιού του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίδας– κι ύστερα αποθηκεύονται στη λευκή ουσία για να διοχετευτούν στα νεύρα· αυτή την εποχή αναφέρονται στο «ρεύμα των νεύρων» (influxus, influx, ρεύμα = ροή μέσα σε….23).

Τον δρόμο διάνοιξε περαιτέρω ο Hofmann (1660-1742), αναπτύσσοντας την έννοια του «νευρικού ρευστού», ευθεία προέκταση των ζωικών πνευμάτων του Descartes και του Malebranche (1638-1715)· για τον Haller (1708-1777), το «εγκεφαλονωτιαίο ρευστό» ήταν ακίνητο, ατμός περισσότερο παρά υγρό.24 Αργότερα, το «ρεύμα» αυτό θα συνδεθεί με τον ηλεκτρισμό: ο Cabanis (1757-1808) παρατηρούσε ότι «το πείραμα του Galvani μας κάνει να πιστεύουμε ότι το νευρικό σύστημα είναι ένα είδος φιάλης του Leyde» (Rapports du physique et du moral de l’homme, 1805)· το ίδιο πίστευε και ο Lamarck (1744-1829): «μετά την ανακάλυψη του γαλβανισμού γίνεται ολοένα και πιθανότερο ότι το νευρικό σύστημα είναι ανάλογο με το ηλεκτρικό ρευστό» (Philosophie zoologique, 1809).

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Harvey, ο Willis είχε βέβαια στρέψει την προσοχή στα «στερεά» μέρη του εγκεφάλου, ιδιαίτερα στον φλοιό, χωρίς να αγνοεί και τους «χυμούς», τον «νευρικό» κυρίως.25 Διακρίνοντας μεταξύ σωματικής και αθάνατης ψυχής, τοποθέτησε τα τρία μέρη της πρώτης στην εγκεφαλική ουσία: το sensus communis στο ραβδωτό σώμα, τη φαντασία στο μεσολόβιο και τη μνήμη στον φλοιό.26 Ο Lanteri-Laura θα σημειώσει ότι με τον Willis διατυπώνεται πλήρως και σαφέστατα η γενική ιδέα των εγκεφαλικών εντοπίσεων, παρουσιάζεται, δηλαδή, ένας κατάλογος των προς εντόπιση ιδιοτήτων και προτείνεται ταυτόχρονα μια σειρά σημείων του εγκεφάλου τα οποία θα μπορούσαν να δεχτούν την κάθε μια τους.27

Όμως, στις αρχές του 18ου αιώνα η «πειραματική» παρατήρηση του Pourfour du Petit (1664-1741) σε σκύλο, ότι συγκεκριμένες, περιγεγραμμένες περιοχές των εγκεφαλικών ημισφαιρίων ελέγχουν την κινητικότητα του αντίπλευρου μέρους του σώματος, γρήγορα ξεχάστηκε. Η επιρροή του αντιεντοπιστή Haller ήταν ακόμη ισχυρή: ο φλοιός ήταν ανερέθιστος, αντίθετα προς τη λευκή ουσία που λειτουργούσε ως ενιαίο σύνολο.28 Επιπρόσθετα, οι ανατόμοι θεωρούσαν τον φλοιό εντελώς ακανόνιστο και μη περιγράψιμο. Το μόνο σταθερά παρατηρούμενο στοιχείο του ήταν η σχισμή του Silvius, γι’ αυτό περιορίζονταν στην περιγραφή ενός πρόσθιου και ενός οπίσθιου λοβού. Ο καινοτόμος Vicq d’ Azyr (1748-1798) υποστήριξε, μάλιστα, ότι αυτή η μη κανονικότητα του εγκεφαλικού φλοιού στον άνθρωπο αποδείκνυε την ανωτερότητά του έναντι των ζώων.29

Κατά τα τέλη όμως του 18ου αιώνα θα προταθεί και μια άλλη προσέγγιση του προβλήματος των εγκεφαλικών εντοπίσεων. Κατά τον Charles Bonnet (1720-1793), έπρεπε να ακολουθήσουν έναν ανάστροφο τρόπο έρευνας. Ξεκινώντας από ένα όργανο, να παρακολουθήσουν την πορεία των νευρικών ινών από την περιφέρεια προς το κέντρο και να αναζητήσουν την κατάληξή τους στον εγκέφαλο. Είναι η πρώτη φορά που προτείνεται η αναζήτηση των εγκεφαλικών εντοπίσεων βάσει ανατομικών δεδομένων και όχι ακολουθώντας, απλώς, μια παράδοση. Όσο για τις λειτουργίες που έπρεπε να εντοπιστούν, αυτές επιλέγονται από τον κατάλογο των αισθήσεων, αφού θεωρούσαν ότι ολόκληρη η ψυχική ζωή προέρχεται από αυτές κι από την προοδευτικά αυξανόμενη διαπλοκή τους.30 Ο Charles Bonnet πίστευε ότι η νευρική ίνα αποτελεί το βασικό ανατομικό και ψυχολογικό στοιχείο, όχι μόνο της αίσθησης, αλλά του συνόλου της ψυχονοητικής ζωής του ανθρώπου.31

Τη σύνδεση ανατομικών [εγκεφαλικών] δεδομένων και ψυχολογίας, που αναζητούσε ο Bonnet, την επιχείρησε ο ανατόμος Franz Josef Gall (1758-1828), καινοτομώντας ήδη από το 1798 όταν κατέστρωνε το ολοκληρωμένο πρόγραμμά του: «O αληθινός μου σκοπός είναι να προσδιορίσω τις λειτουργίες του εγκεφάλου γενικώς, αλλά και αυτές των διαφόρων τμημάτων του ειδικότερα, να αποδείξω ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε διάφορες προδιαθέσεις και φυσικές κλίσεις με τη βοήθεια των εξογκωμάτων και των κοιλωμάτων που βρίσκονται πάνω στο κεφάλι ή στο κρανίο και να εκθέσω με διαυγή τρόπο τις πιο σημαντικές αλήθειες και τις απορρέουσες συνέπειες για την ιατρική τέχνη, την ηθική, την εκπαίδευση, τη νομοθεσία κ.λπ, και γενικώς για την πιο βαθιά γνώση του ανθρώπου».

Τον φιλόδοξο αυτόν στόχο διατύπωνε ο Franz Gall σε ανοιχτή επιστολή του προς τον Αυστριακό βαρόνο Retzer, εκθέτοντάς του κάποιες σκέψεις σχετικά με τον εγκέφαλο του ανθρώπου και των ζώων, σκέψεις που είχε αρχίσει να διαμορφώνει από το 1792 και να διδάσκει ιδιωτικώς στη Βιέννη από το 1796.32 Μερικά χρόνια αργότερα θα συστηματοποιήσει τις ιδέες του στο σύγγραμμα με τον μακροσκελή, κατά τη συνήθεια της εποχής, τίτλο Ανατομία και φυσιολογία του νευρικού συστήματος γενικώς και του εγκεφάλου ιδιαιτέρως, με παρατηρήσεις για τη δυνατότητα αναγνώρισης πολλών πνευματικών και ηθικών προδιαθέσεων του ανθρώπου και των ζώων από τη διαμόρφωση των κρανίων τους. Οι 4 τόμοι του συγγράμματος αυτού εκδόθηκαν διαδοχικά στα 1810, 1812, 1818, 1819 –οι δύο πρώτοι σε συνεργασία με τον Johann Gaspar Spurzheim (1776-1832).33

Ανατομικό και φυσιολογικό θεωρεί το έργο του ο Gall κι αυτός ακριβώς ο συνδυασμός είναι η Οργανολογία του –αυτόν τον όρο επιλέγει και χρησιμοποιεί μέχρι τον θάνατό του–, γνωστότερη ως Φρενολογία, όπως θα ονομαστεί τo 1816 στην Αγγλία και θα καθιερωθεί έκτοτε.

Είχε προηγηθεί η φυσιογνωμική του Lavater (1715-1778) που πρότεινε τη διάκριση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών μέσω της ανάλυσης των χαρακτηριστικών του προσώπου που συνδύαζε τη φυσική ιστορία με την ανατομία. Προοίμιο της υπήρξαν οι απεικονίσεις ανθρώπινων ψυχολογικών χαρακτηριστικών επάνω σε ζώα όπως στο De humana physiognomonia libri IIII (1586) του Gianbattista Della Porta (1535-1615). Στον Lavater η φυσιογνωμική ήταν το σημείο εκκίνησης της «ψυχοφυσιολογίας» του, στον Gall η κρανιοσκοπία ήταν, αντίθετα, η κατάληξη της νέας «ψυχοφυσιολογίας».34

Ο Gall μελέτησε, επίσης, αρρώστους παραληρητικούς, τους «μονομανείς»(II) του Esquirol, όπως και πορτραίτα ανδρών με γνωστές «εξαιρετικές» (θετικά η αρνητικά) ψυχικές ιδιότητες. Έφτασε ακόμα και μέχρι την αρχαιότητα, χωρίς να νοιάζεται για την αυθεντικότητα των «τεκμηρίων»: στον Άτλαντα που συνόδευε το βασικό του έργο συμπεριέλαβε την εικονογράφηση της κεφαλής του Ομήρου και του Χριστού.35 Κατέληξε, έτσι, στη χαρτογράφηση του ανθρώπινου εγκεφαλικού φλοιού, απαριθμώντας και «εντοπίζοντας» τις ακόλουθες 27 βασικές ιδιότητες που καθορίζουν τη συμπεριφορά, όπως αυτές αναφέρονται από τους Lanteri-Laura και E. Clarke, K. Dewhurst.36

• (1) ένστικτο αναπαραγωγής, (2) αγάπη των τέκνων, (3) δεσμός, αφοσίωση, φιλία, (4) αυτοάμυνα, θάρρος, (5) σαρκοβόρο ένστικτο, τάση για φόνο, (6) δόλος πανουργία, λεπτότητα, επιδεξιότητα, (7) ένστικτο προμήθειας και αποθήκευσης, ιδιοκτησία, απληστία, φιλαργυρία, κλίση στην κλοπή, (8) περηφάνια, αλαζονεία, έπαρση, φιλαρχία, κοινωνική άνοδος, εξουσία, (9) φιλοδοξία. ματαιοδοξία, αγάπη του μεγαλείου, (10) σύνεση, προνοητικότητα.

• (11) μνήμη πραγμάτων, γεγονότων, εκπαίδευση, (12) αίσθηση του χώρου, (13) μνήμη προσώπων, (14) μνήμη λέξεων, (15) γλώσσα, (16) χρώματα, ζωγραφικό ταλέντο, (17) ήχοι, μουσικό ταλέντο, (18) αριθμοί, μαθηματικό ταλέντο, (19) κατασκευές, μηχανική, αρχιτεκτονικό ταλέντο.

• (20) ορθολογισμός, συγκριτική αγχίνοια, (21) μεταφυσικό πνεύμα, (22) πνευματώδες και σατιρικό πνεύμα, (23) ποιητικό ταλέντο, (24) αισθητική και ηθικές αρετές, αίσθημα δικαίου, (25) μίμηση, ταλέντο ηθοποιού, (26) θρησκευτικότητα, (27) αποφασιστικότητα, σταθερότητα, επιμονή, πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη.

Τα μορφώματα του κρανίου, ως πιστά εκμαγεία της εξωτερικής επιφάνειας του εγκεφάλου, αντιστοιχούν σε αυτές τις εντοπίσεις. η κρανιοσκοπία και η ψηλάφηση των κρανιακών μορφωμάτων παρέχει, επομένως, τη δυνατότητα να διαπιστώνεται η μικρή ή μεγάλη ανάπτυξη των «κλίσεων» και να αποκαλύπτεται η «ψυχοσύνθεση» του εξεταζόμενου.

Οι δέκα πρώτες ιδιότητες είναι κοινές στον άνθρωπο και τα σπονδυλωτά και είναι ψηλαφητές στο κατώτερο και μέσο επίπεδο του κρανίου, προχωρώντας εκ των όπισθεν προς τα πρόσω· οι επόμενες εννέα αφορούν στον άνθρωπο και τα ανώτερα σπονδυλωτά, βρίσκονται δε στην κατώτερη μετωπιαία περιοχή· οι οκτώ τελευταίες αποτελούν προνόμιο του ανθρώπου και αντιστοιχούν στην ανώτερη περιοχή. Οι βασικές συμπεριφορές του ανθρώπου βρίσκονται εν σπέρματι στα ζώα.

Αξεπέραστη μέχρι σήμερα είναι η Ιστορία της Φρενολογίας37 του Georges Lanteri-Laura. Υπήρξε από τα πρώτα βιβλία που εκδώσαμε στα ελληνικά με τον Θανάση Τζαβάρα, σε μετάφραση Κώστα Πόταγα, στη σειρά Τρίαψις Λ όγος των εκδόσεων Οδυσσέας στην αρχή, του Εξάντα ακολούθως – μια αστείρευτη πηγή ιστορικών δεδομένων και επιστημολογικών προβληματισμών, από όπου αντλούμε τις βασικές πληροφορίες.

Βασική αρχή της φρενολογίας ήταν η παραδοχή του «έμφυτου». Όμως η εκπαίδευση ή οι συνθήκες ζωής έχουν αναμφισβήτητα τη δική τους επίδραση, αλλά αυτή ασκείται μόνο πάνω σε προϋπάρχουσες και μη πλήρως αναπτυχθείσες λειτουργίες, οι οποίες δεν αποτελούν «αιτίες» συμπεριφορών, αλλά, συνεργαζόμενες ή αντιτιθέμενες μεταξύ τους, συγκροτούν ένα πλαίσιο που επιτρέπει δυνατότητες. Αυτό σημαίνει ότι μερικές λειτουργίες μπορεί και να μην εκδηλωθούν. Ο Gall απομακρυνόταν τόσο από τον καρτεσιανισμό όσο και από τον σενσουαλισμό. Όργανο και λειτουργία δεν ταυτίζεται, ούτε το παν προέρχεται απ’ έξω. Ο τετρακέφαλος μυς π.χ. επιτρέπει το βάδισμα, αλλά δεν είναι το «όργανό» του. Η ψυχή δεν ταυτίζεται με τον εγκέφαλο, αλλά για να παραχθεί ψυχισμός απαιτείται η λειτουργία του εγκεφάλου.

Από μια τέτοια «φυσιολογία» αυτονόητα προέκυπτε το θέμα της ελευθερίας και της υπευθυνότητας του ατόμου, ενός ατόμου που χαρακτηριζόταν από τον τρόπο της εγκεφαλικής του οργάνωσης. Θέση του Gall ήταν: η οργανικότητα καθορίζει μόνο δυνατότητες και ο άνθρωπος παραμένει ελεύθερος να ακολουθήσει ή να αντισταθεί στις κλίσεις του. Εδώ εκδηλώνεται η επίδραση της εκπαίδευσης και των κοινωνικών συνθηκών. Ο Gall δεν υποστήριζε την ατομική ανευθυνότητα, αλλά υποδείκνυε την αιτία μιας εν δυνάμει η έμπρακτης επικινδυνότητας, σκοπεύοντας στην προστασία της κοινωνίας. Ο απόλυτος ντετερμινισμός δεν ανήκει στη φρενολογία του Gall.

Η φρενολογία έγινε ευμενώς δεκτή από φιλοσόφους που αντιτάσσονταν στην πνευματοκρατική μεταφυσική. Ο Gall όμως δεν ξεπέρασε ποτέ το όριο της διάκρισης μεταξύ οργάνου και ψυχής –θα το κάνουν οι υλιστές στη θέση του–, αλλά ο Ναπολέων, εξ αρχής αντίθετος στη φρενολογία, δεν παρέλειψε να εκφράσει την ικανοποίησή του όταν ο Cuvier εναντιώθηκε στη φρενολογική «φυσιολογία».(III) Η βασική αντίθεσή του Cuvier εκκινούσε από φιλοσοφικές αντιρρήσεις. Ναι μεν ο εγκέφαλος δέχεται δια των νεύρων και μεταδίδει στο πνεύμα τις αισθητικές εντυπώσεις, διατηρώντας τες και αναπαράγοντάς τες, όταν αυτό τις χρειάζεται, μεταδίδοντας, επίσης, στους μύες τις διαταγές της βούλησης, αυτές όμως οι λειτουργίες προϋποθέτουν τη δια παντός ακατανόητη αμοιβαία επίδραση μεταξύ της διαιρετής ύλης και του αδιαιρέτου εγώ. Επί πλέον, η υποδιαίρεση του πνεύματος σε επί μέρους λειτουργίες ήταν αντίθετη με την αναζήτηση της έδρας της ψυχής.

Ο Gall, βέβαια, δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή της καθιερωμένης φιλοσοφικής τάξης. Μόνο οι «πρωτογενείς λειτουργίες» διέθεταν το αντίστοιχο εγκεφαλικό όργανο και οι λεγόμενες λειτουργίες της ψυχής, όπως η μνήμη, η κρίση, η φαντασία δεν ήταν τέτοιες, άρα δεν μπορούσαν να εντοπιστούν.38

Η καταδίκη αυτή δεν περιόρισε την ακτινοβολία του νέου που διέχεε η φρενολογία. Αντίθετα, συνέβαλε στην περαιτέρω φήμη της και τον πολλαπλασιασμό της ιδιωτικής πελατείας του Gall. Με το νέο βασιλικό καθεστώς δεν θα αποφύγει και πάλι τις υποψίες για υλισμό, αν και ο Damiron (1794-1850) τόνιζε ότι, παρόλο που η φρενολογία είχε το ίδιο σημείο εκκίνησης με τον υλισμό, δεν συμπορευόταν μαζί του στη συνέχεια.39

Την ίδια εποχή, ο αμερικανός ψυχίατρος, Samuel Woodward (1794-1862), επιχειρηματολογούσε υπέρ της «συμφιλιώσεως» μεταξύ θρησκείας και φρενολογίας τονίζοντας πως η ψυχή είναι αδύνατο να νοσεί ή να φθείρεται, επομένως η εγκεφαλική παθολογία αφήνει ανέπαφη την ιερότητα της ανέπαφης ψυχής.40

Πολύ αργότερα, ο ένθερμος φρενολόγος Boulliaud διεκήρυσσε: η κρανιολογία δεν ενδιαφέρεται για τη φύση της ψυχής, αφήνει τη φροντίδα αυτή στη μεταφυσική· είναι άδικο να κατηγορείται για αθεϊσμό μια θεωρία που αναγνωρίζει τον Θεό, αφιερώνοντας την 26η, ειδικά ανθρώπινη, εγκεφαλική περιοχή στη θρησκευτικότητα.41

Ο ίδιος ο Gall έγραφε: «το ανθρώπινο είδος είναι προικισμένο με ένα όργανο μέσω του οποίου αναγνωρίζει και λατρεύει έναν δημιουργό του κόσμου. Ποιος θα τολμούσε να σκεφτεί ότι αυτό το αίσθημα, αυτό το όργανο θα στερούνταν του αντικειμένου του στον εξωτερικό κόσμο; Όχι, η φύση δεν μπορεί να εξαπατά τον άνθρωπο σε ό,τι πιο σημαντικό έχει! Υπάρχει Θεός διότι υπάρχει ένα όργανο για να τον γνωρίσει και να τον λατρέψει».42

Ας σημειωθεί εδώ ότι από τον 15ο αιώνα, η άποψη πως το θρησκευτικό συναίσθημα ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο, είχε πάρει τις διαστάσεις ενός οιονεί ανθρωπολογικού κριτηρίου για τη διάκριση μεταξύ ανθρώπων και ζώων· κριτήριο που είχε χρησιμεύσει είτε για να καταδικαστούν είτε για να δικαιολογηθούν οι γενοκτονίες των αυτοχθόνων πληθυσμών που διέπραξαν στον Νέο Κόσμο οι Ισπανοί conquistadores: υποστηρίχτηκε, αντίστοιχα, ότι οι ιθαγενείς των νέων χωρών διέθεταν ή δεν διέθεταν την προδιάθεση να προσηλυτιστούν στον χριστιανισμό.43 Ανάλογη ήταν και η ιδέα που υποστήριξε ο Boucher de Perthes το 1861, στο πλαίσιο της μονογενετικής του άποψης για την προέλευση των φυλών: «ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος παρά μόνο επειδή έχει μέσα του την ιδέα του Θεού». Για τον Perthes (1838), ο «πρωτόγονος άνθρωπος» αντιπροσώπευε την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας, ενώ ο σύγχρονος «άγριος» μαρτυρούσε την έκπτωσή της.44 Στα μέσα του 19ου αιώνα, η διολίσθηση της φρενολογίας στον τσαρλατανισμό επέφερε τελικώς την ανυποληψία της.

Το σημείωσα και πιο πάνω, η Ιστορία της Φρενολογίας του Georges Lanteri-Laura αποτελεί μια αστείρευτη πηγή ιστορικών δεδομένων και επιστημολογικών προβληματισμών. Ανάγκη, λοιπόν, να σταθούμε εδώ για να στοχαστούμε πάνω σε μια βασική θέση που εκθέτει ο Lanteri-Laura στις πρώτες κιόλας σελίδες της Ιστορίας της Φρενολογίας του: «Η ανυποψίαστη ανάγνωση των (παλαιών) συγγραφέων μάς αφήνει με την εσφαλμένη εντύπωση ότι τους καταλαβαίνουμε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και, εφόσον ούτε η φωνητική ούτε η μορφολογία έχουν αλλάξει, ξεχνάμε ότι, αντίθετα, η σύνταξη και, κυρίως, η σημειολογία έχουν αθόρυβα εξελιχθεί και η έννοια των επιστημονικών όρων στα γαλλικά του 1790 δεν ταυτίζεται καθόλου με την έννοια των επιστημονικών όρων στα τέλη του 20ου αιώνα. Για παράδειγμα, ο Gall μιλά για “φυσιολογία του εγκεφάλου”, όπως όλοι οι σύγχρονοί του, όπως και εμείς. Αν όμως τον διαβάσουμε αγνοώντας τη σημειολογική διολίσθηση του όρου “φυσιολογία”, σαν το σημαινόμενό της να μην είχε ποτέ μεταβληθεί ή σαν να ήταν το ίδιο με το σύγχρονό μας, η ανάγνωσή μας μετατρέπεται σε έναν ιστό παρανοήσεων, κινδυνεύοντας έτσι να τον μεμφόμαστε επειδή δεν τοποθετεί κάτω από αυτόν τον τίτλο όσα εμείς έχουμε συνηθίσει να περιλαμβάνουμε».45 Εκείνη την εποχή η έννοια της φυσιολογίας δεν είναι ακριβώς η σημερινή, που απαιτεί την έννοια του πειραματισμού· τότε αντιστοιχούσε στην έννοια της λειτουργίας ενός οργάνου, με όποιο –απλώς λογικό ή υποθετικό– τρόπο θεωρούσαν πως γνώριζαν.46

Όπως αναφέρει ο Κώστας Πέτσιος, η λέξη «φυσιολογία» αναφέρεται μόνο μία φορά στον Αριστοτέλη [Μικρά φυσικά 442-b].47 Η πράξη όμως γενέσεως της φυσιολογίας ως επιστήμης υπήρξε, κατά τον Canguilhem (1904-1995), η έκδοση των ιατρικών έργων του Jean Fernel (1497-1558) σε ενιαίο τόμο (Universa Medicina -1554),48 όπου εκτίθεται η αντίληψή του για την ιατρική, αλλά και προτείνεται η διαίρεσή της σε physiologia, pathologia, και therapeutica: Tο πρώτο της τμήμα, η physiologia, ορίζεται ως «η φύση του υγιούς ανθρώπου, με όλες τις δυνάμεις του και όλες τις λειτουργίες του». Αναπτύσσονται εδώ καθαρά μεταφυσικές αντιλήψεις, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι η φυσιολογία ανεξαρτητοποιείται από την παθολογία και προηγείται αυτής· με τη σειρά της, η παθολογία προηγείται του προγνωστικού, της υγιεινής και της θεραπευτικής.

Η physiologia του Fernel αποτελούσε εν τέλει την επιτομή της τότε παραδοσιακής, βασισμένης στους χυμούς ανατομικής, με ιεραρχική στρωμάτωση σε επίπεδα, που άλλο κρατούσε από την ύλη, άλλο από το ταμπεραμέντο και τις ικανότητες κι ένα άλλο (θείο και κρυπτό) από τη μορφή. Εστιασμένη περισσότερο στις δράσεις παρά στις δομές, η φυσιολογία του Fernel παριστούσε μια ορθολογική διευθέτηση μεταξύ (α) των αισθήσεων και των ορατών ιδιοτήτων και (β) των βιταλιστικών(IV) δυνάμεων, δηλαδή μεταξύ σώματος και ψυχής. Χωρίς όμως να «πλατωνίζει» τον Γαληνό, αλλά αναπλάθοντας το παλιό σύστημα φυσιολογίας σε νέα σύνθεση, όπου υποστηρίζεται μια ειδική φιλοσοφική άποψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο, δίνοντας έμφαση στην «ανθρώπινη αξιοπρέπεια» και την «πλατωνική μη αναγώγιμη υπερβατικότητα».49

Θα ακολουθήσει ο Albrecht von Ηaller (1708-1777) που θα καθορίσει για πολύ καιρό με την Primae lineae physiologiae (1747) και την περί φυσιολογίας αντίληψη και τη μέθοδο: «Ίσως να μου παρατηρούσαν ότι αυτό το έργο είναι αμιγώς ανατομικό, αλλά μήπως η φυσιολογία δεν είναι τάχα η ανατομία σε κίνηση;». Μέχρι την Πειραματική Φυσιολογία (1865) του Claude Bernard (1813-1878), η φυσιολογία θα αντλήσει μοντέλα από τη μηχανική ή το χημικό εργαστήριο και θα επηρεαστεί από τη συγκριτική ανατομική, ενώ η αντίληψη ότι «η λειτουργία κάνει το όργανο» θα προκύψει μέσα από τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς του λαμαρκισμού.50

«Ψυχοανατομία» ή «(ψυχολογική) φυσιολογία του εγκεφάλου» ονομάζει ο T. Ηoff τη θεωρία του Gall, διερευνώντας το περιεχόμενο που δίνει στον όρο λειτουργία. Η έννοια function, fonction είχε αρχικά, κατά την Αναγέννηση, τη σημασία της εκπλήρωσης ενός καθήκοντος, ήταν δηλαδή κοινωνικής αρχής. Ταχέως η χρήση της επεκτάθηκε στα «καθήκοντα» τόσο του σώματος όσο και του πνεύματος. Πέραν μιας αμιγούς, φυσιολογικής ή ψυχολογικής χρήσης, διαπιστώνεται, ήδη από τον Vesalius και τον Willis, μια ψυχοφυσιολογική χρήση της για να αποδοθούν οι ψυχικές λειτουργίες που πραγματοποιούνται εντός του εγκεφάλου. Προς το τέλος του 18ου αιώνα, με την εγκατάλειψη του μηχανιστικού μοντέλου, η λειτουργία θα γίνει βιταλιστική έννοια και, μέσω του προτύπου λειτουργιών, όπως η αναπνοή και η διατροφή, θα εκφράσει εσωτερικές ζωικές ιδιότητες.51

Για τον Gall, λειτουργία [function, function] είναι «η τάση της δραστηριότητας ενός οργάνου». Ενώ η «φυσιολογική» χρήση του όρου είναι συχνή στο έργο του, η «ψυχολογική» του χρήση σπανίζει, αφορά δε περιπτώσεις όπου «καταφέρεται εναντίον των μεταφυσικών», ανάμεσά τους και οι τρεις περιπτώσεις όπου αναφέρεται σε «λειτουργίες της ψυχής», για τις οποίες θα συμπληρώσει πως πρόκειται γι’ αυτές «που σήμερα ονομάζουμε «λειτουργίες του εγκεφάλου». Μια τέτοια χρήση ο Hoff την ονομάζει «ψυχοφυσιολογική», θεωρώντας πως «μήτρα της είναι η φρενολογία», όπου οι «λειτουργίες» συνίστανται σε «σύνολο πρωτογενών ενστίκτων και ιδιοτήτων (faculties)». Γι’ αυτό και τοποθετεί τη φυσιολογία σε μια ενδιάμεση εννοιολογική θέση, δηλαδή «ανάμεσα στη μηχανική πλευρά του σώματος και το άυλον της ψυχής». Αντιτιθέμενος στον καρτεσιανό δυϊσμό, διατηρούσε τη βιταλιστική αντίληψη ότι «η φυσιολογία των εγκεφαλικών δομών εμπεριέχει αυτό που είναι ψυχικό, μια εσωτερική ουσία».52

Όχι τυχαία λοιπόν ο Ηoff υπενθύμιζε τη ρήση του J. Y. Ηall ότι «το σύστημα του Gall ήταν ταυτόχρονα θετικιστικό και ρομαντικό».53 Κατά έναν τρόπο μας θυμίζει την προηγηθείσα, αποτυχημένη απόπειρα του Samuel Thomas von Sömmerring (1755-1830) να συνδυάσει το ανατομικό επιχείρημα με την «υπερβατική (ρομαντική) φυσιολογία» του. Έχοντας καθιερώσει τον ακριβή αριθμό και τη θέση των 12 κρανιακών νεύρων, παλινδρομούσε στη θεωρία των κοιλιών, θέτοντας εκεί την έδρα της ψυχής: Το εγκεφαλονωτιαίο υγρό των κοιλιών είναι το ενδιάμεσο όργανο της ψυχής και το sensorium commune έχει τη θέση του στην «υγρασία των εγκεφαλικών κοιλιών».54 Στα τοιχώματά του αναζητούσε ο Sömmerring την κατάληξη των κρανιακών νεύρων. Για κάποια το είχε κιόλας διαπιστώσει, αλλά ήταν πεπεισμένος ότι στο σύνολό τους είχαν μια άμεση σύνδεση με το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (επιχείρημα εκ της ανατομίας), μέσω του οποίου ο οργανισμός δεχόταν τη ζωοδότησή του (επιχείρημα εκ της «υπερβατικής φυσιολογίας» του).55 Η υπερβατικότητα προβάλλει έκδηλα στην επιχειρηματολογία του: το πνεύμα του Θεού υπερίπταται των υδάτων (Βίβλος)· το νερό αντιπροσωπεύει τη θεϊκότητα (Θαλής).56 Είναι αυτό που επιτρέπει στον Μ. Ηanger να τοποθετεί και τους δύο, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, εντός του πλαισίου της Naturphilosophie των πρώτων χρόνων του 19ου αιώνα.57,58

Νευροψυχολογία

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο François Laplassotte έθετε το ακόλουθο ερώτημα: για ποιον λόγο ο 18ος αιώνας, που συγκρότησε μια φυσιολογία της πέψης, της κυκλοφορίας του αίματος, ακόμα και του αντανακλαστικού τόξου, δεν κατόρθωσε στη μελέτη του εγκεφάλου να ξεπεράσει το προεπιστημονικό επίπεδο παρά μόνο στον χώρο της περιγραφικής ανατομικής του;59 Εκκινούσε από τη διαπίστωσή του ότι οι έννοιες που περιέγραφαν και επεξηγούσαν τη φύση και τις λειτουργίες αυτού του οργάνου –από τους προσωκρατικούς και μετά– ούτε συσσωρεύονταν αθροιστικά εντός ενός ομογενούς και εξαρχής προσδιορισμένου πεδίου, ούτε συγκροτούνταν με τη συνεχή επεξεργασία τους στο φως της παρατήρησης, ούτε, ακόμη, ήταν απλό αποτέλεσμα νέων τεχνικών που επέτρεπαν κάποια στιγμή να δοθούν θετικές απαντήσεις σε πανάρχαια ερωτήματα. Το ερμηνευτικό σχήμα του Laplassotte συμπυκνώνεται στα ακόλουθα.

Οι σχετικές με τον εγκέφαλο έννοιες προκύπτουν, κάθε φορά, μέσα από τη συνολική επανοργάνωση του πεδίου γνώσης, που αφορά ταυτόχρονα στις φυσικές, τις ιατρικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για παράδειγμα, μέχρι τον 16ο αιώνα, η έννοια της εγκεφαλικής εντόπισης δεν έχει ανάγκη από καμιά υποστήριξη, καμιά απόδειξη, όπως τον 19ο αιώνα. επιβάλλεται αμέσως με την κατασκευή των ίδιων των εννοιών δια μέσου των οποίων συλλαμβάνονται τα πράγματα, σε εποχή, όμως, κατά την οποία η ανατομία, η φυσιολογία, η ιατρική και η ψυχολογία δεν υφίστανται ως διακριτά πεδία. Δεν τίθεται καν θέμα να αποδειχθεί ότι υπάρχει παραλληλισμός, αντιστοιχία μεταξύ εγκεφάλου και ψυχής, από τη στιγμή που ο πρώτος θεωρείται το όργανο της δεύτερης.

Με τη «νέα επιστήμη» που ακολουθεί, εγκαινιάζεται μια μακρόχρονη «κοπερνίκεια» επανάσταση χωρίς όμως Κοπέρνικο: η θεωρία των κοιλιών εγκαταλείπεται, όχι γιατί η παρατήρηση την ανέτρεψε (το «ζωικό πνεύμα» παραμένει), αλλά διότι η προηγούμενη ενιαία θεώρηση δεν αντιστοιχεί στον σαφή, πλέον, καταμερισμό του πεδίου μεταξύ ανατομικής, φυσιολογίας και ιατρικής που επιβάλλεται κατ’ αυτή τη νέα εποχή. Η θεωρία των κοιλιών δεν αντικαθίσταται από κάποια άλλη, καλύτερα θεμελιωμένη. όλα μοιάζουν να «εκρήγνυνται» και οι έννοιες να μην «κυκλοφορούν» ανάμεσα στα ξεχωριστά τμήματα της πρώην ενιαίας θεώρησης. Έτσι, η φυσιολογία αναπτύσσεται χωρίς ιδιαίτερη σχέση με την ιατρική πρακτική και τούτο σε εποχή κατά την οποία, ως αντίλογος για τη μη οργανικότητα της ορθολογούσας ψυχής, υποστηρίζεται η οργανικότητα των «νόσων του πνεύματος». Το γεγονός δεν πρέπει να ξενίζει. Η οργανικότητα αυτή υποστηρίζεται με εξηγήσεις που αναφέρονται σε «ατμούς» και «ζωικά πνεύματα», χωρίς αντιστοιχία δηλαδή με τις νέες ανατομικές ανακαλύψεις. Αυτή η εγγενής στο ερμηνευτικό σύστημα αδυναμία δεν άφηνε περιθώρια για να διατυπωθούν ερωτήματα ουσιαστικής πειραματικής κατεύθυνσης. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια οργανικότητα εντελώς διαφορετική από εκείνη που θα κυριαρχήσει κατά τον 19ο αιώνα.

Μετά την κατάρρευση της θεωρίας των κοιλιών και μέχρι τον 18ο αιώνα, ο όποιος πειραματισμός ήταν συνήθως απλώς για «να δουν» ή, πάλι, προσπερνούσε την ιδιαιτερότητα της εγκεφαλικής λειτουργίας ή, ακόμα, εγκλωβιζόταν στην αναζήτηση της ανατομικής έδρας της ψυχής, που υπονόμευε την αξιοπιστία της αναζήτησης διακριτών λειτουργικών εντοπίσεων, καθώς η έδρα αυτή «περιφερόταν» από περιοχή σε περιοχή. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, επισημαίνει ο Laplassotte, ο υλισμός του 18ου αιώνα ήταν «αντιεγκεφαλικός», αντίθετα προς τον έντονο «εγκεφαλισμό» της δεκαετίας του 1880. Ο Diderot (1713-1784), για παράδειγμα, θεωρούσε τον εγκέφαλο σαν ένα δευτερεύον όργανο ή, έστω, ένα όργανο όπως όλα τ’ άλλα. Το σημαντικό για τους υλιστές αυτής της εποχής ήταν η βεβαιότητα για τη συνέχεια των ειδών του ζωικού βασιλείου, αλλά και η συνάφεια μεταξύ αίσθησης και ιδέας.

Όπως είδαμε, στην αυγή του 19ου αιώνα, η φρενολογία επέφερε τη ρήξη με αυτό το παρελθόν: για πρώτη φορά επισύρεται η προσοχή στον φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Την καινοτόμο «στροφή» είχε προαναγγείλει η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την εστιακή κεντρικότητα του sensorium communis σε έναν άξονα που δομείται καθέτως και ιεραρχικά καθ’ ύψος: ο εγκέφαλος παρουσιάζεται ως το τελευταίο επίπεδο μιας κατασκευής που, διαδοχικώς, έχει νεύρα, μυελό, στέλεχος ημισφαίρια και, προ παντός, φλοιό. Από κοντά, ακολουθούσε η σύγκλιση των έως τότε διακριτών επιστημονικών λόγων: η ανατομία περνά στη φυσιολογία, η φυσιολογία αρθρώνεται στην κλινική κι αυτή ενσωματώνει την παθολογική ανατομία.

Το έργο του Gall δεν πέφτει από τον ουρανό, μνημείο απομονωμένο, προφητικό τονίζει ο Laplassotte, υπενθυμίζοντας επιπρόσθετα ότι, σύμφωνα με τον M. Foucault, εκείνη την εποχή, όλη η σύλληψη του σώματος από το ιατρικό βλέμμα γίνεται εντοπιστικό, αναζητά, δηλαδή, τη διαμόρφωση της έννοιας της νόσου σε σύμπτωση με την εντόπιση του «κακού» στο σώμα.60 Μέσα σε αυτή τη γενική διαδικασία εντάσσονται και η συμβολή των νέων τεχνικών και οι ιδεολογικές πιέσεις που δίνουν στην κίνηση των σχετικών με τον εγκέφαλο ιδεών τον εκκρεμοειδή ρυθμό τους, ωθώντας πότε προς τον μηχανιστικό εντοπισμό, πότε προς τον βιταλιστικό υλισμό.(V)

Το ανατομικό έργο του Gall ήταν, όντως, καινοτόμο. Εντούτοις, ο «φλοιός» στον οποίο αναφέρεται δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι θα είναι ο φλοιός στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, τότε που η εντοπιστική αντίληψη θα αποκτήσει τις πρώτες ανατομοκλινικές αποδείξεις. άλλωστε, το ενδιαφέρον για τον εγκέφαλο θα εγκαταλειφθεί πολύ γρήγορα από τη Φρενολογική Σχολή των επιγόνων, η οποία ουδόλως συνέβαλλε στην περαιτέρω γνώση του εγκεφάλου, του φλοιού του ιδιαίτερα, στερώντας τους «εντοπισμούς» της από κάθε αντικειμενικό έρεισμα.

Ο Gall περισσότερο «επινοεί» τον φλοιό παρά τον ανακαλύπτει, τονίζει με σημασία ο Lanteri-Laura. Διότι το ανατομικό έργο του Gall, παρά την πρωτοτυπία του, δεν προεικάζει τις κατοπινές ανακαλύψεις, έτσι ώστε, αν και η φρενολογία αποτελεί «ρήξη» με τον 18ο αιώνα, να μην αποτελεί για τον 19ο παρά μόνο ένα πρελούδιο, με τη δική του βέβαια αξία, το οποίο όμως αποτυγχάνει να αναγγείλει ό,τι θα επακολουθήσει. Ο Gall, που θεωρεί τον φλοιό ως ενιαίο ομογενές σύνολο, συνεχίζει μέχρι τέλους να διαχωρίζει τις εγκεφαλικές περιοχές βασιζόμενος σε αμιγώς «λειτουργικά» κριτήρια και όχι σε μορφολογικά, όπως απαιτούσε, από τότε, ο Maine de Biran, αντιτασσόμενος στους εντοπισμούς και τη φρενολογία.61

Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η διαμάχη μεταξύ των εντοπιστών και των υποστηρικτών της ενιαίας λειτουργίας του εγκεφάλου εκκινούσε από υπαρκτά πολιτικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά ελατήρια. Οι πρώτοι ήταν οπαδοί της γαλλικής επανάστασης, αντικληρικαλιστές, θεϊστές ή άθεοι, οι δεύτεροι απεχθάνονταν τις επαναστατικές ιδέες, θαύμαζαν την Παλινόρθωση και ποθούσαν την τάξη και τη συντήρηση. Η «λογομαχία» τους (αυτή την ελληνική λέξη χρησιμοποιεί εύστοχα ο Lanteri-Laura) αφορούσε περισσότερο στην εκτόξευση κατηγοριών –όπως ήταν η φιλοσοφική αντίθεση στον ντετερμινισμό, από τη μια πλευρά, ο κλονισμός της ποινικής ευθύνης και η υπονόμευση των θεμελίων της κοινωνίας, από την άλλη– παρά στην αντιπαράθεση επιστημονικών δεδομένων, που άλλωστε δεν υπήρχαν.62

Εμφανίστηκε και μια τρίτη «παράταξη» που εξέφραζε κριτικά την εκτίμησή της για τον Gall χωρίς να συμμερίζεται τις φρενολογικές αντιλήψεις. Στον χώρο αυτό ανήκε ο Paul Broca (1824-1880), ο οποίος, μεταξύ 1861 και 1865, κατέδειξε με σειρά ανατομοκλινικών παρατηρήσεων τη σχέση μιας βλάβης στην 3η μετωπιαία έλικα και της απώλειας της εκφοράς του προφορικού λόγου(VI) που ονόμασε αφημία. Θα υπάρξει μια πρόσκαιρη διαμάχη για την «πρωτιά» και όχι μόνο: Το 1865, ο Gustave Dax δημοσιοποίησε ένα μνημόνιο για τη σχέση του αριστερού ημισφαιρίου με τον λόγο, που ο πατέρας του, Marc, είχε αποστείλει το 1836 σε συνέδριο του Monpelier – όπου ή δεν παρουσιάστηκε ή πέρασε απαρατήρητο. Το συνόδευε μάλιστα και με δικές του ανάλογες παρατηρήσεις. Ο Κώστας Πόταγας, που αναλύει τον θόρυβο για την «πατρότητα» του ευρήματος, μετά την ενέργεια του υιού Dax, αναφέρει πως, σύμφωνα με όλα τα δεδομένα, ο Broca δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ανακοίνωση του 1836. Ο ίδιος δε διατηρούσε κάποιες επιφυλάξεις για την αριστερή επικράτηση του λόγου που θα καθιερώσει σε λίγο ο Werninke.63

Ο όρος αφημία του Broca ξεχάστηκε καθώς επικράτησε ο όρος αφασία που υιοθέτησε το 1864 ο Trousseau.(VII) Ήταν ελληνική η σχετική υπόδειξη: η πρόταση ήταν του «κυρίου Χρυσάφη, ενός λίαν διακεκριμένου Έλληνα σπουδαστή», που αποδεχόταν μεν τον παλαιότερο όρο «αλαλία» του Lordat, πλην όμως έβρισκε τον όρο αφασία καλύτερο. η επιλογή αυτή είχε τύχει και της υποστήριξης του «κ. Littre και του Dr Briau, έτσι ώστε οι τρεις [τους] συνέβαλαν στην απόρριψη του όρου αφημία».64 Τη «λεπτομέρεια» αυτή δεν θα παραλείψει να αναφέρει, το 1880, ο υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λαμπαδάριος: «Εδόθη δε αυτώ η λέξις υπό του εκ Κερκύρας Έλληνος συσπουδαστού και φίλου ημών Κ. Χρυσάφη, όστις διηγήθη ημίν το γεγονός, ότι ο Trousseau γνωρίζων αυτόν ως Έλληνα ηρώτησέ ποτε πως ηδύνατο να ονομάση την νόσον».65 Ας σημειωθεί ότι η λέξη αφασία προέρχεται από το ομηρικό λεξιλόγιο. Αμφασίη, ήταν η δυσκολία να μιλήσει κανείς υπό την επήρεια μιας μεγάλης συγκίνησης (Ιλιάδα Ρ, 694-695 και Οδύσσεια Δ, 700-705). Ας σημειωθεί ότι ο Broca υπερασπίστηκε την επιλογή του αναφερόμενος στην ερμηνεία αυτή.66

Κοντά σ’ αυτή την κινητική αφασία, ο Wernicke (1848-1905) αποκάλυπτε, το 1874, έναν δεύτερο τύπο διαταραχής, την αισθητηριακή αφασία (αδυναμία κατανόησης του προφορικού λόγου), που αντιστοιχούσε σε διαφορετική εντόπιση (οπίσθιο τμήμα των δύο πρώτων κροταφικών ελίκων, αριστερά στους δεξιόχειρες). Κατ’ αναλογία, αναζήτησε και προσδιόρισε έναν τρίτο τύπο διαταραχής (καλή κατανόηση του λόγου και ταυτόχρονη αδυναμία έναρθρης επανάληψής του). τη φορά αυτή, λόγω «διακοπής των συνδέσεων» μεταξύ των δύο προηγούμενων «κέντρων». Τα νέα αυτά εντοπιστικά δεδομένα παρουσιάστηκαν ευθύς αμέσως με εποπτικό τρόπο, δηλαδή με σχέδια τα οποία επιχειρούσαν να αποδώσουν με «ακρίβεια» τις βλάβες, φιλοδοξώντας να αποδώσουν με τις πολύπλοκες συνδέσεις που σχεδίαζαν τους υποκρυπτόμενους φυσιοπαθογενετικούς μηχανισμούς. Ο διδακτικός ζήλος δεν άργησε να παρασύρει σε υπερβολές. Σε λίγο, όλα αυτά θα τα «συνάγουν» αντί να τα παρατηρούν και θα κατασκευάζουν έτι πλέον πολύπλοκα, όσο και υποθετικά, σχεδιαγράμματα προκειμένου να εξηγηθεί η λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και, εκ παραλλήλου, ο ψυχισμός και η παθολογία του.67

Στο μεταξύ, οι εργασίες των G. Fritsch (1838-1927) και E. Ηitzig (1838-1907) είχαν από το 1870 κλονίσει την αυθεντία του αντιεντοπιστή Flourens: με την εφαρμογή γαλβανικού ρεύματος στον φλοιό ενός ζώου διαπιστωνόταν η μυϊκή σύσπαση στο αντίπλευρο μέρος του σώματος. Η φυσιολογία προσέφερε πειραματικές, πλέον, αποδείξεις για τη διεγερσιμότητα διακριτών τμημάτων του εγκεφαλικού φλοιού. Οι Fritsch και Hitzig προσδιόρισαν έτσι τέσσαρες «ψυχοκινητικές» περιοχές, για τα άνω και κάτω άκρα, το σώμα και το πρόσωπο. Τα «κέντρα» αυτά τα αύξησε σε δέκα ο Άγγλος Ferrier (1843-1928). Τα ευρήματα ενισχύθηκαν από τις εργασίες του Jackson (1835-1911) πάνω στην επιληψία (ο ερεθισμός μιας περιοχής εκλύει μια λειτουργία, η καταστροφή της την ακυρώνει).

Το 1718 ο εφευρέτης του μικροσκοπίου Leewenhoek (1632-1723) έβλεπε τα «νεύρα» ως «μικρά αγγεία», αλλά από το 1833 ήταν πια γνωστό ότι ο φλοιός αποτελείται από κύτταρα. Θα παρέλθουν πολλά χρόνια, όμως, για να γίνει εφικτή η ολοκληρωμένη παρατήρησή τους. Η ειδική χρώση τους με άλατα αργύρου από τον Golgi (1843-1926) χρονολογείται από το 1873: αποκάλυπτε, εκτός του κυτταρικού σώματος, τους νευράξονες και τους δενδρίτες και πυροδοτούσε μια μεγάλη διαμάχη μετά το 1880: το δίκτυο του νευρικού συστήματος ήταν συνεχές (Golgi) ή απλώς υπήρχε επαφή των κυττάρων μεταξύ τους (Ramon y Cajal, 1852-1934); Η «αλήθεια» βρισκόταν με το μέρος του δεύτερου και το 1897 ο Sherrington (1857-1952) θα ονομάσει σύναψη την επαφή μεταξύ νευρώνων (έτσι είχε, ήδη από το 1870, ονομάσει τα νευρικά κύτταρα ο Waldayer (1836-1921). Οι δύο αντίπαλοι θα μείνουν μέχρι τέλους ασυμφιλίωτοι, αν και τους απονεμήθηκε από κοινού το Nobel του 1906.68

Από τις μελέτες αυτές κρατά και η έννοια της εγκεφαλικής άλω, της φλοιικής περιοχής στην οποία οι νευρώνες διατάσσονται κατά τρόπο που διαφέρει από τις διπλανές. Η ιστολογική κυτταροαρχιτεκτονική θα αναπτυχθεί στις αρχές του 20ου αιώνα, συμπληρώνοντας τις γνώσεις για το «υπέδαφος» μιας υποτυπώδους γεωγραφίας που χώριζε, με εξωτερικά γνωρίσματα (σχισμές και αύλακες), τον φλοιό σε λοβούς και έλικες. Από τότε είναι γνωστές οι 52, διαφόρου πάχους και στιβάδωσης, περιοχές του Brodmann (1868-1918). Την εικόνα συμπλήρωνε η διάκριση του φλοιού από τον Fleching (1848-1929) σε προβλητικές άλω (που εξασφαλίζουν την επαφή με το περιβάλλον), ένα πολύ μικρό ποσοστό της φλοιικής επιφάνειας στον άνθρωπο, και συνειρμικές άλω (για τις μεταξύ των διαφόρων μερών συνδέσεις), το πολύ μεγαλύτερο υπόλοιπο. Τα σχετικά ποσοστά αντιστρέφονται όσο κατερχόμαστε τη ζωική κλίμακα. Ο νέος χάρτης του φλοιού καμιά σχέση δεν έχει, βέβαια, μ’ εκείνον της φρενολογίας.

Δεν άργησαν να φανούν οι εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος. Μεταξύ αυτών, ο άμετρος πολλαπλασιασμός των κυτταροαρχιτεκτονικών διαφοροποιήσεων χωρίς επαφή με την κλινική, η εμμονή στην «ανωτερότητα» του φλοιικού επιπέδου, όταν η έρευνα επιβεβαίωνε ολοένα και περισσότερο την ύπαρξη feed-back συνδέσεων μεταξύ αυτού και «κατώτερων» επιπέδων κ.λπ. Θα αντιταχθεί o Jackson που εμπνεόταν από τον εξελικτικισμό του Spencer, κι αργότερα ο Pierre Marie (1853-1940), ο «εικονοκλάστης»(VIII) μαθητής του Broca και του Charcot (1825-1893). Ο Freud, επιχειρώντας το 1891 να ερμηνεύσει τις Αφασίες69 –το πρώτο του σύγγραμμα–, βρέθηκε από τη μεριά της δυναμικής νευρολογίας που έβλεπε τα «κέντρα» με τον τρόπο του Jackson: «παρόλο που πιστεύω ότι το οπίσθιο μέρος της τρίτης μετωπιαίας έλικας αριστερά είναι αυτό που προσβάλλεται συχνότερα, δεν εντοπίζω τον λόγο σε κανένα τόσο μικρό σημείο του εγκεφάλου. Το να εντοπίσει κανείς τη βλάβη που καταστρέφει τον λόγο και το να εντοπίσει τον λόγο είναι δυο διαφορετικά πράγματα».70 Στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα τον τόνο θα δώσει ο εντοπιστής Dejerine, λίγο αργότερα, στον μεσοπόλεμο, θα κυριαρχήσουν οι ολιστές(IX) Head και Goldstein, με την ψυχολογία της μορφής (gestalt): η ολότητα ξεπερνά το άθροισμα των επί μέρους στοιχείων και ο εγκέφαλος λειτουργεί ως όλον, συλλαμβάνοντας περισσότερο δομές παρά αθροίζοντας, συνειρμικά, επιμέρους στοιχεία. η εντόπιση μιας βλάβης δεν αποκαλύπτει την εντόπιση μιας λειτουργίας, η βλάβη αποδιοργανώνει μάλλον τη συνολική εγκεφαλική λειτουργία παρά προσβάλλει ένα κέντρο.

*

Το επιστημονικό πεδίο που αναδύθηκε με την οριστικοποίηση της συσχέτισης μεταξύ γλώσσας και συγκεκριμένης εγκεφαλικής περιοχής αναπτύχθηκε, κατ’ αρχάς, από τη σύγκλιση του ψυχολογικού συνειρμισμού και της θεωρίας των εγκεφαλικών εντοπίσεων και, εν συνεχεία, υπέστη τον έλεγχο της ψυχολογίας της μορφής. Δεν άργησε να ανατραπούν και οι απόλυτα ολιστικές αντιλήψεων καθώς επιβεβαιωνόταν η σημασία των φλοιικών εντοπίσεων, αλλά και απορριπτόταν η εντοπιστική σχηματικότητα. Έγινε, δηλαδή, δεκτό ότι μια ομάδα νευρώνων μπορεί και απαντά με εξειδικευμένο τρόπο σε ένα ερέθισμα, χωρίς αυτό να εμποδίζει την ίδια ομάδα να απαντά με εξειδικευμένο, επίσης, τρόπο σε άλλα ερεθίσματα. Στη δεκαετία του ’50, όλα αυτά θα αποτελέσουν ό,τι αρχίζει να ονομάζεται νευροψυχολογία.(X) Είχε προηγηθεί η ανάδειξη του K. Lasley ως καθηγητή της νευροψυχολογίας στο Harvard και ο σημαντικός ρόλος του Ηenri Hecaen στη δημιουργία ενός ετήσιου Συμποσίου για τη μελέτη της «νευροπαθολογίας», στα «σύνορα» νευρολογίας, ψυχολογίας και ψυχιατρικής –αμιγώς ευρωπαϊκό στην αρχή (Hecaen, Hoff, Potzl, Jung, Zangwill, Oldfield), διεθνές στη συνέχεια, όταν προσήλθαν και Βορειοαμερικανοί ερευνητές (Teuber, Denny-Brawn, Benton, Milner). Επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία, το 1963, του περιοδικού Neuropsychologia, ταυτόχρονα με το επίσης νευροψυχολογικό περιοδικό Cortex. Στο καταστατικό άρθρο του πρώτου οριζόταν ότι υπό τον όρο «νευροψυχολογία» καλύπτεται ένας ιδιαίτερος τομέας της φλοιικής νευρολογίας που ενδιαφέρει κλινικούς νευρολόγους, ψυχιάτρους, ψυχολόγους, ψυχοφυσιολόγους και νευροφυσιολόγους.71

Συνέχεια και ασυνέχεια

Στο διαχρονικό πλαίσιο της εντοπιστικής αντίληψης, ο Yves De Smet διακρίνει την προ-φλοιική από τη φλοιική «νευροψυχολογία». Εκθέτοντας την πρώτη αρχίζει με την αρχαία ελληνική «νευρολογία»(XI) και κλείνει με μια σύντομη παρουσίαση του έργου του Emmanuel Swedenborg (1688-1772).

Ο σουηδός μυστικιστής φιλόσοφος Swedemborg είχε αναπτύξει από το 1740 μια οιονεί «νευρωνική-νευροψυχολογική», εντοπιστική θεωρία: οι αισθητικές εντυπώσεις συρρέουν στον εγκέφαλο για να γίνουν συνειδητή αντίληψη μέσω της ψυχής, η οποία δρα σε αναρίθμητα μικρότατα στοιχεία που σχηματίζουν τον φλοιό. από τα μικρά αυτά «spherulae» –αυτά που περιέγραφε ο Malpighi ονομάζοντάς τα «cerebllula»– γεννώνται αντίστοιχες και μοναδικές νευρικές ίνες για την αίσθηση και την κίνηση, που κατανέμονται στα διάφορα μέρη του σώματος. Το πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου, ευθεία προέκταση του ραβδωτού σώματος, είναι έδρα της ορθολογούσας ψυχής και όταν αυτό πάσχει, η φαντασία, η μνήμη, η λογική και η βούληση παραλύουν.(XII)

Μέσα από το έργο του Swedenborg, ο Yves De Smet βλέπει την προέκταση του «προ-φλοιικού» νευροψυχολογικού προβληματισμού στη «φλοιική» εκδοχή του Gall, αλλά και στην «υποφλοιώδη» του Pierre Marie(XIII) (1853-1940), την «ολιστική», δηλαδή, αντίδραση στις απόλυτες εντοπίσεις, επομένως και στη σύγχρονη, δυναμική νευροψυχολογία που απορρίπτει τις απόλυτες σχηματοποιήσεις του παρελθόντος. Ο Gall, κατά έναν τρόπο, τοποθετείται ανάμεσα στον Swedenborg και τον Broca.

Η εικόνα αυτή δίνει την εντύπωση της «συνέχειας» ανάμεσα στη φρενολογία και τη νευροψυχολογία. Σχηματοποιεί, όμως, απλουστευτικά και δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας ευθύγραμμης πορείας, που όμως δεν υπάρχει. Διότι ο Gall δύσκολο να γίνει «πρόγονος» του Brodmann και του von Economo. Ο Gall δεν είναι «πρόγονος» ούτε του Gratiolet ούτε του Broca. Διατηρώντας μια πολύ απλή διάκριση μεταξύ προσθίων και οπισθίων περιοχών, αδιαφορούσε για κάθε μέτρηση ή στάθμιση ανατομικά προσδιορισμένων περιοχών, επιμέρους λοβών και ελίκων.

Εντούτοις, από τη θεωρία των κοιλιών στη φρενολογία υπάρχει και συνέχεια και ασυνέχεια. Το ίδιο και μεταξύ φρενολογίας και νευροψυχολογίας.

Η ιστορία, λέει ο Lanteri-Laura, έχει το προσόν να διαφωτίζει σύγχρονους προβληματισμούς, διερευνώντας τη διαχρονική τους γένεση, αλλά και το «ελάττωμα» να επιβάλλει την ανάγκη μιας αρχής, δυσκαθόριστης όμως ή και δυσεύρετης κάποιες φορές. Μπροστά σ’ αυτή τη δυσκολία, μας καλεί να παραδειγματιστούμε από δύο επιστημονικά μοντέλα: ενώ η εμβρυολογία αρχίζει εκεί που πράγματι αρχίζει η οντογένεση, δηλαδή με την πρώτη διαίρεση του γονιμοποιημένου ωαρίου, η παλαιοντολογία έχει πρόβλημα να προσδιορίσει την αρχή της φυλογένεσης. θα αναχθεί στους αυστραλοπιθήκους ή θα προχωρήσει στον πρόγονο των θηλαστικών κι ακόμα παραπέρα; Σ’ αυτή την περίπτωση, η εντόπιση μιας αρχής εξαρτάται από το τι ακριβώς θέλει να δείξει κανείς. Με τον τρόπο αυτό, ο LanteriLaura επιλύει το πρόβλημα της αναζήτησης μιας αρχής για την ψυχιατρική: η οντογένεσή της αρχίζει στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. ό,τι προηγείται ανήκει στη φυλογένεσή της.72 Το μοντέλο αυτό μου φαίνεται λειτουργικά χρήσιμο και στην περίπτωση της νευροψυχολογίας:

• Η φρενολογία ανήκει, όπως και οι άλλες, μέχρι τον Gall, εντοπιστικές αντιλήψεις, σ’ αυτό που θα αποκαλούσαμε φυλογένεση της σύγχρονης νευροψυχολογίας, κατέχοντας εδώ την ξεχωριστή θέση που της προσδίδει η συμβολή της στην καινοτόμο στροφή του ενδιαφέροντος στον εγκεφαλικό φλοιό.

• Αν και, όπως προαναφέρθηκε, η ονομασία καθιερώθηκε μόλις στη δεκαετία του ’50, η οντογένεση της νευροψυχολογίας ανάγεται στην εποχή μεταξύ 1861-1865, όταν ο Pierre Broca επιβεβαίωσε οριστικά τη συσχέτιση γλώσσας και συγκεκριμένης φλοιικής εγκεφαλικής περιοχής, εντόπιση που το σπέρμα της υπήρχε, ήδη, στο έργο του Gall και του Bouillaud.73 Η μετάβαση από τον πρώτο στον δεύτερο και από αυτόν στον Broca ήταν μια μετάβαση από ένα στάδιο, στο οποίο η κλινική παρατήρηση υποστήριζε ένα φιλοσοφικό σύστημα, σε ένα άλλο, όπου το κλινικό υλικό γινόταν αποφασιστικό στην καθιέρωση μιας τεκμηριωμένης βάσης του συστήματος κι ύστερα, σε ένα επόμενο στάδιο, όπου το ίδιο το κλινικό υλικό απαιτούσε τεκμηρίωση.74

I Θεολογικό, συνάμα δε και ανθρωπολογικό, το έργο του Νεμέσιου περιλαμβάνει σημαντικό πλήθος πληροφοριών ανατομίας και φυσιολογίας. Δεν απευθύνεται μόνο στους χριστιανούς. Άλλωστε οι χριστιανοί συγγραφείς εκείνης της εποχής ανοίγονται στην ελληνική αρχαιότητα για να εντάξουν στη σκέψη τους ό,τι από εκεί θεωρούσαν χρήσιμο. Στο κείμενο αφθονούν οι κριτικές, συνήθως, αναφορές στην ελληνική φιλοσοφία, κυρίως στον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Δημόκριτο, τον Επίκουρο, τον Πλωτίνο, τον Πορφύριο, τους στωικούς γενικότερα, χωρίς να παραλείπει φυσικά τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους οποίους αντλεί τις περισσότερες ιατρικές γνώσεις. Το ενδιαφέρον του Νεμέσιου εστιάζεται στην πνευματική διάσταση του ανθρώπου –τη σχέση σώματος-ψυχής, κυρίως– ανάγκη, λοιπόν, να αναπτύξει και τα περί ψυχής και τα περί σώματος. Λέγεται ότι πριν γίνει χριστιανός και επίσκοπος ήταν γιατρός. Εκτεταμένη παρουσίαση του έργου του Νεμέσιου στο Θανάσης Καράβατος. Νεμεσίου Επισκόπου Εμέσης της Συρίας: Περί φύσεως ανθρώπου (390-400 μ. Χ.). Η θεωρία των εγκεφαλικών κοιλιών σε χειρόγραφο (18ου αιώνα) της Βιβλιοθήκης της Κοζάνης. Σύναψις 1α [Συναντήσεις της Κοζάνης] φθινόπωρο 2005, σ. 94-105.

II Πρόκειται για παραληρητικές ιδέες ποικίλου περιεχομένου, από όπου θα προκύψουν αργότερα η κραιπελινική πρώιμη άνοια και ακολούθως η μπλοϋλερική σχιζοφρένεια. Ανήκουν στην ταξινόμηση του Esquirol που διέσπασε το μερικό παραλήρημα του Pinel σε λυπεμανία, [όπου πρωτογενής είναι η διαταραχή της διάθεσης και δευτερογενής ο παραληρητικός ιδεασμός.

III Ο Cuvier ήταν εισηγητής στην Επιτροπή (μέλος της και ο Pinel) που εξέτασε το 1808 την αναφορά των Gall και Spurzheim στο Institut de France με τίτλο Recherches sur le système nerveux en général et sur le cerveau en particulier (Delaunay P. De la Physiognomonie à la Phrénologie. Histoire et évolution des écoles et des doctrines. Extrait du Progrès Médicale, 1928, τχ. 31, σ. 23).

IV Στη Γαλλία των αρχών του 19ου αιώνα, ισχυρή είναι ακόμη η φιλοσοφική παράδοση του καρτεσιανού μηχανιστικού δυϊσμού, ενώ στη Γερμανία κυριαρχεί ο ρομαντικός βιταλισμός, κίνημα της ενότητας και της ολότητας, που αναφερόταν στην ανιμιστική, αντιμηχανιστική θεωρία του Stahl. Ο βιταλισμός ερμήνευε τη ζωή, όχι μέσω του «πνεύματος», αλλά δια της «ζωικής δυνάμεως», ίδιας τάξης με τις άλλες φυσικές ή χημικές δυνάμεις της Φύσης, που όμως δεν ανάγονται σε απλές μηχανικές ή φυσικοχημικές διαδικασίες και επομένως δεν υπόκεινται στην πειραματική επιστημονική ανάλυση. Ο βιταλισμός ήταν το γνώρισμα της ιατρικής Σχολής του Montpellier, στην οποία αντιτάχθηκε η κλινική, θετικιστική Σχολή του Παρισιού.

V Ο Henri Ey αναφερόταν στον «μηχανοδυναμικό ρυθμό της ιστορίας της ιατρικής», δηλαδή τη διακύμανση μεταξύ δύο δογμάτων της παθολογίας: η αρρώστια ως βλάβη ή ως αντίδραση. Το πρώτο δόγμα, μηχανιστικό, οργανικιστικό, δηλαδή φυσικής έμπνευσης, υποτάσσεται σε αυστηρούς ντετερμινισμούς. Το δεύτερο, δυναμικό, βιταλιστικό, δηλαδή βιολογικής και φυσιολογικής έμπνευσης, υπακούει σε ορισμένη απροσδιοριστία [Etudes Psychiatriques I, Desclée de Brouwer, Paris 1950, 23-49].

VI Ως γλώσσα νοούσαν εκείνο τον καιρό μόνο τον προφορικό λόγο. η κατανόησή του ανήκε στο πνεύμα, δηλαδή στη θεολογία, τη φιλοσοφία και τη μόλις αναδυόμενη ψυχιατρική. Βλ. Whitaker HA. History of neurolinguistics, στο Stemmer B, Whitaker HA (Eds), Handbook of neurolinguistics. San Diego, Academic Press, 1998, 27-54.

VII Ο Trousseau χρησιμοποίησε τον όρο το 1864, σε μάθημά του στο Νοσοκομείο Hotel-Dieu [Messerli P. Une approche historique de l’aphasie, στο Eustache F, Lechevalier B (Ed) Langage et aphasie. Séminaire J-L Signoret, De Boeck Université, Bruxelles 1989, 13-39]. Εντούτοις, στο Λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας του 1878 δεν υπήρχε η λέξη αφασία, ενώ το Λεξικό του Littré έδινε το 1877 μόνο το επίθετο αφασικός [Galfand T. Charcot’s Brains, Brain and Language 1999, 69, 31-55, υποσ. 5].

VIII Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Head [Aphasia and Kindred Disorders of Speech, 1926, reprint Hafner, Νew York, 1963].

IX Ο Lanteri-Laura προτείνει να αποφεύγουμε τη σύγχυση ανάμεσα στους μοναδιστές (unitaires), τους στοχαστές οι οποίοι στα μέσα του 19ου αιώνα υποστήριζαν την ενιαία λειτουργία του εγκεφάλου, και τους ολιστές (globlistes) του μεσοπόλεμου. Bλ. τον Πρόλογό του στο Λαντερί-Λορά, Ιστορία της φρενολογίας, Μτφ Κώστα Πόταγας. Εισαγωγή Θανάσης Καράβατος. Εξάντας/Τρίαψις Λόγος Β΄, 1999, 27-36.

X Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1913 από τον W. Osler όταν, εγκαινιάζοντας την ψυχιατρική κλινική στο Johns Hopkins Hospital, ευχήθηκε να είναι η διδασκαλία «των στοιχείων της νευρο-ψυχολογίας» ένα από τα προσδοκώμενα οφέλη [Bruce D. On the origin of the term “neuropsychology”. Neuropsychologia 1985, 23, 6, 814-815).

XI Ο όρος νευρολογία έχει τη ρίζα του στο Ιπποκρατικό corpus όπου αναφέρονται τα «νεύρα», όχι μόνο τα νεύρα του νευρικού συστήματος, αλλά και οι τένοντες και οι σύνδεσμοι. Τον 17ο αιώνα, ο Willis χρησιμοποίησε τον όρο νευρολογία για να ονοματίσει τη «θεωρία των νεύρων» (Cerebri Anatome 1664). Με τη σύγχρονή του σημασία, ο όρος χρησιμοποιήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Charcot υπήρξε το 1882 ο πρώτος καθηγητής της πρώτης στον κόσμο Έδρας της Κλινικής των Νοσημάτων του Nευρικού Συστήματος και ιδρυτής, το 1880, των Archives de Neurologie. είχε προηγηθεί κατά έναν χρόνο το Journal of Neurology. Το Index Medicus καθιέρωσε τη στήλη «Νευρολογία» μόλις το 1921. προηγουμένως καταχωρούσε τα σχετικά άρθρα κάτω από τον γενικό τίτλο «Νοσήματα του νευρικού συστήματος» [De Smet Y. La neuropsychologie « précorticale », Bruxelles, Ciaco Editeur, 1986, 11, Gasser J. Aux origines du cerveau moderne. Localisations, langage et mémoire dans l’oeuvre de Charcot. Paris, Fayard 1995, 10].

XII Ο Swedenborg σπούδασε φιλοσοφία και κατέγινε με τις επιστήμες και την τεχνολογία. Αναζητώντας την έδρα της ψυχής στράφηκε στη (βιβλιογραφική) μελέτη του εγκεφάλου, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσίευσε στο Oeconomia Regni Animali (1845-1846). Τα γραπτά του για τον εγκέφαλο προηγούνται των οραμάτων που άρχισε να βλέπει συνομιλώντας με τον Θεό. Οι οπαδοί του δημιούργησαν τη Σβεντερμποργκιανή Εκκλησία της Νέας Ιερουσαλήμ, που υπάρχει μέχρι σήμερα ως προτεσταντική ιδιαίτερη εκκλησία. [Gross CG. Emanuel Swedenborg: a neuroscientist before his time. The Neuroscientist 1997, 3, 2, 142-147].

XIII Ο Pierre Marie, ολιστής αντίπαλος των εντοπιστών, ονόμασε αναρθρία την κινητική αφασία και την απέδωσε σε υποφλοιο-φλοιικές βλάβες μιας ευρείας ζώνης όπου περιλαμβάνονταν και οι κεντρικοί φαιοί πυρήνες [Hecaen H, Lanteri-Laura G. Les fonctions du cerveau, Paris, Masson, 1983, 20].

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

1 Lanteri-Laura G. Clefs pour le cerveau. Paris, Seghers, 1987, 40.

2 Hanger M. The soul and the brain between anatomy and naturphilosophie in the nineteenth century. Medical History, 1992, 36, 1-33.

3 Changeux J-.P. L’homme Neuronal. Paris, Fayrad, 1983. Ο Νευρωνικός Άνθρωπος, μτφ Β. Μπρίκα, Ραππας, 1986, 17-18.

4 Lanteri-Laura G. ό.π., 17

5 Bardinet T. Les papyrus médicaux de l’Egypte pharaonique. Paris, Fayard, 1995, 16-22 και 234-235.

6 Changeux J,-P. ό.π., 17.

7 Schiller F. The cerebral ventricles, Archives of Neurology, 1997, 54, 1148-1162.

8 Clarke E. Dewhurst K., Histoire illustré de la fonction cérébrale. Paris, Éditions Dacosta, 1984,

9 Schiller F. Ό.π.

10 De Smet Y. La neuropsychologie « pré-corticale », Bruxelles, Ciaco Editeur, 1986, 66.

11 Clarke E. Dewhurst K., ό.π.

12 Schiller F. Ό.π.

13 Καράβατος Αθ. Νεμεσίου Επισκόπου Εμέσης της Συρίας: Περί φύσεως ανθρώπου (390-400 μ. Χ.). Η θεωρία των εγκεφαλικών κοιλιών σε χειρόγραφο (18ου αιώνα) της Βιβλιοθήκης της Κοζάνης. Σύναψις 1α [Συναντήσεις της Κοζάνης] φθινόπωρο 2005, σ. 94-105.

14 Clarke Ε, Dewhurst Κ. σ. 14.

15 De Smet Υ. La neuropsychologie «pré-corticale». Bruxelles, Ciaco Editeur, 14.

16 Clarke Ε, K. Dewhurst. Ό.π., 57.

17 De Smet Υ. Ό,π., 69-82

18 Αναφέρεται στο G. Lanteri-Laura. La laïcisation du cerveau : charnière des XVIIe et XIXe siècle. Psychologie Médicale 1984, 16, 6, 993-1002.

19 Maudgil DD. Changing interpretations of the human cortical pattern. Archives of Neurology 1997, 54, 769-775.

20 Meyer A. Historical aspects of cerebral anatomy. London, Oxford University Press 1991.

21 Clarke EC, Bearn JG. The brain «glands» of Malpighi elucidated by practical history. Journal of History of Medical and Allied Sciences 1968, 23, 4, 309-330.

22 Gross CG. Emanuel Swedenborg: a neuroscientist before his time. The Neuroscientist, 1997, 3, 2, 142-147.

23 Lanteri-Laura G. ό.π., 38.

24 Schiller F. ό.π

25 Martensen R. When the brain came out of the skull: Thomas Willis (16211675), anatomical technique and the formation of the «cerebral body» in seventeenth century England. F. Cliford Rose (Ed) Short history of neurology. The british contribution 1660-1910. Butterworth Heinemann, London 1999, 19-35.

26 Clarke E, Dewhurst K. Ό.π., 85-96.

27 Λαντερί-Λορά Ζ. Ιστορία της φρενολογίας. Μτφ Κώστα Πόταγας. Εισαγωγή Θανάσης Καράβατος. Εξάντας/Τρίαψις Λόγος Β΄, 1999, 92 [Georges Lanteri-Laura. Histoire de la phrenologie. PUF, Paris 1970, 22000]

28 Clarke Ε, Jacyna LS. Nineteenth-century origins of neuroscientific concepts. University of California Press, Berkley, 1987, 215.

29 Lanteri-Laura G. La laïcisation du cerveau : charnière des XVIIIe et XIX siècles, Psychologie Médicale, 1984, 16, 6, 993-1002.

30 Λαντερί Λορά Ζ. Ιστορία της φρενολογίας. Ό.π.

31 Baud P. L’âme et les sensations selon Charles Bonnet (1720-1793). Genserus, 1992 49, 3-4, 323-332.

32 Ζωρζ Λαντερί-Λορά. Ιστορία της φρενολογίας. Ό.π., σελ. 118.

33 Anatomie et physiologie du système nerveux en général et du cerveau en particulier, avec des observations sur la possibilité de reconnaitre plusieurs dispositions intellectuelles et morales de l’homme et des animaux par configuration de leur tête, 4 vol. + Atlas, Paris, F. Schoell.

34 Paul Delaunay. De la physiognomonie à la phrenologie. Histoire et évolution des écoles et des doctrines. Extrait du Progrès Médicale, 1928, 29, 30, 31.

35 M. H. Kaufman, J. P. Shaw, Some interesting portraits from the history of phrenology which probably used to illustrate lectures on physiognomy», Journal of Neurolinguistics 1994, 8, 4, 295-305.

36 Clarke Ε, Dewhurst Κ. Histoire illustré de la fonction cérébrale. Ό.π. σελ. 99 και Λαντερί-Λορά Ζ. Ό.π., σελ. 155-166.

37 Λαντερί Λορά Ζ. Ιστορία της φρενολογίας. Ό.π.

38 Jeannerod Μ. De la physiologie mentale. Histoire des relations entre biologie et psychologie. Paris, Odile Jacob 1996, 19-23.

39 Delaunay P. De la Physiognomonie à la Phrénologie… Ό.π., 26.

40 Miller Ε. Phrenology, neuropsychology and rehabilitation. Neuropsychological Rehabilitation 1996, 6, 4, 245-255.

41 Στο ίδιο, 31

42 Anatomie et physiologie du système nerveux en général et du cerveau en particulier, ό. π., ΙV, 271, αναφέρεται στο Messerli P, Une approche historique de l’aphasie. F. Eustache, B. Lechevalier (eds), Langage et aphasie. De Boeck, 1989, 13-39.

43 Gossiaux PP. Statut et fonction de la religion dans l’anthropologie de l’Age classique aux Lumières, Annales Benjamin Constant, 1992, 13, 55-85.

44 Pautrat J.Y. L’homme primitif et l’imaginaire de la préhistoire au XIXe siècle, Revue des sciences humaines, 227, 1992-3, 11-35.

45 Ζορζ Λαντερί-Λορά. Ό.π., σ. 50.

46 Στο ίδιο, σ.136.

47 Κώστας Πέτσιος. Ψυχή σώμα στη φιλοσοφική θεώρηση του Βικέντιου Δαμοδού – Μια πρώτη αξιοποίηση της καρτεσιανής σκέψης. Δωδώνη, Τόμος ΚΖ΄, μέρος τρίτο. Ιωάννινα 1998, 169-188.

48 Canguilhem G. La constitution de la physiologie comme science, στο Etudes d’histoire et de philosophie des sciences, Vrin 51989, 226-273.

49 Giglioni C. Jean Fernel. La physiologie. Bulletin of the History of Medicine 2003, τχ 77, σ. 188-190.

50 Canguilhem G, La constitution de la physiologie comme science»… Ό.π.

51 Hoff TL. Gall’s psychophysiological concept of function: the rise and decline of “internal essence”», Brain and Cognition, 1992, 20, 378-398.

52 Στο ίδιο.

53 Hall J.-Y. Gall’s phrenology: a romantic psychology. Studies in Romanticism, 1977, 16, 305-317.

54 Schiller F. Ό.π.

55 Hagner Μ. Ό.π.

56 Schiller F. Ό.π.

57 Hanger Μ. Ό.π.

58 Schiller F. Ό.π.

59 Laplassotte F. Quelques étapes de la physiologie du cerveau du XVII au XIX siècle. Annales Economie, Société, Civilisation 1970, 25, 3, 599-613.

60 Foucault M. Naissance de la Clinique, Paris, PUF, 1963, 1.

61 Lanteri-Laura G. Les localisations cérébrales avant Charcot. Revue Neurologique 1994, 150, 10, 678-683.

62 Στο ίδιο.

63 Πόταγας K. Η αριστερή επικράτηση για τον λόγο στο τέλος του 19ου αιώνα: Marc Dax & Gustave Dax εναντίον Broca. Σύναψις 2005, τχ 1α, σελ. 44-49.

64 Trousseau Α. De l’aphasie, maladie décrite récemment sous le nom impropre d’aphémie. Gazette des Hôpitaux de Paris 1864, 37, 13-14, 25-26, 37-39, 49-50.

65 Λαμπαδάριος ΝΕ. Περί εντοπισμού επί εγκεφαλικών νοσημάτων, ιδίως των κατά τα ημισφαίρια. Γαληνός 1880 Έτος Β΄, Τόμος Γ΄, σ. 337, 356, 385, 401.

66 Ryalls J. Where does the term “aphasia” come from? Brain and Language 1984, 21, 358-363.

67 Καράβατος Α. Ο Freud και οι “diagram-makers” του 19ου αιώνα. Εισαγωγικό κείμενο στο Freud S. Για την ερμηνεία των αφασιών. Μτφ Άννας και Κώστα Πόταγα. Εξάντας/Τρίαψις Λόγος 2002.

68 Βλ και Ανδρέου X, Καράβατος A. Από τη δικτυακή θεωρία και τους νευρώνες στη σύναψη. Ψυχιατρική 2001, 12, 105-115.

69 Freud S. Για την ερμηνεία των αφασιών, Ό.π.

70 Αναφέρεται στο Henderson VW. Sigmund Freud and the diagram-maker school of aphasiology. Brain and Language 1992, 43, 19-41.

71 Jannerod M. De la physiologie mentale. Histoire des relations entre biologie. Paris, Odile Jacob 1996, 198-199.

72 Lanteri-Laura G. Psychiatrie et connaissance. Paris, Science en Situation 1991, 35. Βλ. και Θανάσης Καράβατος.

73 Βλ. Hecaen Η, Albert ML. Human neuropsychology N York, J. Willey 1978 και Hecaen Η, Lanteri-Laura G, Les fonctions du cerveau. Paris, Masson 1983.

74 Brown JW, Chobor KL. Phrenological studies of aphasia before Broca: Broca’s aphasia or Gall’s aphasia. Brain and Language, 1992, 43, 475-486.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.